ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ: ΘΕΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ!


 Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης: Θέα του παραδείσου 

Δεν του λείψανε του γέροντα και άλλου είδους δωρεές. Είχε μικρή γεύση του παραδείσου με θέα φυσικών καλλονών και εσωτερική ευφροσύνη.

Αυτό έγινε, μάλλον για πρώτη φορά, το 1989. Τον παίδευε λογισμός και ζητούσε από το Θεό να καταλάβει τη σημασία του Κυριακού λόγου «εν τη οικία του Πατρός μου πολλαί μοναί εισίν». Ο Θεός του απάντησε και, μέσα στο κελί, σταυροπόδι και με σταυρωμένα τα χέρια, διηγήθηκε με άφατη αγαλλίαση και συνοπτικά στον Δ. Τ.: 

–Χθες, κύριε Δημήτρη μου, έβλεπα ότι ήμουνα στους ουρανούς, σ’ ένα ωραίο κήπο. Και υπήρχανε βιολέτες διαφόρων χρωμάτων και διάφορα άνθη. Εκεί βρισκόμουν μετέωρος, δεν πάταγα. Και ήταν ένας άλλος μοναχός με ράσο, που μου έδειχνε ωραία σπιτάκια και μού ’λεγε «προχώρα Ιάκωβε». Μα πώς να προχωρήσω, δεν έχει δρόμο, θα πατήσω τα λουλούδια, θα τα χαλάσω. Ένας άλλος με ράσο μου είπε? «μη φοβάσαι, αυτά τα λουλούδια δεν χαλάνε, προχώρα». Προχωρούσα, τα λουλούδια δε χαλούσανε! 

Η φωνή του, λέει ο Δ. Τ., ήταν αλλιώτικη, το πρόσωπό του ήταν όλο ειρήνη και δοξολογία, με κείνο το αλησμόνητο ιλαρό χαμόγελο. Τέτοιες θείες εμπειρίες του χαρίστηκαν πολλές, όσο πλησίαζε το τέλος της φθαρτής του ζωής. Κι ενώπιόν τους αψηφούσε κάθε ανθρώπινη απόλαυση… και την πιο αυτονόητη, την πιο ακίνδυνη. Του πήγε ο Λ. από ευγνωμοσύνη και του ’βαλε χαλάκι μπροστά στον Εσταυρωμένο. Πληγιάζανε πλέον και πονούσανε τα γόνατά του, τόσες ώρες που στεκόταν εκεί γονατιστός, Μόλις το είδε ο γέροντας θύμωσε και το ’βγαλε έξω:

–Εγώ είμαι καλόγερος! 40 χρόνια ο Ιάκωβος… και τώρα θα βάλει χαλί;

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

 Ο άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης και οι άγγελοι 

Ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης († 1991), ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Οσίου Δαβίδ του εν Ευβοία, αξιώθηκε από το Θεό για την οσιακή και μαρτυρική του ζωή πολλά χαρίσματα.

Ολόκληρος ο βίος του ήταν μια συνεχής μυσταγωγία, με αποκορύφωμα τη θεία λειτουργία. Την ώρα εκείνη, όπως ο ίδιος διηγόταν, άγγελοι γέμιζαν τον ιερό χώρο, δοξολογούσαν το Θεό, λειτουργούσαν μαζί του! Έβλεπε τα νεανικά τους πρόσωπα, ένιωθε τα φτερά τους ν’ αγγίζουν πάνω του.

– Αχ, πάτερ μου, έλεγε σε κάποιον υποτακτικό του, αν βλέπατε τι γίνεται την ώρα του Χερουβικού, όταν ο ιερέας διαβάζει την ευχή, θα φεύγατε όλοι. Άγγελοι ανεβαίνουν και κατεβαίνουν και συχνά αισθάνομαι τις φτερούγες τους να χτυπάνε στους ώμους μου!

Πολλές φορές επίσης είδε αγγέλους και αρχαγγέλους στην αγία Τράπεζα, να κρατάνε ο σώμα του Κυρίου. 

* * * 

Το 1961 ο π. Ιάκωβος, μαζί με τον τότε ηγούμενο Νικόδημο, αποφάσισαν να χτίσουν ένα εκκλησάκι προς τιμήν των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο ηγούμενος διάλεξε τον τόπο και οριοθέτησε τη περιοχή.

Την ίδια νύχτα εμφανίζεται στον π. Ιάκωβο ένας ψηλός αξιωματικός με χρυσό σπαθί, ξανθός και ωραίος και του λέει:

– Είμαι ο αρχάγγελος Μιχαήλ. Δεν επιθυμώ να χτιστεί ο ναός εκεί που σημαδέψατε, αλλά εδώ που θα σας δείξω.

Κι αμέσως έσκυψε και μετέφερε τα πασσαλάκια του ηγουμένου σ’ άλλη περιοχή, όπου τα βρήκε το πρωί ο π. Ιάκωβος.

Το παρεκκλήσι θα χτιζόταν με λάσπη και άχυρα, γιατί δεν υπήρχαν άλλα υλικά. Την άλλη νύχτα εμφανίζονται δύο αξιωματικοί με χρυσά σπαθιά στον π. Ιάκωβο και του λένε:

– Είμαστε οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Να πεις στον Γέροντά σου, ότι δεν επιθυμούμε να χτίσει το σπίτι μας με λάσπη και άχυρα, αλλά με άμμο, ασβέστη και ξύλα. Στη σκεπή να βάλετε κεραμίδια.

– Αυτά τα υλικά, δικαιολογήθηκε ο π. Ιάκωβος, δεν υπάρχουν εδώ ψηλά στο βουνό. Δρόμος καλός για να μεταφερθούν δεν υπάρχει και η φτώχεια είναι μεγάλη.

– Μη στενοχωριέσαι, επέμειναν οι αρχάγγελοι. Θα φροντίσουμε για όλα εμείς. Τη νύχτα θα βρέξει και το ρέμα θα κατεβάσει πολύ άμμο. Τα υπόλοιπα υλικά θα τα δωρίσουν ευσεβείς χριστιανοί.

Πραγματικά, έγιναν όλα όπως τα είχαν πει οι αρχάγγελοι.  

Από το βιβλίο: ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2013, σελ. 264.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

ΠΡΩΤΟΠΡ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ: ΠΩΣ ΞΕΡΟΥΜΕ ΣΙΓΟΥΡΑ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ;

 Πρωτ. Ιωάννης Ρωμανίδης
Πώς ξέρουμε σίγουρα ότι υπάρχει Θεός;

Αφετηρία της γνώσης είναι η εμπειρία. Αφετηρία της γνώσης του Θεού είναι επίσης η εμπειρία. Στον αρχαίο και τον ορθόδοξο χριστιανισμό δεν υπάρχουν δόγματα, με την έννοια των άνωθεν επιβαλλόμενων αρχών πίστης, αλλά αποτίμηση και ερμηνεία πραγματικών εμπειριών, από τις οποίες προκύπτουν αυτά που διατυπώνονται σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο ως «δόγματα». 

Η εμπειρία των επισκέψεων του Θεού υπάρχει από την αρχαιότητα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ο Ενώχ, ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Ιακώβ, ο Μωυσής, οι διάφοροι προφήτες. Στην Καινή Διαθήκη επίσης καταγράφονται αρκετά τέτοια παραδείγματα, όπως του εκατόνταρχου Κορνήλιου, του αποστόλου Παύλου προ της Δαμασκού κ.ά. Κατ’ εξοχήν τέτοιο βίωμα ήταν αυτό που συνέβη στους αποστόλους την πεντηκοστή (η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος, 50 μέρες μετά την ανάσταση του Χριστού), ενώ στη συνέχεια καταγράφονται στις Πράξεις των αποστόλων πολλές επισκέψεις του Θεού σ' αυτούς. 

Είχαν αποκτήσει και θαυματουργικά χαρίσματα, ενώ ανάλογα χαρίσματα διέθεταν και άλλα πολλά μέλη της πρώτης Εκκλησίας (χαρακτηριστική η μαρτυρία του Παύλου στο Α΄ Κορινθίους, κεφ. 12-14· σημ. ότι στο κεφ. 12, στ. 11, φαίνεται και η προσωπική υπόσταση του Αγ. Πνεύματος κατά τους πρώτους χριστιανούς). Και στη συνέχεια, ανά τους αιώνες, υπάρχουν αναρίθμητοι χαρισματούχοι χριστιανοί άγιοι, κάθε ηλικίας, φύλου και κοινωνικής τάξης, μέχρι και σήμερα. 

Καταγράφονται επίσης ψευδοβιώματα, δήθεν θεία, αλλά στην πραγματικότητα δαιμονικά. Τέτοιο βίωμα θεωρούμε οι χριστιανοί τη δήθεν εμφάνιση του νεκρού Σαμουήλ στο βασιλιά Σαούλ, μέσω μάγισσας πνευματίστριας, στην Παλαιά Διαθήκη (Α΄ Βασιλειών, κεφ. 28). Στην Καινή Διαθήκη γίνονται σχετικές αναφορές από Παύλο (Β΄ Κορινθίους, 11, 14) και Ιωάννη (Α΄ επιστολή Ιωάννου, 4, 1), αλλά και από τον Ιησού, όταν μιλάει για τους ψευδοπροφήτες (π.χ. Ματθ. 24, 24-25, αλλά βλ. και Αποκάλυψις, 13, 13-15). 

Απόπειρα παγίδας «του εχθρού» (διαβόλου) κατά των αγίων με δήθεν θετικό βίωμα δες και Πράξεις αποστόλων, 16, 16-18.

Ήδη στην Κ.Δ. γίνεται λόγος για τα βιώματα, γνήσια και ψευδή. Αυτό σημαίνει ότι οι απόστολοι είχαν τον τρόπο να τα ξεχωρίζουν, πράγμα που άφησαν κληρονομιά στους πρώτους χριστιανούς και αυτό συνεχίστηκε από γενιά σε γενιά. 

Καθώς αυξάνονται οι «χαρισματικές» αιρετικές κινήσεις (π.χ. μοντανισμός, μεσσαλιανοί, διάφοροι γνωστικοί), αυξάνονται και οι διδασκαλίες των χριστιανών αγίων γι’ αυτό το θέμα, ώστε να προλαμβάνονται οι δύο βασικές παρανοήσεις, που οδηγούν σε σφάλματα: από τη μια, ότι αρκεί να κατανοήσουμε διανοητικά κάποιες «θεολογικές ιδέες» με τη βοήθεια της φιλοσοφίας και, από την άλλη, ότι μπορούμε να προκαλέσουμε κατά βούλησιν την ένωσή μας με το Θεό, χρησιμοποιώντας με ακρίβεια κάποια μυστικιστική «μέθοδο» (ιδέα που έχει σήμερα κατακλύσει το δυτικό κόσμο, προκαλώντας έξαρση του διαλογισμού ινδουιστικού και βουδιστικού τύπου). 

Και οι δύο αυτές ιδέες παραβλέπουν ή παρερμηνεύουν το αίτημα για αγώνα κατά των παθών (όχι κατά της ύλης ή του σώματος ή «των απίστων» κ.τ.λ.), χωρίς τον οποίο δε μπορεί να υπάρξει προσέγγιση Θεού και ανθρώπου. 

Στους επόμενους αιώνες το ζήτημα των επισκέψεων του Θεού στον άνθρωπο και της πορείας του ανθρώπου προς το Θεό αναπτύσσεται όλο και πιο διεξοδικά από τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού και σήμερα διαθέτουμε, μπορώ να πω, ολόκληρη επιστήμη γι’ αυτό το θέμα. Δυστυχώς με την κατάρρευση του Βυζαντίου και τη συνακόλουθη αποδυνάμωση της θεολογικής σκέψης στον πρώην βυζαντινό χώρο, άνοιξε ο δρόμος για μύριες όσες δυτικές ορθολογιστικές επιρροές, με συνέπεια ο μέσος ορθόδοξος χριστιανός σήμερα να τα αγνοεί εντελώς όλα αυτά. Στη Ρωσία συνεχίστηκε περισσότερους αιώνες η θεολογική αυτή παράδοση, αλλά κι εκεί οι ιστορικές περιπέτειες την κατέστησαν σχεδόν άγνωστη στην εποχή μας. 

Πάντα όμως, σε όλες τις χώρες που έμειναν ορθόδοξες (π.χ. Ελλάδα και σλαβικές χώρες ώς και τη Ρωσία), απέμειναν «εργάτες» αυτής της θεολογικής επιστήμης, κυρίως στα μοναστήρια. 

Έτσι έχουμε και σήμερα –και είχαμε όλους τους αιώνες– αγίους χριστιανούς διδασκάλους, για να επαληθεύουμε μέσω αυτών όσα γράφουν οι αρχαιότεροι διδάσκαλοί μας και όσα καταγράφουν γι’ αυτούς οι βιογράφοι τους. 

Χαρακτηριστικός ο διάλογος του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη (1866-1938) με το βιβλιοθηκάριο της μονής Αγίου Παντελεήμονος στο Άγ. Όρος το 1932, ο οποίος του ανακοίνωσε το θαυμασμό ενός ρωμαιοκαθολικού διδάκτορα για τη μελέτη πατερικών κειμένων από τους μοναχούς (Ιωάννη της Κλίμακος, αββά Δωρόθεο, Μάξιμο Ομολογητή, Θεόδωρο Στουδίτη, Γρηγόριο Παλαμά κ.π.ά.). 

«Σε μας μόνο οι καθηγητές πανεπιστημίου τα διαβάζουν» είχε πει ο επισκέπτης. Ο άγιος απάντησε στο βιβλιοθηκάριο, όταν του μετέφερε το γεγονός: 

«Μπορείτε να πείτε στο διδάκτορα Μπ. πως οι μοναχοί μας όχι μόνο διαβάζουν αυτά τα βιβλία, αλλά θα μπορούσαν να γράψουν και οι ίδιοι παρόμοια… 

Οι μοναχοί δεν γράφουν, γιατί υπάρχουν ήδη πολλά ωραία βιβλία και ικανοποιούνται με αυτά. Αν όμως τα βιβλία αυτά για οποιονδήποτε λόγο εξαφανίζονταν, τότε οι μοναχοί θα έγραφαν καινούργια». Βλ. αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2003, σελ. 86-87

Ο π. Σωφρόνιος σχολιάζει στη συνέχεια: «Σε όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης ζωής του στον Άθωνα ο Γέροντας συναντήθηκε με πολλούς μεγάλους ασκητές. Μερικοί από αυτούς ήξεραν από την πείρα τους τις καταστάσεις που περιγράφουν οι μεγάλοι ασκητές, όπως ο Ισαάκ ο Σύρος, ο Μακάριος ο Αιγύπτιος και άλλοι, γι’ αυτό τα λόγια του Γέροντα μας φαίνονται απόλυτα δικαιολογημένα» (ό.π., σελ. 87). 

Τα τρία στάδια, το Φως και η Χάρη 

Η εμπειρία της χάριτος του Θεού είναι άρρητη και εισάγει τον άνθρωπο σε έναν κόσμο μη περιγραπτό με ανθρώπινους όρους: τα «άρρητα ρήματα» του Παύλου (Β΄ Κορινθ. 12, 4), ο «θείος γνόφος» των Πατέρων. 

Χάριν των πολλών όμως, ακόμη και χάριν ανθρώπων που έχουν αυτά τα βιώματα, αλλά δεν καταλαβαίνουν τι τους συμβαίνει (βλ. π. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας, 31996, σελ. 269-270), όσοι άγιοι μπορούν (διότι έχουν παιδεία, ευφράδεια ή και επειδή αυτό είναι το δικό τους ειδικό χάρισμα από το Θεό) γράφουν και διδάσκουν. 

Είναι για το χριστιανισμό ό,τι οι ερευνητές σε κάθε επιστήμη, καταγράφουν και επεξεργάζονται αυτά που ζουν [υπενθυμίζω την αναλογία ιδιαίτερα με τις ανθρωπιστικές επιστήμες (κοινωνιολογία, κοινωνική ανθρωπολογία, ψυχολογία κ.λ.π.), στις οποίες ο ερευνητής έρχεται σε προσωπική επαφή με το αντικείμενο της έρευνάς του και αυτή την επαφή παρουσιάζει στις δημοσιεύσεις του, αλλά ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω ότι και ο πυρηνικός φυσικός, που ανακαλύπτει διά του πειράματος, βιώματά του καταγράφει]. 

Βάσει των εμπειριών και των παρατηρήσεών τους καταλαβαίνουν τα εξής: 

 Η πορεία του ανθρώπου προς το Θεό μπορεί χοντρικά να διακριθεί σε τρία στάδια: κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, φωτισμός του νου από το Άγιο Πνεύμα, θέωση. 

Επισκέψεις της θείας χάριτος μπορεί να δεχτεί ακόμη και άνθρωπος που δε βρίσκεται ούτε στο στάδιο της κάθαρσης, ακόμη κι ένας εγκληματίας. 

Πρόκειται κατ’ ουσίαν για προσκλήσεις από το Θεό (όλοι οι άνθρωποι έχουν, όπως φαίνεται και στο Αποκάλυψις, 3, 20, «να, στέκομαι στην πόρτα και χτυπάω…» [«ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω…»] κ.λ.π.). 

Αν ο άνθρωπος ανταποκριθεί, τότε βιώνει τη συγκλονιστική κατάσταση της μετάνοιας, που «ξεμπαζώνει» την καρδιά του (συνήθως οδυνηρά, ανάλογα με τα συσσωρευμένα μπάζα – αντιλαμβάνεστε τι εννοώ, ασφαλώς) και αρχίζει στη συνέχεια η ανοδική πορεία του. Αν ο άνθρωπος δεν ανταποκριθεί, ο Θεός συνήθως φεύγει. Ίσως να ξανάρθει κ.τ.λ., μέχρι το θάνατο του ανθρώπου. 

Η πορεία δεν είναι μοναχική, γι’ αυτό οι χριστιανοί συγκροτούμε «Εκκλησία», δηλ. κοινότητα. Κάθε ένας οφείλει να στηρίζει τον άλλο στις στιγμές αδυναμίας του, έμπρακτα και με την προσευχή. Υπάρχει και ένας θεσμός γι’ αυτό το στήριγμα: ο πνευματικός πατέρας («γέροντας»). Ο θεσμός αυτός είναι άτυπος, δηλ. δεν είναι ένα «αξίωμα» που παίρνει κάποιος επίσημα στην Εκκλησία. Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε και τον επιλέγουμε ελεύθερα – αλλά χρειάζεται σύνεση για να επιλέξουμε σωστά. 

Μπορεί να ταυτίζεται με τον εξομολόγο μας (ο εξομολόγος είναι ένας «επίσημος θεσμός» πνευματικού διδασκάλου, αλλά και αφέσεως των αμαρτιών, με προϋπόθεση τη μετάνοια φυσικά, βάσει της εξουσίας που δόθηκε από το Χριστό και καταγράφεται στο Ματθ. 18, 18, και αλλού), μπορεί όμως ο γέροντάς μας να μην είναι ο εξομολόγος μας. Μπορεί να μην είναι καν ιερέας, οπωσδήποτε πάντως θα πρέπει να είναι πιο προοδευμένος από μας στη σχέση με το Θεό. 

Στο επίπεδο της κάθαρσης της καρδιάς (αγάπη προς τους εχθρούς και όλο τον κόσμο) οι επισκέψεις της θείας χάριτος γίνονται εντονότερες, κατά το θέλημα του Θεού. 

Καθώς ο άνθρωπος ανεβαίνει, γίνεται πιο δεκτικός στη θετική επίδραση της θείας χάριτος κι έτσι «μεταμορφώνεται» σε θείο ον, εκπληρώνεται δηλ. το «καθ’ ομοίωσιν» προς το Θεό και ο άνθρωπος σταδιακά καθαγιάζεται. Στα ανώτερα στάδια αυτής της πορείας αξιώνεται θείων αποκαλύψεων και θαυματουργικών χαρισμάτων. 

Η θεία χάρη δεν παραμένει σ’ αυτόν μόνιμα ενώ ζει εδώ. Αυτό θα ενείχε πολλούς κινδύνους εγωιστικών πτώσεων. Μια σχετική ολοκλήρωση θα ζήσει μετά θάνατον (αν έχει πεθάνει κοντά στο Θεό και δεν έχει παρασυρθεί και απομακρυνθεί απ’ Αυτόν) και η πληρότητα θα έρθει μετά την ανάσταση των νεκρών και τη συμπλήρωση της κοινωνίας όλων των όντων, στη δευτέρα παρουσία. Όλα αυτά συνιστούν την κατάσταση που ονομάζουμε «παράδεισο», ενώ το αντίθετό τους συνιστά την οδυνηρή αυτοαπομόνωση που ονομάζουμε «κόλαση».

Η πρόγευση του παραδείσου δε μοιάζει ούτε συγκρίνεται με καμιά γήινη εμπειρία, η δε ηδονή που προκαλεί, κατ’ αυτούς που την έχουν ζήσει, είναι απερίγραπτη, ωστόσο συνδέεται άμεσα με την οδύνη της αλλαγής μας, κατά παρόμοιο τρόπο θα λέγαμε, με τον τρόπο που συνδέεται η σταύρωση με την ανάσταση.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος: περνώντας από την αθεΐα και το μυστικισμό της Άπω Ανατολής, και μετά από μη χριστιανικές πνευματικές εμπειρίες, κατέληξε στην Ορθοδοξία και σύγκρινε τις εμπειρίες των διαφορετικών παραδόσεων. 

Έτσι περιγράφει την κατάσταση αυτή, από τη μακροχρόνια δική του εμπειρία, ο άγιος γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ:

«Στην αρχή της μετανοίας επικρατεί θλίψη, σύντομα όμως διαπιστώνουμε ότι διεισδύει μέσα μας ενέργεια νέας ζωής, η οποία επιφέρει θαυμαστή αλλοίωση του νου. Αυτή καθ’ εαυτή η κίνηση προς μετάνοια εμφανίζεται ως ανεύρεση του Θεού της αγάπης.[…]

Η χάρη της μετανοίας αποκαλύπτει μέσα μας την εικόνα του Υιού του Πατρός. Ω, πόσο οδυνηρή είναι αυτή η πορεία! Πυρωμένη ρομφαία διέρχεται την καρδιά μας. και πώς να μιλήσουμε για τη φρίκη η οποία μας διακατέχει τότε; […] Η εικόνα του Μονογενούς και ομοουσίου με τον Πατέρα Υιού και Λόγου ανάβει μέσα μας σφοδρό πόθο να ομοιωθούμε προς Αυτόν σε όλα. και εκ νέου βρισκόμαστε στην παράδοξη θέση: Πάσχουμε, αλλά από άλλη οδύνη, άγνωστη προηγουμένως σε μας. Η οδύνη αυτή μας εμπνέει, δεν σκοτώνει. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχει άκτιστη δύναμη. Ριχνόμαστε στην θεία απειρότητα. 

Μένουμε εκστατικοί μπροστά στο γεγονός που διενεργείται μέσα μας. το μεγαλείο του μας υπερβαίνει. Συστελλόμαστε και σμικρυνόμαστε στο έπακρο μέσα στη συνείδηση του εαυτού μας, και ταυτόχρονα έρχεται ο Θεός να μας αγκαλιάσει, όπως ο Πατέρας της ευαγγελικής περικοπής. (βλ. Λουκ. ιε΄ 20). Ο φόβος και ο τρόμος αποχωρούν από μας δίνοντας τη θέση τους στο ‘θάμβος’ μπροστά στον Θεό. Ο Πατέρας μας ενδύει με πολύτιμα ιμάτια, μας στολίζει με ουράνιες δωρεές, η καλλίτερη των οποίων είναι η αγάπη πού περιβάλλει τα πάντα. Η πρώτη μας οδύνη της μετανοίας μεταβάλλεται σε χαρά και γλυκύτητα αγάπης. Τώρα η αγάπη παίρνει νέα μορφή: την ευσπλαγχνία για κάθε κτίσμα που στερείται το Θείο Φως» (βλ. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, ό.π., σελ. 71-72). 

Το παραπάνω απόσπασμα το παραθέτει ο π. Δαμασκηνός Κρίστενσεν στη μελέτη του Christ the Eternal Tao, Μέρος ΙΙΙ, κεφ. 9. Εκεί πραγματεύεται διεξοδικά όλα τα συναφή ζητήματα. Παραθέτουμε από εκεί και το ακόλουθο απόσπασμα του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, περίπου 1000 χρόνια πριν το Σωφρόνιο:

«Είμαι κορεσμένος από ηδονή και θεϊκή τρυφερότητα. Μοιράζομαι το Φως. Μετέχω κι εγώ στη δόξα. το πρόσωπό μου λάμπει σαν το πρόσωπο του αγαπημένου μου και όλα μου τα μέλη γίνονται φορείς του Φωτός» (από τους Ύμνους των θείων ερώτων). 

Καθώς ο άνθρωπος προοδεύει στη σχέση του με το Θεό αυξάνονται και εντείνονται και οι επιθέσεις του εχθρού (διαβόλου). Οι παγίδες με ψευδοβιώματα είναι μια μορφή αυτών των επιθέσεων. Οι άγιοι μπορούν να διακρίνουν τα αληθινά από τα ψεύτικα βιώματα, ακριβώς διότι έχουν γνωρίσει και τα δύο είδη. Αρκετοί άγιοι έχουν γράψει γι’ αυτό. 

Η πρόοδος αυτή συνίσταται στην εγκατάσταση της ταπεινής και ανιδιοτελούς αγάπης προς όλους εντός της νοεράς καρδίας του ανθρώπου, αγάπης που «δεν κοιτάζει τον εαυτό της» («ου ζητεί τα εαυτής», απόστολος Παύλος Α΄ προς Κορινθίους, 13, 5) και που συνιστά εκπλήρωση της εντολής του Χριστού «αγαπάτε αλλήλους» (κατά Ιωάννην 13, 34-35, κ.α.) και της διπλής εντολής «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου· αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. εν ταύταις ταίς δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται» (Ματθ. 22, 35-40). 

Αν κάποιος δεν πιστεύει στο Χριστό, αλλά μέσα του αυξάνεται αυτή η ταπεινή αγάπη προς όλους –χαρακτηριστικό της η συγχώρηση των εχθρών, η αγάπη προς τους εχθρούς– τότε αυτός ο άνθρωπος, λογικά, κάποια στιγμή θα ανοίξει την πόρτα στο Χριστό, που διαρκώς στέκεται «επι την θύραν και κρούει». Έτσι εξηγούνται περιπτώσεις όπως του Κορνήλιου, του Αιθίοπα ευνούχου (Πράξεις των αποστόλων, 8, 26-40), αλλά και νεώτερες περιπτώσεις όπως του μουσουλμάνου Γιουσούφ Αμπντούλ Ογκλί (1820-1893), μετέπειτα αγίου γέροντα Νικολάου της Όπτινα, του Αμερικανού βουδιστή ιερέα Νilus Stryker και πολλών άλλων.

Πρέπει να έχουμε υπόψιν ότι η ένωση του ανθρώπου με το Θεό είναι εφικτή λόγω της σάρκωσης του Θεού σε άνθρωπο. Αλλιώς, από οντολογική άποψη, δεν θα υπήρχε κανένα κοινό σημείο ανάμεσα στα δύο όντα. Συνεπώς, έτσι ο Χριστός γίνεται Σωτήρας του ανθρώπου: παρέχοντάς του τη δυνατότητα ένωσης με το Θεό. 

Και οι άλλες θρησκείες; 

Η θέα του ακτίστου Φωτός διδάσκει στον άνθρωπο την τριαδικότητα του Θεού και τη θεότητα του Χριστού. Ακριβώς όπως τα διδάχτηκαν οι απόστολοι κατά την πεντηκοστή, έτσι τα διδάσκεται κάθε πνευματικά προοδευμένος (δηλ. καθαγιασμένος) χριστιανός. Το βίωμα αυτό δεν είναι ψέμα, καθώς καταγράφεται αναρίθμητες φορές μέσα στους αιώνες. Μήπως είναι απάτη του εχθρού; Μελετώντας το θέμα θεωρητικά, χωρίς ανάλογα δικά μας βιώματα (αν και νομίζω ότι όλοι, τουλάχιστον οι χριστιανοί, έχουμε ζήσει κάποια μικρά ή μεγάλα θαύματα ή και επισκέψεις της θείας χάριτος, αλλά όχι τόσα ώστε να αξιολογούμε με ασφάλεια τα αντίστοιχα των αγίων), μπορούμε να υποθέσουμε ό,τι θέλουμε. 

Αληθινή μελέτη είναι η έμπρακτη μελέτη: με τη βοήθεια ενός έμπειρου πνευματικού (γέροντα) να επιδιώξουμε την πρόοδό μας στην πίστη, να αντιμετωπίσουμε τους πειρασμούς, να ζήσουμε οι ίδιοι τα ίδια πράγματα (είναι δώρα που προορίζονται για όλους τους ανθρώπους όλων των λαών και των πολιτισμών) και τότε θα ξέρουμε. Ένα δείγμα τέτοιας προσπάθειας καταγράφεται στο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού (ελλ. έκδ. «Αστήρ»). 

Ωστόσο, έστω και από «το γραφείο μας» μπορούμε να μελετήσουμε τη διδασκαλία των αγίων και να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα, συγκρίνοντάς την βεβαίως με τα βιώματα που καταγράφουν οι σοφοί και διδάσκαλοι των άλλων θρησκειών. Τέτοιες συγκρίσεις έχουν γίνει και προσωπικά δεν έχω αμφιβολία για την αλήθεια του (ορθόδοξου, ήτοι του αρχαιότερου και αυθεντικότερου) χριστιανικού βιώματος έναντι των άλλων. Αναφέρω από μνήμης το Η Ορθοδοξία και η θρησκεία του μέλλοντος του π. Σεραφείμ Ρόουζ (ελλ. έκδ. Μορφή Εκδοθήτω), όπου δημοσιεύονται και μελέτες τρίτων, μεταξύ των οποίων και πρώην ινδουιστών, το Χιλιάδες μίλια προς τον τόπο της καρδιάς, του Κλάους Κένεθ, εκδ. Εν πλω, και το Οι γκουρού, ο νέος και ο γέροντας Παΐσιος του Διονυσίου Φαρασιώτη, εκδ. Παναγόπουλος· 

Στα δύο τελευταία δημοσιεύονται οι μακροχρόνιες έρευνες των συγγραφέων, οι οποίοι μυήθηκαν σε διάφορα θρησκεύματα και ταξίδεψαν στις πηγές τους. Στην Ασκητική της αγάπης εξάλλου καταγράφονται ανάλογες εμπειρίες της γερόντισσας Γαβριηλίας κατά την παραμονή της στα ινδικά άσραμ [βλ. Γαβριηλίας μοναχής (μαθήτριας της γερόντισσας), Η ασκητική της Αγάπης, Τάλαντον 1998]. 

Αν δεχτούμε ότι όλα τα βιώματα είναι αληθινά, μια σύγκρισή τους φανερώνει ότι τα βιώματα των διαφόρων θρησκειών (πλην ορθοδόξων χριστιανών) διαθέτουν στοιχεία όπως: 

προκαλούνται με τεχνητές μεθόδους, όπως ο διαλογισμός, η μουσική ή ο χορός, σχετίζονται με μαγικές πρακτικές και πολύ συχνά με λατρεία (ενίοτε αιματηρή) ύποπτων έως ξεκάθαρα σκοτεινών πνευμάτων, περιέχουν το στοιχείο της έκστασης, δηλ. της απώλειας της προσωπικότητας του ανθρώπου κατά τη διάρκεια του βιώματος (κατάληψη από πνεύμα),θεωρούνται «ανάδειξη φυσικών δυνάμεων του ανθρώπου» και όχι επαφή με το Θεό (οπότε δεν μας ενδιαφέρουν, γιατί εμείς αυτό που επιθυμούμε δεν είναι η ανάδειξη δυνάμεων, αλλά η επαφή και ένωση με το Θεό, που συνιστά τον παράδεισο),κ.τ.λ. 

Παρότι πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο ότι θα σωθούν άνθρωποι απ' όλες τις θρησκείες, όμως όλα αυτά τα στοιχεία (εμπόδια στην αυθεντική γνώση του Θεού και σχέση μ' Αυτόν) έρχονται σε αντίθεση με το γνήσιο βίωμα της χάριτος του Θεού, όπως μαρτυρείται στις περιπτώσεις των αγίων. Το χριστιανικό λοιπόν βίωμα διαφέρει από τα πνευματικά, υπερβατικά κ.λ.π. βιώματα που καταγράφονται στις άλλες πνευματικές παραδόσεις, επομένως είναι κάτι «άλλο». Αυτό το «άλλο» είναι που μας ενδιαφέρει εμάς, διότι α) βεβαιώνει την αλήθεια του χριστιανισμού, και β) είναι το κατώφλι της αιώνιας σωτηρίας μας (επίσκεψη της θείας χάριτος => προσέγγιση προς το Θεό με τάση για ένωση με Αυτόν => πρόγευση του παραδείσου). Τα υπόλοιπα βιώματα δεν μας αφορούν. 

Μάλιστα, αν δώσουμε βάση σ’ αυτά τα βιώματα («αφύπνιση» δυνάμεων με τεχνικές τύπου γιόγκα π.χ.) κινδυνεύουμε έντονα να ξεχάσουμε το Θεό και τη σωτηρία και να νιώσουμε απατηλή «αυτάρκεια», πλάνη που έχει λάβει μορφή μόδας στο μετανεωτερικό δυτικό κόσμο, μέρος της μυστικιστικής δεισιδαιμονίας που ανέτειλε μετά την ορθολογιστική εξορία του Θεού. Οι χριστιανοί λοιπόν δεν επιδιώκουμε τέτοιες «δυνάμεις», τις αποφεύγουμε. 

Τι είναι τα δόγματα; Πίστη που επιβάλλεται με τη βία; Ή κάτι άλλο; 

Για έναν άγιο, δηλ. άνθρωπο που βρίσκεται στη θέωση, δεν υπάρχει αμφιβολία για τη γνησιότητα των επισκέψεων της θείας χάριτος. Άλλωστε και ο ίδιος είναι μεταμορφωμένος εν Χριστώ και, στην πορεία αυτής της μεταμόρφωσης, πέρασε από όλες τις φάσεις, απόχτησε εμπειρία ασύλληπτη για μας και έμαθε να ξεχωρίζει τα αληθινά θεία βιώματα «διά της γεύσεως του νου» (άγ. Γρηγόριος ο Σιναΐτης, άγ. Σιλουανός). 

Εμείς, οι μικροί μαθητές των αγίων, που ζούμε μια μέτρια ζωή και δεν προσπαθούμε τόσο, ώστε να τους μοιάσουμε, μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε. Όμως οι σύγχρονες περιπτώσεις θαυματουργών αγίων, σε κάποιες από τις οποίες θα αναφερθούμε αργότερα, είναι η απόδειξη ότι και οι παλαιότερες περιπτώσεις αγίων είναι αληθείς. 

Επίσης, μπορούμε να πούμε, ότι μετά από τόσες γενιές αγίων, υπάρχει πλέον ένα ασφαλές υπόβαθρο αξιολόγησης των βιωμάτων: το δόγμα.
  
Το δόγμα είναι η γραπτή διατύπωση της «θεοπτικής εμπειρίας» των αγίων (θεοπτία = όραση του Θεού). Ευρισκόμενος ο άγιος εντός του θείου γνόφου, γνωρίζει «άρρητα ρήματα», για τα οποία, κατά κανόνα, σιωπά (άλλωστε διστάζει να αποκαλύψει ότι έχει εμπειρίες, για να μην τον τιμήσουν οι άνθρωποι ως άγιο). Όταν όμως άνθρωποι ή ομάδες επιχειρούν να πλησιάσουν το Θεό με λάθος τρόπο και όχι με την πορεία κάθαρση-φωτισμός-θέωση, οι άγιοι μιλούν, για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Οι ομάδες αυτές είναι οι αιρέσεις (φιλοσοφικές-ορθολογιστικές, όπως ο αρειανισμός, ο παπισμός, ο προτεσταντισμός κ.λ.π., ή μυστικιστικές, όπως οι μεσσαλιανοί, οι πεντηκοστιανοί κ.λ.π.). 

Τότε, με πλήρη συναίσθηση της αποφατικότητας της ορθόδοξης θεολογίας (ότι δηλαδή η αλήθεια για το Θεό, τα «άρρητα ρήματα», δεν ταυτίζεται απόλυτα με τη λεκτική έκφρασή της), οι εκάστοτε άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν, διατυπώνοντας τη δική τους γνώση με τους προσφορότερους όρους της εκάστοτε κατάλληλης γλώσσας (π.χ. φιλοσοφικά, ποιητικά, καλλιτεχνικά κ.λ.π.). Μερικές από αυτές τις απόπειρες μπορεί να είναι κάπως ατυχείς, γιατί ένας άγιος δεν μεταμορφώνεται αυτόματα σε τέλειο χειριστή της γλώσσας. Σιγά σιγά η προσπάθεια αυτή φτάνει στο αποκορύφωμά της. Όταν η διατύπωση της χριστιανικής αλήθειας για ένα θέμα φτάσει στη μέγιστη δυνατή ακρίβεια (ποτέ στην τελειότητα), επικυρώνεται από μια οικουμενική σύνοδο. 

Το δόγμα, όπως είπα, είναι μια δικλείδα ασφαλείας για την αξιολόγηση των πνευματικών εμπειριών, αλλά μόνο κατά το ήμισυ. Όταν δηλαδή ένα βίωμα μού διδάσκει πράγματα αντίθετα από τη διδασκαλία των αγίων χριστιανών διδασκάλων, τότε δε μιλάει ο Θεός, αλλά ο εχθρός (π.χ. περίπτωση Μωάμεθ). Όταν όμως ένα βίωμα μού διδάσκει πράγματα σύμφωνα ή συμβατά με τη διδασκαλία των αγίων χριστιανών διδασκάλων, τότε ίσως μιλάει ο Θεός, αλλά και πάλι μπορεί να μιλάει ο εχθρός. Γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπίσω μια τέτοια «αποκάλυψη» με σύνεση και ταπείνωση, να την εμπιστευτώ στο γέροντά μου, ακόμη και να προσευχηθώ να την άρει ο Θεός από μένα, γιατί δεν είμαι άξιος. Σκοπός του χριστιανού δεν είναι να απολαύσει τέτοια βιώματα, αλλά να αγωνιστεί να πλησιάσει το Θεό, με σκοπό τη σωτηρία του (όπως ο άσωτος υιός δε ζήτησε από τον Πατέρα τιμές και πολυτελή ενδύματα, αλλά θέση δούλου, άσχετα αν ο Πατέρας τον τίμησε λόγω της μεγάλης Του αγάπης). 

Συνεπώς, δε μπορώ να ξέρω πόσο αυθεντικά είναι τα βιώματα του ενός ή του άλλου (άσχετα αν εμένα «μου φαίνονται» ή όχι αυθεντικά), ούτε και η αξιολόγησή τους είναι δική μου δουλειά. Είναι δουλειά του γέροντά τους, όπως το αν είναι ασθενείς είναι δουλειά του γιατρού τους. Και, αν δεν έχουν γέροντα, καλά θα κάνουν να βρουν, και μάλιστα έμπειρο, γιατί εκτίθενται σε επικίνδυνα μονοπάτια. Εγώ, ως χριστιανός, εύχομαι το καλύτερο γι’ αυτούς. 

Η θέση της Βίβλου στην πίστη 

Όπως βλέπετε, μέχρι τώρα δεν έχω αναφερθεί σχεδόν καθόλου στην Αγία Γραφή. Η άμεση εμπειρία των αγίων είναι αυτό που καθορίζει την πίστη. Η Αγία Γραφή είναι κι αυτή μια καταγραφή των άμεσων εμπειριών αγίων ανθρώπων που ενώθηκαν με το Θεό. Οπωσδήποτε είναι για μας κάτι το ιδιαίτερο. Περιέχει την ιστορία των προ Χριστού αγίων, καθώς και τα λόγια του Θεού μέσω των προφητών. Περιέχει επίσης τη διήγηση μέρους της ζωής του Χριστού, από αυτόπτες μάρτυρες, καθώς και της σταυρικής θυσίας και κάποιων μετά την ανάστασή Του εμφανίσεων. Περιέχει επίσης όλα τα διασωθέντα κείμενα των μαθητών του Χριστού. Γι’ αυτό, είναι για μας «Αγία» Γραφή και δεν υπάρχουν άλλα κείμενα σαν αυτήν. 

Όμως, το πρώτο χριστιανικό κήρυγμα έγινε χωρίς να υπάρχει η Καινή Διαθήκη, ενώ μέχρι τα μέσα του 2ου αιώνα, που ζούσαν οι άμεσοι μαθητές των αποστόλων, φαίνεται ότι δεν είχαν όλες οι κατά τόπους Εκκλησίες όλο το σώμα των ιερών κειμένων της Κ.Δ. (βλ. Θ. Ρηγινιώτη Τα απόκρυφα ευαγγέλια και ο σχηματισμός της Καινής Διαθήκης, Πύρρα, Αθήνα 2006, σελ. 23-30).

Επίσης, σε όλες τις γενιές υπάρχουν αγράμματοι άνθρωποι, ακόμη και άνθρωποι που δεν ξέρουν καλά καλά τι είναι το ευαγγέλιο, οι οποίοι φτάνουν στο φωτισμό και τη θέωση. 

Τέτοιος ήταν ο γέρο Παχώμιος, ένας αγράμματος αγιορείτης ασκητής, που γέμιζε τη χούφτα του σκορπιούς και έπιανε τα δηλητηριώδη φίδια και τα έβγαζε έξω από τα κελιά και, όχι μόνο δεν τον δάγκωναν, αλλά και απορούσε γιατί… τα φοβούνταν οι άλλοι μοναχοί! 

Την περίπτωσή του καταγράφει ο άγιος γέροντας Παΐσιος στο βιβλίο του Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, έκδ. Ι. Ησυχαστήριον Σουρωτής Θεσσαλονίκης 1993 (πρόσφατη ανατύπωση 2007 – στη μελέτη αυτή ο π. Παΐσιος καταγράφει απλά και φυσικά διάφορες περιπτώσεις χαρισματούχων μοναχών και ασκητών του Αγίου Όρους, τους περισσότερους από τους οποίους γνώρισε προσωπικά). Όταν ο π. Παΐσιος τον ρώτησε πώς δεν τον δαγκώνουν, του είπε: «Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί πως, άμα έχεις πίστη, μπορείς να πατάς πάνω σε φίδια και σε σκορπιούς». 

«Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί»!... Δηλ. ο ορθόδοξος άγιος εκείνος (που είχε γίνει ένα με τα πλάσματα) δεν ήξερε καν τι είναι το ευαγγέλιο! 
 
Θα μπορούσε να μην υπάρχει καν η Αγία Γραφή, και ο λόγος του Θεού, αλλά και η γνώση του Θεού, να φτάνει σε μας μόνο μέσω άμεσων αποκαλύψεων στους εκάστοτε αγίους. Βέβαια η Αγία Γραφή είναι καλή κυρίως για μας τους «αρχάριους» (μη αγίους) και για τους μη χριστιανούς, ώστε να πάρουν την «πρώτη γεύση». 

Για του λόγου το αληθές, να τι γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γύρω στο 400 μ.Χ.:«Έπρεπε να μη χρειαζόμαστε βοήθεια από τα γράμματα, αλλά να προσφέρουμε τόσο καθαρό βίο, ώστε η χάρη του (αγίου) Πνεύματος να παίρνει την θέση των βιβλίων στις δικές μας ψυχές και όπως ακριβώς αυτά με το μελάνι, έτσι οι καρδιές οι δικές μας με το Πνεύμα να έχουν γραφτεί εσωτερικά. […]

Και για να μάθεις ότι τούτο πολύ καλύτερο ήταν, άκουσε και δια του προφήτη τι λέει: “Θα συνάψω με σας καινούρια διαθήκη και θα δώσω τους νόμους μου στην διάνοιά τους και πάνω στις καρδιές τους θα γράψω και όλοι θα γίνουν θεοδίδακτοι” [Ιερεμίας, 38, 31-33]. Και ο Παύλος, δείχνοντας αυτή την υπεροχή, έλεγε ότι λάβαμε νόμο “όχι σε λίθινες πλάκες, αλλά σε σάρκινες πλάκες της καρδιάς” [Β΄ Κορινθ. 3, 3]. Επειδή όμως με το πέρασμα του χρόνου παραστράτησαν, άλλοι μεν λόγω γνώμης, άλλοι δε λόγω βίου και τρόπων, χρειάστηκε πάλι η υπενθύμιση από τα γράμματα» (άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αρχή της Ομιλίας Α΄ εις το κατά Ματθαίον). 

Οι άγιοι, γνωστοί και αφανείς, διαθέτουν ακριβώς αυτόν τον καθαρό βίο, που είναι το αίτημα και η πρόσκληση για κάθε χριστιανό. Ας σημειωθεί ότι στην ψυχή του Χρυσοστόμου όντως «η χάρη έπαιρνε τη θέση των βιβλίων», γι’ αυτό και ο μαθητής του άγιος Πρόκλος είχε δει τον απόστολο Παύλο να του ψιθυρίζειτην ερμηνεία των επιστολών του. Αυτά φυσικά οι νεώτεροι ακαδημαϊκοί μελετητές τα απορρίπτουν συλλήβδην ως μύθους, παρότι οι πιο συνετοί από αυτούς δεν αρνούνται τις εμφανίσεις αρχαιότερων αγίων σε σύγχρονους αγίους και γέροντες, όπως ο άγιος Νικόλαος Πλανάς, ο γέροντας Παΐσιος κ.ά. 

Σε καμία περίπτωση η Αγ. Γραφή δεν είναι για μας ό,τι φαντάζονται οι μουσουλμάνοι ότι είναι το Κοράνι, δηλ. ένα «αντίτυπο του αιώνιου και αναλλοίωτου θείου λόγου». 

Γι’ αυτό, αν τα ευαγγέλια περιέχουν «αντιφάσεις» ή και λαθάκια σε λεπτομέρειες (π.χ. τι μέρα έγινε ένα γεγονός ή πόσοι παρευρέθηκαν;) ή αν οι σύγχρονοι φιλόλογοι, αντίθετα με τους αγίους Πατέρες, νομίζουν ότι ένα κομμάτι λείπει από εδώ ή προστέθηκε εκεί κ.τ.λ., ειλικρινά δεν παίζει κανένα ρόλο για την πίστη μας.

Είναι μάλιστα μια εξαιρετική, από πλευράς του Θεού, δοκιμασία της εγωιστικής ορθολογιστικής «σοφίας» των κατά κόσμον πεπαιδευμένων. 

Κι αν δεν αναπτύσσεται στη Βίβλο τριαδολογία ή χριστολογία, αυτό οφείλεται στο ότι δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη οι αιρέσεις που τα αμφισβήτησαν. Οι χριστιανοί τα βίωναν αυτά, ήξεραν από άμεση εμπειρία τη σημασία των τριαδολογικών εκφράσεων όπως στα Ματθ. 28, 19, Β΄ Κορινθ. 13, Α΄ Πέτρου 1, 2, κ.λ.π. και δεν υπήρχε λόγος να τα αναπτύξουν θεωρητικά.

 π.Σωφρόνιος: «Και τολμώ να πω ότι η θέαση του άκτιστου Φωτός συνδέεται αρρήκτως με την πίστη στην Θεότητα του Χριστού. Και όχι μόνο συνδέεται, αλλά και κατά παράδοξο τρόπο το ένα εξαρτάται από το άλλο. Σε ένα Φως εμφανίζονται και ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα. το Φως αυτό μαρτυρεί για την Θεότητα του Χριστού, διότι είναι αδύνατο να μην αναγνωρίσουμε τον Θεό σε εκείνο το Φως για το οποίο γίνεται λόγος» (Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, ό.π., σελ. 247-248). 

Πρβ. Παύλος, Β΄ Κορινθίους, 12, 4-7. Το όραμα του Ιωάννη στην Αποκάλυψη παρέχει πολλές οράσεις που φανερώνουν την τριαδικότητα του Θεού (π.χ. κεφ. 11, στ. 15. κεφ. 20, στ. 6. κεφ. 22, στ. 3-4, κ.λ.π.). 

Γι’ αυτό εξάλλου, όταν εμφανίζονταν οι αιρέσεις, προκαλούνταν τόσος σάλος: επειδή αυτό που δίδασκαν (επινοημένο με φιλοσοφικούς στοχασμούς ή βιωμένο με τεχνητές μεθόδους) ερχόταν σε αντίθεση με αυτό που βίωνε η Εκκλησία από την αρχή της ύπαρξής της. Γι’ αυτό και ποτέ δεν υπήρξαν «πολλές εκδοχές» του χριστιανισμού, ούτε και με τη σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. συνέβη κάποια ρήξη με το παρελθόν, που μάλιστα να «επιβλήθηκε βίαια», όπως διατείνονται προσφιλείς αθεϊστικοί μύθοι. Μία ήταν και είναι η Εκκλησία. Η αίρεση έχει τόση σχέση με την Εκκλησία, όση ο κομπογιαννίτης με το γιατρό. 

Ας σημειώσουμε ότι από την εγκαθίδρυση της Βαυαροκρατίας στην Ελλάδα και την ίδρυση του πανεπιστημίου Αθηνών, άνοιξαν οι πόρτες για την εκβολή ολόκληρου χειμάρρου δυτικών επιρροών στην ελληνική θεολογική σκέψη.

Γι’ αυτό είναι πολύ πιθανόν να συναντήσουμε βιβλία Νεοελλήνων καθηγητών θεολογικών σχολών, που αντιμετωπίζουν την πατερική θεολογία όπως οι προτεστάντες...

δηλαδή ως μια απλή (αν και υψηλή) φιλοσοφία για θεολογικά ζητήματα και όχι ως καρπό της θεοπτικής εμπειρίας των αγίων.

Το ζήτημα της θεολογίας ως θεοπτίας (που είναι η πραγματική έννοια του όρου θεωρία, δηλ. θέαση, στους Πατέρες) επανήλθε με την προσπάθεια ολίγων εργατών του πνεύματος, όπως ο καθηγητής π. Ι. Ρωμανίδης, με την καθοριστική συμβολή των οποίων συντελέστηκε στη χώρα μας, εδώ και μια δυο θεολογικές γενιές, η εκ νέου ανακάλυψη των πατερικών καταβολών μας 

(βλ. ενδεικτικά πρωτοπρεσβύτερου Ιωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, εκδ. Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004). 

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

ΠΡΩΤ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΤΣΗΣ: ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ!

 Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης
Εργασία και πνευματική ζωή 

Ὁ χριστιανὸς ἐργάζεται ἀφ’ ἑνὸς γιὰ τὸ βιοπορισμό του, δηλαδὴ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀναγκαίων ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου γιὰ τὸν ἐξαγνισμό του μὲ τὴν ἀπόκτηση τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν. Συνήθως οἱ ἄνθρωποι ἐπιλέγουν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὰ πνευματικά, πολλοὶ μάλιστα δὲν κατανοοῦν τί εἶναι αὐτὰ καὶ τί χρειάζονται στὴ ζωή. Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἡ κατηγορία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ χωρὶς κόπο καὶ ἐργασία, θέλουν νὰ ἀπολαμβάνουν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ πολὺ σπάνια καὶ τὰ πνευματικά!

Ἡ ἐπιτυχία στὴ ζωὴ προϋποθέτει πρωτίστως δραστηριότητα καὶ πράξεις. Τὰ λόγια καὶ οἱ νουθεσίες ἔρχονται μετά. Τὰ ἔργα ἐνισχύουν καὶ ἡ φωνή τους παρηγορεῖ τοὺς ἐργαζόμενους κι ἐκείνους ποὺ τὰ παρακολουθοῦν. Στὸ Γεροντικὸ διαβάζουμε μιὰ σχετικὴ διήγηση: «Κάποιος ἀδελφὸς πῆγε στὸν ἀββᾶ Θεόδωρο καὶ ἄρχισε νὰ μιλάει καὶ νὰ ἐξετάζει θέματα, ποὺ ἀκόμα δὲν τὰ εἶχε ἐφαρμόσει στὴν πράξη. Καὶ ὁ γέροντας τοῦ λέει: «Ἀκόμα δὲν βρῆκες τὸ πλοῖο, οὔτε τὶς ἀποσκευές σου φόρτωσες καὶ πρὶν νὰ ταξιδέψεις, βρέθηκες κιόλας σ’ ἐκείνη τὴν πόλη; Πρῶτα κάνε τὸ ἔργο καὶ ὕστερα ἔρχεσαι σ’ αὐτὰ ποὺ τώρα λές”»1. Ἐπίσης ὁ ἀββᾶς Ἰάκωβος ἔλεγε: «Δὲν χρειάζονται μόνο λόγια. Πολλὰ λόγια ἔχουν οἱ ἄνθρωποι στὸν καιρό μας. Ἔργα χρειάζονται. Αὐτὰ λείπουν καὶ ὄχι λόγια ἄκαρπα»2.

Κάθε ἐργασία πρέπει νὰ εἶναι θεάρεστη, γιὰ νὰ ἀκολουθοῦν ὀρθὰ ἀποτελέσματα. Ἰδιαίτερα ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιτελεῖ ἔργο γιὰ τὸν πλησίον. Ὡστόσο, πολλοὶ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἐργαστοῦν γιὰ τοὺς ἄλλους, ἐνῶ ἔχουν καλὴ διάθεση. Γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει ὅτι «εἶναι δυνατό, λόγῳ τῆς ἀνείπωτης φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, καὶ χωρὶς νὰ κάνουμε κανένα ἔργο, μὲ μόνη τὴ διάθεση, νὰ πάρουμε τὸ στεφάνι. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἔλεγε: “Ὅποιος προσφέρει καὶ ἕνα μόνο ποτήρι μὲ κρύο νερὸ σὲ ἕνα ἀπὸ τοὺς κατὰ κόσμον ἄσημους μαθητές μου, σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι δὲν θὰ χάσει τὸ μισθό του” (Ματθ. ι΄ 42). Μήπως ὑπάρχει τίποτα πιὸ εὐτελὲς ἀπὸ ἕνα ποτήρι κρύο νερό; Ἀλλὰ ἡ διάθεση προκάλεσε τὴν ἀμοιβή του»3. Ὅταν ὅμως ἔχει τὴ δυνατότητα πρέπει νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ προσφέρει. 

Ἀξιοπρόσεκτο εἶναι καὶ ἕνα περιστατικὸ μὲ τὸν ἀββᾶ Ἡσαΐα, ὁ ὁποῖος κάποτε πῆρε ἕνα ζεμπίλι (μεγάλο ἀνοικτὸ σάκο μὲ δύο λαβές), πῆγε στὸ ἁλώνι καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν κύριο τοῦ χωραφιοῦ:

– Δός μου λίγο σιτάρι.
Ἐκεῖνος τὸν ρώτησε:
– Θέρισες καὶ σύ, ἀββᾶ;
Τοῦ ἀπάντησε:
– Ὄχι.
Τοῦ λέει τότε ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ χωραφιοῦ:
– Πῶς λοιπὸν θέλεις νὰ σοῦ δώσω σιτάρι, ἀφοῦ δὲν θέρισες;
Τοῦ λέει τότε ὁ γέροντας:
– Ἄν δὲν θερίσει κάποιος, δὲν παίρνει μισθό;
Ὁ γεωργὸς ἀπάντησε:
– Ὄχι.
Καὶ ἔφυγε ὁ γέροντας.

Οἱ ἀδελφοί, ὅταν εἶδαν τί ἔγινε, τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς ἐξηγήσει, γιατὶ τὸ ἔκανε αὐτό. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε:
– Αὐτὸ τὸ ἔκανα γιὰ παράδειγμα, γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ἄν κάποιος δὲν ἐργαστεῖ, δὲν ἀμείβεται ἀπὸ τὸν Θεό.4 

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει πῶς πρέπει νὰ ἐργάζεται ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μὴ καταπονεῖται ὁ ἴδιος καὶ γιὰ νὰ ὁλοκληρώνονται τὰ ἔργα του: «Ὁ καθένας πρέπει νὰ προσέχει τὴ δικὴ του ἐργασία καὶ νὰ φροντίζει γι’ αὐτὴ μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ καὶ νὰ τὴν ἀσκεῖ, σὰν νὰ τὴν ἐποπτεύει ὁ Θεός, μὲ ἄψογο τρόπο, μὲ ἀκούραστη προθυμία καὶ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια».5 «Δὲν εἶναι ὀρθὸ ἐπίσης νὰ πηγαίνει ἄλλοτε στὴ μία ἐργασία καὶ ἄλλοτε στὴν ἄλλη. Γιατὶ καὶ ἀπὸ τὴ φύση μας δὲν εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ τελειώσουμε πολλὰ ἔργα συγχρόνως. Εἶναι πιὸ χρήσιμο νὰ ἀσκοῦμε μιὰ τέχνη μὲ φιλοπονία, παρὰ νὰ καταπιανόμαστε μὲ πολλὲς καὶ νὰ τὶς ἀφήνουμε μισοτελειωμένες. Γιατὶ ἡ διάσπαση τῆς προσοχῆς μας σὲ πολλὰ καὶ ἡ συχνὴ ἀλλαγὴ ἐργασίας, ἐκτὸς τοῦ ὅτι συντελεῖ νὰ μὴ γίνει τέλειο κανένα ἔργο, φανερώνει ἐπὶ πλέον ὅτι ὑπάρχει ἤδη ἐλαφρότητα χαρακτήρα ἤ ἄν δὲν ὑπάρχει τὴ δημιουργεῖ»6. 

Σημειώσεις:
Εἶπε Γέρων…, τὸ Γεροντικὸν σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση ἀπὸ Βασιλείου Πέντζα, Ἀθήνα 1974, σελ. 94.
Ὅπ. παρ., σελ. 126.\
Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀναθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σελ. 779.
Εἶπε Γέρων…, τὸ Γεροντικὸν σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση ἀπὸ Βασιλείου Πέντζα, Ἀθήνα 1974, σελ. 87-88.
Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀναθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Β΄, Ἀθήνα 2003, σελ. 174.
Αὐτόθι.  

(Πηγή: “Ορθόδοξος Τύπος”)

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΓΙΑΤΙ ΝΗΣΤΕΥΟΥΜΕ;

 Γιατί νηστεύουμε;
π. Συμεών Κραγιόπουλος 
 

Νηστεύουμε, επειδή:

* Ο Χριστός κάνει υπακοή, ενώ ο Αδάμ ήταν ανυπάκουος· ο Χριστός κάνει νηστεία, ενώ ο Αδάμ ήταν λαίμαργος. (ΣΤρ σελ. 179)

* Νήστεψε ο Χριστός. Δεν ήταν αμαρτωλές οι τροφές, δεν ήταν μολυσμένες οι τροφές, δεν είχαν τίποτε κακό οι τροφές. Απλώς νήστεψε. (ΣΤρ 180)

* Νήστεψαν και οι προφήτες πιο μπροστά. Ο Μωυσής, μιμητής του Χριστού πριν έλθει ο Χριστός, επί σαράντα ημέρες νήστεψε πάνω στο όρος Σινά. (ΣΤρ 180)

* Όλοι οι άγιοι νήστεψαν και νηστεύουν μέχρι σήμερα. (ΣΤρ 180)

* Η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου είναι αυτή η αγία κατάσταση που ζει κανείς με λίγη τροφή, με λίγο πιοτό, με κάποιο ένδυμα κλπ., και η τροφή του είναι ο Θεός, το πιοτό του είναι ο Θεός, η χαρά του είναι ο Θεός, τα πάντα είναι ο Θεός. (ΣΤρ 201)

* Ο ίδιος ο Κύριος απαρνείται το θέλημά του και κάνει το θέλημα του ουρανίου Πατρός. Δεν είναι αμαρτωλό το θέλημά του, όμως το απαρνείται. (ΣΤρ 205)

* Απαρνείσαι το θέλημά σου, τα στερείσαι όλα αυτά, και έτσι ο Θεός πάνω στην πράξη βλέπει ότι μπορεί να σου έχει εμπιστοσύνη (…) και σου εμπιστεύεται τη θεία ζωή. (ΣΤρ 207)

* Η επιστροφή μας στον Παράδεισο δεν μπορεί να μην έχει και αυτό το στοιχείο: τη νηστεία. (ΣΤρ 211)

* Η πρώτη εντολή που είχε πολλά πράγματα μέσα, όλα αυτά τα πολλά έπαιρναν σάρκα και οστά ως νηστεία. (ΟφΘ 283)

* Δεν είναι επίδειξη. Επίδειξη είναι, όταν εσύ το κάνεις γι’ αυτό λόγο, για ν’ ακουστεί ότι νηστεύεις. (ΟφΘ 285)

* Αυτό είναι η πίστη, να παραδεχθούμε ότι υπάρχει ο Κύριος και εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν, αυτά που λέει τα δεχόμαστε (τα καταλαβαίνουμε δεν τα καταλαβαίνουμε) κι έτσι προκόπτουμε πνευματικά. (ΟφΘ 286)

* Το κάνει μέσα στην ψυχή ο Θεός. Και θα το κάνουμε με τη βοήθειά του και με τη φώτισή του και με τη βοήθεια των αγίων που θα πρεσβεύουν υπέρ ημών, οι οποίοι πέρασαν απ’ όλα τα στάδια και ξέρουν τι σημαίνει δυσκολία, ξέρουν όμως και τι σημαίνει σωτηρία. (ΟφΘ 288). 

Από τα βιβλία του π. Συμεών Κραγιοπούλου: Συνάξεις Τριωδίου Α’, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, β’ έκδοση 2013, και: Όπως φώτισε ο Θεός, Πανόραμα Θεσσαλονίκης,  1998.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΦΙΛΟΘΕΗ- ΤΑ ΤΑΜΑΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΚΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ

 Γερόντισσα Φιλοθέη
Τα τάματα πρέπει να εκπληρώνωνται 

Μια ιερατική οικογένεια σε ένα χωριό της Τριπόλεως, κοντά στο μοναστήρι της πάνω Χρέπας, πήγαινε με το κάρο στο χωράφι έχοντας και το μικρό κοριτσάκι τους μαζί.

Στον δρόμο έπεσε η μικρή από το κάρο, χτύπησε και έτρεχε αίμα από τα αυτιά της.

Οι γονείς φοβούμενοι μην πεθάνει έταξαν να την αφιερώσουν στο Μοναστήρι της Παναγίας στην πάνω Χρέπα, να γίνει μοναχή όταν μεγαλώσει.

Η κόρη τους έγινε καλά και όταν λίγο μεγάλωσε, χωρίς να ξέρει τίποτε για το τάμα των γονέων της έφυγε πριν ακόμη ενηλικιωθεί και πήγε να μείνει στην πάνω Χρέπα.

Οι γονείς της την αναζήτησαν, την βρήκαν και την έφεραν στο σπίτι. Αυτή αρρώστησε. Τότε πάλι ανανέωσαν το τάμα τους και η κόρη τους, αφού έγινε καλά, ξαναέφευγε για το Μοναστήρι.

Παρ όλα αυτά την πήραν πάλι ξεχνώντας το τάμα τους. Τότε πάλι αρρώστησε και πλέον κατενόησαν ότι ο Θεός ζητά την εκπλήρωση του τάματος. Πλέον την άφησαν ελεύθερη να αφιερωθεί στον Θεό και να υπηρετήσει την Παναγία στο Μοναστήρι της.

Πράγματι έγινε μοναχή και Ηγουμένη αργότερα και πρόκοψε στην μοναχική ζωή. Είναι η ευλαβέστατη και όσιας μνήμης γερόντισσα Φιλοθέη που εκοιμήθει την ημέρα της Αγίας Φιλοθέης.

Αιωνία της η μνήμη. Την ευχή της να έχουμε. Αμήν

Από το βιβλίο- ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ- Άγιον Όρος

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΗΤΡΟΔΩΡΑ Η ΕΓΚΛΕΙΣΤΗ

 Γερόντισσα Μητροδώρα η έγκλειστη 

Βιογραφικά 

Η Μητροδώρα γεννήθηκε στις 28-8-1928 στο χωριό Λάσα της Επαρχίας Πάφου της Κύπρου. Ήταν δευτερότοκη από έξι αδέλφια της οικογενείας Νικολάου Νεάρχου και Αθηνάς.

Από μικρή είχε μία χάρη επάνω της και διακρινόταν για την αθωότητά της. Ήταν τελείως απονήρευτη. Είχε βαρυκοΐα από νέα. Η αθωότητά της σε συνδυασμό με την βαρυκοΐα της έδωσαν το «πιστοποιητικό» της χαζής, πράγμα που την βόλευε για να κινείται άνετα και όπως ήθελε.

Έλεγε στην ξαδέλφη της Γεωργία: «Με είχαν για χαζή. Οι γονείς μου ήθελαν να με παντρέψουν, εγώ δεν ήθελα να παντρευτώ. Έπαιζα τέλεια την χαζή και δεν παντρεύτηκα». Ο δρόμος της αγαμίας ήταν επιδίωξη της συνειδητή. 

Αφού εκοιμήθησαν οι γονείς της και αποκαταστάθησαν τ’ αδέλφια της, η Μητροδώρα έμεινε μόνη της σ’ ένα μεγάλο πετρόκτιστο σπίτι. Η αυλή περιβαλλόταν από μανδρότοιχο που είχε ύψος τρία μέτρα περίπου. Κανείς δεν μπορούσε να μπή, αλλά ούτε και να δή το σπίτι. Είχε μία μεγάλη μεταλλική πόρτα από χοντρή λαμαρίνα (ξωπόρτι). Μόνο στην γνωστή της γιαγιά Ανδρονίκη άνοιγε, όταν χτυπούσε πολύ δυνατά και συνθηματικά την πόρτα.

Όλα μέσα στο σπίτι της ήταν παλαιά, αλλά ήταν χαριτωμένα και σαν να υμνούσαν τον Θεό. Στην αυλή είχε λίγες κότες, μία κατσίκα δεμένη με δύο κατσικάκια και αρκετά περιστέρια που μπαινόβγαιναν στο σπίτι της μέσα τρώγοντας ανενόχλητα από ένα σακκί κριθάρι. «Μου αρέσουν και λυπούμαι να τα ξεκάνω», έλεγε. Το καλοκαίρι είχε και τα χελιδόνια συντροφιά. Είχε ανοιχτό το παράθυρο για να μπαινοβγαίνουν, και έβαζε χαρτιά για να μή λερώνουν. Κοιμόταν τα βράδια όλοι μαζί κάτω από την ίδια σκεπή.

Εκεί μέσα ζούσε σαν έγκλειστη βασίλισσα η Μητροδώρα, ντυμένη με μαύρα ρούχα και με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι της που την έκανε να φαίνεται γριά. Είχε πρόσωπο φωτεινό και πολύ γλυκό, πιο πολύ και από ένα μωρό. Ήταν στολισμένη με δύο αθώα ματάκια που σε κοιτούσαν όλο αθωότητα και έπαιζαν παιδικά, συνοδευόμενα με ένα γλυκό χαμόγελο. Γι’ αυτό ήταν ελκυστική σαν μαγνήτης και επιζητούσαν οι γυναίκες την συντροφιά της, αλλά αυτή προτιμούσε να μένη μόνη της με τον Θεό και τα ζώα της στην εγκλείστρα της.

Στο ανάστημα ήταν μέτρια και κάπως γεμάτη. Έγερνε προς την αριστερή πλευρά, γιατί είχε πέσει από μια σκάλα και ο σπόνδυλός της έπαθε σοβαρή βλάβη. Για να σταθή όρθια, έπρεπε να ακουμπά το αριστερό χέρι στο γόνατό της. Αλλά παρά την σωματική της αναπηρία έκανε πολλές μετάνοιες. Όταν πονούσε ο σπόνδυλος της, έλεγε: «Πονώ, αλλά δεν γίνεται, πρέπει να πονούμε». 

Το τυπικό της

Το καθημερινό τυπικό της ήταν κυρίως η μελέτη της Αγίας Γραφής και πνευματικών βιβλίων. Η Αγία Γραφή της από την συνεχή χρήση είχε διαλυθή και φαινόταν σαν ένα μάτσο φύλλα. Κοιμόταν πολύ λίγο. Ξενυχτούσε μελετώντας. Ύστερα ξεκουραζόταν και ξυπνούσε νωρίς και πάλι άρχιζε την μελέτη. Όταν ξημέρωνε φρόντιζε τα ζώα της και ύστερα πάλι διάβαζε. Γύρω στις 10 π.μ. περίπου πήγαινε στην Εκκλησία που ετιμάτο στην Υπαπαντή. Ο ιερέας την αγαπούσε και της είχε δώσει κλειδιά του ναού για ν’ ανάβη τα καντήλια. Πήγαινε λοιπόν στην Εκκλησία την ώρα που οι δρόμοι ήταν άδειοι και δεν την έβλεπε κανείς. Αν συναντούσε κάποιον, έλεγε «Καλημέρα», έσκυβε προφασιζόμενη ότι δεν ακούει και προχωρούσε. Εκλειδώνετο μέσα, άναβε τα καντήλια και έμενε πολλές ώρες προσευχόμενη. Σε ερώτηση τι κάνει τόσες ώρες στην Εκκλησία απάντησε χαμογελώντας: «Μετανοιάζω και προσεύχομαι».

Ύστερα γύριζε στο σπίτι της. Καθ’ οδόν περνούσε μερικές φορές από ένα κατάστημα, αγόραζε κάτι που της ήταν απαραίτητο, και πάλι κλειδωνόταν στο σπίτι της. Ένιωθε άβολα μέσα σε κόσμο και ειδικά όταν καταλάβαινε ότι την πρόσεχαν. Προσπαθούσε τότε σκύβοντας το κεφάλι της να κρυφτή πίσω από κάποια γνωστή της. Έλεγε «όταν πάω στην Εκκλησία και έχη κόσμο στον δρόμο, κλείνω τα μάτια μου να μή βλέπω και να μην ακούω τίποτε». Τόσο πολύ πρόσεχε η Μητροδώρα. Ήταν έγκλειστη, αλλά ήταν και νηπτική (προσεκτική).

Την ρώτησαν γιατί δεν πάει και αυτή στους Αγίους Τόπους, όπως πάνε πολλοί Κύπριοι. Απάντησε: «Όχι, γυιέ μου. Δεν θέλω να πάω για να μην δώ και ακούσω άλλα πράγματα· για να μην γυρίζει ο νους μου και στο τέλος χάσω και τον Χριστό μου. Καλά είμαι έτσι».

Υπήρχε ένα πεζούλι που εκάθοντο ηλικιωμένες γυναίκες. Ήταν ο τόπος που συγκεντρώνοντο και έλεγαν τα νέα του χωριού. Όταν πίεζαν πολύ την Μητροδώρα να καθήση και αυτή μαζί τους, καθόταν για λίγο παράμερα χωρίς να μιλά. Αυτό όμως σπάνια γινόταν και το έκανε παρά την θέλησή της για να μην τις στενοχωρήση. Μία φορά ένας γνωστός της είδε την Μητροδώρα με το φωτεινό πρόσωπο της να κάθεται μαζί τους και παραξενεύτηκε. Αυτή του έκανε νόημα, σκούπισε με το χέρι της το στόμα, εννοώντας ότι δεν μιλά και αποφεύγει έτσι την κατάκριση. Και όταν ύστερα την ρώτησε γιατί δεν ανοίγει όταν χτυπούν στο σπίτι της, απάντησε: «Οι γυναίκες κάθονται μου λέει η μία για την άλλη. Δεν είναι καλό αυτό και έχει κόλαση (είναι εφάμαρτο). Γι’ αυτό και εγώ δεν ανοίγω. Με έχουν για χαζή, αλλά καλύτερα».

Προτιμούσε την ησυχία και τον εγκλεισμό γιατί εύρισκε χρόνο να προσεύχεται και να διαβάζη. Όλη την ημέρα και τη νύχτα διάβαζε. Βιβλία της προμήθευε γνωστός της και απορούσε πως τα διάβαζε τόσο γρήγορα. Κάποτε της πήγε τα Ασκητικά του Αββά Ισαάκ του Σύρου, αλλά είχε ενδοιασμό μήπως δεν μπόρεση να το καταλάβη και δεν της αρέση. Όταν το διάβασε, είπε ότι αυτό ήταν το καλύτερο βιβλίο και της άρεσε πιο πολύ απ’ όλα τα άλλα.

Όταν την πρωτογνώρισε ο π. Θεοδόσιος, την ρώτησε μεταξύ άλλων αν εξομολογήται. Τότε άρχισε να κλαίη γοερά και να λέη: «Τους λέω, γυιέ μου, να με πάρουν (για εξομολόγηση) και δεν με παίρνουν. Μου λένε ότι δεν έχω τίποτε, ότι δεν χρειάζεται, αλλά εγώ θέλω να εξομολογηθώ γιατί είμαι αμαρτωλή, πολύ αμαρτωλή», και συνέχισε να κλαίη, να τραβά τα ρούχα του π. Θεοδοσίου και να τον παρακαλή: «Πάρε μου, γυιέ μου, πάρε μου. Θα κάνεις μεγάλο ψυχικό». Πράγματι την πήρε και εξωμολογήθηκε στον ηγούμενο της Αγίας Μονής π. Αθανάσιο, νύν Μητροπολίτη Λεμεσού. Στον δρόμο για το Μοναστήρι είπε: «Η Παναΐα μας είναι πολλά θαυματουργή. Εψές επήγα και εγονάτισα και έκλαια και λαλώ της “Παναγούλα μου, πέψε ένα πλάσμα να με πάρη να εξομολογηθώ”. Άδε έπεψε εσένα».

Αφού εξωμολογήθηκε, ο π. Αθανάσιος είπε ότι η Μητροδώρα είναι πολύ χαριτωμένος άνθρωπος. Χαιρόταν πολύ όταν ερχόταν η Κυριακή και πήγαινε στην Λειτουργία. Επειδή το χωριό της ήταν μικρό και δεν εγίνοντο συχνά ακολουθίες και Λειτουργίες, πολλές φορές πλήρωνε τον ιερέα για να κάνη Αρτοκλασία και Λειτουργία.

Γνωστοί της την έπαιρναν στην Αγία Μονή κάθε Παρασκευή βράδυ που γινόταν αγρυπνία. Η χαρά της Μητροδώρας ήταν μεγάλη. Όταν ήταν γιορτή και είχε Λειτουργία και στο χωριό της, αυτή μόλις γύριζε από την αγρυπνία, έπαιρνε το κλειδί, άνοιγε την Εκκλησία, άναβε τα καντήλια και περίμενε προσευχόμενη να ‘ρθούν ο ιερέας και οι ψάλτες. Όταν της έλεγαν ότι δεν είναι ανάγκη να ξαναπηγαίνη για Λειτουργία, αφού ήταν στην αγρυπνία, δεν το εδέχετο λέγοντας: «Να λειτουργή η Εκκλησία και εγώ να μένω σπίτι μου;».

Κοινωνούσε τακτικά. Πολλοί της έλεγαν ότι δεν χρειάζεται να κοινωνή τόσο συχνά. Της είπε και ένας άλλος Πνευματικός να μην κοινωνή συχνά και αναστατώθηκε. Έλεγε σε κάποιον το παράπονο της: «Δεν μπορώ να πάω στην Λειτουργία, να βγή ο Χριστός και να μην κοινωνήσω, θα ‘ρθώ σπίτι και θα κλαίω. Με την θεία Κοινωνία αγιάζεσαι, αγιάζεται το κορμί σου. Δεν γίνεται να μή κοινωνήσω». Και συνέχισε να κοινωνή με την ευλογία του Πνευματικού της, με καλή προετοιμασία και πολλή ευλάβεια. Μερικές φορές έλεγε: «Όταν κοινωνήσης, ύστερα δεν πεινάς». Γι’ αυτό, όταν κοινωνούσε αργούσε πολύ να φάη, γιατί δεν αισθανόταν πείνα.

Κάποια γειτόνισσα της σε μεγάλη ηλικία, έχοντας και εγγόνια, έμεινε έγκυος και ήθελε να κάνη έκτρωση. Πήγε στην Μητροδώρα για να την συμβουλευτή. Μόλις το άκουσε άρχισε να κλαίη και να την παρακαλή να κράτηση το βρέφος. Της έλεγε: «θα πάς να γίνης φόνισσα; Να σκοτώσης το μωρό; Γέννα το και φέρτο να το μεγαλώσω. Μήν το σκοτώσης». Η γυναίκα κατανύχθηκε, το κράτησε και το μωρό έγινε μία χαριτωμένη κοπέλλα. Η Μητροδώρα την κρατούσε και την πρόσεχε μέχρι να πάη σχολείο.

Εμπειρίες χάριτος

Όταν εξωμολογήθηκε και της διάβασε την ευχή ο Πνευματικός, ευωδίασε ολόκληρη. Ήταν η ίδια ένα άγιο λείψανο που ευωδίαζε. Στο σπίτι της τις νύχτες έβλεπε φως. Γέμιζε το δωμάτιο της φως. Όταν την ρωτούσε γνωστός της γι’ αυτές τις υπερφυσικές εμπειρίες της, εκρύπτετο και απαντούσε ότι δεν είναι καλό να τα λέμε αυτά.

Ήταν κάποτε στην Αγία Μονή που είναι σε μεγάλο υψόμετρο, στην αγρυπνία του αγίου Χαραλάμπους. Το κρύο ήταν τσουχτερό και η θερμοκρασία αρκετούς βαθμούς κάτω από το μηδέν. Όλοι κρύωναν, αλλά η Μητροδώρα ήταν ζεστή, τα χέρια της έκαιγαν. «Όταν εκκλησιαστής, ύστερα δεν κρυώνεις», είπε σε αυτόν που την ρώτησε γιατί αυτή δεν κρυώνει.

Στο δωμάτιο που κοιμόταν, στην Ανατολική γωνία είχε το καντηλάκι της, και οι δύο τοίχοι ήταν γεμάτοι με εικόνες Αγίων, τις οποίες αγόραζε από μικρή παρά την αντίδραση της μητέρας της. Για το καντηλάκι της έλεγε ότι το έχει συνέχεια αναμμένο και ότι τα βράδια, όταν τελειώνη το λάδι σαν να την φωνάζη κάποιος «ξύπνα, Μητροδώρα, το καντήλι θα σβήσει», αμέσως ξυπνά και μόλις το προλαβαίνει. Βάζει λάδι και ποτέ δεν σβήνει.

Κάποιος γνωστός της είδε στο σπίτι της ένα αντικείμενο και του άρεσε. Χωρίς καθόλου να εκδηλωθή, αυτή το διαισθάνθηκε και φεύγοντας του το έδωσε ως δώρο με πολύ χαριτωμένο τρόπο.

Στην δυτική πλευρά του σπιτιού της είχε έναν τοίχο ξηρολιθιά που γκρεμίστηκε, και από εκεί έβγαιναν οι κότες της έξω. «Τί να κάνω», έλεγε, «αφού δεν έχω κανένα να μου φτιάξη τον τοίχο. Βάζω τον σταυρό μου και λέω “έλα δύναμίς σου, Θεέ μου και Παναΐα μου” και αρπάζω μία πέτρα μεγάλη και την βάζω στον τοίχο. Την κοιτάω ύστερα και λέω: “Θεέ μου, μα εγώ την έβαλα; Πόση δύναμη μου έδωσες;”». Με αυτό τον τρόπο έβαλε όλες τις πέτρες και έκτισε τον τοίχο, αυτή που ούτε μισό κουβά νερό να σηκώση δεν μπορούσε, γιατί είχε σπασμένο σπόνδυλο. Τα διηγείτο αυτά με πολλή απλότητα και συγκίνηση.

Είχε πολλά δάκρυα και όταν μιλούσε για πνευματικά θέματα έκλαιγε. Συχνά έλεγε ότι η Παναγία μας είναι θαυματουργή. Όταν την ρώτησε έμπιστο της πρόσωπο αν είδε καμμία φορά την Παναγία, χαμογέλασε και δεν απάντησε. Στην επιμονή του είπε, «ναι». Μετά την ξαναρώτησε: «Μία φορά ή πολλές;», και απάντησε, «πολλές».

Δοκιμασίες

Είναι νόμος πνευματικός οι θλίψεις να σφραγίζουν την ζωή των ηγαπημένων υπό του Κυρίου. Φυσικά και η Μητροδώρα δεν μπορεί να αποτελέση εξαίρεση. Ιδίως στα τελευταία χρόνια της πέρασε μεγάλους πειρασμούς. Έτσι ήθελε ο Θεός· να την δοκιμάση για να λάμψη περισσότερο η αρετή της.

Ο πρώτος πειρασμός που για χρόνια την βασάνιζε ήταν τα περιουσιακά. Έξ αιτίας αυτών άργησε να γίνη μοναχή, ενώ το ήθελε από μικρή. Μερικοί διέδιδαν ότι ο παπάς θα κάνει την Μητροδώρα μοναχή και θα φάνε την περιουσία της τα Μοναστήρια. Η καημένη έκλαιγε και δεν ήξερε τι να κάνη.

Την Μητροδώρα, οι απλοί άνθρωποι του χωριού την εκτιμούσαν, γιατί επληροφορούντο εσωτερικά για την ζωή της, και από αφέλεια και απερισκεψία διέδιδαν ότι είναι αγία ή ότι ζή σαν καλόγρια. Ο Θεός, φαίνεται, για να την προστατέψη από τον πόλεμο της υπερηφάνειας, επέτρεψε ενώ πήγαινε στην Εκκλησία και την χτύπησε με τα κέρατα μία κατσίκα της γειτόνισσας και την έρριξε κάτω. Χτύπησε άσχημα και έκανε πολύν καιρό να συνέλθη.

Μετά από αυτό και ενώ δεν είχε γίνει ακόμη καλά, επληρώθη κυριολεκτικά σ’ αυτήν ο ψαλμικός λόγος: «Εδοκίμασας ημάς ο Θεός, επύρωσας ημάς… έθου θλίψεις επί τον νώτον ημών…». Ένα βράδυ, ενώ ήταν αναμμένο το τζάκι, κάθησε κοντά για να ζεστάνη την πλάτη της, και χωρίς να καταλάβη πήρε φωτιά. Χρειάσθηκε να μείνη αρκετό καιρό στο Νοσοκομείο, γιατί το κάψιμο ήταν πολύ, και με τα ρούχα έβγαινε και το δέρμα της. Πονούσε πολύ, αλλά δεν έλεγε τίποτε.

Και η τελευταία δοκιμασία της ήταν ο καρκίνος. Πονούσε και ο γιατρός διέγνωσε καρκίνο στο στομάχι. Ήδη ήταν προχωρημένη η νόσος. Έμεινε στο κρεββάτι, άρχισε να χάνη βάρος και είχε πόνους ανυπόφορους.

Μοναχική κουρά και κοίμηση

Οι γνωστοί της που την έβλεπαν να σβήνη σιγά-σιγά, την προέτρεψαν να πάρη το μοναχικό σχήμα που επιθυμούσε. Ήδη είχαν τακτοποιηθή και τα περιουσιακά και ο δρόμος ήταν ανοιχτός. Δέχτηκε και έγινε η κουρά της στις 8 Οκτωβρίου 2000, παραμονή του αγίου Ανδρόνικου και Αθανασίας, στην Μονή του αγίου Ηρακλειδίου. Οι μοναχές και η Γερόντισσα ήθελαν να την κρατήσουν στο Μοναστήρι για ευλογία εξ αιτίας της αρετής της, αλλά αυτή ζήτησε να πάη στο σπίτι της, στην εγκλείστρα της, όπου αγωνίστηκε όλη την ζωή της, και να ταφή στο κοιμητήρι του χωριού της.

Οι τελευταίες μέρες της ήταν γεμάτες χαρά αλλά και πόνο. Ο πόνος ήταν τόσο μεγάλος που έπνιγε την χαρά. Την τελευταία μέρα κυριολεκτικά σπαρταρούσε από τους πόνους, κουνούσε συνέχεια τα χέρια και τα πόδια της και γύριζε στο κρεββάτι. Της έκαναν Ευχέλαιο, την κοινώνησαν μετά έπαυσαν οι πόνοι και ησύχασε τελείως. Το πρωί της επομένης ημέρας πάλι την κοινώνησαν και ύστερα έγειρε το κεφάλι της ήρεμα και πέταξε η ψυχή της για τον ουρανό στις 2 Νοεμβρίου το έτος 2000, σε ηλικία 71 ετών.

Πριν ακόμη αρρωστήση η Μητροδώρα, ο π. Θεοδόσιος της είχε πει μεταξύ σοβαρού και αστείου, να τον ειδοποίηση, όταν θα πεθάνη. Του το υποσχέθηκε και τήρησε την υπόσχεση της. Την ημέρα που εκοιμήθη είδε όνειρο ο π. Θεοδόσιος ότι ήταν στο σπίτι της με πολύ κόσμο και άκουσε την γιαγιά να φωνάζη:

«Πέστε στον παπά ότι θα πεθάνω». Την ίδια ώρα χτύπησε το τηλέφωνο και τον ειδοποίησαν ότι η γερόντισσα Μητροδώρα μόλις είχε κοιμηθή.

Αιωνία της η μνήμη. Αμήν.

Πηγή: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», σ. 224 – 234, Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, 2012

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

ΤΑ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΑ ΔΩΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΤΙΜΟΥΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 Τα ανεκτίμητα δώρα που προσφέρουν οι Άγγελοι
σε όσους τιμούν το όνομα του Ιησού Χριστού 

Για το ότι, εκείνο τον άνθρωπο, του οποίου η καρδιά μελετά αδιάκοπα την ευχή, τον ευλαβούνται οι θείοι άγγελοι και τον φυλάνε άτρωτο από κάθε αμαρτία, γιατί αγαπήθηκε από τον Θεό, όπως κι αυτός αγάπησε τον Θεό με όλη του την καρδιά. 

Επιμελήσου, όσο μπορείς, να γραφτεί και να τυπωθεί μέσα στην καρδιά σου το χαριτωμένο και παρηγορητικό όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Γιατί με αυτό τον τρόπο θα κάνεις τους αγίους αγγέλους να σε ευλαβούνται και να σε αγαπούν. Διότι, καθώς οι άγγελοι ευλαβούνται και τιμούν το όνομα του Ιησού Χριστού, τιμούν τον τόπο στον οποίο είναι γραμμένο αυτό. 

Έτσι, αφού γράψεις στην καρδιά σου την ευχή, που είναι το όνομα του Χριστού, όχι μόνο θα σε έχουν οι άγγελοι σε ευλάβεια και τιμή αλλά θα σου γίνουν και φίλοι αχώριστοι σε όλη σου τη ζωή. 

Στους δρόμους και στις στράτες θα σε συνοδεύουν αοράτως τη νύχτα θα σε φυλάνε από φόβο νυχτερινό και την ημέρα θα σε σκεπάζουν από βέλους πετομένου ημέρας. Στις υπηρεσίες (ασχολίες, διακονήματα) θα σε βοηθήσουν και θα σε ενδυναμώσουν θαυμάσια. Στις ερωτήσεις θα σε βοηθήσουν να μιλάς συνετά και χωρίς να κομπιάζεις. Στην προσευχή θα στέκονται κι αυτοί μαζί σου συμπροσευχόμενοι, ικετεύοντας πασίχαροι τον Ύψιστο για σένα. Στους κινδύνους θα γίνονται παρηγοριά κι ανέλπιστη σωτηρία.  

Τους αγγέλους δεν τους βλέπεις φανερά αλλά καταλαβαίνεις τη βοήθειά τους αισθητά. Μερικές φορές τους βλέπεις και φανερά ανάλογα με την ψυχική σου δύναμη και την καθαρότητα της καρδιάς σου. 

Χαρά λοιπόν είναι για την ψυχή σου να αποκτήσεις τέτοιους φίλους χαριτωμένους και τέτοιους δυνατούς φύλακες, τους αγγέλους οι οποίοι είναι διορισμένοι από τον Θεό να φυλάνε την ψυχή σου μέχρι να την παρουσιάσουν ενώπιον του Νυμφίου της Ιησού ως νύμφη άμόλυντη και καθαρή. 

Διότι όπως εσύ αγαπητέ απέρριψες κάθε σαρκικό θέλημα και μάταιη φροντίδα και δόθηκες ολοκληρωτικά στη μελέτη της ευχής και στην ενθύμηση του Θεού, έτσι και ο Θεός σε θυμάται πάντα και σε θεωρεί δικό Του άνθρωπο γράφοντας το όνομά σου στο ανεξίτηλο βιβλίο Του. 

Γι’ αυτό χαίρε και ευφραίνου, αγαπητέ, καθώς λέγει ο Κύριος: "Χαίρετε ότι τα ονόματα ημών εγράφη εν τοις ουρανοίς". 

Από το βιβλίο
ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ΕΓΩ ΟΝΟΜΑΖΟΜΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΙ ΕΓΩ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ! ΑΠΑΝΤΗΣΑΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

 «Εγώ ονομάζομαι Τετάρτη και εγώ Παρασκευή!»
απάντησαν οι άγγελοι

Ο μοναχός Γαλακτίων Ιλίε, κοινοβιάτης στη μονή Συχάστρια της Ρουμανίας από το 1918, τηρούσε με ακρίβεια τη νηστεία. Αν δεν τελείωνε τον μοναχικό του κανόνα, δεν έτρωγε τίποτα. Την Τετάρτη και την Παρασκευή νήστευε μέχρι το βράδυ, την ώρα που έβγαιναν τ’ αστέρια. Τότε έκανε τον σταυρό του, ζητούσε συγχώρηση απ’ όλους, έπαιρνε αντίδωρο και ύστερα έτρωγε.  

-Γέροντα, του είπε ο μαθητής του, η μέρα είναι μεγάλη, κι εσύ ηλικιωμένος και αδύνατος. Δεν είναι καλύτερα να τρως το φαγητό σου νωρίτερα; 

-Κάποτε, αποκρίθηκε εκείνος, ένας άγιος είδε να πηγαίνουν κάποιο νεκρό στον τάφο. Μπροστά και πίσω των συνόδευαν δυό ωραίοι άγγελοι.  

«Ποιοί είστε εσείς;» ρώτησε ο άγιος. 

«Εγώ ονομάζομαι Τετάρτη και εγώ Παρασκευή!» απάντησαν οι άγγελοι. «Ήρθαμε εδώ, με εντολή του Κυρίου, να βοηθήσουμε αυτή την ψυχή, γιατί σ’ όλη τη ζωή της νήστευε την Τετάρτη και την Παρασκευή για να τιμήσει τα Πάθη του Κυρίου.»  

Από τότε, συμπλήρωσε ο π. Γαλακτίων, δεν έφαγα ποτέ πια αυτές τις μέρες, για να με βοηθήσουν κι εμένα η Τετάρτη και η Παρασκευή την ώρα του θανάτου μου.  

Απόσπασμα από το βιβλίο :Εμφανίσεις και θαύματα των Αγγέλων", Ι. Μ. Παρακλήτου Ωρωπού'

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ Ή ΕΞΕΛΙΞΗ; ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ!


 Δημιουργία ή εξέλιξη;
Μέσα από την οπτική γωνία των οσίων Γερόντων της εποχής μας 

Μια συμβολή στο τεράστιο ερμηνευτικό πρόβλημα της Γένεσης μέσα από τη βιβλική κειμενική παράδοση και τη χαρισματική οπτική των ηγιασμένων γερόντων Πορφυρίου, Παϊσίου και Ιωσήφ.

Τα βιβλικά κείμενα είναι θεόπνευστα (Β’ Τιμ. γ’ 16) και για τον λόγο αυτόν τα ενέταξε στον Κανόνα της θεολογίας, της λατρείας και της ζωής της η Εκκλησία του Χριστού. Την ίδια ώρα, όμως, είναι πρωτίστως και κατεξοχήν θεολογικά συγγράμματα και όχι επιστημονικές πραγματείες. Πάνω στο σημείο τούτο έχουν δημιουργηθεί τα μύρια όσα προβλήματα και οι παρεξηγήσεις με την επιστήμη πάνω στο επίπεδο μιας άγονης και σκληρότατης αντιπαράθεσης, στην οποία απαντώνται αφενός η ανώριμη και απαράδεκτη αντιεπιστημονική στάση και απαξίωση των αγνωστικιζόντων και αθρήσκων και αφετέρου η άκυρη και άκοσμη απολογητική πολεμική διάθεση των θεολογούντων και των κληρικών. Οι επαμφοτερίζουσες εμμονικές τάσεις, αμφιθυμικές αντιδράσεις και προκαταληπτικές διαθέσεις των μεν εναντίον των δε, στην τελική δεν ωφελούν προς καμία κατεύθυνση, αμαυρώνουν τον διάλογο και σκιάζουν τις ειλικρινείς και έντιμες προθέσεις και προσπάθειες ενίων και τις όποιες δυνατότητες προσέγγισης της αλήθειας των εν λόγω πραγμάτων.

Η ερμηνευτική της Γένεσης, τουλάχιστον για την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και τα κατ’ αυτήν θεολογικά δεδομένα, δύναται να ρίξει άπλετο φως στο θέμα της κοσμολογίας και της ανθρωπολογίας σε συνεργασία - και εξάπαντος άνευ ανταγωνιστικής ή και εχθρικής διαλεκτικής προαιρέσεως – με την επιστημονική κοινότητα και τις συνεχείς κατακτήσεις της. Το παραμένον σε κάθε περίπτωση πλεονέκτημα της αποκαλυπτικής διάστασης σε σχέση με την επιστημονική μεθοδολογία, φιλοσοφία και προπαντός δυνατότητα, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από όλους και να μην παρακάμπτεται μέσα στην περιρρέουσα αγνωστικιστική και εκκοσμικευτική ατμόσφαιρα των καιρών, που εν είδει χειμάρρου παρασύρει σε πλάνες, παρεξηγήσεις και παρερμηνείες ακόμη και εκπροσώπους της θεολογικής πλευράς. Την ίδια ώρα δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε την απαράδεκτη απολογητική νοοτροπία εκπροσώπων (προπαντός) χριστιανικών παρεκκλησιαστικών Οργανώσεων, οι οποίοι κατά μίμησιν της δυτικής αντίστοιχης αντιρρητικής διάτρητης παραδόσεως ήρθαν σε παιγνιώδη αντιπαράθεση με την επιστήμη και την αθεΐα, επιτυγχάνοντας, δυστυχώς, τα ακριβώς αντίθετα και ανεπιθύμητα αποτελέσματα και χορηγώντας στους «αντικειμένους» επιχειρήματα και ευλογοφανή προσχήματα, ώστε να προσβάλλουν βάναυσα τη σχετική «χριστιανική» επιχειρηματολογία και να δυσφημούν με δριμύτητα τη γνήσια εκκλησιαστική παράδοση.

Αφορμή του παρόντος αποτέλεσε ένα αναρτημένο κείμενο στο διαδίκτυο αναφορικά με επί σχετικών θεμάτων τοποθέτηση του γέροντος Παϊσίου. Μια οιαδήποτε μαρτυρία για έναν σύγχρονο άγιο οφείλει βεβαίως να είναι ελεγχόμενη ως προς κάθε πτυχή της. Ανεξάρτητα, λοιπόν, με την αξιοπιστία της πηγής, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε την ουσία των επιχειρημάτων που φέρονται εξερχόμενα δια στόματος του σύγχρονου οσίου και τα οποία δεν φαίνεται να απέχουν από το πνεύμα του πατρός, τουλάχιστον για όσους τον γνώρισαν κάπως περισσότερο είτε δια ζώσης είτε δια των γραφομένων του.

Ο π. Παΐσιος φαίνεται να συνδυάζει ένα χωρίο από τον Ιώβ (λη’ 14) με αντίστοιχα χωρία από τη Γένεση (α’ 20-26, β’ 7), στα οποία ο προσεκτικός αναγνώστης εντοπίζει ουσιαστική διαφορά στον τρόπο της κτίσεως του ανθρώπου και των λοιπών όντων. Πράγματι, στην περίπτωση του ανθρώπου η ποίησις (ποιήσωμεν) συνδυάζεται μονάχα με την πλάσιν, κάτι που δεν ισχύει για τα φυτά, τα άλογα ζώα και τα πτηνά. Στην περίπτωση των τελευταίων δίνεται η εντολή από τον Θεό τής «εξαγωγής» τους από τη «γη» ή από τα «ύδατα», κάτι που δεν καταγράφεται για τον άνθρωπο. Η θεία προσταγή για την άλογη κτίση δικαιολογεί τον τρόπο της εξέλιξης και με την πρόθεση ἐκ (βλ. Γεν. β’ 9) – η διαφοροποίηση ως προς τον άνθρωπο σημαίνεται μάλλον με την πρόθεση ἀπό λίγο παραπάνω (β’ 7). Αυτό δεν το αρνείται, εξάλλου, ούτε η ίδια η Πατερική παράδοση, όπως για παράδειγμα ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης που μίλησε για την σπερματική «προκαταβολή» της ουσίας των όντων στην αρχή της δημιουργίας, χάρη στην οποία προήχθησαν εξελικτικά και σταδιακά στο είναι. Η ίδια, επίσης, η διήγηση της Γενέσεως με την εξελικτικής διαστάσεως πρόοδο των έξι πρώτων «ημερών» και η σύγχρονη Βιολογία και Γεωλογία συμφωνούν πάνω στη φυσική τάξη και πορεία του εξελικτικού τούτου χαρακτήρος της δημιουργίας του κόσμου.

Ας δούμε, όμως, κάποιες «ειδοποιούς» διαφορές, έστω και αν δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά, αλλά αμυδρώς ενυπάρχουν στο βιβλικό κείμενο και σηματοδοτούν την ετερουσιότητα των άλογων και των έλλογων όντων, καθώς και τη συνακόλουθη ετερότητα στον τρόπο της κτίσης τους. Η πρώτη, καθώς είδαμε, είναι η «δημιουργική εντολή» στην περίπτωση των αλόγων, των φυτικών και λοιπών όντων, όχι όμως και στον άνθρωπο, για τον οποίο υπάρχει ιδιαίτερη δημιουργική θεία απόφαση (ποιήσωμεν). Δεύτερον, στα φυτά, στα ζώα και στα πτηνά ακολουθεί και τονίζεται με χαρακτηριστικές επαναλήψεις, ειδικότερα στο πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως, η φράση «κατά γένος». Η θεία πρόγνωση εν προκειμένω προφανέστατα προλαμβάνει τις αθεϊστικού χαρακτήρος θεωρητικές υποθέσεις περί της εξελικτικής μετάβασης από είδος σε είδος (π.χ. από πίθηκο σε άνθρωπο), υπογραμμίζοντας την ετερότητα και το ασύγχυτον των ειδών – παρομοίως φαίνεται να ενεργεί και στην υπογράμμιση της διττής διάκρισης των φύλων (Γεν. α’ 27). Το αξιοπρόσεχτο εδώ είναι ότι, ενώ η φράση «κατά γένος» ακολουθεί αμέσως μετά το όνομα τής καθεμιάς κατηγορίας ζώων, στον άνθρωπο έπεται αμέσως και με την ίδια πρόθεση (κατά) η φοβερή διατύπωση «κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Πρόκειται, ως διαφαίνεται, για ένα ξέχωρο «γένος», το οποίο ανάγεται και αναφέρεται άμεσα στον ίδιο τον Θεό (Πρ. ιζ’ 28), οπότε δεν μπορεί να τεθεί στο ίδιο οντολογικό επίπεδο με τα λοιπά γένη των ζώντων οργανισμών, χωρίς, ωστόσο, να αποτελεί και κάτι ολότελα ξένο προς αυτά (δηλούμενο δια της σχετικής ορολογίας, όπως πηλός, γη, χους, ζώον). Τρίτον, ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα «χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς». Στο κείμενο της Γένεσης, αμέσως μετά τη δημιουργία του χοϊκού σκεύους (σώματος), αναφέρεται η χορήγηση της πνοής ζωής στο πρόσωπον αυτού (Γεν. β’ 7), ενώ στο χωρίο του Ιώβ το «λαλητόν», όπου έχουμε σαφή υποδήλωση της ύπαρξης λογικής ψυχής στον Αδάμ, κάτι που δεν υφίσταται ούτε για τα ανώτερα θηλαστικά.

Αν θα θέλαμε να δούμε ένα τέταρτο στοιχείο, θα το βρίσκαμε στην πλάση του προπάτορος ως «χοῦ ἀπὸ τῆς γῆς» (Γεν. β’ 7). Το ίδιο έχουμε και στο προαναφερθέν χωρίο από τον Ιώβ (λαβὼν γῆν πηλόν), στα οποία φαίνεται ξεκάθαρα ότι ελήφθη «πηλός» (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και κατεσκευάσθη το σώμα και το ζωικό ή «κτηνώδες» στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασης. Στην ευαγγελική περικοπή με τον εκ γενετής τυφλό βλέπουμε τον Χριστό να χρίει με πηλό τις άδειες κόγχες των οφθαλμών εκείνου και να τον μεταποιεί σε βολβούς (Ιω. θ’ 6-7). Η αναλογία και η υποδήλωση προφανής. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του πρώτου ανθρώπου στην Εδέμ. Αυτός, πάλι με έκτακτο τρόπο (συγκριτικά πάντοτε με τους νόμους της περιρρέουσας εξελικτικής γενέσεως των ορατών και υλικών όντων), από την πλευρά του Αδάμ έφτιαξε έναν δεύτερο άνθρωπο, την Εύα (Γεν. β’ 21-22). Αν συνυπολογίσουμε και το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων (Ματθ. ιδ’ 13-21), τότε τίποτε δεν μας εμποδίζει να αμφισβητήσουμε και να απορρίψουμε τη θεία απερινόητη βούληση για μια θαυματουργικά άμεση (υλο)ποίηση του Αδάμ, σε αντιδιαστολή με τη «φυσικότερη» εξελικτική δημιουργία των λοιπών οργανισμών. Οι φράσεις «ἀνεπλήρωσε σάρκα ἀντ᾿ αὐτῆς» και «ᾠκοδόμησεν ὁ Θεὸς τὴν πλευράν, ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ ᾿Αδάμ, εἰς γυναῖκα» ίσως είναι ενδεικτικές και παραπεμπτικές του τρόπου της δημιουργίας και του πρώτου ανδρός, θέτοντας όπου «πλευρά» τη λέξη «πηλός».

Οι ενστάσεις του τύπου για ποιον λόγο να προτιμήσει τον τρόπο αυτόν ο Θεός, ενώ ήδη, ευθύς εξαρχής και σε αμέτρητο βάθος αιώνων οδηγούσε την εξέλιξη και θα μπορούσε σύμφωνα με αυτήν να ενεργήσει και ως προς τον Αδάμ, δεν είναι κάτι που έχει δικαίωμα ή τη δύναμη να συλλάβει και να απαντήσει η ανθρώπινη μικρότητα και ατέλεια (Ρωμ. ια’ 33-34). Τα κείμενα πάντως σημαίνουν κάποια έκτακτη και άμεση πλάση, στην οποία δεν υπάρχει, βέβαια, ουδείς λόγος να υποθέτουμε ή να φανταζόμαστε οιανδήποτε «κούκλα», που άρχισε να «δερματώνεται» και να «νευρώνεται». Ο τρόπος της κτίσης του υλικού (σωματοψυχικού) στοιχείου της ανθρώπινης φύσης θα συνιστά πάντοτε ένα μυστήριο κρυμμένο στα βάθη της θεότητος, στο οποίο μας εισάγει με αμυδρό τρόπο η «μυθική» (τουτέστιν εικονική και συμβολική) γλώσσα της Βίβλου.

Το έκτακτο και πρωτοφανές της πλάσης του Αδάμ δεν μπορεί, ως είδαμε, να αποκλειστεί και εκ της ακολουθούσης θαυμαστής δημιουργίας της Εύας δι’ αναπλάσεως τμήματος του σώματός του, γεγονός που παραπέμπει στη σημερινή μέθοδο της κλωνοποίησης! Στο σημείο τούτο θα είχαμε τη δυνατότητα να αναφερθούμε σε μια παραλλαγή αυτής της πίστης στην άμεση και ιδιαίτερη δημιουργία του ανθρώπου. Θα μπορούσε, δηλαδή, κάποιος να ισχυρισθεί ότι δεν θα ήταν απίθανο ή βλάσφημο να υποστηρίξουμε μία «κατά γένος» μοναδική εξέλιξη του ανθρώπου ως ξέχωρου είδους κατά τον τρόπο των λοιπών εμβίων όντων. Ίσως αυτή η θεώρηση - υπόθεση δεν θα ήταν τόσο ενοχλητική ή αστοχούσα, αν δεν προέκυπταν εξ αυτής πλείστα όσα άλλα προβληματικά ζητήματα. Για παράδειγμα, ποιον (συγκεκριμένο;) «ανθρωπίδα» επέλεξε ο Θεός να καταστήσει άνθρωπο (εμφυσώντας του λογική ψυχή), χωρίς να αναφέρεται πουθενά η ταυτόχρονη ύπαρξη άλλων ομοειδών «ζώων» (ο Αδάμ ήταν μόνος [Γεν. β’ 18,20]);Γιατί ο δεύτερος άνθρωπος να φτιαχτεί με ύπνωση του πρώτου και όχι με τον ίδιο τρόπο με εκείνον; Πώς εμφανίζονται ο Αδάμ και η Εύα κάτοχοι τοσούτον προχωρημένης λογικής και (δια)λεκτικής ικανότητος (δεν προϋποτίθεται κάποια ισχυρότατη εξέλιξη προς τούτο, γεγονός που δεν υποστηρίζεται με τίποτε στα προϊστορικά δεδομένα;), ως και θεοπτικής δυνατότητος και εμπειρίας; Αυτά και πολλά έτερα συναφή προσκόμματα προβάλλουν αμείλικτα, απτόμενα, θα λέγαμε, και της ίδιας της ιστορικής υπόστασης των προπατόρων.

Το κείμενο και η παράδοση της Εκκλησίας συνηγορούν εν γένει στο έκτακτο και διαφορότροπο της πλάσης του πρωτανθρώπου. Αλλά και την ως άνω υπόθεση (της κατά γένος μοναδικής ανθρώπινης εξέλιξης) αν δεχόμασταν θεωρητικώς κάποια στιγμή αποδειχθείσα δια της μελλούσης προόδου των επιστημών, δεν μπορούμε παρά να επανέλθουμε αναπόφευκτα στο ζήτημα της εξελικτικής προόδου από είδος σε είδος (δαρβινική θεωρία) και στον υπερτονισμό τού «κατά γένος» των όντων στο βιβλίο της Γένεσης. Εδώ έρχεται να μας συνδράμει υπερβατικώ τω τρόπω ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Ο γράφων προ ενός έτους έγινε αποδέκτης μιας άγνωστης μέχρι τώρα μαρτυρίας αναφορικά με το καυτό τούτο ζήτημα. Παλαιότερος συνάδελφος βιολόγος, που είχε γνωρίσει εν ζωή τον νεοφανή Άγιο, και ενώ αποχωρούσε από το κελάκι του γέροντος, αφού τον ρώτησε προηγουμένως προσωπικά του ζητήματα, τον σταμάτησε στην πόρτα η φωνή του αγιορείτη: «τι λες για τη θεωρία της εξέλιξης»; Σημειωτέον ότι ο εκπαιδευτικός είχε κατά νου να θέσει το ζήτημα στον όσιο, αλλά στην πορεία της συζήτησής τους το είχε λησμονήσει. Η χαρισματική, εντούτοις, κεραία του αγίου δεν το άφησε αναπάντητο. Η τοποθέτηση του οσίου έγινε με μια ρητορική ερώτηση: «πες τους αν μπορούν να ζευγαρώσουν έναν αρσενικό πίθηκο με μια γυναίκα ή έναν άνδρα με έναν θηλυκό πίθηκο». Το προφανές συμπέρασμα στο οποίο ήθελε ο πολυχαρισματούχος πατήρ να καταλήξει ήταν πως είναι αδύνατη η μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο. Η δημιουργία των όντων «κατά γένη» συνηγορεί εν προκειμένω και επαυξάνει τη συγκεκριμένη βιβλική θεώρηση του πράγματος.

Το πρώτο πρόβλημα που δημιουργείται εξάπαντος στην επιστημονική παρατήρηση, αλλά και σε όλους μας, είναι ότι βλέπουμε στον άνθρωπο στοιχεία εξέλιξης μετά την πτώση. Το πιο βασικό, όμως, είναι ότι το μυστήριο της πρώτης μας δημιουργίας απεκρύβη στην πληρότητά του από τον Θεό και λόγω της θόλωσης μέχρι τυφλώσεως των πνευματικών μας οφθαλμών εξαιτίας της εμφάνισης της αμαρτίας, αλλά και χάρη στην ανεξιχνίαστη πρόνοια του Θεού, ο οποίος, περιφρουρώντας την ανθρώπινη ελευθερία, αποκαλύπτει στο πλάσμα του μονάχα όσα Εκείνος κρίνει και βούλεται, χωρίς να εκβιάζει στην πίστη την προαίρεση εκάστου λογικού δημιουργήματος. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει και μια ακόμη ουσιαστική παράμετρος. Πόσο, δηλαδή, είναι εφικτό - ακόμη και σήμερα, με την αλματώδη πρόοδο των πάσης φύσεως γνώσεων και της τεχνολογίας - να περιγραφεί ικανοποιητικώς η κατασκευή του πρώτου ανθρωπίνου όντος; Αν, μάλιστα, συνυπολογίσουμε εν προκειμένω και τη χαμηλότατη μορφωτική και επιστημονική στάθμη της εποχής κατά την οποία συντάχθηκαν τα βιβλικά κείμενα, τότε προσωπικά δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο δεν ήθελε ή δεν ήταν κατορθωτό στον σχεδιασμό της θείας οικονομίας να παραδώσει με πιο εύστοχο τρόπο τα αρχέγονα και υπερφυή εκείνα γεγονότα, όσον αφορά ακόμα και το επίπεδο της σωματικής διάστασης της ανθρώπινης ολότητος - πόσω δε μάλλον επί της ψυχικής και πνευματικής αντίστοιχης!

Σε γενικές γραμμές θα είχαμε να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι μονάχα η δημιουργία του ανθρώπου ακατάληπτη και μυστηριώδης, αλλά ακόμη και η εξελικτική διαδικασία της γενέσεως των υπολοίπων ειδών ενέχει ανερμήνευτα στοιχεία, όπως για παράδειγμα, σύμφωνα και με την εύστοχη παρατήρηση φίλου φυσικού, τα «άλματα» από την άβια στην έμβια ύλη και η ομόλογη μετάβαση στη νοημοσύνη, τα οποία ευκολότερα οδηγούν στην πίστη σε μια έκτακτη θεία παρέμβαση παρά σε φυσικές λειτουργίες εντός του σύμπαντος. Έτσι, φαίνεται πως δεν υπάρχει καταλληλότερη γλώσσα περιγραφής των εν λόγω βιβλικών γεγονότων από την επιλεγείσα «μυθική». Σε τελική ανάλυση, αυτό που πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου είναι πως πρόκειται κατά βάση για θεολογικά κείμενα, των οποίων η πεμπτουσία εστιάζεται στη διάκριση κτίσης και Κτίστου και στην προβολή της μεταξύ τους σχέσης.

Εκείνο που δυνάμεθα (τόσο εξ αυτών τούτων των πραγμάτων, όσο και δια των επιστημονικών μεθόδων και οργάνων) να παρατηρήσουμε μετά την έξοδο από τον πρώτο Παράδεισο είναι οι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, οι οποίες εντοπίζονται και στους νόμους της εξέλιξης, στη φθορά και στον θάνατο. Θα λέγαμε πως οι «δερμάτινοι χιτώνες» (Γεν. γ’ 21) τους οποίους περιεβλήθησαν οι πρωτόπλαστοι σηματοδοτούν και την είσοδο, μάλλον την πτώση – παράδοση της φύσης μας στους νόμους της κτιστότητάς της, υπεράνω των οποίων και των συνεπειών τους ίστατο μέχρι την ώρα εκείνη εξαιτίας των νόμων της Χάριτος, εν ενεργεία όντας εν τη Εδέμ. Μαρτυρείται, άλλως, η έκπτωση από το αρχέγονο κάλλος, η απώλεια της στολής της αφθαρσίας (της Χάρης του Θεού, της αγιότητος) και η παραχώρηση στη φύση μας των άφευκτων συνεπειών της κτιστότητος - οι οποίες λειτουργούν αναποδράστως, αν και εφόσον δεν παρεμβληθεί ο υπερβατικός παράγων της άκτιστης θείας ενέργειας – τις οποίες υφίστατο ήδη, σύμφωνα με κάποιους Πατέρες, η λοιπή άλογη κτίση, συρόμενη άκουσα και βιαίως σε αυτήν την τραγική κατάσταση και άνευ δικής της υπαιτιότητας, λόγω της ανθρώπινης αμαρτωλότητος (Ρωμ. η’ 20-22).

Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, βλέπουμε να λειτουργούν μετά την πτώση οι νόμοι της εξέλιξης εντός του ανθρώπινου γένους (σταδιακή απώλεια κοσμολογικής και θεολογικής γνώσεως, διαστροφή φυσικών χαρακτηριστικών, ανταγωνισμός των φύλων, διαφοροποίηση σε φυλές, ασθένειες, γήρανση, θάνατος). Είναι πλούσια η γκάμα των Πατερικών ερμηνειών επί του εν λόγω ζητήματος. Πιθανότατα, αν δεν συνέβαινε η πτώση του Αδάμ, δεν θα ατενίζαμε τελούντα εν ενεργεία πολλά πράγματα και καταστάσεις από όσες μας φαίνονται σήμερα εντελώς φυσικές (για παράδειγμα η νυν λειτουργία των φύλων και οι ασθένειες). Το θέμα, ωστόσο, δεν έγκειται σε αυτό το επίπεδο ούτε για τον Θεό ούτε για τον άνθρωπο. Βρίσκεται εξάπαντος στην ανάκτηση της απολεσθείσης Χάριτος δια της μετανοίας και των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Η ικανοποίηση της ανθρώπινης περιέργειας και των ψιλών γνωστικών επιθυμιών της φύσης μας δεν είναι σε καμιά περίπτωση το ζητούμενο για εμάς, όσο η οντολογική γνώση του Θεού δια της κοινωνίας μαζί Του. Μετά την πλήρωση αυτής της παραμέτρου δίδεται άνωθεν και πάσα η κοσμολογική και ανθρωπολογική γνώση, όπως το παρατηρούμε στην περίπτωση ουκ ολίγων Αγίων.

Σήμερα η Βιολογία εντοπίζει τεράστιες ομοιότητες στο
DNAτου ανθρώπου με αυτό των ζώων Η επιστήμη (και δη η άθρησκη εκπροσώπησή της) διακηρύσσει τοιουτοτρόπως πανηγυρικά την προκαταληπτικής και μονομερούς διάστασης φυσιοκρατική – ίσον ειδωλολατρική – θέασή της στην κοσμολογική ερμηνεία του σύμπαντος. Ο χριστιανός, αντίθετα, διορά εν προκειμένω το άπειρο, ακατάληπτο και υπερθαύμαστο σχέδιο του Κυρίου, ο οποίος μέσα στην ομοουσιότητα του κτιστού είναι ξεχώρισε ένα ον, τον άνθρωπο, και τον συνέδεσε με την αόρατη και πνευματική δημιουργία του (τους αγγέλους), πάνω από όλα όμως και, όπερ το ύψιστον, με τον ίδιο τον Εαυτό του (κατ’ εικόνα). Ο χους εξάπαντος περιέχει στοιχεία που μεταποιημένα συνέστησαν το ανθρώπινο γονιδίωμα, ως και το αντίστοιχο των υπόλοιπων ζώων. Ο παντοδύναμος Θεός των άπειρων γαλαξιών πάντη φυσικά (ως προς τον ίδιο), άνετα και αβίαστα ενήργησε εκτάκτως την ποίηση του Αδάμ, του ιερέως, της κορωνίδος, της σύνοψης της ορατής και αοράτου κτίσεώς Του. Γιατί, άραγε, να μη συνέβη το αντίστροφο και ο υπόλοιπος κόσμος να εποιήθη καθ’ ομοίωσιν του Αδάμ, του τελειότερου κτίσματος του Θεού, μιλώντας εν προκειμένω με κάποια θεολογική ελευθεριότητα; Η ομοιότητα, μάλιστα, τούτη εντείνεται όσο προχωράμε προς τα ανώτερα θηλαστικά, δηλαδή ολίγον προ της κτίσεως του ανθρώπου. Εμείς, αντιθέτως, βλέπουμε αντεστραμμένα (μάλλον διεστραμμένα) τα πράγματα, με τις διόπτρες της αθεΐας και του στυγνού επιστημονισμού, υποβιβάζοντας τον θεοειδή Αδάμ σε μία εξ αλόγων και κατωτέρων κτηνών υποθετική προέλευσή του.

Ο Αδάμ ήταν ένα σχεδόν τέλειο (: δεν είχε τελειωθεί εν Χριστώ ακόμη) δημιούργημα, ποιηθέν κατ’ εικόνα Θεού. Αυτό σημαίνεται ή υποδηλώνεται εντός του κειμένου με την αναφορά στην υπ’ αυτού χρήση ενδιάθετου και προφορικού λόγου, στη δυνατότητά του να συνομιλεί με τον ίδιο τον Θεό και στη ρητή αποκάλυψη της βαθύτερης τελολογίας τού είναι του, στο καθ’ ομοίωσιν της Τριάδος. Αυτά όλα προϋποθέτουν ύψιστο βαθμό ανάπτυξης και κατ’ ουσίαν ποιότητος, τα οποία δεν φαίνονται εξηγούμενα επαρκώς παρά μονάχα με τον τρόπο μιας ετερότροπης δημιουργίας του εκ Θεού. Πιθανότατα η ομοιότητα με το πρωτότυπό του - τον εκ του μέλλοντος ερχόμενο σαρκωθέντα Λόγο, τον Έσχατο Αδάμ (Α’ Κορ. ιε’ 45) – επεκτεινόταν και στο σωματικό είδος, στην εξωτερική μορφή. Η εξέλιξη την οποία επεδέχετο ο Αδάμ, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Κυρίου, θα ήταν, κατεξοχήν και πάνω από οτιδήποτε άλλο, πνευματικής φύσεως. Πρόκειται περί της θεουργικής ενχρίστωσής του (Γεν. α’ 26),εφόσον αυτοπροαίρετα θα αγωνιζόταν αγιοπνευματικά στην τήρηση της θείας εντολής (Γεν. γ’ 2-3). Η συνέχεια είναι γνωστή. Η πτώση από τη θεία ζωή τον οδήγησε σε πολυεπίπεδη κατάπτωση, στην υπαγωγή του στους νόμους της φυσικής εξελικτικής διαδικασίας και των λοιπών όντων, στον μοιραίο κύκλο της υποταγής στην ενδοκτισιακή ανάγκη άχρι θανάτου και στην επιβάρυνση του γονιδιώματός του με τα στίγματα της αμαρτίας, τους τύπους της αρνητικής ψυχοσωματικής κληρονομικότητος και την πολυδιάστατη κατ’ αυτού εχθρότητα του φυσικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος. Την αναστολή της θανατηφόρας τούτης διαδικασίας αναστέλλει η Σάρκωση του Λόγου με τη δωρεά της Χάρης των Μυστηρίων και του αγώνα της μετανοίας και την ολοκληρώνει το σχέδιο της Τριαδικής Οικονομίας δια της αναπλάσεως της ημετέρας πεπτωκυίας φύσεως κατά την κοινή εξανάσταση των νεκρών και της προσδοκώμενης ανακαίνισης του σύμπαντος άμα τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.

Οι φυσιοκρατικές ερμηνείες (τύπου δαρβινικής), αλλά και έτερες απομυθευτικές με πάτρωνες ενίους βιβλικούς και άλλους θεολόγους (καταγωγή της ιστορίας και της θεολογίας της Δημιουργίας στο επίπεδο του απλού μύθου και του ψιλού συμβολισμού), όπως και πάσα αιρετική θεωρία, αποτελούν προφανώς καρπό στείρας λογοκρατικής και δαιμονικής προέλευσης και εισήγησης. Σώζεται ένα παεριστατικό με τον όσιο γέροντα Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη, που αισθάνθηκε δυσωδία (σημείο εκ Θεού) εξερχόμενη από συνομιλητή του θεολόγο, ο οποίος πίστευε στις πλανεμένες αυτές περί εξελίξεως θεωρίες.Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απάντηση του ηγιασμένου πατρός, η οποία καταδεικνύει πως το προκείμενο ερμηνευτικό πρόβλημα εστιάζεται κατεξοχήν στην έλλειψη των ορθοδόξων προϋποθέσεων, των τόσο υπονομευμένων και ελλειπουσών στις μέρες μας: «Καλά, όταν εκθέτης μια θεωρία, μια αντίληψι, γιατί δεν παίρνεις ορθοδόξους θεολόγους, αγίους Πατέρας, αλλά παίρνεις από τους άλλους, τους ξένους, τους Προτεστάντες, τους Εβραίους, τους Μασώνους…, αυτοί δεν είναι χριστιανοί! Γιατί δεν παίρνεις τους αγίους Πατέρας; Τότε κατοχυρώνεται μια θεωρία ή μία άποψις όταν βεβαιώνεται είτε από την Αγία Γραφή είτε από τους αγίους θεοφόρους Πατέρας» (η υπογράμμιση δική μας).

Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την εξέλιξη ούτε κοντράρεται με την επιστημονική κοινότητα. Άλλωστε, και νόημα δεν έχει τούτο (ανυπόστατο γαρ εκ της απλής ακόμη παρατήρησης), αλλά και την ίδια την επιστήμη ο Θεός την εποίησε και την ευλόγησε μέσα στο κατ’ εικόνα της δημιουργίας μας. Αυτό που κάνει η εκκλησιαστική Παράδοση είναι αφενός να συνεισφέρει χαρισματικά στη διαδικασία της ερμηνείας του κόσμου και αφετέρου να την τελειώνει στο εσχατολογικό και ευχαριστιακό γεγονός της θέωσης εν Χριστώ και Πνεύματι. Το πιο σημαντικό, εξάλλου, το οποίο δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε είναι ότι η δημιουργία είναι μια διηνεκής διαδικασία που ολοκληρώνεται – ει και ατέλεστος κατ’ ουσίαν και αέναος - στη Βασιλεία του Θεού και έχει εσχατολογική πηγή και προορισμό, ανατρέποντας τις ψυχολογικές μας και λοιπές αντιληπτικές προσλαμβάνουσες και δυνατότητες για τον χρόνο, τον τρόπο, τον τόπο και την αιτία του οντολογικού μέγιστου προορισμού της υπάρξεώς μας, δηλαδή της θεώσεως. Με λίγα λόγια, το πρωτεύον δεν είναι – ακόμη ούτε στην αρχική δημιουργία – η πλάσις, αλλά η ανάπλασις εν Χριστώ της ανθρώπινης ενυπόστατης φύσεως, δηλαδή η πλήρης και αιώνια κοινωνία με την υπερούσιο και άκτιστη Τριαδική Θεότητα.

Ο Θεός Πατήρ έπλασε τον χοϊκό (ψυχοσωματικό) άνθρωπο με τα δυο χέρια Του, τον Υιό και το Πανάγιο Πνεύμα. Και τον στόλισε άμεσα με ένα ακόμη, το πλέον σημαντικό, υπαρκτικό ένδυμα: την άκτιστη θεοποιό Χάρη Του (πνοή ζωῆς). Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό: «Ἅμα δὲ τὸ σῶμα καὶἡ ψυχὴ πέπλασται, οὐ τὸ μὲν πρότερον, τὸ δὲὕστερον».Ο θεολόγος πατήρ συνεχίζει με τις φυσικές καταβολές της αρχικής μας πλάσης: άκακος, ενάρετος, άλυπος, μικτός προσκυνητής, επόπτης και μύστης ορατής και νοουμένης κτίσεως και πολλά άλλα ακόμη. Η Εκκλησία, επίσης, ψάλλει: «Γῆθέν μου τό σῶμα διέπλασας, δέδωκάς δέ μοι ψυχήν τῇ θείᾳ σου καί ζωοποιῷἐμπνεύσει». Ρίχνοντας μια ματιά στην ορθόδοξη εικονογραφία και δη στην παράσταση της Αναστάσεως, θωρούμε τον Αδάμ και την Εύα ως ιστορικά πρόσωπα και όχι σαν συμβολικές παραστάσεις. Οι Προπάτορές μας τούτοι ενετάχθησαν στο εκκλησιαστικό Αγιολόγιο και εορτάζονται κάθε χρόνο από τα πλήθη των Ορθοδόξων πιστών μέσα στον μήνα Δεκέμβριο. Με όλα, επομένως, τα παραπάνω και, προπαντός, με τις ορθόδοξες θεολογικές προϋποθέσεις – με αυτές προσπαθήσαμε εν προκειμένω να προσεγγίσουμε τόσο δύσκολα και όχι ακίνδυνα ζητήματα, χωρίς εξάπαντος να διεκδικούμε δάφνες θεοπνευστίας και αλαθήτου, εν γνώσει μας δε των ποικίλων ενστάσεων που θα εγερθούν - μπορούμε να εγκύψουμε εκ νέου στο μυστήριο της πρώτης δημιουργίας του Ανθρώπου και, ψηλαφώντες ακροθιγώς, με φόβο, τρόμο και άκρα ταπείνωση και ευλάβεια, τα ελάχιστα παραδοθέντα σε μας ίχνη του, να αναφωνήσουμε και πάλι και πάντα και στους αιώνες δοξολογικώς μαζί με τον προφητάνακτα Δαυίδ: «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳἐποίησας»!