ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Κυριακή Γ’ Ματθαίου: Ερμηνεία ευαγγελικής περικοπής 

(Ματθ. 6, 22-33)
Eπιλεγμένα αποσπάσματα από τον υπομνηματισμό του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου (ομιλίες Κ΄ και ΚΑ’ από το υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο) 

Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 6, 22-23

«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; (: Ο λύχνος, που φωτίζει και εξυπηρετεί το σώμα, είναι το μάτι [λύχνος που φωτίζει την ψυχή είναι ο νους, το λογικό που σας έχει δώσει ο Θεός]. Εάν λοιπόν το μάτι είναι γερό και καθαρό, όλο το σώμα θα φωτίζεται, θα είναι φωτεινό [έτσι θα φωτίζεται και η ψυχή σου, εάν ο νους και η καρδιά σου δεν έχουν τυφλωθεί από την προσκόλληση στους επίγειους θησαυρούς]. Εάν όμως το μάτι σου είναι κατεστραμμένο και ανίκανο να δει το φως, όλο το σώμα σου θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν λοιπόν το φως, που σου έδωσε ο Θεός [ο νους δηλαδή και η συνείδηση, εξαιτίας της προσκολλήσεως στα υλικά αγαθά] είναι σκοτάδι, τότε το ηθικό σκοτάδι της ψυχής σου πόσο πυκνό και αδιαπέραστο θα είναι;)» [Ματθ. 6, 22-23] [ερμην. απόδοση Ιω. Κολιτσάρα].

Επειδή προηγουμένως είχε αναφέρει τον νου και είπε γι’ αυτόν ότι γίνεται ολότελα υπόδουλος και αιχμάλωτος, αλλά αυτό δεν ήταν εύκολα κατανοητό από τους πολλούς ανθρώπους, γι’ αυτό στρέφει τη διδασκαλία προς τα εξωτερικά και τα πράγματα που βρίσκονται που είναι περισσότερο αντιληπτά με τις αισθήσεις μας και τα καθημερινά μας βιώματα, ώστε διαμέσου αυτών να κατανοήσουν και τα πνευματικά θέματα. «Εάν λοιπόν, δεν αντιλήφθηκες», λέγει, «τι είναι τέλος πάντων η βλάβη του νου, να το καταλάβεις από τα υλικά πράγματα, διότι ό, τι είναι ο οφθαλμός για το σώμα, αυτό είναι ο νους για την ψυχή».

Όπως λοιπόν δε θα προτιμούσες να στολίζεσαι με χρυσά κοσμήματα και να φορείς μεταξωτά ενδύματα, όμως τα μάτια σου να έχουν χάσει την όρασή τους, αλλά θεωρείς την υγεία αυτών πιο ποθητή από την αφθονία όλων αυτών των αγαθών (διότι εάν χάσεις και καταστρέψεις την όρασή σου, δεν έχεις πλέον καμία ωφέλεια από την υπόλοιπη ζωή σου. Όπως δηλαδή όταν τυφλωθούν τα μάτια σου, χάνουν ως επί το πλείστον την ενεργητικότητά τους και τα υπόλοιπα μέλη του σώματος, αφού θα σβήσει γι’ αυτά το φως, έτσι και όταν διαφθαρεί η διάνοιά σου, θα γεμίσει η ζωή σου από αμέτρητα κακά). Συνεπώς, όπως στη φροντίδα του σώματος, αυτό θέτουμε ως προτεραιότητα και αυτό κυρίως προσέχουμε, το να είναι υγιή τα μάτια μας, έτσι και στην φροντίδα της ψυχής πρέπει ως προτεραιότητα να θέτουμε να διατηρείται ο νους υγιής.

Εάν όμως τυφλώσουμε αυτόν, ο οποίος οφείλει να δίνει φως και στα άλλα μέλη του σώματος, τότε πώς θα βλέπουμε πλέον; Όπως εκείνος, που στέρεψε την πηγή, ξήρανε και τον ποταμό, κατά όμοιο τρόπο και εκείνος που αφάνισε τον νου του, έριξε στο σκοτάδι κάθε πράξη της επίγειας ζωής του. Γι’ αυτό ο Κύριος λέγει: «εάν το εσωτερικό σου φως είναι σκοτάδι, σε πόσο μεγάλο σκοτάδι θα βυθιστείς;». Πραγματικά όταν ο κυβερνήτης του πλοίου πνιγεί, όταν ο λύχνος σβήσει και όταν ο αρχηγός αιχμαλωτιστεί, τότε ποια ελπίδα θα έχουν οι υπήκοοι;

Για τον λόγο αυτόν, λοιπόν, αφού παρέλειψε να αναφέρει τώρα τους κινδύνους, τις διαμάχες και τις δίκες, οι οποίες προκαλούνται εξαιτίας του πλούτου (τις είχε υπονοήσει, βέβαια, αυτές και παραπάνω, όταν είπε: «Ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτη, καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ (: συμβιβάσου και συμφιλιώσου γρήγορα με τον αντίδικό σου, εφόσον βρίσκεσαι μαζί του στον δρόμο, που οδηγεί στο δικαστήριο. Πρόλαβε μήπως σε παραδώσει ο αντίδικος στον δικαστή και ο δικαστής σε παραδώσει ως ένοχο στον εκτελεστή των ποινών και ριφθείς έτσι στη φυλακή)» [Ματθ. 5, 25], με το να αναφέρει τώρα τα χειρότερα από όλα, που συμβαίνουν, απομακρύνει με τον τρόπο αυτόν από την πονηρή επιθυμία. Πραγματικά, είναι πολύ χειρότερο το να υποδουλωθεί ο νους στο πάθος αυτό, παρά να κλειστεί στη φυλακή. Και το τελευταίο δε συμβαίνει οπωσδήποτε, ενώ το πρώτο είναι συνδεδεμένο με την επιθυμία των χρημάτων. Γι’ αυτό και θέτει την υποδούλωση του νου, επειδή είναι βαρύτερο κακό, μετά τη φυλάκιση, που οπωσδήποτε βέβαια συμβαίνει. «Διότι ο Θεός», λέγει, «μας έδωσε τον νου, για να εξαλείψουμε την άγνοιά μας και να κρίνουμε ορθά τα πράγματα και χρησιμοποιώντας τον νου σαν ένα όπλο και φως εναντίον του καθενός που μας λυπεί και μας βλάπτει, να παραμένουμε σε ασφάλεια». Εμείς, όμως, σπαταλούμε την δωρεά αυτή για περιττά και ανώφελα πράγματα.

Πραγματικά, τι ωφελούνται οι χρυσοντυμένοι στρατιώτες, όταν ο στρατηγός τους σύρεται στην αιχμαλωσία; Ποιο το κέρδος για ένα όμορφα διακοσμημένο πλοίο, όταν πνιγεί ο κυβερνήτης του; Τι αξία έχει ένα σώμα δυνατό, όταν τα μάτια έχουν στερηθεί την οπτική τους ικανότητα; Δηλαδή, όπως ακριβώς εάν κάποιος, τον γιατρό, ο οποίος οφείλει να παραμένει υγιής για να θεραπεύει τις ασθένειες, αφού τον κάνει να ασθενήσει, ορίσει έπειτα να τον ξαπλώσουν σε αργυρό κρεβάτι και να βρίσκεται μέσα σε χρυσό θάλαμο, δε θα μπορεί πλέον άρρωστος ο γιατρός να προσφέρει καμία ωφέλεια στους ασθενείς, κατά όμοιο τρόπο, αν και εσύ, αφού διαφθείρεις τον νου, ο οποίος έχει τη δύναμη να διαλύει τα πάθη, καθίσεις έπειτα κοντά στον θησαυρό σου, όχι μόνο δε θα έχεις καμία ωφέλεια, αλλά θα πάθεις μεγάλη ζημία και την ψυχή ολόκληρη θα βλάψεις.

Είδες ότι διαμέσου εκείνων, με τα οποία επιθυμούν σε κάθε περίπτωση οι άνθρωποι την πονηρία, απομακρύνει αυτούς από αυτήν και τους επαναφέρει στην αρετή; «Για ποιο λόγο», λέγει, «θέλεις τα χρήματα; Όχι για να απολαύσεις την ηδονή και την τρυφή; Αυτό λοιπόν δε θα το επιτύχεις με τα χρήματα, αλλά με την τελείως αντίθετη κατάσταση». Πραγματικά, εάν όταν τυφλωθούμε, δεν αισθανόμαστε κανένα από τα ευχάριστα εξαιτίας της συμφοράς αυτής, πολύ περισσότερο θα πάθουμε το ίδιο, όταν διαστραφεί και διαφθαρεί ο νους μας. «Γιατί, πάλι, τα κρύβει μέσα στη γη; Για να προφυλάσσονται εκεί με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια; Αλλά και εδώ», λέγει, «το αντίθετο συμβαίνει. Όπως δηλαδή, εκείνον που νηστεύει, που ελεεί, που προσεύχεται για λόγους κενοδοξίας, διαμέσου εκείνων τα οποία προπάντων επιθυμεί, τον αποσπά από την κενοδοξία («διότι, για ποιο λόγο προσεύχεσαι και ελεείς με τέτοιο τρόπο;», λέγει. «Επειδή επιθυμείς τη δόξα των ανθρώπων; Λοιπόν, μην προσεύχεσαι έτσι», λέγει, «και τότε θα επιτύχεις την δόξα αυτήν κατά τη μελλοντική ημέρα της κρίσεως)», έτσι και τον φιλάργυρο διαμέσου εκείνων τα οποία προπάντων επιθυμεί, τον προσελκύει και τον αποσπά από το φοβερό αυτό πάθος του. «Τι θέλεις λοιπόν; Να φυλάσσονται τα χρήματά σου και να απολαμβάνεις την ηδονή; Και τα δύο αυτά θα σου τα δώσω με μεγάλη αφθονία, εάν καταθέσεις τα χρήματά σου εκεί που σε προτρέπω».

Βέβαια, πιο καθαρά απέδειξε τη ζημία του νου, που προκαλείται από την αιτία αυτή, στη συνέχεια, όταν έκανε λόγο για τα αγκάθια. Αλλά και τώρα στην προκειμένη περίπτωση δεν έθιξε τυχαία αυτό, αφού έδειξε ότι έχει βυθιστεί στο σκοτάδι ο άνθρωπος που κατέχεται από τη μανία της φιλαργυρίας. Και όπως εκείνοι που βρίσκονται και βαδίζουν στο σκοτάδι δε βλέπουν τίποτε καθαρά, αλλά εάν δουν ένα σχοινί, έχουν την πλανεμένη εντύπωση ότι είναι φίδι, κι αν πάλι δουν βουνά και χαράδρες πεθαίνουν από τον φόβο τους, έτσι και αυτοί εκείνα, που δεν προκαλούν φόβο σε όσους τα βλέπουν, τα υποψιάζονται ότι μπορεί να τους βλάψουν. Πραγματικά, φοβούνται την πενία. Μάλλον δε όχι την πενία μόνο, αλλά και την όποια ζημία θα τύχαινε να τους συμβεί. Και όταν χάσουν κάτι το ελάχιστο, λυπούνται και κλαίνε περισσότερο από εκείνους που δεν έχουν ούτε την αναγκαία τροφή. Εξάλλου, πολλοί πλούσιοι κατέφυγαν στον εκούσιο δια πνιγμού θάνατο, επειδή δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τις δυσκολίες. Επίσης, θεωρούν τόσο σοβαρό το να υβρίζονται και να αδικούνται, ώστε και εξαιτίας αυτού, πάλι, πολλοί έθεσαν τέρμα βίαια στη ζωή τους. Διότι ο πλούτος τούς κατέστησε αδύνατους για να αντιμετωπίσουν κάθε δυσχέρεια, εκτός από του να υπηρετούν τον ίδιο. Πραγματικά, όταν τους προστάζει να δουλεύουν σε αυτόν και τους φόνους αψηφούν και τις μαστιγώσεις και τις ύβρεις και κάθε προσβολή. Αυτό βέβαια είναι απόδειξη εσχάτης αθλιότητας, αφού σε εκείνα που έπρεπε να φιλοσοφούν, είναι πιο ανίσχυροι από όλους, ενώ σε εκείνα, που έπρεπε να είναι πιο προσεκτικοί, είναι πιο αναίσχυντοι και αυθάδεις. Ασφαλώς, με αυτούς συμβαίνει το ίδιο με εκείνο, το οποίο θα πάθει, όποιος ξόδεψε όλα τα χρήματά του σε ασήμαντα πράγματα. Αυτός λοιπόν όταν έλθει η στιγμή για την αναγκαία δαπάνη, επειδή δεν έχει τίποτε να ξοδέψει, υφίσταται τα ανίατα κακά, αφού όλη η περιουσία του δαπανήθηκε κακώς.

Και όπως ακριβώς οι άνθρωποι του θεάτρου γνωρίζουν τις πονηρές εκείνες τέχνες επάνω στη σκηνή και κατά την ώρα της ασκήσεώς τους υπομένουν πολλά παράδοξα και επικίνδυνα, ενώ σε άλλα πράγματα χρήσιμα και αναγκαία είναι πιο γελοίοι από όλους, έτσι και αυτοί εδώ. Πραγματικά εκείνοι που βαδίζουν επάνω στο τεντωμένο σχοινί και δείχνουν τόση ανδρεία, όταν κάποιο αναγκαίο θέμα απαιτεί τόλμη και ανδρεία, δεν είναι σε θέση ούτε να σκεφτούν κάτι, ούτε μπορούν να ανεχθούν κάτι παρόμοιο. Κατά όμοιο τρόπο και οι πλούσιοι, ενώ τολμούν τα πάντα χάριν των χρημάτων, δεν ανέχονται, ούτε μικρό ούτε μεγάλο, να υποστούν για να συνηθίσουν να ασκούνται στην πνευματική ζωή και τις θυσίες που αυτή απαιτεί. Και όπως όσοι εργάζονται σε θέατρα και σε τσίρκα ασκούν κάτι και επικίνδυνο και ανώφελο, έτσι και οι πλούσιοι υπομένουν πολλούς κινδύνους και δυσκολίες, χωρίς να φθάνουν ποτέ σε κάποιο χρήσιμο αποτέλεσμα, και συγχρόνως, βρίσκονται σε διπλό σκοτάδι, αφενός μεν το προερχόμενο από την τύφλωση, που προκαλεί η διαστροφή του νου, αφετέρου δε υπομένοντας το μεγάλο σκοτάδι που δημιουργεί η απατηλή θολούρα των βιοτικών μεριμνών. Γι’ αυτό βέβαια δεν μπορούν να βλέπουν με ευκολία. Οπωσδήποτε, όποιος βρίσκεται στο σκοτάδι, απαλλάσσεται από το σκοτάδι, μόνο όταν φανεί ο ήλιος, ενώ όποιος έχει τυφλωθεί, δεν πετυχαίνει αυτό, ούτε και όταν ανατείλει ο ήλιος. Αυτό, λοιπόν, έπαθαν και αυτοί. Διότι δεν ακούνε ούτε τον ‘Ηλιο της δικαιοσύνης, ο οποίος έλαμψε και τους συμβουλεύει, επειδή ο πλούτος τούς έκλεισε τους οφθαλμούς. Γι’ αυτό και υπομένουν διπλό σκοτάδι, το ένα από τον εαυτό τους και το άλλο επειδή δεν προσέχουν στον Διδάσκαλο.

Ας προσέχουμε, λοιπόν, σε Αυτόν με ακρίβεια, ώστε να αναβλέψουμε έστω και αργά. Και πώς είναι δυνατόν να αναβλέψεις; Εάν μάθεις το πώς τυφλώθηκες. Πώς τυφλώθηκες λοιπόν; Από την πονηρή επιθυμία. Όπως δηλαδή, ένα βλαβερό υγρό, όταν στάξει επάνω στην καθαρή κόρη ενός οφθαλμού, φέρει την τύφλωση, έτσι και ο έρωτας των χρημάτων δημιουργεί μπροστά στα μάτια μας πυκνή νεφέλη. Αλλά είναι εύκολο να διασκορπίσουμε και να διαλύσουμε τη νεφέλη αυτήν, εάν δεχθούμε την ακτίνα της διδασκαλίας του Χριστού, εάν ακούσουμε Αυτόν να μας συμβουλεύει και να λέγει: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς (: μη αποταμιεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς επάνω στη γη)»[Ματθ. 6, 19].

«Και τι θα κερδίσω», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «από την ακρόαση του λόγου του Θεού, όταν με κατέχει η επιθυμία;». Μα προπάντων η συνεχής ακρόαση του θείου λόγου θα μπορέσει να νικήσει και να εξαλείψει και κάθε εμπαθή επιθυμία. Συνεπώς, εάν επιμένεις να κατέχεσαι από το πάθος αυτό, τότε σκέψου ότι δεν πρόκειται για επιθυμία. Διότι τι είδους επιθυμία είναι αυτή να υπομένεις σκληρή δουλεία, να υφίστασαι την τυραννία, να δένεσαι από κάθε πλευρά, να παραμένεις στο σκοτάδι, να είσαι γεμάτος ταραχή, να υποβάλλεσαι σε ανωφελείς κόπους και να φυλάσσεις τα χρήματα για τους άλλους, πολλές φορές μάλιστα ακόμα και για τους εχθρούς σου; Ποιας επιθυμίας είναι άξια αυτά; Ποια φυγή ή δρόμο δεν αξίζουν; Τι επιθυμία είναι αυτή να εμπιστεύεσαι τον θησαυρό σου στους κλέπτες; Εάν βέβαια επιθυμείς υπερβολικά τα χρήματα, να τα μεταφέρεις εκεί όπου είναι δυνατόν να παραμένουν ασφαλή και απείρακτα. Διότι όσα κάνεις τώρα, δεν αποδεικνύουν άνθρωπο, ο οποίος επιθυμεί τα χρήματα, αλλά άνθρωπο που επιθυμεί τη δουλεία, την αδικία, τη ζημία και τη συνεχή οδύνη. Εσύ λοιπόν, εάν κάποιος άνθρωπος σου υποδείξει έναν τόπο ασφαλή πάνω στη γη, είτε σε οδηγήσει και στην έρημο ακόμη, υποσχόμενος ασφάλεια στη φύλαξη των χρημάτων, δε διστάζεις, ούτε αρνείσαι, αλλά έχεις εμπιστοσύνη και μεταφέρεις εκεί τα χρήματα. Όταν όμως αντί των ανθρώπων, σου το υπόσχεται αυτό ο Θεός και σου προτείνει όχι την έρημο, αλλά τον ουρανό, εσύ δέχεσαι τα αντίθετα αυτού.

Μολονότι, και αν ακόμη τα χρήματά σου βρίσκονται σε απόλυτη ασφάλεια εδώ στη γη, εντούτοις ουδέποτε θα μπορέσεις να απαλλαγείς από την φροντίδα. Και στην περίπτωση ακόμη που δεν τα χάσεις, δε θα απαλλαγείς σε καμία περίπτωση από την έγνοια και την αγωνία να μη σου τα αρπάξουν. Στον ουρανό, όμως, εάν τα αποταμιεύεις, δε θα πάθεις τίποτε από αυτά. Και επιπλέον θα ωφεληθείς, διότι δεν κρύβεις το χρυσάφι σου μόνο, αλλά και το φυτεύεις για να λάβεις εκατονταπλάσιο καρπό. Διότι το ίδιο γίνεται και θησαυρός και σπόρος, μάλλον όμως κάτι ανώτερο και από τα δύο αυτά: διότι ο μεν σπόρος δεν διατηρείται συνεχώς, ενώ αυτό μένει παντοτινά, ο δε θησαυρός δεν βλαστάνει, ενώ η ενέργεια αυτή της τήρησης των εντολών του Θεού φέρει καρπούς αθάνατους.

Εάν τώρα μου αναφέρεις τον χρόνο και την αναβολή της αποδόσεως, μπορώ και εγώ να σου δείξω και να σου πω όσα απολαμβάνεις και εδώ στη γη. Εκτός αυτών, θα προσπαθήσω να σου αποδείξω από τα ίδια τα επίγεια πράγματα και τις βιοτικές φροντίδες, ότι ματαίως προβάλλεις αυτές τις προφάσεις. Πραγματικά, πολλά πράγματα κατασκευάζεις και στην παρούσα ζωή, τα οποία δεν πρόκειται να τα απολαύσεις ο ίδιος. Και όταν σε κατηγορεί κανένας, προβάλλεις τα παιδιά σου και τα παιδιά εκείνων και έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεις ικανοποιητική δικαιολογία για τους περιττούς κόπους στους οποίους υποβάλλεσαι. Όταν λοιπόν ενώ βρίσκεσαι σε βαθύ γήρας, οικοδομείς λαμπρές οικίες, πολλές μάλιστα φορές θα αποθάνεις προτού να τελειώσουν αυτές. Επίσης, όταν φυτεύεις δέντρα τα οποία θα καρποφορήσουν ύστερα από πολλά έτη (δηλαδή, όταν φυτεύεις σε ένα χωράφι δέντρα που ο καρπός τους θα έλθει ύστερα από αναρίθμητα έτη), όταν αγοράζεις περιουσίες και κτήματα, τα οποία θα περιέλθουν στην κυριότητά σου ύστερα από πολύ χρόνο, και άλλα πολλά παρόμοια με ζήλο εκτελείς, από τα οποία δε θα λάβεις ο ίδιος την απόλαυση, άραγε για τον εαυτό σου ή για τους μεταγενέστερους τα κάνεις;

Κατά ποια λογική, λοιπόν, δεν είναι απόδειξη μεγάλης ανοησίας, εδώ από τη μια πλευρά να μην αγανακτείς καθόλου για την αναβολή του χρόνου, και μάλιστα, όταν πρόκειται με την αναβολή αυτή να χάσεις ολόκληρη την αμοιβή των κόπων σου, και από την άλλη να σε κυριεύει η αδιαφορία από την εκεί αναβολή, όταν μάλιστα σου επιφέρει μεγαλύτερο κέρδος και δε μεταβιβάζει τα αγαθά στους άλλους, αλλά μεταφέρει σε εσένα τις δωρεές;

Πέραν τούτων, και η αναβολή δεν είναι μεγάλη. Διότι τα πράγματα είναι πολύ κοντά μας, και δε γνωρίζουμε, εάν δε λάβουν τέλος όλα τα επίγεια κατά τη διάρκεια της δικής μας γενεάς και δεν έλθει η φοβερή εκείνη ημέρα, παρουσιάζοντας σε μας το φρικτό και αδέκαστο δικαστήριο. Διότι πολλά από τα σημεία, που θα προηγηθούν αυτής, ήδη πραγματοποιήθηκαν, διότι και το Ευαγγέλιο κηρύχθηκε πλέον σε όλη την οικουμένη και οι πόλεμοι και οι σεισμοί και η πείνα συνέβησαν και δε μας χωρίζει μεγάλη απόσταση από αυτήν. Αλλά δεν παρακολουθείς τα σημεία; Και αυτό είναι μέγιστο σημείο. Διότι και οι άνθρωποι της εποχής του Νώε δεν αντιλήφθηκαν τα προμηνύματα της πανωλεθρίας εκείνης, αλλά ενώ διασκέδαζαν, έτρωγαν, νυμφεύονταν και ασχολούνταν με τις συνηθισμένες εργασίες, έτσι απροετοίμαστους τους κατέλαβε η καταστροφή εκείνη. Επίσης, και οι κάτοικοι των Σοδόμων κατά όμοιο τρόπο κατακάηκαν από τους κεραυνούς που έπεσαν τότε, ενώ ζούσαν απολαμβάνοντας, χωρίς να αντιληφθούν τίποτε από τα συμβαίνοντα.

Όλα αυτά σκεπτόμενοι, λοιπόν, ας στρέψουμε την προσοχή μας στην προετοιμασία της αποδημίας μας από τη γη. Διότι και αν ακόμη δεν έλθει ποτέ η κοινή ημέρα της συντέλειας, το τέλος του καθενός είναι κοντά μας, είτε είναι γέρος κανείς, είτε νέος. Και δεν είναι δυνατόν, όταν φύγουμε από τη γη, ούτε λάδι να αγοράσουμε πλέον, ούτε να παρακαλέσουμε και να βρούμε συγνώμη, είτε παρακαλεί για εμάς ο Αβραάμ, ο Νώε, ο Ιακώβ και ο Δανιήλ. Συνεπώς, εφόσον έχουμε ακόμη καιρό, ας αποταμιεύσουμε εκ των προτέρων μεγάλη παρρησία απέναντι στον Θεό, ας συγκεντρώσουμε άφθονο λάδι, ας μεταφέρουμε τα πάντα στον ουρανό, ώστε και στον κατάλληλο καιρό, κατά τον οποίο προπάντων χρειαζόμαστε αυτά, να απολαύσουμε τα πάντα, με την χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος,τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ. 6, 24-27

«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (: Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί συγχρόνως δύο αφεντικά• διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλον ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Και εσείς δεν είναι δυνατόν να υπηρετείτε ταυτόχρονα και τον Θεό και το χρήμα• ή θα αγαπήσετε τον Θεό και θα περιφρονήσετε τους επίγειους θησαυρούς ή θα υποδουλωθείτε σε αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεό)» [Ματθ. 6, 24].

Βλέπεις με ποιο τρόπο μάς απομακρύνει σιγά-σιγά από τα υλικά πράγματα και με περισσότερα λόγια εισάγει την εντολή για την ακτημοσύνη και κατατροπώνει την τυραννία της φιλαργυρίας; Διότι δεν αρκέστηκε, βέβαια, σε όσα είπε προηγουμένως, αν και ήταν πολλά και σπουδαία, αλλά προσθέτει και άλλα περισσότερα και φοβερότερα. Διότι τι είναι πιο φοβερό από όσα τώρα έχουν λεχθεί, εάν βέβαια, επρόκειτο εμείς να σταματήσουμε να είμαστε δούλοι του Χριστού, εξαιτίας των χρημάτων; Και τι είναι πιο ποθητό, εάν, βέβαια, πρόκειται να περιφρονήσουμε την τάση μας να αποταμιεύουμε περιττά επίγεια αγαθά και να συσσωρεύουμε χρήματα, από το να διατηρήσουμε τέλεια την αφοσίωση και την αγάπη μας προς τον Κύριο; Διότι εκείνο το οποίο πάντοτε λέγω, το ίδιο θα επαναλάβω και τώρα, ότι δηλαδή, και με τα δύο παρωθεί τον ακροατή προς την υπακοή των λόγων Του και με τα ωφέλιμα και με τα βλαβερά, υποδεικνύοντας ως άριστος ιατρός και την νόσο που προέρχεται από την απροσεξία και την υγεία που χαρίζει η υπακοή.

Πρόσεξε λοιπόν με ποιον τρόπο, πάλι, καθιστά φανερό το κέρδος αυτό και πώς αποδεικνύει το συμφέρον από την αποφυγή των αντίθετων πραγμάτων. Πραγματικά, «δεν μας προξενεί, μόνο αυτήν τη βλάβη», λέγει, «ο πλούτος, επειδή εξοπλίζει τους ληστές εναντίον μας, ούτε επειδή προκαλεί μεγάλο σκοτισμό στο μυαλό μας, αλλά και επειδή μας αποκόπτει από το να είμαστε δούλοι στον Θεό και μας καθιστά αιχμαλώτους των αψύχων χρημάτων και κατά συνέπεια μας βλάπτει διπλά, με το να μας υποδουλώνει σε εκείνα, που έπρεπε να εξουσιάζουμε, και με το να μας απομακρύνει από την υπηρεσία του θελήματος του Θεού, στον Οποίον προπάντων είναι ανάγκη να είμαστε δούλοι». Όπως δηλαδή προηγουμένως απέδειξε ότι είναι διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου η φύλαξή τους είναι εξασφαλισμένη [πρβλ. Ματθ. 6, 19-20: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διαρύσσουσι καὶ κλέπτουσι·θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν (: Μη συσσωρεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς εδώ στη γη, όπου ο σκόρος και η αποσύνθεση τούς καταστρέφουν και τους αφανίζουν, και όπου κλέφτες διατρυπούν τοίχους και χρηματοκιβώτια και τους αρπάζουν. Να θησαυρίζετε όμως για τον εαυτό σας και να αποταμιεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε ο σκόρος ούτε η σαπίλα τούς αφανίζουν, και όπου κλέφτες δεν τρυπούν τοίχους και δεν κλέπτουν· διότι όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας)»], κατά όμοιο τρόπο και εδώ δείχνει διπλή τη ζημία, αναφέροντας και εκείνα που απομακρύνουν από τον Θεό και εκείνα που υποτάσσουν στον μαμμωνά.

Ωστόσο δεν το θέτει ευθέως αυτό, αλλά το παρουσιάζει σιγά- σιγά με απλούς συλλογισμούς, λέγοντας τα εξής: «Κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δύο κυρίους»· και αποκαλεί δύο διαφορετικούς «κυρίους», εκείνους οι οποίοι δίδουν αντίθετα προστάγματα. Διότι εάν δε συνέβαινε αυτό, δε θα ήσαν δύο, δεδομένου ότι «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία (: όλο εκείνο το πλήθος όσων πίστεψαν στο Ευαγγέλιο είχε μία καρδιά και μια ψυχή, ώστε να αποτελούν μία αρμονική πνευματική κοινωνία)» [Πράξ. 4, 32] και μολονότι ήσαν διαιρεμένοι σε πολλά σώματα, ωστόσο η ομόνοια έκανε τους πολλούς σαν να ήταν ένας άνθρωπος.

Έπειτα, προεκτείνοντας αυτά, λέγει: «Όχι μόνο δε θα δουλέψει στον πλούτο, αλλά θα τον μισήσει και θα τον αποστραφεί. Διότι ή τον ένα θα μισήσει», λέγει, «και τον άλλο θα αγαπήσει ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θα τον καταφρονήσει» [Ματθ. 6, 24]. Και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έχει λεχθεί το ίδιο πράγμα. Ασφαλώς, δεν το εξέθεσε τυχαία έτσι αυτό, αλλά για να αποδείξει ότι η μεταβολή προς το καλύτερο είναι εύκολη. Για να μη λες, λοιπόν,ότι «έγινα δούλος, βρίσκομαι υπό την τυραννία του χρήματος», σου υποδεικνύει ότι είναι δυνατή η αλλαγή θέσεως και όπως ακριβώς από τη μία κατάσταση πέρασες στην άλλη, έτσι και από αυτήν είναι δυνατόν να μεταπηδήσεις σε διαφορετική.

Ο πλούτος είναι τα αγαθά της Γης σε σημαντική ποσότητα, που σκοπό έχει να καλύψει τις ανάγκες του ανθρώπου. Άρα ο πλούτος έρχεται να υπηρετήσει τις ανάγκες του. Και συνεπώς αφού υπηρετεί, είναι υπηρέτης και όχι αφεντικό του ανθρώπου, που δυστυχώς μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, θεοποίησε την υλική δημιουργία εφόσον έχασε από τον οπτικό ορίζοντά του τον Θεό που ως τότε αναγνώριζε ως Δημιουργό, τροφέα και κυβερνήτη του.

Είναι επομένως διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου είναι η φύλαξή τους εξασφαλισμένη, όπως λίγο πριν σε άλλο σημείο της επί του όρους ομιλίας Του μας είχε υποδείξει. Ο πλούτος, λοιπόν, εφόσον υπάρχει, θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Δηλαδή ο πλούτος είναι θέμα χρήσεως, όχι υποδουλώσεως, αφού βεβαίως θα καλύπτει τις ανάγκες και όχι τις επιθυμίες εκείνου που κατέχει τον πλούτο.

Αφού λοιπόν μίλησε γενικά και αόριστα, για να πείσει τον ακροατή να καταστεί αμερόληπτος κριτής των όσων λέγονται και να λάβει την απόφασή του επί τη βάσει της φύσεως των πραγμάτων, όταν πλέον τον έκανε να συμφωνήσει με τους λόγους Του [με τη γενική αρχή αυτή δηλαδή που εκφράστηκε δια των λεγομένων του Κυρίου στο Ματθ. 6, 24], τότε αποκαλύπτει και την πραγματική Του σκέψη. Πρόσθεσε λοιπόν: «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (: Δεν είναι δυνατόν να υπηρετείτε τον Θεό και τον πλούτο ταυτόχρονα· ή θα αγαπήσετε τον Θεό και θα περιφρονήσετε τους επίγειους θησαυρούς ή θα υποδουλωθείτε σε αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεό)» [Ματθ. 6, 24]. Ας αισθανθούμε φρίκη, αφού αντιληφθούμε τι διαπράξαμε ώστε ο Χριστός να πει και να τοποθετήσει τον χρυσό σε ίδια θέση με τον Θεό. Εάν όμως αυτό είναι φρικτό, ασφαλώς είναι πολύ πιο φρικτό να γίνεται στην πράξη και να προτιμούμε την τυραννία του χρυσού από τον φόβο του Θεού.

Τι λοιπόν; Δεν υπήρξαν Δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης που να ήσαν πλούσιοι; Ο Αβραάμ, για παράδειγμα, ή ο Ιώβ δεν ήσαν πλούσιοι και μάλιστα πάρα πολύ; Και βέβαια. «Τότε με ποιον τρόπο», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «προόδευσαν στην αρετή ο Αβραάμ και ο Ιώβ;»; Ναι ήσαν πλούσιοι. Όμως ήσαν αφεντικά και όχι υπηρέτες του πλούτου, καταναλώνοντας τον πλούτο σε εκείνους που τον είχαν ανάγκη. Διότι και ο Ιώβ ήταν πλούσιος, αλλά δεν ήταν δούλος στον μαμμωνά, μα τον είχε υπό την εξουσία του και ήταν κύριος και όχι δούλος του. Σαν να ήταν λοιπόν διαχειριστής ξένων χρημάτων, έτσι θεωρούσε τα αγαθά του, χωρίς να αρπάζει τα χρήματα των άλλων, αλλά έδινε και τα δικά του στους φτωχούς. Και το σπουδαιότερο, βέβαια, είναι ότι δε χαιρόταν, όταν τα είχε, πράγμα το οποίο αποδείκνυε, όταν έλεγε «εἰ δὲ καὶ εὐφράνθην πολλοῦ πλούτου μοι γενομένου, εἰ δὲ καὶ ἐπ᾿ ἀναριθμήτοις ἐθέμην χεῖρά μου (: Ποτέ δεν δοκίμασα υλόφρονη χαρά και αγαλλίαση για τον πλούτο, τον οποίον απέκτησα, ποτέ δεν άπλωσα το χέρι μου προς απόκτηση αναρίθμητου πλούτου)» (Ιώβ 31, 25), γι΄ αυτό και δεν λυπήθηκε, όταν τα έχασε.

Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι από τους σημερινούς πλουσίους δεν είναι παρόμοιοι με εκείνους τους δικαίους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, αλλά έχουν γίνει χειρότεροι από κάθε δούλο, σαν να πληρώνουν φόρους σε κάποιο φοβερό τύραννο. Πραγματικά, ο έρωτας για την απόκτηση όλο και περισσότερων χρημάτων έχει κυριεύσει την διάνοιά τους, σαν να ήταν κάποια ακρόπολις, και από εκεί εκδίδει κάθε μέρα τα παράνομα διατάγματά του και δεν υπάρχει κανένας, που να τα παρακούει. Δεν μπορούν να αναβλέψουν στον ουρανό, καθώς είναι μονίμως προσηλωμένοι και αγχωμένοι για τη συγκέντρωση επιγείων και μόνο θησαυρών. Και κατά κανόνα ποτέ δεν είναι ευτυχισμένοι, εφόσον έχουν χάσει από τον οπτικό τους ορίζοντα τον Θεό και δεν αξιοποιούν το χάρισμα (διότι περί ταλάντου πρόκειται κι εδώ) που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός για ανακούφιση του πόνου του πλησίον, παρά μόνο στο να υπηρετούν αμέτρητες και βλαβερές επιθυμίες στις οποίες γίνονται ταλαίπωροι δούλοι.

Μη φιλοσοφείς λοιπόν περιττά πράγματα, καθόσον μίλησε μία φορά ο ίδιος ο Θεός και είπε ότι είναι αδύνατο να συνυπάρχουν η δουλεία προς τον πλούτο και η δουλεία προς τον Θεό. Μη λέγεις λοιπόν εσύ ότι είναι δυνατόν αυτό. Διότι πώς είναι δυνατό να συνυπάρξουν, όταν ο μεν ένας αφέντης προστάζει να αρπάζεις όσα ανήκουν στους συνανθρώπους σου, ο δε άλλος να χαρίζεις ακόμη και αυτά που εσύ έχεις στην κατοχή σου; Όταν ο ένας αφέντης σού δίνει εντολή να σωφρονείς, ενώ ο άλλος να πορνεύεις; Όταν ο μεν ένας σού δίνει εντολή να εξουσιάζεις την κοιλιά σου ενώ ο άλλος να μεθάς και να ζεις ζωή ακόλαστη; και ο μεν ένας διδάσκει να περιφρονείς τα υλικά πράγματα, ο δε άλλος να προσηλώνεσαι στα γήινα; ο μεν ένας να θαυμάζεις μάρμαρα και τοίχους και ορόφους, ενώ ο άλλος και να περιφρονείς αυτά και να τιμάς την ευσέβεια;

Σε αυτήν την περίπτωση ονόμασε τον μαμμωνά «κύριο», όχι επειδή εκ φύσεως είναι κύριος, αλλά εξαιτίας της ταλαιπωρίας αυτών που υποτάσσονται σ’ αυτόν. Κατά παρόμοιο τρόπο και την κοιλιά την ονομάζει «θεό», όχι από το αξίωμα του αφεντικού, αλλά από την αθλιότητα αυτών που γίνονται δούλοι σε αυτήν, πράγμα το οποίο είναι χειρότερο από κάθε τιμωρία και ικανό να τιμωρήσει πριν από την τελική κόλαση αυτόν που συλλαμβάνει στα δίκτυά της. Διότι από ποιους καταδίκους δε θα ήσαν αθλιότεροι αυτοί που, ενώ έχουν Κύριο τον Θεό, φεύγουν όμως οικειοθελώς από την ήμερη βασιλεία Του προς τη φοβερή και σκληρή εκείνη τυραννία, όταν μάλιστα όλα αυτά προξενούν ακόμη και σ’ αυτήν τη ζωή τόση ζημία; Διότι πράγματι είναι απερίγραπτη και ανυπολόγιστη η ζημία από αυτό το πράγμα, καθόσον λαμβάνουν χώρα εξαιτίας αυτού και δίκες και αδικίες και διαμάχες και κόποι και βλάβη της ψυχής· και το φοβερότερο από όλα είναι το ότι χάνει κανείς τα ουράνια αγαθά, που τα παρέχει η υπηρεσία στο θέλημα του Θεού.

Γι’ αυτό και συνεχίζει λέγοντας: «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε (: μη φροντίζετε με στενοχώρια και αγωνία για τη ζωή σας, δηλαδή για το τι θα φάτε και το τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας με τι θα ντυθείτε)» [Ματθ. 6, 25]. Για να μη λένε: «Τι λοιπόν; Πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε, εάν δώσουμε όλα τα χρήματά μας; Σε αυτήν λοιπόν την αντίρρηση λαμβάνει θέση κατά τρόπο πολύ κατάλληλο. Όπως δηλαδή, εάν έλεγε από την αρχή «μὴ μεριμνᾶτε», θα φαινόταν ότι είναι βαριά η εντολή, κατά όμοιο τρόπο, αφού απέδειξε τη βλάβη που προκαλείται από τη φιλαργυρία, καθιστά πλέον στη συνέχεια ευπρόσδεκτη την παραίνεση αυτή. Γι’ αυτό ακριβώς και τώρα δεν είπε μόνο «μὴ μεριμνᾶτε», αλλά πρώτα ανέφερε την αιτία, και στη συνέχεια έδωσε αυτήν την εντολή.

Πραγματικά αφού είπε: «Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι του Θεού και δούλοι του πλούτου» [Ματθ. 6, 24], πρόσθεσε: «Αφού λοιπόν η καρδιά σας θα πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, για τον λόγο αυτό σας λέγω να κόψετε τη ρίζα της πλεονεξίας και να μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε και για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε». Τι εννοεί με τη λέξη «τοῦτο» όταν λέγει «Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε»; Εννοεί το απερίγραπτο της ζημίας που προκαλούν όλα αυτά στην ψυχή μας. Διότι η ζημία δεν περιορίζεται μόνο στα χρήματα, αλλά η πληγή αναφέρεται στα σπουδαιότερα σημεία και στην απώλεια της σωτηρίας μας, επειδή μας απομακρύνει από τον Θεό, ο οποίος μας δημιούργησε, μας φροντίζει και μας αγαπά.

Επειδή λοιπόν απέδειξε ότι η ζημία είναι απερίγραπτη, επιτείνει πλέον την εντολή. Πραγματικά δε μας εντέλλεται να αποβάλλουμε τα υπάρχοντά μας μόνο, αλλά να μη φροντίζουμε ούτε για την αναγκαία τροφή, λέγοντας τα εξής: «μη μεριμνάτε για την ψυχή σας τι θα φάτε», όχι επειδή η ψυχή έχει ανάγκη από τροφή, αφού είναι ασώματη, αλλά μίλησε σύμφωνα με την κοινή συνήθεια. Διότι, μολονότι δε χρειάζεται την τροφή, δε θα μπορούσε να παραμείνει διαφορετικά στο σώμα, παρά μόνο όταν τρέφεται αυτό.

Και αφού είπε αυτό, δεν το θέτει απλώς αλλά και εδώ χρησιμοποιεί συλλογισμούς, άλλους μεν από όσα υπάρχουν σε εμάς, άλλους δε από άλλα παραδείγματα. Και από όσα συμβαίνουν σε εμάς λέγει: «οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; (: Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή και το σώμα περισσότερο από το ένδυμα;» [Ματθ. 6, 25]. Συνεπώς, Αυτός που σας έδωσε το πολυτιμότερο, δε θα σας δώσει και το κατώτερο; Αυτός που δημιούργησε που έπλασε τη σάρκα που τρέφεται, πώς δε θα δώσει την τροφή; Για το λόγο αυτό ακριβώς δεν είπε απλώς «μη μεριμνάτε τι θα φάτε και τι θα πιείτε και τι θα ντυθείτε», αλλά «για το σώμα σας» και «για την ψυχή σας» επειδή σκόπευε από αυτά να λάβει τις αποδείξεις, οδηγώντας τον λόγο επί τη βάσει της συγκρίσεως.

Αλλά την μεν ψυχή την έδωσε μία φορά και παραμένει αναλλοίωτη, ενώ το σώμα κάθε μέρα δίνει και αυξάνει. Επεξηγώντας λοιπόν αυτά τα δύο, δηλαδή και της ψυχής την αθανασία και του σώματος τη φθαρτότητα, πρόσθεσε τα εξής: «τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; (: Ποιος από εσάς, όσες πολλές και μεγάλες φροντίδες και αν καταβάλει, μπορεί να προσθέσει στο ανάστημά του ένα πήχυ;)» [Ματθ. 6, 27]. Και χωρίς να κάνει λόγο για την ψυχή, επειδή δε λαμβάνει αύξηση, μίλησε μόνο για το σώμα, καθιστώντας φανερό από αυτό και εκείνο, ότι δηλαδή δε θα το αυξήσει αυτό η τροφή, αλλά η πρόνοια του Θεού. Το ίδιο πράγμα δηλώνοντας ο Παύλος με άλλες λέξεις έλεγε: «ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός (: ώστε στην πραγματικότητα για την επιτυχία του έργου του Θεού, ούτε εκείνος που φυτεύει είναι κάτι, ούτε εκείνος που ποτίζει, αλλά ο Θεός ο οποίος με τη χάρη Του δίνει την αύξηση. Σε Αυτόν ανήκει το παν)» [Α΄Κορ. 3, 7].

Από αυτά λοιπόν που συμβαίνουν σε εμάς προέτρεψε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ από άλλα παραδείγματα προέτρεψε με τα εξής λόγια: «ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ (: παρατηρείστε προσεκτικά τα πτηνά του ουρανού)» [Ματθ. 6, 26]. Για να μη λέγει λοιπόν κανείς ότι αποκομίζουμε ωφέλεια όταν μεριμνούμε, τους αποστομώνει και με το παράδειγμα του ανώτερου και με το παράδειγμα του κατώτερου. Το σπουδαιότερο βέβαια είναι η ψυχή και το σώμα, το κατώτερο δε τα πτηνά. Εάν λοιπόν τόσο πολύ ενδιαφέρεται, λέγει, για τα ελάχιστα, γιατί δε θα δώσει σε εσάς; Και προς αυτούς μεν έτσι μίλησε (επειδή ήταν όχλος αμόρφωτος), ενώ προς τον διάβολο δε μίλησε με αυτόν τον τρόπο. Αλλά πώς; «οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ (: ο άνθρωπος δε θα ζει μόνο με άρτο, αλλά και με κάθε λόγο που προέρχεται από το στόμα του Θεού)» [Ματθ. 4, 4]. Εδώ όμως αναφέρει τα πτηνά και μάλιστα με έντονο συμβουλευτικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο έχει μεγάλη δύναμη για να είναι αποτελεσματική η παραίνεση.

[…] Ας μην νομίζουμε λοιπόν ότι είναι ανεφάρμοστα τα προστάγματα του Θεού· διότι είναι πολλοί αυτοί που τα επιτυγχάνουν και τώρα και ζουν ευσεβή και μετρημένη ζωή. Γνωρίζω πολύ καλά βέβαια ότι το φορτίο της ακτημοσύνης προς το παρόν υπερβάλλει τις δυνάμεις σας, όσο κι αν αυτό είναι το τέλειο για κάθε Χριστιανό. Αρκεί όμως για σας προς το παρόν να μάθετε τουλάχιστον να μην είστε πλεονέκτες και ότι είναι μέγιστη αρετή η ελεημοσύνη, και επιπλέον να γνωρίζετε ότι πρέπει να δίδετε με προθυμία στους φτωχούς από αυτά που έχετε. Ας απορρίψουμε, επίσης, την περιττή πολυτέλεια και να κρατήσουμε το μέτρο στη ζωή και τη συμπεριφορά μας και να μάθουμε να αποκτούμε με δικαίους κόπους όλα γενικώς εκείνα τα οποία μας είναι απαραίτητα.

Εάν όμως δεν το πράττουμε ούτε αυτό, ποιας συγχωρήσεως θα μπορούσαμε να ήμασταν άξιοι εμείς, οι οποίοι λαμβάνουμε εντολή να είμαστε άγγελοι και τέκνα πιστά του Θεού, κι εμείς να μη φροντίζουμε να είμαστε έστω άνθρωποι; Διότι το να αρπάζει κανείς και να είναι αχόρταγος δεν είναι δείγμα της ημερότητας των ανθρώπων, αλλά της αγριότητας των θηρίων· μάλιστα δε είναι χειρότεροι και από εκείνα αυτοί που επιτίθενται εναντίον ξένων πραγμάτων. Διότι στα θηρία μεν υπάρχει αυτή η ιδιότητα εκ φύσεως, εμείς όμως οι άνθρωποι, οι οποίοι τιμηθήκαμε με τη λογική και καταπίπτουμε σε αυτήν την παρά φύση άπρεπη ενέργεια να αρπάζουμε με πλεονεξία ακόμα και όσα ανήκουν στους άλλους, ποια συγχώρηση θα απολαύσουμε;

Αφού λοιπόν κατανοήσουμε το ύψος της φιλοσοφίας που βρίσκεται μπροστά μας, τουλάχιστον ας φθάσουμε στη μέση, για να αποφύγουμε τη μέλλουσα τιμωρία και βαδίζοντας αυτήν την οδό να μπορέσουμε να φθάσουμε στην κορυφή των αγαθών, τα οποία μακάρι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:
• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Κ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 9, σελίδες 713-727.

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΑ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 9-21, 25-27.

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 183- 190 (ή: 88- 92 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 191- 200 (ή: 92-95 και 96- 97 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view

• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

• Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ- ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!

 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου:
Για την Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού 

[Ιω. 17, 1-13]
«Ταῦτα ἐλάλησεν  Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερἐλήλυθεν  ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόνἵνα καὶ  υἱός σου δοξάσῃ σε (: αυτά είπε ο Ιησούς στους μαθητές Tου κaι έπειτα σήκωσε τα μάτια Tου στον ουρανό και είπε: “Πατέρα, ήλθε η ώρα που η σοφία Σου όρισε για να πάθω και να θυσιαστώ. Δέξου τη θυσία του Πάθους μου και δόξασε τον Υιό Σου και ως προς την ανθρώπινη φύση Του˙ για να σε δοξάσει και ο Υιός Σου με την απολύτρωση και τη σωτηρία των ανθρώπων, η οποία θα ολοκληρωθεί με τη θυσία Του αυτή και με την αιώνια αρχιερατική μεσιτεία Του που θα ακολουθήσει μετά από αυτήν”)» [Ιω. 17, 1].

«Ὅς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ (: Εκείνος που θα εφαρμόσει όλες ανεξαιρέτως τις εντολές και θα διδάξει και τους άλλους να τις τηρούν, Εκείνος που θα αγωνιστεί να τηρήσει όλες τις εντολές και να διδάξει την τήρησή τους στους ανθρώπους)», λέγει ο Κύριος, «οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν (: αυτός θα ανακηρυχτεί μέγας στη βασιλεία των ουρανών)» [Ματθ. 5, 17]. Και πολύ ορθά· διότι το να εκφράζει κανείς φιλόσοφες σκέψεις με τα λόγια είναι εύκολο, ενώ το να παρουσιάζει με έργα αυτά που λέγει, είναι γνώρισμα ανθρώπου γενναίου και μεγάλου.

Για τον λόγο αυτό και ο Χριστός, όταν ομιλεί περί ανεξικακίας, φέρει ως πρότυπο ενώπιον όλων τον εαυτό Του, προτρέποντας τους ακροατές να λαμβάνουν από Αυτόν παράδειγμα. Για τον λόγο αυτό και μετά τη συμβουλή αυτή καταφεύγει σε προσευχή, διδάσκοντάς μας κατά τις δοκιμασίες αφού τα αφήσουμε όλα κατά μέρος, να καταφεύγουμε στον Θεό. Διότι αφού είπε: «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε (: στον κόσμο αυτό θα έχετε θλίψη)» και αναστάτωσε τις ψυχές τους με την ανησυχία, πάλι δια της προσευχής αναπτερώνει το φρόνημά τους· διότι μέχρι τότε έστρεφαν την προσοχή τους οι Μαθητές προς Αυτόν, σαν να ήταν ένας άνθρωπος.

Και για τους Μαθητές ο Κύριος πράττει τα ίδια, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Λαζάρου, και λέγει την αιτία, δηλαδή ότι «διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας (: Εγώ το ήξερα ότι πάντοτε με ακούς. Αλλά είπα μεγαλόφωνα το «ευχαριστώ», για να το ακούσει ο λαός που στέκεται γύρω μου. Κι έτσι αφού όλοι αυτοί δουν πόση βεβαιότητα έχω ότι θα εισακουστώ, να πιστέψουν ότι Εσύ με απέστειλες, όταν ακολουθήσει το θαύμα)» [Ιω. 11, 42].

Ναι, θα μπορούσε να πει κανείς· «για τους Ιουδαίους ευλόγως μεν γίνονταν αυτά, για τους Μαθητές όμως για ποιο λόγο;» Και για τους μαθητές ορθά γίνονταν· διότι εκείνοι, οι οποίοι κατόπιν τόσων έργων και λόγων, έλεγαν «νῦν οἴδαμεν ὅτι οἶδας πάντα (: τώρα καταλαβαίνουμε ότι χωρίς να σου πει κανείς κάτι, γνωρίζεις τις απορίες μας και τους μυστικούς προβληματισμούς μας. Και έτσι πληροφορούμαστε και εμείς ότι τα ξέρεις όλα, και αυτές ακόμη τις απόκρυφες σκέψεις των ανθρώπων. Δεν έχεις ανάγκη να ακούσεις αυτό που θέλει κάποιος να σε ρωτήσει, αλλά τον προλαβαίνεις και δίνεις απάντηση στις απορίες του. Εξαιτίας της υπερφυσικής αυτής γνώσεώς Σου πιστεύουμε ότι κατάγεσαι από τον Θεό και ότι Αυτός σε απέστειλε στον κόσμο)» [Ιω. 16, 30], περισσότερο από όλους είχαν ανάγκη να βεβαιωθούν.

Άλλωστε μάλιστα ούτε «προσευχή» την ονομάζει ο Ευαγγελιστής την ενέργεια αυτήν του Κυρίου, αλλά λέγει: «ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν (: σήκωσε τους οφθαλμούς Του προς τον ουρανό)» και αποκαλεί αυτό μάλλον συνομιλία με τον Πατέρα. Και αν σε άλλη περίπτωση την ονομάζει «προσευχή» και δείχνει τον Κύριο άλλοτε να γονατίζει και άλλοτε να υψώνει τους οφθαλμούς Του προς τον ουρανό, να μη θορυβηθείς· διότι δια τούτων διδασκόμαστε το αδιάλειπτο της προσευχής, ώστε και όταν στεκόμαστε, να βλέπουμε προς τον Ουρανό όχι μόνο με τους σωματικούς μας οφθαλμούς, αλλά και με τους οφθαλμούς της διανοίας, και όταν γονατίζουμε, να συντρίβουμε έτσι την καρδιά μας· διότι ήλθε ο Χριστός, όχι μόνο για να μας παρουσιάσει τον Εαυτό Του, αλλά και για να μας διδάξει την ανέκφραστη αρετή. Εκείνος ο οποίος διδάσκει, δεν πρέπει μόνο με λόγια, αλλά και με έργα να διδάσκει.

Ας ακούσουμε λοιπόν τι λέγει εδώ: «Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε (: Πατέρα, ήλθε η ώρα, την οποία η σοφία Σου όρισε για να πάθω και να θυσιαστώ κατ’ αυτήν. Δέξου τη θυσία του Πάθους μου και δόξασε τον Υιό Σου και κατά την ανθρώπινη φύση Του, για να σε δοξάσει και ο Υιός σου με την απολύτρωση και τη σωτηρία των ανθρώπων, η οποία θα αχθεί εις πέρας με τη θυσία Του αυτή και την αιώνια αρχιερατική Του μεσιτεία μετά από αυτήν)» [Ιω. 17, 1]. Πάλι δείχνει σε εμάς ότι δεν έρχεται προς τον Σταυρό χωρίς τη θέλησή Του. Διότι πώς δεν θα ερχόταν με τη θέλησή Του, Αυτός που ευχόταν τούτο να συμβεί και το πράγμα τούτο το αποκαλεί «δόξα», όχι μόνο Αυτού, ο οποίος θα σταυρωνόταν, αλλά και του Πατρός; Και πράγματι έτσι έγινε· διότι δεν δοξάστηκε μόνο ο Υιός, αλλά και ο Πατέρας· διότι πριν από τη σταύρωση ούτε οι Ιουδαίοι Τον γνώριζαν· διότι λέγει: «Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω (: ο ισραηλιτικός λαός δεν με γνώρισε, ούτε με αναγνώρισε ως Κύριό του)» [Ησ. 1, 3], μετά όμως από τη σταύρωση όλη η οικουμένη προσέτρεξε κοντά Του.

Έπειτα λέγει και τον τρόπο της δόξας και πώς θα δοξάσει ο Πατήρ τον Υιό: «καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον (: Δόξασε τον Υιό Σου σύμφωνα με την εξουσία που Του έδωσες πάνω σε όλη την ανθρωπότητα, για να δώσει ζωή αιώνια ως αιώνιος αρχιερέας καθισμένος στα δεξιά Σου σε όλο το πλήθος εκείνο που Του έδωσες και οι οποίοι πίστεψαν σε Αυτόν)» [Ιω. 17, 2]· διότι πάντοτε το να ευεργετεί είναι δόξα για τον Θεό.

Και τι σημαίνει το «καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Κατ’ αρχάς δείχνει ότι τα κηρύγματά Του δεν έχουν περιοριστεί μόνο στους Ιουδαίους, αλλά επεκτείνονται και σε όλη την οικουμένη και προετοιμάζει την κλήση των εθνικών. Διότι, όταν είπε: «Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε (: Μην πάτε σε δρόμο που θα σας οδηγήσει σε χώρα που κατοικούν ειδωλολάτρες και μην μπείτε σε πόλη που ανήκει σε Σαμαρείτες)» [Ματθ. 10, 5], και πρόκειται στη συνέχεια μετά από αυτά να πει: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη (: λοιπόν πηγαίνετε και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος)» [Ματθ. 28, 19], δείχνει ότι και ο Πατήρ το επιθυμεί αυτό· διότι αυτό πολύ σκανδάλιζε τους Ιουδαίους, αλλά και τους μαθητές· διότι ούτε μετά από αυτά δέχονταν με ευκολία να έρχονται σε επικοινωνία με τους εθνικούς, έως ότου έλαβαν τη διδασκαλία από το Άγιο Πνεύμα· καθόσον δεν γινόταν αυτό μικρό σκάνδαλο για τους Ιουδαίους. Μετά λοιπόν από αυτήν την τόσο μεγάλη εμφάνιση και επίδειξη του Αγίου Πνεύματος, όταν ο Πέτρος έφτασε στα Ιεροσόλυμα, με δυσκολία κατόρθωσε να αποφύγει τις κατηγορίες, όταν είπε εκείνα τα σχετικά με το σινδόνι [: που είδε σε όραμά του από τον Θεό και του υποδείκνυε και ότι και στους εθνικούς έπρεπε να διδάξει και ότι και σε αυτούς έδωσε ο Θεός τη χορηγηθείσα στους Ιουδαίους μετάνοια, για να λάβουν και αυτοί δια του Μεσσία τη σωτηρία και την αιώνια ζωή] [βλ. Πράξ. κεφ. 11].

Τι σημαίνει λοιπόν το «ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Πότε λοιπόν την πήρε αυτήν την εξουσία; Θα ρωτήσω τους αιρετικούς: πριν τους πλάσει ή κατόπιν; Διότι ο ίδιος ο Κύριος λέγει ότι την έλαβε μετά τη Σταύρωση και την Ανάσταση. Τότε λοιπόν λέγει: «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς (: δόθηκε και στην ανθρώπινη φύση μου κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη)» [Ματθ. 28,18]· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη (: λοιπόν πηγαίνετε και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος)» [Ματθ. 28, 19].

Τι λοιπόν; Δεν είχε εξουσία επί των δικών Του έργων, αλλά δημιούργησε μεν αυτούς, ο Ίδιος όμως μετά από αυτό το γεγονός της δημιουργίας δεν είχε εξουσία επ’ αυτών; Και όμως φαίνεται ότι όλα ο Ίδιος τα επιτελεί και κατά την παλαιά εποχή, και άλλους μεν να τους τιμωρεί επειδή αμάρταναν, ενώ άλλους οι οποίοι επέστρεφαν, να τους διορθώνει· διότι λέγει: «Οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ Ἁβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ ἐγὼ ποιῶ (: δεν θα κρύψω εγώ από τον Αβραάμ τον δούλο μου, αυτά που εγώ θα κάνω)» [Γέν. 18, 17], και άλλους πάλι να τους τιμά επειδή εκτελούσαν τις εντολές Του· έπειτα τότε μεν είχε εξουσία, έπειτα όμως την απώλεσε, και τώρα την έλαβε και πάλι; Και ποιος δαίμονας θα ήταν δυνατό να ξεστομίσει τέτοια πράγματα;

Εάν επίσης είναι η ίδια εξουσία τότε και τώρα -διότι λέγει: «ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεῖ (: ο Υιός ακόμη και νεκρούς θα αναστήσει. Διότι, όπως ο Πατήρ ανασταίνει τους νεκρούς και τους δίνει ζωή, έτσι και ο Υιός έχει απεριόριστη εξουσία και δύναμη ώστε να δίνει ζωή όχι μόνο φυσική, αλλά και πνευματική. Και την πνευματική αυτή ζωή τη μεταδίδει σε όποιον θέλει και σε όποιον κρίνει άξιο να την μεταδώσει)» [Ιω. 5, 21], τι σημαίνει ο λόγος Του εκείνος; Επρόκειτο να στείλει τους Μαθητές Του στα έθνη· για να μη νομίζουν λοιπόν ότι αυτό αποτελεί καινοτομία, επειδή έλεγε: «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ (: δεν με απέστειλε ο Πατέρας μου παρά για τα χαμένα πρόβατα του ισραηλιτικού γένους)» [Ματθ. 15, 24], δείχνει ότι αυτό φαίνεται καλό και στον Πατέρα.

Και αν πάλι το λέγει αυτό με ταπεινά και ευτελή λόγια, καθόλου απορίας άξιο δεν είναι· διότι με αυτόν τον τρόπο κατήρτιζε και εκείνους που ζούσαν εκείνη την εποχή και αυτούς που έζησαν μετά από αυτά, και -εκείνο το οποίο είπα- πάντοτε με τις πιο ταπεινές και απλοϊκές εκφράσεις έπειθε ότι οι λόγοι Του προσαρμόζονταν, από συγκατάβαση, στην αντιληπτική ικανότητα που διέθεταν ακόμη τότε.

Αλλά τι σημαίνει: «πάσης σαρκός»; Διότι βέβαια δεν πίστεψαν όλοι. Και όμως, όσο εξαρτάται από Αυτόν, όλοι πίστεψαν· εάν όμως δεν πρόσεχαν στα λόγια Του, δεν ανήκει στον Διδάσκαλο η κατηγορία, αλλά σε εκείνους οι οποίοι δεν δέχονταν τα λόγια Του.

«Ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον (: αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν οι άνθρωποι συνεχώς όλο και περισσότερο Εσένα, τον μόνο αληθινό Θεό, και τον Ιησού Χριστό, τον οποίο απέστειλες στον κόσμο, έχοντας ζωντανή επικοινωνία με Εσένα και απολαμβάνοντας τις άπειρες τελειότητές Σου)» [Ιω. 17, 2]. Εάν πάλι και εδώ ομιλεί κατά τρόπο περισσότερο προσαρμοσμένο στα ανθρώπινα μέτρα, να μην απορήσεις· διότι πράττει τούτο και για τις αιτίες που αναφέρθηκαν προηγουμένως και διότι αποφεύγει ο Ίδιος να λέγει κάτι σπουδαίο για τον Εαυτό Του, γιατί κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στο αίσθημα και τη σκέψη των ακροατών Του, εφόσον μέχρι τότε δεν είχαν σχηματίσει καμία υψηλή γνώμη περί Αυτού.

Ο ευαγγελιστής Ιωάννης βέβαια, όταν ομιλεί από μόνος του, δεν ομιλεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά χρησιμοποιεί υψηλότερες εκφράσεις, λέγοντας τα εξής: «Πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν (: όλα τα δημιουργήματα δημιουργήθηκαν δι’ Αυτού, σε συνεργασία με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα˙ και χωρίς Αυτόν δεν έγινε το παραμικρό απ’ όλα όσα έχουν γίνει)» [Ιω. 1, 3] και ότι «ζωὴ ἦν (: είχε μέσα Του τη ζωή, και Αυτός, ως πηγή της ζωής που είναι, δημιούργησε και συντηρεί κάθε ζωή. Και για τους ανθρώπους, που είναι λογικά όντα, ήταν από την αρχή και το πνευματικό φως, που φωτίζει τον νου τους και τους οδηγεί στην αλήθεια)» [Ιω. 1, 4] και ότι «ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν (: ως Λόγος και ως δεύτερο πρόσωπο της Θεότητος ήταν πάντοτε ο Χριστός το απολύτως τέλειο φως, η μοναδική πηγή του φωτός, που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο)» [Ιω. 1, 9] και ότι «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε (: ήλθε απ’ τον ουρανό και έζησε ως άνθρωπος στη γη της επαγγελίας, που ήταν ξεχωρισμένη πριν από πολλούς αιώνες από τον Θεό ως ιδιαιτέρως δική Του)» [Ιω. 1, 11] και όχι ότι δεν θα είχε εξουσία, εάν δεν την έπαιρνε από τον Πατέρα, αλλά ότι και σε άλλους έδωσε «ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι (: τους έδωσε το δικαίωμα και τη χάρη να γίνουν τέκνα του Θεού)»  [Ιω. 1, 12].

Και ο απόστολος Παύλος ομοίως αποκαλεί Αυτόν ίσο με τον Θεό [βλ. Φιλιπ. 2, 6: «ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ (: ο Ιησούς Χριστός δηλαδή, αν και είχε την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέρα και ως απαράλλακτη και ζωντανή εικόνα του Θεού είχε τη μορφή και τη φύση του Θεού, δεν θεώρησε την ισότητά Του με τον Θεό Πατέρα αποτέλεσμα αρπαγής· διότι εάν ήταν αποτέλεσμα αρπαγής, δεν θα τολμούσε να το αποθέσει, από φόβο μήπως το χάσει)»]. Ο Ίδιος όμως ο Κύριος παρακαλεί τον Πατέρα κατά τρόπο περισσότερο ταιριαστό και κατανοητό από τους ανθρώπους, ομιλώντας ως εξής: «ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν (: αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν οι άνθρωποι συνεχώς όλο και περισσότερο εσένα, τον μόνο αληθινό Θεό, και τον Ιησού Χριστό, τον Οποίο απέστειλες στον κόσμο, έχοντας ζωντανή επικοινωνία με Εσένα και απολαμβάνοντας τις άπειρες τελειότητές Σου)» [Ιω. 17, 2-3].

Λέγει «τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν» προς διάκριση από τους μη πραγματικούς «θεούς»· διότι επρόκειτο να στείλει τους μαθητές στα έθνη. Αλλά εάν τούτο δεν το δεχθούν, με αυτό και μόνο αρνούνται οι εθνικοί ότι ο Υιός είναι αληθινός Θεός, τότε περαιτέρω θα αρνηθούν και την ύπαρξη του Θεού· καθόσον λέγει: «τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε; (: αλλά πώς είναι δυνατόν να πιστέψετε εσείς, αφού επιδιώκετε να παίρνετε δόξα και επαίνους ο ένας από τον άλλο και δεν ζητάτε τη δόξα που πηγάζει από τον ένα και μόνο Θεό;)» [Ιω. 5, 44].

Τι λοιπόν; Δεν θα είναι Θεός ο Υιός; Εάν όμως είναι Θεός ο Υιός και ονομάζεται μόνος του Πατρός, είναι φανερό ότι είναι και αληθινός και ονομάζεται «μόνος αληθινός».

Αλλά τι; Όταν λέγει ο Παύλος: «ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας (: ή μόνος εγώ και ο Βαρνάβας)» [Α΄ Κορ. 9, 6], άραγε αποκλείει τον Βαρνάβα; Καθόλου· διότι το «μόνος» χρησιμοποιείται προς διάκριση από άλλους. Εάν λοιπόν δεν είναι αληθινός ο Θεός, πώς ο Ιησούς είναι αλήθεια [Ιω. 14, 6: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή»]; Διότι η αλήθεια δεν διαφέρει πολύ του αληθινού.

Για τον μη αληθινό άνθρωπο, τι θα πούμε; Πες μου, τι θα πούμε, ότι δεν είναι καν αληθινός άνθρωπος; Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αν δεν είναι αληθινός Θεός ο Υιός, πώς είναι Θεός; Πώς επίσης καθιστά εμάς θεούς και υιούς, όταν δεν είναι αληθινός;

Αλλά για αυτά έχω ομιλήσει σε σας ακριβέστερα και λεπτομερέστερα σε άλλους λόγους·  γι’ αυτό, ας προχωρήσουμε στη συνέχεια: «Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς (: εγώ γνωστοποίησα το όνομά Σου στους ανθρώπους και υπάκουσα τελείως στο θέλημά Σου, κι έτσι Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία μου, την οποία θα προσφέρω σε λίγο πάνω στον σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω)» [Ιω. 17, 4]. Καλώς είπε: «ἐπὶ τῆς γῆς»· διότι στον ουρανό είχε δοξαστεί, δεδομένου ότι και στη φύση Του είχε τη δόξα, και εκ μέρους των αγγέλων προσκυνούνταν. Δεν ομιλεί λοιπόν για τη δόξα εκείνη, η οποία ανήκει στη φύση Του (διότι και αν ακόμη κανείς δεν δοξάσει Αυτόν κατ’ εκείνη τη δόξα, μονίμως τη διατηρεί πλήρη), αλλά εννοεί αυτήν, η οποία προέρχεται από τη λατρεία των ανθρώπων.

Λοιπόν και το «δόξασόν με», αυτή τη σημασία έχει. Και για να μάθεις ότι αυτόν τον τρόπο της δόξης εννοεί, άκουσε τα εξής: «ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω (: εγώ γνωστοποίησα το όνομά Σου στους ανθρώπους και υπάκουσα τελείως στο θέλημά Σου, κι έτσι Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία μου, την οποία θα προσφέρω σε λίγο πάνω στον σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω)» [Ιω. 17, 4]· αν και βέβαια η υπόθεση ακόμη αυτή είχε αρχή, μάλλον δε ούτε αρχή.

Πώς λέγει λοιπόν «ἐτελείωσα»; Ή σημαίνει: «επιτέλεσα οτιδήποτε εξαρτάται από εμένα» ή εκείνο, το οποίο πρόκειται να γίνει, το αναφέρει ως τετελεσμένο, ή εκείνο, το οποίο κυρίως μπορούμε να πούμε, εννοεί ότι το παν είχε πλέον επιτελεστεί με την τοποθέτηση της ρίζας των αγαθών, εκ της οποίας οπωσδήποτε αναγκαίως θα παράγονταν οι καρποί, και ότι σε εκείνους, οι οποίοι επρόκειτο μετά από αυτά να έλθουν, ο Ίδιος θα ήταν παρών και θα τους ακολουθούσε ενωμένος με αυτούς.

Γι’ αυτό και πάλι λέγει κατά ανθρώπινη έκφραση: «ὃ δέδωκάς μοι». Διότι, βεβαίως, εάν περίμενε ο Κύριος να ακούσει και να μάθει, θα απείχαν αυτά πολύ από τη δόξα Του· διότι ότι οικειοθελώς ενσαρκώθηκε και ήλθε στο σταυρικό πάθος για τη σωτηρία των ανθρώπων είναι από πολλές πηγές φανερό. Π.χ. όταν λέγει ο Παύλος ότι «καὶ περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν προσφορὰν καὶ θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας (: και να συμπεριφέρεστε με αγάπη, όπως και ο Χριστός μάς αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη μας και για τη σωτηρία μας ως προσφορά και θυσία στον Θεό, για να είναι μπροστά Του η θυσία αυτή σαν οσμή που εωδιάζει)» [Εφ. 5, 2] και «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών (: αλλά κένωσε τον εαυτό Του συγκαλύπτοντας και κρύβοντας για κάποιο διάστημα τη δόξα και το μεγαλείο της θεότητάς Του. Πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους)»[Φιλιπ. 2, 7]· και πάλι: «καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς (: ο σύνδεσμος που μας ενώνει όπως τα κλήματα με την κληματαριά είναι σύνδεσμος αγάπης. Πράγματι. Όπως με αγάπησε ο Πατέρας μου, όταν έγινα άνθρωπος και του έδειξα τέλεια υπακοή, έτσι και εγώ σας αγάπησα. Εξακολουθήστε να μένετε στην αγάπη μου, με το να αποδεικνύεστε άξιοι αυτής της αγάπης)» [Ιω. 15, 9].

«Καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί (: και τώρα που η επίγεια αποστολή μου τελείωσε, ανάδειξέ με με την Ανάσταση και την Ανάληψή μου αιώνιο Αρχιερέα και δόξασέ με και ως άνθρωπο Εσύ, Πάτερ, δίπλα Σου, με τη δόξα που είχα κοντά Σου προτού να δημιουργηθεί ο κόσμος)» [Ιω. 17, 5]. Και πού είναι η δόξα εκείνη; Διότι έστω ότι πλησίον των ανθρώπων ήταν άνευ δόξης λόγω της ενδυμασίας Του· πώς ζητεί να δοξασθεί και πλησίον του Θεού; Ο λόγος εδώ είναι περί της οικονομίας· δηλαδή λέγει το εξής ότι θα Τον δοξάσει τώρα ο Πατήρ, επειδή δεν είχε ακόμη δοξαστεί η φύση της σαρκός, ούτε είχε ακόμη απολαύσει την αφθαρσία, ούτε είχε μετάσχει του βασιλικού θρόνου. Γι’ αυτό δεν είπε: «ἐπί τῆς γῆς» αλλά «παρά σοί».

«Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι (: φανέρωσα το όνομά Σου και έκανα γνωστές τις άπειρες τελειότητές Σου στους ανθρώπους που απέσπασες από τους κόλπους του κόσμου και τους έδωσες σε Εμένα. Η πρόθεσή τους ήταν αγαθή και γι’ αυτό ήταν δικοί Σου. Εσύ τους έδωσες σε Εμένα, και αυτοί τήρησαν τον λόγο Σου, τον οποίο τους αποκάλυψα)» [Ιω. 17, 6].

«Μεγάλης βουλής Άγγελος» λέγεται ο Υιός του Θεού και για όλα τα άλλα, τα οποία δίδαξε και κυρίως διότι παρουσίασε τον Πατέρα στους ανθρώπους· τούτο ακριβώς και τώρα λέγει: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις (: εγώ γνωστοποίησα το όνομά σου στους ανθρώπους και υπάκουσα τελείως στο θέλημά Σου, κι έτσι Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία μου, την οποία θα προσφέρω σε λίγο πάνω στον σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω)» [Ιω. 17, 4], επεξηγεί πάλι αυτό, λέγοντας ποιο έργο ήταν· και όμως, ήταν φανερό το όνομα του Θεού· διότι και ο Ησαΐας λέγει: «οἱ ὀμνύοντες ἐπὶ τῆς γῆς ὁμοῦνται τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινόν (: και όσοι από τους κατοίκους της γης βρίσκονται στην ανάγκη να ορκίζονται, θα ορκιστούν στον αληθινό Θεό)» [Ησ. 65, 16])· αλλά εκείνο, το οποίο πολλές φορές είπα, αλλά και τώρα λέγω, δηλαδή ότι αν και ήταν φανερό το όνομα, ήταν όμως φανερό μόνο στους Ιουδαίους και όχι πάλι σε όλους αυτούς· τώρα όμως ομιλεί περί των εθνών. Και δεν δείχνει αυτό μόνο, αλλά ότι και τον ίδιο τον Πατέρα γνώρισαν. Και δεν είναι όμοιο να μάθει κανείς ότι είναι Δημιουργός με το να μάθει ότι έχει και Υιό. Φανέρωσε μάλιστα το όνομα Αυτού και με λόγια και με έργα.

«οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου (: τους οποίους Εσύ πήρες από τον κόσμο και μου τους έδωσες ως μαθητές μου)». Όπως ακριβώς λέγει στην αρχή: «Οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ πατρός μου (: επειδή γνώριζα ότι μερικοί από σας θα κλονίζονταν στην πίστη και δεν θα παρέμεναν μέχρι τέλους μαθητές μου, γι’ αυτό σας είπα ότι κανείς δεν μπορεί να αισθανθεί μέσα του ότι είμαι ο Σωτήρας και ο Λυτρωτής και με την πίστη αυτή να έλθει κοντά μου, εάν δεν του έχει δοθεί αυτό από τον Πατέρα μου)» [Ιω. 6, 65], έτσι και εδώ λέγει: «οὓς δέδωκάς μοι».

Και όμως ο ίδιος ο Κύριος λέγει για τον Εαυτό Του ότι είναι η οδός: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή (: εγώ είμαι ο μοναδικός δρόμος, από τον οποίο μπορεί να φτάσει κανείς στον ουρανό. Διότι συγχρόνως είμαι και η απόλυτη αλήθεια και η πραγματική και πηγαία ζωή. Κανείς δεν είναι δυνατόν να έλθει προς τον Πατέρα και να μετάσχει στη μακαρία ζωή Του, παρά μόνο αν περάσει από Εμένα˙ διότι εγώ με τη διδασκαλία μου σας γνωρίζω τον Πατέρα μου και την αλήθεια Του. Και με τη θυσία μου ως αιώνιος αρχιερέας σας συμφιλιώνω με Αυτόν)» [Ιω. 14, 6].

Από αυτό είναι φανερό ότι με τα λόγια Του δύο πράγματα εδώ αποδεικνύει, δηλαδή και ότι δεν είναι αντίθετος προς τον Πατέρα και ότι θέλημα του Πατρός είναι να πιστέψουν οι Μαθητές στον Υιό.

«Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας». Εδώ θέλει να διδάξει ότι σε μεγάλο βαθμό Τον αγαπάει ο Πατήρ. Διότι, ότι δεν είχε ανάγκη να λάβει αυτούς, είναι φανερό από το εξής: ο Ίδιος δημιούργησε αυτούς, ο Ίδιος και φροντίζει για αυτούς συνεχώς. Πώς λοιπόν έλαβε αυτούς; Αλλά, πράγμα το οποίο είπα εγώ, αυτό δείχνει τη συμφωνία προς τον Πατέρα.

Εάν πάλι κανείς ήθελε να εξετάσει τα παραπάνω λόγια με τον ανθρώπινο τρόπο, και με αυτόν τον τρόπο, κατά τον οποίο έχει λεχθεί, δεν θα είναι πλέον του Πατρός· διότι εάν, όταν ο Πατήρ είχε αυτούς, δεν είχε αυτούς ο Υιός, είναι ευνόητο ότι, και όταν έδωσε ο Πατήρ αυτούς στον Υιό, παραιτήθηκε από την εξουσία Του σε αυτούς· και το πλέον παράλογο πάλι είναι τούτο· δηλαδή από τη μια πλευρά θα βρεθούν να είναι ατελείς, όταν ήσαν υπό την εξουσία του Πατρός, και από την άλλη να καθίστανται τελειότεροι, όταν περιήλθαν υπό την εξουσία του Υιού. Αλλά αυτά είναι γελοία ακόμη και να τα πει κανείς.

Τι δείχνει λοιπόν με τον λόγο αυτό; Ότι και στον Πατέρα φαινόταν καλό να πιστεύουν στον Υιό.

«Καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν (: φανέρωσα το όνομά Σου και έκανα γνωστές τις άπειρες τελειότητές Σου στους ανθρώπους που απέσπασες από τους κόλπους του κόσμου και τους έδωσες σε Εμένα. Η πρόθεσή τους ήταν αγαθή και γι’ αυτό ήταν δικοί Σου. Εσύ τους έδωσες σε μένα, κι αυτοί τήρησαν τον λόγο Σου, τον οποίο τους αποκάλυψα. Τώρα έμαθαν τελειότερα και πείστηκαν ότι η διδασκαλία μου και τα έργα μου και όλα γενικότερα όσα μου έδωσες προέρχονται από Εσένα)» [Ιω. 17, 6-7].

Πώς τήρησαν τον λόγο Σου; Με το να πιστέψουν σε Εμένα και να μην προσέχουν στους Ιουδαίους· διότι εκείνος, ο οποίος πιστεύει σε Αυτόν, λέγει: «ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν (: εκείνος που πίστεψε στη μαρτυρία Του και εγκολπώθηκε τη διδασκαλία Του, αυτός έβαλε τη σφραγίδα Του κάτω από τα λόγια αυτά του Υιού και απεσταλμένου του Θεού και επιβεβαίωσε επίσημα ότι ο Θεός είναι αληθινός και δεν ψεύδεται)» [Ιω. 3, 33]. Διότι μερικοί λέγουν ότι «νῦν ἔγνων [δηλαδή όχι “ἔγνωκαν”] ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν(: τώρα γνώρισα εγώ ότι όλα όσα μου έχεις δώσει προέρχονται από εσένα)», αλλά αυτό δεν δύναται να έχει καμία δικαιολογία και υπόσταση· διότι πώς επρόκειτο ο Υιός να αγνοεί τα σχετικά με τον Πατέρα; Αλλά τούτο έχει λεχθεί για τους Μαθητές. Δηλαδή: «από τότε που είπα αυτά», λέγει, «έμαθαν ότι όλα όσα μου έχεις δώσει προέρχονται από Εσένα»· «τίποτα δεν είναι ιδιαίτερο, τίποτα δεν είναι ξένο εκ μέρους μου απέναντί Σου· διότι το ιδιαίτερο τα παρουσιάζει τα περισσότερα σαν να ανήκουν σε ξένο. Έμαθαν λοιπόν ότι όλα όσα διδάξω, είναι δικά Σου, και τα διδάγματα και τα δόγματα».

Και πώς τα έμαθαν; «Από τους λόγους μου· διότι κατά τον τρόπο αυτό και δίδασκα». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ότι «ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον (: και απόδειξη ότι έλαβαν την πληροφορία και τη γνώση αυτή είναι ότι τους λόγους που μου έδωσες για να τους αποκαλύψω στους ανθρώπους, εγώ τους παρέδωσα σε αυτούς με τη διδασκαλία μου, και αυτοί τους παρέλαβαν και τους αποδέχθηκαν. Και απέκτησαν πράγματι τη βεβαιότητα και την πεποίθηση ότι γεννήθηκα και βγήκα από τους κόλπους Σου, και πίστεψαν ότι Εσύ με απέστειλες στον κόσμο)» [Ιω. 17, 8]· διότι αυτό φρόντισε να αποδείξει από την αρχή έως το τέλος του Ευαγγελίου.

«Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ (: εγώ, που τόσο εργάστηκα για να τους οδηγήσω στην αληθινή αυτή γνώση και πίστη, σε παρακαλώ γι’ αυτούς ως μέγας αρχιερέας και μεσίτης. Δεν σε παρακαλώ τη στιγμή αυτή για τον κόσμο της απιστίας και της αμαρτίας, αλλά σε παρακαλώ για κείνους που μου έδωσες˙ διότι, ενώ μου τους έδωσες, δεν παύουν να είναι δικοί Σου)» [Ιω. 17, 9]. Τι λέγεις; Διδάσκεις τον Πατέρα σαν να το αγνοεί; Συνομιλείς με Αυτόν σαν με άνθρωπο που δεν γνωρίζει; Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η διάκριση; Βλέπεις ότι η προσευχή γίνεται όχι για άλλο λόγο, αλλά για να μάθουν οι μαθητές την αγάπη, την οποία έχει προς αυτούς; Διότι Εκείνος, ο Οποίος όχι μόνο τις δικές Του δωρεές παρείχε, αλλά παρακαλεί και Άλλον για τον σκοπό αυτό, δείχνει μεγαλύτερη την αγάπη Του.

Τι σημαίνει λοιπόν το «περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ»; «Οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι (: εγώ, που τόσο εργάστηκα για να τους οδηγήσω στην αληθινή αυτή γνώση και πίστη, σε παρακαλώ γι’ αυτούς ως μέγας αρχιερέας και μεσίτης. Δεν σε παρακαλώ τη στιγμή αυτή για τον κόσμο της απιστίας και της αμαρτίας, αλλά σε παρακαλώ για κείνους που μου έδωσες˙ διότι, ενώ μου τους έδωσες, δεν παύουν να είναι δικοί Σου)» [Ιω. 17, 9]. Συνεχώς θέτει το «δέδωκας», για να μάθουν ότι τούτο είναι γνώμη του Πατρός.

Έπειτα, επειδή κατ’ επανάληψη είπε: «Σοί εἰσί καί σύ μοι αὐτούς δέδωκας», για να καταρρίψει την πονηρή γνώμη, δηλαδή για να μη νομίσει κανείς ότι είναι πρόσφατη η εξουσία Αυτού, και ότι τώρα έχει παραλάβει αυτούς, τι λέγει; «Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς (: και όλα όσα ανήκουν σε μένα δικά σου είναι, όπως και τα δικά σου είναι δικά μου. Κι αυτοί λοιπόν δικοί σου ήταν και έγιναν δικοί μου˙ αλλά και ως δικοί μου εξακολουθούν να είναι δικοί σου. Κι εγώ έχω δοξαστεί από αυτούς, διότι αναγνώρισαν τη θεϊκή μου φύση και πίστεψαν σε Εμένα)» [Ιω. 17, 10].

Είδες ισοτιμία; Δηλαδή για να μην νομίσεις όταν ακούς «δέδωκάς μοι», ότι οι Μαθητές παύουν να ανήκουν στην εξουσία του Πατρός, ή προηγουμένως δεν ανήκαν στην εξουσία του Υιού, ο Κύριος και τα δύο τα κατέρριψε, αφού είπε εκείνα τα οποία είπε· ισοδυναμούν αυτά με το να έλεγε: «Ούτε, ακούγοντας ότι ‘’εμένα αυτούς έχεις δώσει’’ να νομίσεις ότι αυτοί είναι ξένοι ως προς τον Πατέρα (διότι τα δικά μου είναι και δικά Του), ούτε να νομίσεις ακούγοντας το ‘’ήσαν δικοί Σου’’ ότι είναι ξένοι ως προς Εμένα· διότι τα δικά Του είναι και δικά Μου».

Ώστε το «δέδωκας» έχει λεχθεί μόνο λόγω προσαρμογής του λόγου στα ανθρώπινα μέτρα· διότι εκείνα τα οποία έχει ο Πατήρ είναι του Υιού και εκείνα τα οποία έχει ο Υιός, είναι του Πατρός. Και αυτό, δηλαδή το «καί τά σά ἐμά», ούτε επί του Υιού δύναται να λέγεται με την ανθρώπινη έννοια, αλλά επειδή ο λόγος είναι περί Ανωτέρου των ανθρώπων, γι’ αυτό λέγεται έτσι. Διότι εκείνο μεν, το οποίο έχει ο μικρότερος είναι βέβαια καθ’ ολοκληρίαν φανερό ότι είναι του μεγαλύτερου, καθόλου όμως δεν συμβαίνει το αντίστροφο.

Αλλά εδώ ο Κύριος τα αντιστρέφει, η δε αντιστροφή δηλώνει την ισότητα. Δείχνοντας αυτό και σε άλλη περίπτωση ο Κύριος λέγει: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι (: προηγουμένως σας είπα ότι ο Παράκλητος θα σας πει όσα θα ακούσει από τον Πατέρα μου. Όλα όμως όσα έχει ο Πατέρας μου είναι δικά μου. Γι’ αυτό σας είπα στη συνέχεια ότι ο Παράκλητος θα πάρει από τη δική μου γνώση και σοφία και θα την αποκαλύψει σε σας)» [Ιω. 16, 15], ομιλώντας περί γνώσεως· το δε «δέδωκάς μοι» και όσα παρόμοια λέγει, τα λέει, για να δείξει ότι προσείλκυσε αυτούς όχι ως ξένος, αφού ήλθε, αλλά έλαβε τους δικούς Του.

Έπειτα εκθέτει και την αιτία και την απόδειξη λέγοντας: «καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς (: και όλα όσα ανήκουν σε Εμένα δικά Σου είναι, όπως και τα δικά Σου είναι δικά μου. Και αυτοί λοιπόν δικοί Σου ήταν και έγιναν δικοί μου˙ αλλά και ως δικοί μου εξακολουθούν να είναι δικοί Σου. Και εγώ έχω δοξαστεί από αυτούς, διότι αναγνώρισαν τη θεϊκή μου φύση και πίστεψαν σε Εμένα)» [Ιω. 17, 10]· δηλαδή: ή «ότι έχω εξουσία επ’ αυτών», ή «ότι θα με δοξάσουν ομοίως». Εάν όμως δεν δοξάστηκε από αυτούς κατά όμοιο τρόπο, δεν είναι τότε δικά Του τα του Πατρός· διότι κανείς δε δοξάζεται με εκείνα επί των οποίων δεν έχει εξουσία.

Πώς λοιπόν έχει δοξαστεί με όμοιο τρόπο; Όλοι ομοίως αποθνήσκουν υπέρ Αυτού, όπως και υπέρ του Πατρός και κηρύσσουν Αυτόν, όπως και τον Πατέρα· και όπως στο όνομα του Πατρός λέγουν ότι τα πάντα γίνονται, έτσι και στο όνομα του Υιού.

«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί (: εγώ βέβαια δεν θα είμαι πλέον στον κόσμο, όπως μέχρι τώρα, με τη σωματική μου παρουσία, για να τους ενθαρρύνω και να τους ενισχύω με αυτή. Αυτοί όμως θα είναι στον κόσμο, διότι δεν επιτέλεσαν ακόμη την αποστολή τους. Εγώ έρχομαι σε σένα. Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική Σου προστασία και δύναμη, την οποία έδωσες και σε Εμένα˙ έτσι ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους και να είναι με την αγάπη και την ομοφροσύνη ένα πνευματικό σώμα, όπως είμαστε ένα και εμείς που έχουμε την ίδια ουσία και φύση)»[Ιω. 17, 11]· αυτό σημαίνει «και αν δε φαίνομαι κατά σάρκα, δια των μαθητών μου δοξάζομαι».

Γιατί άραγε συνεχώς λέγει ότι «οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ (: στον κόσμο πια δεν είμαι)» και ότι «επειδή αφήνω αυτούς, θέτω αυτούς υπό την προστασία Σου» και «ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12];

Διότι εάν λάβει κανείς αυτούς τους λόγους με την καθ’ αυτό σημασία τους, θα προκύψουν πολλά παράλογα· διότι πώς δύναται να έχει λογική εξήγηση το να μη βρίσκεται ο Ίδιος στον κόσμο, και όταν απέρχεται να εμπιστεύεται τους Μαθητές σε Άλλον; Διότι αυτοί ήταν ως λόγοι ενός ανθρώπου που συνεχώς χωριζόταν από αυτούς. Βλέπεις ότι κατά ανθρώπινο τρόπο εκφράζεται κατά το πλείστον, σύμφωνα με τη νοοτροπία και την πνευματική τους ωριμότητα, επειδή νόμιζαν ότι είχαν κάπως περισσότερη ασφάλεια από την παρουσία Αυτού;

Γι’ αυτό λέγει: «ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12]. Και όμως λέγει ότι «ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς» [Ιω. 14, 28] και «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος (: και ιδού, εγώ που έλαβα κάθε εξουσία, θα είμαι πάντα μαζί σας βοηθός και συμπαραστάτης σας, μέχρι να τελειώσει ο αιώνας αυτός, μέχρι δηλαδή τη συντέλεια του κόσμου)» [Ματθ. 28, 20]. Πώς τώρα λέγει αυτά, σαν να πρόκειται να χωρισθεί; Αλλά, πράγμα το οποίο είπα, τα λέγει σύμφωνα με την νοοτροπία τους, για να αναπνεύσουν ανακουφισμένοι λίγο, ακούγοντας Αυτόν να λέει αυτά και να εμπιστεύεται αυτούς στον Πατέρα.

Διότι, επειδή ενώ άκουγαν από Αυτόν πολλούς παρηγορητικούς λόγους, δεν πείστηκαν, στο εξής συνομιλεί με τον Πατέρα, δείχνοντας τη στοργή Του απέναντι σε αυτούς· οι λόγοι Του ισοδυναμούν με το να έλεγε: «Εφόσον με καλείς προς Εσένα, κατάστησε αυτούς ασφαλείς».

«Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12]. Τι λες; Και δεν μπορείς να διατηρήσεις αυτούς ασφαλείς; «Ναι, μπορώ». Για ποιο λόγο λοιπόν λες αυτά; «ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς (: τώρα όμως έρχομαι σε Σένα. Και τα λέω αυτά μπροστά τους, ενώ βρίσκομαι ακόμη στον κόσμο αυτόν, για να τα ακούσουν και αυτοί, ώστε, έχοντας τη βεβαιότητα ότι εσύ πλέον θα τους προστατεύεις, να έχουν μέσα τους τέλεια τη χαρά που αισθάνομαι τώρα και εγώ διότι επανέρχομαι κοντά Σου)» [Ιω. 17, 13], δηλαδή «για να μην ταράσσονται, επειδή είναι ατελέστεροι». Αυτά λοιπόν αφού είπε, έδειξε ότι όλα αυτά τα έλεγε κατ’ αυτόν τον τρόπο για την ανακούφιση και τη χαρά τους· διότι φαίνεται ότι ο λόγος παρουσιάζει αντίθεση.

«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί (: εγώ βέβαια δεν θα είμαι πλέον στον κόσμο, όπως μέχρι τώρα, με τη σωματική μου παρουσία, για να τους ενθαρρύνω και να τους ενισχύω με αυτή. Αυτοί όμως θα είναι στον κόσμο, διότι δεν επιτέλεσαν ακόμη την αποστολή τους. Εγώ έρχομαι σε Εσένα. Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική Σου προστασία και δύναμη, την οποία έδωσες και σε Εμένα˙ έτσι ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους και να είναι με την αγάπη και την ομοφροσύνη ένα πνευματικό σώμα, όπως είμαστε ένα κι εμείς που έχουμε την ίδια ουσία και φύση)»[Ιω. 17, 11]· αυτό δηλαδή υπέθεταν εκείνοι· κατ’ αρχήν λοιπόν εκφράζεται σε αυτούς με τον ανθρώπινο τρόπο· διότι εάν έλεγε: «εγώ φυλάσσω αυτούς», δεν θα πίστευαν τότε· για τον λόγο αυτόν λέγει: «Πατέρα μου άγιε, φύλαξε αυτούς με τη δύναμη του ονόματός Σου»· δηλαδή «με τη δική Σου βοήθεια».

«ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε και έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12]. Πάλι ως άνθρωπος ομιλεί και ως προφήτης· διότι σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να έπραξε κάτι εν τω ονόματι του Θεού.

«οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12]. Και σε άλλη περίπτωση λέγει: «Τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκέ μοι μὴ ἀπολέσω ἐξ αὐτοῦ (: και το θέλημα του Πατρός, που με έστειλε στον κόσμο, είναι αυτό ακριβώς: να μη χάσω ούτε ελάχιστους απ’ όσους μου έχει δώσει, αλλά να τους αναστήσω όλους ένδοξα την τελευταία ημέρα του κόσμου αυτού, τότε που θα γίνει η δευτέρα μου παρουσία και η παγκόσμια Κρίση)» [Ιω. 6, 39].

Και όμως δεν χάθηκε εκείνος μόνο, αλλά και πολλοί κατόπιν· πώς λοιπόν λέγει: «οὐ μὴ ἀπολέσω (: δε θα τους χάσω)»;  Εννοεί: «δε θα τους χάσω, όσο εξαρτάται από εμένα» (δηλαδή όσον εξαρτάται από εμένα, δεν θα γίνω αίτιος απωλείας) πράγμα το οποίο και σε άλλο μέρος δείχνοντάς το έλεγε σαφέστερα ως εξής: «τὸν ἐρχόμενον πρός με οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω (: αλλά εάν εσείς δεν πιστεύετε σε Εμένα, υπάρχουν άλλοι που θα πιστέψουν. Κάθε λογικό πλάσμα, κάθε άνθρωπος που μου δίνει ο Πατέρας μου για να γίνει δικός μου και να σωθεί από μένα, θα πιστέψει και θα έλθει οπωσδήποτε σε Εμένα. Και αυτόν που έρχεται κοντά μου δεν θα τον πετάξω έξω με περιφρόνηση, αλλά θα τον δεχτώ με μεγάλη στοργή)» [Ιω. 6, 37], «δε θα αποχωρήσει κανείς εξαιτίας μου, ούτε επειδή τον ωθώ (πράγμα που δεν κάνω), ούτε επειδή θα τον εγκαταλείψω εγώ· εάν όμως από μόνοι τους απομακρύνονται, εγώ δεν θα τους σύρω δια της βίας».

«Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι (: τώρα όμως έρχομαι σε Σένα. Και τα λέω αυτά μπροστά τους, ενώ βρίσκομαι ακόμη στον κόσμο αυτόν, για να τ’ ακούσουν και αυτοί, ώστε, έχοντας τη βεβαιότητα ότι Εσύ πλέον θα τους προστατεύεις, να έχουν μέσα τους τέλεια τη χαρά που αισθάνομαι τώρα και εγώ διότι επανέρχομαι κοντά Σου)» [Ιω. 17, 13]. Παρατηρείς ότι ο διάλογος διεξάγεται κατά ανθρωπινότερο τρόπο; Ώστε εάν κανείς ήθελε να παρουσιάζει κατώτερο τον Υιό από τα λόγια αυτά, θα παρουσιάσει κατώτερο και τον Πατέρα.

Παρατηρεί λοιπόν εξαρχής ότι ο Κύριος ομιλεί άλλοτε μεν ως κάποιος που διδάσκει και διευκρινίζει αυτά στον Πατέρα και άλλοτε σαν να δίνει παραγγελίες· ως κάποιος που διδάσκει ομιλεί όταν π.χ. λέγει: «Οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ (: εγώ, που τόσο εργάστηκα για να τους οδηγήσω στην αληθινή αυτή γνώση και πίστη, σε παρακαλώ γι’ αυτούς ως μέγας αρχιερέας και μεσίτης. Δεν σε παρακαλώ τη στιγμή αυτή για τον κόσμο της απιστίας και της αμαρτίας, αλλά σε παρακαλώ για κείνους που μου έδωσες˙ διότι, ενώ μου τους έδωσες, δεν παύουν να είναι δικοί Σου)» [Ιω. 17, 9], ενώ ως κάποιος που δίνει παραγγελίες, ομιλεί όταν λέγει: «ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου», «οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο» και «πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου»· και πάλι: «σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας» και «ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς».

Όλων ωστόσο η εξήγηση είναι ότι οι λόγοι έχουν λεχθεί εξαιτίας της πνευματικής ακόμα αδυναμίας τους και έχουν προσαρμοστεί κατά συγκατάβαση προς το επίπεδό τους να κατανοούν τα υψηλά εκείνα νοήματα.

Όταν είπε ότι «οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας (: κανένας από αυτούς τους μαθητές δεν χάθηκε, παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης)» πρόσθεσε «ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12].

Ποια Γραφή εννοεί; Εκείνη, η οποία προλέγει περί του Ιούδα. Δεν χάθηκε βέβαια για τον λόγο αυτό, δηλαδή για να πραγματοποιηθεί αυτό που λέει η Γραφή. Και για την έκφραση αυτή πολλά είπαμε και προηγουμένως, ότι δηλαδή αυτός ο τρόπος εκφράσεως είναι ιδιάζων τρόπος της Γραφής, δια του οποίου εκθέτει τα συμβαίνοντα από τα αποτελέσματά τους [δηλαδή όταν λέγει «ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ» δεν σημαίνει ότι συνέβη «με τον σκοπό να πραγματοποιηθεί η Γραφή», αλλά συνέβη «με αποτέλεσμα να επαληθευτούν οι λόγοι της Γραφής»]. Και πρέπει με ακρίβεια όλα να τα εξετάζει κανείς, και τον λεκτικό τρόπο του ομιλούντος, και την υπόθεση, και τους νόμους της Γραφής, εάν βεβαίως δεν έχουμε την πρόθεση να καταλήξουμε σε παραλογισμούς· διότι λέγει: «Ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν (: αδελφοί, μη συμπεριφέρεστε σαν να είστε ακόμη παιδιά στο μυαλό, ανίκανοι να σκεφτείτε σοβαρά και συνετά, αλλά να γίνεστε μόνο ως προς την κακία σαν τα νήπια, απονήρευτοι και αθώοι. Στο μυαλό όμως και στη σκέψη φροντίζετε πάντοτε να γίνεστε τέλειοι άνδρες)» [Α΄ Κορ. 14, 20].

ΠΗΓΕΣ:

https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-joannem.pdf

Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλίες Π΄και ΠΑ΄(κατ’ επιλογήν), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2011, τόμος 14, σελίδες 552-563 και 570-581 .

Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 75, σελ. 139-144 και 148-155 .

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr