ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ: ΣΤΗΝ ΜΑΣΤΙΓΩΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!

Άγιος Νικόδημος o Αγιορείτης
Στην μαστίγωση του Ιησού Χριστού

ΜΕΛΕΤΗ ΚΘ’

Στην μαστίγωσι του Ιησού Χριστού, στην οποία ο Κύριος δοκίμασε:

Α’. Έναν υπερβολικό πόνο.

Β’. Μία υπερβολική ντροπή.

Γ’. Μία υπερβολική αγάπη.

Α’.

Σκέψου, αδελφέ, τον πόνο που δοκίμασε ο γλυκύτατός μας Ιησούς Χριστός από το σκληρό βασανιστήριο της μαστιγώσεως που δέχθηκε· «Τότε πήρε ο Πιλάτος τον Ιησού και τον μαστίγωσε» (Ιω. 19, 1)· μπορείς να τον καταλάβης κατά κάποιον τρόπο πόσο φοβερός και υπερβολικός ήταν από τέσσερα αίτια· α’ από την τρυφερότητα του σώματος του Ιησού· β’ από την λύσσα των στρατιωτών που τον μαστίγωσαν· γ’ από τον αριθμό των μαστιγώσεων και δ’ από τα όργανα, που χρησιμοποίησαν για την μαστίγωσι αυτή.

Α’. Το σώμα του Ιησού είχε πάρει μία ειδική μορφή με την χάρι του αγίου Πνεύματος με θαυμάσιο και υπερφυσικό τρόπο και ήταν δημιουργημένο για έναν μεγάλο σκοπό, που ήταν να γίνη όργανο της ψυχής του Χριστού, που είχε θεωθή, ήταν φοβερά ωραίο και τέλειο. Γι’ αυτό και ήταν στην συνέχεια και απόλυτα τρυφερό και δεκτικό σε ερεθίσματα τόσο, που λόγω της τρυφερότητας αυτής (ονομάσθηκε ο Κύριος σύμφωνα με τη γνώμη μερικών διδασκάλων, σκουλήκι· «Εγώ είμαι σκουλήκι και όχι άνθρωπος» (Ψαλμ 21, 7)· και εκτός από αυτά είχε αδυνατίσει πάρα πολύ προηγουμένως από τον ιδρώτα, που έμοιαζε με αίμα, από την αγρυπνία της προηγούμενης νύκτας και από την οδυνηρή αγωνία, που υπέμεινε στον κήπο.

Β’. Οι στρατιώτες που τον μαστίγωσαν όχι μόνο ήταν σκληροί και απάνθρωποι, φυσικά, αλλά ήταν παρακινημένοι εξωτερικά από τους Ιουδαίους και εσωτερικά από τον διάβολο, ώστε, έχοντας την σκληρότητα διπλάσια και τριπλάσια, δεν έμοιαζαν με ανθρώπους αλλά με σκύλους και ταύρους και θηρία, όπως είπε γι’ αυτούς πρωτύτερα ο Δαυίδ· «Με περικύκλωσαν εχθροί πολλοί, λυσσασμένοι σαν σκύλοι… με περικύκλωσαν σαν θρεμμένοι ταύροι» (Ψαλμ. 21, 16· 12). Αυτοί λοιπόν, οι στρατιώτες όντας εξήντα στον αριθμό, άλλαζαν κάθε δύο ώρες όταν κουράζονταν μαστιγώνοντας και δέρνοντας τον Κύριο, όπως μαρτυρεί ο Ιταλός Κορνήλιος στην ερμηνεία του 19ου κεφ. του Ιωάννου.

Γ’. Τα όργανα της μαστιγώσεως του Κυρίου ήταν μαστίγια από δέρμα βοδιού πάρα πολύ σκληρά, αγκαθωτά ραβδιά με κόμπους και σχοινιά, ωπλισμένα με σιδερένια αστέρια και αγκίστρια, που ξέσχιζαν τις σάρκες μέχρι τα κόκκαλα·
και 
Δ’ ο αριθμός των πληγών, τις οποίες δέχθηκε ο Κύριος ήταν σχεδόν αναρίθμητος και κατά κάποιον τρόπο ανάλογος με το πλήθος των αμαρτιών μας όπως προφήτευσε γι’ αυτά ο προφήτης Δαυίδ· «Συγκεντρώθηκαν ως μάστιγες εναντίον μου, για να με δέρνουν αλύπητα και εγώ δεν είχα ιδέα» (Ψαλμ. 34, 15).

Τώρα, αδελφέ, πώς μπορεί να μη κατανυχθή η καρδιά σου, όταν σκεφθής ένα θέαμα τόσο πολύ θλιβερό; Σχημάτισε με τον νου σου, αγαπητέ, ότι είσαι κι εσύ παρών και βλέπεις τον Ιησού σαν ένα άκακο αρνί να είναι περικυκλωμένο στην μέση από τους αιμοβόρους εκείνους λύκους και ότι το έχουν δεμένο σφικτά σε μία κολόνα και το μαστιγώνουν άσπλαγχνα και ότι σε κάθε μέρος αντηχούν και κάνουν θόρυβο τα μαστιγώματα. Και στην αρχή, βέβαια, πληγώνουν εκείνο το πανάγιο σώμα, κατόπιν το τραυματίζουν και στο τέλος το καταξεσχίζουν με τέτοιο τρόπο, ώστε κτυπώντας εκείνοι οι άνθρωποι, που έμοιοιαζαν με θηρία πάλι πάνω στις προηγούμενες πληγές και ανοίγοντας τα τραύματα και κάθε πληγή κόβοντας μέρος από εκείνη την ευγενέστατη σάρκα του Κυρίου, έκαμναν να φαίνωνται γυμνές και σχεδόν ξεσκεπασμένες οι πλευρές και τα κόκκαλά του σε σημείο που να μπορούν και εξωτερικά να μετρηθούν· «Απαρίθμησαν όλα τα κόκκαλά μου» (Ψαλμ. 21, 17). Το αίμα πάλι τρέχοντας σαν ποτάμι από όλες του τις φλέβες έγινε σαν λίμνη κάτω από την κολόνα, στην οποία τον είχαν δεμένο και αυτό προετύπωνε το αίμα του μοσχαριού εκείνου, που έχυσε ο Μωυσής στην βάσι του θυσιαστηρίου· «Και έχυσε το αίμα στην βάσι του και το αγίασε» (Λευϊτ. 8, 15). Ω φοβερό μακελλειό (σκοτωμός) που υπέφερε ο τρυφερότατος και ευγενέστατος Ιησούς μου, το οποίο δεν θα υπέφερε, αν το δοκίμαζε ένας σκληρός και αδαμαντένιος γίγαντας! Γι’ αυτό είχε δίκαιο να φωνάζη με τον Δαυίδ· «Έγινα μαστιγωμένος όλη την διάρκεια της ημέρας» (Ψαλμ. 72, 14).

Να, λοιπόν, να με πόση πλουσιοπάροχη τιμή εξαγόρασε ο Ιησούς Χριστός την σωτηρία σου, αγαπητέ· διότι μολονότι μία μόνο πληγή του Ιησού Χριστού ήταν αρκετή, για να εξαγοράση όλο το ανθρώπινο γένος, παρόλα αυτά ο Χριστός θέλησε να δεχθή τόσες πληγές κατά την μαστίγωσί του και με τόσο άγριους τρόπους για να αποδείξη πόσο πολύ αγαπά την σωτηρία των ανθρώπων. Τώρα, λοιπόν, αν τυχόν εσύ κολασθής αφού αυτός υπέφερε τόσο πολύ, για να σε σώση, αυτό σημαίνει ότι σου πρέπει η κόλασις και δεν έχεις κανένα δικαίωμα να παραπονήσαι στον Κύριο και να θρηνής απαρηγόρητα. Να, βλέπεις καθαρά, πόσο υπέφερε ο λυτρωτής σου με την φοβερή αυτή μαστίγωσι, για τις ηδονές εκείνες που θέλησες εσύ να απολαύσης που ήταν αντίθετες στο θεϊκό του θέλημα. Αντέχει, λοιπόν, η καρδιά σου να προσθέσης κι άλλες πληγές πάνω στις πληγές του Ιησού, θέλοντας πάλι να τον βλάψης με τις αμαρτίες σου; αντέχει η καρδιά σου μπροστά σε τόσες πληγές μπροστά σε τόσο αίμα, μπροστά σε τόσους πόνους του Κυρίου σου να θέλης πάλι από εδώ και πέρα τις απαγορευμένες σαρκικές και αισθησιακές ηδονές και απολαύσεις όπως τις αναζητούσες μέχρι τώρα; Μη παρακαλώ, αδελφέ, μη καταφρόνησης τόσο πολύ την σωτηρία σου και μη φανής τόσο αναίσθητος για την αγάπη αυτού του γλυκύτατου Ιησού, που δέχθηκε τόσες πολλές μαστιγώσεις· διότι ο Κύριος γι’ αυτό τον λόγο καταδέχθηκε να λάβη τόσους πόνους και οδύνες στο αναμάρτητο σώμα του, για να θεραπεύση τις ηδονές της σάρκας που απόλαυσε ο Αδάμ και οι απόγονοί του, όπως αναφέρει ο άγιος Μάξιμος· διότι, σύμφωνα με τους ιατρούς τα αντίθετα θεραπεύονται με τα αντίθετά τους. Γι’ αυτό, λοιπόν, αν εσύ πάλι αναζητήσης τις σαρκικές ηδονές και αναπαύσεις όσο εξαρτάται από εσένα, μαστιγώνεις πάλι τον Ιησού και ανανεώνεις τις πληγές και τους πόνους του και αποδεικνύεις ότι για σένα άδικα δέχθηκε τόσα χτυπήματα και τέτοιο φοβερό βασανιστήριο, χωρίς να ωφεληθής τίποτε από αυτά.

Λοιπόν, πρέπει να ντραπής αγαπητέ, να ντραπής σκεπτόμενος πόσο μερίδιο έχεις κι εσύ σ’ αυτή την σκληρή μαστίγωσι του Ιησού και να αναγνωρίσης ανάμεσα στις τόσες του πληγές ότι υπάρχουν κι εκείνες που τις πρόσθεσαν οι δικές σου αμαρτίες που του ήσαν ιδιαίτερα γνωστές από πρώτα και να καταρασθής χίλιες φορές αυτές τις αμαρτίες σου, που προξένησαν στον Σωτήρα σου τέτοια δοκιμασία. Και όσες φορές σε μαστιγώνει ο Θεός και σε δοκιμάζει για τις αμαρτίες σου αυτές να υπομένης αγόγγυστα και να τον ευχαριστής διότι αν ο Κύριος υπέμεινε τέτοια φρικτή μαστίγωσι, όχι για τις δικές του αμαρτίες αλλά για τις δικές σου, πώς εσύ δεν πρέπει να υπομένης τις μαστιγώσεις που προέρχονται από τον Θεό για τις δικές σου αμαρτίες; Γνώριζε, ότι με τις μαστιγώσεις αυτές θα ελεηθής από τον Θεό, όπως είπε ο Τωβίτ· «Αυτός τιμωρεί, αλλά και σπλαγχνίζεται» (Τωβίτ 13, 2) και πάλι· «Με ταλαιπώρησες αλλά με λυπήθηκες» (Τωβίτ 11, 13). Με τις μαστιγώσεις αυτές αποδεικνύεσαι, ότι ανήκεις στην τάξι των υιών του Θεού· «Μαστιγώνει με δοκιμασίες κάθε τέκνο του και παιδί, το οποίο αναγνωρίζει ως ιδικό του» (Παρ. 3, 12) γιατί ο Θεός δεν μαστιγώνει και δεν εκπαιδεύει κάποιον από εκδίκησι και έχθρα, μη γένοιτο!, αλλά επειδή οι άνθρωποι δεν θέλουν να ακούν τις συμβουλές και νουθεσίες του Θεού που γίνονται με τα λόγια, γι’ αυτό ο Θεός αναγκάζεται να τους συμβουλεύη και να τους νουθετή με το έργο· δηλαδή με τις παιδαγωγίες και με τις μαστιγώσεις, όπως είπε η σοφή Ιουδίθ· «Μας μαστιγώνει όχι για εκδίκησι, αλλά για να μας νουθετήση» (Ιουδίθ 8, 27). Γι’ αυτό, λοιπόν, όταν ο Θεός σε παιδεύη και σε μαστιγώνη, γνώρισε, ότι έχεις κάποια αμαρτία κρυφή ή φανερή και γι’ αυτήν μαστιγώνεσαι· «Πολλά τα μαστιγώματα του αμαρτωλού» (Ψαλμ. 31, 10)· γι’ αυτό μη απογοητεύεσαι, ούτε να παραμένης αναίσθητος όπως είπε ο προφήτης Ιερεμίας· «Τους μαστίγωσες και δεν αισθάνθηκαν πόνο» (Ιερεμ. 5, 3), αλλά προσπάθησε να βρης την αμαρτία σου και να την διορθώσης λέγοντας με τον Δαυίδ· «Η πατρική σου παιδαγωγία και καθοδήγησή σου με συμβουλές ή και τιμωρίες με σήκωσε όρθιο και με διώρθωσε τελείως. Και η παιδεία σου αυτή θα εξακολουθή να με διδάσκη» (Ψαλμ. 17, 36). Και, τέλος πάντων, ευχαρίστησε τον Κύριο για την αμέτρητη αγάπη του, που δέχεται ο ίδιος στον εαυτό του την τιμωρία και μαστίγωσι, που άρμοζε σε σένα, μόνο και μόνο για να σε συμφιλιώση με τον ουράνιο Πατέρα· και πρόσφερέ του αυτήν την ίδια αγάπη και αυτό το ίδιο αίμα του, για να μεσιτεύσουν για σένα, για να σου δοθή η άφεσις των αμαρτιών. Διότι το μεν αίμα του Άβελ φώναζε στον Θεό για εκδίκησι, ενώ το αίμα του Υιού του Θεού φωνάζει στον Θεό για συγχώρησι των αμαρτιών μας· «Έχετε προσέλθει στον μεσίτη της νέας διαθήκης τον Ιησού, και σε αίμα ραντισμού, που μιλά για καλλίτερα πράγματα από το αίμα του Άβελ» (Εβρ. 12, 24).

Β’.

Σκέψου, αδελφέ, την μεγάλη αισχύνη καί ντροπή, που δέχθηκε ο Ιησούς στην μαστίγωσι αυτή, γιατί όντας γυμνός μπροστά στα μάτια τόσων στρατιωτών και ενώ τον περιέπαιζε εκείνο το αδιάντροπο και βλάσφημο έθνος σκεπάζεται από το κεφάλι μέχρι τα πόδια από μία παρθενική ντροπή, αλλά, που προκαλεί στην καρδιά του τόση πίκρα και πόνο, που γι’ αυτήν την τόση μεγάλη ντροπή θλίβεται πάρα πολύ, σαν για ένα ιδιαίτερο μαρτύριο, λέγοντας με το στόμα του Προφήτη· «Και αυτόί με κυττάζουν περιφρονητικά» (Ψαλμ. 21, 18). Και επειδή κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να καταλάβη την λύπη για την ντροπή αυτή, φωνάζει δυνατά ως μάρτυρα τον επουράνιο Πατέρα, ο οποίος όπως μόνος και αποκλειστικά γνώριζε την αμέτρητη αξία του θεϊκού του προσώπου και της παναγίας του ανθρωπότητας, έτσι και μόνος του και αποκλειστικά μπορούσε να γνωρίζη την μεγάλη του ντροπή και αισχύνη· «Εσύ γνωρίζεις καλά ποιον ονειδισμό υφίσταμαι και ποια ντροπή και καταισχύνη δοκιμάζω» (Ψαλμ. 68, 20).

Αχ, αδελφέ! Και μία τόση μεγάλη ντροπή, που έπρεπε στους κλέφτες και φονιάδες και πόρνους και αμαρτωλούς όταν συλληφθούν στην αμαρτία· «Ας ντροπιασθούν εκείνοι που με ψεύδη και δόλους παρανομούν άδικα» (Ψαλμ. 24, 3)· μία τόσο μεγάλη ντροπή ήταν σωστό να αποδοθή στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ήταν δίκαιο ο αθωώτατος Ιησούς να δεχθή μία τέτοια ντροπή, ώστε χωρίς ντροπή να τον βλέπουν όλον γυμνό και κατά κάποιον τρόπο να χαίρονται με την γύμνωσί του, την στιγμή που και αυτά τα άψυχα κτίσματα, ο ήλιος και η σελήνη τον είδαν και ντράπηκαν, όπως έχει γραφή· «Θα κοκκινίση η σελήνη από ντροπή και ο ήλιος θα χλωμιάση» (Ησαΐας 24, 23). Όχι, βέβαια, δεν ήταν δίκαιο· παρόλα αυτά αυτός θέλησε να δεχθή την ντροπή αυτή στον εαυτό του και να την δεχθή με τόση υπερβολή, ώστε από την μεγάλη αυτή ντροπή να σκεπασθή ολόκληρος από το κεφάλι μέχρι τα πόδια· «Ημέρα δεν παρέρχεται κατά την οποία να μη είναι εμπρός μου η ντροπή, και η καταισχύνη με κατεπλάκωσε και με σκέπασε ολόκληρο» (Ψαλμ. 43, 16), για δύο αίτια· α’ για να απομακρύνη από εσένα μία αισχύνη τιμωρητική και β’ για να σε βοηθήση να αποκτήσης μία άλλη αισχύνη, που να προκαλή την σωτηρία. Η τιμωρητική αισχύνη ήταν εκείνη, που σε ανέμενε μπροστά στο παγκόσμιο κριτήριο του Θεού, όταν επρόκειτο να παρουσιασθής εκεί απογυμνωμένος από την θεία χάρι, καταντροπιασμένος για τις κακίες σου και έρημος από κάθε έξι της αρετής. Και αυτό θα συνέβαινε, αν ο λυτρωτής σου δεν θα ήθελε να σε κάνη αντάξιο με την καταισχύνη σου αυτή, να ντυθής και να στολισθής με βασιλικά ενδύματα με τις αξιομισθίες σου, για να μη φανή η γύμνωσίς σου μπροστά σε όλο τον κόσμο, όπως το λέει μόνος του στην ιερή Αποκάλυψι· «Σε συμβουλεύω να αγοράσης από εμένα… ιμάτια λευκά, για να τα φορέσης και να μη φαίνεται η αισχύνη της γυμνότητάς σου» (Αποκ. 3, 18). Το σωτήριο είδος της αισχύνης που σου προξένησε, είναι η αισχύνη εκείνη, που σου συμβαίνει, όταν γνωρίσης καλά τις αμαρτίες που έκανες και την αχαριστία, που έδειξες στον λυτρωτή σου.

Και πραγματικά, σωτήρια και ψυχωφελέστατη είναι η αισχύνη, που σου προξένησε ο Ιησούς με την δική του την αισχύνη. Η αισχύνη αυτή και η ντροπή είναι ένας περιορισμός των λογισμών και ένας περιορισμός της γλώσσας των οφθαλμών και των άλλων αισθήσεων, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ. Είναι μία προφύλαξις από τις μελλοντικές αμαρτίες και ένα σημάδι αληθινής μετανοίας των προηγουμένων σου αμαρτιών· λοιπόν, φρόντισε και συ, αδελφέ, να αποκτήσης αυτή την σωτήρια ντροπή για τον εαυτό σου, αισχυνόμενος μπροστά στον Θεό για τα κρυφά έργα της αισχύνης που διέπραξες τα οποία δεν έπρεπε να τα πράξης αφού είσαι χριστιανός και απαρνήθηκες τα παρόμοια έργα την ώρα του αγίου Βαπτίσματος· «Απαρνηθήκαμε τις πράξεις που οι άνθρωποι κρύβουν από ντροπή» (Β’ Κορ. 4, 2). Γιατί αν ο αναμάρτητος Υιός του Θεού, δέχθηκε τόση ντροπή για τις δικές σου αμαρτίες πώς στ’ αλήθεια, να μη ντραπής για τις αμαρτίες που έκανες εσύ ο ίδιος; Εσύ, όταν θα θυμάσαι τις αισχρές και κρυφές αμαρτίες που διέπραξες θα πρέπη να κοκκινίζη ολόκληρο το πρόσωπό σου και να αισθάνεσαι τέτοια ντροπή, σαν αυτήν, που αισθάνεται ένας κλέφτης όταν συλληφθή να κλέβη δημόσια· «Όπως ο κλέπτης νοιώθει ντροπή, όταν συλληφθή, έτσι θα ντρέπεσθε κι εσείς Ισραηλίτες» (Ιερεμ. 2, 26). Γιατί αυτή η ντροπή σε κάνει να προσέχης για να μη πέσης δεύτερη φορά στα ίδια αμαρτήματα· αυτή φυσικά γεννά την ταπείνωσι στην ψυχή σου και η ταπείνωσις πάλι σου συγχωρεί πολλά αμαρτήματα, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ (Λόγ. μθ’) [Τα λόγια του είναι τα έξής: «Με τους λογισμούς της ταπεινώσεως με τον ιλασμό συγχώρησε τα αμαρτήματά σου. Η ταπείνωσις και χωρίς έργα συγχωρεί πολλές αμαρτίες· αυτά, όμως, χωρίς αυτήν είναι ανώφελα και μας προξενούν πολλά κακά. Λοιπόν, όπως είπε, με την ταπείνωσι συγχώρησε τις αμαρτίες σου» (Σελ. 299)].

Τότε μόνο πρέπει να διώξης την ντροπή, όταν πρόκηται να εξομολογηθής τις αμαρτίες σου, όπως σε διατάσσει το Πνεύμα το Άγιο· «Να μη ντρέπεσαι να ομολογής τις αμαρτίες σου» (Σοφ. Σειρ. 4, 26) και ο Χρυσόστομος σου λέει· «Να ντρέπεσαι, όταν αμαρτάνης να μη ντρέπεσαι, όταν μετανοής» (Λόγος περί Μετανοίας). Γιατί η ντροπή αυτή προέρχεται από τον διάβολο, που δίνει παρρησία στην αμαρτία και ντροπή στην μετάνοια και εξομολόγησι. Κατά τον Ιερό Χρυσόστομο [Λέει τα εξής· «Αυτά τα δύο υπάρχουν, αμαρτία και μετάνοια· στην αμαρτία υπάρχει όνειδος, ντροπή· στην μετάνοια έπαινος, παρρησία· αλλ’ αντιστρέφει ο σατανάς την τάξι και δίνει σε όσους τον υπακούουν την παρρησία στην αμαρτία, ενώ στην μετάνοια την αισχύνη· εσύ όμως μη πεισθής σ’ αυτόν» (τόμ. η’ παρά Φωτίω εκ του περί μεταν. Λόγ.)] αυτή η ντροπή είναι αποτέλεσμα της υπερηφάνειας και στην συνέχεια είναι κακή, αμαρτωλή· «Υπάρχει αισχύνη, που οδηγεί στην αμαρτία» (Σοφ. Σειρ. 4, 21). Γι’ αυτό να ντραπής αγαπητέ, μπροστά στον Κύριο και να ζητήσης συγχώρηση που μέχρι τώρα δεν ντράπηκες καθόλου για τις αμαρτίες σου, αλλά το πρόσωπό σου έγινε αδιάντροπο σαν το πρόσωπο της πόρνης· και δεν ντράπηκες ούτε Θεό, ούτε ανθρώπους, ούτε κόλασι, ούτε παράδεισο, ούτε νόμους Θεού, ούτε κρίσι και ανταπόδοσι· «Απέκτησες θρασύ πρόσωπο πόρνης· έχασες κάθε ντροπή προς όλους» (Ιερεμ. 3, 3). Αποφάσισε από εδώ και πέρα να μισήσης την αναίδεια και την αδιαντροπιά και να αγαπήσης την αιδώ (συστολή) και την ντροπή, επειδή η αδιαντροπιά είναι γέννημα και θρέμμα του εωσφόρου, με την οποία αυτός ο αναίσχυντος αδιάντροπα κύτταξε την ακατανόητη δόξα του Θεού, την στιγμή που και αυτά τα Σεραφίμ σκεπάζουν από ντροπή τα πρόσωπά τους και τα πόδια τους με τα φτερά τους για να μη παρατηρήσουν τα υψηλότερα και βαθύτερα της θεότητας του Θεού. Γι’ αυτό και ο αρεοπαγίτης Διονύσιος λέει· «Ποιο είναι το κακό στους δαίμονες; παράλογος θυμός, ανόητος επιθυμία και φαντασία, που έχει προπέτεια» (Περί θείων ονομάτων, κεφ. δ’)·  Η αδιαντροπιά και η παρρησία είναι μία κακία, που γκρεμίζει τον άνθρωπο σε πολλές άλλες κακίες, είναι ένας διασκορπισμός και μία διάλυσις των λογισμών και της γλώσσας και των οφθαλμών και των άλλων αισθήσεων, είναι ένας ανεμοκαύσωνας όλων των κακών, όπως λέγουν οι άγιοι Πατέρες· είναι φυσικό γνώρισμα όχι των λογικών, αλλά των αλόγων ζώων, όπως αναφέρεται· «Σκύλοι αδιάντροποι» (Ησ. 56, 11). Και, για να μιλήσω γενικά, η αδιαντροπία είναι μία κακία, που την μισεί και την σιχαίνεται όλος ο κόσμος· «Ο αναιδής στην μορφή γίνεται αποκρουστικός» (Εκκλησ. 8, 1). Γι’ αυτό και ο σοφός Σειράχ παρακαλούσε τον Θεό να τον γλυτώση από την αδιαντροπιά και να μη τον παραδώση σε αδιάντροπο άνθρωπο· «Κύριε, πατέρα και Θεέ της ζωής μου, μη με παραδώσης σε ψυχή αδιάντροπη» (Σειρ. 23, 4). Αντίθετα η ντροπή είναι μία φυσική αρετή, που ταιριάζει μόνο στους ανθρώπους την οποία ο Θεός την φύτεψε ακόμη και στα μικρά παιδιά, τα οποία μόλις κάνουν κάποιο σφάλμα κοκκινίζει το πρόσωπο από την ντροπή τους και με το αίμα, που βγάζουν στην επιφάνεια, ζητούν, κατά κάποιον τρόπο, να σκεπασθούν, για να μη τα βλέπουν οι άνθρωποι [Γι’ αυτό και ο φιλόσοφος Διογένης όταν είδε ένα παιδί να ατακτά και κοκκινίζει στην παρουσία του, του είπε· «Έχε θάρρος, αυτό είναι το χρώμα της αρετής»]· είναι μία αρετή χαριτωμένη και αγαπημένη από όλους τους ανθρώπους· «Πριν από το σεμνό πρόσωπο, προηγείται χάρις» (Σοφ. Σειρ. 32, 10). Γι’ αυτό και οι άγιοι όσες φορές τους ερχόταν λογισμός κενοδοξίας και υπερηφάνειας ότι κατώρθωσαν κάποιο καλό, οι ίδιοι, βέβαια, ντρέπονταν για τον λογισμό αυτό, απέδιναν, όμως την δόξα στον Θεό, όπως έλεγε ο Δανιήλ· «Σε σένα, Κύριε, υπάρχει η δικαιοσύνη, ενώ σε μας η καταισχύνη, που μας αναγκάζει να ρίχνουμε κάτω κατακόκκινο το πρόσωπο από ντροπή» (Δαν. 9, 7). Και, τέλος πάντων, επειδή και ο Ιησούς Χριστός δέχθηκε πάνω του τόση ντροπή κατά την μαστίγωσι, για την αγάπη την δική σου, ευχαρίστησέ τον με όλη σου την καρδιά και παρακάλεσέ τον να χαρίση και σε σένα κάποιο μέρος από την σωτήρια αισχύνη, που είχε ο ίδιος, για να σε αξιώση, κατά την μέλλουσα κρίσι της αιώνιας παρρησίας που έχουν λάβει οι άγιοι, και να σε γλυτώση από την αιώνια καταισχύνη και ντροπή, που πρόκειται να λάβουν οι αμαρτωλοί· «Πολλοί, που έχουν πεθάνει, θ’ αναστηθούν, άλλοι για να ζήσουν αιώνια και άλλοι για ν’ αντιμετωπίσουν αιώνια ντροπή και περιφρόνησι» (Δαν. 12, 2).

Γ.

Σκέψου, αγαπητέ, την αγάπη, που έδειξε ο Ιησούς Χριστός κατά την σκληρή μαστίγωσι. Ω και να υπήρχε τρόπος να μπορούσες να μπης μέσα σ’ εκείνη την θεϊκή καρδιά του Ιησού! Πώς θα ζεσταινόσουν αμέσως από εκείνη την φλόγα της αγάπης που ανάβει εκεί σαν καμίνι! Είναι πολύ βέβαιο, ότι αν εκείνοι οι στρατιώτες μολονότι είχαν πέτρινη καρδιά, μπορούσαν να κυττάξουν μέσα στην καρδιά του Ιησού, θα μαλάκωναν αμέσως και θα έριχναν κάτω στην γη τα βασανιστικά όργανα, με τα οποία τον μαστίγωναν, θα έπεφταν στα θεϊκά του πόδια και θα τον παρακαλούσαν να τους συγχωρήση για την ανεκδιήγητη αυθάδειά τους. Και τι άλλο ήταν εκείνο που παρακινούσε τον Ιησού να δεχθή τόσες πληγές να υπομένη με τόση μακροθυμία την διαφθορά και την αγριότητα τόσων απάνθρωπων στρατιωτών, παρά η αγάπη με την οποία ήταν δεμένος με σένα; «Προσεκτικά τους ωδηγούσα δεμένος μαζί τους με τα δεσμά της καλοσύνης και της αγάπης» (Ωσηέ 11, 4). Τι άλλο ήταν αυτό, που τον ανάγκασε να προσφέρη στην θεία δικαιοσύνη όλες του αυτές τις πληγές, για να εξωφλήση το χρέος όλων των ανθρώπων και το δικό σου, παρά η αιώνια αγάπη του προς εσένα; «Με αγάπη αιώνια σε αγάπησα» (Ιερ. 38, 3). Ποιο άλλο ήταν το αίτιο, που τον έκανε να χαίρεται κατά το ανώτερο μέρος της ψυχής και την ώρα ακόμη, που έχυνε το αίμα του από κάθε μέλος του σώματός του συλλογιζόμενος ότι οι πληγές του θεράπευσαν τις πληγές σου, οι τιμωρίες του εμπόδιζαν τις δικές σου τιμωρίες και το πάθος του πρόκειται να σε ανακαινίση και να σε κάνη αθάνατο; «Θα σε ανακαινίση με την αγάπη του» (Σοφ. 3, 17). Ω αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο! Τόσο δυνατή και τόσο ισχυρή είναι, όσο είναι ο Θεός κατά την φύσι του ακατάληπτος και δυνατός· «Την άπειρη αγάπη του συνδύασε με πάνσοφο τρόπο με την ακατάβλητη δύναμί του» (Αββακούμ 3, 4).

Τώρα, ποια ανταμοιβή δίνεις εσύ, αδελφέ, στην τόση άπειρη αγάπη, που σου έδειξε ο Θεός; Εσύ για κάθε παραμικρή ενόχλησι, που δέχεσαι από τους άλλους κλαις και θρηνείς απαρηγόρητα· για όποια παραμικρή θλίψι σου στείλει ο Θεός γογγύζεις και αναστενάζεις· εσύ για έναν ψυχρό λόγο, που θα σου πη ο αδελφός σου, θυμώνεις εναντίον του σαν θηρίο. Και αυτές είναι οι ανταποδόσεις που δίνεις στον Θεό για την αγάπη του; Αυτή είναι η μίμησις και η ακολούθησις που πρέπει να δείχνης στο παράδειγμα του Ιησού Χριστού, όπως είναι διαταγμένο; «Ο Χριστός έπαθε για χάρι σας και σας άφησε παράδειγμα, για να ακολουθήσετε τα ίχνη του… ‘Οταν τον έβριζαν δεν ανταπέδιδε τις ύβρεις, όταν υπέφερε δεν απειλούσε, αλλ’ άφηνε την κρίσι σ’ εκείνον, που μπορεί να κρίνη δίκαια» (Α’ Πέτρ. 2, 21). Αυτή είναι η ευχαριστία σου στις τόσες ευεργεσίες του Θεού προς εσένα; Αχ, αχάριστε και ανάξιε κάθε αγάπης, δεν ακούς σύμφωνα με τον Ιερό Αυγουστίνο ότι «Η αχαριστία δεν αρέσει στον Θεό; ή ότι είναι ρίζα κάθε κακού; ή ότι και τα κακά που έχουν εξαφανισθή τα ξαναζωντανεύει και τα αγαθά που υπάρχουν και είναι ενεργά τα απονεκρώνει;» (Ευχή κστ’ ή ιη’). Ώστε από εδώ και πέρα μπορεί πάλι να αντέξη η καρδιά σου και να υπολογίζη ως δίκαιες αυτές τις θρηνολογίες και ανυπομονησίες σου; Βέβαια, δεν είναι δίκαιο ένας πονηρός δούλος όπως είσαι εσύ, να υποφέρης λίγο για τις αμαρτίες σου την στιγμή, που ο δεσπότης της οικουμένης γι’ αυτές τις δικές σου αμαρτίες δέχθηκε με τέτοια καλή καρδιά και με τέτοια αγάπη τόσο οδυνηρή μαστίγωσι, που με κάποιον τρόπο, αποτελεί κανόνα για όλες τις παράνομες ηδονές και κακίες όλων των ανθρώπων; Πρέπει, λοιπόν, να αισθανθής ντροπή για την τρυφηλή ζωή που κάνεις που δεν αρμόζει σε έναν αμαρτωλό· και μάθε από την σκληρή μαστίγωσι του Κυρίου πως πρέπει να σκληραγωγής το σώμα σου. Και όπως η πέτρα εκείνη και το βουνό, που έστησε ο Ιακώβ με τον Λάβαν, έγινε μάρτυρας ώστε να μη τον περάσουν, ούτε να ζημιώση ο ένας τον άλλον· «Να, ο σωρός αυτός οι πέτρες ας είναι μάρτυρας ανάμεσά μας» (Γεν. 31, 48), έτσι και ο στύλος αυτός, η κολόνα αυτή, στην οποία έδεσαν τον Κύριο και τον μαστίγωσαν, ας σου γίνη, αδελφέ, από σήμερα μάρτυρας και ορόσημο, ότι από σήμερα και στο εξής υπόσχεσαι να μη το ξεπεράσης και να μη λυπήσης τον Κύριο με καμμία αμαρτία θελημένα ή αθέλητα· αλλά όλες τις κακές κλίσεις επιθυμίες και ηδονές της σάρκας σου να τις συντρίβης και να τις θυσιάζης μπροστά σ’ αυτήν την κολόνα· «Να μάρτυρας είναι η στήλη αυτή». Και παρακάλεσε τον δέσμιο για σένα και μαστιγωμένο λυτρωτή σου, όπως για την δική σου αγάπη δέθηκε σ’ αυτήν την κολόνα, έτσι να δέση και την δική σου καρδιά στην ίδια αυτή κολόνα για την δική του αγάπη· ώστε με το δέσιμο της αγάπης αυτής που είναι άξια επαίνου, να λυθής από κάθε άλλο δεσμό κατηγορημένης αγάπης και μόνον τον Ιησού να έχης αγαπητό, λέγοντας εκείνο του Ησαΐου· «Θα σας πω το αγαπημένο άσμα του αγαπητού μου» (Ησ. 5, 1). Γιατί και ο Ιησούς δεν έχει άλλον που να αγαπά εκτός από εσένα· γι’ αυτό και αποκρίνεται σ’ εκείνον που τον ερωτά για τις πληγές που έχει λέγοντας· «Τις απέκτησα στο σπίτι του αγαπητού μου» (Ζαχ. 13 ,6)· ώστε ανάμεσα σε σένα, που αγαπάς και στον αγαπημένο σου Ιησού, καμμία άλλη αγάπη να μη υπάρχη· και για να αυξάνεται η αγάπη να προφέρης εκείνα τα αγαπητικά λόγια που έλεγε έναν καιρό ο Δαυίδ προς τον φίλο του Ιωνάθαν· «Η αγάπη σου για μένα ήταν θαυμάσια, καλλίτερη και από την αγάπη των γυναικών» (Β’ Βασιλ 1, 26)· και εκείνα τα ερωτικά λόγια, που η νύφη στο άσμα ασμάτων φωνάζει δυνατά προς τον νυμφίο· «Κόρες της Ιερουσαλήμ, αν βρήτε τον αγαπητό μου να του πήτε, ότι πεθαίνω από την πληγή της αγάπης» (Άσμα 5, 8).

(«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ» ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Έκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, 2008)

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ: ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΡΟΗΛΘΕ Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ;

 
Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης
Από πού προήλθε η άρνηση του Αποστόλου Πέτρου;

ΜΕΛΕΤΗ ΚΗ’

Στην αρνησι του Αποστόλου Πέτρου, που προήλθε

Α’. Από την υπερηφάνεια.

Β’. Από την αδιαφορία.

Γ’. Από την έλλειψι τής προσευχής.

Α’.

Σκέψου, αδελφέ, από πού προήλθε εκείνη η φοβερή πτώσις της αρνήσεως του αποστόλου Πέτρου, που ενώ προηγούμενος ήταν τόσο θερμός μαθητής του Ιησού Χριστού και κατόπιν έγινε επίορκος και αρνητής του διδασκάλου του, για να στηριχθής περισσότερο στο καλό μέσα από την πτώσι εκείνου. Η πρώτη αιτία της αρνήσεως του Πέτρου ήταν η υπερηφάνεια [Ο θείος Χρυσόστομος αναφέρει ότι τρία ήταν τα αίτια της αρνήσεως του Πέτρου· η αντιλογία στα λόγια του Κυρίου, η προτίμησις του εαυτού του από τους άλλους μαθητές και η εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στην δύναμί του. «Δυο ήταν τα εγκλήματα· και το ότι αντιμίλησε και το ότι προτίμησε τον εαυτό του από τους άλλους μαθητές· μάλλον και τρίτο· το ότι εξαρτούσε το παν από τον εαυτό του, δηλαδή είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του» (Σειρά εις το κατά Ματθαίον)], μέσα από την οποία έχοντας ιδιαίτερη εκτίμησι στον εαυτό του και στην προηγούμενή του θερμότητα, έφθασε στο σημείο να καταφρονή όλους τους αποστόλους και να προτιμά τον εαυτό του περισσότερο από τους άλλους λέγοντας ότι αν επρόκειτο όλοι οι άλλοι να αρνηθούν τον Χριστό, αυτός όμως ποτέ δεν επρόκειτο να τον αρνηθή· «Εάν όλοι κλονισθούν στην εμπιστοσύνη τους σ’ εσένα, εγώ ποτέ δεν θα κλονισθώ» (Ματθ. 26, 33), και κατόπιν έφθασε σε τόση παραφροσύνη, ώστε ούτε τα λόγια του διδασκάλου του υπολόγισε που του προέλεγε την πτώσι του, αλλ’ αντιστεκόταν και νόμιζε, ότι είναι λόγια άχρηστα και που λέγονται στον αέρα· «Αλλ’ ο Πέτρος ακόμη περισσότερο έλεγε· Και αν χρειασθή να πεθάνω μαζί σου, δεν θα σε απαρνηθώ» (Μάρκ. 14, 31). Αυτή η ίδια η υπερηφάνεια τον έκανε να αυθαδιάση και να κινδυνεύση, όχι μόνον όταν μπήκε στην αυλή του αρχιερέα ανάμεσα σε τόσο πλήθος στρατιωτών, αλλά και όταν κάθισε αναπαυτικά μαζί με αυτούς στην φωτιά και ζεσταινόταν· και τόσο πολύ τον έκανε να υπερβή το θάρρος του, ώστε να έχη την γνώμη, ότι ο διάβολος πρέπει να φοβάται αυτόν και όχι αυτός τον διάβολο. Γι’ αυτό ποιο είναι το αξιοπερίεργο που με τέτοιον τρόπο αρνήθηκε τον Χριστό και έπεσε; Γιατί πώς μπορούσε να παραμείνη όρθιος, την στιγμή που τον έσπρωξε μία τόση μεγάλη υπερηφάνεια; «Πριν από την συντριβή προηγείται η υπερηφάνεια και πριν από την πτώσι η καταφρόνησις» (Παροιμ. 16, 18). Ναι, ακολουθούσε τον Ιησού και ο αγαπημένος του μαθητής και μπήκε στο παλάτι του Καϊάφα, αλλά επειδή δεν έδειξε υπερβολικό θάρρος στον εαυτό του και στην δική του δύναμι και επειδή δεν δέχθηκε στην καρδιά του την υπερηφάνεια και την αυθάδεια, γι’ αυτό βγήκε από εκεί χωρίς να αρνηθή τον θείο του διδάσκαλο. Γι’ αυτό και από ταπεινοφροσύνη δεν αναφέρει ονομαστικά στο ευαγγέλιό του ότι αυτός ακολουθούσε τον Ιησού, όπως λέει ο ιερός Θεοφύλακτος· «Από ταπεινοφροσύνη κρύβει τον εαυτό του». Ω καταραμένη υπερηφάνεια, η αρχή και ρίζα κάθε αμαρτίας· πόσα κακά δεν προξενείς στον ταλαίπωρο άνθρωπο!

Αλλοίμονο, λοιπόν, και σε σένα, αγαπητέ αναγνώστα, αν ποτέ δείξης υπερβολικό θάρρος στον εαυτό σου και στερεώσης τις αποφάσεις σου στις προσωπικές σου δυνάμεις· «Αλλοίμονο, λέει, σ’ αυτούς που έχουν εξουσία στην Ιερουσαλήμ» (Ησ. 1, 24). Αλλοίμονό σου, αν θελήσης να κάνης κάτι, όπως το φαντάζεσαι και όπως νομίζεις, και δεν θέλησης να ακολουθήσης τις συμβουλές του κατά Θεόν πνευματικού σου πατέρα και άλλων σου γνωστών, που θα είναι καλλίτεροί σου και σοφώτεροι από εσένα. «Αλλοίμονο, λέει, σ’ εκείνους που νομίζουν ότι είναι σοφοί και θεωρούν τον εαυτό τους έξυπνο» (Ησ. 5, 21). αλλοίμονό σου, αν είσαι αντίθετος με τις άγιες Γραφές και τους αγίους Πατέρες και πεισματικά παραβαίνης τις παραδόσεις της Εκκλησίας και των αγίων, για να διαφυλάξης τις παραδόσεις των ανθρώπων και τις κακές συνήθειες. «Αλλοίμονο τους λέει, διότι απομακρύνθηκαν από εμένα. Πρόκειται να καταστραφούν, διότι ασέβησαν σ’ εμένα» (Ωσηέ 7, 13). Και ο Κύριος ελέγχει γι’ αυτό τους αγράμματους γραμματείς λέγοντας· «Γιατί και σεις παραβαίνετε την εντολή του Θεού, για την παράδοσί σας» (Ματθ. 15, 3). Και με λίγα λόγια· αλλοίμονό σου αν αφήσης τον εαυτό σου να τυφλωθή τόσο πολύ από τον καπνό της υπερηφανείας, ώστε να νομίζης ότι είσαι κάποιος σπουδαίος στον κόσμο· θέλεις, ταλαίπωρε, να καταλάβης ποια είναι η αξία σου; Φαντάσου το από το εξής: Όλα τα έθνη, λέει ο προφήτης μπροστά στον Θεό είναι μία σταγόνα από νερό· «Όλα τα έθνη σαν μία σταγόνα σ’ έναν κάδο από νερό» (Ησ. 40, 15). Τώρα εσύ μοίρασε την σταγόνα αυτή σε τόσα μέρη, όσοι είναι οι άνθρωποι που πέρασαν, όσοι ζουν και όσοι πρόκειται να έλθουν στον κόσμο, και μέσα από αυτό το αναρίθμητο πλήθος των ανθρώπων, δες πόσο μέρος από την σταγόνα εκείνη ανήκει σε σένα· και, λοιπόν, εκείνο το μέρος που είναι ένα τίποτα, είσαι εσύ μπροστά στον Θεό· κατόπιν και η δύναμίς σου είναι ανάλογη με σένα, δηλαδή είναι και αυτή ένα τίποτε, όπως ένα τίποτε είναι και η ύπαρξίς σου. Κατόπιν, λοιπόν, αφού κάνης αυτό το μοίρασμα, τότε να υπερηφανευθής αν έχης δίκαιο· αν όμως δεν έχης δίκαιο, για να υπερηφανευθής αλλά έχεις μάλιστα αμέτρητα δίκαια, για να ταπεινωθής μέχρι την άβυσσο του μηδενός τότε δεν πρέπει να φοβάσαι κάποιον άλλον και να μη καταφρονής κανένα άλλον, όσο τον εαυτό σου. Αν όμως σκέπτεσαι κάπως διαφορετικά και έχης μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου, να είσαι σίγουρος ότι βρίσκεσαι πολύ κοντά στην πτώσι σου, όπως λέει ο Σειράχ· «Αν κάποιος δεν προσκολληθή γερά με σεβασμό στον Κύριο, γρήγορα θα καταστραφή ο οίκος του» (Σοφ. Σειρ. 27, 3). Εσύ όμως πόσες φορές έφθασες στο σημείο να πέσης σε γκρεμούς μεγάλων αμαρτημάτων; Πόσες φορές έγινες άξιος να σε αφήση ο Θεός χωρίς βοήθεια, λόγω της υπερηφάνειάς σου; Λοιπόν, αποφάσισε και μίσησε μέσα από την καρδιά σου αυτή την καταραμένη υπερηφάνεια, που είναι αιτία κάθε πτώσεως όπως λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος· «Όπου συνέβη κάποιο πτώμα, εκεί προηγήθηκε η υπερηφάνεια» (Λόγος κβ’). Και, αντίθετα, βάλε μέσα στην καρδιά σου και αγάπησε την ταπείνωσι, που είναι η αιτία και το βασικό στοιχείο και η ύπαρξις όλων των αρετών [Γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης ωνόμασε την ταπείνωσι δημιουργό και σύνδεσμο κάθε αρετής, λέγοντας· «Με την οποία τελειοποιεί (ο Θεός) την ταπείνωσι, που είναι δημιουργός και ο σύνδεσμος κάθε αρετής· όχι εκείνη, που αποτελείται μόνο από λόγια και σχήματα και είναι εύκολη σε οποιονδήποτε, αλλά εκείνη, που μαρτυρείται από το αγαθό και θείο Πνεύμα, την οποία δημιουργεί αυτό το Άγιο Πνεύμα, όταν εγκαθίσταται στα βάθη της ψυχής μας» (λόγος εις Ξένην)], διότι όπως αν γεμίσης όλο το βιβλίο από μηδενικά, αυτά δεν δείχνουν τίποτε παρά μόνο μηδενικά, ούτε έχουν κάποιον αριθμό· αλλά αν προστεθούν στα μηδενικά τα σημαντικά ψηφία των αριθμών, δηλαδή το ένα ή το δύο ή το τρία, τότε και τα μηδενικά εκείνα παίρνουν αξία και φανερώνουν αριθμό· έτσι και όλες οι αρετές, αν δεν έχουν μαζί τους την ταπείνωσι, μόνον μηδενικά είναι και τίποτε δεν αξίζουν. Και ο αββάς Ισαάκ λέει, ότι η χάρις του Θεού δεν δίνεται στην εργασία των άλλων αρετών, αλλά στην ταπείνωσι· «Στην ταπείνωσι δίνεται η χάρις λοιπόν, η ανταπόδοσις δεν δίνεται στην αρετή, ούτε στον μόχθο γι’ αυτήν, αλλά στην ταπείνωσι, που προέρχεται από αυτήν» (Λόγος κζ’ σελ. 236). Θυμήσου ότι αν δεν ταπεινωθής και αν δεν γίνης σαν ένα παιδί, δεν πρόκειται να μπης στη βασιλεία των ουρανών, όπως λέει αποφασιστικά ο Κύριος· «Σας βεβαιώνω ότι αν δεν ταπεινώσετε τον εαυτό σας και αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπήτε στην βασιλεία των ουρανών. Εκείνος που θα ταπεινώση τον εαυτό του σαν αυτό το παιδί, αυτός θα είναι ο μεγαλύτερος στην βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 18, 3). Να αισθανθής ντροπή, που μολονότι έχεις τόσες αιτίες να καταφρονής τον εαυτό σου, εσύ πάλι θέλεις σαν ανόητος να σε τιμούν οι άλλοι. Και παρακάλεσε τον Ιησού Χριστό, που, όπως με το θεϊκό του βλέμμα φώτισε την τύφλωσι του Πέτρου του μαθητή του τότε που έπεσε και τον έφερε σε συναίσθησι του πτώματός του· «Και ο Κύριος γύρισε και κοίταξε κατά πρόσωπο τον Πέτρο» (Λουκ. 22, 61), έτσι και τώρα να φωτίση την δική σου την τύφλωσι, για να μη ξεπέσης αλλά να μάθης να λες εκείνο που λέει ο Απόστολος· «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέξη μήπως πέση»(Α’ Κορ. 10, 12) [Αξίζει να σημειωθή εδώ εκείνο που λέει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι από την πτώσι του Πέτρου και από την πτώσι του Ιούδα μαθαίνουμε δύο μεγάλα πράγματα· ότι δεν αρκεί μόνον η προαίρεσις του ανθρώπου για να τον διαφυλάξη, χωρίς την βοήθεια του Θεού, όπως συνέβη με την περίπτωσι του Πέτρου· και αντίθετα ότι μόνη η βοήθεια του Θεού, χωρίς την δική μας προαίρεσι, δεν μπορεί να μας σώση, όπως συνέβη στον Ιούδα· «Από εδώ μαθαίνομε ένα μεγάλο δόγμα· ότι δεν αρκεί σε κάποιον η ανθρώπινη προαίρεσις, αν δεν υπάρχη και η βοήθεια του Θεού» και πάλι· «Δεν κερδίζουμε τίποτε από την βοήθεια του Θεού, όταν δεν υπάρχη προαίρεσις» (Σειρ. Εις το κατά Ματθαίον). Και εκείνο ακόμη, που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος ότι ο Πέτρος όντας έμπειρος στον πόλεμο του διαβόλου, έπεσε, ναι και αρνήθηκε, αλλά δεν απελπίσθηκε, αλλά αφού μετανόησε, σώθηκε· ο Ιούδας όμως μη έχοντας πείρα του πολέμου, αφού έπεσε μία φορά απελπίσθηκε ο δυστυχής και γι’ αυτό χάθηκε (Κεφ. πε’ σελ. 235, Φιλοκαλλία). Βλέπε και στην η’ Ανάγνωσι, ότι δεν πρέπει κανείς να απελπίζεται].

 Β’.

Σκέψου, αγαπητέ, την αιτία της αρνήσεως του Αποστόλου Πέτρου, που είναι η αμέλεια, η οποία φαίνεται φανερή σ’ αυτά τα τρία· στον τρόπο, με τον οποίον ακολουθούσε τον διδάσκαλο του• στον σκοπό για τον οποίον τον ακολουθούσε και στα αποτελέσματα που του προξένησε η αμέλεια. Ο τρόπος που τον ακολουθούσε ήταν από μακριά· «Ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά» (Ματθ. 26, 58) που σημαίνει ότι ο Πέτρος κυριευόταν από μία χλιαρότητα και αμέλεια και ούτε εντελώς ήθελε να εγκαταλείψει τον διδάσκαλό του, ούτε τελείως να τον ακολουθεί, αλλά ήθελε στην περίπτωση αυτή και να φαίνεται ότι είναι μαθητής του και να μη κινδυνεύσει για τον διδάσκαλο του.

Πάλι, το τέλος και ο σκοπός του Πέτρου, για τον οποίον ακολουθούσε τον Ιησού, δεν ήταν να πάει να πεθάνει μαζί του, αλλά κάποια περιέργεια, για να κάνει μία θεωρία, όχι σαν δικός του μαθητής, αλλά σαν ένας ξένος περιηγητής και να δει το τέλος του τόσο μεγάλου έργου. «Και όταν μπήκε μέσα κάθισε μαζί με τους υπηρέτες, για να δει το τέλος» (Ματθ. 26,58). Ακολούθησε τον Ιησού και ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής αλλά όχι από μακριά, αλλά από κοντά και μπήκε στην αυλή του αρχιερέως όχι για να δει το τέλος και το αποτέλεσμα, αλλά, αν τύχαινε, να πεθάνει μαζί με τον διδάσκαλο του· και αυτό συνέβαινε, επειδή δεν ήταν χλιαρή η αγάπη του προς τον Κύριο, αλλά τον αγαπούσε τόσο πολύ, που ούτε για ώρα δεν δεχόταν να φύγει από κοντά του. Γι’ αυτό και δεν πήγε μόνος του να βάλει μέσα τον Πέτρο, αλλά είπε στη θυρωρό και εκείνη τον έβαλε μέσα, όπως ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος· «Βγήκε τότε ο μαθητής ο άλλος, ο οποίος ήταν γνωστός στον αρχιερέα, και είπε στη θυρωρό και έβαλε τον Πέτρο μέσα» (Ιω. 18,16).

Πια ήταν τα αποτελέσματα της αμέλειας του Πέτρου; η τέλεια λησμοσύνη και ο λήθαργος, για να πω έτσι, που τον έπιασε στα λόγια του διδασκάλου του, ακόμη και τότε που τον αρνήθηκε, σε σημείο που αν ο Κύριος δεν γύριζε να τον δει, σίγουρα ο Πέτρος δεν θα αισθανόταν καθόλου ότι τον αρνήθηκε• «Ο Κύριος γύρισε και κοίταξε στο πρόσωπο τον Πέτρο και θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγο του Κυρίου» (Λουκ. 22,61) και η τέλεια άγνοια και η αθέτηση των παραγγελιών, που έδωσε ο Κύριος στο υπερώο και στον κήπο, για να παραμένει ο ίδιος άγρυπνος· «Σιμών, Σίμων ο σατανάς σάς ζήτησε, για να σας κοσκινίσει, όπως το σιτάρι» (Λουκ. 22,31)· και πάλι• «Σίμων, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες μία ώρα να αγρυπνήσεις» (Μάρκ. 14,37). Και επί πλέον η μεγάλη λύπη που τον κατέβαλε ολοκληρωτικά εξ αιτίας της οποίας και κοιμόταν και δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια του, όπως λέει ο Λουκάς· «Ήλθε στους μαθητές του και τους βρήκε να κοιμούνται από τη λύπη» (Λουκ. 22,45).

Τώρα αυτή η μεγάλη αμέλεια του Πέτρου πώς ήταν δυνατό να καταλήξει σε κάτι άλλο, παρά σε μία φανερή πτώση; «Από τεμπελιές πέφτει το δοκάρι της στέγης» (Εκκλ 10,18). Γι’ αυτό η αμέλεια αυτή του Πέτρου παρομοιάζεται με την ψυχρότητα του τότε καιρού· γιατί λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης• «Στέκονταν εκεί οι δούλοι και οι υπηρέτες, οι οποίοι είχαν ανάψει κάρβουνα για να ζεσταθούν, διότι έκανε κρύο· στεκόταν δε μαζί τους και ο Πέτρος και ζεσταινόταν» (Ιω. 18,18). Και πραγματικά ο Πέτρος ήταν ψυχρός από την αγάπη του Θεού και του διδασκάλου του, όπως λέει ο σοφός Θεοφάνης ο Κεραμέας και γι’ αυτό θερμαινόταν από τη φωτιά και από τη ζέστη του κόσμου και της σάρκας την οποία ανάβουν οι υπηρέτες του διαβόλου, η οποία κατόπιν συνέχεια εξευτελίζει και διαπομπεύει τον ταλαίπωρο αμαρτωλό και τον κάνει αρνητή του Θεού· ο Ιωάννης όμως όντας θερμός στην αγάπη του Θεού δεν χρειάσθηκε να ζεσταθεί από τέτοια καταραμένη φωτιά.

Ω παγκάκιστη αμέλεια! Καλά σε ονόμασε ο άγιος Μάρκος ο ασκητής άθεη στην επιστολή του προς τον Νικόλαο, διότι σε όλο το μέλλον κάνεις τους ανθρώπους άθεους και αρνητές του Χριστού· καλά είπε ο ίδιος Μάρκος ότι οι τρεις μεγάλοι γίγαντες του διαβόλου κα των παθών είσαι εσύ και η λησμοσύνη και η άγνοια· καλά σε τοποθέτησαν οι θεολόγοι στην πρώτη θέση από εκείνα που οδηγούν στην καταστροφή, η οποία παρασύρεις μαζί σου και τους άλλους τρεις βαθμούς της απώλειας την τύφλωση του νου, την πώρωση της καρδιάς και τον αδόκιμο νου.

Τώρα εσύ, αγαπητέ, που διαβάζεις αυτά, μπες μέσα στον εαυτό σου και εξέτασε καλά την καρδιά σου, η οποία μερικές φορές είναι τόσο μυστική, ώστε όχι μόνο στους άλλους είναι αγνώριστη, αλλά ακόμη και στον ίδιο τον εαυτό σου, όπως αναφέρεται· «Ανεξερεύνητα είναι τα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς και ποιός μπορεί να την γνωρίσει;» (Ιερεμ, 17,9). Μπες μέσα στην καρδιά σου και ίσως βρεις εκεί όλα αυτά τα ελαττώματα, διότι και συ, όταν σου συμβεί κάποια περίπτωση και κάποιος πειρασμός, αμέσως όπως ο Πέτρος λησμονείς όλους τους φωτισμούς και τις υποσχέσεις που σου έδωσε ο Θεός μέσα από τις άγιες Γραφές του, για να γνωρίσεις την μηδαμινότητα που έχουν οι ηδονές και τα καλά του κόσμου· και το παράξενο είναι ότι ξεχνάς και αυτήν την εμπειρία και την δοκιμή, που έκανες τόσες και τόσες φορές στα καλά του κόσμου, δοκιμάζοντάς τα πάντοτε και βρίσκοντάς τα ψεύτικα όλα, πράγμα το οποίο ο Πέτρος δεν το έπαθε, γιατί αυτός δεν δοκίμασε άλλη φορά τι είναι η άρνηση. Κάνεις μερικές φορές κάποιο καλό έργο, αλλά ποιός ξέρει μήπως το καλό αυτό το έχεις ανακατεμένο μαζί με κάποιο κοσμικό σκοπό; δηλαδή ή για να σε δοξάσει ο κόσμος ή για να κερδίσεις κάτι ή για να φαίνεσαι καλλίτερος από τους άλλους; Θέλεις να ακολουθείς τον Ιησού, αλλά με μία ενδιάμεση κατάσταση δηλαδή ούτε όλος να δοθείς στον Θεό, ούτε όλος στον κόσμο· δηλαδή ζητάς έναν δρόμο που να μη είναι ούτε ο πλατύς δρόμος που οδηγεί στην απώλεια ούτε ο στενός και γεμάτος θλίψεις που οδηγεί στην σωτηρία· αλλά ζητάς έναν δρόμο, που να μπορείς και συ να ακολουθήσεις τον Χριστό, όπως ο Πέτρος από μακριά, αλλά χωρίς να παραιτείσαι καθόλου από την υπηρεσία των παθών σου. Ω παγκάκιστη αμέλεια, που κυριεύει ακόμη κι εσένα αδελφέ! Μη κατηγορείς, λοιπόν, στο εξής τον μακάριο Πέτρο, που νικήθηκε από την αμέλεια, αλλά να κατηγορείς τον εαυτό σου, διότι νικιέσαι από αυτήν. Και εκείνος βέβαια, νικήθηκε μία φορά, ενώ εσύ νικιέσαι καθημερινά. Μη κατακρίνεις τον Πέτρο, γιατί αρνήθηκε τον Κύριο, αλλά να κατακρίνεις τον εαυτό σου· διότι μολονότι ομολογείς τον Θεό με τα λόγια, τον αρνείσαι όμως με τα έργα, κάνοντας αντίθετα σ’ εκείνα που διατάζει, όπως λέει ο Παύλος· «Ομολογούν ότι γνωρίζουν τον Θεό, τον αρνούνται όμως με τα έργα». Να κατακρίνεις τον εαυτό σου, γιατί όσες φορές ορκίζεσαι ψεύτικα, ή όσες φορές αρνείσαι την αλήθεια και δεν θέλεις να την ομολογήσεις ή από πείσμα ή από υπερηφάνεια ή αυταρέσκεια, τόσες φορές αρνείσαι τον Χριστό, που είναι η αλήθεια• «Εγώ είμαι η αλήθεια» (Ιω. 14,6) όσες φορές βασίζεσαι στην δύναμή σου και προσκυνείς σαν είδωλο την περιουσία σου, αρνείσαι τον Χριστό· γι’ αυτό και ο άγιος Παύλος ονόμασε την πλεονεξία ειδωλολατρεία (Κολοσ. 3,5). Και για να μιλήσω γενικά· οτιδήποτε προτιμάς περισσότερο από την αγάπη του Χριστού, κι αν ακόμη εκείνο είναι μία βελόνα, λέγεται άρνηση του Χριστού· γι’ αυτό είπε και ο ιερός Χρυσόστομος, ότι με πολλούς τρόπους μπορεί κάνεις να αρνείται τον Χριστό.

Γι’ αυτό, και συ αδελφέ, μιμήθηκες τον Πέτρο στην αμαρτία, ας μιμηθείς και την μετάνοιά του· επειδή, σύμφωνα με τον σοφό Νικήτα, γι’ αυτό τον λόγο γράφτηκαν τα σφάλματα των αγίων, για να μιμηθούμε εμείς την μετάνοια τους· «Μαθαίνουμε από τις άγιες Γραφές τις πτώσεις των άγιων, για να γίνουμε μιμητές και της μετάνοιάς τους» (Σειρ. Εις το κατά Ματθαίον). Εκείνος μία φορά αρνήθηκε τον Κύριο, αλλά μετανοούσε σε όλη του τη ζωή• διότι, λέει ο άγιος Κλήμης, ο μαθητής του, ότι όσες φορές ο Πέτρος άκουγε τον πετεινό που φώναζε, θυμόταν την άρνηση που έκανε και έκλαιγε· λέει και ο Ευαγγελιστής Μάρκος για τον Πέτρο ότι «Άρχισε να κλαίει» (Μάρκ. 14,72), πράγμα, που ερμηνεύοντας ο ιερός Θεοφύλακτος το λέει αντί το ‘αρξάμενος’. Διότι αφού άρχισε μία φορά να κλαίει, δεν σταμάτησε να κλαίει σε όλη του την ζωή.Και συ να μετανοήσεις από τα βάθη της καρδιάς σου προς τον Θεό σε όλη σου την ζωή· και, όσες φορές θυμάσαι τις αμαρτίες σου, να κλαις και να χύνεις γι’ αυτές δάκρυα πολύ πικρά· γιατί λέει ο άγιος Ιερώνυμος, ότι «Η μεν προσευχή καταπραΰνει τον Θεό, που είναι οργισμένος, ενώ τα δάκρυα τον αναγκάζουν να ελεήσει». Και ο άγιος Χρυσόστομος λέει ότι μετά την βροχή ο αέρας γίνεται καθαρός και ξάστερος, και μετά τα δάκρυα η ψυχή και ο νους γίνονται καθαρά και ξάστερα. Ο Πέτρος ακούγοντας εκείνον τον πετεινό, πού φώναξε, ξύπνησε και συναισθάνθηκε την αμαρτία του και εσύ ακούγοντας τον Κύριο, που σου φωνάζει «Γρηγορείτε» (Μάρκ. 13,37), ξύπνα από την αμέλεια, έλα σε συναίσθηση των αμαρτιών σου και στάσου άγρυπνος.

Εκείνος όσο ήταν στην αυλή του αρχιερέως μαζί με τους στρατιώτες δεν μπορούσε να κλάψει και να μετανοήσει, αλλά έκλαψε μόλις βγήκε έξω από την αυλή• «Και. μόλις βγήκε έξω έκλαψε πικρά» (Ματθ. 26,75). Και εσύ, αν δεν βγεις έξω από την αναισθησία του νου σου, που έχει πωρωθεί, όπως λέει αλληγορικά ο ιερός Θεοφύλακτος και αν δεν απομακρυνθείς από τα αίτια της αμαρτίας και αν δεν απομακρυνθείς εντελώς από το κακό, δεν μπορείς να κλάψεις τις αμαρτίες σου και να δείξεις αληθινή μετάνοια.

Εκείνος από την αμαρτία της αρνήσεως απέκτησε μετάνοια, απέκτησε ταπείνωση, δηλαδή το να μην έχει εμπιστοσύνη στη δύναμή του, αλλά στη βοήθεια του Θεού· απόκτησε το να μην απελπίζεται και τη συμπόνοια στους αμαρτωλούς Και συ από τις προηγούμενες αμαρτίες που έχεις κάνει, μάθε να ταπεινώνεσαι· μάθε όχι να κατηγορείς τους άλλους όταν αμαρτάνουν, αλλά να τους συμπονάς και να τους διδάσκεις να μην απελπίζονται.

Εκείνος με τη μεγάλη μετάνοια, που έδειξε, δέχθηκε πάλι την αποστολική αξία, που έχασε και έγινε πάλι κορυφαίος των Αποστόλων· και εσύ εάν μετανοείς με τέτοια θερμότητα, μπορείς να δεχθείς την χάρι της υιοθεσίας που έχασες με την αμαρτία σου, και να γίνεις πάλι υιός Θεού και κληρονόμος της βασιλείας του.

Γνώρισε, λοιπόν, ότι αιτία όλων σου των πταισμάτων ήταν η αμέλειά σου και να ντραπείς μπροστά στον θεϊκό σου διδάσκαλο· και από δω και πέρα αποφάσισε να αρχίσεις μία καινούργια ζωή με νέα θερμότητα και με σκοπούς όλους θεϊκούς δηλαδή για να δοξάζεις τον Θεό και για να ασφαλίσεις τη σωτηρία σου. Και, τέλος πάντων, επειδή η αμέλεια έχει μεγάλη δύναμη και μπορεί πάλι να σε ρίξει στην πτώση της αμαρτίας μολονότι είναι φοβερή και η δύναμη του διαβόλου• «Αυτοί όμως αμέλησαν (οι καλεσμένοι στους γάμους) και πήγαν ο ένας στο χωράφι του και ο άλλος στο εμπόριό του» (Ματθ. 22,5) γι’ αυτό παρακάλεσε τον Κύριο να σε ελευθερώσει από την μία και από την άλλη, αλλά το σπουδαιότερο να σε ελευθερώσει από τον εαυτό σου, γιατί συ ο ίδιος είσαι για τον εαυτό σου ένας εχθρός χειρότερος από κάθε διάβολο, καθώς αναφέρεται· «Εκείνοι που αμαρτάνουν είναι εχθροί της ζωής τους» (Τωβίτ 12,10).

Γ’.

Σκέψου, αγαπητέ, την τρίτη αιτία και την τελευταία αφορμή, από την οποία ο Απόστολος Πέτρος έπεσε στη άρνησι· ήταν η έλλειψις της προσευχής· και η αιτία πάλι της ελλείψεως της προσευχής ήταν η αμέλεια και η υπερηφάνεια· γιατί εκείνος που νομίζει ότι δεν κινδυνεύει από τίποτε και ότι είναι σταθερός αυτός δεν ζητάει με την προσευχή του βοήθεια από τον Θεό και ενώ ο άγιος Πέτρος είχε πολλές αιτίες να παραδοθή στην προσευχή, γιατί και ο Χριστός του παρήγγειλε πολλές φορές με τους άλλους Αποστόλους «Αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, για να μη πέσετε σε πειρασμό» (Μάρκ. 14, 38)· και επειδή γι’ αυτό τον επετίμησε χωριστά· «Σίμων, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες μία ώρα να αγρυπνήσης» (Μάρκ. 14,37). Ακόμη και με το εξαιρετικό παράδειγμα που του έδωσε ο Σωτήρ στον κήπο προσευχόμενος τρεις συνεχόμενες ώρες [Επειδή σε τρία χρονικά διαστήματα έκανε ο Κύριος την προσευχή στον κήπο, όπως λένε οι ιεροί ευαγγελιστές· στο πρώτο διάστημα αναφέρουν καθαρά ο Ματθαίος και ο Μάρκος ότι προσευχήθηκε ο Κύριος για μία ώρα· από εδώ συμπεραίνουν πολλοί, ότι και στα άλλα δύο χρονικά διαστήματα πέρασαν δύο ώρες]. Όμως, όλα αυτά, δεν στάθηκαν ικανές αφορμές για να ξυπνήσουν τον Πέτρο από τον βαρύ ύπνο της αμέλειας και της λύπης· «Διότι τα μάτια τους ήσαν πολύ κουρασμένα» (Μάρκ. 14, 40), για να θελήση να προσευχηθή και να χρησιμοποιήση ένα τόσο εύκολο όπλο, για να δυναμώση με αυτό την ασθένειά του και να παρηγορήση την λύπη του. Τώρα, πρόσεξε, αδελφέ, πόσο αδύνατος είναι ο ταλαίπωρος άνθρωπος όταν δεν ενωθή με τον Θεό με την προσευχή παρακαλώντας τον να του χαρίση την βοήθειά του. Ο Πέτρος ο πρώτος και ο κορυφαίος όλων των Αποστόλων, ο Πέτρος που αγαπούσε τον διδάσκαλό του περισσότερο από όλους τους άλλους μαθητές· ο Πέτρος προς τον οποίον απεκάλυψε ο Πατέρας με τόσο φως την θεότητα του Ιησού Χριστού· «Δεν σου το απεκάλυψε αυτό άνθρωπος αλλά ο Πατέρας μου ο επουράνιος» (Ματθ. 16, 17)· ο Πέτρος που με τόση γενναιότητα ομολόγησε τον Χριστό για Υιό του Θεού μπροστά στους άλλους Αποστόλους· «Εσύ είσαι ο Χριστός ο υιός του ζωντανού Θεού» (Ματθ. 16, 16)· ο Πέτρος που είδε την θεότητα του Χριστού, όταν φάνηκε πάνω στο όρος Θαβώρ· ο Πέτρος λέω, εκείνος χωρίς να δεθή από στρατιώτες χωρίς να εξετασθή από κριτές χωρίς να δαρθή, χωρίς να καταδικασθή σε θάνατο, αλλά μόνον επειδή ρωτήθηκε από ένα ασήμαντο γυναικάριο, όχι με φοβέρα και απειλή, όχι με αγριότητα και θυμό, αλλά με καλωσύνη και ημερότητα· «Μήπως είσαι και συ από τους μαθητές αυτού του ανθρώπου;» (Ιω. 18, 17) αμέσως απαντά, ότι δεν γνωρίζει τον θεϊκό του διδάσκαλο ούτε καν ως άνθρωπο· «Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο» (Ματθ. 26, 73) και προχωρώντας ακόμη στο χειρότερο άρχισε μπροστά σε όλο εκείνο το βλάσφημο πλήθος να προσθέτη επάνω στην άρνησι και όρκους ακόμη και αναθέματα, για να βεβαιώση το ψεύδος του· «Τότε άρχισε με κατάρες και όρκους να λέη· ‘Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο’» (Ματθ. 26, 74). Και όλα αυτά γιατί; Διότι δεν έλαβε μαζί του το όπλο της προσευχής· γιατί δεν δυνάμωσε την αδυναμία του με την προσευχή, ούτε ενώθηκε με αυτή με τον παντοδύναμο Κύριο. Τέτοια είναι τα κακά και τέτοιοι είναι οι λαβύρινθοι, στους οποίους πέφτει όποιος δεν προσεύχεται συνέχεια· φθάνει στο σημείο να αρνηθή και τον Κύριο για τόσο ασήμαντο πράγμα και, αφού τον αρνηθή, συνεχίζει τον μεγάλο κατήφορο προχωρώντας και πέφτοντας στον γκρεμό πότε της μίας και πότε της άλλης αμαρτίας σαν να μη γνώρισε ποτέ τον Θεό με την πίστι. Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε την παραβολή της χήρας και του κριτή της αδικίας για να μας παρακινήση να προσευχώμαστε πάντοτε και να μη αδιαφορούμε· «Τους είπε και παραβολή, για να τους διδάξη ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μη χάνουν το θάρρος τους» (Λουκ. 18, 1).

Μάθε, λοιπόν, και συ αδελφέ, με ξένα έξοδα, δηλαδή με την πτώσι αυτή του Αποστόλου Πέτρου, μάθε να μη αφήσης ποτέ τον εαυτό σου να εμποδισθή από κάποιο πράγμα στο να προστρέχης πάντοτε με την προσευχή στον Κύριο, πάντοτε βέβαια, ιδιαίτερα όμως σε καιρό πειρασμού και θλίψεως· «Μη σ’ εμποδίση τίποτε στον καιρό σου να εκπληρώσης ό,τι έταξες» (Σειρ. 18, 22). Εάν όμως εγκαταλείψης την προσευχή, γνώριζε ότι θα είναι αρκετό ένα απλό παιχνίδι, ένας απλός λόγος μία μόνο αντίρρησις του κόσμου, για να σε κάνη να αρνηθής όλες τις καλές αποφάσεις που πήρες για την σωτηρία της ψυχής και να ξεχάσης εκείνον τον Κύριο, που τόσο πολύ σε ευεργέτησε και έδωσε για σένα το αίμα και την ζωή του.

Για να αποδώση, όμως η προσευχή σου καρπό και για να γίνη, όπως πρέπει, με συντομία σου λέω τα εξής απαραίτητα και ουσιώδη γι’ αυτήν. Γνώριζε, λοιπόν, αδελφέ, ότι σύμφωνα με τον Μένα Βασίλειο (Διατάξ. ασκητ. α’.) η προσευχή διαιρείται σε τέσσερα· α’. στην δοξολογία του Θεού. β’. στην ευχαριστία των ευεργεσιών του· γ’. στην εξομολόγησι των αμαρτιών και δ’. στην αίτησι εκείνων, που είναι απαραίτητα για την σωτηρία. Όταν, λοιπόν, πρόκηται να προσευχηθής άρχισε πρώτα από την δοξολογία του Θεού λέγοντας· «Δόξα σοι, Κύριε, ο Θεός μου, ο ακατάληπτος και αγαθός και Παντοδύναμος και κτίστης όλου του κόσμου»· και μη αρχίσης να ζητάς αμέσως· γιατί με τον τρόπο αυτόν κατηγορείς την προαίρεσί σου, ότι δηλαδή τρέχεις στον Θεό από ανάγκη, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος· «Όταν προσεύχεσαι μη έλθης αμέσως στην αίτησί σου· διαφορετικά διαβάλλεις την προαίρεσί σου, ότι έρχεσαι να προσευχηθής στον Θεό πιεζόμενος από ανάγκη». Κατόπιν ευχαρίστησε τον Θεό λέγοντας· «Σε ευχαριστώ για όλες τις ευεργεσίες που έκανες για μένα, μολονότι δεν σε ευχαριστώ, όπως πρέπει».

Κατόπιν εξομολογήσου μπροστά του όλες σου τις αμαρτίες, αν μπόρεσης κάθε μία ξεχωριστά, για μεγαλύτερη κατάνυξι, όπως είναι και οι ευχές της Θείας Μεταλήψεως λέγοντας· αμάρτησα ενώπιόν σου, Κύριε, και σε λύπησα με φόνους με κλοπές με πορνείες κ.λπ. Αν, όμως μαζί με τις σαρκικές αμαρτίες που έκανες θυμάσαι και τους τρόπους και τα πρόσωπα με τα οποία αμάρτησες και μολύνεσαι, άφησε την εξειδικευμένη εξομολόγησι των σαρκικών σου αμαρτιών, όπως λέει ο άγιος Μάρκος ο ασκητής και λέγε μόνο· «Κύριε, αμάρτησα και σε λύπησα με πολλές σαρκικές αμαρτίες»· τις άλλες σου αμαρτίες όμως να τις εξομολογηθής καθαρά μία μία. Τέταρτο και τελευταίο, ζήτησε από τον Θεό όχι δόξα και πλούτο και ηδονές και υγεία σωματική, αλλά την βασιλεία του και την δικαιοσύνη του, όπως σου παραγγέλνει ο Κύριος (Ματθ. 6, 33). Λέγε μάλιστα· «Κύριε, θεράπευσε την ψυχή μου, διότι αμάρτησα σε σένα». Κύριε, συγχώρησε τις αμαρτίες μου· Κύριε, μη με αφήσης να πέσω σε πειρασμό· Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με. Και το περισσότερο μέρος της προσευχής σου, ας είναι αυτά τα αιτήματα· διότι βλέπουμε και στην Κυριακή προσευχή του Πάτερ ημών, περισσότερες είναι οι αιτήσεις παρά τα άλλα.

Οι τρόποι με τους οποίους πρέπει να προσεύχεσαι γενικά είναι δύο· εσωτερικός και εξωτερικός. Ο εσωτερικός τρόπος είναι το να προσπαθής να συγκεντρώνης όλον τον νου σου στα λόγια της προσευχής σου και να μη τον αφήνης να σκέπτεται τίποτε άλλο, σκεπτόμενος ότι βρίσκεσαι μπροστά στην παρουσία του Θεού· και για να συγκεντρώνεται καλλίτερα ο νους σου, κράτα και για λίγο την αναπνοή σου, όπως αναφέρουν οι όσιοι Πατέρες, ενώ την καρδιά σου κάνε την να διατίθεται και να επιθυμή, όσα λέγονται, όπως επιθυμεί τα καλά φαγητά, λαμβάνοντας φόβο και έχοντας ταπείνωσι, συντριβή και κατάνυξι στην προσευχή και να έχη και δάκρυα· και άλλοτε να προσεύχεσαι με τον νου και με την καρδιά σου (το οποίο είναι το καλλίτερο) και άλλοτε με το στόμα. Ο εξωτερικός πάλι τρόπος είναι να προσεύχεσαι πότε έχοντας σκυμμένο το κεφάλι σου, όπως ο τελώνης, πότε όρθιος, πότε γονατιστός και πότε σηκώνοντας τα χέρια σου· οι τρόποι αυτοί αναφέρονται από τις άγιες Γραφές· «Όταν στέκεσθε να προσεύχεσθε» (Μάρκ. 11, 25). Και «Γονάτισε και προσευχήθηκε» (Πράξ 9, 40). Και «Τα υψωμένα χέρια μου» (Ψαλμ. 140, 2). Αν όμως κανείς είναι ασθενής και μεγάλος στην ηλικία, ας προσεύχεται και καθιστός. Ο καιρός πάλι της προσευχής είναι οι επτά χρονικοί προσδιορισμοί, που έχουν ορισθή από την Εκκλησία, δηλαδή· εσπερινός, απόδειπνο, μεσονυκτικό, όρθρος και ώρες σύμφωνα με το «Επτά φορές την ημέρα σε δοξολόγησα» (Ψαλμ. 118, 164). Ιδιαίτερα, όμως να βιάζης τον εαυτό σου, για να προσεύχεσαι παντοτινά και αδιάκοπα, όπως παραγγέλλει ο Απόστολος σε όλους μοναχούς και λαϊκούς· «Συνεχώς προσεύχεσθε» (Α’ Θεσσαλον. 5, 17) και την ώρα που εκτελείς την τέχνη σου ή άλλη υπηρεσία σου να λες το «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»· και όλες τις ευεργεσίες να τις νοστιμίζης με την προσευχή, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος (επιστολή α’) και είπαμε και μεις προηγουμένως στον α’ συλλογισμό – της μελέτης για την ζωή του Κυρίου, που εξετάζεται γενικά.

Ο τόπος της προσευχής κατά κύριον λόγο, είναι η Εκκλησία, κατόπιν όμως ας είναι ο πιο ήσυχος τόπος του σπιτιού σου. Γιατί βλέπουμε και τον απόστολο Πέτρο, που ανέβηκε στο πάνω μέρος του σπιτιού (στο δώμα) και προσευχήθηκε· «Ανέβηκε ο Πέτρος στο ανώγειο, για να προσευχηθή» (Πράξ. 10, 9). Και γενικά, σε όποιον τόπο κι αν βρίσκεσαι, φρόντιζε να προσεύχεσαι, διότι λέει· «Σε κάθε τόπο, που εξουσιάζει ο Κύριος ευλόγησε τον Κύριο, ψυχή μου» (Ψαλμ. 102, 22).

Όταν, λοιπόν, προσεύχεσαι με τέτοιον τρόπο, να ομολογήσης ότι όλη σου η ελπίδα και η δύναμις στηρίζεται στην βοήθεια του λυτρωτή σου και ότι όσο εκείνος σε κρατάει σταθερά, για να μη πέσης τόσο κι εσύ θα παραμείνης όρθιος και ανίκητος από τους πειρασμούς. Αποφάσισε από δω και πέρα με την προσευχή σου να αφιερώνεσαι καθημερινά στον Κύριο Ιησού Χριστό και να μη κουρασθής να ζητάς το έλεός του και όλα όσα χρειάζονται για την σωτηρία σου, κι αν ακόμη δεν σου τα δώση· κι αν περάση ένας χρόνος ή δυο ή τρεις ή τέσσερις ή και περισσότεροι, έως ότου λάβης εσύ μη αναχώρησης αλλά με πίστι να ζητάς πάντα εργαζόμενος τα αγαθό, λέει ο μέγας Βασίλειος (ασκητ. διατ. α’). Γιατί στο τέλος ο Θεός θα σου τα χαρίση, αν όχι για τίποτε άλλο, τουλάχιστο για την αδιαντροπιά σου, όπως είπε ο ίδιος· «Κι αν δεν σηκωθή να του δώση, επειδή είναι φίλος του, όμως για την αδιαντροπιά του θα σηκωθή και θα του δώση αυτά που έχει ανάγκη» (Λουκ. 11, 8). Βλέπουμε ακόμη και εκείνον τον δίκαιο Ισαάκ που παρακαλούσε είκοσι χρόνια τον Θεό να του χαρίση παιδί και ύστερα τον άκουσε (Γέν. 25)· και πολλοί από τους Οσίους καθημερινά φώναζαν στον Θεό· έλεος, έλεος, έλεος· άλλος πενήντα και άλλος εξήντα χρόνια και τότε έπαιρναν εκείνο που ζητούσαν ή μερικές φορές στην ζωή τους ή και κατά την ώρα του θανάτου τους· και το κάνει αυτό ο Θεός και δεν μας δίνει εύκολα εκείνο, που ζητάμε και για άλλους λόγους που γνωρίζει ο ίδιος ιδιαίτερα, όμως για να μας κάνη να παραμένουμε πάντοτε κοντά του και για να διατηρήσουμε καλά εκείνο που λάβαμε με τόση δυσκολία, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος· «Γι’ αυτό αργεί να δώση, σκεπτόμενος την παραμονή μας πλησίον του· και για να γνωρίσης τι είναι δώρο του Θεού και για να διατηρήσης αυτό που σου δόθηκε με φόβο» (ασκητ. διατάξ. α’). Και, τέλος πάντων παρακάλεσε τον Κύριο, αδελφέ, vα σου δώση αυτό το πνεύμα και το χάρισμα της προσευχής το οποίο, σαν κάποιο χρυσό κλειδί, θα μπορής να ανοίγης όποτε έχεις ανάγκη, τους θησαυρούς της χάριτος και βοήθειάς του· «Το Πνεύμα βοηθά στις αδυναμίες μας διότι δεν γνωρίζουμε πως πρέπει να προσευχώμαστε, αλλά αυτό το – Πνεύμα μεσιτεύει για μας με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφρασθούν με λόγια» (Ρωμ. 8, 26).

(«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ» ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Έκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, 2008)

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ;

 
Άγιος Ιωάννης o Χρυσόστομος
Γιατί ο Χριστός δεν άλλαξε τον Ιούδα;

«Τότε, ἀφοῦ πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἶπε, τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε γιὰ νὰ σᾶς τὸν παραδώσω;»[…]

Καὶ ἀκριβῶς ὅταν ἡ πόρνη μετανοοῦσε, ὅταν καταφιλοῦσε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου, τότε πρόδιδε τὸ Δάσκαλο ὁ μαθητής. Γι’ αὐτὸ εἶπε «τότε», γιὰ νὰ μὴν κατηγορήσεις γιὰ ἀδυναμία τὸ Δάσκαλο, ὅταν βλέπεις τὸν μαθητή του νὰ τὸν προδίδει. Γιατί τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τοῦ Δασκάλου, ὥστε νὰ πείθει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ἀκόμη καὶ οἱ πόρνες.

Θὰ ἀναρωτιόταν ὅμως κανείς, Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε τὴ δύναμη νὰ μεταστρέφει τὶς πόρνες καὶ νὰ τὶς κάνει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν, δὲν κατάφερε νὰ κερδίσει τὴν ἀγάπη τοῦ μαθητῆ του; Εἶχε τὴ δύναμη νὰ κερδίσει τὸ μαθητή, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν μεταβάλει ἀναγκαστικὰ στὸ καλό, οὔτε μὲ τὴ βία νὰ τὸν προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε». Καὶ τὸ «ἀφοῦ πῆγε» αὐτὸ δὲν στερεῖται κάποιας σημασίας. Γιατί δὲν κάλεσαν οἱ ἀρχιερεῖς τὸν Ἰούδα, οὔτε ἀναγκάστηκε, οὔτε ὑποχρεώθηκε, ἀλλὰ ὁ ἴδιος μόνος του κι ἐλεύθερα γέννησε τὴν πονηρὴ αὐτὴ σκέψη κι ἔβγαλε αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, χωρὶς νὰ ἔχει κανέναν σύμβουλο σ’ αὐτὸ τὸ πονηρό του ἔργο. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε …; ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα».

Τί σημαίνει τὸ «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα»; Καὶ αὐτὸς ὁ λόγος «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα» δείχνει πὼς ἡ κατηγορία τοῦ Ἰούδα εἶναι πολὺ μεγάλη. Γιατί ὁ Ἰησοῦς εἶχε καὶ ἄλλους μαθητές, ἑβδομήντα συνολικά. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι βρίσκονταν σὲ δεύτερη θέση καὶ δὲν ἀπολάμβαναν τόση τιμή, οὔτε εἶχαν τόση οἰκειότητα μὲ τὸν Διδάσκαλο, οὔτε γνώριζαν τόσο τὰ μυστικὰ Του ὅσο οἱ δώδεκα. Αὐτοὶ προπάντων ἦταν οἱ ἐκλεκτοί, αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τὸν στενὸ κύκλο τοῦ Βασιλιᾶ, αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τὴν ὁμάδα ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ Δάσκαλο, καὶ ἀπὸ αὐτὴν ξεπήδησε ὁ Ἰούδας.

Γιὰ νὰ μάθεις, λοιπόν, ὅτι δὲν Τὸν πρόδωσε ἁπλῶς κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς Του, γι’ αὐτὸ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς τὸ «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα». Καὶ δὲ ντρέπεται ὁ Ματθαῖος νὰ τὸ ἀναφέρει. Ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο νὰ ντραπεῖ; Τὸ ἀναφέρει γιὰ νὰ μάθεις πὼς παντοῦ καὶ πάντα λένε οἱ Εὐαγγελιστὲς τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν ἀποκρύπτουν τίποτα, ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ θεωροῦνται ἀξιοκατάκριτα. Γιατί αὐτὰ ποὺ φαίνονται πὼς εἶναι ἀξιοκατάκριτα, αὐτὰ ἀποδεικνύουν τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου. Ὅτι δηλαδὴ προσέφερε τόσα πολλὰ ἀγαθὰ στὸν προδότη, τὸ ληστή, τὸν κλέφτη (τὸν Ἰούδα) καὶ συνέχιζε μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ τὸν ἔχει κοντά Του. Καὶ μάλιστα τὸν νουθετοῦσε καὶ τὸν συμβούλευε καὶ τὸν φρόντιζε μὲ κάθε τρόπο.

Ἂν ἐκεῖνος δὲν ἔδινε σημασία, δὲν φταίει ὁ Κύριος. Καὶ μάρτυρας εἶναι ἡ πόρνη, καὶ μὴ πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τὸν Ἰούδα. Γιατί καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ὀλέθρια, καὶ τὸ ὑπέρμετρο θάρρος καὶ ἡ ἀπελπισία (ἀπόγνωση). Γιατί τὸ ὑπέρμετρο θάρρος κάνει νὰ πέσει κάτω αὐτὸς ποὺ στέκεται ὄρθιος, καὶ ἡ ἀπελπισία ἐμποδίζει νὰ σηκωθεῖ αὐτὸς ποὺ ἔχει πέσει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος συμβούλευε λέγοντας: «Αὐτὸς ποὺ νομίζει πὼς στέκεται, ἂς προσέχει μὴν πέσει».

Ἔχεις τὰ παραδείγματα καὶ τῶν δύο πῶς ἔπεσε δηλαδὴ ὁ μαθητής, ποὺ νόμιζε πὼς στεκόταν ὄρθιος, καὶ πῶς σηκώθηκε ἡ πόρνη ποὺ εἶχε πέσει. Ἡ σκέψη μας εὔκολα παρασύρεται καὶ ἡ θέλησή μας εἶναι εὐμετάβλητηΓι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διαφυλάσσουμε καὶ νὰ ὀχυρώνουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ παντοῦ.[…]

«Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Πές μου Ἰούδα, αὐτά σοῦ ἔμαθε ὁ Χριστός; Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο δὲν ἔλεγε, «μὴν ἀποκτήσετε χρυσὰ νομίσματα, οὔτε ἀσημένια, οὔτε χάλκινα που νὰ τὰ φυλάγετε στὶς ζῶνες σας», θέλοντας νὰ περιορίσει ἀπὸ πιὸ μπροστὰ τὴ φιλαργυρία σου;[…]

«Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Πολὺ σκληρὰ εἶναι τὰ λόγια αὐτά. Πές μου, μπορεῖς ἐσὺ νὰ παραδώσεις Ἐκεῖνον ποὺ συγκρατεῖ τὰ πάντα, ποὺ ἐξουσιάζει τοὺς δαίμονες, ποὺ διατάσσει τὴ θάλασσα καὶ εἶναι ὁ Κύριος ὅλων ὅσων ὑπάρχουν στὴ φύση; Γιὰ νὰ περιορίσει λοιπὸν τὴ παραφροσύνη του καὶ γιὰ νὰ δείξει πὼς ἂν δὲν ἤθελε, δὲν θὰ προδιδόταν, ἄκουσε τί κάνει. Κατὰ τὴν ὥρα ἀκριβῶς τῆς προδοσίας, ὅταν ἦρθαν ἐναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες καὶ πυρσούς, τοὺς λέει: «Ποιὸν ζητᾶτε;» καὶ δὲν γνώριζαν Ἐκεῖνον ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συλλάβουν. Τόσο πολὺ ἔλειπε ἡ δύναμη ἀπὸ τὸν Ἰούδα στὸ νὰ παραδώσει τὸν Κύριο, ὥστε δὲν Τὸν ἔβλεπε τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ Τὸν παραδώσει, ἐνῶ ἦταν παρών, καὶ ὅλα αὐτὰ τὴ στιγμὴ ποὺ ὑπῆρχαν τόσες λαμπάδες καὶ τόση φωτοχυσία.

Αὐτὸ βέβαια ὑπαινίχθηκε καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς λέγοντας ὅτι εἶχαν λαμπάδες καὶ πυρσοὺς καὶ δὲν τὸν ἔβλεπαν. Καὶ κάθε ἡμέρα τοῦ τὸ ὑπενθύμιζε καὶ μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα, ὅτι δηλαδὴ δὲν θὰ μπορέσει νὰ Τὸν προδώσει στὰ κρυφά. Καὶ μάλιστα δὲν τοῦ ἔκανε (ὁ Κύριος) παρατηρήσεις φανερὰ μπροστὰ σὲ ἄλλους, γιὰ νὰ μὴν τὸν κάνει πιὸ ἀδιάντροπο, οὔτε πάλι ἀποσιωποῦσε τὰ σφάλματά του, γιὰ νὰ μὴν νομίζει ὅτι περνοῦν ἀπαρατήρητα καὶ ἐπιχειρήσει ἄφοβα τὴν προδοσία, ἀλλὰ διαρκῶς ἔλεγε: «Ἕνας ἀπὸ ἐσᾶς θὰ μὲ παραδώσει», δὲν τὸν φανέρωσε ὅμως.

Εἶπε πολλὰ (ὁ Κύριος) καὶ γιὰ τὴν κόλαση, πολλὰ καὶ γιὰ τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ ἀπέδειξε τὴ δύναμη ποὺ εἶχε καὶ γιὰ τὰ δύο, καὶ γιὰ νὰ τιμωρεῖ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ γιὰ νὰ ἀνταμείβει τοὺς δικαίους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος (ὁ Ἰούδας) ὅλα αὐτὰ τὰ περιφρόνησε, ὁ Θεὸς ὅμως δὲν τὸν ἀνακάλεσε μὲ τὴ βία ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀποφάσισε. Ἐπειδὴ λοιπὸν μᾶς δημιούργησε ἐλεύθερους νὰ διαλέγουμε τὶς κακὲς ἢ τὶς ἐνάρετες πράξεις, ἐπιθυμεῖ νὰ εἴμαστε καλοὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Γι’ αὐτὸ ἂν ἐμεῖς δὲν θέλουμε, οὔτε μᾶς πιέζει οὔτε μᾶς ἀναγκάζει.

Ἐπειδὴ αὐτὸς ποὺ γίνεται μὲ τὴ βία ἐνάρετος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐνάρετος. Ἀφοῦ λοιπὸν κι ἐκεῖνος ἦταν ἐλεύθερος νὰ διαλέξει καὶ ἦταν σὲ θέση νὰ μὴν ὑποστεῖ βία γιὰ νὰ κλίνει πρὸς τὴ φιλαργυρία, γι’ αὐτὸ τυφλώθηκε ἡ σκέψη του, πρόδωσε τὴ σωτηρία του καὶ εἶπε: «Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Ἐπικρίνοντας τὴ διανοητική του τύφλωση καὶ τὴν ἀναισθησία, ὁ Εὐαγγελιστὴς λέει ὅτι τὴν ὥρα ποὺ πῆγαν νὰ συλλάβουν τὸν Κύριο, βρισκόταν μαζί τους καὶ ὁ Ἰούδας, ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω».

Καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ δοῦμε τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ὅτι μόλις Ἐκεῖνος ἁπλῶς μίλησε, ἀπομακρύνθηκαν κι ἔπεσαν κάτω. Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν σταμάτησαν τὸ ἐπαίσχυντο ἔργο τους, παραδίνεται ἀμέσως σὰν νὰ ἔλεγε: Ἐγὼ ἔκανα τὸ καθῆκον μου, ἀποκάλυψα τὴ δύναμή μου καὶ ἀπέδειξα ὅτι ἐπιχειρεῖτε πράγματα ἀκατόρθωτα. Θέλησα νὰ περιορίσω τὴν κακία σας, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐσεῖς δὲν θελήσατε καὶ ἐπιμένετε στὴν παραφροσύνη σας, νά, σᾶς παραδίνομαι.

Τὰ ἀνέφερα ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ μὴν κατηγορήσουν μερικοὶ τὸν Χριστό, καὶ ποῦν: γιατί δὲν μετέστρεψε τὸν Ἰούδα;

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ - ΟΜΙΛΙΑ Α'!


 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)
Εις την προδοσία του Ιούδα – Ομιλία Α΄

Στην προδοσία του Ιούδα ομιλία Α΄καθώς και στο Πάσχα, στην παράδοση της Θείας Ευχαριστίας, και για το ότι δεν πρέπει κανείς να είναι μνησίκακος. Εκφωνήθηκε κατά την αγία και μεγάλη Πέμπτη.

1. Σήμερα είναι ανάγκη να απευθύνω λίγα λόγια προς την αγάπη σας· και πρέπει να σας πω λίγα, όχι επειδή κουράζεσθε από το πλήθος των λεγομένων· διότι δεν είναι δυνατό να βρει κανείς άλλη πόλη που να τρέφει τόση μεγάλη αγάπη για την ακρόαση των πνευματικών λόγων. Δεν θα σας πω λοιπόν λίγα γι’ αυτό, επειδή δηλαδή σας κουράζω με το πλήθος, αλλ’ επειδή είναι αναγκαία σήμερα η αιτία της βραχυλογίας· καθόσον βλέπω πολλούς από τους πιστούς να βιάζονται να έρθουν προς κοινωνία των φρικτών μυστηρίων. Για να μη χάσουν λοιπόν ούτε εκείνη την τράπεζα, ούτε να στερηθούν και αυτή, είναι ανάγκη σήμερα να προσφέρω και την ανάλογη πνευματική τροφή, ώστε ν’ αποκομίσετε κέρδος και από τις δύο μεριές, παίρνοντας εφόδια και από αυτήν, και από τα λόγια μου, και έχοντας αυτά τα εφόδια να φύγετε και με φόβο και με τρόμο καθώς και με την πρέπουσα ευλάβεια να προσέλθετε στη φοβερή και φρικτή κοινωνία.

Σήμερα, αγαπητοί, παραδόθηκε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός· διότι την εσπέρα αυτή που μας έρχεται, τον έπιασαν οι Ιουδαίοι και έφυγαν. Αλλά μη κυριευθείς από θλίψη, ακούοντας ότι παραδόθηκε ο Ιησούς· ή καλύτερα γίνε σκυθρωπός και κλάψε πικρά, όχι όμως για εκείνον που παραδόθηκε, αλλά για τον προδότη Ιούδα. Διότι εκείνος που παραδόθηκε έσωσε την οικουμένη, ενώ εκείvoς που τον παρέδωσε έχασε την ψυχή του. Και εκείνος που παραδόθηκε κάθεται στα δεξιά του πατέρα του στους ουρανούς, ενώ εκείνος που τον πρόδωσε βρίσκεται τώρα στον άδη, περιμένοντας την απαραίτητη τιμωρία. Γι’ αυτόν λοιπόν κλάψε και αναστέναζε, γι’ αυτόν πένθησε, επειδή και ο Κύριός μας γι’ αυτόν δάκρυσε. Διότι, λέγει, «Όταν τον είδε, ταράχθηκε και είπε· ένας από σας θα με παραδώσει». Πω, πω πόσο μεγάλη είναι η ευσπλαχνία του Κυρίου· εκείνος που προδόθηκε πονάει για εκείνον που τον πρόδωσε. «Όταν λοιπόν», λέγει, «τον είδε, ταράχθηκε και ειπε· ένας από σας θα με παραδώσει». Για ποιο λόγο λυπήθηκε; Για να δείξει συγχρόνως και τη φιλοστοργία του, και να μας διδάξει, ότι πρέπει να θρηνούμε σε κάθε περίπτωση όχι εκείνον που κακοποιείται, αλλά εκείνον που κακοποιεί. Διότι αυτό είναι χειρότερο από εκείνο, ή καλύτερα εκείνο δεν είναι κακό, το να κακοπαθεί δηλαδή, αλλά κακό είναι το να κάνει κανείς το κακό. Διότι το να κακοπαθούμε αυτό μας προσφέρει τη βασιλεία των ουρανών, ενώ το να κάμνομε το κακό μας γίνεται αιτία της γέεννας και της κολάσεως. Διότι λέγει· «Μακάριοι είναι εκείνοι που καταδιώκονται για χάρη της αρετής, διότι σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών».

Βλέπεις πώς το να κακοπαθεί κανείς έχει σαν μισθό και έπαθλο τη βασιλεία των ουρανών; Άκουσε πώς το να κάμνει πάλι το κακό προξενεί κόλαση και τιμωρία. Διότι αφού ο Παύλος είπε για τους Ιουδαίους, ότι «τον Κύριο φόνευσαν και τους προφήτες καταδίωξαν», πρόσθεσε· «Των οποίων το τέλος θα είναι σύμφωνο με τα έργα τους». Είδες πώς εκείνοι που διώκονται κερδίζουν τη βασιλεία των ουρανών, ενώ εκείνοι που καταδιώκουν επισύρουν εναντίον τους την οργή του Θεού; Αυτά τώρα δεν σας τα είπα έτσι στην τύχη, αλλά για να μη οργιζόμαστε εναντίον των εχθρών μας, αντίθετα μάλιστα να τους ευσπλαχνιζόμαστε, να θρηνούμε γι’ αυτούς και να πονάμε μαζἰ μ’ αυτούς· διότι εκείνοι είναι που κακοπαθούν, εκείνοι που μάς εχθρεύονται. Αν προετοιμάσομε έτσι την ψυχή μας, θα μπορέσομε και να προσευχόμαστε υπέρ αυτών. Γι’ αυτό λοιπόν είναι η τέταρτη ημέρα σήμερα που σας ομιλώ για την προσευχή υπέρ των εχθρών, για να γίνει σταθερός ο λόγος της διδασκαλίας και να ριζωθεί με τη συνεχή προτροπή. Γι’ αυτό επιμένω στους λόγους μου, ώστε να καταπραΰνει ο αναβρασμός της οργής και να κατασταλεί η φλεγμονή, και έτσι να είναι καθαρός από οργή εκείνος που έρχεται να προσευχηθεί. Διότι και ο Χριστός δεν έδωσε αυτές τις συμβουλές μόνο για τους εχθρούς, αλλά και για μάς, ώστε να συγχωρούμε τα αμαρτήματα εκείνων· διότι περισσότερα παίρνεις παρά δίνεις, συγχωρώντας την οργή του εχθρού σου.

Και πώς, λέγει, παίρνω περισσότερα; Εάν συγχωρήσεις τα αμαρτήματα του εχθρού σου, συγχωρούνται τα αμαρτήματά σου απέναντι στον Κύριο. Εκείνα είναι αθεράπευτα και ασυγχώρητα, ενώ αυτά περιέχουν πολλή παρηγοριά και συγγνώμη. Άκουσε λοιπόν τον Ηλία τι λέγει προς τους υιούς του· «Εάν κάποιος άνθρωπος αμαρτήσει απέναντι στο συνάνθρωπό του, θα μπορέσουν να προσευχηθούν γι’ αυτόν άλλοι, εάν όμως αμαρτήσει απέναντι στο Θεό, ποιος θα προσευχηθεί γι’ αυτόν;». Ώστε εκείνο το τραύμα δεν θεραπεύεται εύκολα ούτε με προσευχή. Με προσευχή λοιπόν δεν θεραπεύεται, θεραπεύεται όμως με τη συγχώρηση των αμαρτημάτων του πλησίον μας. Γι’ αυτό ο Χριστός εκείνα τα ονόμασε μύρια τάλαντα, δηλαδή τα αμαρτήματα προς τον Κύριο, ενώ αυτά τα ονόμασε εκατό δηνάρια. Συγχώρησε λοιπόν εκατό δηνάρια, για να σου συγχωρηθούν μύρια τάλαντα. Αλλά σχετικά με την προσευχή υπέρ των εχθρών μας αρκετά λέχθηκαν, εάν κρίνετε όμως ορθό, ας επανέλθομε στο θέμα της προδοσίας και ας δούμε πως παραδόθηκε ο Κύριός μας.

2. «Τότε ένας από τους δώδεκα, που ονομαζόταν Ιούδας ο Ισκαριώτης πήγε στους αρχιερείς και τους είπε· Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτον;». Και φαίνεται βέβαια σαφές αυτό που λέγει, και τίποτε άλλο δεν υπονοείται μ’ αυτό, εάν όμως κανείς εξετάσει με προσοχή το καθένα από τα λεγόμενα αυτά, θα βρει μέσα σ’ αυτά πολλά πράγματα και μεγάλο βάθος νοημάτων. Και κατά πρώτο ο καιρός. Διότι ο ευαγγελιστής δεν αναφέρει αυτόν τυχαία καθόσον δεν είπε απλώς «πήγε», αλλά πρόσθεσε το «Τότε πήγε». «Τότε»· πες μου, πότε; και για ποιό λόγο προσδιορίζει το χρόνο; τι θέλει να μάς διδάξει; Διότι δεν λέχθηκε τυχαία το, «Τότε»· καθόσον μιλώντας εμπνεόμενος από το Πνεύμα δεν το λέγει αυτό έτσι στην τύχη και άσκοπα. Τι σημαίνει λοιπόν το, «Τότε»; Πριν απ’ αυτό το χρόνο, πριν απ’ αυτή την ώρα τον πλησίασε μία πόρνη, κρατώντας ένα αλαβάστρινο δοχείο γεμάτο με μύρο, και έχυσε το μύρο εκείνο επάνω στο κεφάλι του Κυρίου. Έδειξε μεγάλη τιμή προς τον Κύριο, έδειξε πολλή πίστη, πολλή υπακοή και ευλάβεια· άλλαξε ζωή, έγινε καλύτερη και πιό φρόνιμη. Και τότε που η πόρνη μετανόησε, τότε που προσέλκυσε κοντά της τον Κύριο, τότε ο μαθητής παρέδωσε το δάσκαλό του. Γι’ αυτό είπε, «Τότε», για να μη κατηγορήσεις το δάσκαλο για αδυναμία, όταν δεις το μαθητή να προδίδει το δάσκαλό του. Διότι τόσο μεγάλη είναι η δύναμη του δασκάλου, ώστε και πόρνες να προσελκύει σε υπακοή προς αυτόν.

Τι λοιπόν, λέγει, εκείνος που προσέλκυσε κοντά του πόρνες, δεν μπόρεσε να προσελκύσει και να κρατήσει κοντά του το μαθητή; Μπορούσε να κρατήσει κοντά του το μαθητή, αλλά δεν ήθελε να τον κάνει καλό αναγκαστικά, ούτε να τον φέρει κοντά του με τη βία. «Τότε πήγε». Και αυτό το «Πήγε», έχει κάποιο νόημα και μάλιστα όχι μικρό· διότι δεν καλέσθηκε από τους αρχιερείς, δεν εξαναγκάσθηκε, δεν εκβιάσθηκε, αλλ’ ο ίδιος από μόνος του και με τη θέλησή του γέννησε το δόλο, και πήρε την απόφαση αυτή, μη έχοντας κανένα σύμβουλο στην πονηρή αυτή πράξη του.
 
«Τότε πήγε ένας από τους δώδεκα»; Τι σημαίνει, «ένας από τους δώδεκα»; Και αυτό δείχνει το μέγεθος της κατηγορίας εναντίον του, το να πει δηλαδή «Ένας από τους δώδεκα». Καθόσον υπήρχαν και άλλοι μαθητές του Ιησού, ανερχόμενοι σε εβδομήντα, αλλ’ εκείνοι κατείχαν τη δεύτερη θέση, δεν απολάμβαναν τόση μεγάλη τιμή, δεν είχαν τόση παρρησία απέναντι στον Κύριο, ούτε γνώρισαν τόσα απόρρητα, όπως οι δώδεκα. Αυτοί κατ’ εξοχή ήταν οι εκλεκτοί και αυτός ήταν ο χορός γύρω από το βασιλιά. Αυτή ήταν η γύρω από το δάσκαλο ομάδα και απ’ αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας. Για να μάθεις λοιπόν ότι δεν τον πρόδωσε απλώς μαθητής του, αλλ’ ένας από την πιό εκλεκτή ομάδα του γι’ αυτό λέγει· «Ένας από τους δώδεκα». Και δεν ντρέπεται ο Ματθαίος που έγραψε αυτά. Και για ποιο λόγο δεν ντρέπεται; Για να μάθεις, ότι παντού στη Γραφή όλα λέγονται με μεγάλη αλήθεια, και τίποτε δεν κρύβεται, ούτε εκείνα που φαίνονται ότι είναι δυσάρεστα. Διότι αυτά που φαίνονται ότι είναι δυσάρεστα, αυτά δείχνουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου· διότι τον προδότη, τον ληστή, τον κλέφτη, τον κατέστησε άξιο τόσων μεγάλων αγαθών, και μέχρι την τελευταία στιγμή εξακολουθούσε να τον έχει κοντά του· καθόσον τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και έδειχνε κάθε φροντίδα γι’ αυτόν. Εάν όμως δεν πρόσεχε εκείνος, δεν είναι αίτιος ο Κύριος και μάρτυρας, γι’ αυτό είναι η πόρνη· διότι αυτή προσέχοντας στον Κύριο, έσωσε τον εαυτό της.

Μη λοιπόν απογοητευθείς βλέποντας προς την πόρνη, ούτε να πάρεις θάρρος, βλέποντας προς τον Ιούδα. Καθόσον και τα δύο αυτά είναι καταστρεπτικά, και το θάρρος, και η απελπισία. Διότι το θάρρος οδηγεί στην πτώση εκείνου που στέκεται όρθιος, ενώ η απελπισία δεν αφήνει να σηκωθεί εκείνον που είναι πεσμένος. Γι’ αυτό ο Παύλος συμβούλευε και έλεγε· «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μήπως πέσει». Έχεις τα παραδείγματα και των δύο, πώς δηλαδή ο μαθητής, νομίζοντας ότι στέκεται πνευματικά όρθιος, έπεσε, και πώς η πόρνη, ενώ ήταν πεσμένη πνευματικά και ηθικά, σηκώθηκε. Εύκολα η γνώμη μας γλιστράει και πέφτει, εύκολα η προαίρεσή μας πέφτει από εκεί που στέκεται. Γι’ αυτό πρέπει από παντού ν’ ασφαλίζομε και να περιτειχίζομε τον εαυτό μας.

«Τότε πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, που ονομαζόταν Ιούδας Ισκαριώτης». Βλέπεις από ποιο χορό εξέπεσε; Βλέπεις ποιά διδασκαλία περιφρόνησε; Βλέπεις πόσο μεγάλο κακό είναι η αδιαφορία και η απροσεξία; «Ο Ιούδας, που ονομαζόταν Ισκαριώτης». Για ποιό λόγο μου ονομάζεις την πόλη του; Υπήρχε και άλλος μαθητής Ιούδας, που ονομαζόταν Ζηλωτής. Για να μη γίνει λοιπόν με τη συνωνυμία κάποιο λάθος, ξεχώρισε αυτόν από εκείνον, και εκείνον τον ονόμασε από την αρετή του Ιούδα Ζηλωτή, ενώ αυτόν δεν τον ονόμασε από την κακία του· διότι δεν είπε, Ιούδας ο προδότης. Αν και βέβαια έπρεπε, όπως ακριβώς ονόμασε εκείνον από την αρετή του, έτσι να ονομάσει και αυτόν από την κακία του και να πει, Ιούδας ο προδότης. Αλλά για να σε διδάξει να έχεις καθαρή τη γλώσσα σου από την κατηγορία, αποφεύγει και τον ίδιο τον προδότη, να θίξει.

«Πήγε», λοιπόν, λέγει, «ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, στους αρχιερείς και τους είπε· Τι θα μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Πω, πω φωνή γεμάτη από αηδία. Και πώς βγήκε από το στόμα του, πώς κίνησε τη γλώσσα του; πώς δεν νεκρώθηκε όλο το σώμα του; πώς δεν σαλεύθηκαν τα μυαλά του; «Τι θέλετε να μου δώσετε, για να σας παραδώσω αυτόν;». Αυτά, πές μου σε δίδαξε ο Χριστός; Δεν έλεγε γι’ αυτό, «Μη πάρετε στη ζώνη σας ούτε χρυσά, ούτε ασημένια, ούτε και χάλκινα νομίσματα», περιορίζοντας από την αρχή τη ρίζα της φιλαργυρίας; Δεν συμβούλευε αυτά συνέχεια και μαζί με αυτά έλεγε, «Εάν κάποιος σε χτυπήσει στο δεξί σαγόνι, στρέψε του και το άλλο»; «Τι θέλετε να μου δώσετε, για να σάς παραδώσω αυτόν;·». Πω, πω παραλογισμός! Πες μου, για ποιο λόγο; Ποιά μικρή, ή μεγάλη κατηγορία έχεις εναντίον του και παραδίνεις το δάσκαλο; Επειδή σου παρέδωσε την εξουσία εναντίον των δαιμόνων; επειδή σου έδωσε τη δύναμη να θεραπεύεις ασθένειες; επειδή σου έδωσε τη δύναμη να καθαρίζεις λεπρούς; επειδή σου έδωσε τη δύναμη ν’ ανασταίνεις νεκρούς; επειδή σε απάλλαξε από την τυραννική εξουσία του θανάτου; Αντί αυτών των ευεργεσιών του δίνεις αυτές τις αμοιβές;

«Τι θέλετε να μου δώσετε, για να σας παραδώσω αυτόν;». Πω, πω παραφροσύνη! ή καλύτερα, πω, πω φιλαργυρία· διότι όλα εκείνη τα γέννησε· εκείνην επιθύμησε αυτός και πρόδωσε το δάσκαλο. Διότι τέτοιο πράγμα είναι η πονηρή εκείνη ρίζα· καθιστά τις ψυχές που συλλαμβάνει μανιακές χειρότερα από το δαίμονα, και τις κάνει για όλα να αδιαφορούν, και για τον εαυτό τους, και για το συνάνθρωπό τους, και για τους νόμους της φύσεως, τις απομακρύνει από τα λογικά τους και τις καθιστά παράφρονες. Διότι πρόσεχε πόσα πράγματα απομάκρυνε μέσα από την ψυχή του Ιούδα· τη συναναστροφή, την οικειότητα, τη συμμετοχή στο ίδιο τραπέζι, τα θαύματα, τη διδασκαλία, τις συμβουλές, τις νουθεσίες όλα αυτά τότε η φιλαργυρία έκανε να ξεχασθούν. Γι’ αυτό πολύ σωστά ο Παύλος έλεγε, ότι «Ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία».

«Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Μεγάλη παραφροσύνη δείχνουν τα λόγια αυτά. Πές μου, παραδίνεις εκείνον που εξουσιάζει τα πάντα, που εξουσιάζει τους δαίμονες, που προστάζει τη θάλασσα και υπακούει, τον Κύριο όλων των δημιουργημάτων της φύσεως; Για να περιορίσει λοιπόν τον παραλογισμό του και να δείξει, ότι, εάν δεν ήθελε δεν θα παραδινόταν, άκουσε τι κάνει. Κατά την στιγμή της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον του, κρατώντας ξύλα και λαμπάδες και φως, λέγει σ’ αυτούς· «Ποιόν ζητάτε;». Δεν γνώριζαν δηλαδή εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ απείχε ο Ιούδας από τη δυνατότητα να παραδώσει αυτόν, διότι δεν έβλεπε εκείνον που επρόκειτο να παραδώσει, αν και βρισκόταν μπροστά του, και όλα αυτά ενώ υπήρχαν λαμπάδες και τόσο φως. Διότι, το ότι ο ευαγγελιστής υπαινίχθηκε αυτό, λέγει· είχαν λαμπάδες και φως και δεν έβλεπαν αυτόν. Και καθημερινά υπενθύμιζε σ’ αυτόν και με τα έργα του και με τα λόγια του, δείχνοντάς του ότι δεν θα μπορέσει να τον προδώσει κρυφά. Και ούτε φανερά και παρουσία όλων έλεγχε αυτόν, για να μη τον κάνει περισσότερο αδιάντροπο, ούτε και αποσιωπούσε την προδοσία, για να μη νομίζει ότι του διαφεύγει την προσοχή και επιχειρήσει έτσι άφοβα την προδοσία, αλλά συνέχεια έλεγε, «Ένας από σας θα με παραδώσει», αλλ’ όμως δεν τον φανέρωνε.

Πολλά λόγια είπε και για τη γέεννα και για τη βασιλεία των ουρανών, και έδειξε τη δύναμή του και για τα δύο, το να τιμωρεί δηλαδή εκείνους που αμαρτάνουν, και να τιμά εκείνους που ασκούν την αρετή. Αλλ’ όλα αυτά εκείνος τα απέρριψε, ο δε Θεός δεν τον συγκράτησε με τη βία. Επειδή δηλαδή μας έπλασε και μας έδωσε τη δυνατότητα να εκλέγομε ελεύθερα τις κακές ή τις καλές πράξεις, θέλει να είμαστε καλοί και με τη θέλησή μας· γι’ αυτό, αν δεν θέλομε, δεν μας βιάζει ούτε και μας εξαναγκάζει· διότι εκείνος που εξαναγκάζεται να είναι καλός, δεν είναι δυνατό να είναι καλός. Επειδή λοιπόν και εκείνος ήταν κύριος των αποφάσεων και ενεργειών του και ήταν ελεύθερος να μη πεισθεί και να μη στραφεί προς τη φιλαργυρία, γι’ αυτό αποτυφλώθηκε ο νους του και πρόδωσε τη σωτηρία του. Λέγει λοιπόν· «Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Ελέγχοντας λοιπόν ο ευαγγελιστής την τύφλωση και την παραφροσύνη της διάνοιάς του, λέγει, ότι κατά τη στιγμή της εφόδου των Ιουδαίων ο Ιούδας ήταν μαζί τους, εκείνος που είπε· «Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Και είναι δυνατό να δούμε τη δύναμη του Χριστού όχι μόνο από εδώ, αλλά και από το ότι, αφήνοντας και μόνο τη φωνή του ν’ ακουσθεί, οπισθοχώρησαν και έπεσαν κάτω. Επειδή όμως ούτε και έτσι εγκατέλειπαν την αδιαντροπιά τους, παραδίνει πλέον τον εαυτό του, και είναι σαν να τους έλεγε· "Εγώ έκανα ό,τι εξαρτάται από μένα, φανέρωσα τη δύναμή μου, έδειξα, ότι επιχειρείτε αδύνατα πράγματα. Θέλησα να σταματήσω την κακία σας, επειδή όμως σεις δεν θελήσατε, αλλ’ επιμένετε στον παραλογισμό σας, να σας παραδίνω τον εαυτό μου".

Αυτά σας τα είπα, για να μη κατηγορήσουν μερικοί το Χριστό, λέγοντας, γιατί δεν άλλαξε τον Ιούδα; γιατί δεν το έκανε σώφρονα και λογικό; Και πώς έπρεπε να τον κάνει λογικό; εξαναγκάζοντάς τον, ή αφήνοντάς τον να το αποφασίσει μόνος; Εάν τον εξανάγκαζε, ούτε και έτσι επρόκειτο να γίνει καλύτερος· διότι κανένας δεν θα ήταν δυνατό να γίνει καλός εξαναγκαζόμενος· εάν πάλι με τη δική του απόφαση και θέληση, όλα εκείνα που μπορούσαν να διορθώσουν τη θέληση και απόφασή του του τα πρόσφερε. Εάν δεν θέλησε να δεχθεί το φάρμακο, η κατηγορία δεν είναι του ιατρού, αλλ’ εκείνου που απέρριψε τη θεραπεία. Πρόσεχε λοιπόν πόσα έκανε, ώστε να τον ξανακερδίσει και να τον σώσει. Δίδασκε σ’ αυτόν όλη την ευσέβεια και με έργα και με λόγια, τον έκανε ανώτερο από τους δαίμονες, του έδωσε τη δύναμη να κάμνει πολλά θαύματα, τον φόβησε με την απειλή της κολάσεως, τον προέτρεψε με την υπόσχεση της βασιλείας. Επίσης έλεγχε συνέχεια τις απόκρυφες σκέψεις του, αλλ’ ελέγχοντας αυτές δεν τις αποκάλυπτε· ένιψε τα πόδια του μαζί με τους άλλους μαθητές και έφαγε μαζί μ’ αυτόν στο ίδιο τραπέζι· τίποτε, ούτε μικρό, ούτε μεγάλο, παρέλειψε, αλλ’ όμως παρέμενε με τη θέλησή του αδιόρθωτος.

Και για να μάθεις, ότι, ενώ μπορούσε ν’ αλλάξει, όμως δεν θέλησε, αλλ’ όλα έγιναν εξ αιτίας της αδιαφορίας του, άκουσε. Όταν δηλαδή παρέδωσε αυτόν, έρριξε τα τριάντα αργύρια, μπροστά τους, και είπε· «Αμάρτησα, διότι παρέδωσα αίμα δίκαιο». Τι συνέβηκε; Όταν τον είδες να θαυματουργεί δεν έλεγες, «Αμάρτησα, διότι παρέδωσα αίμα αθώο», αλλ’ έλεγες, «Τι θέλετε να μού δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Αφού όμως προχώρησε το κακό, η προδοσία πραγματοποιήθηκε και η αμαρτία ολοκληρώθηκε, τότε αντιλήφθηκες την αμαρτία. Τι λοιπόν διδασκόμαστε από εδώ; Ότι, όταν δείχνομε αδιαφορία, ούτε οι συμβουλές μας ωφελούν, όταν όμως φροντίζομε, μπορούμε τότε και μόνοι μας να σηκωθούμε από το πέσιμό μας. Καθόσον και αυτός, όταν συμβούλευε ο δάσκαλος, δεν άκουε, όταν όμως δεν υπήρχε κανένας να τον συμβουλέψει, επαναστάτησε τότε η συνείδησή του, και, ενώ δεν υπήρχε κανένας δάσκαλος, άλλαξε γνώμη, κατέκρινε εκείνα που τόλμησε να κάνει, και έρριξε τα τριάντα αργύρια. «Τι θέλετε να μού δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν; Και του έδωσαν», λέγει, «τριάντα αργύρια». Κατέβαλαν την τιμή του αίματος, που δεν είχε τιμή. Γιατί Ιούδα παίρνεις τα τριάντα αργύρια; Ο Χριστός ήρθε να χύσει το αίμα αυτό για τη σωτηρία του κόσμου δωρεάν, για το οποίο σύ κάμνεις αισχρές συμφωνίες και συναλλαγές. Διότι τι υπάρχει αισχρότερο απ’ αυτή τη συναλλαγή;

4. «Τότε ήρθαν οι μαθητές στον Ιησού». «Τότε»· πότε; Όταν γίνονταν αυτά, όταν η προδοσία προχώρησε, όταν ο Ιούδας οδηγήθηκε στην απώλεια, «Ήρθαν οι μαθητές του σ’ αυτόν και του είπαν, που θέλετε να σου ετοιμάσομε για να φας το Πάσχα;». Είδες μαθητή; είδες και μαθητές; Εκείνος προδίνει το δάσκαλο, ενώ αυτοί φροντίζουν για το Πάσχα· εκείνος συμφωνίες κάνει, ενώ αυτοί ετοιμάζονται να τον περιποιηθούν, τα ίδια θαύματα απόλαυσαν, και εκείνος και αυτοί, τις ίδιες διδάσκαλίες, την ίδια εξουσία. Από που λοιπόν προήλθε η μεταβολή; Από την προαίρεση αυτή παντού γίνεται αιτία όλων των καλών και των κακών. «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε για να φας το Πάσχα;». Η εσπέρα αυτή τότε ήταν η παραμονή του Πάσχα· επειδή λοιπόν ο Κύριος δεν είχε οικία, γι’ αυτό του λένε, «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε για να φας το Πάσχα;». Δεν έχομε ορισμένο κατάλυμα, δεν έχομε σκηνή, ούτε οικία. Ας το μάθουν εκείνοι που χτίζουν λαμπρές οικίες, ευρύχωρες στοές, και μεγάλες αυλές, ότι ο Χριστός δεν είχε που ν’ ακουμπήσει το κεφάλι του. Γι’ αυτό τον ερωτούν αυτοί, «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε για να φας το Πάσχα;».

Ποιο Πάσχα; Όχι αυτό το δικό μας, αλλά το παλιό το Ιουδαϊκό· διότι οι μαθητές εκείνο ετοίμασαν, ενώ αυτό το δικό μας αυτός το ετοίμασε· και όχι μόνο αυτός το ετοίμασε, αλλά και ο ίδιος έγινε το θύμα του Πάσχα. «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε να φας το Πάσχα;». Εκείνο ήταν ιουδαϊκό Πάσχα, εκείνο έλαβε την αρχή του στην Αίγυπτο. Για ποιό λόγο λοιπόν τρώγει αυτό ο Χριστός; Διότι τήρησε όλες τις εντολές του νόμου. Καθόσον, όταν βαπτιζόταν, έλεγε· «Διότι έτσι πρέπει σ’ εμένα, να τηρήσω κάθε εντολή του νόμου». Ήρθα να εξαγοράσω τον άνθρωπο από την κατάρα του νόμου. Διότι «ο Θεός έστειλε τον Υιό του, που γεννήθηκε από γυναίκα και τήρησε τις εντολές του νόμου, για να εξαγοράσει εκείνους που ήταν δούλοι του νόμου» και να καταργήσει το νόμο. Για να μη λέγει λοιπόν κάποιος, ότι γι’ αυτό κατάργησε αυτόν, επειδή δεν μπορούσε να τον τηρήσει, διότι ήταν βαρύς, δυσβάσταχος, και δυσκολοκατόρθωτος, αφού πρώτα τήρησε όλες τις διατάξεις αυτού, τότε τον κατάργησε. Γι’ αυτό και εόρτασε το Πάσχα· διότι το Πάσχα ήταν εντολή του νόμου.

Και για ποιό λόγο ο νόμος όρισε να τρώνε το Πάσχα; Οι Ιουδαίοι ήταν αχάριστοι απέναντι στον ευεργέτη, και, παρ’ όλες τις ευεργεσίες του, ξεχνούσαν τις εντολές του Θεού· καθόσον, όταν έφυγαν από την Αίγυπτο και είδαν τη θάλασσα να χωρίζεται στη μέση και στη συνέχεια πάλι να ενώνεται, καθώς και άλλα αμέτρητα θαύματα, έλεγαν «Ας κατασκευάσομε θεούς, που θα προπορεύονται και θα μας οδηγούν». Τι λές; Τα θαύματα τα έχεις ακόμη στα χέρια σου και ξέχασες τον ευεργέτη σου; Επειδή λοιπόν ήταν τόσο αναίσθητοι και αχάριστοι, ο Θεός σύνδεσε την υπενθύμιση των δωρεών του με την υπόθεση των εορτών, και γι’ αυτό έδωσε εντολή να θυσιάζουν τον αμνό. «Ώστε, εάν σ’ ερωτήσει», λέγει, «ο υιός σου τι σημαίνει το Πάσχα αυτό; να του πεις, ότι oι πρόγονοί μας στην Αίγυπτο έβαψαν κάποτε με το αίμα του προβάτου τις πόρτες των σπιτιών τους, για να μη συμβεί, όταν θα ρθει ο εξολοθρευτής άγγελος να δει, να τολμήσει να μπει μέσα και να επιφέρει πλήγμα.

Ήταν λοιπόν η εορτή διαρκής υπενθύμιση της σωτηρίας τους. Ή καλύτερα δεν κέρδιζαν μόνο αυτό, ότι τους υπενθύμιζε τις παλιές ευεργεσίες, αλλά και άλλο σπουδαιότερο, ότι δηλαδή με αυτό προτυπώνονταν τα μελλοντικά. Καθόσον ο αμνός εκείνος ήταν τύπος άλλου πνευματικού αμνού, και το πρόβατο ήταν τύπος άλλου προβάτου· και εκείνο βέβαια ήταν σκιά, ενώ αυτό αλήθεια. Όταν λοιπόν παρουσιάσθηκε ο ήλιος της δικαιοσύνης, η σκιά πλέον καταργήθηκε· διότι όταν ο ήλιος ανατείλει, η σκιά χάνεται. Γι’ αυτό λοιπόν και στην ίδια τράπεζα γίνονται και τα δύο Πάσχα, και το Πάσχα του τύπου, και το Πάσχα της αλήθειας. Διότι, όπως ακριβώς οι ζωγράφοι στον ίδιο πίνακα πρώτα τραβούν τις γραμμές και ζωγραφίζουν τη σκιά, και μετά προσθέτουν επάνω σ’ αυτόν τα πραγματικά χρώματα, το ίδιο έκανε και ο Χριστός. Επάνω στην ίδια τράπεζα ζωγράφισε και το τυπικό Πάσχα, και πρόσθεσε το αληθινό «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε το Πάσχα για να φας;». Τότε εορταζόταν το ιουδαϊκό Πάσχα, αλλ’ αφού ανάτειλε ο ήλιος, ας μη φέγγει πλέον το λυχνάρι, αφού ήρθε η αλήθεια, ας καταργηθεί πλέον η σκιά.

5. Αυτά τα λέγω προς τους Ιουδαίους, επειδή νομίζουν ότι εορτάζουν πάσχα, επειδή με αδιαντροπιά οι απερίτμητοι κατά την καρδιά προβάλλουν τα άζυμα. Πώς, πες μου, Ιουδαίε, εορτάζεις το Πάσχα; Ο ναός κατασκάφθηκε, ο βωμός καταστράφηκε, τα άγια των αγίων καταπατήθηκαν, κάθε είδος θυσίας καταργήθηκε. Για ποιο λόγο λοιπόν τολμάς να κάμνεις αυτά τα παράνομα πράγματα. Οδηγήθηκες κάποτε αιχμάλωτος στη Βαβυλώνα και εκεί έλεγαν εκείνοι που σε αιχμαλώτισαν, «Ψάλατέ μας από τις ωδές που ψάλλατε στη Σιών», και δεν το ανεχόσουν. Και για να δείξει αυτά ο Δαυίδ έλεγε· «Στους ποταμούς της Βαβυλώνας, κοντά στις όχθες τους, εκεί καθίσαμε και κλάψαμε στις ιτιές που είναι δίπλα σ’ αυτούς εκεί κρεμάσαμε τα όργανά μας·», δηλαδή το ψαλτήρι, την κιθάρα, τη λύρα, και τα υπόλοιπα- διότι αυτά τα όργανα χρησιμοποιούσαν την παλιά εποχή, και μ’ αυτά έψαλλαν τους ψαλμούς. Αυτά λοιπόν τα όργανα, όταν οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία, τα πήραν μαζί τους, για να θυμούνται τον τρόπο ζωής στην πατρίδα τους και όχι για να τα χρησιμοποιήσουν. «Εκεί» λοιπόν, λέγει, «μας ζήτησαν αυτοί που μας αιχμαλώτισαν ύμνους από το στόμα μας», και είπαμε, «πώς θα ψάλω την ωδή του Κυρίου σε ξένη χώρα;». Τι λες; Την ωδή του Κυρίου δεν ψάλλεις σε χώρα ξένη και εορτάζεις το Πάσχα του Κυρίου σε ξένη χώρα; Είδες την αγνωμοσύνη τους; είδες την παρανομία τους; Όταν, εκείνοι που τους εξανάγκαζαν, ήταν εχθροί, δεν τολμούσαν ούτε ύμνο να ψάλλουν σε ξένη χώρα, ενώ τώρα, από μόνοι τους, χωρίς κανένας να τους εξαναγκάζει, ούτε να τους πιέζει, κηρύττουν πόλεμο εναντίον του Θεού.

Βλέπεις πως είναι ακάθαρτα τα άζυμα; πως είναι παράνομη η εορτή; πως δεν υπάρχει Πάσχα ιουδαϊκό; Υπήρχε κάποτε ιουδαϊκό Πάσχα, αλλά καταργήθηκε τώρα, και αντικαταστάθηκε με το πνευματικό Πάσχα, το οποίο παρέδωσε τότε ο Χριστός. Διότι, λέγει, ενώ αυτοί έτρωγαν και έπιναν, αφού πήρε τον άρτο τον έκανε κομμάτια και είπε· «Αυτό είναι το σώμα μου που τεμαχίζεται για χάρη σας προς άφεση αμαρτιών». Γνωρίζουν τα λόγια αυτά όσοι έχουν μυηθεί. Και αφού πήρε πάλι το ποτήρι, είπε· «Αυτό είναι το αίμα, που χύνεται για χάρη πολλών, προς άφεση αμαρτιών». Και ήταν παρών ο Ιούδας, όταν ο Χριστός έλεγε αυτά. Αυτό είναι το σώμα μου, που το πούλησες, Ιούδα, τριάντα αργύρια· αυτό είναι το αίμα, για το οποίο πριν από λίγο έκαμνες τις αισχρές εκείνες συμφωνίες με τους αχάριστους Φαρισαίους. Πω, πω μέγεθος φιλανθρωπίας του Χριστού, πω, πω μέγεθος παραφροσύνης του Ιούδα, πω, πω μέγεθος μανίας· διότι ο μεν Ιούδας πούλησε αυτόν τριάντα αργύρια, ενώ ο Χριστός και μετά απ’ αυτό δεν απέφυγε αυτό το αίμα, που πουλήθηκε, να το δώσει προς άφεση των αμαρτιών εκείνου που το είχε πωλήσει, εάν φυσικά το ήθελε. Και ήταν παρών ο Ιούδας και έπαιρνε μέρος στην ιερή εκείνη τράπεζα. Διότι, όπως ακριβώς ένιψε τα πόδια αυτού μαζί με τους άλλους μαθητές, έτσι πήρε μέρος και στην ιερή εκείνη τράπεζα, για να μη μπορεί να έχει καμία δικαιολογημένη απολογία, εάν επιμείνει στην κακία του. Διότι ο Χριστός έκανε ό,τι εξαρτιόταν απ’ αυτόν και του τα πρόσφερε όλα, αυτός όμως εξακολούθησε να διατηρεί την κακή του γνώμη.

6. Αλλ’ είναι ώρα πλέον να πλησιάσομε στη φρικτή αυτή τράπεζα. Όλοι λοιπόν ας πλησιάσομε με την πρέπουσα σωφροσύνη και προσοχή, και κανένας πλέον να μη είναι Ιούδας, κανένας να μη είναι πονηρός, κανένας να μη έχει μέσα του δηλητήριο· να μη λέγει άλλα με το στόμα του και άλλα να έχει στη σκέψη του. Παραβρίσκεται ο Χριστός, και εκείνος που στόλισε την τράπεζα εκείνη, αυτός και τώρα διακοσμεί αυτήν. Διότι δεν είναι άνθρωπος αυτός που μεταβάλλει τα δώρα που βρίσκονται μπροστά μας σε σώμα και αίμα του Χριστού, αλλ’ ο ίδιος ο Χριστός που σταυρώθηκε για μας. Ο ιερεύς στέκεται και εκπληρώνει τον τύπο εκείνο, λέγοντας τα λόγια εκείνα, ενώ η δύναμη και η χάρη είναι του Θεού. «Αυτό είναι το σώμα μου», λέγει. Αυτά τα λόγια μεταβάλλουν σε σώμα και αίμα τα προσφερόμενα δώρα. Και όπως ακριβώς η φωνή εκείνη που έλεγε, «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε τη γη», λέχθηκε βέβαια μία φορά, πραγματοποιείται όμως αιώνια, δίνοντας έμπρακτη στη φύση μας τη δύναμη για απόκτηση παιδιών, έτσι και τα λόγια αυτά που λέχθηκαν μία φορά, σε κάθε μία τράπεζα των εκκλησιών από τότε μέχρι σήμερα, και μέχρι την μελλοντική παρουσία αυτού, κάμνουν πραγματική τη θυσία.

Κανένας λοιπόν να μη πλησιάζει σ’ αυτή γεμάτος υπουλία, κανένας να μη πλησιάζει γεμάτος από κακία, κανένας να μη πλησιάζει έχοντας δηλητήριο μέσα στη σκέψη του, για να μη γίνεται αυτό που μεταλαβαίνει αιτία καταδίκης του. Καθόσον και τότε όρμησε μέσα στον Ιούδα ο διάβολος, αφού έλαβε εκείνο που του πρόσφερε ο Κύριος, όχι από περιφρόνηση προς το σώμα του Κυρίου, αλλά περιφρονώντας τον Ιούδα εξ αιτίας της αδιαντροπιάς του, για να μάθεις, ότι πάντοτε ο διάβολος κατ’ εξοχή εισέρχεται και κυριεύει εκείνους που παίρνουν μέρος ανάξια στη θεία ευχαριστία, όπως ακριβώς συνέβηκε και τότε στον Ιούδα. Διότι οι τιμές ωφελούν εκείνους που είναι άξιοι, ενώ σ’ εκείνους που τις απολαμβάνουν ανάξια, επιφέρουν μεγαλύτερη τιμωρία. Και αυτά τα λέγω όχι για να σας φοβήσω, αλλά για να σας προφυλάξω. Κανένας λοιπόν να μη γίνεται Ιούδας, κανένας να μη πλησιάζει έχοντας μέσα του δηλητήριο κακίας. Διότι η θυσία είναι πνευματική τροφή· και όπως ακριβώς η σωματική τροφή, όταν εισέλθει σε στομάχι γεμάτο από βλαβερά υγρά, χειροτερεύει περισσότερο την ασθένεια, όχι από τη φύση της, αλλ’ εξ αιτίας της ασθένειας του στομαχιού, έτσι λοιπόν συμβαίνει συνήθως και με τα πνευματικά μυστήρια. Καθόσον και αυτά, όταν εισέλθουν μέσα σε ψυχή γεμάτη από κακία, περισσότερο την καταστρέφουν και την οδηγούν στην απώλεια, όχι από τη φύση τους, αλλ’ εξ αιτίας της πνευματικής ασθένειας της ψυχής που τα δέχθηκε.

Κανένας λοιπόν ας μη έχει μέσα του πονηρούς λογισμούς, αλλ’ ας καθαρίσομε τη σκέψη μας καθόσον προσερχόμαστε σε καθαρή θυσία· ας κάνομε λοιπόν άγια την ψυχή μας· διότι αυτό μπορεί να γίνει και μέσα σε μία ημέρα. Πώς και με ποιό τρόπο; Εάν έχεις κάτι εναντίον του εχθρού, διώξε την οργή, θεράπευσε την πληγή, σταμάτησε την έχθρα, για να λάβεις θεραπεία από την τράπεζα· διότι προσέρχεσθε σε θυσία φρικτή και άγια. Δείξε σεβασμό προς το νόημα αυτής της προσφοράς. Σφαγμένος βρίσκεται μπροστά σου ο Χριστός. Και για ποιό λόγο σφάχθηκε και γιατί; Για να ειρηνεύσει τα ουράνια και τα επίγεια, για να σε κάνει φίλο και των αγγέλων, για να σε συμφιλιώσει με το Θεό των πάντων· ενώ είσαι εχθρός και πολέμιος αυτού, να σε κάνει φίλο του. Εκείνος θυσίασε την ψυχή του για χάρη εκείνων που τον μισούσαν, ενώ σύ συνεχίζεις να εχθρεύεσαι το συνάνθρωπό σου· και πώς θα μπορέσεις να βαδίσεις στην τράπεζα της ειρήνης; Και εκείνος βέβαια δεν απέφυγε ούτε και να πεθάνει για χάρη σου, ενώ συ δεν θέλεις για τον εαυτό σου ν’ αφήσεις την οργή σου εναντίον του συνανθρώπου σου; Και ποιας συγγνώμης αυτά είναι άξια;

Με έβλαψε, λέγει, και μ’ άρπαξε πάρα πολλά. Και τι είναι αυτό; Οπωσδήποτε η ζημιά είναι χρηματική· διότι δεν σε πλήγωσε όπως ο Ιούδας τον Χριστό· αλλ’ όμως και το ίδιο το αίμα του που έχυσε, το έδωσε για τη σωτηρία εκείνων που τον θανάτωσαν. Τι θα μπορούσες να πεις ισάξιο μ’ αυτό; Εάν δεν συγχωρήσεις τον εχθρό σου, δεν έβλαψες εκείνον, αλλά τον εαυτό σου· διότι εκείνον τον έβλαψες πολλές φορές στην παρούσα ζωή, ενώ τον εαυτό σου τον κατέστησες ασυγχώρητο κατά την απολογία σου τη μέλλουσα εκείνη ημέρα· διότι ο Θεός τίποτε δεν μισεί τόσο, όσο τον μνησίκακο άνθρωπο, όσο την καρδιά τη γεμάτη από μίσος και την ψυχή που φλογίζεται από κακία. Άκουσε λοιπόν τι λέγει· «Εάν, όταν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο, θυμηθείς την ώρα ακριβώς που βρίσκεσαι στο θυσιαστήριο, ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε το δώρο σου στο θυσιαστήριο, και πήγαινε και συμφιλιώσου πρώτα με τον αδελφό σου, και τότε έλα και πρόσφερε το δώρο σου».

Τι λες, ν’ αφήσω το δώρο μου; Ναι, λέγει· διότι και η θυσία αυτή έγινε για να έχεις ειρήνη με τον αδελφό σου. Εάν λοιπόν η θυσία έγινε για να έχεις ειρήνη με τον αδελφό σου, συ όμως δεν μπορείς να επιτύχεις την ειρήνη αυτή, άσκοπα συμμετέχεις στη θυσία· διότι το κατόρθωμά σου είναι ανώφελο. Κάνε λοιπόν πρώτα εκείνο, για το οποίο έχει προσφερθεί η θυσία, και τότε θ’ απολαύσεις αυτή άξια. Γι’ αυτό κατέβηκε ο Υιός του Θεού, για να συμφιλιώσει τη φύση μας με τον Κύριο· γι’ αυτό δεν ήρθε μόνο αυτός, αλλά για να μας καταστήσει κοινωνούς του ονόματός του και εμάς που κάμνομε τα ίδια μ’ αυτόν. Διότι λέγει «Μακάριοι είναι εκείνοι που ειρηνεύουν, διότι αυτοί θα ονομασθούν υιοί του Θεού». Εκείνο λοιπόν που έκανε ο Μονογενής Υιός του Θεού, αυτό κάνε και συ σύμφωνα με την ανθρώπινη δύναμή σου, γίνε δηλαδή πρόξενος ειρήνης και για τον εαυτό σου και για τους άλλους. Γι’ αυτό και σένα τον ειρηνοποιό σε ονομάζει υιό του Θεού· γι’ αυτό και κατά την ώρα της θυσίας καμία άλλη εντολή δεν ανέφερε, παρά την εντολή της συμφιλιώσεως με τον αδελφό σου, για να δείξει, ότι αυτό είναι ανώτερο από όλα.

Ήθελα να παρατείνω το λόγο, αλλ’ είναι αρκετά και αυτά για εκείνους που προσέχουν, εάν τα θυμούνται. Ας θυμούμαστε λοιπόν, αγαπητοί, πάντοτε αυτά τα λόγια, και τα αγνά φιλήματα, και τον γεμάτο από ιερό φόβο ασπασμό αναμεταξύ μας. Διότι αυτό συνδέει τις σκέψεις μας, και κάμνει όλους μας να γίνομε ένα σώμα, επειδή όλοι συμμετέχομε στην κοινωνία ενός σώματος. Ας ενωθούμε λοιπόν σ’ ένα σώμα, όχι συνενώνοντας τα σώματά μας, αλλά συνενώνοντας αναμεταξύ τους τις ψυχές μας με το σύνδεσμο της αγάπης· έτσι θα μπορέσομε ν’ απολαύσομε με παρρησία την τράπεζα που βρίσκεται μπροστά μας. Διότι, και αν ακόμη έχομε αμέτρητες δίκαιες πράξεις, αλλ’ είμαστε μνησίκακοι, όλα είναι μάταια και άσκοπα, και δεν θα μπορέσομε απ’ αυτές να καρπωθούμε καμιά ωφέλεια για τη σωτηρία μας.

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, ας εξαφανίσομε την οργή, και, αφού καθαρίσομε τη συνείδησή μας, με πραότητα και όλη την καλωσύνη μας ας πλησιάσομε στην τράπεζα του Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα ανήκει η δόξα, η τιμή και η δύναμη, συγχρόνως και στο άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.