ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ Ο ΡΩΜΑΙΟΣ: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΟΧΤΩ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ!

 
Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος
Περί των οχτώ λογισμών της κακίας
Φιλοκαλία τόμος Α' 

Σύντομη βιογραφία 

Ο όσιος πατέρας μας Κασσιανός ο Ρωμαίος ζούσε όταν βασίλευε ο Θεοδόσιος ο Μικρός, γύρω στο έτος 451 μ.Χ. Από τα έργα τα οποία έγραψε, συμπεριλήφθηκαν εδώ ο λόγος «Περί των οχτώ λογισμών» και ο λόγος «Περί διακρίσεως», γιατί σταλάζουν κάθε λογής ωφέλεια και χάρη. Αυτούς τους λόγους τους αναφέρει και ο σοφότατος Φώτιος, λέγοντας στην 157η ανάγνωσή του τα εξής: «Και ο δεύτερος λόγος προς τον ίδιο (τον Κάστορα δηλαδή) απευθύνεται και επιγράφεται «περί των οχτώ λογισμών», περί γαστριμαργίας, πορνείας, φιλαργυρίας, οργής, λύπης, ακηδίας, κενοδοξίας και υπερηφάνειας. Οι λόγοι αυτοί είναι χρήσιμοι και ωφέλιμοι όσο κανένας άλλος για κείνους που έχουν αναλάβει τον ασκητικό αγώνα... Και τρίτος μικρός λόγος διαβάστηκε... που διδάσκει τι είναι διάκριση και ότι η διάκριση είναι μεγαλύτερη απ' όλες τις αρετές, και από τι γεννιέται αυτή, και ότι κυρίως είναι ουράνια δωρεά κλπ.» Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 29 Φεβρουαρίου, βραβεύοντάς τον με τιμές και εγκώμια. 

Εισαγωγικά σχόλια

Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός, ο επικαλούμενος Ρωμαίος, ανήκει στη χορεία των ασκητικών συγγραφέων. Αφού μόνασε στα μοναστικά κέντρα της Αιγύπτου, έγινε μαθητής του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και αργότερα έκτισε μοναστήρι στη Μασσαλία, στο οποίο έγινε ηγούμενος. Έλαβε μέρος στις ακραίες αντιθέσεις μεταξύ Αυγουστίνου και Πελαγίου, υποστηρίζοντας την ορθόδοξη διδασκαλία, κατά την οποία απορρίπτεται εξίσου τόσο ο απόλυτος προορισμός του πρώτου, όσο και η αυτάρκεια της φύσεως του δευτέρου.

Ο άγιος Κασσιανός -του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 29 Φεβρουαρίου- έγραψε αρκετά έργα ασκητικά, από τα οποία οι έκδοτες της Φιλοκαλίας ξεχώρισαν το λόγο «περί των οκτώ της κακίας λογισμών», που απέστειλε στον επίσκοπο Κάστορα, και τον λόγο «περί διακρίσεως», που έστειλε στο ηγούμενο Λεόντιο. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος λόγος είναι πολύ ωφέλιμοι και στάζουν χάρη, κατά τον άγιο Νικόδημο. Πράγματι πρόκειται για συστηματική μελέτη των «οκτώ λογισμών της κακίας», όπου συμπυκνώνονται η εμπειρία των ασκητών αγίων που βίωσαν τις διάφορες φάσεις των ενεργημάτων των παθών αυτών.

Οι «λογισμοί» κατά βάθος αποτελούν τα θανάσιμα λεγόμενα πάθη, όταν, από την μη σωστή χρήση τους, σταδιακά γίνονται έξεις, αποκτούν δύναμη, στερεώνονται στην ψυχή, αναχωνεύονται με τη νοερή ουσία της και μεταβάλλονται σε «σκληρές ουσίες», κατά την έκφραση του αββά Ισαάκ του Σύρου.

Ο άγιος Κασσιανός προβαίνει στην ανάλυση των «λογισμών» αυτών, ακολουθώντας ορισμένους αγίους Πατέρες που διακρίνουν το πάθος της υπερηφάνειας σε υπηρηφάνεια και κενοδοξία και αριθμούν τα θανάσιμα πάθη σε οκτώ, ενώ άλλοι θεωρούν την κενοδοξία ως μια ενέργεια της υπερηφάνειας και τα αριθμούν σε επτά, όπως έχει πλέον επικρατήσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το περί παθών της ψυχής θέμα αγνοείται από πολλούς και τα πάθη θεωρούνται ως συμφυή με τη φύση της, ενώ πρόκειται για παραφυσικές καταστάσεις, η αφετηρία των οποίων είναι ο λογισμός. Και είναι καταπληκτικό το φαινόμενο, κατά το οποίο μια νοερή ουσία αγαθή, θεόπλαστη «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση Θεού», που είναι η ψυχή (μαζί με το σώμα), αποκτάει τα τυραννικά αυτά πάθη εξ αφορμής της σφαλερής χρήσεως της ελευθερίας της.

Φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι τα θανάσιμα πάθη, (θανάσιμα γιατί πεθαίνει πνευματικώς η ψυχή), σχηματίζονται σταδιακά από έννοιες. Όμως είναι γνωστό από την κλασσική φιλοσοφία, ότι είχε γίνει παραδεκτό, πως η συνήθεια, η έξη, δημιουργεί δεύτερη φύση. Σε τελευταία ανάλυση, τα διάφορα πάθη αποτελούν στερεωμένους λογισμούς, που έχουν επαναληφθεί και έχουν βιωθεί. Κλασσικό είναι το απόφθεγμα: «εκ του οράν τίκτεται το εράν». Η επανάληψη μιας σκέψεως, μιας ιδέας, μιας φαντασίας αποκτάει ανάλογη δύναμη, είτε πονηρή είναι είτε αγαθή.

Αλλά για τα αγαθά πάθη δεν γίνεται λόγος από τον άγιο Ιωάννη τον Κασσιανό. Στην υπόψη πραγματεία προβαίνει σε μια διεξοδική ανάλυση των αμαρτωλών παθών ως προς τη γένεσή τους και τη θεραπεία τους, ακολουθώντας την πνευματική και ασκητική παράδοση που θεμελιώνεται στις θείες Γραφές, στις οποίες συνεχώς παραπέμπει. Με τις λεπτές παρατηρήσεις του επάνω στα πάθη, προσφέρει πολύτιμη υπηρεσία στην Εκκλησία.

Η δεύτερη πραγματεία του «Περί διακρίσεως», είναι επίσης μια θαυμάσια έκθεση της σημασίας του χαρίσματος της διακρίσεως. Με αναφορές σε γεγονότα, σε γνώμες των αγίων Πατέρων και σε σχετικά χωρία των αγίων Γραφών, ο άγιος Κασσιανός θεμελιώνει την αναγκαιότητα της διακρίσεως για όλες τις εργασίες της πνευματικής ζωής.

Πρόκειται για μια χαρισματική λειτουργία της ψυχής, χωρίς την οποία όχι μόνον οι αρετές δεν είναι αρετές, αν δεν γίνονται με διάκριση, αλλά και όλες οι πνευματικές εργασίες πέφτουν στο κενό ή υπηρετούν τον εχθρό.

Η διάκριση είναι βέβαια χάρισμα, ως φωτισμός της ψυχής, που διακρίνει τις πλέον λεπτές πλευρές των πνευματικών προβλημάτων. Αλλά αν δεν υπάρχει το χάρισμα, μπορεί η σύνεση να προφυλάξει τον αγωνιζόμενο, σύνεση που συνίσταται στη μετριοπάθεια και την άγρυπνη ανάκριση των διαλογισμών η τη δυσπιστία στους οικείους λογισμούς, που οδηγεί στην ερώτηση των εμπείρων. Είναι η διδασκαλία περί μεσότητας, κατά την οποία εκκλίνει κανείς από τις υπερβολές και τις ελλείψεις. Γι' αυτό και ο Θεολόγος Γρηγόριος έλεγε· «Ορθοδοξείν έστι το αεί σχοινοβατείν». Πάντως εκείνο που σώζει πάντοτε, είναι η ταπείνωση.

Προς τον επίσκοπο Κάστορα περί των οχτώ λογισμών της κακίας.

Αφού πρωτύτερα συντάξαμε τον λόγο «περί διαμορφώσεως των Κοινοβίων», έχοντας το θάρρος στις προσευχές σου, επιχειρούμε πάλι να γράψομε για τους οχτώ λογισμούς της κακίας· της γαστριμαργίας, λέω, και πορνείας, φιλαργυρίας, οργής, λύπης, ακηδίας, κενοδοξίας και υπερηφάνειας.

1. Για την εγκράτεια της κοιλίας

Πρώτα θα κάνω λόγο για την εγκράτεια στα φαγητά, η οποία είναι αντίθετη της γαστριμαργίας, και για τον τρόπο των νηστειών και την ποσότητα των φαγητών. Και αυτά, όχι από τον εαυτό μου, αλλά καθώς παραλάβαμε από τους αγίους Πατέρες. Εκείνοι λοιπόν, δεν έχουν παραδώσει ένα κανόνα νηστείας, ούτε ένα τρόπο της διατροφής, ούτε το ίδιο μέτρο, γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, είτε λόγω ηλικίας, είτε ασθένειας, είτε καλύτερης συνήθειας του σώματος. Έχουν όμως παραδώσει σε όλους ένα σκοπό, να αποφεύγομε την αφθονία και να αποστρεφόμαστε το χορτασμό της κοιλιάς. Έχουν δει στην πράξη ότι είναι ωφελιμότερο και βοηθά στην καθαρότητα το να τρώει κανείς μία φορά την ημέρα από το να τρώει κάθε τρεις ή τέσσερις ή εφτά ημέρες. Γιατί λένε, εκείνος που επεκτείνεται υπέρμετρα στη νηστεία, υπέρμετρα κατόπιν τρώει. Και από αυτό, άλλοτε εξαιτίας της υπερβολής της αποχής από την τροφή ατονεί το σώμα και γίνεται πιο απρόθυμο για τις πνευματικές εργασίες, και άλλοτε όταν γεμίσει από το βάρος των τροφών προκαλεί αμέλεια και εξασθένηση της ψυχής. Και πάλι οι άγιοι Πατέρες δοκίμασαν και είδαν ότι δεν είναι για όλους κατάλληλη η διατροφή με χόρτα, ούτε με όσπρια, ούτε όλοι μπορούν να τρέφονται μόνο με ξερό ψωμί. Και άλλος, καθώς είπαν, ενώ τρώει δύο λίτρες ψωμί, πεινά ακόμη, ενώ άλλος τρώει μία λίτρα ή εξ ουγγιές και χορταίνει. Σε όλους λοιπόν, όπως είπα, ένα κανόνα εγκράτειας έχουν παραδώσει, το να μην ξεγελιούνται με το χορτασμό της κοιλιάς, ούτε να παρασύρονται από την ηδονή του λάρυγγα. Γιατί δεν είναι μόνο η διαφορά της ποιότητας των τροφών, αλλά και η ποσότητα που ανάβει τα πυρωμένα βέλη της πορνείας. Γιατί με οποιαδήποτε τροφή όταν γεμίσει η κοιλιά, γεννά το σπόρο της διαφθοράς. Και πάλι δεν είναι μόνο η κραιπάλη του κρασιού που φέρνει μέθη στη διάνοια, αλλά και η αφθονία του νερού και κάθε τροφής η υπερβολική χρήση, τη ζαλίζει και φέρνει νύστα σ' αυτήν. Αιτία της καταστροφής των σοδομιτών δεν ήταν η κραιπάλη του κρασιού και των διαφόρων φαγητών, αλλά η αφθονία του άρτου, κατά τον προφήτη.

Η ασθένεια του σώματος δεν είναι αντίθετη με την καθαρότητα της καρδιάς, όταν δώσομε στο σώμα εκείνα που απαιτεί η ασθένεια, όχι ό,τι θέλει η ηδονή. Τις τροφές τις χρησιμοποιούμε τόσο ώστε να ζήσομε, όχι για να σκλαβωθούμε στις ορμές της επιθυμίας. Η μετρημένη και μέσα σε λογικά όρια τροφή βοηθά στην υγεία του σώματος, δεν αφαιρεί την αγιότητα. Ακριβής κανόνας εγκράτειας, όπως παρέδωσαν οι Πατέρες, είναι να σταματούμε να τρώμε πριν χορτάσομε. Και ο Απόστολος που είπε: «Μη φροντίζετε για τη σάρκα, πως να ικανοποιήσετε τις επιθυμίες της», δεν εμπόδισε την αναγκαία κυβέρνηση της ζωής, αλλά απαγόρευσε την φιλήδονη φροντίδα.

Άλλωστε, για την τέλεια καθαρότητα της ψυχής, δεν αρκεί μόνη η εγκράτεια στα φαγητά, αν δεν συντρέχουν και οι υπόλοιπες αρετές. Λοιπόν, η ταπείνωση με την υπακοή και την καταπόνηση του σώματος, ωφελούν πολύ. Η αποχή από τη φιλαργυρία, όχι μόνον το να μην έχει κανείς χρήματα, αλλά και το να μην τα επιθυμεί, οδηγεί στην καθαρότητα της ψυχής. Η αποχή από την οργή, από τη λύπη, από την κενοδοξία, από την υπερηφάνεια, όλα αυτά προξενούν τη γενική καθαρότητα της ψυχής. Τη μερική καθαρότητα της ψυχής, μέσω της σωφροσύνης, ιδιαίτερα κατορθώνουν η νηστεία και η εγκράτεια. Γιατί είναι αδύνατον εκείνος που έχει γεμάτη την κοιλιά του, να κάνει νοερό πόλεμο εναντίον του πνεύματος της πορνείας. Ώστε λοιπόν πρώτος αγώνας μας ας είναι να συγκρατούμε την κοιλιά μας και να υποδουλώνομε το σώμα. Όχι μόνο με νηστεία, αλλά και με αγρυπνία και κόπο και πνευματικά αναγνώσματα και με το να μαζεύομε την καρδιά μας πάνω στο φόβο της κολάσεως και στον πόθο της βασιλείας των Ουρανών.

2. Περί του πνεύματος της πορνείας και της σαρκικής επιθυμίας

Δεύτερος αγώνας που έχομε να κάνομε είναι εναντίον του πνεύματος της πορνείας και της σαρκικής επιθυμίας, η οποία επιθυμία αρχίζει από τη μικρή ηλικία να ενοχλεί τον άνθρωπο. Ο αγώνας αυτός είναι μεγάλος και δύσκολος και έχει δύο μέτωπα. Γιατί ενώ τα άλλα ελαττώματα κάνουν τη μάχη μόνο μέσα στην ψυχή, ο σαρκικός πόλεμος είναι διπλός, και στην ψυχή και στο σώμα. Και γι' αυτό πρέπει να αναλάβομε διπλό πόλεμο.

Γιατί δεν είναι αρκετή η σωματική νηστεία για να αποκτήσομε την τέλεια σωφροσύνη και αληθινή αγνεία, αν δεν ακολουθεί και συντριβή καρδιάς και πυκνή προσευχή προς τον Θεό και συχνή μελέτη των Γραφών και κόπος και εργασία των χεριών, τα οποία μπορούν να αναστέλλουν τις ακατάστατες ορμές της ψυχής και να ανακαλούν την ψυχή από τις αισχρές φαντασίες. Προπάντων βοηθά η ταπείνωση της ψυχής, χωρίς την οποία ούτε την πορνεία, ούτε άλλο πάθος μπορεί κανείς να νικήσει. Πρώτα-πρώτα λοιπόν πρέπει με κάθε προσοχή να φυλάγει κανείς την καρδιά του από ρυπαρούς λογισμούς. Γιατί από την καρδιά βγαίνουν -όπως είπε ο Κύριος- διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείες, πορνείες και τα λοιπά. Και η νηστεία δεν έχει διαταχθεί μόνον για κακοπάθεια του σώματος, αλλά και για την προσοχή και νηφαλιότητα του νου, για να μη σκοτιστεί ο νους από την πολυφαγία και γίνει αδύνατος στην επιτήρηση των λογισμών. Πρέπει λοιπόν όχι μόνο στη σωματική νηστεία να βάζομε όλη την επιμέλεια μας, αλλά και στην προσοχή των λογισμών και στην πνευματική μελέτη, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να ανέβομε στο ύψος της αληθινής αγνείας και καθαρότητας. Πρέπει λοιπόν να καθαρίζομε πρώτα, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, το εσωτερικό του πιάτου και του ποτηριού, για να γίνει και το εξωτερικό τους καθαρό. Γι' αυτό ακριβώς, αν υπάρχει μέσα μας η φροντίδα να πολεμήσομε νόμιμα και να στεφανωθούμε, αφού νικήσομε το ακάθαρτο πνεύμα της πορνείας, να μην έχομε θάρρος στη δική μας δύναμη και άσκηση, αλλά στη βοήθεια του Κυρίου μας και Θεού. Γιατί δεν παύει ο άνθρωπος να πολεμείται από αυτό το πνεύμα, μέχρις ότου πιστέψει αληθινά ότι όχι με τη δική του επιμέλεια και το δικό του κόπο, αλλά με τη βοήθεια του Θεού ελευθερώνεται από αυτή την αρρώστια και ανεβαίνει στο ύψος της αγνείας. Και αυτό είναι υπόθεση πάνω από τη φύση· κατά κάποιο τρόπο υπερβαίνει το σώμα εκείνος που έχει υποτάξει τους ερεθισμούς της σάρκας και τις ηδονές της.

Και γι' αυτό είναι αδύνατον ο άνθρωπος (για να το πω έτσι) με τα δικά του φτερά να πετάξει προς το υψηλό και ουράνιο βραβείο της αγιοσύνης και να γίνει μιμητής των Αγγέλων, αν δεν τον σηκώσει η χάρη του Θεού από τη γη και τη λάσπη. Γιατί με καμιά άλλη αρετή οι άνθρωποι με τη σάρκα που φέρουν δεν εξομοιώνονται περισσότερο με τους αγγέλους, όσο με την αρετή της σωφροσύνης. Με την αρετή αυτή, ενώ βρίσκονται ακόμη στη γη, έχουν το πολίτευμα στους ουρανούς, κατά τον Απόστολο. Δείγμα του ότι αποκτήσαμε τελείως αυτή την αρετή είναι να μη προσηλώνεται η ψυχή κατά τον ύπνο σε καμία εικόνα αισχρής φαντασίας. Γιατί αν και δεν λογαριάζεται ως αμαρτία αύτη η κίνηση στον ύπνο, είναι όμως γνώρισμα ότι η ψυχή είναι άρρωστη και δεν έχει ελευθερωθεί από το σαρκικό πάθος. Γι' αυτό τις αισχρές φαντασίες που μας έρχονται στον ύπνο, πρέπει να πιστεύομε ότι είναι έλεγχος της προηγούμενης αμέλειας και της ασθένειας μας, αφού την κρυμμένη μέσα στα απόκρυφα της ψυχής μας νόσο την κάνει φανερή η ρεύση κατά την ανάπαυση του ύπνου. Γι' αυτό και ο Ιατρός των ψυχών μας, στα απόκρυφα της ψυχής έβαλε το φάρμακο, όπου γνώριζε ότι βρίσκονται και οι αιτίες της ασθένειας, λέγοντας- «Καθένας που βλέπει γυναίκα με σκοπό να την επιθυμήσει, έκανε κιόλας μοιχεία μαζί της μέσα στην καρδιά του». Δε διορθώνει τόσο τους περίεργους και πορνικούς οφθαλμούς, όσο την ψυχή που έχει την κατοικία της μέσα μας, η οποία κακώς μεταχειρίζεται τα μάτια τα οποία έδωσε ο Θεός για το καλό του ανθρώπου. Γι' αυτό και η σοφή Παροιμία δε λέει «Με κάθε τρόπο να προσέχεις τα μάτια σου», αλλά «Με κάθε τρόπο να προσέχεις την καρδιά σου». Έβαλε δηλαδή το φάρμακο της προσοχής στην καρδιά που μεταχειρίζεται τα μάτια για ό,τι θέλει.

Λοιπόν αυτή ας είναι η φρουρά και προφύλαξη της καρδιάς μας· όταν έρθει στο νου μας ενθύμηση γυναίκας που ξεφύτρωσε από διαβολική δολιότητα, είτε μητέρας ή αδελφής ή άλλων ευλαβών γυναικών, αμέσως να την διώξομε από την καρδιά μας, μήπως επιμένοντας πολύ σ' αυτή την ενθύμηση, μας κυλήσει εκείνος που μας εξαπατά στο κακό, ο διάβολος, και μας ρίξει μέσα στον γκρεμό των αισχρών και βλαβερών σκέψεων. Αλλά και η εντολή που δόθηκε από το Θεό στον πρωτόπλαστο διατάζει, να συντρίβομε το κεφάλι του φιδιού, δηλαδή την αρχή των βλαβερών λογισμών, μέσω των οποίων επιχειρεί αυτό να συρθεί μέσα στις ψυχές μας. Αλλιώς με το να παραδεχτούμε το κεφάλι, που είναι η αρχή του λογισμού, θα παραδεχτούμε και το υπόλοιπο σώμα του φιδιού, που είναι η συγκατάθεση στην ηδονή, και αυτό θα κατακρημνίσει τη διάνοια μας στην παράνομη πράξη. Αλλά πρέπει κατά την Γραφή, κάθε πρωί να εξολοθρεύομε όλους τους αμαρτωλούς της γης, δηλαδή με το φως της γνώσεως να διακρίνομε και να εξολοθρεύομε τους αμαρτωλούς λογισμούς από τη γη, η οποία είναι η καρδιά μας, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κυρίου. Και όσο είναι ακόμη νήπια οι γιοι της Βαβυλώνας, δηλαδή οι πονηροί λογισμοί, να τους χτυπάμε στο έδαφος και να τους τσακίζομε πάνω στην πέτρα, η οποία πέτρα είναι ό Χριστός. Γιατί αν οι νήπιοι λογισμοί μεγαλώσουν και γίνουν άνδρες λόγω της συγκαταθέσεώς μας σ' αυτούς, τότε δεν θα νικηθούν χωρίς μεγάλο στεναγμό και κόπο.

Μετά τα όσα είπαμε από την Αγία Γραφή, καλό είναι να θυμηθούμε και λόγους αγίων Πατέρων. Είπε λοιπόν ο άγιος Βασίλειος, επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας- «Και γυναίκα δε γνωρίζω και παρθένος δεν είμαι». Τόσο πολύ γνώριζε ότι το δώρο της παρθενίας δεν κατορθώνεται μόνο με αποχή από γυναίκα, όσο με την αγιοσύνη της ψυχής και την καθαρότητα, η οποία κατορθώνεται με το φόβο του Θεού. Λένε επίσης και τούτο οι Πατέρες, ότι δεν μπορούμε να αποκτήσομε τελείως την αρετή της αγνείας, αν δεν αποκτήσομε πρωτύτερα την αληθινή ταπεινοφροσύνη μέσα στην καρδιά μας. Ούτε μπορούμε να κριθούμε άξιοι ν' αποκτήσομε την αληθινή θεία γνώση, αν μέσα στα απόκρυφα της ψυχής έχει θρονιαστεί το πάθος της πορνείας. Θα δείξομε και από τον Απόστολο πόσο μεγάλο είναι το κατόρθωμα της σωφροσύνης, και αφού αναφέρομε μια φράση του μόνο, θα τελειώσομε: «Επιδιώκετε να έχετε ειρήνη με όλους και τον αγιασμό, που χωρίς αυτόν κανένας δεν θα δει τον Κύριο». Ότι αναφέρεται στο θέμα μας, είναι φανερό από εκείνο που λέει αμέσως παρακάτω: «Κανένας πόρνος και βέβηλος όπως ο Ησαύ».

Όσο λοιπόν ουράνιο και αγγελικό είναι το κατόρθωμα της αγιοσύνης, τόσο με βαρύτερες συνωμοσίες και δόλους πολεμείται από τους εχθρούς δαίμονες. Και γι' αυτό οφείλομε να φροντίζομε να έχομε όχι μόνον εγκράτεια σώματος, αλλά και συντριβή καρδιάς και πυκνές προσευχές με στεναγμούς, ώστε το καμίνι της σάρκας μας, το οποίο ο βασιλιάς της Βαβυλώνας ανάβει καθημερινά με τους ερεθισμούς της επιθυμίας, να το σβήσομε με τη δρόσο του Αγίου Πνεύματος. Εκτός από αυτά, μέγιστο όπλο για τον πόλεμο αυτό είναι η κατά Θεόν αγρυπνία. Γιατί όπως η προσοχή και η προφύλαξη της ημέρας ετοιμάζει τη νυχτερινή αγιοσύνη, έτσι η νυχτερινή κατά Θεόν αγρυπνία ετοιμάζει και διευκολύνει την ψυχή στην καθαρότητα της ημέρας.

3. Περί της φιλαργυρίας

Τρίτος είναι ο αγώνας εναντίον του πνεύματος της φιλαργυρίας, αγώνας ξένος και έξω από την ανθρώπινη φύση, που βρίσκει αφορμή την απιστία του μοναχού. Γιατί οι ερεθισμοί των άλλων παθών, εννοώ του θυμού και της επιθυμίας, έχουν τις αφορμές από το σώμα, και κατά κάποιο τρόπο είναι έμφυτα και έχουν την αρχή από τη γέννηση. Γι' αυτό και χρειάζεται πολύς καιρός για να νικηθούν. Η αρρώστια όμως της φιλαργυρίας έρχεται από έξω και μπορεί ευκολότερα να κοπεί αν καταβάλει κανείς επιμέλεια και προσοχή. Αν όμως παραμεληθεί, γίνεται πιο καταστρεπτική από τα άλλα πάθη και δύσκολα φεύγει- γιατί είναι ρίζα όλων των κακών, κατά τον Απόστολο. Ας σκεφτούμε ως εξής: οι φυσικές κινήσεις του σώματος υπάρχουν όχι μόνο στα παιδιά, στα οποία κρίση του καλού και του κακού δεν υπάρχει ακόμα, αλλά και σ' αυτά τα νήπια που τρώνε γάλα, που δεν έχουν ούτε ίχνος ηδονής, δίνουν όμως σημάδι ότι έχουν εκ φύσεως κίνηση στη σάρκα τους. Επίσης και το κεντρί του θυμού παρατηρείται στα νήπια, όταν τα βλέπομε να διεγείρονται ζωηρά εναντίον εκείνων που τα λύπησαν. Και αυτά δεν τα λέω για να κατηγορήσω τη φύση σαν αιτία της αμαρτίας· μη γένοιτο· αλλά για να δείξω ότι ό θυμός και η επιθυμία, αν και για καλό ενώθηκαν με τον άνθρωπο από το Δημιουργό και είναι κάπως από τα φυσικά προσόντα του σώματος, εξαιτίας της αμέλειας ξεπέφτουν σε πράξεις έξω από τη φύση. Γιατί η κίνηση του σώματος δόθηκε από το Δημιουργό για τη γέννηση απογόνων και την παράταση της ανθρωπότητας κατά διαδοχή και όχι για την πορνεία. Και ο θυμός έχει κατασπαρεί μέσα μας για τη σωτηρία μας, για να θυμώνομε εναντίον της κακίας και όχι να γινόμαστε θηρία εναντίον των ανθρώπων. Αν λοιπόν χρησιμοποιούμε για κακό το θυμό και την επιθυμία, δεν είναι η ανθρώπινη φύση αμαρτωλή ούτε θα κατηγορήσομε τον Πλάστη, όπως δεν κατηγορούμε εκείνον που έδωσε στον άλλον ένα σιδερένιο εργαλείο για μια αναγκαία και ωφέλιμη εργασία, και αυτός το χρησιμοποίησε σε φόνο.

Αυτά τα είπαμε για να φανερώσομε ότι το πάθος της φιλαργυρίας δεν προέρχεται από τη φύση, αλλά μόνο από πολύ κακή και διεφθαρμένη διάθεση. Γιατί η αρρώστια αυτή της φιλαργυρίας, όταν βρει στην αρχή της αποταγής χλιαρή και άπιστη την ψυχή, της υποβάλλει δίκαιες τάχα και ευλογοφανείς προφάσεις για να κατακρατήσει μερικά από εκείνα που έχει. Σου λέει ότι θα έχει μακροχρόνια γηρατειά και ασθένεια και ότι εκείνα που δίνει για τις ανάγκες το κοινόβιο δεν είναι αρκετά όχι για άρρωστο, αλλά ούτε για υγιή, και ότι εδώ δεν φροντίζουν όπως χρειάζεται τους αρρώστους, αλλά με πολλή αμέλεια, και αν δεν έχει κρύψει χρυσάφι, θα πεθάνει άθλια. Τελευταία του υποβάλλει τη σκέψη, ότι ούτε στο μοναστήρι μπορεί να μείνει πολύ, λόγω της βαριάς εργασίας και της αυστηρότητας του ηγουμένου. Και όταν παραπλανήσει τη διάνοια με τέτοιες σκέψεις, για να αποκτήσει έστω και ένα δηνάριο, τότε τον καταφέρνει και εργασία του χεριού να μάθει κρυφά από τον ηγούμενο, από την οποία θα μπορέσει να αυξήσει το χρήμα που τόσο επιθυμεί. Και παραπέρα τον εξαπατά τον άθλιο με κρυφές ελπίδες και του ψιθυρίζει το κέρδος που θα έχει από την εργασία του και την ανάπαυση και αμεριμνησία που θα αποκτήσει. Και αφού παραδοθεί ολόκληρος στη σκέψη του κέρδους, κανένα άλλο κακό δεν προσέχει- ούτε την παράφορα της οργής αν του συμβεί καμιά ζημιά, ούτε το σκοτάδι της λύπης αν δεν πετύχει το κέρδος, αλλά όπως σε άλλους γίνεται θεός η κοιλιά τους, έτσι και σ' αυτόν γίνεται θεός ο χρυσός.

Γι' αυτό ο μακάριος Απόστολος γνωρίζοντάς τα αυτά, όχι μόνο ρίζα όλων των κακών ονόμασε τη φιλαργυρία, αλλά και ειδωλολατρία την είπε. Ας δούμε λοιπόν σε πόση κακία η αρρώστια αυτή σέρνει τον άνθρωπο, ώστε να τον ρίξει και στην ειδωλολατρία, γιατί αφού απομακρύνει ο φιλάργυρος το νου του από την αγάπη του Θεού, αγαπά είδωλα, δηλ. ανάγλυφες εικόνες ανθρώπων που είναι χαραγμένες πάνω στα νομίσματα. Με τέτοιους λογισμούς λοιπόν αφού σκοτισθεί ο μοναχός και προχωρήσει στο χειρότερο, δεν μπορεί να έχει διόλου υπακοή, αλλά αγανακτεί, νομίζει ότι πάσχει άδικα, και για την κάθε εργασία γογγύζει, αντιλέγει και χωρίς διόλου ευλάβεια σαν άλογο σκληρότατο βαδίζει στο γκρεμό. Ούτε στην καθημερινή τροφή αρκείται, και διαμαρτύρεται ότι δεν μπορεί να υποφέρει μέχρι τέλος. Και λέει ότι ο Θεός δεν είναι μόνο εκεί, ούτε ότι εκεί αποκλειστικά βρίσκεται η σωτηρία του, και ότι αν δεν φύγει από το μοναστήρι εκείνο, θα χαθεί. Και έτσι έχοντας για συνεργό της διεφθαρμένης γνώμης του τα χρήματα που φυλάει, τα αισθάνεται σαν φτερά και με αυτά μελετά να φύγει από το μοναστήρι. Και λοιπόν απαντά υπερήφανα και άγρια σε όλες τις εντολές που του δίνουν, και νομίζοντας τον εαυτό του ξένο και εξωμερίτη, αν δει στο μοναστήρι ότι κάτι έχει ανάγκη να διορθωθεί, αμελεί και περιφρονεί και κατηγορεί όλα όσα γίνονται. Έπειτα ζητάει προφάσεις για να οργιστεί και να λυπηθεί, για να μην τον νομίσουν επιπόλαιο και ότι φεύγει από το μοναστήρι χωρίς αιτία. Κι αν μπορέσει με κρυφομιλήματα και μάταια λόγια να εξαπατήσει και άλλον και να τον βγάλει από το μοναστήρι, κι αυτό το κάνει, για να έχει και συνεργό. Έτσι λοιπόν με το να ανάβει από τη φωτιά των χρημάτων του ο φιλάργυρος, ποτέ δεν μπορεί να ησυχάσει στο μοναστήρι του ούτε να ζήσει κάτω από κανόνα. Κι όταν ο διάβολος σαν λύκος τον αρπάξει από την μάνδρα και τον ξεχωρίσει από το ποίμνιο και τον πάρει για να τον φάει, τότε τον φέρνει στο σημείο, τα έργα που βαριόταν να κάνει τις ορισμένες ώρες στο κοινόβιο, αυτά να τα κάνει στο κελί του μέρα και νύχτα με μεγάλη προθυμία. Και ούτε τις συνήθειες των προσευχών, ούτε τις νηστείες, ούτε τον κανόνα των αγρυπνιών επιτρέπει να τηρεί, αλλά αφού τον δέσει με τη μανία της φιλαργυρίας, όλη του την προθυμία τον πείθει να την δείξει στο εργόχειρο του.

Είναι τρεις τρόποι αυτής της αρρώστιας, τους οποίους εξίσου απαγορεύουν οι θείες Γραφές και οι διδασκαλίες των Πατέρων. Ένας είναι που κάνει όσους ήταν φτωχοί, να προσπαθούν εκείνα που δεν είχαν στον κόσμο να τα αποκτήσουν τώρα. Άλλος είναι που κάνει να μετανοούν όσοι αρνήθηκαν μια φορά τα χρήματα όταν έγιναν μοναχοί και τους βάζει να ζητούν εκείνα που πρόσφεραν στο Θεό. Τρίτος είναι αυτός, ο οποίος αφού από την αρχή δέσει το μοναχό με απιστία και χλιαρότητα, δεν του επιτρέπει να απαλλαγεί τελείως από τις κοσμικές ασχολίες, με το να του υποβάλλει φόβο της φτώχειας και απιστία στην πρόνοια του Θεού, και να τον κάνει παραβάτη των υποσχέσεων του που έδωσε, όταν αρνήθηκε τον κόσμο. Τα παραδείγματα αυτών των τριών τρόπων βρήκαμε ότι κατακρίνονται στην Αγία Γραφή. Έτσι επειδή επιθύμησε να αποκτήσει χρήματα που δεν είχε πρωτύτερα, δεν πέτυχε την προφητική χάρη, την οποία ο διδάσκαλος ήθελε να του αφήσει ως κληρονομιά. Και αντί ευλογία, κληρονόμησε αιώνια λέπρα με την κατάρα του Προφήτη. Και ο Ιούδας που θέλησε να πάρει χρήματα, τα οποία είχε εγκαταλείψει προηγουμένως, αφού ακολούθησε το Χριστό, όχι μόνον γλύστρησε στην προδοσία του Κυρίου και χωρίστηκε από τον χορό των Αποστόλων, αλλά και τη ζωή του τελείωσε με βίαιο θάνατο. Ο Ανανίας και η Σαπφείρα, με το να φυλάξουν μερικά από εκείνα που είχαν, τιμωρούνται με θάνατο από το αποστολικό στόμα. Ο μέγας Μωυσής στο Δευτερονόμιο παραγγέλλει με μυστικό τρόπο σ΄ εκείνους που υπόσχονται να αποταχθούν και να φύγουν από τον κόσμο και από φόβο απιστίας πάλι κρατιούνται από τα γήινα πράγματα: «Αν είναι κανείς φοβιτσιάρης και δειλός να μη βγει στον πόλεμο, αλλά να πάει στο σπίτι του και να καθήσει, μη τυχόν κάνει και τους αδελφούς του να φοβηθούν και αυτοί».

Υπάρχει άλλη πιο σίγουρη και καθαρή μαρτυρία; Δεν μαθαίνομε απ' αυτά ότι εκείνοι που απαρνούνται τον κόσμο, πρέπει τελείως να τα απαρνούνται όλα κι έτσι να βγαίνουν στον πόλεμο, και όχι με το να κάνουν αρχή νωθρή και διεφθαρμένη, να απομακρύνουν τους άλλους από την ευαγγελική τελειότητα και να τους φέρνουν σε δειλία; Αυτό που λέει καλώς η θεία Γραφή· «Φέρνει μακαριότητα πιο πολύ το να δίνεις παρά το να παίρνεις», το ερμηνεύουν κακώς, καθώς βιάζονται προς εξαπάτηση τους και προς την επιθυμία της φιλαργυρίας, παρεξηγώντας την έννοια του ρητού και τη διδασκαλία του Κυρίου που λέει: «Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώστα στους φτωχούς και θ' αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό, και έλα ακολούθησέ με». Και έτσι συμπεραίνουν ότι από την ακτημοσύνη είναι ανώτερο το να εξουσιάζουν τον πλούτο τους και από αυτόν να δίνουν σε όσους έχουν ανάγκη.

Ας μάθουν αυτοί ότι δεν απαρνήθηκαν ακόμα τον κόσμο, ούτε έφτασαν τη μοναχική τελειότητα, αφού ντρέπονται να γίνουν φτωχοί για χάρη του Χριστού σαν τον Απόστολο Παύλο και με την εργασία των χεριών τους να συντηρούν και τον εαυτό τους και να εξυπηρετούν και όσους έχουν ανάγκη και με έργα να εκπληρώσουν την μοναχική υπόσχεση και να δοξαστούν μαζί με τον Απόστολο. Και αφού διασκορπίσουν τον παλιό πλούτο, να αγωνίζονται μαζί με τον Παύλο με πείνα και δίψα, με κρύο και γύμνια τον καλό αγώνα. Γιατί αν γνώριζε ο Απόστολος ότι ο παλιός του πλούτος ήταν πιο χρήσιμος για την τελειοποίηση του άνθρωπου, δεν θα τον περιφρονούσε, αφού ήταν και διακεκριμένος Ρωμαίος πολίτης. Αλλά και οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων πουλούσαν τα σπίτια και τα χωράφια τους και έβαζαν το αντίτιμο καταγής κοντά στα πόδια των Αποστόλων.

Δεν θα το έκαναν αυτό αν γνώριζαν ότι οι Απόστολοι θεωρούσαν καλύτερο να τρέφονται από τα δικά τους χρήματα και όχι από τον προσωπικό τους κόπο και από τις προσφορές των εθνικών. Ακόμα πιο καθαρά διδάσκει γι' αυτά ο Απόστολος Παύλος μ' εκείνα που γράφει προς τους Ρωμαίους: «Τώρα πηγαίνω στην Ιερουσαλήμ για να διακονήσω τους αγίους... Το θέλησαν να τους βοηθήσουν, αλλά ήταν και οφειλέτες τους». Και ο ίδιος, καθώς ήταν σε δεσμά και φυλακές πολλές φορές και ταλαιπωρημένος από την οδοιπορία, πράγμα πού τον εμπόδιζε να εργάζεται όπως συνήθιζε με τα χέρια του για να προμηθεύεται τα αναγκαία, διδάσκει ότι αυτά τα πήρε από τους αδελφούς που ήρθαν από τη Μακεδονία, λέγοντας· «Το υστέρημά μου το συμπλήρωσαν οι αδελφοί που ήρθαν από τη Μακεδονία». Και προς τους Φιλιππησίους γράφει: «Ξέρετε και σεις, Φιλιππήσιοι, ότι αφού αναχώρησα από τη Μακεδονία, καμία άλλη εκκλησία δε με βοήθησε, παρά μόνο σεις, γιατί και στη Θεσσαλονίκη και μια και δύο φορές μου στείλατε τα αναγκαία». Ας είναι λοιπόν και αυτοί κατά τη γνώμη των φιλάργυρων πιο ευτυχείς από τον Απόστολο επειδή από τα υπάρχοντα τους του χορήγησαν τα αναγκαία. Αλλά δεν θα φτάσει κανείς σε μια τόσο μεγάλη ανοησία, να το πει αυτό. Αν λοιπόν θέλομε να ακολουθήσομε την ευαγγελική εντολή και όλη εκείνη την Εκκλησία τη θεμελιωμένη από την αρχή πάνω στους Αποστόλους, να μη στηριζόμαστε στις υποκειμενικές γνώμες μας, ούτε όσα έχουν καλά ειπωθεί να τα εξηγήσομε άσχημα. Αλλά, αφού πετάξομε μακριά τη χλιαρή και άπιστη γνώμη μας, να εντυπώσομε καλά στο νου μας την ακρίβεια του Ευαγγελίου.

Έτσι θα μπορέσομε να ακολουθήσομε και τα ίχνη των Πατέρων και ποτέ να μην απομακρυνθούμε από την προσοχή και επιμέλεια του κοινοβίου και τον κόσμο τούτο να τον απαρνηθούμε αληθινά. Καλό είναι λοιπόν και εδώ να θυμηθούμε τον λόγο κάποιου Αγίου. Ο άγος Βασίλειος, λοιπόν, ο επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας, σε κάποιο συγκλητικό που απαρνήθηκε με χλιαρότητα τον κόσμο και κράτησε μερικά από τα χρήματά του, λέγεται ότι του είπε ένα τέτοιο λόγο: «Και τον συγκλητικό έχασες και μοναχός δεν έγινες». Πρέπει λοιπόν με κάθε επιμέλεια να ξεριζώνομε από την ψυχή μας τη ρίζα όλων των κακών, που είναι η φιλαργυρία, γνωρίζοντας καλά ότι όταν μεγαλώνει η ρίζα, εύκολα φυτρώνουν τα κλαδιά. Αλλά την αρετή αυτή είναι δύσκολο να την κατορθώσομε αν δεν μένομε σε κοινόβιο· γιατί στο κοινόβιο δεν έχομε φροντίδα ούτε για τις απαραίτητες ανάγκες μας. Έχοντας εμπρός στα μάτια μας την καταδίκη του Ανανία και της Σαπφείρας, να μας πιάνει φρίκη αν θέλομε να αφήσομε τίποτε στα χέρια μας από την παλιά περιουσία μας. Επίσης ας φοβηθούμε το παράδειγμα του Γιεζή, ο οποίος εξαιτίας της φιλαργυρίας του παραδόθηκε σε αιώνια λέπρα, κι ας φυλαχτούμε μήπως μαζέψομε για τους εαυτούς μας χρήματα τα οποία ούτε στον κόσμο τα είχαμε.

Κι ακόμη έχοντας στο νου μας το κρέμασμα του Ιούδα, ας φοβηθούμε να πάρουμε πίσω κάτι από εκείνα που καταφρονήσαμε όταν γίναμε μοναχοί. Πάνω απ' όλα, ας έχομε πάντοτε εμπρός μας την αδηλότητα του θανάτου, μήπως σε ώρα που δεν περιμένομε έρθει ο Κύριος μας και βρει λερωμένη τη συνείδηση μας από φιλαργυρία και μας πει εκείνα που είπε στο Ευαγγέλιο προς τον πλούσιο εκείνο: «Ανόητε, αύτη τη νύχτα απαιτούν από σένα την ψυχή σου σε ποιόν θα πάνε αυτά που ετοίμασες;»

4. Περί της οργής     

Τέταρτος αγώνας είναι εμπρός μας εναντίον του πνεύματος της οργής· και είναι ανάγκη, με τη βοήθεια του Θεού, το θανατηφόρο δηλητήριο της οργής να το κόψομε από το βάθος της καρδιάς μας. Γιατί όσο το πονηρό τούτο πνεύμα κάθεται στην καρδιά μας και τυφλώνει με τις σκοτεινές αναταραχές τα μάτια της καρδιάς μας, ούτε το συμφέρον της ψυχής μας μπορούμε να διακρίνομε, ούτε να φτάσομε ποτέ την πνευματική γνώση, ούτε την τελειότητα αγαθής σκέψεως να πάρομε στην κατοχή μας, ούτε να γίνομε μέτοχοι της αληθινής πνευματικής ζωής, ούτε το θείο και αληθινό φως μπορεί να δεχτεί ο νους μας· γιατί λέει η Γραφή: «Ταράχθηκαν τα μάτια μου από το θυμό». Ούτε θα γίνομε μέτοχοι της θείας σοφίας, και αν ακόμη οι άλλοι μας νομίζουν για πολύ σοφούς, γιατί είναι γραμμένο: «Στον κόρφο των ανοήτων αναπαύεται ο θυμός». Αλλά ούτε και τις σωτήριες σκέψεις της διακρίσεως μπορούμε να αποκτήσομε και αν ακόμη οι άνθρωποι μας νομίζουν για φρόνιμους, γιατί είναι γραμμένο: «Η οργή καταστρέφει και τους φρόνιμους». Αλλά ούτε θα μπορέσομε να αποδώσομε το δίκαιο με προσεκτική και νηφάλια καρδιά, καθώς είναι γραμμένο: «Ο θυμός του ανθρώπου δεν πραγματοποιεί τη δικαιοσύνη του Θεού» · ούτε την κοσμιότητα και σεμνότητα που όλοι οι άνθρωποι την επαινούν μπορούμε να αποκτήσομε, γιατί είναι γραμμένο: «Άνθρωπος που θυμώνει δεν είναι κόσμιος».

Όποιος λοιπόν θέλει να φτάσει την τελειότητα και επιθυμεί να αγωνιστεί νόμιμα τον πνευματικό αγώνα, ας είναι ξένος από το ελάττωμα της οργής και του θυμού, και ας ακούει τι παραγγέλλει το σκεύος της εκλογής, ο Απ. Παύλος: «Κάθε έχθρα και οργή και θυμός και κραυγή και βλασφημία, ας φύγει από σάς μαζί με κάθε κακία». Λέγοντας τη λέξη «κάθε», δε μας άφησε καμία πρόφαση θυμού ούτε σαν αναγκαία, ούτε σαν εύλογη. Εκείνος λοιπόν που θέλει να διορθώσει τον αδελφό του όταν αμαρτάνει ή να του βάλει επιτίμιο, ας φροντίζει να παραμένει ατάραχος, μήπως θέλοντας να θεραπεύσει άλλον, αρρωστήσει ο ίδιος και ακούσει τα ευαγγελικά λόγια: «Ιατρέ, θεράπευσε πρώτα τον εαυτό σου». Και πάλι: «Γιατί βλέπεις το άχυρο στο μάτι του αδελφού σου και δεν παρατηρείς το δοκάρι μέσα στο δικό σου μάτι;» Γιατί αν από οποιαδήποτε αιτία η κίνηση της οργής θερμανθεί πολύ, τυφλώνει τα μάτια της ψυχής και δεν την αφήνει να δει τον ήλιο της δικαιοσύνης. Όπως εκείνος που βάζει πάνω στα μάτια του χρυσά καλύμματα ή μολύβδινα, εμποδίζει εξίσου την δράση και καμιά διαφορά δεν προκαλεί στη τύφλωση η αξία του χρυσού, έτσι από οποιαδήποτε αιτία, εύλογη δήθεν ή παράλογη, και αν ανάψει η οργή, σκοτίζεται η πνευματική δράση.

Τότε μόνο χρησιμοποιούμε κατά φύση το θυμό, όταν τον στρέφομε εναντίον των εμπαθών και φιλήδονων λογισμών. Έτσι διδάσκει και ο προφήτης: «Να οργίζεστε και να μην αμαρτάνετε»· δηλαδή να οργίζεστε κατά των παθών σας και των πονηρών λογισμών, και μην αμαρτάνετε εκτελώντας όσα αυτοί σάς υπαγορεύουν. Κι αυτό θέλει να πει και η συνέχεια: «Διά όσα λέτε μέσα στις καρδιές σας, πάνω στο κρεβάτι σας να κατανύγεστε», δηλαδή όταν έρθουν στην καρδιά σας οι πονηροί λογισμοί, αφού τους διώξετε με την οργή, τότε ευρισκόμενοι στην ησυχία της ψυχής σαν σε κάποιο κρεβάτι, μετανοείτε με κατάνυξη. Συμφωνεί σ' αυτό και ο μακάριος Παύλος, που ανέφερε αυτόν το στίχο και πρόσθεσε: «Ο ήλιος να μη βασιλεύει αφήνοντας σας θυμωμένους, ούτε να δίνετε τόπο στο διάβολο», δηλ. μη διαθέτετε έτσι τον Κύριο Ιησού, τον Ήλιο της δικαιοσύνης, παροργίζοντάς Τον με τη συγκατάθεση σας στους κακούς λογισμούς, ώστε να δύει στις καρδιές σας και να φεύγει, για να μη βρίσκει τόπο ο διάβολος με την αναχώρηση του Χριστού. Δι' αυτόν τον ήλιο λέει και ο Θεός δια μέσου του προφήτη: «Θ' ανατείλει ο ήλιος της δικαιοσύνης και τα φτερά του θα φέρουν τη θεραπεία». Αν πάλι εννοήσομε το ρητό κατά γράμμα, ούτε μέχρι τη δύση του ηλίου δεν μας επιτρέπεται να διατηρούμε την οργή.

Τι λοιπόν θα πούμε γι' αυτά, εμείς όπου από αγριότητα και μανία της εμπαθούς ψυχικής καταστάσεως μας, όχι μόνο μέχρι τη δύση του ηλίου διατηρούμε την οργή, αλλά και για πολλές ημέρες την κρατάμε; Και δε μιλάμε εκφράζοντας την οργή με λόγια, αλλά με τη σιωπή μεταξύ μας αυξάνομε το δηλητήριο της μνησικακίας για ψυχική καταστροφή μας. Και δεν γνωρίζομε ότι πρέπει όχι μόνο να απέχομε από την ενεργητική οργή, αλλά και από την κατά διάνοια, για να μη σκοτεινιάσει ο νους μας από το σκοτάδι της μνησικακίας και ξεπέσει από το φως της πνευματικής γνώσεως και της διακρίσεως, και στερηθεί την κατοίκηση μέσα του του Αγίου Πνεύματος. Δι' αυτό και ο Κύριος στα Ευαγγέλια παραγγέλλει να αφήνομε το δώρο μας στο θυσιαστήριο και να μονιάζομε πρώτα με τον αδελφό μας, γιατί δεν είναι δυνατό να γίνει ευπρόσδεκτο, αν διατηρούμε μέσα μας θυμό και μνησικακία. Αλλά και ο Απόστολος το ίδιο μας διδάσκει, λέγοντας: «Να προσεύχεστε αδιάλειπτα», και «σε κάθε τόπο να υψώνετε σε προσευχή όσια χέρια, χωρίς οργή και λογισμούς απιστίας». Δεν μένει λοιπόν, παρά ή να μην προσευχόμαστε ποτέ, οπότε είμαστε υπεύθυνοι στην αποστολική παραγγελία, ή να φροντίζομε να τηρούμε τη διαταγή και να προσευχόμαστε χωρίς οργή και μνησικακία.

Και επειδή πολλές φορές αν λυπηθούν ή ταραχθούν οι αδελφοί, αδιαφορούμε λέγοντας ότι δεν λυπήθηκαν εξαιτίας μας, ο Ιατρός των ψυχών, θέλοντας να ξεριζώσει τις προφάσεις, παραγγέλλει να αφήσομε το δώρο και να συνδιαλλαγούμε όχι μόνο αν είμαστε εμείς λυπημένοι κατά του αδελφού μας, αλλά και αν αυτός είναι λυπημένος εναντίον μας δίκαια ή άδικα, να τον θεραπεύομε δίνοντας εξηγήσεις, και τότε να προσφέρομε το δώρο μας. Αλλά γιατί να διατρίβομε πολύ στα ευαγγελικά παραγγέλματα αφού και από τον παλαιό νόμο μπορούμε να μάθομε, ο οποίος αν και θεωρείται πιο συγκαταβατικός, λέει: «Μη νιώσεις μέσα σου μίσος για τον αδελφό σου», και άλλου λέει: «Ο δρόμος του μνησίκακου οδηγεί στο θάνατο». Και εδώ όχι μόνον την ενεργητική μνησικακία τιμωρεί, αλλά και την κατά διάνοια.

Πρέπει λοιπόν, σύμφωνα με τους θείους νόμους, να αγωνιζόμαστε με όλη τη δύναμη μας εναντίον του πνεύματος της οργής και της αρρώστιας που έχομε μέσα μας· και όχι, επειδή στρέφομε το θυμό εναντίον των ανθρώπων, να επιδιώκομε την ερημία και την απομόνωση, γιατί δήθεν εκεί δεν υπάρχουν αφορμές να μας παρακινούν στην οργή, και στη μόνωση θα κατορθώσομε εύκολα την αρετή της μακροθυμίας. Επειδή είμαστε υπερήφανοι και δεν θέλομε να κατηγορούμε τον εαυτό μας και να αποδίδομε στη δική μας αμέλεια τις αφορμές της ταραχής, επιθυμούμε να χωριστούμε από τους αδελφούς μας. Ενόσω λοιπόν αποδίδομε στους άλλους τις αφορμές της ασθένειας μας, είναι αδύνατο να φτάσομε την τελειότητα της μακροθυμίας.

Το κυριότερο λοιπόν μέρος της διορθώσεως μας και της ειρήνης μας δεν κατορθώνεται από τη μακροθυμία των άλλων απέναντι μας αλλά από τη δική μας ανεξικακία προς τους άλλους. Όταν όμως, αποφεύγοντας τον αγώνα της μακροθυμίας, επιδιώκομε την έρημο και τη μόνωση, τότε, όσα πάθη φέρνομε αθεράπευτα εκεί, είναι κρυμμένα μέσα μας και δεν χάθηκαν. Επειδή η ερημιά και η αναχώρηση σε όσους δεν έχουν απαλλαγεί από τα πάθη τους, ξέρει όχι μόνο να τα διατηρεί, αλλά και να τα σκεπάζει· και ούτε επιτρέπει να αισθάνονται σε ποιο πάθος νικιούνται. Απεναντίας η έρημος υποβάλλει σ' αυτούς να φαντάζονται ότι απόκτησαν αρετή και τους πείθει να πιστεύουν ότι κατόρθωσαν τη μακροθυμία και την ταπείνωση, όσο δεν είναι παρών κάποιος που να τους ερεθίζει και να τους φέρνει σε δοκιμασία. Και όταν τύχει αφορμή θυμού που τους προκαλεί και τους δοκιμάζει, αμέσως τα πάθη που βρίσκονται μέσα αποθηκευμένα και λανθάνοντα, σαν άλογα χωρίς χαλινάρι ξεπηδούν από τον τόπο που ησύχαζαν, θρεμμένα από την μακρά ησυχία και αργία, και με μεγαλύτερη σφοδρότητα και αγριότητα σύρουν στον όλεθρο τον άνθρωπο που κάθεται πάνω σ' αυτά. Γιατί περισσότερο εξαγριώνονται τα πάθη όταν στερούνται τη δοκιμασία που προέρχεται από τους ανθρώπους.

Και αυτήν ακόμη τη σκιά της υπομονής και μακροθυμίας, την οποία φαινομενικά νομίζομε, όταν ήμαστε μαζί με τους αδελφούς, ότι είχαμε, τη χάνομε από την αμέλεια της εκγυμνάσεως και της απομονώσεως. Όπως τα φαρμακερά φίδια στην ερημιά που ησυχάζουν στη φωλιά τους, τότε δείχνουν τη μανία τους, όταν τα πλησιάσει κανείς, έτσι και οι εμπαθείς άνθρωποι που ησυχάζουν όχι λόγω της αρετής, αλλά αναγκαστικά εξαιτίας της ερημιάς, τότε χύνουν το δηλητήριο τους, όταν αρπάξουν κάποιον που τους πλησιάζει και τους ερεθίζει. Και γι' αυτό πρέπει εκείνοι που επιζητούν την τελειότητα της πραότητας, να φροντίζουν όσο μπορούν περισσότερο, όχι μόνο εναντίον των ανθρώπων να μην οργίζονται, αλλά ούτε και εναντίον των ζώων, ούτε κατά των άψυχων. Γιατί θυμούμαι, όταν ήμουν στην έρημο θύμωσα εναντίον καλαμιού που δεν μου άρεσε το πάχος ή η λεπτότητά του. Επίσης θύμωσα και εναντίον ξύλου που δεν μπόρεσα να το κόψω αμέσως. Επίσης και εναντίον πέτρας από εκείνες που βγάζουν φωτιά, όταν προσπάθησα να βγάλω φωτιά και δεν έβγαλε γρήγορα. Έτσι είχε δυναμώσει η οργή, ώστε να στρέφεται και κατά των αναίσθητων πραγμάτων.

Αν λοιπόν επιθυμούμε να επιτύχομε το μακαρισμό του Κυρίου, όχι μόνον την ενεργητική οργή, όπως είπαμε, αλλά και την κατά διάνοια πρέπει να εμποδίσαμε. Γιατί δεν ωφελεί τόσο πολύ να συγκρατούμε το στόμα μας στον καιρό του θυμού να μη λέει λόγια μανιασμένα, όσο να καθαρίζομε την καρδιά μας από τη μνησικακία και να μη στριφογυρίζομε μέσα στο μυαλό μας πονηρούς λογισμούς εναντίον του αδελφού. Γιατί η ευαγγελική διδασκαλία παραγγέλλει να κόβομε τις ρίζες των αμαρτημάτων, παρά τους καρπούς· επειδή όταν κοπεί η ρίζα του θυμού από την καρδιά, ούτε μίσος ούτε φθόνος προχωρεί σε έργο. Όποιος μισεί τον αδελφό του, έχει ονομαστεί ανθρωποκτόνος·, που φονεύει αυτόν με τη διάθεση του μίσους κατά διάνοια, αυτού το αίμα δεν το βλέπουν οι άνθρωποι, αφού δεν χύθηκε με χτύπημα ξίφους, αλλά ότι κατά διάνοια και κατά διάθεση φονεύτηκε, το βλέπει ο Θεός, ο οποίος όχι μόνο για τις πράξεις, αλλά και για τους λογισμούς και τις προαιρέσεις αποδίδει στον καθένα στεφάνια ή τιμωρίες, καθώς λέει ο Ίδιος δια μέσου του προφήτη: «Ιδού, έρχομαι για να συγκεντρώσω τα έργα και τις σκέψεις τους». Και πάλι, ο Απόστολος λέει: «Όταν οι λογισμοί τους κατηγορούν αναμεταξύ τους ή και απολογούνται, κατά την ημέρα που ο Θεός θα κρίνει τα κρυφά έργα των ανθρώπων». Αυτός ο Ίδιος ο Κύριος διδάσκει να αποβάλομε κάθε οργή και λέει στα Ευαγγέλια: «Όποιος οργίζεται κατά του αδελφού του, θα είναι ένοχος στο δικαστήριο». Τα ακριβή αντίγραφα (του Ευαγγελίου) έτσι περιέχουν αυτό το χωρίο. Γιατί η λέξη «εική» δηλ. χωρίς λόγο, είναι μεταγενέστερη προσθήκη, κι αυτό είναι φανερό και από το πνεύμα της Γραφής. Επειδή το θέλημα του Κυρίου είναι να κόβομε με κάθε τρόπο τη ρίζα και το σπινθήρα της οργής και να μην κρατάμε καμιά πρόφαση οργής- μήπως θυμώνοντας στην αρχή εύλογα τάχα, ύστερα πέσομε στη μανία του παράλογου θυμού.

Η τέλεια θεραπεία της ασθένειας της οργής είναι αυτή: να πιστέψομε ότι ούτε για δίκαιες ούτε για άδικες αφορμές επιτρέπεται ποτέ να θυμώνομε. Επειδή όταν η οργή σκοτίσει τη διάνοια, ούτε διάκριση, ούτε σωστή σκέψη, ούτε δικαιοσύνη θα βρεθεί μέσα μας, ούτε και ναός του Αγίου Πνεύματος μπορεί να γίνει η ψυχή μας, αλλά θα μας κατακυριεύσει το πνεύμα της οργής σκοτίζοντας τη διάνοια μας. Τελευταίο απ' όλα, πρέπει να έχομε εμπρός στα μάτια μας κάθε ημέρα, την αβεβαιότητα της ώρας του θανάτου μας, κι έτσι να φυλαγόμαστε από την οργή. Και ας γνωρίζομε ότι ούτε η σωφροσύνη, ούτε η απάρνηση του υλικού κόσμου, ούτε οι νηστείες και αγρυπνίες θα μας ωφελήσουν κατά την ημέρα της κρίσεως, αν βρεθούμε ένοχοι επειδή κατεχόμαστε από οργή και μίσος.

5. Περί της λύπης

Πέμπτος είναι ο αγώνας εναντίον του πνεύματος της λύπης, το οποίο σκοτίζει την ψυχή από κάθε πνευματική θεωρία και την εμποδίζει από κάθε αγαθή πράξη. Επειδή όταν το πονηρό αυτό πνεύμα αρπάξει την ψυχή και την σκοτίσει ολόκληρη, δεν της επιτρέπει να προσεύχεται με προθυμία, δεν την αφήνει να εγκαρτερεί στην ωφέλεια των ιερών αναγνωσμάτων δεν ανέχεται να είναι ο άνθρωπος πράος και να κινείται εύκολα σε κατάνυξη και συμπάθεια προς τους αδελφούς, για όλες τις εργασίες και εναντίον ακόμη της υποσχέσεως του μοναχικού βίου φέρνει μίσος. Και γενικά η λύπη, αφού ανακατώσει όλες τις σωτήριες σκέψεις της ψυχής και παραλύσει τη δραστηριότητα και την καρτερία της, τη φέρνει σε σημείο να είναι σαν ανόητη και ηλίθια, δένοντας την με το λογισμό της απελπισίας. Γι' αυτό, αν έχομε σκοπό να αγωνιστούμε τον πνευματικό αγώνα και να νικήσομε, με τη βοήθεια του Θεού, τα πονηρά πνεύματα, όσο μπορούμε με μεγαλύτερη προσοχή ας φυλάξομε την καρδιά μας από το πνεύμα της λύπης. Γιατί όπως ο σκόρος τρώει το ρούχο και το σκουλήκι το ξύλο, έτσι η λύπη κατατρώγει την ψυχή του άνθρωπου. Πείθει τον άνθρωπο να αποφεύγει κάθε καλή πνευματική συναναστροφή και δεν επιτρέπει ούτε από γνήσιους φίλους να δέχεται συμβουλή, ούτε καλή και ειρηνική απάντηση να δίνει σ' αυτούς, αλλά αφού καταλάβει όλη την ψυχή, τη γεμίζει με δυσαρέσκεια, πλήξη και μελαγχολία.

Και τότε τη βάζει να αποφεύγει τους ανθρώπους, γιατί γίνονται σ' αυτήν αίτιοι ταραχής. Και δεν επιτρέπει στην ψυχή να εννοήσει ότι όχι απέξω, αλλά μέσα της έχει την αρρώστια, η οποία τότε φανερώνεται, όταν έρθουν οι πειρασμοί και με την δοκιμασία τη φέρουν στην επιφάνεια. Γιατί ποτέ δεν μπορεί να βλαφτεί ο άνθρωπος από άλλον, αν δεν έχει μέσα του αποθηκευμένες τις αφορμές των παθών. Και γι' αυτό ο Δημιουργός των πάντων και Ιατρός των ψυχών, ο Θεός, ο μόνος που γνωρίζει ακριβώς τα τραύματα της ψυχής, δεν παραγγέλλει να αποφεύγομε τις συναναστροφές των ανθρώπων, αλλά να κόβομε τις αιτίες της κακίας που είναι μέσα μας, και να γνωρίζομε ότι η υγεία της ψυχής δεν κατορθώνεται με τον χωρισμό από τους ανθρώπους, αλλά με την διαμονή και εξάσκηση με τους ενάρετους ανθρώπους. Όταν λοιπόν για προφάσεις που τις νομίζομε δήθεν εύλογες, εγκαταλείπομε τους αδελφούς, δεν κόψαμε τις αφορμές της λύπης αλλά μόνον κάναμε εναλλαγή τους, γιατί η αρρώστια που έχομε μέσα μας τις ανακινεί πάλι εξαιτίας άλλων πραγμάτων. Γι' αυτό, όλος ό πόλεμος μας ας είναι εναντίον των παθών που είναι μέσα μας, γιατί αν αυτά, με τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού, βγουν από την καρδιά μας, όχι μόνο με τους ανθρώπους, αλλά και με τα άγρια θηρία εύκολα μπορούμε να ζήσομε, όπως λέει ο μακάριος Ιώβ: «Τα άγρια θηρία θα γίνουν ειρηνικά μαζί σου». Πρώτα-πρώτα λοιπόν να αγωνιστούμε εναντίον του πνεύματος της λύπης, που φέρνει την ψυχή στην απελπισία, για να το εξορίσομε από την καρδιά μας. Γιατί αυτό το πνεύμα δεν επέτρεψε στον Κάιν να μετανοήσει μετά την αδελφοκτονία, ούτε στον Ιούδα μετά την προδοσία του Κυρίου. Μια μόνο λύπη να έχομε, την μετάνοια για τις αμαρτίες μας ενωμένη με την αγαθή ελπίδα, για την οποία ο Απόστολος λέει: «Η κατά Θεόν λύπη προξενεί μετάνοια που οδηγεί σε οριστική σωτηρία».

Κι αυτό, γιατί η κατά Θεόν λύπη τρέφοντας την ψυχή με την ελπίδα που ακολουθεί τη μετάνοια, είναι ανάμικτη με χαρά. Γι' αυτό και πρόθυμο και υπάκουο για κάθε καλή πράξη, ευκολοπλησίαστο, ταπεινό, πράο, ανεξίκακο, υπομονετικό σε κάθε αγαθό κόπο και κάθε συντριβή κάνει τον άνθρωπο η λύπη αυτή, αφού είναι κατά Θεόν. Και με αυτό λοιπόν γίνονται οι καρποί του Αγίου Πνεύματος φανεροί στον άνθρωπο, δηλαδή η χαρά, η αγάπη, η ειρήνη, η μακροθυμία, η αγαθότητα, η πίστη, η εγκράτεια. Από την αντίθετη λύπη είναι φανεροί οι καρποί του πονηρού πνεύματος, οι οποίοι είναι ακηδία, ανυπομονησία, θυμός, μίσος, αντιλογία, απελπισία, οκνηρία στην προσευχή. Αυτή τη λύπη πρέπει να την αποφεύγομε, όπως και την πορνεία και τη φιλαργυρία και το θυμό και τα υπόλοιπα πάθη. Αυτή η λύπη θεραπεύεται με την προσευχή και την ελπίδα στο Θεό και τη μελέτη των θείων λόγων και με τη συναναστροφή με ευλαβείς ανθρώπους.

6. Περί της ακηδίας

Έκτος είναι ο αγώνας μας εναντίον της ακηδίας (αμέλεια, πλήξη) που ενώνεται και βοηθεί το πνεύμα της λύπης. Δεινός και βαρύς δαίμονας αυτός, πολεμά πάντοτε τους μοναχούς. Αυτός επιτίθεται εναντίον του μοναχού κατά το μεσημέρι, προκαλώντας του ατονία και φόβο και μίσος εναντίον του τόπου όπου ασκείται και εναντίον των αδελφών που είναι μαζί του και εναντίον κάθε εργασίας, ακόμη και της αναγνώσεως των θείων Γραφών. Σου υποβάλλει ακόμη και λογισμούς μεταβάσεως σε άλλο τόπο, και ότι αν δεν πάει άλλου, μάταια κοπιάζει εδώ και χάνει τον καιρό του. Επίσης του φέρνει κατά το μεσημέρι και πείνα τόση, όση δεν θα προξενούσε σ' αυτόν τριήμερη νηστεία ή μακρά οδοιπορία ή βαρύτατος κόπος. Έπειτα του υποβάλλει λογισμούς ότι με κανένα άλλο τρόπο δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ασθένεια αυτή και το βάρος της, παρά με το να βγαίνει έξω συνεχώς και να επισκέπτεται τους αδελφούς, τάχα για ωφέλεια ή επίσκεψη των ασθενών. Κι όταν δεν μπορέσει να τον εξαπατήσει με αυτά, τότε αφού του φέρει πολύ βαρύ ύπνο, επιτίθεται εναντίον του σφοδρότερος και δυνατότερος, και δεν μπορεί διαφορετικά να νικηθεί, παρά με την προσευχή και την αποχή από την αργολογία και με τη μελέτη των θείων λόγων και την υπομονή στους πειρασμούς. Γιατί αν δεν τον βρει ασφαλισμένο με αυτά τα όπλα, τότε αφού τον κατατρυπήσει με τα βέλη του, τον κάνει άστατο, ονειροπόλο, ράθυμο, άεργο και τον οδηγεί να επισκέπτεται πολλά μοναστήρια και να μη φροντίζει για τίποτε άλλο, παρά που γίνονται τραπέζια και συμπόσια. Γιατί η διάνοια αυτού που έπεσε σε ακηδία τίποτε άλλο δεν φαντάζεται παρά τις μάταιες σκέψεις όσων αναφέραμε. Από αυτά τον δεσμεύει και σε κοσμικά πράγματα και τον δελεάζει λίγο-λίγο σε επιβλαβείς ασχολίες, μέχρις ότου και από αύτη τη μοναχική ζωή τον διώξει.    

Ο Απόστολος, γνωρίζοντας πόσο βαριά είναι αυτή η αρρώστια και επειδή ήθελε ως σοφός γιατρός να τη βγάλει μαζί με τη ρίζα από τις ψυχές μας, μας φανερώνει τις αιτίες από τις οποίες γεννιέται και λέει: «Σας παραγγέλλομε αδελφοί, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να αποχωρίζεστε από κάθε αδελφό που συμπεριφέρεται άτακτα και όχι σύμφωνα με την παράδοση που παραλάβατε από μας. Γνωρίζετε πως πρέπει να μας μιμείστε, επειδή δε ζήσαμε ως άτακτοι ανάμεσά σας, ούτε πήραμε από κανένα το φαγητό μας δωρεάν, αλλά εργαζόμαστε ημέρα και νύχτα με κόπο και μόχθο για να μην επιβαρύνομε κανένα σας· όχι γιατί δεν είχαμε τέτοιο δικαίωμα, αλλά για να σάς δώσομε παράδειγμα να μας μιμείστε. Και όταν ήμαστε κοντά σας, αυτή την εντολή σάς δίναμε, ότι οποίος δε θέλει να εργάζεται, ούτε να τρώει. Γιατί μαθαίνομε ότι μερικοί από σάς δεν εργάζονται, αλλά περιεργάζονται ξένες υποθέσεις. Σ' αυτούς παραγγέλλομε, στο όνομα του Ιησού Χριστού, να εργάζονται ήσυχα για να κερδίζουν το ψωμί τους».

Ας ακούσομε πόσο καθαρά φανερώνει τις αιτίες της ακηδίας ο Απόστολος. Εκείνους που δεν εργάζονται τους ονομάζει άτακτους, φανερώνοντας με μία λέξη πολλή κακία. Γιατί ο άτακτος, είναι και ανευλαβής και αυθάδης στα λόγια και πρόχειρος σε κατηγορίες και γι' αυτό είναι ακατάλληλος για την ησυχία και δούλος της ακηδίας. Παραγγέλλει λοιπόν να αποχωριζόμαστε από αυτούς σαν να έχουν κολλητική αρρώστια. Με τη φράση «και όχι σύμφωνα με την παράδοση που παραλάβατε από μας», φανερώνει ότι αυτοί είναι υπερήφανοι και καταφρονητές και ακυρώνουν τις αποστολικές παραδόσεις. Κατόπιν λέει: «Δεν πήραμε το φαγητό μας δωρεάν από κανένα, αλλά εργαζόμαστε νύχτα και ημέρα με κόπο και μόχθο». Ο διδάσκαλος των εθνών, ο κήρυκας του Ευαγγελίου, που ανέβηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό, αυτός που λέει ότι ο Κύριος διέταξε τους κήρυκες του Ευαγγελίου να συντηρούνται από τους ακροατές του κηρύγματος, αυτός εργάζεται ο ίδιος νύχτα και ημέρα με κόπο και μόχθο για να μην επιβαρύνει κανένα. Τι λοιπόν θα κάνομε εμείς, που είμαστε στην εργασία οκνηροί και επιδιώκομε τη σωματική ανάπαυση, εμείς που ούτε κήρυγμα του Ευαγγελίου μας έχει ανατεθεί, ούτε η μέριμνα για τις εκκλησίες, αλλά μόνο η φροντίδα για την ψυχή μας; Κατόπιν για να δείξει πιο καθαρά τη βλάβη που φέρνει η αργία, καταλήγει: «Δεν εργάζονται καθόλου αλλά περιεργάζονται». Γιατί από την αργία γεννιέται η περιέργεια, από την περιέργεια η αταξία και από την αταξία κάθε κακία. Για τη θεραπεία όλων αυτών, συμπληρώνει: «Να εργάζονται ήσυχα για να κερδίζουν το ψωμί τους». Και για να τους επιπλήξει περισσότερο, λέει: «Όποιος δε θέλει να εργάζεται, ούτε να τρώει».

Αυτές τις αποστολικές διαταγές έχοντας υπόψη οι άγιοι πατέρες της Αιγύπτου, δεν αφήνουν ποτέ να μένουν αργοί οι μοναχοί και μάλιστα οι νεώτεροι, επειδή γνωρίζουν ότι με την υπομονή της εργασίας και την ακηδία διώχνουν, και την τροφή τους προμηθεύονται, και βοηθούν όσους έχουν ανάγκη. Γιατί δεν εργάζονται μόνο για τις δικές τους ανάγκες, αλλά και σε ξένους και φτωχούς και φυλακισμένους δίνουν από την εργασία τους, πιστεύοντας ότι η αγαθοεργία αυτή είναι θυσία αγία και ευπρόσδεκτη στο Θεό. Και λένε επίσης οι πατέρες, ότι ο εργαζόμενος πολεμά με ένα δαίμονα πολλές φορές και στενοχωρείται από αυτόν, ενώ ο αργός αιχμαλωτίζεται από χιλιάδες πονηρά πνεύματα.

Καλό είναι ακόμα να θυμηθούμε και το λόγο που μου είπε ο αββάς Μωυσής, που ήταν πολύ άξιος μεταξύ των πατέρων. Αφού είχα καθήσει λίγο καιρό στην έρημο, με πείραξε ο δαίμονας της ακηδίας. Τον επισκέφτηκα τότε και του είπα: «Χθες ενοχλήθηκα πάρα πολύ από την ακηδία και εξασθένησα υπερβολικά· και δε γλύτωσα από αυτή, παρά όταν σηκώθηκα και επισκέφτηκα τον αββά Παύλο». Σ' αυτά μου αποκρίθηκε ο αββάς Μωυσής: «Έχε θάρρος· δεν ελευθερώθηκες από την ακηδία, αλλά μάλλον παραδόθηκες και υποδουλώθηκες σ' αυτή. Να γνωρίζεις λοιπόν ότι τώρα θα σε πολεμήσει περισσότερο ως λιποτάκτη, αν στο εξής δε φροντίσεις με την υπομονή και την προσευχή και την εργασία των χεριών σου να παλαίψεις εναντίον της και να τη νικήσεις».

7. Περί της κενοδοξίας

Έβδομος είναι ο αγώνας κατά της κενοδοξίας. Αυτό το πάθος είναι πολύμορφο και πολύ λεπτό και δεν το εννοεί γρήγορα ούτε εκείνος που πειράζεται από αυτό. Επειδή οι προσβολές των άλλων παθών είναι πιο φανερές και ευκολότερα καταπολεμούνται, καθώς η ψυχή αναγνωρίζει τον εχθρό και με την αντίρρηση στις προσβολές του και την προσευχή, αμέσως τον ανατρέπει. Η κενοδοξία όμως, με το να είναι πολύμορφη όπως είπαμε, δύσκολα νικιέται. Γιατί φανερώνεται σε κάθε πράξη και σε φωνή και σε λόγο και σε σιωπή και σε έργο και σε αγρυπνία και σε νηστεία και σε προσευχή και σε πνευματικές αναγνώσεις και σε ησυχία και σε μακροθυμία. Με όλα αυτά προσπαθεί να προσβάλλει το στρατιώτη του Χριστού.

Όποιον δε μπόρεσε να απατήσει στην κενοδοξία με την πολυτέλεια των ρούχων, δοκιμάζει να τον πειράξει με το φτωχικό ρούχο. Όποιον δεν μπόρεσε να πολεμήσει με την τιμή, τον πολεμά με το να νομίζει ότι υπομένει την ατιμία. Και όποιον δε μπόρεσε να καταφέρει στην κενοδοξία με τη γνώση των λόγων, τον δελεάζει με τη σιωπή, να κενοδοξεί δήθεν ως ήσυχος. Και όποιον δε μπόρεσε να φέρει σε χαλαρότητα με την πολυτέλεια των τροφών, τον κάνει να επιζητεί τον έπαινο με τη νηστεία. Και γενικά κάθε έργο, κάθε απασχόληση δίνει αφορμή στον πονηρό αυτό δαίμονα. Ακόμη αυτός υποβάλλει επιθυμία για το αξίωμα της Ιεροσύνης. Θυμάμαι κάποιον γέροντα, όταν ήμουν στη σκήτη, που πήγε στο κελί ενός αδελφού για επίσκεψη, και αφού πλησίασε την πόρτα, τον άκουσε να μιλάει από μέσα. Ο γέροντας νόμισε ότι μελετά κάτι από την Γραφή και στάθηκε για να ακούσει. Κατάλαβε τότε ότι ο αδελφός είχε βγει από τα λογικά του από την κενοδοξία και χειροτονούσε τον εαυτό του διάκονο και έκανε απόλυση των κατηχουμένων. Όταν λοιπόν ο γέροντας τα άκουσε αυτά, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ο αδελφός αφού τον υποδέχτηκε, τον προσκύνησε κατά τη συνήθεια και τον ερώτησε να μάθει αν στεκόταν πολλή ώρα εμπρός στην πόρτα. Ο γέροντας με χαριτωμένο τρόπο του είπε: «Τώρα ήρθα, όταν έκανες την απόλυση των κατηχουμένων».

Ο αδελφός μόλις το άκουσε, έπεσε στα πόδια του γέροντα και τον παρακαλούσε να προσευχηθεί γι' αυτόν, για να ελευθερωθεί από αυτή την πλάνη. Αυτό το θυμήθηκα για να δείξω σε πόση αναισθησία φέρνει τον άνθρωπο αυτός ο δαίμονας. Εκείνος λοιπόν που θέλει να πολεμήσει τέλεια και να στεφανωθεί με το στεφάνι της δικαιοσύνης, πρέπει με κάθε τρόπο να φροντίσει να νικήσει το πολύμορφο αυτό θηρίο, έχοντας πάντοτε μπροστά στα μάτια του το ρητό του Δαβίδ: «Ο Κύριος διασκόρπισε τα κόκκαλα των ανθρωπαρέσκων». Και να μην κάνει τίποτε επιδιώκοντας τον ανθρώπινο έπαινο, αλλά να επιζητεί την αμοιβή μόνο από το Θεό. Και αποβάλλοντας πάντοτε τους λογισμούς που έρχονται στην καρδιά του και τον επαινούν, να εξουθενώνει τον εαυτό του ενώπιον του Θεού. Έτσι θα μπορέσει με τη βοήθεια του Θεού να απαλλαγεί από το πνεύμα της κενοδοξίας.

8. Περί της υπερηφάνειας
 
Όγδοος είναι ο αγώνας κατά της υπερηφάνειας. Φοβερότατος αυτός ο αγώνας και από όλους τους προηγούμενους αγριότερος. Αυτός πολεμά προπάντων τους τέλειους και προσπαθεί να καταστρέφει εκείνους που ανέβηκαν σχεδόν στην κορυφή των αρετών. Και όπως μία κολλητική και θανατηφόρα αρρώστια δεν καταστρέφει ένα μέλος του σώματος, αλλά ολόκληρο το σώμα, έτσι και η υπερηφάνεια όχι μόνον ένα μέρος της ψυχής, αλλά ολόκληρη την καταστρέφει. Και το καθένα από τα άλλα πάθη, αν και ταράζει την ψυχή, αλλά με το να πολεμά μια μόνον αρετή, εκείνη που είναι αντίθετη του, και να προσπαθεί αυτή να νικήσει, σκοτίζει και ταράζει την ψυχή εν μέρει.

Ενώ το πάθος της υπερηφάνειας σκοτίζει ολόκληρη την ψυχή και την ρίχνει σε τέλεια πτώση.
Για να εννοήσουμε καλύτερα τα λεγόμενα, ας σκεφτούμε ως εξής: Η γαστριμαργία προσπαθεί να διαφθείρει την εγκράτεια· η πορνεία, τη σωφροσύνη· η φιλαργυρία, την ακτημοσύνη· ο θυμός, την πραότητα και όλα τα λοιπά είδη της κακίας, τις αντίθετες αρετές. Η υπερηφάνεια όμως, όταν κυριεύσει την άθλια ψυχή, σαν φοβερότατος τύραννος που κατέλαβε μια μεγάλη και δοξασμένη πόλη, την καταστρέφει ολόκληρη και την κατεδαφίζει από τα θεμέλια. Μάρτυρας γι' αυτό είναι ο άγγελος εκείνος που έπεσε από τον ουρανό εξαιτίας της υπερηφάνειας του, ο οποίος αν και δημιουργήθηκε από το Θεό και στολίστηκε από Αυτόν με κάθε αρετή και σοφία, δεν θέλησε να τα αποδίδει όλα αυτά στον Κύριο, αλλά στη δική του φύση. Και έτσι νόμιζε ότι είναι ίσος με το Θεό. Ελέγχοντας αυτή τη σκέψη του, ο προφήτης έλεγε: «Συ είπες με το νου σου· θα καθήσω πάνω σε ψηλό βουνό, θα στήσω το θρόνο μου πάνω στα σύννεφα, θα γίνω όμοιος με τον Ύψιστο. Και όμως εσύ είσαι άνθρωπος και όχι θεός». Και πάλι άλλος προφήτης λέει: «Γιατί καυχιέται μέσα στην κακία του ο δυνατός;» Γνωρίζοντας αυτά, ας φοβηθούμε και με κάθε προσοχή ας φυλάξομε την καρδιά μας από το θανατηφόρο πνεύμα της υπερηφάνειας, λέγοντας πάντοτε στον εαυτό μας, όταν κατορθώσομε κάποια αρετή, τον λόγο του Αποστόλου: «όχι εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου», και τον λόγο του Κυρίου: «ότι χωρίς τη βοήθειά Μου, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε».
Επίσης, το λόγο του προφήτη: «Αν ένα σπίτι δεν το οικοδομήσει ο Κύριος, μάταια κουράστηκαν οι οικοδόμοι», και το: «Δεν εξαρτάται από εκείνον που θέλει, ούτε από εκείνον που τρέχει, αλλά από το Θεό που θα δείξει έλεος». Επειδή και αν ακόμη έχει κανείς ολόθερμη προθυμία και αποφασισμένη προαίρεση, εφόσον είναι δεμένος με σάρκα και αίμα, δεν μπορεί να φτάσει την τελειότητα, παρά μόνο με τη χάρη και το έλεος του Χριστού. Και ο Ιάκωβος λέει: «Κάθε ωφέλιμη δωρεά προέρχεται από ψηλά». Και ο Απ. Παύλος: «Τι έχεις που δεν το πήρες από το Θεό; Κι αν έχεις πάρει, γιατί καυχιέσαι σαν να μην πήρες, αλλά υπερηφανεύεσαι σαν να είναι δικά σου;» Ότι με τη χάρη και το έλεος του Θεού έρχεται η σωτηρία, είναι μάρτυρας αληθινός εκείνος ο ληστής, ο οποίος κέρδισε τη βασιλεία των Ουρανών όχι ως ανταμοιβή της αρετής του, αλλά με τη χάρη και το έλεος του Θεού.

Γνωρίζοντας αυτά οι Πατέρες μας όλοι, με μια γνώμη, μας παρέδωσαν ότι δεν μπορούμε διαφορετικά να φτάσομε στην τελειότητα της αρετής, παρά μόνο με την ταπείνωση, η οποία έρχεται στον άνθρωπο από την πίστη και το φόβο του Θεού, από την πραότητα και την τέλεια ακτημοσύνη. Με τις αρετές αυτές κατορθώνεται και η τέλεια αγάπη, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σ' Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες.
Αμήν

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 
Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Σ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ 

Εἰσαγωγικά

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης», προβάλλει στην ἱστορία τῆς Παιδαγωγικῆς ὡς ἐπιφανής παιδαγωγός καί ψυχολόγος τοῦ ἀνθρώπου(1). Ἀνήκει στή χορεία τῶν θεμελιωτῶν τῆς Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς. Μέ τή διδασκαλία του γιά τήν ἀγωγή τοῦ ἀνθρώπου ὁροθέτησε ἕνα ὁλοκληρωμένο παιδαγωγικό σύστημα. Τοῦτο μποροῦσε, λόγῳ τῆς ἀνθρωπολογικῆς, ψυχοπαιδαγωγικῆς και πνευματικῆς του θεμελίωσης, νά ἀντιμετωπίζη ὄχι μόνο τά προβλήματα τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλά νά διαφωτίση καί ζητήματα διαπαιδαγώγησης τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου. Ἡ παιδαγωγική τοῦ Χρυσοστόμου ἔχει χαρακτήρα διαχρονικό καί ἐπίκαιρο.

Κάθε παιδαγωγικό σύστημα εἶναι δημιούργημα τῆς ἐποχῆς, στήν ὁποία ἔζησε ὁ παιδαγωγός πού τό συγκρότησε καί ἀπό τήν ὁποία ἐνεπνεύσθη τήν παιδαγωγική θεωρία πού τό διέπει. Ἡ παιδαγωγική τοῦ Χρυσοστόμου στοιχεῖ στίς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς του καί ἀντανακλᾶ τήν ὅλη πνευματική καί πολιτισμική της ἀτμόσφαιρα. Ἡ περίοδος, στήν ὁποία ἔζησε (344/354 – 407), 4ος μ.Χ. αἰώνας, χαρακτηρίζεται ἀπό τούς ἱστορικούς ὡς ἐποχή μεγάλων κοινωνικῶν, πολιτικῶν καί πνευματικῶν ζυμώσεων, ὡς περίοδος κοσμογονικῶν ἐξελίξεων στό ἀχανές κράτος τῆς Ρώμης καί ἰδιαίτερα στήν περιοχή τῆς Μεσογείου. Ἡ μετακίνηση καί ἡ πολεμική σύγκρουση διαφόρων λαῶν, ἡ ἔντονη πνευματική ἀνησυχία, ἡ ἠθική κατάπτωση τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου καί ταυτόχρονα οἱ ἀναγεννητικές τάσεις στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἀνάπτυξη τοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους ἀπηχοῦν ἐσώτερες κοινωνικές καί πολιτισμικές ἀλλαγές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Στή διδασκαλία του ὁ ἱερός Χρυσόστομος προβάλλει καί σκιαγραφεῖ ἔντονα τίς ἀρνητικές πλευρές τῆς τότε χριστιανικῆς κοινωνίας καί μελετᾶ τό ὑπόστρωμα μιᾶς ὁσημέραι αὐξανόμενης θρησκευτικῆς παθογένειας(2).

Ἐκείνη τήν κρίσιμη ἐποχή ἡ χριστιανική διδασκαλία εἶχε μεγάλη ἀπήχηση στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων καί ἰδιαιτέρως στά εὐρύτερα λαϊκά στρώματα. Θέματα σημαντικά καί ταυτόχρονα ἑλκυστικά, πού προέβαλλε ἡ χριστιανική παιδεία, ὅπως ἐκεῖνα γιά τήν μοναδική ἀξία τῆς ψυχῆς καί τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου, γιά τίς ἀδελφικές σχέσεις μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, γιά τίς ἰσότιμες σχέσεις τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας ἔναντι τοῦ Θεοῦ, γιά τή δύναμη τῆς παιδαγωγικῆς λειτουργίας τῆς οἰκογένειας, γιά τή μεγάλη σημασία τῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν, ὅλα αὐτά τά ζητήματα, μέσω τῆς διδασκαλίας, ἀνεμόρφωσαν σταδιακά τήν κοινωνία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἡ δυναμική αὐτή τῆς κοινωνικῆς παιδείας διεπότισε ὅλους σχεδόν τούς τομεῖς τῆς δημόσιας καί τῆς ἰδιωτικῆς δραστηριότητας·  τή νομοθεσία, τή διοίκηση, τά ἤθη καί τά ἔθιμα, τήν ἐκπαίδευση τῶν νέων. 

Τή χρονική αὐτή περίοδο μεγάλα πνευματικά ἀναστήματα τῆς Ἐκκλησίας, ξεκινῶντας ἀπό τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί βάσει τῆς ἱερᾶς παραδόσεως, ἐμελέτησαν θεμελιώδη θέματα τῆς ἀγωγῆς τοῦ νέου ἀνθρώπου. Μέσα ἀπ’ αὐτές τίς πνευματικές ζυμώσεις διαμορφώθηκε μία γόνιμη πολιτισμική – παιδευτική ἀτμόσφαιρα πού λειτούργησε ὡς πνευματική μήτρα, ὅπου ἐκυοφορήθη ὁ πυρήνας τῆς «Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς»(3).

Ὁ Χριστιανισμός, ὡς «παιδαγωγοῦσα θρησκεία»(4), στήν ἀρχή μέ τή διδασκαλία τοῦ πρώτου καί Μεγάλου Παιδαγωγοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τίς παιδαγωγικές θέσεις τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιά τή διαπαιδαγώγηση τοῦ ἀνθρώπου(5), καί στή συνέχεια μέ τή διδασκαλία τῶν μεγάλων τῆς Ἐκκλησίας ἱερῶν διδασκάλων τῆς χρυσῆς ἐκείνης περιόδου, ὀργάνωσε ἕνα ὁλοκληρωμένο σύστημα Παιδαγωγικῆς.

Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς (2ος αι.) με τον «Παιδαγωγό» (6), ὁ Μέγας Βασίλειος (+379), ὁ ἱερός Χρυσόστομος (+407), ὡς ἐκκλησιαστικός διδάσκαλος, συγγραφέας καί λαϊκός ἱεροκήρυκας(7), ὁ Ἱερώνυμος (+420), ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος (+430), ἀσχολήθηκαν μέ πρωτεύοντα θέματα τῆς Παιδαγωγικῆς. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων (+386) μέ τίς «Κατηχήσεις»(8), ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης (+394), μέ τό ἀνθρωπολογικό του ἔργο, καί ὁ Ἀββᾶς Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος, μέ τήν ἰδιαίτερης ψυχοπαιδαγωγικῆς σημασίας πραγματεία «Συνομιλίες μέ τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου» (τέλη τοῦ 4ου αἰώνα)(9), ἔδωσαν νέα ὤθηση στή «Συμβουλευτική» τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅλοι οἱ προαναφερθέντες διδάσκαλοι μέ τή θεωρία καί τό πρακτικό τους ἔργο συνετέλεσαν στήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῆς «Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς»(10). Διετύπωσαν θεωρίες, ἀλλά ταυτόχρονα ἀνέλυσαν καί στρατηγικές, περιέγραψαν τίς μεθόδους καί τά μέσα τῆς παιδευτικῆς παρέμβασης, σχεδίασαν πρότυπα διδασκαλίας καί συμβουλευτικῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐάν ἐρευνήσουμε τήν ἱστορική πορεία, ἀλλά καί τήν οὐσία τοῦ περιεχομένου τῆς χριστιανικῆς παιδαγωγικῆς, θά διαπιστώσουμε πώς αὐτή λειτούργησε διαχρονικά, μεταδόθηκε ἀπό γενιά σέ γενιά καί τά διδάγματά της ἐφαρμόστηκαν μέχρι σήμερα ἀνόθευτα καί ἀναλλοίωτα μέσα στήν πνευματική μας παράδοση. Σέ τοῦτο συνέβαλαν κυρίως οἱ ἐκπρόσωποι τῆς «Φιλοκαλικῆς Ἀναγέννησης» καί οἱ ἐπίγονοί τους. Τή Χριστιανική Παιδαγωγική ἐδίδαξαν μεγάλοι διδάσκαλοι, ὅπως ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καί οἱ πνευματικοί πατέρες καί παιδαγωγοί τῶν ἡμερῶν μας, μεταξύ τῶν ὁποίων οἱ ὅσιοι Γέροντες Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, Σωφρόνιος τοῦ ἔσσεξ, ὁ π. Ἰάκωβος καί ὁ διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς π. Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης(11).

Στό ἔργο καί τή διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου παρατηροῦμε μιά ἁρμονική σύνθεση τῆς «χριστιανικῆς φιλοσοφίας», ὅπως ὁ ἴδιος τήν χαρακτηρίζει, μέ τήν ἑλληνική παιδεία, ὅπου στή συνάντηση αὐτή καμία ἀπό τις δύο αὐτές ἔννοιες δέ νοθεύτηκε, ἀλλά διατήρησαν καί οἱ δύο τήν αὐθεντικότητά τους(12).

Στήν ἐφαρμοσμένη παιδαγωγική τοῦ Ἁγίου διακρίνουμε ἕνα ὑπόβαθρο δυναμικῆς πού τροφοδοτοῦν τά βιώματα καί αἱ εἰκόνες τῆς παιδικῆς καί νεανικῆς του ἡλικίας· εἶναι οἱ εἰκόνες τοῦ μητρικοῦ ἀρχέτυπου, τῆς ἁγίας Ἀνθούσας, καί τῶν σοφῶν διδασκάλων του, πού λειτουργοῦν ὡς πηγές παιδαγωγικῆς ἔμπνευσης(13).

Οἱ παιδαγωγικές καί ψυχολογικές ἀπόψεις τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου εἶναι ἐγκατεσπαρμένες σέ ὅλες σχεδόν τίς ὅμιλίες του. Ὑπάρχουν ὅμως καί ὁρισμένες ὁμιλίες, στίς ὁποῖες ἐμπεριέχεται ἐκτενέστερα ἡ περί διαπαιδαγωγήσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία του:

Ὁμιλία εἰς τό «χήρα καταλεγέσθω …» Migne P.G. 51, 329.

Ὁμιλία «περί τῆς Ἄννης» Α΄ καί Γ΄      Migne P.G. 54, 674.

Ὁμιλία ΚΑ΄ «εἰςτήνπρόςἘφεσίους»      Migne P.G. 62, 149.

Ὁμιλία Θ΄ «εἰς Α΄ πρός Τιμόθεον»        Migne P.G. 62, 545.

Ὁμιλία ΚΖ΄ «περί παίδων ἀνατροφῆς» Migne P.G. 63, 763.

Λόγος Γ΄ «εἰς πιστόν πατέρα»                Migne P.G. 47, 356.

Ὁμιλία ΚΑ΄ «εἰς τό κατά Ματθαῖον»     Migne P.G. 58.

Ὁμιλία «Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ τούς γονέας ἀνατρέφειν τά τέκνα», ΕΠΕ, 30, 620–700. Ἡ γνησιότητα τῆς πραγματείας ἀμφισβητεῖται ἀπό ὁρισμένους μελετητές(14). 

α. Θεωρία τῆς ἀγωγῆς

Τό ἀνθρωπολογικό ὑπόβαθρο, ὁ σκοπός τῆς ἀγωγῆς  

Οἱ διάφορες μορφές τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἀνά τούς αἰῶνες ἀπέτυχαν νά ὁδηγήσουν τόν ἄνθρωπο, μέσω ἀνθρωποκεντρικῶν σχημάτων παιδείας, στήν πνευματική καί ἠθική του ὁλοκλήρωση. Τά παιδευτικά αὐτά σχήματα χαρακτηρίζονται ἀπό μία μονομερῆ προσπάθεια νά ἐξυψώσουν τό ἀνθρώπινο πνεῦμα στήν κριτική καί ὀρθολογική του διάσταση μέ τή βοήθεια τῶν κλασσικῶν σπουδῶν.

Στόν Ἑλληνικό ἀνθρωπισμό παρατηροῦμε πώς σκοπός τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου καί γενικώτερα τῆς ἀνθρωπιστικῆς παιδείας ἦταν ὁ ἐξανθρωπισμός τοῦ ἀνθρώπου· ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου – πολίτη, τοῦ «καλοῦ κἀγαθοῦ», μέ τήν ἀνάπτυξη τῶν σωματικῶν, ψυχικῶν καί πνευματικῶν λειτουργιῶν καί ἱκανοτήτων πού ἐνυπάρχουν σ’ αὐτόν(15).

Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐσπούδασε σέ Ἑλληνικές σχολές καί ἐμελέτησε τά κείμενα τῆς κλασσικῆς ἀνθρωπιστικῆς παιδείας. Ἔζησε καί ἀφομοίωσε τούς παιδευτικούς θησαυρούς τῆς ἀρχαιότητας, οἱ ὁποῖοι τοῦ προσέφεραν σημαντικό ὑλικό γιά τήν ὀργάνωση τοῦ παιδαγωγικοῦ του συστήματος.

Ὁ Χρυσόστομος ἀνεδείχθη μέγας ἀνθρωπολόγος καί παιδαγωγός. Ἀγάπησε ἰδιαιτέρως, ἐθαύμασε καί ἐσεβάσθη τόν ἄνθρωπο καί τίς τραγικές στιγμές τῆς ζωῆς του, ὅπου συγκρούονται ἡ χαρά μέ τή θλίψη καί τόν πόνο. Ἀτενίζει ὅμως τόν ἄνθρωπο, τό ὑποκείμενο τῆς ἀγωγῆς, μέ δέος. Προβληματίζεται καί διερωτᾶται· τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Θέλει νά προσεγγίσει μέ τήν ἔρευνά του τά ἄδυτα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καί τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ. Διακηρύσσει ὅτι: «οὐδέ αὐτῆς τῆς ἡμετέρας ψυχῆς τήν οὐσίαν ἴσμεν καλῶς»(16).

Προκειμένου νά διατυπώση τό σκοπό τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἐπιχειρεῖ νά ὁροθετήση τίς διαστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: «Ἄνθρωπός ἐστι τό περισπούδαστον τοῦ Θεοῦ ζῶον· κἄν δοῦλος ᾖ, οὐκ ἔστι μοι εὐκαταφρόνητος … κἄν εἷς ᾖ, ἄνθρωπός ἐστι»(17). Σέ ἄλλες του ὁμιλίες ἐπίσης παρατηρεῖ: « Εἰκών γάρ τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος»(18). «Τῆς κτίσεως γάρ ἁπάσης τιμιώτερον ἄνθρωπος»(19). « … τό ἀρχέτυπον διατηρῶν καί τόν χαρακτῆρα τόν βασιλικόν οὐ λυμαινόμενος (= χωρίς νά κακοποιῆ)»(20).

Ὁ Χρυσόστομος, ὡς ἀνθρωπολόγος, ἀναλύει στά ἔργα του τό μεγαλεῖο ἀλλά καί τήν ἀθλιότητα, ὅπως ἐπίσης καί τήν τραγικότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι δυνατόν νά κατανοηθῆ ἀνεξάρτητα ἀπό τή θεία προέλευσή του (εἰκών γάρ τοῦ Θεοῦ) καί ἀπό τή δυναμική τοῦ ὑπερφυσικοῦ σκοποῦ, τόν ὁποῖο ἔχει κληθῆ νά πραγματώσει (τό ἀρχέτυπον διατηρῶν). Ἐρευνᾶ τόν ἄνθρωπο «συστηματικά», ὅπως ἄλλωστε ἐξετάζει αὐτόν καί ἡ Ἁγία Γραφή: ἐξετάζει τήν προσωπικότητά του ὡς σύνολο, ὡς σύστημα, σέ σχέση δηλαδή μέ τήν παιδεία, τήν τέχνη, τήν πολιτισμική παράδοση, τήν ἐθνική καί τήν κοικωνική ζωή.

Ἡ παιδαγωγική ἀνθρωπολογία τοῦ Χρυσοστόμου στρέφεται μέ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον στήν ἔννοια καί τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, πού ἀποτελεῖ τό ὑποκείμενο τῆς ἀγωγῆς. Τήν παρατηρεῖ καί τήν ἐξετάζει ὡς μοναδική καί ἀνεπανάληπτη ὀντότητα καί ὄχι ὡς τυχαία παρουσία μέσα στήν αἰώνια πορεία τοῦ κόσμου. Βλέπουμε πώς δέν περιορίζει ἀσφυκτικά τόν ἄνθρωπο στά πλαίσια τοῦ φυσικοῦ κόσμου· τόν βλέπει ὡς «τέκνον Θεοῦ», προβάλλει τίς θεῖες καταβολές του («τόν χαρακτῆρα τόν βασιλικόν»), οἱ ὁποῖες τόν ὠθοῦν δυναμικά πρός τό ἀρχέτυπόν του, τόν Χριστό. Σύμφωνα με τη διδασκαλία τοῦ Χρυσοστόμου, ἄνθρωπος εἶναι «ὁ τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ διασώζων»)(21).

Μέσα σ’ αὐτό τό ἀνθρωπολογικό πλαίσιο ἰδιαίτερη θέση κατέχει ὁ νέος ἄνθρωπος, τό παιδί καί ὁ ἔφηβος: «Μεγάλην παρακαταθήκην ἔχομεν τά παιδία»(22). Σ’ ἐκείνη τήν εὔθραυστη ἡλικιακή περίοδο οἱ γονεῖς εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχήν ὑπεύθυνοι γιά τήν ὑγιῆ καί ὁλοκληρωμένη ἀνάπτυξη τῆς παιδικῆς προσωπικότητας, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται μέ τήν διαδικασία τῆς ἀγωγῆς τοῦ παιδιοῦ. Αὐτή εἶναι μιά σκόπιμη, συστηματική καί ἔλλογη λειτουργία. Κατά τόν προγραμματισμό της, ἐπιλέγονται οἱ μέθοδοι καί τά μέσα πού θά χρησιμοποιηθοῦν, ὅπως ἐπίσης καί οἱ ἀρχές πού θά συγκροτήσουν τό θεωρητικό – φιλοσοφικό πλαίσιο, μέσα στό ὁποῖο θά  πραγματωθῆ τό ἔργο τῆς ἀγωγῆς. Ἑπομένως, κατά τόν Χρυσόστομο, ἡ ἀγωγή εἶναι σπουδαιοτάτη τέχνη: «Τῆς τέχνης ταύτης οὐκ ἔστιν ἄλλη μείζων. Τί γάρ ἴσον τοῦ ρυθμίσαι (= τῆς διαπαιδαγώγησης) ψυχήν και διαπλάσαι νέου διάνοιαν;»(23.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν Γ΄ ὁμιλία «εἰς τήν Ἄνναν» προβάλλει δύο τύπους καί μορφές ἀγωγῆς μέ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη σκοποθεσία: α) Τήν κοσμική ἀγωγή καί ἀνατροφή τοῦ νέου ἀνθρώπου, πού ἔχει ὡς σκοπό νά παρωθῆ τό νέο στήν κατάκτηση τοῦ πλούτου, τῆς λάμψης, τῶν ἡδονῶν καί τῶν ἀπολαύσεων. Πρόκειται γιά μία παιδεία ἑδραιωμένη στήν ὑλική ἐγκόσμια ὑπόσταση τῆς ζωῆς, στήν αἰσθητηριακότητα τοῦ ἀνθρώπου, καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι μία μορφοποιός πορεία πού ὁδηγεῖ στόν κόσμον τοῦ ἐφήμερου, δηλαδή σέ μία «πανήγυρη». «Ὅταν ὅμως τελειώση ἡ πανήγυρη καί σβήσουν τά φῶτα, οἱ ἄνθρωποι μένουν ἔρημοι ἀπό κάθε χαρά καί εὐχαρίστηση, σά νά εἶδαν ἕνα εὐχάριστο ὄνειρο». 

β) Περιγράφει καί ἀναλύει μία ἄλλη μορφή ἀγωγῆς, τήν ὁποία ἐπικροτεῖ καί υἱοθετεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος· τήν χριστιανικήν διαπαιδαγώγηση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ ὁδός πού ὁδηγεῖ τό νέο, πού ἔχει «ψυχήν καθαράν καί σωφρονοῦσαν διάνοιαν», πέραν τῶν ἐφήμερων ἐντυπώσεων, στήν αἰωνιότητα. Σ’ αὐτή τήν πνευματική πορεία πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν «ἄνω πολιτείαν» μποροῦν νά μετέχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πέρα ἀπό κάθε φυσικό ἐμπόδιο, καί οἱ ἄνδρες καί οἱ γυναῖκες καί οἱ νέοι καί οἱ γέροντες καί οἱ δοῦλοι καί οἱ ἐλεύθεροι (προσφορά ἴσων εὐκαιριῶν γιά παιδεία).

Θερμά παρακαλεῖ καί παρωθεῖ τούς γονεῖς ὁ Χρυσόστομος: «Δέν παύω νά σᾶς παροτρύνω καί νά σᾶς παρακαλῶ καί νά σᾶς ἐξορκίζω: πρό παντός ἄλλου ἀναθρέψατε μέ τόν κατάλληλο τρόπο τά παιδιά σας» (24).

Ὁ σκοπός τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς, κατά τόν Χρυσόστομο, εἶναι: ἡ διαμόρφωση τοῦ παιδιοῦ σέ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, «τό καθ’ ὁμοίωσιν ἀποδιδοῦσα» (25). Ἔτσι, μέ τόν «καλλωπισμό τῆς βασιλικῆς εἰκόνας» πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος, θά ἐμφυτευθοῦν στήν ψυχή του θεῖες ἰδιότητες, ἡ ἀγαθότης, τό ἀόργητον, τό ἀμνησίκακον, τό εὐεργετικόν καί φιλάνθρωπον.

Σέ ἄλλη περίπτωση συμβουλεύει τόν πατέρα: «θρέψον ἀθλητήν τῷ Χριστῷ καί ἐν κόσμῳ ὄντα δίδαξον εὐλαβῆ ἐκ πρώτης ἡλικίας»(26).

Ὁ σκοπός τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς καί παιδείας ὑπερβαίνει τήν ἐγκόσμια προοπτική καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ πορεία πνευματική, Θεανθρωποκεντρική καί Χριστοκεντρική. Ἡ χριστιανική δηλαδή ἀγωγή ὠθεῖ τό νέο ἄνθρωπο στον ἁγιασμό καί τήν πνευματική τελείωση, σύμφωνα μέ τήν «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» φύση του. Ἡ πνευματική αὐτή πορεία εἶναι ἕνας ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου πού διεξάγεται «διά βίου»· στήν ἀρχή ὡς «ἑτεροαγωγή», δηλαδή ὡς μία μορφή καθοδήγησης ἀπό τόν παιδαγωγό καί τούς γονεῖς καί στή συνέχεια ὁλοκληρώνεται ὡς «αὐτοαγωγή» καί «αὐτοπαίδευση», ὅπου παιδαγωγός και παιδαγωγούμενος ταυτίζονται.

Ἡ χριστιανική ἀγωγή ἀποσκοπεῖ στήν ὑποβοήθηση τοῦ ἀνθρώπου νά διαμορφώση σωστή φιλοσοφία ζωῆς καί νά ἐπιτύχη ὀρθό προσανατολισμό τῶν ἐπιγείων ἐπιδιώξεών του. Ἔτσι, βλέπουμε πολλές φορές στούς λόγους τοῦ Χρυσοστόμου ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος νά ἀποκαλῆται καί «φιλόσοφος». Καί τοῦτο, γιατί μέσω τῶν ἱερῶν βιωμάτων καί τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα ἔχει φθάσει σέ ὑψηλό ἐπίπεδο αὐτοσυνειδησίας, δηλαδή ἔχει κατακτήσει τήν «φιλοσοφία τήν ἄνω», τήν πραγματική δηλαδή φιλοσοφία(27).

Ὁ ἐν Χριστῷ φιλοσοφῶν εἶναι ἱκανός νά ἱεραρχῆ ὑπό τό φῶς τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας τίς ἀξίες καί τά ἀγαθά τοῦ κόσμου, νά ἐπιλέγη καί νά ἀξιοποιῆ ἐν μέτρῳ τά ἀπαραίτητα γιά τή ζωή καί νά ἀπελευθερώνεται ἔτσι ἀπό κάθε κοσμική ἐξάρτηση. Εἶναι ὁ φιλόσοφος πού περιφρονεῖ τή δόξα καί τά χρήματα. Εἶναι ἀνώτερος φθόνου καί παντός πάθους. Κανένα τόπο δέν θεωρεῖ ὡς πατρίδα. Δέν ἔχει προσκόλληση σέ οἰκία. Αὐτός εἶναι ὁ φιλόσοφος, αὐτός καί ὁ πλοῦτος του: «οὐδέν ἔχει και πάντα ἔχει· πάντα ἔχει καί οὐδέν ἔχει»(28). Εἶναι ὁδοιπόρος στήν παροῦσα ζωή: «Οὐκ οἶσθα, ὅτι ἀποδημία ὁ παρών βίος; … Οὐκ εἶ πολίτης, ἀλλά ὁδίτης … Οὐκ ἔχει οὐδείς πόλιν. Ἡ πόλις ἄνω ἐστί. Τά παρόντα ὁδός ἐστι … πανδοχεῖόν ἐστιν ὁ παρών βίος»(29).

Σύμφωνα με τη χριστιανική παιδαγωγική, το παιδευτήριο, τό σχολεῖο δηλαδή τῶν πιστῶν, πρός ὁλοκλήρωση τῆς προσωπικότητας, εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἐντός αὐτῆς καί δι’ αὐτῆς τελεῖται ἡ χριστιανική ἀγωγή. Περιεχόμενο καί οὐσία τῆς ἀγωγῆς εἶναι ἡ «χριστιανική παιδεία», ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ κάποια μορφή πολυμάθειας ἤ μιά διαδικασία τυπικῆς μετάδοσης γνώσεων, ἀλλά οὐσιαστική διαπαιδαγώγηση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καί «μετάληψιν ἁγιότητος»(30). Ἡ χριστιανική παιδεία εἶναι «φόβος» Θεοῦ: «Ἡ ὄντως σοφία καί ἡ ὄντως παίδευσις οὐδέν ἕτερόν ἐστιν, ἀλλ’ ἤ ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος»(31).

Προβάλλοντας τό μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς, ὁ ἱερός Χρυσόστομος τονίζει ταυτόχρονα πώς μέ αὐτόν τόν τρόπο δέν ἐπιθυμεῖ νά ἐμποδίση τούς γονεῖς νά μαθαίνουν στά παιδιά τους ρητορική, γράμματα, ἄλλες ἐπιστῆμες ἤ τέχνες (τεχνική ἐκπαίδευση)(32), ἀλλά πώς ἐπιθυμεῖ νά τούς ὑποδείξη νά μήν περιορίζουν τό ἐνδιαφέρον τους μόνο στά γράμματα καί τίς γνώσεις πού προσφέρει ἡ θύραθεν παιδεία(33).

Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, τό θεμέλιο στήν ἀγωγή τοῦ νέου ἀνθρώπου θέτουν οἱ πρῶτοι παιδαγωγοί στή ζωή του, οἱ φυσικοί του παιδαγωγοί, οἱ γονεῖς. Ἡ παιδαγωγική τους συντελεῖ στήν ὀργάνωση τοῦ πυρήνα τῆς προσωπικότητας στά πρῶτα κρίσιμα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ἡ οἰκογενειακή παιδαγωγική ἀποτελεῖ θεμελιώδους σημασίας θέμα στή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἱερός παιδαγωγός σέ πολλά σημεῖα τῶν λόγων του ἀναλύει τό θέμα αὐτό. Ὑπογραμμίζει δέ μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση τή σπουδαιότητα τοῦ παιδευτικοῦ ρόλου τῶν γονέων, τοῦ πατέρα ἀλλά καί τῆς μητέρας, στό πλαίσιο τῆς ψυχοδυναμικῆς τοῦ οἰκογενειακοῦ συστήματος, ὅπως θά λέγαμε σήμερα. Ὁ Χρυσόστομος διδάσκει πώς στό ἔργο τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν θά πρέπει νά μετέχουν ἐξίσου καί νά συνεργάζωνται καί οἱ δύο γονεῖς. Πρόκειται γιά ἄποψη πού προβάλλει καί ἡ σύγχρονη ψυχοπαιδαγωγική τῆς οἰκογένειας (Psychopédagogie familial, Familien–Pädagogik). Παρατηρεῖ σχετικά: «Ὥστε ἀμφοτέρων ἡμῖν ἐπιμελητέον τῶν παιδίων, καί μάλιστα ταῖς γυναιξίν, ὅσῳ καί τά πλείονα οἴκοι κάθηνται»(34). Σέ ἄλλο σημεῖο ὁμιλεῖ γιά τή δυναμική τῆς ἐν Χριστῷ οἰκογένειας: «Ἔνθα ἀνήρ καί γυνή καί παιδία καί τοῖς τῆς ἀρετῆς συνδεδεμένοι δεσμοῖς, ἐκεῖ μέσος ὁ Χριστός»(35). Καί ἀλλοῦ προτρέπει: «Ἐκκλησίαν ποίησόν σου τήν οἰκίαν»(36). Ἡ συλλειτουργία τῶν δύο γονέων, ὡς παιδαγωγῶν, στό οἰκογενειακό σύστημα ἔχει καί θεραπευτική καί ὑποστηρικτική διάσταση: «Πολλάκις γάρ ὅ μή κατώρθωσε λόγος, κατώρθωσε τράπεζα. Πολλάκις μυρίοι σύμβουλοι καί μίαν ἔχθραν οὐκ ἔλυσαν, καί μία τράπεζα πολέμους κατέλυσεν»(37). Ὡστόσο, οἱ ρόλοι τῶν γονέων στήν παιδευτική διαδικασία εἶναι διαφοροποιημένοι· στοιχοῦν στήν ἀνθρώπινη φύση: «Τῆς μέν γυναικός ἄρχει ὁ ἀνήρ, τῶν δέ παίδων ὁ ἀνήρ καί ἡ γυνή»(38).

Ἡ ὅλη ζωή τοῦ νέου ἀνθρώπου καί ἰδιαίτερα ἡ ἀγωγή του ἀπεικονίζεται ἀπό τόν Χρυσόστομο ὡς μία οἰκοδομή, πού θεμελιώνεται καί κτίζεται κατά τήν παιδική καί ἐφηβική ἡλικία. Οἱ ὑπεύθυνοι γιά τή θεμελίωση τῆς οἰκοδομῆς εἶναι οἱ γονεῖς. Ἐντούτοις, αὐτοί, κατά τόν μεγάλο παιδαγωγό, συνήθως καί λανθασμένη παιδαγωγική ἐφαρμόζουν, ἀλλά καί ὡς ἀρνητικά πρότυπα λειτουργοῦν: « … τῶν οἰκείων ἀμελοῦμεν παίδων, καί τῶν μέν σωμάτων αὐτῶν ἐπιμελούμεθα, τῆς δέ ψυχῆς αὐτῶν καταφρονοῦμεν»(39).

Στήν πραγματεία του «Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ ἀνατρέφειν τά τέκνα» ὁ Χρυσόστομος τονίζει τήν ἀνάγκη ἡ ἀγωγή νά ἀρχίζη ἐγκαίρως, ἀμέσως μετά τή γέννηση τοῦ παιδιοῦ (παρ. 16). Προτρέπει δέ τούς γονεῖς: «πολλήν τῶν οἰκείων παίδων ποιεῖσθαι πρόνοιαν»(40). Γιά νά τονίση δέ τή σπουδαιότητα τοῦ παιδευτικοῦ ρόλου τῶν γονέων, τούς χαρακτηρίζει ὡς «καλλιτέχνες» πού θά φιλοτεχνήσουν ἔργο μεγάλων αἰσθητικῶν ἀξιώσεων. Ἡ παιδαγωγική τους ὁμοιάζει μέ λεπτή καλλιτεχνική ἐργασία: «Καθώς ἀκριβῶς μέ μεγάλη δεξιοτεχνία ἐπεξεργάζονται οἱ μέν ζωγράφοι τίς εἰκόνες, οἱ δε γλύπτες τά ἀγάλματα, εἴθε κατά τόν ἴδιο τρόπο, κάθε πατέρας καί κάθε μητέρα γιά τά θαυμάσια αὐτά ἀγάλματα, πού εἶναι τά παιδιά τους, νά φροντίζουν ἐπιμελῶς»(41).

Ὁ Ἅγιος παρομοιάζει ἐπίσης τήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ μέ νέοϊδρυμένη πόλη, τήν ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος ὁ πατέρας νά διακυβερνᾶ μέ νόμους καί κανόνες. Ἡ ἀνατροφή τοῦ παιδιοῦ μοιάζει μέ τό κτίσιμο μιᾶς πολιτείας (σήμερον πόλιν κτίζομεν), πού, γιά νά προφυλαχθῆ, πρέπει νά ἔχη νόμους ἀλλά καί ἀσφαλῆ περιτειχίσματα καί πύλες. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του, τό σῶμα τοῦ παιδιοῦ εἶναι τό τεῖχος τῆς πόλης, οἱ δέ πύλες ἀποτελοῦν τίς ἀνθρώπινες αἰσθήσεις: τήν ὅραση, τήν ἀκοή καί ὁμιλία, τήν ὄσφρηση καί τήν ἁφή. Μέσα ἀπό τίς πύλες αὐτές εἰσέρχονται ὀπτικά, ἀκουστικά, ὀσφρητικά καί ἁπτικά ἐρεθίσματα, πού διεγείρουν τό νέο καί προξενοῦν λογισμούς πού ἀνυψώνουν ἤ καταρρακώνουν τήν ψυχή του(42). Εἰσηγεῖται λοιπόν στούς γονεῖς ἕνα σύστημα ἀγωγῆς τῶν αἰσθήσεων, τό ὁποῖο εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμόσουν ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ παιδιοῦ. Εἶναι μία συμβουλευτική πού χρησιμοποιεῖ κατάλληλες μεθόδους καί μέσα ἱκανά νά περιφρουρήσουν τήν ἁγνότητα τῶν αἰσθήσεων τοῦ νέου ἀνθρώπου (συμβουλευτική γονέων). Τή θεωρία αὐτή ἀναπτύσσει μέσω ὑποδειγματικῶν διδασκαλιῶν, βοηθούμενος ἀπό τή ρητορική του παιδεία καί δεινότητα. Ἡ συμβουλευτική αὐτή μέθοδος μᾶς φέρνει στή μνήμη συνειρμικά τό ἐγχειρίδιο Συβουλευτικῆς τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου: «Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον ἤτοι περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων» (ἐκδ. υἱῶν Σ. Σχοινᾶ, 5η ἔκδ., ἐν Βόλῳ, 1983).

Ἡ οἰκογενειακή ἀγωγή θά πρέπει νά ἔχη καλή ἀρχή καί θεμέλιο κατάλληλο καί ἰσχυρό. Γιά τό λόγο αὐτό ἡ οἰκογένεια θά πρέπει νά πληροῖ, ὡς ὁμάδα καί ψυχοκοινωνικό σύστημα, ὁρισμένες προϋποθέσεις, βάσει τῶν ὁποίων μπορεῖ νά λειτουργῆ ἀποτελεσματικά.

Ὁ Χρυσόστομος, ὡς βαθύς ψυχολόγος, περιγράφει καί ἀναλύει τίς δομές καί τίς λειτουργίες τοῦ οἰκογενειακοῦ συστήματος. Σέ πολλά σημεῖα τῶν λόγων του ὁμιλεῖ γιά ὅ,τι σήμερα ὀνομάζουμε: λειτουργία τῶν γονεϊκῶν ρόλων καί προτύπων, παιδαγωγική τῆς οἰκογένειας, δυναμική τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων στήν οἰκογένεια κ.ἄ.(43). Στήν «ΚΑ΄ ὁμιλία εἰς τήν πρός Ἐφεσίους» ὁμιλεῖ ἐποπτικά γιά τά θέματα αὐτά. Παρατηρεῖ πώς αὐτός πού κατασκευάζει ἕναν ἀνδριάντα πρῶτα κατασκευάζει τήν κεφαλή, ἔπειτα τόν αὐχένα καί κατόπιν τά πόδια. Αὐτή τή σειρά ἀκολουθεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, περιγράφοντας τό σῶμα τῆς οἰκογένειας. Μιλάει πρῶτα γιά τόν ἄνδρα, μετά γιά τή γυναίκα, πού εἶναι ἡ μετά τόν ἄνδρα ἀρχή τῆς οἰκογένειας, καί στή συνέχεια προχωρεῖ στήν τρίτη βαθμίδα, πού εἶναι τό παιδί (ρόλος ἐξάρτησης).

Ἡ ἐν Κυρίῳ ὑπακοή ἀποτελεῖ τή φιλοσοφική βάση τῆς οἰκογενειακῆς ἀγωγῆς: «Τά τέκνα νά ὑπακούετε στούς γονεῖς ἐν Κυρίῳ». Τό σεβασμό καί τήν τιμή τῶν τέκνων πρός τούς γονεῖς ἔθεσε ὡς μοναδικό θεμέλιο γιά τήν πρόοδό τους στήν ἀρετή. Οἱ γονεῖς μετά τό Θεό εἶναι οἱ χορηγοί τῆς ζωῆς.

Ἀλλά, καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά, στό σύστημα τῆς παιδευτικῆς ἐπικοινωνίας οἱ πατέρες δέν θά πρέπει μέ τούς λόγους καί τήν παιδαγωγική τους νά παροργίζουν τά παιδιά, ἀλλά νά τά ἀνατρέφουν μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου. Πολλοί γονεῖς πιέζουν τά παιδιά τους, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, μέ τήν παιδαγωγική τους· τούς συμπεριφέρονται σάν νά ἦσαν ἀνδράποδα καί ὄχι ἐλεύθερα πρόσωπα. Ἐδῶ ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὑπαινίσσεται τό σοβαρό θέμα τῆς ἀντιπαιδαγωγικότητας τῶν γονέων, τῆς αὐταρχικῆς ἀγωγῆς πού συνήθως ἐφαρμόζουν καί τῶν σχετικών μ’ αὐτήν ἀτυχῶν γονεϊκῶν ρόλων, ὅπως θά λέγαμε σήμερα.

Τό ζήτημα τῆς ὑπακοῆς καί τῆς πειθαρχίας τῶν παιδιῶν ἐξαρτᾶται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό τόν πατέρα καί τήν παιδαγωγική πού ἐφαρμόζει. Συγχρόνως ἡ ὑπακοή καί ὁ σεβασμός πρός τόν ἄνδρα–σύζυγο τῆς γυναίκας ἐξαρτᾶται ἀπό τή δύναμη τῆς ἀγάπης, μέ τήν ὁποία ἐπιβάλλεται σ’ αὐτήν ὁ ἄνδρας.

Ἀπευθυνόμενος ὁ Χρυσόστομος στίς γυναῖκες–μητέρες, τίς συμβουλεύει νά φροντίσουν νά μιμηθοῦν τά πρότυπα τῶν θαυμασίων γυναικῶν πού προβάλλονται στήν Ἁγία Γραφή. Πρόκειται γιά ἱερές φυσιογνωμίες μέ «φιλοσοφική» περί ζωῆς ἀντίληψη.

Ἀλλά καί τό παιδί, ἄν μάθη νά φιλοσοφῆ χριστιανικά, ἀπό τή μικρή του ἡλικία, θά ἀποκτήση πλοῦτο καί δόξα πολύ λαμπρή. Θά πρέπει νά διδαχθῆ τέχνη, μέ τήν ὁποία θά περιφρονῆ τά χρήματα. Γιατί πλούσιος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει ἀνάγκη πολλῶν χρημάτων, ἀλλ’ ἐκεῖνος πού δέν ἔχει καμία ἀνάγκη: «πλούσιος γάρ … ὁ μηδενός χρείαν ἔχων … αὐτάρκεια γάρ φύσεώς ἐστι πλοῦτος»(44).

Ἡ μεγάλη κληρονομιά πού ἀφήνουν οἱ γονεῖς στά παιδιά εἶναι ἡ εὐσέβεια, «ἡ εὐσέβεια ἡ μένουσα καί μή δαπανωμένη». Ἀντί γι’αὐτήν ὅμως, οἱ γονεῖς κληροδοτοῦν συνήθως σ’ αὐτά τίς παραλείψεις καί τά λάθη τους. Ἔτσι, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος παιδαγωγός, διαπιστώνουμε πώς τίς περισσότερες φορές ἡ κακία τῶν παιδιῶν μας προέρχεται ἀπό τά δικά μας λάθη καί τήν ἀμέλειά μας. Ἡ ἐπισήμανση αὐτή δέν διαφέρει ἀπό τή σύγχρονη συστημική ἀντίληψη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ συμπεριφορά τῶν παιδιῶν πολλές φορές ἀποτελεῖ σύμπτωμα τῆς νοσηρῆς συμπεριφορᾶς τῶν γονέων.

Ὁ Χρυσόστομος δίνει ἰδιαίτερη βαρύτητα στήν παιδευτική λειτουργία τῆς οἰκογενειακῆς ἀτμόσφαιρας, ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἀπό τίς ἐνδοοικογενειακές σχέσεις καί κυρίως ἀπό τή συμπεριφορά τῶν γονέων. Παρατηρεῖ σχετικά: «Ἐάν λοιπόν στό σπίτι σᾶς ἄκουγαν νά μιλᾶτε πάντοτε γιά πνευματικά θέματα καί νά δίνετε καλές συμβουλές, γρήγορα τά παιδιά σας θά παρουσίαζαν ἀπό τά ἀγαθά αὐτά σπέρματα ἐξαιρετικούς καρπούς»(45).

Σύμφωνα μέ τήν παιδαγωγική θεωρία τοῦ Χρυσοστόμου, τήν παιδευτική λειτουργία τῶν γονέων ὀργάνωσε ὁ Θεός κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νά κατευθύνεται ἀπό τή φύση καί τή στοργή τῶν γονέων. Ἔτσι, ὅταν τά παιδιά σφάλλουν, οἱ γονεῖς νά ἀντιδροῦν ἤπια καί νά τά συγχωροῦν. Τήν παιδαγωγική τῶν γονέων εἶναι δυνατόν νά κατανοήσουμε, μόνο ἄν ἀποκαλύψουμε τό μυστήριο τῆς πατρότητας καί τῆς μητρότητας. Κατά τή διδασκαλία τοῦ Χρυσοστόμου, ἕναν ἄνδρα δέν τόν κάνει πατέρα μόνο τό ὅτι συνετέλεσε στή γέννηση ἑνός παιδιοῦ, ἀλλά τό ὅτι τό διαπαιδαγωγεῖ σωστά. Ἐπίσης ἡ ἀρετή δημιουργεῖ ἕναν πατέρα καί ὄχι ἡ φυσική σχέση μέ τό παιδί. Ἀλλ’ οὔτε ἡ βιολογική κυοφορία κάνει μία γυναίκα μητέρα, ἀλλ’ ἡ καλή ἀνατροφή πού δίνει στό παιδί. «Οὐ γάρ τό σπεῖραι ποιεῖ πατέρα μόνον, ἀλλά τό παιδεῦσαι καλῶς· οὐδέ τό κυῆσαι μητέρα ἐργάζεται, ἀλλά τό θρέψαι καλῶς»(46). «Οὐ γάρ τό τεκεῖν μητρός (= γνώρισμα τῆς μητέρας δέν εἶναι ἡ γέννηση παιδιῶν), τοῦτο γάρ τῆς φύσεως, ἀλλά τό θρέψαι μητρός, τοῦτο γάρ τῆς προαιρέσεως … Οὐ τό τεκεῖν ποιεῖ μητέρα, ἀλλά τό θρέψαι καλῶς»(47).

Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, τόν πρῶτο λόγο στό ἔργο τῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν ἔχει μέν ὁ πατέρας, ἀλλά τήν κυρία εὐθύνη πρέπει νά ἐπωμίζεται, ὡς ἐκ τῆς φύσεως καί τῆς ψυχολογίας της, ἡ μητέρα. Γι’ αυτό καί τήν συμβουλεύει νά ὀργανώνη πληρέστερα τήν προσωπικότητά της. Ἔτσι, ἀξιοποιῶντας τό διδακτικό λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. στ΄, 19) «τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν», λέγει στή μητέρα: «Σύ ναό κάνε τόν ἑαυτό σου βασιλικό»(48). Ἀφοῦ λοιπόν οἱ μητέρες, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, κατανοήσουν τό μεγαλεῖο καί τήν ἱερότητα τῆς μητρικῆς λειτουργίας καί προετοιμάσουν γι’ αὐτό κατάλληλα τήν πρόσωπικότητά τους, θά μπορέσουν ἔπειτα νά ἀνταποκριθοῦν μέ ἐπιτυχία στό ἔργο τῆς συμβουλευτικῆς καθοδήγησης κυρίως τῶν θυγατέρων τους. «Οἱ μητέρες νά καθοδηγῆτε ἰδιαίτερα τίς θυγατέρες σας. Νά τίς παρακολουθῆτε ἀπό κοντά, ὥστε νά γίνουν νοινοκυρές. Περισσότερο ἀπό ὅλα νά τίς ἐκπειδεύετε νά εἶναι εὐλαβεῖς, σεμνές, ἀφιλάργυρες καί νά ἀποφεύγουν τούς καλλωπισμούς. Ἔτσι, νά τίς παραδίδετε στό γάμο. Ἄν τίς διαπλάσσετε μ’ αὐτό τόν τρόπο, δέν θά σώσετε μόνον αὐτές, ἀλλά καί τόν ἄνδρα μέ τόν ὁποῖο θά τίς νυμφεύσετε· ὄχι μόνον τόν ἄνδρα, ἀλλά καί τά παιδιά πού θά γεννηθοῦν, ἀκόμη καί τά ἐγγόνια. Γιατί, ὅταν ἡ ρίζα εἶναι καλή, τά κλαδιά θά ἁπλώσουν καλύτερα, καί γιά ὅλα αὐτά θά λάβετε τό μισθό σας. Γιατί ἔτσι πνευματικά καλλιεργημένη πρέπει νά βγῆ ἀπό τό σπίτι γιά νά ἔλθη σέ γάμο ἡ θυγατέρα σας …, κατέχοντας τήν ἐπιστήμη τῆς συζυγικῆς ζωῆς καί τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν μέ κάθε λεπτομέρεια, ὀφείλοντας νά μεταμορφώση ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειας σύμφωνα μέ τή δική της ψυχική ὁμορφιά, ὅπως ἡ μαγιά μεταβάλλει τό ζυμάρι σέ ψωμί»(49).

Ἀναλύοντας τά νοήματα τοῦ κειμένου αὐτοῦ, θά εἶχε νά παρατηρήση κανείς τή σημασία πού ἀποδίδει ὁ μεγάλος ψυχοπαιδαγωγός στόν ὅρο «ἐπιστήμη» τῆς συζυγικῆς ζωῆς καί τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν. Μέ τήν ἔννοια αὐτή ὁροθετεῖ μιά περιοχή θεμελιωδῶν γνώσεων καί ἐμπειριῶν πού ἐπηρεάζουν βαθύτατα καί κατευθύνουν τίς λειτουργίες τοῦ πρώτου καί τοῦ δεύτερου κύκλου τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς.

Γιά νά ἐπιτευχθῆ ὅμως ὁ ἱερός σκοπός τῆς ἀγωγῆς τοῦ νέου ἀνθρώπου στήν οἰκογένεια, θά πρέπει αὐτή, ὡς σύστημα, νά λειτουργῆ μέ ἠρεμία καί γαλήνη. Τό σπίτι πρέπει νά εἶναι ἐκκλησία. Σε ἀντίθετη περίπτωση, ὅταν κυριαρχοῦν στό οἰκογενειακό περιβάλλον συγκρουσιακές σχέσεις, τά πάντα ἀποδιοργανώνονται καί τελικά διαλύονται. Ὁ Χρυσόστομος περιγράφει ἐποπτικά τήν κατάσταση αὐτή τῆς ἀποδιοργάνωσης, τῆς «ἐντροπίας» τοῦ συστήματος, ὅπως θά λέγαμε σήμερα : «Ὅταν γάρ ἐν οἰκίᾳ ἀνήρ καί γυνή διεστηκότες ὦσιν, οὐδέν νηός χειμαζομένης ἄμεινον ἡ οἰκία διακείσεται (= τό σπίτι δέ θά βρεθῆ καθόλου σέ καλύτερη κατάσταση ἀπό τό πλοῖο πού θαλασσοδέρνεται), τοῦ κυβερνήτου πρός τόν πρωρέα διαστασιάζοντος (= τή στιγμή πού ὁ κυβερνήτης διαπληκτίζεται μέ τόν πηδαλιοῦχο)(50).

Γιά νά ἀποφεύγωνται ὅμως παρόμοιες ἀρνητικές καταστάσεις στήν οἰκογενειακή ζωή, ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὡς ψυχολόγος μέ βαθιά γνώση τῆς «ἐπιστήμης» τῶν οἰκογενειακῶν σχέσεων, προβάλλει στό ἔργο του δείγματα μιᾶς πρωτοποριακῆς γιά τήν ἐποχή ἐκείνη «συμβουλευτικῆς» τῶν συζύγων. Ἐδῶ μπορεῖ κανείς νά θαυμάσει μία σύγχρονη ἐπιστημονικά θεμελιωμένη καί βαθιά ἀνθρώπινη συμβουλευτική. Σέ κάποια περίπτωση συμβουλεύει τό σύζυγο πῶς καί μέ ποιά λόγια τρυφερά πρέπει νά μιλάη στή σύζυγό του: «Λόγια ἀγάπης νά τῆς λές … Ἐγώ ἀπό ὅλα τή δική σου ἀγάπη προτιμῶ καί τίποτε δέν μοῦ εἶναι τόσο βασανιστικό ἤ δυσάρεστο, ὅσο τό νά βρεθῶ κάποτε σέ διάσταση μαζί σου … ὁ,τιδήποτε κι ἄν πάθω, ὅλα μοῦ εἶναι ἀνεκτά κι ὑποφερτά, ὅσο ἐσύ μοῦ εἶσαι καλά … Σῶμα δέν ἔχεις πιά δικό σου … Δέν εἴμαστε δυό σώματα μετά τό γάμο, ἀλλά γίναμε ἕνα· δέν ἔχουμε δυό περιουσίες, ἀλλά μία … Ὅλα δικά σου εἶναι, κι ἐγώ δικός σου εἶμαι, κορίτσι μου … Ποτέ νά μήν τῆς μιλᾶς μέ πεζό τρόπο, ἀλλά μέ φιλοφροσύνη, μέ τιμή, μέ ἀγάπη πολλή … Νά τήν προτιμᾶς ἀπό ὅλους γιά ὅλα, γιά τήν ὀμορφιά, γιά τή σωφροσύνη της, καί νά τήν ἐγκωμιάζης. Νά κάνης φανερό ὅτι σ’ ἀρέσει ἡ συντροφιά της κι ὅτι προτιμᾶς νά μένης στό σπίτι γιά νἆσαι μαζί της, ἀπό τό νά βγαίνης στήν ἀγορά. Ἀπό ὅλους τούς φίλους νά τήν προτιμᾶς, καί ἀπό τά παιδιά πού σοῦ χάρισε, κι αὐτά ἐξ αἰτίας της νά τά ἀγαπᾶς»(51). 

β. Ἡ προσωπικότητα τοῦ διδασκάλου

ἀρετές καί ἰδιότητες τοῦ διδασκαλικοῦ προτύπου     

Κατά τή διδασκαλία τοῦ μεγάλου παιδαγωγοῦ καί «διδασκάλου τῆς οἰκουμένης», τό λειτούργημα τοῦ διδασκάλου εἶναι ὑψηλό καί ἱερό, ἐφάμιλλο τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος. Ὁ διδάσκαλος μέ τό παιδαγωγικό του ἔργο ἱερουργεῖ στό παιδευτικό θυσιαστήριο, ὁ δέ γονέας στό ἱερό τῆς κατ’ οἶκον Ἐκκλησίας: «Τό τῆς διδασκαλίας καί τό τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα μέγα ἐστί καί θαυμαστόν»(52). Ἑπομένως ὁ δάσκαλος, ἰδιαίτερα δέ ὁ τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος, πρέπει νά λειτουργῆ ὡς «πνευματικός πατέρας». Ἔτσι, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, στήν ἱερότητα τῆς παιδευτικῆς αὐτῆς σχέσης τό πνευματικό καί συναισθηματικό στοιχεῖο ὑπερτερεῖ τοῦ φυσικοῦ δεσμοῦ. Παρατηρεῖ λοιπόν πώς θά πρέπει νά ἀγαπᾶμε καί νά ἀναζητοῦμε περισσότερο ἀπό τούς γονεῖς τούς δασκάλους μας: «Οὕτω τούς διδασκάλους ποθεῖν, οὕτω μᾶλλον πατέρα ἐπιζητεῖν»(53). Τοῦτο, ἐάν συμβαίνη στήν παιδευτική σχέση, θά λέγαμε σήμερα πώς ἀποτελεῖ τό ἀσφαλέστερο κριτήριο ἀξιολόγησης τῆς παιδαγωγικῆς ἀποτελεσματικότητας τοῦ δασκάλου.

Ἡ μεγάλη παιδαγωγός τοῦ περασμένου αἰώνα Μ. Montessori ἐδίδασκε πώς, ἐάν ἡ παιδαγωγική λειτουργία τοῦ δασκάλου δέν ἀποκτήση γονεϊκή διάσταση, δέν μπορεῖ νά εἶναι γόνιμη. Ὁ ἐπιφανής ἐπίσης παιδαγωγός, ὁ κατ’ ἐξοχήν δάσκαλος τῆς ἀγάπης καί τῆς παιδαγωγικῆς σχέσης, Pestalozzi, θεωρεῖ τούς μαθητές του πνευματικά του παιδιά, πού τοῦ τά ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεός. Τοῦτο φαίνεται στήν περίφημη παιδαγωγική του προσευχή: «Ἰδού ἐγώ καί τά παιδία, ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός …» (Ἡσ. 8,18).

Γιά νά διαμορφωθῆ ὅμως ἕνα παρόμοιο πρότυπο δασκάλου, πού θά λειτουργῆ ὡς πνευματικός πατέρας καί αὐθεντικός παιδαγωγός, πρέπει νά προηγηθῆ μία μακροχρόνια, «διά βίου», διαδικασία αὐτοαγωγῆς καί αὐτοπαίδευσής του. Ὁ Χρυσόστομος παροτρύνει τόν δάσκαλο νά στραφῆ στόν ἐσώτερο πνευματικό ἀλλά καί τόν ψυχικό του κόσμο καί νά ἐργασθῆ σέ ἐπίπεδο αὐτοσυνειδησίας καί αὐτογνωσίας, ὅπως θά παρατηρούσαμε σήμερα, χρησιμοποιῶντας μέσα αὐτοαξιολόγησης ἀλλά καί ἀσκητικούς τρόπους αὐτοαγωγῆς: «Τόν γάρ διδάσκαλον πρότερον ἑαυτοῦ χρή εἶναι διδάσκαλον. Ὥσπερ γάρ ὁ στρατηγός, ἐάν μή πρότερον ᾖ στρατιώτης ἄριστος, οὐ στρατηγός ἔσται ποτέ, οὕτω καί ὁ διδάσκων»(54).

Σέ ἄλλη ἐπίσης διδασκαλία παρατηρεῖ: «Πῶς ὁ μηδέ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς προεστώς, ἑτέρους διορθῶσαι δυνήσεται;»(55). «Οὐδέν ὄφελος τοῦ διδάσκειν ἑτέρους, ὅταν τις ἑαυτόν πρότερον λαβών μή διδάσκῃ»(56).

Μέ αὐτή τήν ἐσωτερική καλλιέργεια καί εὐαισθησία ὁ δάσκαλος ἀποκτᾶ παιδαγωγική συνείδηση καί διαμορφώνει ἕναν πλούσιο κόσμο παιδαγωγικῶν καί διδακτικῶν ἀρετῶν καί ἰδιοτήτων, μέσω τῶν ὁποίων διδάσκει καί διαπαιδαγωγεῖ. Τό παιδαγωγικό αὐτό «προφίλ», ἀποτυπωμένο στήν ὅλη παρουσία, στό πρόσωπο, στό βλέμμα, στό βάδισμα, στή συμπεριφορά, στό λόγο καί στήν «εὔλαλη» σιωπή τοῦ δασκάλου (σιωπῶσα παραίνεση), προβάλλεται ὡς τρόπος ζωῆς, ὡς ὑπόδειγμα συμπεριφορᾶς, ὡς εἰκόνα τοῦ ἐσωτερικοῦ συνειδητοῦ ἤ ἀσυνείδητου κόσμου του στό μαθητή, ὁ ὁποῖος τό προσλαμβάνει μέ τίς ἀντιληπτικές του λειτουργίες, τό ἐνδοβάλλει, τό ἀξιολογεῖ καί συνήθως ταυτίζεται μέ αὐτό καί καθοδηγεῖται ἀπ’ αὐτό στήν πνευματική του πορεία. Ἄλλοτε πάλι συγκρούεται μέ αὐτό, τό ἀπορρίπτει καί ἀκολουθεῖ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη πορεία. Ἀναφερόμενος ὁ μέγας παιδαγωγός στή λειτουργία τῶν παιδευτικῶν αὐτῶν μέσων παρατηρεῖ: «Ὁ παιδεύων οὐ λόγῳ μόνον διδάσκει, ἀλλά καί ἔργῳ»(57). «Τόν διδάσκαλον καί φθεγγόμενον καί σιγῶντα καί ἀριστοποιούμενον καί πᾶν ὁτιοῦν ποιοῦντα, δῆλον εἶναι δεῖ καί ἀπό τοῦ βήματος καί ἀπό τοῦ βλέμματος καί ἀπό τοῦ σχήματος καί ἀπό πάντων ἁπλῶς»(58). «Εἰ γάρ κάλλος σώματος ἀναπτεροῖ τούς ὁρῶντας, πολλῷ μᾶλλον εὐμορφία ψυχῆς διεγεῖραι δύναιτ’ ἄν τόν θεατήν (= μαθητήν) καί πρός τόν ἴσον παρακαλέσαι ζῆλον»(59).

Ἀφοῦ λοιπόν ὁ παιδευτικός λόγος ἀλλά καί τό διδασκαλικό πρότυπο ἀσκοῦν τόσο βαθιές ἐπιδράσεις στόν ψυχισμό τοῦ μαθητῆ, ὁ δάσκαλος θά πρέπει μέ διάκριση νά συμπεριφέρεται πρός αὐτόν καί νά ἐπιδεικνύη: «Ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀδιαφθορίαν, σεμνότητα, λόγον ὑγιῆ, ἀκατάγνωστον …»(60).

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὡς ἔμπειρος ψυχοπαιδαγωγός, προσεγγίζει μέ ἕναν τρόπο «ψυχαναλυτικό», θά ἔλεγε κανείς, τήν παιδευτική δύναμη τοῦ παραδείγματος τοῦ δασκάλου καί ὁμιλεῖ γι’ αὐτήν συχνά στή διδασκαλία του. Τήν θεωρεῖ ὡς διαλεκτική συνάντηση πού ἐπιτυγχάνεται κατά τήν παιδευτική ἐπικοινωνία. Εἶναι προσπάθεια συνάντησης δασκάλου καί μαθητῆ, πού τό ἐπίπεδό της ὁρίζεται ἀπό τή συναισθηματική ἀτμόσφαιρα, μέσα στήν ὁποία πραγματοποιεῖται αὐτή. Ἡ συναισθηματική σχέση δασκάλου καί μαθητῆ δημιουργεῖται ἀπό τήν ἀμοιβαία ἀγάπη πού κυριαρχεῖ στό ἄνοιγμα τῶν καρδιῶν. Χωρίς τήν ἀγαπητική αὐτή κοινωνία δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπιτευχθῆ ἡ ἐπιδιωκόμενη συνάντηση τῶν δύο, ἡ δέ συνολική διαδικασία ἀποβαίνει ἔτσι ἀτελέσφορη. Ἀντίθετα, ἀπό τήν ἀμοιβαία ἀγάπη δασκάλου καί μαθητῆ καί ἀπό τή διαλεκτική σχέση αὐτῆς μέ τήν ἐλευθερία, ἡ διδασκαλία γίνεται πιό ἐπαγωγική καί ἡ ἀγωγή γενικώτερα αὐθεντική: «Οὐδέν γάρ οὕτω πρός διδασκαλίαν ἐπαγωγόν, ὡς τό φιλεῖν καί φιλεῖσθαι»(61).

Ἐκτός ὅμως ἀπό τήν ἐν Χριστῷ ἀγάπη, μία ἄλλη ἐξίσου σημαντική ἀρετή τοῦ ἐπιτυχημένου δασκάλου, πού ἀπορρέει ἀπό τήν πρώτη, εἶναι, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ἡ εὐαισθησία πού ἔχει ἀναπτύξει, ἡ ὁποία τόν βοηθεῖ, κατά τήν παιδευτική ἐπικοινωνία, νά κατανοῆ σέ βάθος τή σπουδαιότητα τῶν προβλημάτων πού ἀπασχολοῦν τόν μαθητῆ· νά μετέχη στήν κρισιμότητα τῆς κατάτασής του καί νά συμπάσχη μ’ αὐτόν. Ἡ σύγχρονη ψυχοπαιδαγωγική ἐκτιμᾶ ἰδιαιτέρως αὐτή τήν ἱκανότητα τοῦ δασκάλου, τήν ὁποία ὀνομάζει «ἐνσυναίσθηση» (Empathie, Einfühlung). Αὐτή τοῦ διανοίγει τό δρόμο γιά μιά οὐσιαστική συνάντηση μέ τό μαθητή (théorie de rencontre). Παρατηρεῖ σχετικά μέ τό θέμα αὐτό ὁ μεγάλος παιδαγωγός: «Τοῦτο γάρ μάλιστα διδασκάλου, τό οὕτω συναλγεῖν ταῖς τῶν μαθητῶν συμφοραῖς, τό κόπτεσθαι καί πενθεῖν ἐπί τοῖς τραύμασι τῶν ἀρχομένων (= τῶν μαθητῶν)»(62).

Μέ αὐτή τή σχέση «συμπάθειας» καλλιεργεῖ ὁ δάσκαλος ἕνα ἰδιαίτερο ἦθος· λειτουργεῖ θυσιαστικά καί δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀνακαλύπτει ἐν τέλει στό πρόσωπο τῶν μαθητῶν του τόν ἴδιο τόν Κύριο: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).

Ἡ θυσιατική καί διακριτική αὐτή συμπεριφορά τοῦ δασκάλου ἐκπηγάζει ἀπό τόν ἐσώτερο κόσμο τῆς πνευματικῆς του συγκρότησης. Ὁ δάσκαλος, ὡς παιδαγωγός καί πνευματικός ἄνθρωπος, πρίν ἀπ’ ὅλα, ἀναθέτει τό ἔργο τῆς ἀγωγῆς στό Θεό καί μέ τήν προσευχή του ἀγκαλιάζει πνευματικά τούς μαθητές του καί τούς στηρίζει ἔτσι στό δύσκολό τους ἀγώνα. Γιά τόν Ἱερό Χρυσόστομο, ἡ ἀγωγή δέν πρέπει νά προγραμματίζεται ὡς προσωπικό ἔργο τοῦ δασκάλου, ἀλλ’ ὡς παιδεία παραμυθίας πού πραγματώνεται μέ θεία παρέμβαση: «Καί γάρ φιλόπαιδος καί φιλοθέου διδασκάλου τό μή μόνον λόγῳ παιδεύειν, ἀλλά καί δι’ εὐχῶν τήν παρά τοῦ Θεοῦ συμμαχίαν τοῖς διαδασκομένοις εἰσάγειν»(63).

Ὁ παιδευτικός λόγος τοῦ Χρυσοστόμου, ταξιδεύοντας ἀνά τούς αἰῶνες, φθάνει στήν ἐποχή μας καί συναντᾶ τήν παιδαγωγική σκέψη τοῦ ὁσίου Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη, πού συβουλεύει μιά μητέρα : « … προπάντων πρέπει νά μιλάεις γιά τά παιδιά σου στό Θεό. Νά λέεις : “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισε τά παιδάκια μου. Ἐγώ σ’ Ἐσένα τά ἀναθέτω …”. Κι ὁ Θεός θά τούς μιλάει … Αὐτό εἶναι τό τέλειο. Νά μιλάει ἡ μητέρα στόν Θεό κι ὁ Θεός νά μιλάει στό παιδί». Ἄλλοτε πάλι συμβουλεύει τούς παιδαγωγούς: «Στά παιδιά νά μή λέτε πολλά γιά τόν Χριστό, γιά τόν Θεό, ἀλλά νά προσεύχεσθε στόν Θεό γιά τά παιδιά»(64). «Κοινωνᾶτε τήν Κυριακή; Αἴ, τότε ἀφῆστε τό Χριστό τή Δευτέρα νά μιλήση στήν τάξη».  

Ἡ ἐν Χριστῷ πνευματική πορεία, ὡς ἡ αὐθεντική ἀγωγή πού στηρίζεται στή μοναδικῆς σημασίας «καρδιακή ἀγάπη» καί στήν ἀπόλυτη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐλευθερία, προσδίδει στήν παιδαγωγική σχέση δασκάλου καί μαθητῆ μιά μονιμότητα· τήν κάνει δεσμό ἄρρηκτο. Ἔτσι, ὁ Χρυσόστομος, ἀπευθυνόμενος στούς μαθητές του, λέγει : «Ὅπου ἐγώ καί ὑμεῖς ἐκεῖ· ὅπου ὑμεῖς, ἐκεῖ κἀγώ …».

Ἐντούτοις, σέ κάποιο σημεῖο τῆς παιδευτικῆς πορείας ἡ σχέση αὐτή φαίνεται πώς πρέπει νά διακοπῆ. Εἶναι ἡ στιγμή πού ὁ μαθητής ἔχει παρουσιάσει μεγάλη πρόοδο, ἐπιδόσεις στόν πνευματικό ἀγώνα. Τοῦτο ἀποτελεῖ μέγιστο ἔπαινο γιά τό δάσκαλο. Ἡ ὥρα αὐτή τῆς πνευματικῆς προκοπῆς καί ἐπιτυχίας εἶναι ταυτόχρονα μιά «τραγική» στιγμή γιά τό δάσκαλο. Ἡ τραγικότητά της ἔγκειται στό ὅτι ὁ ἐπιτυχημένος δάσκαλος καλεῖται αὐτό πού ἀγαπάει ὅσο τίποτε ἄλλο, τό μαθητή του δηλαδή, τό παιδί του, νά τόν ἀφήση, νά τόν ἀπομακρύνη ἀπό κοντά του, ὥστε νά πετάξη μόνος του, μέ τά δικά του φτερά πρός τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀγώνα του, χωρίς τήν μέχρι τώρα δική του ἐπιτήρηση καί καθοδήγηση. Αὐτή τή μεγαλειώδη στιγμή περιγράφει ὁ Χρυσόστομος ὡς ἑξῆς : «Μέγιστος ἔπαινος γιά ἕναν παιδαγωγό θά μποροῦσε νά γίνη τό νά μή ἔχη πιά ἀνάγκη τῆς δικῆς του προφυλάξεως, γιά νά σωφρονῆ ὁ νέος πού διαπαιδαγωγήθηκε ἀπό αὐτόν, ἀλλά νά παρουσιάση μεγαλύτερη ἐπίδοση στήν ἀρετή»(65). Καί σέ ἄλλη ὁμιλία του παρατηρεῖ: «Ἐάν ὑμεῖς προκόψητε, ἐγώ εὐδοκιμῶ … ὑμεῖς ἐμοί φῶς, μᾶλλον δέ καί τοῦ φωτός γλυκύτεροι»(66).

Μέσα ὅμως σ’ αὐτόν τόν ὡραῖο καί φωτεινό κόσμο, ὅπου, ὅπως εἴδαμε πιό πάνω, δάσκαλος καί μαθητής πορεύονται στό δρόμο τῆς ἐν Χριστῷ φιλοσοφίας, παρουσιάζεται ἐνίοτε ὡς παραφωνία καί ἡ φυσιογνωμία τοῦ ἐπιπόλαιου καί ἀνώριμου δασκάλου. Ὅταν ὁ δάσκαλος δέν διαθέτη τήν ἀπαραίτητη παιδαγωγική σύνεση καί κυρίως ὅταν εἶναι ἀνώριμη προσωπικότητα, διαδραματίζει ἀρνητικό ρόλο στήν ἀγωγή τῶν νέων. Ἡ παρουσία του εἶναι βλαπτική. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μελετᾶ τό φαινόμενο αὐτό καί παρατηρεῖ: «Τί τό ὄφελος νά στέλνουμε τά παιδιά μας σέ διδασκάλους, ὅπου, ἀντί γιά παιδεία, θά μάθουν τήν κακία, καί, θέλοντας νά κερδίζουν τό κατώτερο, θα χάσουν τό σπουδαιότερο, τή δύναμη τῆς ψυχῆς καί ὅλη της τήν ὑγεία; Θά μοῦ πῆς, τότε, τί λοιπόν, θά γκρεμίσουμε τά σχολεῖα; Δέν σοῦ συνιστῶ κάτι τέτοιο. Ἀλλά νά μή γκρεμίσουμε τό οἰκοδόμημα τῆς ἀρετῆς καί ἀφήσουμε νά ταφῆ μέσα στά ἐρείπια καί ἡ ψυχή μαζί»(67).

Δέν ἀρκεῖται ὅμως μόνο σ’ αὐτή τήν ἐπισήμανση· προχωρεῖ σέ βαθύτερη ἀνάλυση τοῦ ζητήματος: «Διά τοῦτο ἡμῖν αἱ πόλεις εἰσί διεφθαρμέναι, ὅτι πονηροί τῆς νεότητός εἰσιν οἱ διδάσκαλοι»(68). 

γ. Μέσα καί ἀρχές ἀγωγῆς 

Ἡ ἀγωγή τοῦ ἀνθρώπου, καί ἰδιαίτερα τοῦ νέου ἀνθρώπου, τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ ἐφήβου, πρέπει νά θεμελιώνεται καί νά ὀργανώνεται ὀρθολογικά, ὡς παιδευτική ἐπικοινωνία, σέ ἕνα θεωρητικό πλαίσιο παιδαγωγικῶν καί διδακτικῶν ἀρχῶν, πού θά διέπουν τή λειτουργία αὐτή. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ ἀγωγή μπορεῖ νά εἶναι ἀποτελεσματική.

Ἀλλά, γιά νά πραγματοποιηθῆ ἡ ἀγωγή εἶναι ἀπαραίτητη καί ἡ χρήση διαφόρων παιδαγωγικῶν μέσων. 

1.     Παιδαγωγικές καί διδακτικές ἀρχές

Θεμελιώδεις παιδαγωγικές καί διδακτικές ἀρχές, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο εἶναι: 

Ἡ ἀρχή τῆς ἔγκαιρης διαπαιδαγώγησης:   

«Διαπαιδαγώγησε τό παιδί σου ὥστε νά γίνη ἀθλητής χάριν τοῦ Χριστοῦ. Δίδαξέ το ἀπό τή μικρή του ἡλικία νά εἶναι εὐλαβής καί ἐντός τῆς κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων»(69).

«Ἄν οἱ καλές διδασκαλίες ἐγχαραχθοῦν στήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ, ἐφόσον αὐτή εἶναι ἀκόμη ἁπαλή καί τρυφερή, δέν θά μπορέση κανείς νά τίς ἀφαιρέση»(70).

«Τό ἁπαλό εἶναι ἑπομένως ἱκανό διαπλάσεως καί διαμορφώσεως, ἀκριβῶς διότι τό σχῆμα του δέν ἔχει λάβει ἀκόμη σταθερή μορφή, γι’ αὐτό καί εὔκολα μεταπλάσσεται σέ οἱονδήποτε σχηματισμό»(71).

«Το παιδί εἶναι εὐπαιδαγώγητο»(72).

Μεγάλη ἡ σημασία τῆς ἀγωγῆς πού παρέχεται κατά τήν παιδική ἡλικία:

«Ἄν τοίνυν ἄνωθεν καί ἐκ πρώτης ἡλικίας ὅρους  αὐτῇ πήξωμεν καλούς, οὐ δεησόμεθα πολλῶν μετά ταῦτα πόνων, ἀλλ’ ἡ συνήθεια νόμος αὐτοῖς ἔσται λοιπόν»(73). 

Κατά τή διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἡ ἀγωγή τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει καί πρίν τή γέννησή του, δηλαδή στή φάση τῆς ἐμβρυϊκῆς ζωῆς, «ἐκ κοιλίας» μητρός.

«Ἄν μερικοί “ἐκ κοιλίας μητρός” ἀκόμη ἕως ὅτου νά γηράσουν διαπαιδαγωγοῦνται, καί παρ’ ὅλον τοῦτο δέν γίνονται καλοί ἄνθρωποι, τότε ἐκεῖνοι, πού ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς τους συνήθισαν νά ἀκούουν ὅλα αὐτά τά διεστραμμένα, φαντάζεσθε πόσο κακοί μπορεῖ νά γίνουν;».

Στό σημεῖο αὐτό ἐνδεχομένως νά ἐννοῆ τήν μέσω τοῦ βιολογικοῦ ὀργανισμοῦ καί τοῦ ψυχισμοῦ τῆς μητέρας ἰσχυρή παιδευτική ἐπίδραση πού ἀσκεῖται στό ἔμβρυο (βλ. προγεννητική ἀγωγή – ἐβρυαγωγική) ἀσυνείδητα κυρίως, ἀλλά καί ἐνσυνείδητα(74). 

Ἡ ἀρχή τῆς αὐτενέργειας τοῦ παιδιοῦ καί τῆς αὐτοϋπηρέτησης: 

«Ἄς διδάσκεται τό παιδί νά μήν ἀπαιτῆ ἀπό ἀλλά τά περισσότερα νά τά κάνη μόνο του. Ἐκεῖνα μόνο νά τοῦ κάνουν οἱ ὑπηρέτες, ὅσα δέν μπορεῖ καί δέν ἐπιτρέπεται νά κάνη τό ἴδιο … ὅταν μάθη ἔτσι νά αὐτοϋπῆρετῆται, γίνεται ἄνθρωπος μετριόφρων καί προσηνής στούς ἄλλους»(75). 

Ἡ ἀρχή τῆς ἐξατομίκευσης τῆς ἀγωγῆς:   

Σύμφωνα μέ τήν ἀρχή αὐτή, ἡ ἀγωγή (διδασκαλία, συμβουλή) δέν ἀπευθύνεται μόνο σέ ὁμάδα μαθητῶν, στή σχολική τάξη, ἀλλά κυρίως ἐξατομικευμένα, σέ κάθε πρόσωπο χωριστά, σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις, τά ἐνδιαφέροντα, τίς ἀνάγκες, τίς προσδοκίες του, ἀλλά καί τίς πνευματικές του δεξιότητες καί τίς ἀδυναμίες του. Ἡ ἀρχή τῆς ἐξατομίκευσης τῆς ἀγωγῆς (éducation individualisée, éducation – école sur mesure) ἤ τῆς ὀνομαζόμενης τά τελευταῖα χρόνια «προσωπικῆς ἀγωγῆς» ἀποτελεῖ γνώμονα, βάσει τοῦ ὁποίου ὀργανώνεται καί προγραμματίζεται ὀρθολογικά σήμερα ἡ παιδευτική ἐπικοινωνία(76).

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὡς παιδαγωγός, παρατηρεῖ:

«Οὐ γάρ πᾶσιν ἑνί τρόπῳ προσενεκτέον (= πρέπει νά προσφέρουμε τήν ἀγωγή), ἀλλά διαφόρως καί ποικίλως καί πρός τά ὑποκείμενα»(77).

Καί σέ ἄλλη του ὁμιλία λέγει:

«Οὐδέ γάρ οἱ παιδοτρίβαι πάντας ὁμοίως καί ἑνί τρόπῳ γυμνάζουσιν, ἀλλά τοῖς μέν ἀσθενεστέροις ἀσθενεῖς, τοῖς δέ γενναίοις τοιούτους παρέχουσιν ἀγωνιστάς»(78).

Χαρακτηριστικές εἶναι καί οἱ ἑπόμενες παρατηρήσεις του:

«Οὐ μήν πρός πάντας τούς μαθητάς οὕτω διακεῖσθαι ἡμᾶς χρή, ἀλλά πρός τούς ἡμέρους καί ἐναρέτους, πρός δέ τούς ἄλλους τούς διεφθαρμένους καί μή γνησίους ἑτέρως»(79).

«Ἐπειδή παντοδαπά νοσήματα ἐν δήμῳ  τοσούτῳ (= σέ ἕνα τόσο πολυπληθῆ λαό) εἶναι εἰκός … διά τοῦτο καί ποικίλον εἶναι χρή τῆς διδασκαλίας τό φάρμακον»(80). 

Ἡ ἀρχή τῆς ἐποπτείας (ἐποπτικοποίηση τῆς ἀγωγῆς – ἐποπτική διδασκαλία):   

Ἡ ἀγωγή, καί ἡ διδασκαλία ἰδιαιτέρως, εἶναι δυνατόν νά γίνουν περισσότερο ζωντανές καί ὡς ἐκ τούτου ἀποτελεσματικές, ὅταν μέ διάφορα μέσα, τά λεγόμενα ἐποπτικά, διεγερθοῦν οἱ αἰσθήσεις τοῦ μαθητῆ καί συντελέσουν στήν ἀποτελεσματικώτερη πρόσληψη, ἐσωτερίκευση καί ἀφομοίωση τοῦ μηνύματος τῆς παιδευτικῆς ἐπικοινωνίας. Τέτοια μέσα μπορεῖ νά εἶναι διάφορες εἰκόνες, μελωδίες, περιγραφές, καί ἀφηγήσεις, προϊόντα τῆς τεχνολογίας κ.ἄ.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὡς παιδαγωγός ἀλλά καί ρήτωρ, στίς ὁμιλίες του χρησιμοποιεῖ ἀφηγηματικές περιγραφές καί λεκτικές εἰκόνες, μέσω τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνει τήν αἰσθητηριακή ἀφύπνιση τῶν μαθητῶν του καί δημιουργεῖ στή φαντασία τους ἐσωτερικές πνευματικές ἐποπτεῖες.

Στήν πραγματεία του «ὅπως δεῖ ἀνατρέφειν τά τέκνα» παρομοιάζει τούς γονεῖς – παιδαγωγούς μέ ζωγράφους καί γλύπτες, τό δέ ἔργο τῆς ἀγωγῆς με εἰκόνες καί ἀγάλματα. Τήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ παρομοιάζει μέ πόλη, τήν ὁποία ὁ πατέρας ὀφείλει νά κυβερνᾶ μέ νόμους. Προκειμένου νά ἀναπτύξη τή θεωρία του περί τῆς ἀγωγῆς τῶν αἰσθήσεων τοῦ παιδιοῦ, παρομοιάζει αὐτές μέ πέντε πύλες»(81).

Γιά τήν ἀξία τῆς ἐποπτικότητας ἀναφέρει τά ἑξῆς:

«Μέγα τι ἔχουσι καί αἱ εἰκόνες, καί μάλιστα αἱ ἐν τῇ Γραφῇ, εἰς παράτασιν τῶν λεγομένων» (= νά ἐντυπωθοῦν βαθύτερα καί νά παραμείνουν στή μνήμη περισσότερο χρόνο τά διδασκόμενα)(82). 

2.  Μέσα ἀγωγῆς 

Στήν παιδαγωγική τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου περιλαμβάνεται καί μία μορφή ἀγωγῆς ἐκείνη τῆς «Συμβουλευτικῆς» πού ἀφορᾶ στήν ἀγωγή τῶν αἰσθήσεων τοῦ νέου ἀνθρώπου. Πρόκειται γιά μορφή προληπτικῆς ἀγωγῆς.

Ὁ μεγάλος διδάσκαλος γνωρίζει τή συμβολή τῆς αἰσθητηριακῆς λειτουργίας στήν ψυχική καί πνευματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αυτό προτείνει ἕνα σύστημα ἀγωγῆς τῶν αἰσθήσεων τοῦ ἀνθρώπου, ἐπιδιώκοντας νά προφυλάξη ἀπό τυχόν βλαβερές ἐπιδράσεις τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος τήν ψυχή τοῦ νέου ἀνθρώπου. Γνωρίζοντας σέ βάθος τόσο τήν ψυχολογία τῶν γονέων ὅσο καί τῶν νέων, υἱοθετεῖ στήν παιδαγωγική του τήν παράλληλη λειτουργία τῆς ἀρνητικῆς καί τῆς θετικῆς ἀγωγῆς.

Ἀρνητική εἶναι ἡ ἀγωγή, κατά τήν ὁποία, μέ ἀρνητικά καί αὐστηρά μέσα, ὅπως εἶναι τά διάφορα εἴδη ποινῆς, ὁ ψόγος, τό ἐπιτιμητικό βλέμμα, ἡ παρατήρηση, ἡ ἐπίπληξη κ.ἄ., ἐπιχειροῦμε νά περιστείλουμε ἀρνητικές ἐκδηλώσεις τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ παιδιοῦ. Ἀντιθέτως, ἡ θετική ἀγωγή περιλαμβάνει θετικά, ἐνισχυτικά καί ἑλκυστικά παιδαγωγικά μέσα, ὅπως εἶναι ὁ ἔπαινος, ἡ ἀμοιβή, ἡ ἐνίσχυση, ἡ ἀγάπη, ἡ ἐπιείκεια, ἡ διάκριση, τό καλό παράδειγμα, οἱ ἁγνές τέρψεις, τά δῶρα, οἱ ἐπισκέψεις σέ καλά πρόσωπα κ.ἄ. Μέ τήν ἀγωγή αὐτή ἐπιδιώκουμε νά διευρύνουμε τά θετικά στοιχεῖα τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ παιδιοῦ, ὅπως εἶναι οἱ διάφορες δεξιότητες καί οἱ ἀρετές(83).

Οἱ ἱερός Χρυσόστομος προτείνει στήν παιδαγωγική του τήν ἔλλογη ἐφαρμογή τόσο τῶν ἀρνητικῶν ὅσο καί τῶν θετικῶν μεθόδων. Πιστεύει πώς ὁ ἔμπειρος καί σώφρων παιδαγωγός θά πρέπει νά χρησιμοποιῆ καί τήν αὐστηρότητα καί τήν ἐπιείκεια, ἀκολουθῶντας τή μέση ὁδό τοῦ μέτρου καί τῆς σύνεσης, ἀποφεύγοντας ἀκρότητες καί ὑπερβολές(84).

«Θέσε νόμο ἐγκαίρως στό παιδί, κανένα νά μή κακοκαρδίζη, νά μήν ὑβρίζη, νά μήν ὁρκίζεται, νά εἶναι ὑποχωρητικός. Ἄν δέ δῆς ὅτι παραβαίνει τήν ἐντολή σου, τιμώρησέ το, ἄλλοτε μέν ἁπλῶς μέ βλέμμα αὐστηρό, ἄλλοτε δέ μέ λόγια δηκτικά καί ἄλλοτε μέ χλευαστικές λέξεις. Ἄλλοτε πάλι κολάκευσε τή φιλοτιμία του καί ὑποσχέσου σ’ αὐτό ἀμοιβή καί ἐπιβράβευση. Νά μή τό τιμωρῆς συνεχῶς μέ χτυπήματα, γιά νά μή τό κάνης νά ἐξοικειωθῆ σ’ αὐτό τό μέσο»(85).

«Συγχρόνως μέ τούς λόγους αὐτούς ἄς γεμίζουμε τό παιδί μέ φιλιά καί ἄς τό ἀγκαλιάζουμε καί ἄς τό σφίγγουμε τρυφερά ἐπάνω μας, ὥστε νά τοῦ ἀποδεικνύουμε τή θερμή μας ἀγάπη. Μέ ὅλα αὐτά τά μέσα ἄς καταπραΰνουμε και μαλακώνουμε την ψυχή του»(86).

Ἕνα μέσο ἀγωγῆς σημαντικό ἦταν τήν παλαιά ἐποχή ἡ ποινή. Στά νεώτερα χρόνια καί ἰδιαίτερα σήμερα ἡ αποτελεσματικότητα τῆς ποινῆς, ὑπό ὅλες τίς μορφές της, μετά τήν καθιέρωση τῆς φιλελεύθερης καί ἀντιαυταρχικῆς ἀγωγῆς, ἀμφισβητήθηκε. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος προτείνει τήν χρήση τοῦ μέσου αὐτοῦ, ἐξατομικευμένα καί ἐν πάση περιπτώσει χωρίς ἀκρότητες καί ὑπερβολές, σέ συνδυασμό μέ τό ἄλλο σημαντικό ἀπό ψυχοπαιδαγωγικῆς ἀπόψεως μέσο ἀγωγῆς, τήν ἐπιείκεια : «Τοῖς δέ παισί τοῖς ἡμετέροις και παιδαγωγούς ἐφιστῶμεν καί εἰς δασκάλους πέμπομεν καί ἀπειλάς προστίθεμεν … καί πολλά ἕτερα βοηθήματα προσάγομεν, ἵνα καλοί γένωνται»(87).

«Καί ὁ τῶν παίδων διδάσκαλος διά τό ἀτελές τῆς ἡλικίας συμφερόντως πολλάκις τάς πληγάς ἐπανατείνεται (= αὐξάνει) τοῖς παισίν»(88).

Ἡ ποινή πρέπει νά ἐφαρμόζεται μετά ἀπό σωστή ψυχοπαιδαγωγική διάγνωση: «Τοῦτο γάρ τῆς σοφίας ἐστίν ἴδιον, τό βαθύτερον τέμνοντα  (= νά «χειρουργῆ βαθιά»), ἡμερώτερον πλήττειν» (= ἀλλά νά τιμωρῆ μέ ἥμερο τρόπο)(89).

Ὅταν ἐφαρμόζεται ἡ τιμωρία, δέν πρέπει νά ἀπορρέη ἡ παιδαγωγική αὐτή στάση ἀπό τόν τρωθέντα πατρικό ἐγωϊσμό :

«Ἡμεῖς τούς παῖδας τούς ἑαυτῶν, ὅταν ἐπί τινι λαμβάνωμεν δεινῷ, στρεβλοῦμεν μέν καί μαστιγοῦμεν, οὐκ ἀναλγητί δέ τοῦτο πράττομεν, ἀλλά μετά θλίψεως οὐκ ἐλάττονος τῶν πασχόντων αὐτῶν»(90).

Ἡ χρήση ἑνός παιδαγωγικοῦ μέσου ἐξαρτᾶται ἀπό τή σωστή ψυχολογική διάγνωση καί τήν προοπτική τῆς ἐξατομίκευσης τῆς ἀγωγῆς(91):

«Τούς γάρ νοῦν ἔχοντας καί αἱ εὐεργεσίαι μᾶλλον ἤ αἱ τιμωρίαι ἐφέλκονται πρός τήν ὑπακοήν τῶν ἐπιταγμάτων (= ὁδηγοῦν στήν ὑπακοή τῶν ἐντολῶν)»(92).

Ὁ σοφός παιδαγωγός προτείνει ὡς ἀποτελεσματικό μέσο τῆς ἀγωγῆς καί τήν αὐτοτιμωρία:

«Ἀλλά κάθε μέρα νά ζητοῦμε εὐθύνες ἀπό τόν ἑαυτό μας καί γιά τούς λόγους μας καί γιά τά βλέμματά μας, καί ἄς τιμωροῦμε τόν ἑαυτό μας»(93).

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, βασιζόμενος στήν συμβουλευτική καί ποιμαντική του πείρα, παρατηρεῖ πώς ἡ ἐπιείκεια εἶναι τό ἰσχυρότερο παιδαγωγικό μέσο.

«Ἀληθῶς, οὐδέν ἐπιεικείας ἰσχυρότερον καί οὐδέν ταύτης δυνατώ τερον» (94).

«Μαλάττει δέ (= μαλακώνει τήν καρδιά) οὐ θυμός, οὐδέ κατηγορία σφοδρά (= αὐστηρή ἐπίπληξη), οὐδέ ὀνείδη (= οὔτε ἐξευτελιστικές κατηγορίες), ἀλλ’ ἐπιείκεια»(95).

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἑπόμενη παιδαγωγική προτροπή του Χρυσοστόμου πρός τόν πατέρα:

«Μερικές φορές ἄς ἐπισείεται ἀπειλητικά τό μαστίγιο, ἀλλά ἡ ἀπειλή νά μή πραγματοποιῆται … Ὅταν ὅμως δῆς ὅτι οἱ ἀπειλές ἀπέδωσαν, τότε μαλάκωσε».  

«Ἄνες (= χαλάρωσε τήν αὐστηρότητα)· δεῖ γάρ τινος τῇ φύσει τῇ ἡμετέρα καί ἀνέσεως»(96).

Ἀλλ’ ἡ ἐπιείκεια ἐκπορεύεται ἀπό τήν ἀγάπη, ἡ ὁποία γιά τούς γονεῖς πρέπει νά εἶναι «θυσιαστική». Γονεῖς καί παιδαγωγοί χωρίς ἀγάπη ἀδυνατοῦν νά διαδραματίσουν τό ρόλο τους. Ἡ ἀγάπη ἡ ἐν Χριστῷ, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, εἶναι μοναδικῆς ἀξίας παιδαγωγικό μέσο.

«Ταύτης γάρ παρούσης οὐδέν μέρος φιλοσοφίας ἐλλείπει τῷ κεκτημένῳ (= ἀπ’ αὐτόν πού τήν ἔχει)»(97).

«Αὐτό πού δέν μπορεῖ νά πετύχη ἡ φύση, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή μέ τίς φυσικές του δυνάμεις, τό κατορθώνει ἡ ἀγάπη»(98).

«Τίποτε δέν μπορεῖ νά προσελκύση τόσο τό μαθητή, ὅσο τό νά ἔχη πεισθῆ ὅτι ὁ παιδαγωγός φροντίζει γι’ αὐτόν καί ὅτι ἔχει ἀνησυχία γιά τήν πρόοδό του, πρᾶγμα πού εἶναι δεῖγμα ὑπερβολικῆς ἀγάπης»(99).

«Εἴτε ἐπιτιμᾷ τις, εἴτε ἄρχει, εἴτε ἄρχεται, εἴτε μανθάνει, εἴτε διδάσκει, πάντα μετά ἀγάπης»(100).

Ὁ Χρυσόστομος, διερευνῶντας ψυχαναλυτικά τά ἄδυτα τοῦ ἀσυνείδητου ψυχικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου, παρατηρεῖ πώς, ὅπου δέν ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ μπορεῖ νά παρεισφρήση τό μῖσος. Ἄνθρωπος, πού γεύεται τούς καρπούς τῆς ἀγάπης, δέν εἶναι δυνατόν νά μισῆ.

Τοῦτο ἰσχύει καί γιά τόν παιδαγωγό:

«Οὐδείς ἐστιν ὅστις φιλούμενος θελήσει μισεῖν»(101). 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ καί ἄλλα μέσα τῆς ἀγωγῆς:

Τό παράδειγμα τοῦ δασκάλου εἶναι ἀπό τά πλέον ἀποτελεσματικά μέσα. 

«Ὁ δέ παιδεύων οὐ δι’ ὧν λέγει μόνον, ἀλλά καί δι’ ὧν ποιεῖ τήν διδασκαλίαν προάγει»(102).

«Τίς ὁ τύπος (= ὁ κανόνας) τῆς διδαχῆς; Ὀρθῶς ζῆν καί μετά πολιτείας ἀρίστης»(103).

«Εὔκολον τοῦτο τό φιλοσοφεῖν ἐν ρήμασι· δίδαξόν με διά τοῦ βίου τοῦ σοῦ … Μείζων γάρ ἡ βλάβη, ὅταν καλῶς διδάσκων τις διά ρημάτων, διά τῶν ἔργων πολεμῇ τῇ διδασκαλίᾳ»(104). 

Ὁ ἔπαινος τοῦ δασκάλου: 

«Καί γάρ ἀμφοτέρων δεῖται ἡ τῶν ἀνθρώπων ψυχή τῶν φαρμάκων τούτων (δηλ. καί ἔλεγχο καί ἔπαινο)»(105).

«Καί ἄν ἀκόμη οἱ ἔπαινοι δέν εἶναι ἀπολύτως δίκαιοι, χρησιμοποιοῦνται κατ’ οἰκονομίαν, γιατί προετοιμάζουν τό ἔδαφος νά δώσουμε μία συμβουλή ἤ νά κάνουμε μία παρατήρηση»(106). 

Ἡ διάκριση τοῦ παιδαγωγοῦ. Ἡ δυνατότητα ψυχολογικῆς κατανόησης τοῦ μαθητῆ.  

Ἡ ἱκανότητα τοῦ παιδαγωγοῦ νά διεισδύη στό ὑπόστρωμα τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ παιδιοῦ καί ἀναλόγως νά παρεμβαίνη συμβουλευτικά, χρησιμοποιῶντας παιδαγωγικά μέσα πού στοιχοῦν στά κίνητρα τῆς συμπεριφορᾶς του : «Πρός τάς προαιρέσεις (= διάθεση καί ἐλεύθερη γνώμη) τοίνυν τῶν ἀνθρώπων καί ἡ θεραπεία τοῦ ἰατροῦ προσάγεται»(107).

«Τό φάρμακο (τό παιδαγωγικό μέσο), κι ὅταν ἀκόμη εἶναι ἐξαιρετικά ὠφέλιμο, γίνεται πολλές φορές ἄχρηστο, ὅταν αὐτός πού τό χρησιμοποιεῖ στερεῖται πείρας»(108).

«Καί πρέπει κανείς νά καταφεύγη συχνά σέ διάφορα τεχνάσματα, προκειμένου μέ τήν τέχνη αὐτή νά ὠφελήση πολύ»(109).

Ὁ παιδαγωγός πού ἔχει τήν ψυχολογική πείρα πού ἀπορρέει ἀπό τή διάκριση, εἶναι σέ θέση νά παρατηρῆ διαγνωστικά καί ἐν συνεχείᾳ νά παρεμβαίνη παιδαγωγικά. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος συμβουλεύει ὡς ἑξῆς τούς γονεῖς–παιδαγωγούς: «Νά παρατηρῆτε ποιό ἔμφυτο προτέρημα ἔχουν τά παιδιά, γιά νά τό καλλιεργήσετε καί νά τό αὐξήσετε, ποιό φυσικό ἐλάττωμα (μειονέκτημα), γιά νά τό περιστείλετε καί νά τό ἐξαλείψετε»(110).

Ἰδιαίτερα συμβουλεύει τό δάσκαλο καί ὅποιον ἀσχολεῖται μέ τήν ἀγωγή τοῦ παιδιοῦ νά λειτουργῆ ὡς πραγματικός παιδαγωγός καί ψυχολόγος καί νά προσπαθῆ, ὅπως καί ὁ ἴδιος κάνει, νά διεισδύη στό ἐσώτερο τοῦ ψυχισμοῦ καί τῆς διάνοιας τοῦ παιδιοῦ: «Ἀλλά σύ τῆς ἔξωθεν ἀκούεις κραυγῆς, ἐγώ δέ τῆς ἔνδοθεν· μεγάλη ἡ φωνή τοῦ στόματος, ἀλλά μείζων ἡ τῆς διανοίας»(111).

Προτείνει, τέλος, καί δύο ὀπτικοακουστικά μέσα: Τό «μυστικό Εὐαγγέλιο τῆς φύσης» (Γέρων Πορφύριος : Βασιλιάς Ἥλιος, τά πουλάκια τοῦ δάσους, ἡ θάλασσα). «Ἄν θέλης νά ἀπομακρύνης τούς ὀφθαλμούς τοῦ παιδιοῦ ἀπό ἁμαρτωλά θεάματα, δεῖξε σ’ αὐτό ἄλλες καλλονές, ὅπως τόν οὐρανό, τόν ἥλιο, τά ἀστέρια, τά ἄνθη τῆς γῆς, δεῖξε του τά λειβάδια καί τίς ὡραῖες εἰκόνες τῶν βιβλίων. Σ’ αὐτά νά ἀναπαύεται καί μέ αὐτά νά τέρπεται ὁ ὀφθαλμός του»(112).

«Ἄς μαθαίνη καί τίς ἱερές μελωδίες, πού τόν κατευνάζουν, τον ἠρεμοῦν ἐσωτερικά»(113).

Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ὡς μεγάλος ψυχοπαιδαγωγός καί ρήτωρ, χρησιμοποιεῖ στή διδασκαλία του τό ὑποδειγματικό στοιχεῖο. Ἡ μέθοδός του εἶναι μία ἀφηγηματική δραματουργία, μέ νοηματική κορύφωση, μέσω τῆς ὁποίας προβάλλεται ἐπαγωγικά στούς γονεῖς ἕνας ἰδανικός ἠθικός κόσμος, ὅπως αὐτός σκιαγραφεῖται μέ τήν ἀφήγηση διαφόρων ἁγιογραφικῶν ἱστοριῶν – μαθημάτων ἀπό την ἱερά ἱστορία, ὅπως ἐκεῖνες τοῦ Κάιν και τοῦ Ἄβελ, τοῦ Ἠσαῦ και τοῦ Ἰακώβ, τοῦ νεαροῦ Ἰωσήφ. Τίς ἱστορίες αὐτές, στίς ὁποῖες προβάλλονται μέ τρόπο βιωματικό ἐξαίρετα παραδείγματα συμπεριφορᾶς νέων ἀνθρώπων πρός μίμηση, εἶναι δυνατόν καί οἱ γονεῖς μέ τή σειρά τους, ὡς παιδαγωγοί, νά τίς ἀφηγοῦνται στά παιδιά τους.

Στήν ὑποδειγματική διδασκαλία τοῦ μεγάλου παιδαγωγοῦ παρατηροῦμε μεθοδικότητα καί ἐπιστημοσύνη, πού μᾶς παραπέμπει στή σύγχρονη διδακτική μεθοδολογία. Στίς ἀφηγήσεις του χρησιμοποιεῖ τήν ἐρώτηση καί τό διάλογο, τή διασαφήνιση, τήν πραγματολογική ἐξήγηση, τήν ψυχολογική ἑρμηνεία καί τή μέθοδο τῆς ἐπανάληψης γιά καλύτερη ἀφομοίωση καί ἐμπέδωση τῶν στοιχείων τῆς διδασκαλίας. Ἡ τεχνική τῆς διδασκαλίας του καθιστᾶ εὐχάριστη καί ζωηρή τήν ἐκφορά τοῦ ἀφηγηματικοῦ λόγου καί ἀξιοποιεῖ ἐξατομικευτικά τό συναισθηματικό καί τό νοηματικό περιεχόμενο τοῦ μεταδιδόμενου μηνύματος, ὥστε αὐτό νά ἀφομοιώνεται μέ εὐκολία τόσο ἀπό τούς γονεῖς ὅσο καί ἀπό τά ἴδια τά παιδιά(114).

Ὁ Χρυσόστομος ἀξιοποιεῖ μέ ἰδιαίτερη ρητορική δεξιοτεχνία τή ζωντανή περιγραφή προσώπων καί καταστάσεων, ἡ ὁποία δημιουργεῖ πλούσιες ἐσωτερικές ἐποπτεῖες στόν ἀκροατή.

Τό στοιχεῖο ἐπίσης τῆς περιπέτειας εἶναι ἄφθονο στίς ἱστορίες πού ἀξιοποιεῖ δειγματικά. Τοῦτο ἄλλωστε εἶναι διδακτικό μέσο λίαν προσφιλές καί οἰκεῖο στήν παιδική φαντασία («ἡλικία Ροβινσώνων»)(115).

Ἁπλά καί πρακτικά καθοδηγεῖ τούς γονεῖς ὡς ἑξῆς:

«Ὅταν τό παιδί σου εἶναι κουρασμένο ἀπό τά μαθήματα, διηγήσου σ’ αὐτό ἱερές ἱστορίες, διότι ἡ παιδική ψυχή ἀρέσκεται στίς ἱστορίες τοῦ παλαιοῦ καιροῦ. Κατά τό χρόνο αὐτό ἀποτράβηξέ το ἀπό κάθε του παιγνίδι, διότι διαπαιδαγωγεῖς φιλόσοφο καί ἀθλητή γιά τό Χριστό καί οὐράνιο πολίτη»(116).

Ἔτσι, προχωρεῖ ὁ Χρυσόστομος στήν οὐσία τοῦ θέματος, στήν ἐμβάθυνση καί ἐμπέδωση τῶν ἐννοιῶν καί τῶν εἰκόνων μέ τή βοήθεια τῆς ἐπανάληψης. Καλεῖ τόν πατέρα νά διηγηθῆ τήν ἱστορία ἕνα βράδυ, τήν ὥρα τοῦ φαγητοῦ. Τήν ἄλλη ἡμέρα τήν ἱστορία θά ἐπαναλάβη ἡ μητέρα. Ὕστερα μετά ἀπό ἐπαναλήψεις θά πρέπει νά τήν ἐπαναλάβει καί τό παιδί(117).

«Ὅταν αὐτή ἡ ἱστορία θά ἔχη ἐντυπωθῆ καλά στό νοῦ τοῦ παιδιοῦ, τότε θά τοῦ διηγηθῆς καί ἄλλη … Ὅταν μεγαλώση, νά τοῦ διηγῆσαι καί δυσκολώτερες ἱστορίες. Διότι, ὅταν τό μυαλό του εἶναι ἀκόμη τρυφερό, δέν πρέπει νά τό βαρύνης μέ πολύ μεγάλο βάρος, γιά νά μήν καταπιέσης τό πνεῦμα του. Ὅταν ὅμως φθάση τά δέκα πέντε χρόνια ἤ καί περισσότερα, ἄς ἀκούη τά περί τῆς κολάσεως»(118).

Καθώς ἡ διήγηση προχωρεῖ, τό περιεχόμενό της γίνεται πιό σύνθετο καί περισσόρερο δυσνόητο. Τοῦτο ἀπαιτεῖ τό παιδί νά διαθέτη ἀνώτερες πνευματικές δυνάμεις:

«Τά ὅσα ἀκολουθοῦν στήν ἀφήγηση ἐνέχουν πολλή φιλοσοφία, ἀνωτέρα τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ παιδιοῦ, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι δυνατό μέ κάποια κατανόηση νά ἐμφυτευθῆ στήν ἁπαλή διάνοια τοῦ παιδιοῦ, ἄν μεταχειρισθοῦμε κατάλληλη ἀφηγηματική στρατηγική»(119).

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος εἶναι ἐμβριθής ψυχολόγος. Προχωρεῖ στό ὑπόστρωμα τῶν θεμάτων· τά παρατηρεῖ ἐξελικτικά μέ λεπτομερῆ καί τεκμηριωμένο τρόπο. Γνωρίζει καλά τίς λειτουργίες πού συγκροτοῦν τόν παιδικό ψυχισμό καί τήν ἐξέλιξή τους, καθώς τό παιδί ἀναπτύσσεται. Ξέρει πώς ἡ μάθηση, ὡς ψυχοπαιδαγωγική λειτουργία, παρακολουθεῖ τήν ἡλικιακή ἐξέλιξη καί στήν περίοδο αὐτή μπορεῖ νά ὁδηγήση σέ ἀποτελέσματα πού θά σφραγίσουν καθοριστικά τήν παιδική ψυχή.

«Ἄν καί τοῦτο μόνο τό ἕνα δίδαγμα κατορθώσης νά ἐντυπωθῆ βαθιά στήν παιδική ψυχή, δέν χρειάζεται πλέον κανένα παιδαγωγό»(120).

«Νά μήν ἀρκεσθῆς ὅμως σ’ αὐτό. Πάρε ἀπό τό χέρι τό παιδί σου καί ὁδήγησέ το στήν ἐκκλησία, ἰδίως, ὅταν ἡ διήγηση αὐτή πρόκειται νά ἀναγνωσθῆ σ’ αὐτήν. Θά δῆς τότε τό παιδί σου νά πηδᾶ ἀπό χαρά καί εὐχαρίστηση»(121).

Μέ αὐτό τόν τρόπο, ἡ παιδευτική διαδικασία ὁλοκληρώνεται. Τό παιδί προσεγγίζει ἐποπτικά καί βιωματικά σ’ ἕνα τελευταῖο στάδιο τόν καρπό τῆς προσπάθειάς του καί βιώνει τήν ἀγαλλίαση τῆς δημιουργίας του. 

δ. Ψυχοπαιδαγωγική τῆς ἐφηβείας 

Ἡ πνευματική καί ἠθική ἔνδεια καί οἱ βαθεῖς μετασχηματισμοί τῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς τοῦ Χρυσοστόμου ἐπηρέαζαν ἔντονα κυρίως τή νεότητα. Ὅπως συμβαίνει συνήθως, ἡ γενιά τῶν μεγαλυτέρων, ἡ γενιά κυρίως τῶν γονέων διαμορφώνει την ἀτμόσφαιρα, μέσα στήν ὁποία ἀναπτύσσεται τό νεανικό ἦθος. Κατά συνέπεια, ὁ κόσμος τῶν μεγαλυτέρων εὐθύνεται γιά τήν πνευματική πρόοδο τῶν νέων.

Ὁ Χρυσόστομος, ὡς βαθύς γνώστης τῆς ψυχολογίας, ἀσχολήθηκε μέ τήν παιδαγωγική τοῦ ἀνθρώπου σέ κάθε ἡλικιακή του φάση, ἰδιαιτέρως ὅμως μέ τήν παιδαγωγική τοῦ νέου ἀνθρώπου. Ἐγνώριζε πολύ καλά τό ὑπόβαθρο τῶν προβλημάτων τῶν ἐφήβων καί τῶν νέων καί τά κίνητρα κάθε μορφῆς τῆς συμπεριφορᾶς τους. Στίς διαγνωστικές του παρατηρήσεις, πού ἀφοροῦσαν τόν ψυχισμό τοῦ νέου ἀνθρώπου, προχωροῦσε μέ γνώμονα τήν ἐμπειρία του και τα πορίσματα τῆς «ἐξελικτικῆς ψυχολογίας». Μιλῶντας γιά τά ψυχικά πάθη τοῦ ἀνθρώπου, παρατηρεῖ : «Δέν μᾶς ἐπιτίθενται πάντοτε ὅλα μαζί τά πάθη, ἀλλά στήν πρώτη ἡλικία, τήν παιδική, ὑπάρχει μεγάλη ἀνοησία καί δειλία, στή δέ μετέπειτα, στήν ἐφηβική, ἀκολουθεῖ περισσότερο ἡ ὁρμητική ἡδονή, καί στήν ἑπομένη, τήν ὥριμη, ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων»(122).

Ἑπομένως γιά τήν ἡλικία τῆς ὁρμητικῆς ἡδονῆς, τήν ἐφηβεία χρειάζεται παιδαγωγός μέ ἰδιαίτερες ψυχοπαιδαγωγικές γνώσεις καί ἱκανότητες : «Τῆς τέχνης ταύτης οὐκ ἔστιν ἄλλη μείζων. Τί γάρ ἴσον ρυθμίσαι ψυχήν καί διαπλάσαι νέου διάνοιαν;»(123).

Ἴσως μάλιστα νά χρειάζεται γιά τή διαπαιδαγώγηση τοῦ νέου μία ὁμάδα ἐμπείρων προσώπων μέ εἰδικές γνώσεις :  «Ἄγριον ἡ νεότης, πολλῶν δεομένη τῶν ἐπιστατούντων, διδασκάλων, παδαγωγῶν, ἀκολούθων, τροφέων»(124).

Νά εἴμαστε εὐχαριστημένοι, λέγει ὁ Ἅγιος, ἐάν μέ τόσα πρόσωπα καί μέσα κατορθώσουμε νά ἐπιβληθοῦμε στό νέο. «Ἄγριον ἡ νεότης … καθάπερ τις ἵππος ἀδάμαστος, καθάπερ τι θηρίον ἀτίθασον, τοιοῦτόν ἐστι ἡ νεότης».

Ἡ βαθιά ψυχολογική γνώση τῆς νεανικῆς συμπεριφορᾶς ὁδηγεῖ τό Χρυσόστομο σέ περιγραφές τῆς νεανικῆς ἡλικίας, ὅπου κυριαρχοῦν ὁ παραστατικός λόγος και οἱ μεταφορικές ἔννοιες, χωρίς ὅμως νά μειώνεται ἡ ἐπιστημονική ἐγκυρότητα τῶν παρατηρήσεων:

«Ἐννόησον, οἷόν ἐστι νεότης καί νεότητος ἀκμή. Ἐν γάρ αὐτῷ τῷ ἄνθει τῆς ἡλικίας τότε ἐτύγχανεν ὤν (ὁ Ἰωσήφ), ὅτε σφοδροτέρα τῆς φύσεως ἡ φλόξ ἐγείρεται, ὅτε πολλή τῆς ἐπιθυμίας ἡ ζάλη, ὅτε ἀσθενέστερος ὁ λογισμός. Τῶν γάρ νεωτέρων αἱ ψυχαί οὐ σφόδρα πολλῇ φράττονται τῇ συνέσει, οὐδέ πολλήν τῆς ἀρετῆς ποιοῦνται σπουδήν· ἀλλ’ ὁ χειμών τῶν παθῶν χαλεπώτερος, ὁ δέ τά πάθη κυβερνῶν λογισμός ἀσθενέστερος»(125).

Κατά τόν Ἰωάννη τό Χρυσόστομο, ὁ ἔφηβος εἶναι «ὀνοκένταυρος». Ἐκφράζει μέσα του τό μεγαλεῖο τοῦ ἵππου (κένταυρος), ἀλλά ἡ συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται ἀπό πεῖσμα, ὅμοιο μέ ἐκεῖνο τοῦ ὄνου:

«Εἰσί γάρ, εἰσί καί ἄνθρωποι ὀνοκενταύρων χείρους, καθάπερ ἐν ἐρημίᾳ ζῶντες καί λακτίζοντες· καί τό πλέον τῆς νεότητος παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον»(126).

Ἀλλ’ ἡ ἐβηφεία εἶναι ἐπίσης ἡ ἡλικία τῶν μεγάλων συγκρούσεων καί τῶν ἐπαναστάσεων :

«Πυρά τις ἐστιν ἡ νεότης καί πέλαγος κυμάτων γέμον καί πολλάς ἔχον ἐπαναστάσεις»(127).

Ἕνα ἀπό τά πιό σημαντικά θέματα τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἐφήβου καί τοῦ νέου εἶναι ἐκεῖνο τῆς σεξουαλικῆς τους διαπαιδαγώγησης. Εἶναι μία μορφή ἀγωγῆς πού ὀργανώνεται στό πλαίσιο κυρίως τῆς συμβουλευτικῆς τῆς οἰκογένειας. 

Τό θέμα τῆς σεξουαλικῆς ἀφύπνισης τοῦ νέου καί τῶν σχετικῶν μέ αὐτό ζητημάτων, ὅπως εἶναι οἱ διαφυλικές σχέσεις, δημιουργεῖ μεγάλα προβλήματα στόν ἴδιο ἀλλά καί στούς γονεῖς του κατά τήν περίοδο τῆς ἐνήβωσής του (προεφηβική καί ἐφηβική ἡλικία). Τότε ὁ νέος ὡριμάζει βιολογικά, ὁρμονικά κυρίως, καί φυσιολογικά. Τά νέα δομικά καί λειτουργικά του στοιχεῖα χαρακτηρίζουν τήν ἐφηβική σεξουαλικότητα, ἡ ὁποία σέ συνδυασμό μέ τή διανοητική ἀνάπτυξη καί τήν ἐπικρατοῦσα ἀναρχία στό συναισθηματικό του κόσμο, ὁδηγεῖ τίς περισσότερες φορές τή συμπεριφορά τοῦ νέου σέ θυμικές μεταπτώσεις.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, βαθύς ψυχολόγος, ἀναλύει σέ πολλά σημεῖα τοῦ ἔργου του τό θεμελιῶδες γιά τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου θέμα τῆς γενετήσιας λειτουργίας, προσεγγίζοντας κυρίως τήν ψυχολογική καί φυσιολογική του διάσταση.

Στή συνέχεια, ἀναπτύσσει τήν παιδαγωγική του, συμβουλεύοντας τούς γονεῖς πάντοτε στό παιδαγωγικό τους ἔργο νά λαμβάνουν ὑπόψη τίς δυνατότητες, τίς ἀνάγκες καί τίς προσδοκίες τῶν νέων.

«Ἄν λοιπόν ἀπό τήν ἀρχή καί ἀπό μικρή ἡλικία ἐμβάλουμε στή νεότητα καλές ἀρχές, δέν χρειάζονται κατόπιν πολλοί κόποι, διότι ἡ συνήθεια θά γίνη στό μέλλον νόμος στά παιδιά. Ἄς μήν τούς ἐπιτρέπουμε λοιπόν νά πράττουν κάτι πού τούς εἶναι μέν εὐχάριστο, ἀλλά τά βλάππει. Οὔτε νά ἱκανοποιοῦμε τίς ὀρέξεις τους. Πρό πάντων νά φροντίζουμε νά ἔχουν σώφρονα βίο, διότι ἡ ἀνηθικότητα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο ἁμάρτημα, καταστρέφει τή νεότητα.   

Γρήγορα πρέπει νά τά νυμφεύουμε, ὥστε τό σῶμα καθαρό καί ἀνέπαφο νά δέχεται τή νύφη, ὁπότε καί ἡ πρός αὐτήν ἀγάπη θά εἶναι θερμότερη. Ἐκεῖνος πού πρό τοῦ γάμου του εἶναι σώφρων, μετά τό γάμο του θά ζῆ μέ περισσότερη σωφροσύνη. Καί ἐκεῖνος πού ἔμαθε πρό τοῦ γάμου νά πορνεύη, τό ἴδιο  θά κάνη καί μετά τό γάμο του»(128).

Ὁ Χρυσόστομος πιστεύει πώς ὁ νέος μπορεῖ νά ὑπερνικήση καί νά ἀπωθήση τίς ἐνστικτώδεις τάσεις τοῦ ὀργανισμοῦ χωρίς νά ὑποστῆ κάποια ὀργανική βλάβη ἤ ἀσθένεια, γιατί ἡ σαρκική ἐπιθυμία εἶναι ἁπλῶς φυσιολογική ἀνάγκη καί ὄχι φυσική, πού θά ἀπαιτοῦσε δηλαδή ἄμεση ἱκανοποίηση. Ἡ σαρκική διέγερση στό νέο εἶναι τόσο μεγαλύτερη, ὅσο πιό ἀδύνατο χαρακτήρα καί θέληση ἔχει. Καί τοῦτο εἶναι συνέπεια τῆς ἀπουσίας ἄσκησης καί πνευματικοῦ ἀγώνα(129).

«Γιά κανένα ζήτημα τῶν νέων δέν πρέπει νά δείχνουμε τόση σπουδή καί φροντίδα, ὅσο γιά τή σωφροσύνη καί τή σεμνότητά τους.

Διότι κανένα φυσικό κόσμημα δέν στολίζει τόσο ὡραῖα τήν ἡλικία ἐκείνη, ὅσο τῆς σωφροσύνης ὁ στέφανος καί ἡ προσέλευση στό γάμο μέ καθαρότητα ἀπό κάθε ἀσέλγεια.

Ἔτσι καί οἱ γυναῖκες σ’αὐτούς θά εἶναι ἀγαπητές, ὅταν πρό τοῦ γάμου ἡ ψυχή δέν ἔχει πέσει σέ πορνεία, δέν ἔχει διαφθαρῆ καί γνωρίζει μόνον ἐκείνη τή γυναίκα, μέ τήν ὁποία θά ἑνωθῆ διά τοῦ γάμου. Μέ τόν τρόπο αὐτό καί ἡ ἀγάπη τῶν συζύγων θερμότερη γίνεται καί ἡ εὔνοια γνησιώτερη καί ἡ στοργή τελειότερη, ὅταν μέ τέτοια προφυλακτικά μέτρα οἱ νέοι πρός τόν γάμο βαδίζουν. Ὅταν ὁ νέος δέν εἶναι σώφρων πρό τοῦ γάμου καί μετά τόν γάμο πάλι πρός ἄλλη γυναίκα στρέφει τά βλέμματά του. Ἀπ’ ἐδῶ ἡ πρός τή γυναίκα ἀγάπη σιγάσιγά ψυχραίνεται καί μαραίνεται»(130).

Ὁ ἱερός παιδαγωγός, θέλοντας νά ὑπογραμμίση τήν ἀξία τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καί ἰδιαίτερα τῆς ἄσκησης τῆς βούλησης στό θέμα τῆς ἐγκράτειας καί τῆς σωφροσύνης τῶν νέων, παρατηρεῖ:

«Δέν εἶναι ἡ νεανική ἡλικία ἡ αἰτία τῆς ἀκολασίας, ἀλλ’ ἐκεῖνοι πού οἱ ἴδιοι ρίχνουν τόν ἑαυτό τους στή σαρκική φλόγα μέ τά διεγερτικά μέσα πού μεταχειρίζονται. Γιατί, ὅταν πηγαίνης στό θέατρο καί βλέπης γυμνές γυναῖκες, προσωρινά μέν εὐχαριστεῖσαι, ἀλλά κατόπιν τά ὅσα εἶδες συντελοῦν στό νά αὐξήσουν τόν πυρετό τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας»(131).

«Καί πρῶτα ἀπ’ ὅλα νά προσέξετε πολύ καί νά φροντίσετε ἐπιμελῶς ὥστε νά ἀπομακρύνετε ἀπό τούς νέους κάθε αἰτία ἀνηθικότητας, διότι τή μεγαλύτερη ταραχή προξενεῖ στήν ψυχή τῶν νέων ἡ σαρκική ἐπιθυμία (ὁ αἰσθησιακός ἔρως). Ἀλλά, καλύτερα, πρίν ἀκόμα ὁ νέος δοκιμάση αὐτή τή μορφή τοῦ ἔρωτα, δίδαξέ τον νά εἶναι νηφάλιος, πάντοτε προσεκτικός, νά ἀγρυπνῆ καί νά προσεύχεται καί συνήθισέ τον σέ κάθε λόγο καί πράξη του νά κάνη τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ»(132).

Τόν πρῶτο λόγο στό θέμα τῆς γενετήσιας ἀγωγῆς τοῦ νέου ἀνθρώπου ἔχουν οἱ φυσικοί παιδαγωγοί του, ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα. Ἀπευθυνόμενος σ’ αὐτούς ὁ Χρυσόστομος, τούς συμβουλεύει: «Ὅταν τό παιδί μεγαλώση, πρίν νά στρατευθῆ καί πρίν νά φτιάξη τή ζωή του, φρόντισε νά τό παντρεύσης. Ὅταν γνωρίζη ὅτι λίγο καιρό ἔχει νά περιμένη, θά μπορέση νά κάνη ὑπομονή. Ἄν ὅμως καταλάβη πώς ἀδιαφορεῖς καί καθυστερεῖς καί περιμένεις πότε θά ἀποκτήση πλούτη καί τότε νά τό παντρεύσης, θά χάση τήν ὑπομονή του καί θά στραφῆ στήν πορνεία. Γι’ αὐτό σᾶς παρακαλῶ πρῶτα νά ρυθμίζετε τό θέμα τῆς ψυχῆς τους. Διότι, ἄν ὁ νέος πάρη ἁγνή γυναίκα, χωρίς νά ἔχη προγαμιαῖες σχέσεις, θά τήν ἀγαπήση μέ ὅλη τή δύναμή του καί θά ἔχη φόβο Θεοῦ καί ἔτσι θά εἶναι τίμιος ὁ γάμος, ἀφοῦ θά δέχεται καθαρά καί ἀμίαντα σώματα, τά δέ παιδιά πού θά γεννηθοῦν θά εἶναι γεμᾶτα ἀπό εὐλογία»(133).

Ὁ Χρυσόστομος ἐνθαρρύνει καί ἐπαινεῖ ἰδιαιτέρως τό νέο πού μέ τήν ἄσκησή του διατηρεῖ τήν ἁγνότητα: «Οὗτος μυρίων ἐπαίνων ἄξιος καί μακαρισμῶν καί εὐφημιῶν, ὁ μαινομένην χαλινῶν τήν φύσιν, καί ἐν αὐτῇ τοῦ χειμῶνος τῇ ἀκμῇ διασώζων τό σκάφος» (134).     

Μιά ἄλλη διάσταση τῆς ἀγωγῆς τῶν νέων, κατά τόν Χρυσόστομο, εἶναι ἐκείνη πού σήμερα θα μποροῦσε κανείς να χαρακτηρίση ὡς κοινωνική και δημοκρατική ἀγωγή.

Στή μορφή αὐτή τῆς ἀγωγῆς ὁ μεγάλος παιδαγωγός ἐμφανίζεται ρηξικέλευθος καί ἐπαναστατικός γιά τήν ἐποχή του. Προτείνει στόν πατέρα: «Δίδαξε τόν υἱό σου νά εἶναι ταπεινός καί εὐάρεστος στούς ἀνθρώπους. Ἐάν τόν ἀντιληφθῆς ὅτι στενοχωρεῖ καί προσβάλλει κάποιον ἀκόλουθο (ὑπηρέτη) νά μή παραβλέψης αὐτό, ἀλλά νά τόν τιμωρήσης, διότι ὁ συναισθανόμενος ὅτι οὔτε τόν ὑπηρέτη του δέν ἐπιτρέπεται νά προσβάλλη, θά ἀποφύγη πολύ περισσότερο νά ὑβρίζη καί νά ἐμπαίζη τόν ἐλεύθερο πού ἀνήκει στήν ἴδια μ’ αὐτόν κοινωνική τάξη»(135).

Καί σέ ἄλλη περίπτωση συμβουλεύει:

«Πρέπει νά διαπαιδαγωγήσουμε τούς νέους ἀπό μικρά παιδιά, ἔτσι, ὥστε, ὅταν οἱ ἴδιοι ἀδικοῦνται, νά ὑπομένουν μέ καρτερία τήν ἀδικία, ὅταν ὅμως βλέπουν νά ἀδικῆται κάποιος ἄλλος, τότε νά σπεύδουν μέ γενναιότητα εἰς ὑπεράσπιση τοῦ ἀδικουμένου καί νά τόν βοηθοῦν ὅσο πρέπει».

Συνιστᾶ, τέλος, νά φέρωνται οἱ νέοι πρός τούς ὑπηρέτες σά νά εἶναι ἀδέλφια τους, νά μήν ὀργίζωνται ἐναντίον τους, νά μή τούς ὑβρίζουν, ἀλλά νά τούς συγχωροῦν. «Αὐτό ἀποτελεῖ τεκμήριο μεγίστης φιλοσοφίας»(136).

Στήν παροῦσα εἰσήγηση ἐπιχειρήσαμε νά προσεγγίσουμε καί νά ἀναλύσουμε τέσσερεις θεμελιώδεις διαστάσεις τοῦ ὅλου παιδαγωγικοῦ συστήματος τοῦ μεγάλου παιδαγωγοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Ὅπως παρατηρήσαμε, οἱ παιδαγωγικές θέσεις τοῦ Ἁγίου ἔχουν διαχρονική ἀξία καί, ὡς ἐκ τούτου, εἶναι δυνατόν καί στίς ἡμέρες μας, σέ μία κατ’ ἐξοχήν ἀντιπαιδαγωγική ἐποχή, πού παγκοσμίως ἀμφισβητεῖται ἡ ἀποτελεσματικότητα τῶν θεσμῶν τῆς ἐκπαίδευσης καί γενικώτερα τῆς ἀγωγῆς, νά ἀξιοποιοῦνται στό ἔργο τῆς ἀγωγῆς τοῦ νέου ἀνθρώπου, τόσο ἀπό τούς παιδαγωγούς ὅσο καί ἀπό τούς γονεῖς. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

(1)       A. Danassis, Johannes Chrysostomos, Pädagogisch – Pshychologische Ideen in seinem Werk, διδ. διατριβή, Bonn, 1971, Bouvier Verlag Herbert Grundmann. Βλ. ἐπίσης Ἀ. Ἰσηγόνη, Ἱστορία τῆς παιδείας, Ἀθῆναι, 1964, Β΄ ἔκδοση, σ. 114117. Φ. Κουκουλέ, Βυζαντινῶν βίος καί πολιτισμός, τόμ. Α΄, Ι. Σχολεῖα, παίδων ἀνατροφή, παίγνια, “Coll. De l’ Institut Français d’ Athènes”, 1948. Τοῦ ἰδίου, Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς παιδαγωγοί, λόγος ἐκφωνηθείς κατά τήν ἑορτήν τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 1951, ἐν Ἀθήναις, 1959, β΄ ἔκδοσις. Η. Ι. Marrou, Ἱστορία τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατά τήν ἀρχαιότητα, Ἑλλ. μετ. Θ. Φωτεινοπούλου Ἀθῆναι, 1961, ε΄ ἔκδ. σ. 429. Α. Puech, Histoire de la Littérature chrétienne, t. III «Le IVe siècle», Paris, 1930, «Les Belles Lettres» (Coll. Ass. G. Budé), σσ. 450533. Γ. Ξέκαλου, Γ. Παπαγεωργίου, Ἡ ἀγωγή διά μέσου τῶν αἰώνων, Ἡράκελιον, τόμ. Α΄, 1969, σ. 274278. Πρβλ. ἐπίσης Γ. Τσαμπῆ, Ἡ παιδεία εἰς τό Βυζάντιον, Ι. Αἱ περί ἀγωγῆς ἀντιλήψεις τῶν Βυζαντινῶν, Μυτιλήνη, 1963. Α. Τσίριμπα, Ε. Κωνσταντοπούλου, Ἱστορία τῆς Παιδαγωγικῆς, Ἀθῆναι, 1964, νέα ἔκδοσις, σ. 96 κ. ἑ. S. Seidlmayer, DiePädagogikdesJohannesChrysostomus, München, 1923, Münster, 1926. Α. Σίσκου (μητρ. Νουβίας), Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς πρότυπα ποιμένων καί διδασκάλων, ἰδίᾳ ἐν τῇ πράξει, λόγος ἐκφωνηθείς εἰς τήν ἑορτήν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Θεσσαλονίκη, 1957. Ἀ. Σπαθάκη, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὡς παιδαγωγός θεωρούμενος, «Ἀνάπλασις», 1895, τ. 8.

(2)       Βλ. Δ. Μωραΐτου, Παιδαγωγικαί ἰδέαι τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Ἀθῆναι, 1968, ἐκδ. «Κ. Γρηγόρη», σ. 78. Και Σ. Παπαδοπούλου, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ἀθήνα, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, τόμ. Α΄, 1999, σσ. 920.

(3)       Βλ. Γ. Κρουσταλάκη, Γιά μιά ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδαγωγική. «Ὀρθοδοξία Ἑλληνισμός», πορεία στήν τρίτη χιλιετία, τόμ. Β΄, 1996, ἐκδ. Ἱ. Μ. Κουτλουμουσίου, Ἅγιον Ὄρος, σσ. 199209. Ε. Θεοδώρου, Μαθήματα Κατηχητικῆς ἤ Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς, ἐν Ἀθήναις, 1978, ἔκδ. Β΄, Ἰ. Κογκούλη, Κατηχητική καί Χριστιανική Παιδαγωγική, Θεσσαλονίκη, ἐκδ. Ἀφῶν Κυριακίδη, 1990.

(4)       Δ. Μωραΐτου, Παιδαγωγικαί ἰδέαι τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Ἀθῆναι, ἐκδ. Κ. Γρηγόρη, 1968, σ. 9.

(5)       Ἰ. Κολιτσάρα, Ὁ Μεγάλος Παιδαγωγός, Ἀθῆναι, ἐκδ. Χ.Ε.Ε.Λ., 1957. Ἀ. Μπιτσάκη, Ἡ διαπαιδαγώγηση τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, Ἀθήνα, ἐκδ. Γρηγόρη, 2005. Γ. Κρουσταλάκη, Ἡ παιδαγωγική τοῦ πνευματικοῦ πατέρα κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ἀνατ. ἀπό τόν τόμο Πρακτικῶν Δ. Ἐπιστ. Συνεδρίου, Βέροια, 2002.

(6)       Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, Ἅπαντα τά ἔργα: Ὁ παιδαγωγός, 1 ΕΠΕ, 112, ἐκδ. «Γρ. Παλαμᾶς», 1992.

(7)       Βλ. Π. Μπρατσιώτου, Ἡ διά μέσου τῶν αἰώνων ἐπιβίωσις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Ἀθῆναι, ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας, 1972, ἔκδ. Β΄, σ. 18.

(8)       Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατηχήσεις, Καρέας, Ἱ. Μονή Τ. Προδρόμου, ἐκδ. «Ἑτοιμασία», 1991.

(9)       Ἀββᾶ Κασσιανοῦ, Συνομιλίες μέ τούς πατέρες τῆς ἐρήμου, Καρέας, Ἱ. Μονή Τ. Προδρόμου, ἐκδ. «Ἑτοιμασία», τόμ. Α΄ (2004), τόμ. Β΄ (2006).

(10)       Βλ. Δ. Μωραΐτου, ὅ.π., σ. 10.

(11)       Βλ. Γ. Κρουσταλάκη, Φιλοκαλική Ἀναγέννηση, ἡ παιδαγωγική διάσταση. «ΠΟΡΕΥΘΕΝΤΕΣ …», Χαριστήριος τόμος πρός τιμήν τοῦ Ἀρχ. Ἀλβανίας Ἀναστασίου, Ἀθήνα, ἐκδ. Ἁρμός, 1997, σσ. 287303. Τοῦ ἰδίου, Γέρων Πορφύριος, ὁ πνευματικός πατέρας καί παιδαγωγός, Ἀθῆναι, «Ἐν πλῷ», 2006, Θ΄ ἔκδοση.

(12)       Ἰ. Καραβιδόπουλου, Προσωπεῖο καί πρόσωπο κατά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες, λόγος στήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν 30/1/1979, Θεσσαλονίκη, 1979, σ. 15. Ἐ. Κριαρᾶ, Οἱ Τρεῖς Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκλησίας καί τά ἀρχαῖα γράμματα, λόγος ἐκφωνηθείς τήν 30ην Ἰανουαρίου 1954, Θεσσαλονίκη, 1955, σ. 1115. Γ. Θεοχαρίδου, Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καί ἡ κλασσική παιδεία, λόγος ἐκφωνηθείς τήν 30ην Ἰανουαρίου 1966, Ἰωάννινα, 1967.

(13)       Σ. Παπαδοπούλου, ὅ.π., τόμ. Β΄, σσ. 918. Ἰ. Κωνσταντινίδου, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐν Ἀθήναις, 1969, σ. 3.

(14)       Δ. Μωραΐτου, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Παιδαγωγικά, Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ τούς γονέας ἀνατρέφειν τά τέκνα, Βιβλιοθήκη «Παπύρου», ἀριθ. 96, Ἀθῆναι, 1940. Γιά τή γνησιότητα βλ. σσ. 320. Τό κείμενο, ἡ μετάφραση καί οἱ σημειώσεις περιέχονται στίς σσ. 2299. Βλ. ἐπίσης Σ. Παπαδοπούλου, ὅ.π., τόμ. Α΄, σ. 137. Γιά τά ψυχοπαιδαγωγικά θέματα βλ. Β. Χαρώνη, Οὐρ. Λανάρα, Παιδαγωγική Ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἀθήνα, ἐκδ. οἶκος Ἐλ. Μερετάκη «Τό Βυζάντιο», τόμ. Α΄ (1993), τόμ. Β΄ (1994), τόμ. Γ΄ (1995), τόμ. Δ΄ (1996). Καί Ἰερομ. Βενεδίκτου Ἁγιορείτου, Χρυσοστομικόν Ταμεῖον, ἔκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος, 2002, β΄ ἔκδοσις, βελτιωμένη καί ἐπηυξημένη.

(15)       Βλ. Μ. Σιώτου, Χριστιανισμός καί ἀνθρωπισμός, Ἀθῆναι, ἐκδ. «Ἑλληνικῆς Ἀνθρωπιστικῆς Ἑταιρείας», 1969, γ΄ ἔκδοση, 1418. Καί W. Jaeger, Πρωτοχριστιανικοί χρόνοι καί Ἑλληνική παιδεία, μετ. Γ. Βερροίου, Ἀθῆναι, 1966.

(16)       Περί Ἀκαταλήπτου, λόγος Ε΄, 4, ΕΠΕ, 35, 162 καί P. G. 48, 740.

(17)       P. G. 48, 1029. Πρβλ. Ἀρχ. Ἠλ. Μαστρογιαννόπουλου, Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἄνθρωπος, Ἀθῆναι, εκδ. «Ζωή», 1979, σσ. 268269. Καί Β. Τατάκη, Μελετήματα χριστιανικῆς φιλοσοφίας, Ἀθῆναι, ἐκδ. Παπαδημητρίου, 1967, σσ. 3043.

(18)       Εἰς Ἐφεσ. ὁμιλ. ΚΑ΄, 4 ΕΠΕ, 21, 266 καί P. G. 62, 154.

(19)       Εἰς Ἰωάν. ὁμιλ. ΝΣΤ΄, 2 ΕΠΕ, 14, 32 καί P. G. 63, 307.

(20)       Ἐπί τῇ Παλ. Πέτρᾳ, 3 ΕΠΕ, 33, 200 καί P. G. 6, 63, 464.

(21)       P. G. 53, 71. Βλ. καί Ε. Θεοδώρου, ὅ.π. σσ. 63 107.

(22)       P. G. 62, 546.

(23)       Ὁμιλία ΝΘ΄, εἰς τό κατά Ματθ., P. G. 58, 584.

(24)       «Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ τους γονέας …», παρ. 19.

(25)       Ὁμιλ. ΚΑ΄ εἰς τήν πρός Ἐφεσίους, P. G. 62, 154. Βλ. σχετικά Π. Νέλλα, Ζῶον θεούμενον, Ἀθήνα, ἐκδ. Σύναξη, 1981, β΄ ἔκδοση. Γ. Μαντζαρίδου, Παλαμικά, Θεσσαλονίκη, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, 1983, β΄ ἔκδοσις, σ. 151 κ. ἑ. Γ. Πατρώνου, Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, Ἀθήνα, ἐκδ. Δόμος, 1995, β΄ ἔκδοση.

(26)       «Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ τούς γονέας …», παρ. 19.

(27)       Βλ. «Περί κενοδοξίας …», παρ. 28 καί ὁμιλ. ΚΑ΄ εἰς τήν πρός Ἐφεσ. P. G. 62, 149150. Πρβλ. Β. Τατάκη, Μελετήματα χριστιανικῆς φιλοσοφίας, Ἀθῆναι, ἐκδ. Παπαδημητρίου, 1967, σ. 173 κ. ἑ. Τοῦ ἰδίου, Ἡ συμβολή τῆς Καππαδοκίας στή Χριστιανική σκέψη, Ἀθήνα, 1960, σ. 186 καί 200.

(28)       Εἰς Ἐφεσ. ΚΑ΄, ΕΠΕ 21, 262264 καί P. G. 62, 153154. Πρβλ. Ἰ. Σ. Μαρκαντώνη, Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἐξ ἀπόψεως ἀνθρωπολογικῆς ὑπαρξικῆς, Ἀθῆναι, 1969, σ. 16.

(29)       P. G. 52, 401.

(30)       P. G. 63, 205. Πρβλ. Ἀρχ. Ἠλ. Μαστρογιαννόπουλου, ὅ.π., σσ. 269276. Γ. Μεταλληνοῦ, Τό πρόβλημα τῆς ἀγωγῆς ὑπό τό φῶς τῆς διδασκαλίας τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἀνάτ. ἐκ τοῦ περ. «Κοινωνία», ἔτος ΚΔ΄, 1981, Ἀθῆναι, σσ.  1113.

(31)       P. G. 47, 368.

(32)       Βλ. P. G. 51, 193. 61, 1017 κ. ἀ.

(33)       Βλ. ὁμιλία ΚΑ΄ εἰς τήν πρός Ἐφεσίους.

(34)       Λόγος Α΄ περί τῆς Ἄννης.

(35)       Εἰς Γέν., λόγος Ζ΄, 5, ΕΠΕ, 8, 140 καί P. G. 54, 616.

(36)       Εἰς Γέν., λόγος ΣΤ΄, 2, ΕΠΕ, 8, 106108 καί P. G. 54, 607.

(37)       Εἰς Ἀνάληψιν, ὁμιλ. Β΄, 11, ΕΠΕ, 36, 266 καί P. G. 52, 784.

(38)       Ὁμιλία ΚΑ΄ εἰς τήν πρός Ἐφεσ. 1, P. G. 62, 149.

(39)       P. G. 51, 327. Βλ. καί Ἰ. Κωνσταντινίδου, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, βίος, συγγραφαί, παιδαγωγικαί, ἰδέαι, ἐν Ἀθήναις, 1969, σσ. 1316. Ἐπίσης Δ. Μωραΐτου, ὅ. π., σσ. 1327.

(40)       Ὁμιλ. εἰς τό χήρα καταλεγέσθω … P. G. 51, 321. Πρβλ. Βενεδίκτου Ἱερομ. Ἀγιορείτου, Οἱ γονεῖς, τό παιδί καί ἡ ἀνατροφή του, Νέα Σκήτη Ἁγ. Ὄρους, 2006, ἔκδ. ιβ΄. Ἀρχ. Ἠλ. Μαστρογιαννόπουλου, ὅ. π., σσ. 186195. Κ. Παπαδάκη, Θέματα ἀγωγῆς τοῦ παιδιοῦ κατά τόν Ἱερό Χρυσόστομο, Ρέθυμνο, 1994, β΄ ἔκδοση. Π. Στάμου, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ὁμιλίαι περί τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων, Ἀθῆναι, 1962.

(41)       Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ ἀνατρέφειν …, παρ. 22.

(42)       Ὅ. π., παρ. 2327.

(43)       Γ. Κρουσταλάκη, Διαπαιδαγώγηση, πορεία ζωῆς, Ἀθήνα, 2004, σσ. 6784.

(44)       Ὁμιλ. ΚΑ΄, ΕΠΕ, 21, 254, 264 καί P. G. 62, 151.

(45)       Βλ. τήν ὁμιλία εἰς τό «Χήρα καταλεγέσθω …».

(46)       Λόγος Α΄ περί τῆς Ἄννης, P. G. 54.

(47)       Εἰς Μακκαβαίους, ὁμιλ. Α΄, 3, ΕΠΕ, 36, 360 καί P. G. 50, 621.

(48)       Ὁμιλία Γ΄ περί τῆς Ἄννης, P. G. 54.

(49)       Εἰς Α΄ Τιμ., ὁμιλία Θ΄, 2, ΕΠΕ, 23, 268270 καί P. G. 62, 547.

(50)       Εἰς Α΄ Κορ., ὁμιλία ΙΘ΄, 1, ΕΠΕ, 18, 524 καί P. G. 61, 153 α΄. Βλ. καί Γ. Κρουσταλάκη, ὅ. π., σσ. 361275.

(51)       Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους, ὁμιλ. Κ΄, 5, ΕΠΕ, 21, P. G. 62, 146148.

(52)       Εἰς Α΄ Τιμ., ὁμιλ. Ε΄, 1, P. G. 62, 525 καί ΕΠΕ, 23, 198.

(53)       Εἰς Β΄ Κορ., ὁμιλ. ΙΔ΄, 3, P. G. 61, 500 καί ΕΠΕ, 19, 394.

(54)       Εἰς Α΄ Τιμ., ὁμιλ. Ε΄, 1, ΕΠΕ, 23, 202 καί P. G. 62, 527.

(55)       Εἰς Ρωμ., ὁμιλ. Ζ΄, 6, ΕΠΕ, 16 Β΄, 502 καί P. G. 60, 440, ὁμιλ. ΣΤ΄, στ΄.

(56)       Εἰς Ψαλμ., ΜΘ΄, 6, ΕΠΕ, 6, 264 καί P. G. 55, 250.

(57)       Πάτερ, εἰ δυνατόν, 4, ΕΠΕ, 26, 110 καί P. G. 51, 38. Πρβλ. καί Γ. Κρουσταλάκη, ὅ. π., σ. 2931.

(58)       Εἰς Ματθ., ὁμιλ. ΟΒ΄, 2, ΕΠΕ, 11, 772 καί P. G. 58, 670.

(59)       Πρός μή ἀπαντήσαντας εἰς σύναξιν, 4, ΕΠΕ, 26, 568 καί P. G. 51, 179.

(60)       Εἰς Τίτ., ὁμιλία Δ΄, 2, ΕΠΕ, 24, 80 καί P. G. 62, 684 β΄ – γ΄.

(61)       Εἰς Α΄ πρός Τιμ., ὁμιλία ΣΤ΄, 1, ΕΠΕ, 23, 212 καί P. G. 62, 529530.          Βλ. Ἰ. Κογκούλη, Ἡ διαπροσωπική ἐμπιστοσύνη στήν παιδαγωγική ἐπικοινωνία διδάσκοντος καί διδασκομένου καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, λόγος ἐκφωνηθείς τήν 30ην Ἰανουαρίου 1999, Θεσσαλονίκη, 1999, σ. 15.

(62)       Εἰς Β΄ Κορ., ὁμιλία ΚΗ΄, 2, ΕΠΕ, 20, 88 καί P. G. 61, 592. Ἡ Ἐκκλησία καλλιέργησε ἕνα ἦθος συμμετοχῆς στόν πόνο καί τά προβλήματα τῶν συνανθρώπων μας. Βλ. Σεβ. Μητρ. Περγάμου Ἰωάννη, Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καί ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Περ. «Διάβαση», 2006, τ. 64, σ. 11.

(63)       Εἰς Ρωμ., ὁμιλία ΚΗ΄, 1, ΕΠΕ, 17, 602 καί P. G. 60, 643 ὁμιλ. ΚΖ΄α΄.

(64)       Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί λόγοι, Χανιά, Ἱ. Μ. Χρυσοπηγῆς, 2003, σσ. 429, 434.

(65)       Κατά Ἰουδαίων, λόγος Β΄, 2, ΕΠΕ, 34, 152154 καί P. G. 48, 859860.

(66)       Πρό τῆς ἐξορίας, 3, ΕΠΕ, 33, 390392 καί P. G. 52, 430.

(67)       Εἰς πιστόν πατέρα, 11, ΕΠΕ, 28, 512 καί P. G. 47, 367.

(68)       Περί Ἄννης, ὁμιλ. Δ΄, 1, ΕΠΕ, 8Α, 90 καί P. G. 54, 661.

(69)       Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ ἀνατρέφειν …, παρ. 19.

(70)       Ὅ. π., παρ. 20.

(71)       Ὅ. π., παρ. 21.

(72)       Ὅ. π., παρ. 29.

(73)       Ὁμιλ. Θ΄ εἰς τήν Α΄ πρός Τιμ. Β΄, P. G. 62, 546.

(74)       Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ ἀνατρέφειν …, παρ. 18.

(75)       Ὅ. π., παρ. 70.

(76)       Βλ. Γ. Κρουσταλάκη, Διαπαιδαγώγηση, πορεία ζωῆς, Ἀθήνα, 2006, η΄ ἔκδοση, σ. 45.

(77)       Εἰς Τίτον, ὁμιλ. Γ΄, 2, ΕΠΕ, 24, 6062 καί P. G. 62, 678679.

(78)       Πρός Σταγείριον, λόγος Α΄, 6, ΕΠΕ, 29, 76 καί P. G. 47, 440.

(79)       Εἰς Α΄ Τιμ., ὁμιλ. Α΄, 2, ΕΠΕ, 23, 126 καί P. G. 62, 505.

(80)       Εἰς Ἀνδριάντας, ὁμιλ. ΙΔ΄, 4, ΕΠΕ, 32, 422 καί P. G. 49, 149.

(81)       Βλ. Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ ἀνατρέφειν …, παρ. 22, 23, 27, 30.

(82)       Εἰς Ἡσ., κεφ. Α΄, 4 ΕΠΕ 8, 212214 καί P. G. 56, 17.

(83)       Βλ. Γ. Κρουσταλάκη, ὅ. π., παρ. 48.

(84)       Βλ. Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ ἐκτρέφειν …, παρ. 2935.

(85)       ὅ. π., παρ. 30.

(86)       ὅ. π., παρ. 78.

(87)       Περί τελείας ἀγάπης, 3 ΕΠΕ, 31, 346 καί P. G. 56, 283.

(88)       Εἰς Γέν., ὁμιλ. ΜΑ΄, 1 ΕΠΕ 3, 668 καί P. G. 63, 375.

(89)       Εἰς Β΄ Κορ., ὁμιλ. ΚΗ΄, 2 ΕΠΕ 20, 86 καί P. G. 61, 591α΄.

(90)       Πρός Σταγείριον, λόγος Γ΄, 3 ΕΠΕ 29, 220 καί P. G. 47, 476.

(91)       Βλ. Γ. Κρουσταλάκη, ὅ. π., παρ. 186187.

(92)       Εἰς Γέν., ὁμιλ. ΚΗ΄, ΕΠΕ 3, 196 καί P. G. 53, 255.

(93)       Εἰς Γέν., ὁμιλ. Ξ΄, 4 ΕΠΕ 4, 558 καί P. G. 54, 524.

(94)       Εἰς Γέν., ὁμιλ. ΝΖ΄, 1 ΕΠΕ 4, 442 καί P. G. 54, 495.

(95)       Εἰς Πράξ., ὁμιλ. Ζ΄, 1 ΕΠΕ 15, 196 καί P. G. 60, 63.

(96)       Βλ. Περί κενοδοξίας καί πώς δεῖ ἐκτρέφειν …, παρ. 30.

(97)       Περί Ἀκαταλήπτου, λόγ. Α΄ 1 ΕΠΕ 35, 14 καί P. G. 48, 702.

(98)       Εἰς Ἰωάν., ὁμιλ. ΟΗ΄, 4 ΕΠΕ 14, 520 καί P. G. 59, 425.

(99)       Εἰς Φιλιπ., ὁμιλ. Ι΄, 2 ΕΠΕ 21, 596 καί P. G. 62, 248, ὁμιλ. Θ΄, 2.

(100)        Εἰς Α΄ Κορ., ὁμιλ. ΜΔ΄, 2 ΕΠΕ, 18 Α, 744746 καί P. G. 61, 375 α΄.

(101)        Εἰς Πράξ., ὁμιλ. Μ΄, 4 ΕΠΕ, 16 Α, 496 καί P. G. 60, 288.

(102)        Περί ἀπολ. τῶν μελλόντων …, 5 ΕΠΕ 31, 246 καί P. G. 51, 352.

(103)        Εἰς Ρωμ., ὁμιλ. ΙΒ΄, 7 ΕΠΕ, 17, 64 καί P. G. 60, 489, ὁμιλ. ΙΑ΄, δ΄.

(104)        Εἰς Πράξ., ὁμιλ. Λ΄, 3 ΕΠΕ, 16 Α, 204 καί P. G. 60, 225.

(105)        Εἰς Ματθ., ὁμιλ. ΝΓ΄, 3 ΕΠΕ, 11, 160 καί P. G. 58, 530.

(106)        Εἰς Α΄ Κορ., ὁμιλ. Β΄, 1 ΕΠΕ, 18, 4042 καί P. G. 61, 18.

(107)        Περί Ὁμοουσίου, λόγος Θ΄, 2 ΕΠΕ 35, 308 καί P. G. 48, 782.

(108)        Εἰς Ἀνδρ., ὁμιλ. Γ΄, 3 ΕΠΕ, 32, 2628 καί P. G. 49, 5152.

(109)        Περί Ἱερωσ., λόγος Α΄, 9 ΕΠΕ 28, 82 καί P. G. 48, 631632.

(110)        Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ ἀνατρέφειν …, παρ. 22.

(111)        Εἰς τήν Ἐπίλυσιν τῆς Χαναναίας, 5 ΕΠΕ, 33, 450 καί P. G. 52, 453.        Βλ. Ματθ. 15, 22: «καί ἰδού γυνή Χαναναία ἀπό τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε».

(112)        ὅ. π., παρ. 59.

(113)        ὅ. π., παρ. 60.

(114)        Πρβλ. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου, ὅ. π., παρ. 193.

(115)        Βλ. Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ …, παρ. 2887.

(116)        Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ …, παρ. 39.

(117)        Βλ. ὅ. π., παρ. 40.

(118)        ὅ. π., παρ. 43, 52. Τήν περίοδο ἐκείνη λειτουργεῖ ἡ ἀφηρημένη σκέψη καί ἡ φαντασία. Ὁ νοῦς τοῦ παιδιοῦ μπορεῖ καί στρέφεται καί σέ μελλοντικές ἀναζητήσεις.

(119)        ὅ. π., παρ. 46.

(120)        ὅ. π., παρ. 40.

(121)        ὅ. π., παρ. 41.

(122)        Εἰς Ματθ., ὁμιλ. Ι΄, 1, ΕΠΕ, 9, 316 καί P. G. 57, 185.

(123)        Εἰς Ματθ., ὁμιλ. ΝΘ΄, 7, ΕΠΕ, 11, 394396 καί P. G. 58, 584.

(124)        Εἰς Α΄ Τιμ., ὁμιλ. Θ΄, ΕΠΕ, 23, 266 καί P. G. 62, 546.

(125)        Εἰς Ὀλυμπιάδα, ἐπιστ. Ι΄, 12α, ΕΠΕ, 37, 482484 καί P. G. 52, 585 ἐπιστ. Γ΄, ιβ΄.

(126)        Εἰς Ματθ., ὁμιλ. ΝΘ΄, 7, ΕΠΕ, 11, 390 καί P. G. 58, 582.

(127)        Εἰς τό «Χήρα καταλεγέσθω …», 3 ΕΠΕ, 27, 464 καί P. G. 51, 323.

(128)        Θ΄ ὁμιλ. εἰς τήν Α΄ πρός Τιμ., P. G. 62, 546.

(129)        P. G. 59, 403 καί 58, 599. Πρβλ. καί Γ. Μεταλληνοῦ, ὅ. π., σ. 27.

(130)        Λόγος Α΄, Περί τῆς Ἄννης, ΕΠΕ 8Α, 3638 καί P. G. 54, 642643.

(131)        Εἰς Α΄ Θεσ., ὁμιλ. Ε΄, 4, ΕΠΕ, 22, 464 καί P. G. 62, 427428.

(132)        Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ …, παρ. 22.

(133)        Εἰς Α΄ Θεσ., ὁμιλ. Ε΄, 3, ΕΠΕ, 22, 460 καί P. G. 62, 426.

(134)        Πρός πιστόν πατέρα, 17, ΕΠΕ, 28, 556 καί P. G. 47, 378.

(135)        Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ ἀνατρέφειν …, παρ. 31

(136)        ὅ. π., παρ. 72. Βλ. καί Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου, ὅ.π., σ. 194.