ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΟΣΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΜΕ ΠΙΣΤΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ!


Φώτης Κόντογλου - Παράδοση
Ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Πονεμένη Ρωμιοσύνη»,
τῶν ἐκδόσεων «Ἀστήρ»

Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε την Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά. Κουράγιο, ὁ καιρὸς θὰ δείξει ποιὸς ἔχει δίκιο, ἂν καὶ δὲ χρειάζεται ὁλότελα αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΪΣΙΟΥ!


Γεώργιος Δροσίνης: Τι λοιπόν;

Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;

Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε, τούτο μόνο ζωή μας το λέμε;
Κι αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;

Σε ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμμα το κορμί που σκορπιέται και λιώνει;

Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο, μήπως κάτω απ τους τάφους ανθίζει;
Κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο μήπως πέρα απ΄ τον θάνατο αρχίζει;

Η ψυχή ταξιδεύτρα μες στο Άπειρο σταλαμίδα νερού μήπως μοιάζει,
που ανεβαίνει στα νέφη απ΄ τα πέλαγα κι απ΄ τα νέφη στους κάμπους σταλάζει;

Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Κι αντί νάρθει μια νύχτα αξημέρωτη, ξημερώνει μια αβράδιαστη μέρα;

Μήπως είναι η αλήθεια στο θάνατο κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε κι είναι αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;  

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ ΣΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟ

Αρκετοί είναι αυτοί που γνωρίζουν το ποίημα του Άγγελου Σικιελιανού «Μαγδαληνή», το οποίο κλείνει με τους  στίχους: «Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι· σέ μοναστήρι ανέβασες κ’ εμένανε πιστό, γιά νά φιλήσω λείψανο τό ατίμητό Σου χέρι· κ ήταν ακόμα, ώς πίθωσα τά χείλια μου, ζεστό!» (Πάσχα των Ελλήνων, «Μαγδαληνή», Λυρικός Βίος, ό.π., τ. Δ ́, σ. 136-138).

Λίγοι όμως είναι αυτοί που γνωρίζουν από πού εμπνεύστηκε τους στίχους αυτούς ο μεγάλος ποιητής, Άγγελος Σικελιανός. Η ιστορία είναι πίσω από το ποίημα έχει ως εξής:

Τον Νοέμβριο τού 1914, ο νεαρός Άγγελος Σικελιανός επισκέπτεται το Άγιον Όρος. Ήταν τότε μόλις 30 ετών και βρισκόταν σε μία περίοδο έντονης αναζήτησης. Μαζί του είχε τον Νίκο Καζαντζάκη.

Σαράντα μέρες περιπλανήθηκαν ως προσκυνητές στα μονοπάτια του Άθωνα και επισκέφθηκαν τα μοναστήρια και τις σκήτες του, αφήνοντας και οι δύο και γραπτές τις έντονες εντυπώσεις από την πνευματική αυτήν περιπλάνηση.

Σε αυτό το ταξίδι «πάλαιψαν» με τον Θεό, αλλά τουλάχιστον στην περίπτωση του Καζαντζάκη, φαίνεται ότι στο τέλος νίκησε το εγώ του. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του και προτίμησε την αυτοθέωση από την αληθινή θέωση. Ανακήρυξε τον εαυτό του Θεό, αντί να φτάσει στον Θεό.

Ανάμεσα στα μοναστήρια που επισκέφθηκαν τότε ήταν και η Σιμωνόπετρα. Ανέβηκαν από το μονοπάτι του Αρσανά.
Όταν έφτασαν στο μοναστήρι, ο Σικελιανός «θα συναντηθεί» με την Αγία Μαγδαληνή. Η συνάντησή του χαράχθηκε πολύ βαθιά μέσα του. Όταν ασπάστηκε το άφθαρτο χέρι της, που φυλάσσεται στην μονή, θα το αισθανθεί θερμό. Πρόκειται για φαινόμενο που παρατηρούν συχνά άνθρωποι που προσκυνούν το λείψανο της αγίας. Η κατάπληξη του Σικελιανού ήταν τόσο μεγάλη, που θα ασπαστεί το χέρι της αγίας τρεις φορές!

Στη συνέχεια θα αποτυπώσει την θαυμαστή αυτή εμπειρία, που τον συγκλόνισε, σε στίχους:
«κ ήταν ακόμα, ώς πίθωσα τά χείλια μου, ζεστό!»

Και την 1η Σεπτεμβρίου του 1915 θα γράψει στο ημερολόγιό του, αναπολώντας αυτήν την στιγμή:

Στής Σιμωνόπετρας

«Το έβγα μας στον  αρσανά. Θάλασσα·
ο αφρός φαίνεται άξαφνα ζεστός, σα να καίει μια  αγαλλίαση ζωής.
Και θυμούμαι άξαφνα το ζεστό χέρι της Μαγδαληνής, στη Σιμωνόπετρα.
Ο ανήφορος στη Σιμωνόπετρα.
Η δάφνη δεξιά ζερβά βλαστομανάει  απίστευτα·
δαφνοπόταμος.
Δίπλα τρέχει λαγκαδιά που τα ξερόδεντρα τυλίγουν άφθονα οι κισσοί.
Το κύμα  ακούεται κάτου, κι  πάνου το νερό.
Δάσος δαφνών βαΐα.
Απάνου καλεί ένα σήμαντρο χαρούμενο, τρεμάμενο
σα γεράκι που ζυγιάζεται στο γκρεμό και φέρνει κύκλους.
Μη τον ξεχνάς αυτόν τον δρόμο· τη θεία θέρμη της Μαγδαληνής.
Όλο το σώμα νικητήριο μέσ᾿ π᾿ τα άγια».
Μέσα από την θέρμη του χεριού της αγίας ο άγιος βίωσε την αγάπη της για τον Χριστό, που νίκησε και αυτό τον θάνατο»

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ: ΘΕΡΙΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!


Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
το φως να το σηκώσουν
δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
απ’ την αλήθεια της σιωπής
χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν.

(Κώστας Βάρναλης, Οι πόνοι της Παναγίας)

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΣΚΡΟΥΤΖ...

Ο Κάρολος Ντίκενς, ο σημαντικότερος Βρετανός συγγραφέας της Βικτωριανής εποχής μέσα από τα βιβλία του δημιούργησε χαρακτήρες που άντεξαν στον χρόνο. Ένας από αυτούς είναι ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο τσιγκούνης και γεροξεκούτης πλούσιος που στα τελευταία χρόνια της ζωής του άφησε το Πνεύμα των Χριστουγέννων να τον συνεπάρει και να μάθει έννοιες όπως συμπόνια και γενναιοδωρία.

Τον 17ο αιώνα έζησε ένας άνθρωπος που έμοιαζε αρκετά με τον χαρακτήρα του Ντίκενς και πολλοί αναγνώστες του βιβλίου υποστήριξαν ότι ο Κάρολος Ντίκενς δανείστηκε τα χαρακτηριστικά του Σκρουτζ, από τον υπαρκτό Τζον Μέγκοτ.
Ο Τζον Μέγκοτ γεννήθηκε τον Απρίλη του 1714 στην Αγγλία. Ο πατέρας του Τζον ήταν ξακουστός ζυθοποιός και η μητέρα του καταγόταν από οικογένεια πολιτικών. Στα τέσσερά του, ο Τζον έχασε τον πατέρα του και λίγο αργότερα πέθανε και η μητέρα του.
Μπορεί ο Τζον να ορφάνεψε από πολύ μικρή ηλικία, αλλά η περιουσία που του άφησαν ήταν αρκετή για να ζήσει πλουσιοπάροχα. Φοίτησε ως εσωτερικός σε ιδιωτικό σχολείο, το Westminster School, έμεινε για έναν ολόκληρο χρόνο στην Ελβετία, ενώ μέχρι τα τριάντα του ζούσε με όλες τις ανέσεις, σύχναζε στα καλύτερα σαλόνια του Λονδίνου, ντυνόταν με τα ακριβότερα υφάσματα και δεν φοβόταν να χάσει χιλιάδες λίρες σε χαρτοπαιξίες. Επιπλέον, δάνειζε πάντα μεγάλα ποσά σε φίλους του, χωρίς ποτέ να τα πάρει πίσω, αρκεί κάποιος να τα επέστρεφε εθελοντικά!
Η μεταστροφή του νεαρού
Κανείς δεν πίστευε πως ο Μέγκοτ, περνώντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής του θα ακολουθούσε τα χνάρια της μητέρας και του θείου του.
Όταν πέθανε η μητέρα του, είχε καταφέρει να δημιουργήσει περιουσία αξίας 100 χιλιάδων λιρών χωρίς να σπαταλήσει ούτε μια λίρα κατά τη διάρκεια της ζωής της.
Αρνιόταν να πληρώσει για να θρέψει την οικογένεια της και πέθανε εξαιτίας της κακής διατροφής. Ο θείος του Τζον, ο Χάρβεϊ, είχε το ίδιο σκεπτικό.
Άφησε τη μεγάλη ακίνητη περιουσία του να ρημάξει, ντυνόταν με ρούχα πεθαμένων συγγενών και τρεφόταν μόνο με ότι έπιανε στο κυνήγι.
Καθώς ο Χάρβεϊ ήταν ανύπαντρος και δεν είχε παιδιά, ο Τζον τον επισκεπτόταν με σκοπό να κληρονομήσει την περιούσια του. Μάλιστα, άλλαξε το επώνυμο του από Μέγκοτ σε Ελβς, που ήταν το επώνυμο του θείου του για να του αποδείξει ότι το όνομά του θα συνέχιζε να υπάρχει και μετά το θάνατό του.
Το 1763,ο Χάρβεϊ πέθανε και ο Τζον κληρονόμησε 350.000 λίρες. Μαζί με τα χρήματα όμως, φαίνεται ότι καθώς μεγάλωνε κληρονόμησε και κάποιες συνήθειες του θείου του.
Αν και όταν ήταν νέος λάτρευε τις πολυτέλειες, στην ώριμη ηλικία δεν σπαταλούσε πλέον τίποτα για τον εαυτό του. Προτιμούσε το «κέρασμα». Συνέχισε πάντως να δανείζει πολλά χρήματα και να στοιχηματίζει ακόμη περισσότερα σε τυχερά παιχνίδια.
Παρόλα αυτά, άφησε τα ακίνητα του που είχαν ξεπεράσει τα 100 στην απόλυτη παρακμή, ντυνόταν σαν ζητιάνος και δεν χρησιμοποιούσε μεταφορικό μέσο.
Στη διάθεση του είχε μόνο ένα άλογο που το χρησιμοποιούσε μόνο όταν έβρεχε και το έδαφος ήταν μαλακό, ώστε να μην χρειαστεί να το πεταλώσει. Δεν παντρεύτηκε, καθώς ένας γάμος κόστιζε πάρα πολύ, αλλά απέκτησε δύο νόθους γιους και αρνήθηκε να πληρώσει για την εκπαίδευση τους.
Το 1774, ο Ελβς εκλέχθηκε στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, αλλά αρνήθηκε όλα τα κοινοβουλευτικά προνόμια και την χρηματοδότηση για την καθιερωμένη καμπάνια των πολιτικών.
Τα μόνα χρήματα που ξόδευε ήταν για το μεσημεριανό του. Τα 12 χρόνια που έμεινε στο αξίωμα, κυκλοφορούσε σχεδόν ρακένδυτος και έτρωγε πάρα πολύ λιτά.
Από την πολιτική αποσύρθηκε, καθώς δεν ήθελε να δώσει ούτε μια λίρα στην εκστρατεία για επανεκλογή. Συνέχισε να δίνει χρήματα σε αυτούς που του ζητούσαν και υπολογίζεται ότι μέχρι το 1786 είχε δανείσει πάνω από 150 χιλιάδες λίρες.
Η περιουσία του ξεπερνούσε το 1 εκατομμύριο λίρες, αλλά πέθανε ως ο φτωχότερος άνθρωπος. Προς το τέλος της ζωής του, ο χρόνιος υποσιτισμός και οι βασανιστικές δοκιμασίες που ο Ελβς επέβαλλε στον εαυτό του, κλόνισαν την ψυχική του υγεία.
Υπήρχαν φορές που αγόραζε ολόκληρο γουρούνι και το έτρωγε για μέρες. Επειδή δεν υπήρχαν ακόμη τότε τα ψυγεία με τον πάγο, ο Ελβς μπορούσε να φάει ακόμη και χαλασμένο κρέας προκειμένου να μη δώσει λεφτά για φρέσκο κρέας ή λαχανικά. Έφτασε στο εξωφρενικό σημείο να τρέφεται από πεθαμένα πουλιά που άρπαζε από πεινασμένους αρουραίους.
Η συνολική του περιουσία άγγιζε το 1 εκατομμύριο λίρες, αλλά ο ίδιος μάζευε ένα ένα τα νομίσματα, τα τύλιγε σε χαρτοπετσέτες και τα έκρυβε σε κάθε γωνιά του σπιτιού του. Τα βράδια έμενε ξύπνιος προσπαθώντας να θυμηθεί πού τα είχε κρύψει, ενώ παράλληλα φώναζε σε ανύπαρκτους ληστές ότι κανείς « δεν θα κλέψει την περιουσία του και θα κρατήσει τα λεφτά του».
Τον Νοέμβριο του 1789, ο Ελβ αρρώστησε βαριά και έπειτα από οκτώ μέρες πέθανε. Έγραψε στους γιους του ένα γράμμα «πιστεύοντας πως τους άφησε αυτό που ήθελαν». Κληρονόμησε στον καθένα 500 χιλιάδες λίρες.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

23 ΡΗΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Ο Fyodor Dostoyevsky είναι ένας από τους πιο διάσημους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τα αριστουργηματικά έργα του ερευνούν ερωτήματα γύρω από την ζωή και τον θάνατο. παραθέτουμε 23 από τα πιο διορατικά ρητά αυτού του μεγάλου συγγραφέα:  

1- Πρέπει να αγαπάς την ζωή περισσότερο από το ίδιο το νόημα της ζωής.  
2- Ένα καινούργιο βήμα, μια καινούργια λέξη είναι ότι οι άνθρωποι φοβούνται.  
3- Υπάρχουν όρια στο μυαλό του κάθε ενός, που πέρα από αυτά είναι επικίνδυνο να περάσεις. Μόλις περάσεις την γραμμή, είναι αδύνατο να γυρίσεις πίσω.  
4- Η ευτυχία δεν βρίσκεται στην ευτυχία αλλά στην προσπάθεια για αυτήν.  
5- ‘Όταν σταματάς να διαβάζεις βιβλία, παύεις να σκέφτεσαι.  
6- Η ευτυχία δεν βρίσκεται στο να περιορισμό αλλά στον έλεγχο το εαυτού σου.  
7- Η ευτυχία δεν αποκτάται με τα εύκολα πλούτη αλλά όταν μοχθήσεις για να τα αποκτήσεις.  
8- Σε μια καρδιά που αγαπά πραγματικά ή η ζήλια θα σκοτώσει την αγάπη ή η αγάπη θα σκοτώσει την ζήλια.  
9- Δεν χρειάζεται πολύ για να καταστρέψεις έναν άνθρωπο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τον πείσεις ότι η δουλειά που κάνει στερείται εντελώς και αναμφισβήτητα κάθε χρησιμότητα και νόημα.  
10- Η σιωπή είναι πάντα όμορφη και το σιωπηλό πρόσωπο είναι πάντα όμορφο από αυτό που μιλάει.  
11- ‘Ένα πρόσωπο μπορεί να είναι σοφό αλλά για να ενεργήσει σοφά, μόνο η εξυπνάδα δεν φτάνει.  
12- Δεν θα φτάσεις ποτέ στον προορισμό σου αν σταματάς και ρίχνεις πέτρες σε κάθε σκυλί που γαβγίζει.  
13- Θέλω να μιλήσω για όλα με ένα τουλάχιστον πρόσωπο όπως μιλάω για τα πράγματα με τον εαυτό μου.  
14- Είναι απίστευτο τι μπορεί να κάνει μια αχτίδα του ήλιου στην ψυχή σου.  
15- Κανείς πρέπει να μιλά ανοιχτά με τους άλλους ώστε να αποκαλύπτει τις σκέψεις του μέσα από το πρόσωπό του, που δείχνει την ανησυχία που κρύβει η καρδιά του. Μια λέξη που λέγεται με πειθώ, με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς κανένα δισταγμό, ενώ κοιτάς τον άλλον μέσα στα μάτια σημαίνει πολλά περισσότερα από ότι πολλές σελίδες από ένα βιβλίο.  
16- Κανείς αισθάνεται να πνίγεται χωρίς ένα σκοπό στην ζωή.  
17- Η ψυχή γιατρεύεται όταν είσαι κοντά σε παιδιά.  
18- Ακόμη και με τα χέρια δεμένα μπορεί κανείς να κάνει το καλό, αν το θέλει.  
19- Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο.  
20- Οι άνθρωποι μερικές φορές μιλάνε για θηριώδη κακία αλλά αυτό είναι μεγάλη αδικία για τα θηρία. Ένα θηρίο δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο κακό όσο ο άνθρωπος, τόσο επιδέξια κακό.  
21- Οι μεγάλοι δεν ξέρουν ότι ένα παιδί μπορεί να δώσει μια πολύ καλή συμβουλή ακόμη και για την πιο σοβαρή περίπτωση.  
22- Μην γεμίζεις την μνήμη σου με όλες εκείνες τις φορές που αισθάνθηκες να σε προσβάλλουν. Ίσως καταλήξεις να μην έχεις χώρο για τις υπέροχες στιγμές που πέρασες.  
23- ‘Ένας άνθρωπος που ξέρει πως να αγκαλιάσει έναν άλλον, είναι καλός άνθρωπος. 

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΩΝ

Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για παιδιά και εφήβους. Οι μικροί ήρωες αφού επιβιώσουν από την καταστροφή της Σμύρνης προσπαθούν να εκπληρώσουν μία υπόσχεση που τους οδηγεί στο πανέμορφο νησί της Αμοργού.


Μέσα από τα μάτια πέντε μικρών παιδιών περιγράφονται όλα τα γεγονότα, που σημάδεψαν την ελληνική Ιστορία την περίοδο πριν και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Ήρωας και πρωταγωνιστής ο Σμυρνιός Γιώργος Σεϊζάνης, που, μεγάλος πια σε ηλικία, αποφασίζει να περιγράψει στα εγγόνια του τα γεγονότα, όπως ο ίδιος τα έζησε.

Όλα ξεκινούν στη Σμύρνη, όταν τυχαία τα παιδιά μαθαίνουν για ένα μυστικό, υπόγειο εκκλησάκι, που βρίσκεται κάτω από την εκκλησία της Αγίας Φωτεινής. Εκεί φυλασσόταν από παλιά και η εικόνα της Παναγιάς της Κυνηγημένης. Κι όταν οι εχθροί μπαίνουν στη Σμύρνη και τα παιδιά χάνονται από τους γονείς τους, βρίσκουν καταφύγιο στην υπόγεια εκκλησία. Μόνα τους αναζητούν τρόπο να φύγουν για την Ελλάδα και όταν, μετά από πολλές περιπέτειες φτάνουν εκεί, ψάχνουν τους δικούς τους.
Μαζί τους έχουν και κάτι πολύτιμο, που τους δίνει δύναμη και ελπίδα, την ίδια την εικόνα της Παναγιάς της Κυνηγημένης, που θέλουν να τη μεταφέρουν στο μοναστήρι της Παναγιάς της Χοζοβιώτισσας, στην Αμοργό, όπου και η παράδοση αναφέρει ότι είναι το σπίτι της.
Ο αγώνας επιβίωσης των παιδιών στέλνει ένα βαθιά αντιπολεμικό μήνυμα: το μήνυμα της ελπίδας και της ανάδειξης του ανθρώπινου μεγαλείου, που, όσο και αν η ψυχή υποφέρει, όποιες συνθήκες και αν αντιμετωπίζει, όσο και αν είναι «κυνηγημένη», έχοντας βαθιά πίστη και συνεχή αγώνα καταφέρνει να ξεπερνά τα πάντα.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Η κυρα-Βέρα κάθε πρωί φαρµακωνόταν, όταν µας έβλεπε να ανεβαίνουµε στο κάρο.
– Θα πάω εγώ, έλεγε.
Μα δε θέλανε γυναίκες για τη δουλειά και κυρίως µεγάλες σε ηλικία. Μόνο εµάς, που ήµασταν παιδιά και είχαµε γοργά χέρια.
– Εσύ να κοιτάς τα κορίτσια µας, της απαντούσε ο Χριστόφορος.
– Δεν είναι και δύσκολη δουλειά, της έλεγα εγώ, περνάµε και την ώρα µας.
– Τότε να έρθουµε και εµείς, πετάγονταν τα κορίτσια.
– Πρέπει εσείς να µείνετε στο σπίτι και να προσέχετε την κυρα-Βέρα, τους έλεγα.
– Εκεί είναι κούραση. Εσείς δεν αντέχετε, έλεγε η κυρα-Βέρα και τις έκανε να σωπάσουν.
– Κουράζεσαι; µε ρωτούσε η Άννα και µε κοίταζε στα µάτια.
– Όχι, όχι, της απαντούσα.
Ψέµατα της έλεγα. Η δουλειά ήταν δύσκολη και το βράδυ, όταν γυρνούσαµε πίσω, τα χέρια µου πόναγαν και πρήζονταν. Τα σκισίµατα από το δέντρο της µαστίχας έτσουζαν και δεν µπορούσα ούτε να πλύνω τα χέρια µου. Ο Σίµος είχε γεµίσει φουσκάλες και στα πόδια. Τα παπούτσια του είχαν από κάτω φθαρεί τόσο, που στο ένα µάλιστα φαίνονταν και τα δάχτυλα. Ο Χριστόφορος είχε ξεκολληµένες τις σόλες του και κάθε τόσο τις έβαζε στη θέση τους και έπειτα συνέχιζε τη δουλειά. Όσο για µένα πήρα από µόνος µου ένα µαχαίρι και έκοψα µπροστά το δέρµα από τα παπούτσια και τα έκανα πέδιλα. Δεν άντεχα άλλο. Νοµίζω πως τα πόδια µου από το πρήξιµο και την ορθοστασία µεγάλωσαν και δε χωρούσαν πια µέσα.
Τα ρούχα µας ήταν και αυτά σκισµένα και λερά. Μαυρίλα και λεκέδες παντού. Όσο και να τα έτριβε η κυρα-Βέρα, δεν µπορούσε να τα ξασπρίσει. Ο Σίµος γελώντας την παρότρυνε να µην παιδεύεται άλλο µε το τρίψιµο.
– Ασ’ τα, κυρα-Βέρα. Αυτή η βρωµιά δε φεύγει. Είναι από όσα περάσαµε, σαν αποτύπωµά τους. Μου θυµίζουν ένα βιβλίο που είχα µε τον Ροβινσώνα Κρούσο. Έτσι ήταν και τα δικά του ρούχα. Σκισµένα και σηµαδεµένα. Και έλεγα, ο χαζός, από µέσα µου, όταν διάβαζα το βιβλίο, «δεν θα ζήσω και εγώ καµιά τέτοια συναρπαστική περιπέτεια!». Και να τώρα εγώ ναυαγός!


Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Η "ματιά" του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου καταγράφεται στο δοκίμιο "Απόκριση" που δημοσιεύτηκε το 1989 και το οποίο διαβάζει στην ταινία μικρού μήκους του Χρίστου Καλλίτση, "Κρίση".
"Εσείς το λέτε κρίση, εγώ το λέω καμπινέ που κάθε λίγο βουλώνει. Όλοι χέζουν, κανείς δε σκουπίζει, κι όλους τους πιάνει απελπισία για το ποιος θα βρεθεί να τον ξεβουλώσει. Και στο φινάλε, κάποιοι βρίσκονται.
Όχι βέβαια οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις, ούτε τα αδίσταχτα κόμματα, ούτε οι ξοφλημένες ιδεολογίες· προπάντων όχι οι πολλοί, με τα παχιά τα λόγια, που θορυβούν και εισπράττουν.

Αλλά οι λίγοι, αυτοί που χωρίς να τους βλέπει κανείς, δίνουν ένα χέρι στο συνάνθρωπο· αυτοί που χωρίς να καταστρώνουν αναμορφωτικά προγράμματα, σκύβουν το κεφάλι και δουλεύουν. Αυτοί οι λίγοι είναι τα αραιά κεριά μες στο σκοτάδι, όταν το φως αργεί πολύ να φανεί.