ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

ΚΑΛΟ, ΚΑΚΟ... ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ;

Κάποτε σε ένα χωριό κάπου στην ανατολή ένας χωρικός είχε εφτά άλογα για να κάνει τις δουλειές του.
Μιά μέρα όλα τα άλογα το έσκασαν και πήραν τα βουνά .. χάθηκαν.
Έρχονται λοιπόν οι συγχωριανοί του μέσα στην μαύρη
θλίψη και άρχισαν να του λένε διάφορα.
- Πώ πώ! τι καταστροφή σε βρήκε!
Πώς θα ζήσεις τώρα;
Που θα βρεις λεφτά ν’ αγοράσεις άλλα; … και τα λοιπά…
Ο χωρικός ήρεμος και ατάραχος είπε:
Καλό, κακό, ποιός ξέρει;

Πέρασαν λίγες μέρες και μιά μέρα εκεί στα καλά καθούμενα να’ σου πίσω τα εφτά άλογα!!!
Και όχι μόνα τους! αλλά είχαν φέρει μαζί τους και άλλα εφτά άγρια άλογα και τώρα ο χωρικός είχε δέκα τέσσερα άλογα.
Ξαναμαζεύονται λοιπόν οι συγχωριανοί μεσ’ στην τρελλή χαρά και άρχισαν να του λένε πάλι διάφορα.
- Τι τυχερός που είσαι!
Τωρα θα βγάζεις πολλά λεφτά… όλα καλά σου πάνε! και τα παρόμοια.
Ο χωρικός ήρεμος και ατάραχος είπε:
-Καλό κακό, ποιός ξέρει;

Μετά από λίγες μέρες ο γιός του χωρικού στην προσπάθειά του να τιθασεύσει τα άγρια άλογα έπεσε και έσπασε το πόδι του.
Ξαναμαζεύονται λοιπόν οι συγχωριανοί και αρχίζουν πάλι τα δικά τους.
- Συμφορά! κακοτυχία!
Αυτά τα άγρια άλογα να τα διώξεις!
Παραλίγο να σου σκοτώσουν το παιδί! και άλλα διάφορα…
Ο χωρικός ήρεμος και ατάραχος είπε:
-Καλό κακό, ποιός ξέρει;

Μετά από λίγες μέρες γίνεται πόλεμος στην χώρα και όλα τα παλικάρια του χωριού επιστρατεύτηκαν και πήγαν στην πρώτη γραμμή.
Πολλά σκοτώθηκαν στον πόλεμο και δεν ξαναείδαν το χωριό τους.
Ο γιός του χωρικού με το σπασμένο πόδι δεν επιστρατεύτηκε.
Και έτσι γλύτωσε την ζωή του!

* * *

Τελικά για ότι μας συμβαίνει στην ζωή …
Μόνο ο Θεός γνωρίζει γιατί επιτρέπει το κάθε τι. 
Εκείνος ξέρει αν κάτι είναι καλό ή κακό για τις ψυχές μας...
Ας Τον εμπιστευθούμε!!!

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

ΓΕΡΩΝ ΚΛΕΟΠΑ ΗΛΙΕ: ΝΑ ΜΗΝ ΚΡΙΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!

  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα Α΄
Να μην κρίνουμε τους άλλους από αυτό που βλέπουμε

Την ημέρα της Κρίσεως, όταν ο Θεός θα κρίνει τους ανθρώπους, δε θα κοιτάξει ούτε τα βασιλικά στέμματα, ούτε τα υψηλά αξιώματα.
 Θα ζητήσει να εξετάσει τις καρδιές μας. Και τότε, οι πιο ταπεινοί άνθρωποι, ο φτωχός χωριάτης, ο «καραβοτσακισμένος» από τα βάσανα της ζωής άνθρωπος, ο αγράμματος τσοπάνης, ο φυλακισμένος, ο ξενιτεμένος, ο ασθενής, η δυστυχισμένη χήρα, που κάθεται μαζί με τα παιδιά της μέσα στη φτώχια και τη δυστυχία, γιατί κανείς δεν τους ανοίγει την πόρτα, όλοι αυτοί, αν σήμερα προσεύχονται με δάκρυα στο Θεό, κατά την ημέρα της Κρίσεως θα είναι ανώτεροι από όλους τους ηγεμόνες του κόσμου, τους σημερινούς και τους αυριανούς.

  Κάποια μέρα λοιπόν ένας μεγάλος και ένδοξος βασιλιάς έτρεχε στο δρόμο μέσα στη χρυσή του άμαξα, περιστοιχισμένος από τους αυλικούς του. Κι εκεί που πήγαιναν όλοι μαζί, συνάντησαν σε μια γωνιά του δρόμου δύο άνδρες με σκισμένα, βρόμικα ρούχα και πρόσωπα μαραμένα από την άσκηση.
Ο βασιλιάς κατάλαβε αμέσως πως επρόκειτο για αγίους ανθρώπους του Θεού, που το σώμα τους είχε λιώσει από τη νηστεία, τους ασκητικούς αγώνες και την αϋπνία, ενώ η ψυχή τους έλαμπε από το φως του Θεού.
Σταμάτησε λοιπόν αμέσως, κατέβηκε από την άμαξα και έπεσε γονατιστός στα πόδια τους, κάνοντας μετάνοιες. Στη συνέχεια σηκώθηκε και ασπάστηκε το χέρι τους με σεβασμό.
  Οι αυλικοί του όμως, δε χάρηκαν καθόλου με αυτό που είδαν.
Όλη την ώρα μουρμούριζαν:
  -Δες εδώ… Είναι σωστό τώρα αυτό; Ένας ολόκληρος βασιλιάς, και τόσο ένδοξος μάλιστα, να φέρεται έτσι;
  -Άκουσον, άκουσον. Να πέσει στα πόδια των ζητιάνων! Πώ πώ ντροπή…
  Δεν τολμούσαν όμως να πουν τίποτα στον ίδιο, αλλά πήγαν στον αδελφό του:
  -Θα σε παρακαλέσουμε να πεις στο βασιλιά μας, άλλη φορά να μην εξευτελίσει έτσι τη φήμη και το βασιλικό του στέμμα! Αυτό κι αυτό έκανε στο δρόμο που πηγαίναμε…
  Κι εκείνος ο καημένος κάποια στιγμή το μετέφερε στον αδελφό του, ο οποίος όμως τον κατσάδιασε για την απερισκεψία και την ανοησία του και τον έδιωξε κακήν κακώς από κοντά του.
  Ξέχασα να σας πω ότι ο βασιλιάς αυτός είχε τη συνήθεια, όταν επρόκειτο να τιμωρήσει κάποιον με θάνατο, να στέλνει έξω από το σπίτι του έναν αγγελιαφόρο, για να τον ειδοποιεί με τη σάλπιγγα. Έτσι όποιος άκουγε τον ήχο της σάλπιγγας έξω από την πόρτα του γνώριζε ότι την επόμενη μέρα δε θα ζούσε.
  Όταν λοιπόν βράδιασε, ο βασιλιάς έστειλε τον αγγελιαφόρο με τη σάλπιγγα να σαλπίσει έξω από την πόρτα του αδελφού του. Μόλις εκείνος άκουσε τη σάλπιγγα του θανάτου, τρομοκρατήθηκε. Όλη τη νύχτα την πέρασε ξάγρυπνος, μέσα στην αγωνία και την απελπισία! Και ταυτόχρονα, προσπάθησε όπως όπως να τακτοποιήσει όλα τα θέματα του σπιτιού του, ώστε να είναι έτοιμος για ό,τι θα ακολουθούσε.
  Όταν ξημέρωσε, φόρεσε όπως και όλα τα μέλη της οικογένειάς του – η γυναίκα και τα παιδιά του – μαύρα, πένθιμα ρούχα κι αμέσως μετά πήγε στον αδελφό του το βασιλιά, κλαίγοντας και στενάζοντας για το τρομερό κακό που τον περίμενε.

  Μόλις τον είδε ο βασιλιάς να κλαίει έτσι, τον κάλεσε ιδιαιτέρως, σε κάποιο δωμάτιο.
  - Βρε άνθρωπε ανόητε και απερίσκεπτε! του είπε. Εάν εσύ φοβήθηκες τόσο πολύ από τη σάλπιγγα του θανάτου και τον αδελφό σου, που είναι άνθρωπος σαν και σένα και που απέναντί του σε τίποτα δεν έσφαλες ούτε είσαι ένοχος για κάτι, πώς μπόρεσες να κατηγορήσεις εμένα, που ασπάστηκα με ταπείνωση τους αγγελιαφόρους του Θεού μου;
Εκείνοι, βρε, μου υπενθυμίζουν τον θάνατο και τη φοβερή κρίση του Θεού, πολύ περισσότερο από όσο η σάλπιγγα αυτή! Διότι άνθρωπος είμαι κι εγώ κι έχω κάνει πολλά λάθη στη ζωή μου και μεγάλες αμαρτίες ενώπιον του Θεού. Ησύχασε λοιπόν. Μόνο την ανοησία σου ήθελα να σου δείξω και γι’ αυτό σε τρόμαξα με τη σάλπιγγα.
   - Συγχώρεσε σε με, αδελφέ μου, που τόσο απερίσκεπτα σε κατέκρινα, του απάντησε ανακουφισμένος εκείνος.
    -Εντάξει, αδελφέ μου, σε συγχωρώ. Αλλά σε λίγο θα διαπιστώσεις και μόνος σου την ανοησία εκείνων που σε παρακίνησαν να έρθεις και να μου πεις αυτά τα πράγματα.

  Και αφού με τον τρόπο αυτό τον καθησύχασε και τον συνέτισε, τον άφησε να πάει στο σπίτι του. Κατόπιν πρόσταξε τους τεχνίτες του να φτιάξουν τέσσερα ξύλινα κιβώτια. Τα δύο από αυτά τους είπε και τα κάλυψαν ολόκληρα με φύλλα χρυσού, τα γέμισαν με δυσώδη οστά και τα σκέπασαν με επίχρυσο καπάκι.
  Τα άλλα δύο τα άλειψαν εξωτερικά με πίσσα, τα γέμισαν με πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια και άλλα πολύτιμα αντικείμενα και αρώματα και τα τύλιξαν με ένα τρίχινο πλεκτό από μαλλί γίδας.
  Ύστερα κάλεσε τους άρχοντες και τους φίλους τους, εκείνους δηλαδή που τον είχαν κατακρίνει, επειδή γονάτισε μπροστά στους ανθρώπους του Θεού. Έβαλε λοιπόν μπροστά τους  όλα τα κιβώτια και τους ζήτησε να εκτιμήσουν την αξία αυτών που ήταν επικαλυμμένα με φύλλα χρυσού και των άλλων, που είχαν την επίστρωση πίσσας.
  Εκείνοι βέβαια του απάντησαν ότι τη μεγαλύτερη αξία την έχουν τα κιβώτια που ήταν επενδυμένα εξωτερικά με φύλλα χρυσού, πιστεύοντας ότι μέσα τους κρύβονταν θησαυροί, πολύτιμα πράγματα και πολυτελή υφάσματα, ενώ για τα άλλα, που ήταν αλειμμένα με πίσσα, είπαν ότι δεν είχαν καμμία αξία.

  - Ήξερα πολύ καλά τι θα λέγατε! τους απάντησε ο βασιλιάς. Μόνο που κάνατε λάθος… Διότι ποτέ δεν πρέπει να κρίνουμε ένα πράγμα ή άνθρωπο από αυτό που εκ πρώτης όψεως βλέπουμε, αλλά πρέπει προηγουμένως να εξετάζουμε το εσωτερικό του, εάν είναι άξιο τιμής ή περιφρόνησης.
  Οι άρχοντες τον άκουγαν με απορία: «Τί να εννοούσε, άραγε;»

  - Ανοίξτε τα χρυσά κιβώτια! πρόσταξε τους υπηρέτες του.

  Και μόλις εκείνοι άνοιξαν τα κιβώτια, ξεχύθηκε από μέσα τους μια ανυπόφορη δυσωδία. Παραξενεμένοι οι αυλικοί πλησίασαν κοντά και διαπίστωσαν πως το περιεχόμενο ήταν πράγματι απωθητικό και αξιοκαταφρόνητο.
  - Έτσι ακριβώς μοιάζουν κι εκείνοι που είναι ντυμένοι με ωραία και ακριβά ρούχα και υπερηφανεύονται για τη μεγάλη τους περιουσία και για τη δόξα τους, ενώ η καρδιά τους είναι γεμάτη από έργα πονηρά, αμαρτωλά και βρόμικα, είπε με νόημα ο βασιλιάς.
  Αμέσως μετά πρόσταξε ν’ ανοίξουν και τα κιβώτια που ήταν αλειμμένα με πίσσα. Όταν τα άνοιξαν, μία εξαίσια ευωδία πλημμύρισε το δωμάτιο και, πλησιάζοντας οι αυλικοί του, διαπίστωσαν ότι περιείχαν πολύτιμα πράγματα, ακριβά και σπάνια.
  - Ξέρετε με τι μοιάζουν αυτά τα κιβώτια; συνέχισε ο βασιλιάς. Με εκείνους τους δύο ταπεινούς ανθρώπους, που ήταν ντυμένοι προχθές με σκισμένα ρούχα, που τα μάγουλά τους ήταν ζαρωμένα και τα πρόσωπά τους χλωμά από την άσκηση και τους κόπους. Κι εσείς τους είδατε και αμέσως με κατακρίνατε, επειδή τους έβαλα μετάνοια.
Όμως εγώ, αντιλαμβανόμενος με τα μάτια της ψυχής την καθαρότητα και τη λαμπρότητα των ψυχών τους, που ήταν άγιες και γι’ αυτό πολυτιμότερες και από το στέμμα μου και από τη βασιλική μου δόξα, ώστε όλα μου τα μεγαλεία να είναι μπροστά τους ένα μηδενικό, τους πλησίασα ταπεινά ζητώντας την ευλογία τους.
  Μ’ αυτό τον τρόπο τους δίδαξε ο σοφός βασιλιάς ότι δεν πρέπει ποτέ να κρίνουν την αξία του κάθε πράγματος και του κάθε ανθρώπου από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, αλλά μονάχα από τα εσωτερικά του γνωρίσματα.

Παρόμοια να κάνουμε λοιπόν κι εμείς και να τιμούμε τους δούλους του Θεού, διότι όλοι είναι αδελφοί Του. Και να μην ξεχνάμε ποτέ πως ο Θεός την Ημέρα της Κρίσεως δεν θα εξετάσει κανενός την όψη, όπως είπε και ο προφήτης Σαμουήλ, όταν εξέλεξε για βασιλιά τον Δαβίδ.
  Ο Θεός, όπως και τώρα, έτσι και τότε θα ερευνήσει την καρδιά του ανθρώπου. Και τότε θα δοξασθούν οι ταπεινοί, οι περιφρονημένοι, οι περιγελόμενοι, οι διωγμένοι για τη θεία δικαιοσύνη, οι πτωχοί στο πνεύμα, εκείνοι δηλαδή που πιστεύουν ότι τα έργα τους είναι ελεεινά και άχρηστα, εκείνοι που επιθυμούν να εφαρμόζεται στον κόσμο η θεία δικαιοσύνη καθώς και όλοι όσους εμακάρισε ο Κύριος. Τότε θα λάμψουν όλοι οι περιφρονημένοι, αυτοί για τους οποίους πίστευαν πως ήταν το σκουπίδι της κοινωνίας.
  Τα ανόητα και περιφρονημένα του κόσμου θα ντροπιάσουν τα σοφά. Τα μικρά και αδύνατα θα ντροπιάσουν τα δήθεν ισχυρά. Γι’ αυτό λέει ο Σωτήρας μας πως οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι.
  Εκείνοι οι οποίοι θεωρούνται από εμάς ασήμαντοι και αποτυχημένοι, εάν σ’ αυτή τη ζωή προσεύχονται στον Θεό με όλη την καρδιά τους, στη βασιλεία των ουρανών θα λάμπουν περισσότερο και από τον ήλιο! Ενώ οι βασιλείς του κόσμου και οι δυνατοί της γης, εάν δεν πιστέψουν στο Θεό, θα παρουσιαστούν ενώπιόν Του γυμνοί από αρετές και τελευταίοι απ’ όλους. Και αυτή την αντιστροφή των πραγμάτων μαζί με όλα αυτά τα εκπληκτικά γεγονότα θα τα δούμε όλοι μας να συμβαίνουν, διότι ο Θεός είναι δίκαιος και η δικαιοσύνη Του μένει στον αιώνα.

Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
σελ, 76-82, Εκδόσεις Άθως

Επιμέλεια κειμένου Αναβάσεις

Ευχαριστούμε τον πατέρα Δαμασκηνό Γρηγοριάτη και τον γέροντα της Μονής Οσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη για την ευλογία και την άδεια δημοσίευσης. 

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Ο ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Ὁ Γέροντας τὸ 1983 στὴ Σουρωτὴ εἶχε ἀναφέρει συγκεκριμένα: «Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ ἀνεβαινοκατεβαίνουν κυβερνήσεις, θὰ   ἐναλλάσσονται τὰ  κόμματα, θα ἀνακαλοῦνται διατάγματα, θὰ ψηφίζονται νόμοι καὶ θὰ   καταργοῦνται ἄλλοι, καὶ θὰ ἐπικρατεῖ σύγχυση καὶ ταραχή…..
Είπε, ἐπίσης, ὅτι ἐμεῖς θὰ τὰ βλέπαμε ὅλα αὐτὰ ἐνῶ ἐκεῖνος ὄχι. Και ακολουθούν  τα  γεγονότα.

Ἐπίσης, κάποιαν ἄλλη φορά, εἶχε πεῖ: «Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ ψάχνεις νὰ βρεῖς ἄπιστο καὶ δὲ θὰ βρίσκεις.  Ἀλλά,  γιὰ  νὰ  φτάσουμε σ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο,  θὰ  ἔχουν  προηγηθεῖ  φοβερὰ  πράγματα.» 

(βλ. βιβλίο «Μαρτυρίες Προσκυνητῶν», 6η Ἔκδοση, σελ.396-453, γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα).

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Ο ΔΥΣΠΙΣΤΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ

Ο μακαριστός Δημήτριος Παναγόπουλος (1916-1982), ο θεοφώτιστος λαϊκός ιεροκήρυκας, κήρυσσε ακόμα και στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου άλλοι δεν πλησίαζαν από το φόβο της φυματίωσης.

Εκεί τον ακολουθούσε ο ιερέας π. Δημήτριος Παπαντώνης, που εξομολογούσε τους φυματικούς και τελούσε τη θεία λειτουργία.

Μια μέρα ένας γιατρός, που παρακολουθούσε τις ομιλίες προβληματισμένος, πλησιάζει τον ιεροκήρυκα και του λέει:

- Κύριε Παναγόπουλε, ο ιερέας είναι αδύνατον να καταλύει το περιεχόμενο του αγίου ποτηρίου. Κοινωνούν τόσοι ασθενείς από αυτό, κι όπως είναι γνωστό, το μικρόβιο της φυματιώσεως μεταδίδεται με το σάλιο. Τι κάνει λοιπόν ο ιερέας το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου που περισσεύει; Το χύνει στο χωνευτήρι; Αυτό όμως δεν είναι μεγάλη αμαρτία;

- Τέτοιο πράγμα δεν γίνεται ποτέ, αντέτεινε ο ιεροκήρυκας. Ο Χριστός δεν μολύνεται από μικρόβια.

Κι από τα άχραντα Μυστήρια δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος μολύνσεως.

Ο γιατρός όμως δεν μπορούσε να πιστέψει. Τότε εκείνος τον προέτρεψε να παρακολουθήσει την επόμενη θεία λειτουργία, και στο τέλος να σταθεί κάπου, ώστε να βλέπει τις κινήσεις του ιερέα την ώρα της καταλύσεως. Έτσι κι έγινε. Ο γιατρός είδε με τα μάτια του το λειτουργό να καταλύει το περιεχόμενο του αγίου ποτηρίου. Τον είδε μάλιστα να ρίχνει νάμα δυο-τρεις φορές, φροντίζοντας να μείνει ούτε ίχνος από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου.

Από τότε ο γιατρός, όχι μόνο πίστευε, αλλά και εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μαζί με τους ασθενείς.


Πηγή: Μποτσούρη Γεωργ. Και Βας., Ο ιεροκήρυξ Δημήτριος Παναγόπουλος (1916-1982), Αθήναι 1993 Από το βιβλίο « Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία» εκδ. Ι. Μονής Παρακλήτου. σελ 153


ΠΗΓΗ: ΕΛΛΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΕΜΠΤΗ ΕΝΤΟΛΗ

 Η πέμπτη εντολή
 
Πριν μερικά χρόνια σε ένα χωριουδάκι σκαρφαλωμένο στα 1.300 μέτρα, ζούσε ο Πέτρος με τη μητέρα του. Ήταν φτωχός κι ορφανός, κι έτσι έπρεπε να βοηθάει όσο μπορούσε για να ζήσουν. Το καλοκαίρι κάθε πρωί ανέβαζε τις κατσίκες του χωριού ψηλά στα όμορφα δροσερά λιβάδια να βοσκήσουν.
Εκεί πάνω χαίρονταν ξένοιαστα τη φύση και είχε μάθει να αγαπάει περισσότερο τον Θεό που τη δημιούργησε. Πόσο όμορφα τα είχε κάνει όλα, τα πανύψηλα έλατα και τα πολύχρωμα αγριολούλουδα. Το χειμώνα όταν το χιόνι σκέπαζε τα σπίτια και τις πλαγιές και τα ζώα έμεναν μέσα, ο Πέτρος έβρισκε τον καιρό να πάει στο σχολείο. Αγαπούσε τα γράμματα και διάβαζε πολύ για να φτάσει τα άλλα παιδιά.
Ήταν υπάκουος κι ευγενικός με όλους και οι δάσκαλοι του φερόντουσαν με καλοσύνη.
 
Μία μέρα, στο σχολείο του μικρού χωριού έφτασε ο επιθεωρητής. Μπήκε στην τάξη του Πέτρου. Ζήτησε από τα παιδιά να κάνουν ανάγνωση, τους ρώτησε ιστορία και αριθμητική και τέλος έφτασε και στα θρησκευτικά.
-Ποιος ξέρει να μου πει, παιδιά την πέμπτη εντολή;
 
Σώπασαν τα παιδιά αλληλοκοιτάχτηκαν και κατέβασαν το κεφάλι. Δειλά ο Πέτρος σήκωσε το χέρι του.
-Κύριε, εγώ δεν ξέρω να πω την πέμπτη εντολή όπως είναι γραμμένη, αλλά μπορώ να την πω όπως την καταλαβαίνω.
-Πες την όπως μπορείς, τον ενθάρρυνε ο επιθεωρητής.
-Μια φορά, άρχισε ο Πέτρος, είχαν έρθει στο χωριό δύο ξένοι ορειβάτες.
Ήθελαν να ανέβουν σε μία δύσκολη κορυφή, αλλά δεν ήξεραν το δρόμο.
Ζήτησαν λοιπόν κάποιον οδηγό και τότε εγώ, επειδή ξέρω εκείνα τα μονοπάτια, προθυμοποιήθηκα να τους πάω. Όταν φτάσαμε στην κορυφή οι ξένοι πρόσεξαν πως τα πόδια μου ήσαν πληγωμένα.
-Γιατί μικρέ δεν φοράς παπούτσια; με ρώτησαν.
-Δεν έχω παπούτσια, κύριε, είμαστε φτωχοί.
Οι ξένοι τότε μου έδωσαν αρκετά χρήματα για να πάρω παπούτσια. Αλλά εγώ, επειδή ήξερα ότι η μητέρα μου δεν είχε παπούτσια, αγόρασα για εκείνη και όχι για μένα.
Συγκινημένος ο επιθεωρητής είπε:
-Μπράβο παιδί μου, έτσι θέλει ο Θεός να εφαρμόζουμε την πέμπτη εντολή. Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, για να ευτυχήσεις και να ζήσεις πολλά χρόνια πάνω στη γη.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΪΤΗΣ: ΠΟΙΑ ΗΘΙΚΗ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΕΟΝ;

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

* Ποιά ηθική υπάρχει πλέον; Το κακό έχει χτυπήσει την οικογένεια, την Παιδεία. Έχει χτυπήσει σε κάθε υγιές κύτταρο της κοινωνίας και σήμερα ζούμε τα αποτελέσματα αυτού του πολέμου. Τρέχουν οι άνθρωποι χωρίς να νοιάζονται για τον διπλανό τους. Η κοινωνία που ξέραμε δεν υπάρχει πια. Σήμερα κυριαρχεί ο ατομικισμός...

* Γιατί; Επειδή κάποιοι έπαιξαν με τον χαρακτήρα του Έλληνα και διάβρωσαν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Είναι αδιανόητο! Ο ατομικισμός ζει και βασιλεύει, ενώ η απάτη έγινε "χάρισμα". Μεγάλωσαν γενιές που διδάχτηκαν πως να αρπάξουν. Και αυτό σε ένα καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας... Μάλιστα, όσα πιο πολλά "αρπάζεις" τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από την τιμωρία. Αυτό το βλέπει ο Θεός. Σήμερα επιτρέπει να δεχτούμε μερικές σφαλιάρες, ελπίζοντας πως θα συνέλθουμε, όπως συμβαίνει και στους μεθυσμένους...


Ο ΠΑΠΑ ΣΑΒΒΑΣ, Ο ΡΟΥΜΑΝΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Στο Άγιο Όρος όχι και πολύ μακρυά από την Αγία Άννα, σε μία κορυφή ψηλά, μόλις που φαίνεται ένα κελί. Το είχε ένας πνευματικός παλιά, τον λέγανε παπά – Σάββα. Στους τόσους που εξομολογούσε ο παπά-Σάββας, ήτανε και ένας Ρουμάνος διάκονος. 

Νεαρός ακόμη ήρθε στον Άθω και ησύχαζε κάπου στην έρημο. Πνευματικέ μου, (του λέει μία μέρα ο διάκονος περίλυπος), μη ξεχάσεις να μνημονεύσεις αύριο στην λειτουργία την μητέρα μου που έχει τα τρίτα της. (Πέθανε δηλαδή πριν τρεις μέρες).
Και του λέει χωρίς να δείξει τώρα την αγωνία του ο πνευματικός:
Για πες μου παιδί μου: Η μητέρα σου έχει αύριο τα τρίτα της, δηλαδή πέθανε προχθές. Πέθανε στην Ρουμανία. Πώς εσύ σε δυό μέρες πληροφορήθηκες τον θάνατό της;
Μεσολάβησε λίγη σιγή, δεν υπήρχαν τηλέφωνα δεν είχαν τηλέφωνα, όπως εγώ στην σκήτη μου, δεν έχουμε ρεύμα. Δεν είχανε τηλέφωνα.
Πώς το έμαθα; Άρχισε να λέει δειλά ο διάκονος. Να, μου το είπε…
-Ποιος σου το είπε;
-Μου το είπε ο φύλακας άγγελος μου.
-Ο φύλακας άγγελος σου; Έχεις δει τον άγγελο σου;
-Αξιώθηκα να τον δω. Δεν είναι μια και δύο φορές, είναι τώρα δύο χρόνια μου παρουσιάζεται και με συντροφεύει στην προσευχή. Λέμε μαζί τους χαιρετισμούς κάνουμε μετάνοιες, ανοίγουμε πνευματικές συζητήσεις.
Εκείνο το δύο χρόνια, πίκρανε πολύ τον παπά-Σάββα.
-Και γιατί παιδί μου τόσο καιρό δε μου ανέφερες τίποτα;
-Μού είπε ο άγγελος πως δεν είναι απαραίτητο.
-Παιδί μου είσαι βέβαιος πως είναι άγγελος του Θεού αυτός που σου εμφανίζεται;
-Βέβαιος; Βεβαιότατος γέροντά μου, προσευχόμαστε μαζί, κάνουμε καθημερινώς χίλιες μετάνοιες, συζητούμε για την μέλλουσα ζωή, για τον Παράδεισο, ο φύλακας άγγελός μου είναι.
Ο διάκονος φαινόταν αμετάπειστος. Εκείνο όμως που τον έκανε δεκτικό ήταν η εμπιστοσύνη του στον θεοφώτιστο πνευματικό του. Αλλά πάλι έλεγε πώς μπορεί ο δαίμονας να με ενισχύσει στην προσευχή; Αυτός πολεμεί τους προσευχομένους.
Μετά από πολλά, συμφώνησαν να καταφύγουν σε μερικές
δοκιμασίες, να δοκιμάσουν τον φύλακα άγγελο. 

Ζήτησέ του μόλις ξανάρθει (λέει ο παπά-Σάββας) να πει το: Θεοτόκε Παρθένε, ακόμη πες του να κάνει το σημείο του Σταυρού. Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά. Όταν δύο ολόκληρα χρόνια σε έχει ο πονηρός τυλιγμένο στην πλάνη, τότε και τα μάτια σου, και τα αυτιά σου τα πλανεύει και φαντάζεσαι πως ακούς το Θεοτόκε Παρθένε και νομίζεις ότι τον βλέπεις να κάνει τον σταυρό του και να σταυροκοπιέται.

Στην επόμενη επίσκεψη ο διάκονος με κάποια ικανοποίηση ανάγγειλε στον πνευματικό: Γέροντά μου τα πράγματα έχουν όπως σου τα έλεγα είναι άγγελος του Θεού, είναι ο φύλακας άγγελός μου. Και το Θεοτόκε Παρθένε το είπε και τον σταυρό του τον έκανε.
Μόνο οι άγιοι και οι άγγελοι ξέρουνε τι σκεπτόμαστε. Ο διάβολος δεν έχει τις δυνάμεις που νομίζουμε. Δεν ξέρει τι σκεπτόμαστε. Οι άγγελοι ξέρουν τι σκεπτόμαστε. Οι άγιοι, όχι μόνο όσοι έχουν φύγει στον ουρανό αλλά και όσοι είναι ανάμεσά μας, μόλις μας δούνε, ξέρουνε τι σκεπτόμαστε. Ο διάβολος δεν το ξέρει.
Του λέει τώρα ο πνευματικός ο παπά-Σάββας: Πρόσεξε τι θα κάνουμε: Εγώ αυτή τη στιγμή, ακριβώς αυτή τη στιγμή κάτι θα σκεφθώ (σκέφθηκε κάτι εις βάρος του διαβόλου), και το αφήνω κρυφό, μέσα μου. Εσύ το βράδυ θα ζητήσεις από τον άγγελο να σου πει. Αν το βρει τότε χωρίς αμφιβολία είναι άγγελος από τον Θεό. Και να έρθεις να με ενημερώσεις.
Γυρίζοντας ο διάκονος στην καλύβη του, κάτι σάλευε μέσα του, κάτι σαν αγωνία, κάτι σα δυσάρεστη προαίσθηση. Από την άλλη μεριά θαύμαζε και την σπουδαία ιδέα του πνευματικού. Η υπόθεση θα περνούσε την κρίσιμη φάση της. Μόλις ζητήθηκε την νύχτα από τον άγγελο η λύση του προβλήματος, κάποια δυσδιάκριτη ταραχή, αυλάκωσε το φωτεινό πρόσωπό του. Φάνηκε να σαστίζει.
Μα αγαπητέ μου πάτερ, γιατί εσύ ανώτερος άνθρωπος να ενδιαφέρεσαι για τους λογισμούς ενός παπά; Αυτό είναι κατάντημα, φτωχές επιθυμίες. Δε προτιμάς να σου δείξω απόψε την κόλαση, τον παράδεισο, την δόξα της Κυρίας Θεοτόκου; Ο διάκονος που κάτι άρχισε να υποψιάζεται επέμεινε στο θέμα τους.
-Κάνω υπακοή στον πνευματικό μου, να μου πεις τι σκεφθηκε. Ο άγγελος με μερικούς ελιγμούς προσπάθησε να μεταφέρει αλλού την συζήτηση.
Ο διάκονος όμως με επιμονή τον μετέφερε στο θέμα. Άλλωστε οι τεχνικές αυτές υπεκφυγές δε του προξενούσαν καλή εντύπωση. Να μου πεις τι σκέφθηκε ο πνευματικός. Το θέμα είναι απλό! Γιατί αποφεύγεις; Το αγνοείς;
-Πρόσεξε διάκο, με τον μικροπρεπή τρόπο που μου συμπεριφέρεσαι κινδυνεύεις να χάσεις την εύνοιά μου.
-Δε ξέρω, σου ζητώ κάτι το εύκολο. Γνωρίζεις ή όχι επιτέλους, τι σκεφθηκε ο πνευματικός;
Την ώρα αυτή πετάχτηκε το λαμπερό προσωπείο. Μια φρικτή μορφή αποκαλύφθηκε και σαν από στόμα θηρίου ακούσθηκαν τα λόγια:
-Να χαθείς άθλιε, αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση και στην φωτιά, θα σε κάψουμε και θα σε καταστρέψουμε, αύριο αυτή την ώρα.
Και ο διάκονος έμεινε μόνος του και σωστό ερείπιο. Όλη η γλυκύτητα των οπτασιών δυο χρόνια τώρα δεν αντιστάθμιζε την τωρινή του πικρία.
Εάν δεν τον στήριζαν από μακρυά οι προσευχές του πνευματικού που ξαγρυπνούσε και παρακαλούσε για αυτόν, θα είχε παραδώσει το πνεύμα του. Πέρασαν αρκετές ώρες ώσπου να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια του. Η καλύβη του πια δεν τον χωρούσε. Πουθενά δεν έβλεπε ασφάλεια παρά μόνο κοντά στον πνευματικό. Σ’ όλη την διαδρομή βούιζε στα αυτιά του η απειλή: Αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση. Κι ο τρόμος τον διαπερνούσε μέχρι το μεδούλι.
Έφτασε όπως έφτασε ως την καλύβη της αναστάσεως. Έπιασε το ράσο του πνευματικού και δεν το άφηνε ούτε στιγμή, και την ώρα που έπρεπε να κοιμηθεί εκείνος λίγο, δίπλα του ο τρομοκρατημένος διάκονος. Μη φοβάσαι παιδί μου, ηρέμησε!
-Πώς να μη φοβηθώ πνευματικέ μου, που πλησιάζει η ώρα; πλησιάζει η ώρα που θα με πάρουνε! Χριστέ μου σώσε με! Και πράγματι την καθορισμένη ώρα, δέχθηκε βίαια επίθεση των πονηρών πνευμάτων.
Τι κραυγές τρόμου και απελπισίας ήταν αυτές! Σώσε με πνευματικέ μου, χάνομαι! Με παίρνουν! Σώσε με! Γονατίζει ο παπά-Σάββας και γεμάτος πόνο και δάκρυα, δέεται στον Κύριο να λυπηθεί τον δούλο του και να επιτιμήσει τους πονηρούς δαίμονες. Εισακούσθηκε η δέησή του. Και ο ταλαίπωρος διάκονος σώθηκε από στόματος λέοντος. Με τον χρόνο και την καθοδήγηση του παπά-Σάββα ο Ρουμάνος διάκονος ηρέμησε. Η πνευματική του ζωή πήρε καλή εξέλιξη, χειροτονήθηκε αργότερα και ιερέας, και διακρινόταν πάντα για την ευλάβειά του.

τού π. Νίκωνα, Νέα Σκήτη 

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΑΝΝΑΣ

Η νύχτα της Αγίας Άννας

Ξημέρωνε της Αγίας Άννης. Ένα ξεροβόρι μας έκανε να σηκώσουμε τον γιακά. Η αγρυπνία άρχιζε στις δέκα. Μπαίνοντας στην εκκλησία καταλάβαμε το διαφορετικό. Κατέβηκαν οι γιακάδες, ξεκουμπώθηκαν πανωφόρια και καρδιές, ζεστάθηκαν τα παγωμένα μέλη, αόρατος κυκλοφορούσε ο Παπαδιαμάντης -ευτυχής που μπορούσε να ξαναγράψει- άγιοι μπαινόβγαιναν αθέατοι -ένιωθες την ελαφρά αύρα του ερχομού τους-, ταπεινές οι φωνές των ψαλτάδων, ανθοστόλιστες οι εικόνες, το λείψανο του Αγ. Ρηγίνου ασφάλεια της νύχτας, ο παπα Μιχάλης στο ψαλτήρι εγγύηση ότι όλα θα είναι σεβαστικά και παπαδιαμαντικής υφής, το σκοτάδι σπλαχνικό, το λιγοστό φως ευγενικό, σκυμμένα κεφάλια, χέρια δεμένα μπροστά σε εκούσια υποταγή έρωτος προς το θείον και οι άγιοι να ανεβοκατεβαίνουν από τα εικονίσματα, άλλος στο Χερουβικό, άλλος στο Ευαγγέλιο, άλλος στο Κοινωνικό για να χαιδέψουν τα ανθρώπινα και να τα απαλύνουν σε μετάνοια και κατάνυξη.

Η μάνα μου αλλιώς κι' αυτή απόψε, έφερε το προσφοράκι που ζύμωσε, λιβάνι και καρβουνάκι για να τα καίνε οι άγγελλοι την ώρα που θα κοινωνούσε, νομίζω.
Η Ζωή δίπλα μου, έκλαιγε. Μετά μου είπε πως έβλεπε στην Ωραία Πύλη τον Γέροντα Ευμένιο με πορφυρή στολή γεμάτη χρυσούς σταυρούς... Καθόλου παράξενο να ήταν κι' αυτός εκεί. Τί είναι νάρθεις απ' τον Παράδεισο; Χόπ, ένα πήδημα και έφτασες.
Ο παπα Σπυρίδωνας έδινε το αντίδωρο, ο παπα Νικόλας τον άρτο.
Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, ο κόσμος αφού έπαιρνε και από τα δύο, δεν έφευγε.
Όλοι κοντοστέκονταν. Σαν να μην ήθελαν να πάψουν να αποτελούν πληθυσμό της οικίας του Κυρίου, σαν να ήταν εποχή κατακομβών και έξω περίμεναν οι διώκτες, σαν να ήταν στη μέση ενός θαύματος και δεν ήθελαν να βγουν εκτός του κάδρου των θαυμασίων.
Τελικά βγήκαμε στην κρύα νύχτα, πάλι. Μέσα μας, όλα ήταν ζεστά.
Αργότερα στις κουβέρτες, στα ενύπνια και στα χνώτα των σπιτικών μας, οσφραινόμαστε τα λιβάνια τούτης της παράξενης βραδυάς.
Έξω φυσούσε δυνατό ξεροβόρι. 'Η μήπως μας είχαν ακολουθήσει οι άγιοι που είχαν κατέβει να τιμήσουν την γιαγιά μας την Άννα, την μάνα της Κυράς της Παναγιάς;

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

ΗΜΟΥΝ ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΑΘΕΟΣ

 Ήμουν πλούσιος και άθεος

Πριν από όλα πρέπει να σας συστηθώ, για να με γνωρίσετε κάπως. Θα περάσουμε τόση ώρα μαζί, εγώ γράφοντας και εσείς διαβάζοντας αυτά που γράφω. Να μη γνωριζόμαστε καθόλου; Δεν είναι σωστό.

Θα αρχίσω από τα εύκολα. Πρώτα το πλούσιος. Ξέρετε τι θα πει πλούσιος. Να έχεις όσα χρήματα θέλεις, όποτε τα θέλεις, να κάνεις ό,τι θέλεις… και αφού τελειώσεις να σου περισσεύουν και για την επόμενη φορά… και τη μεθεπόμενη. Δηλαδή το θέμα χρήματα και τα οικονομικά κτλ. να μην υπάρχουν για σένα. Άνεση και ευρυχωρία να μαζεύεις και να ξοδεύεις, χωρίς να λογαριάζεις, χωρίς να διστάζεις, χωρίς να φοβάσαι. Σε αυτήν την περιοχή βρέθηκα εγώ. Τώρα ούτε το πώς, ούτε το γιατί, ούτε και το πόσα έχει καμία ιδιαίτερη σημασία, ούτε για εσάς, αλλά ούτε και για μένα. Αν δεν ήμουν άθεος, θα έλεγα έτσι τα ’φερε ο Θεός. Αλλά αφού Θεός δεν υπάρχει για μένα, πρέπει να πω έτσι τα ’φερε η τύχη. Και εδώ κάτι δεν μου πάει καλά, γιατί ούτε και στην τύχη πιστεύω. Ειδικά στο θέμα της τύχης, κάνω μια παρένθεση, πάντα το θεωρούσα πολύ ταπεινωτικό και φτηνό να καταφεύγω. Φορτώνουμε τη ζωή μας ολόκληρη, το περιεχόμενο της μέρας μας, τη ζωή των δικών μας σε κάτι, που καλά-καλά δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει… Μετά όμως λέω ότι κάτι πρέπει να υπάρχει… και έτσι ζαλισμένος όπως πάντα, χωρίς να το λύσω, το αφήνω το θέμα και πηγαίνω παρακάτω.

Πάμε τώρα στο άθεος. Μάλλον δεν είναι η σωστή λέξη. Πώς λέγεται αυτός, που δεν ασχολείται καν με το θέμα; Υπάρχει, δεν υπάρχει Θεός, δε με απασχολεί, ούτε τον χρειάζομαι. Δηλαδή, πώς περνάς από κάποιον δίπλα και ούτε γυρίζεις να τον κοιτάξεις; Σου είναι αδιάφορος. Έφυγες, τον ξέχασες…καπνός που διαλύθηκε. Κάτι τέτοιο. Άλλωστε όταν έχεις ό,τι θέλεις, όσα θέλεις, όποτε τα θέλεις, δεν ενδιαφέρεσαι για το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός. Εγώ δεν λέω ότι δεν υπάρχει, ούτε ότι υπάρχει. Λέω κάτι άλλο. Μου είναι αδιάφορος, δε διασταυρώνονται οι δρόμοι μας, πηγαίνω παρακάτω. Έτσι σκεφτόμουν, αυτό ήμουν. Λέω ήμουν, και το γιατί θα το καταλάβετε λίγο πιο κάτω.

Από εμφάνιση, πολύ κοινός, θα έλεγα. Τίποτα το ιδιαίτερο ή το ξεχωριστό επάνω μου. Οι άλλοι γύρω μου με έβλεπαν και ξεχωριστό και εντυπωσιακό και μοναδικό και αξιαγάπητο…, αλλά εσείς να πιστέψετε εμένα. Αυτά που έλεγαν οι άλλοι γύρω μου αφορούσαν την τσέπη μου και το πορτοφόλι μου και όχι εμένα. Και ήξεραν πολύ καλά τι είχε το πορτοφόλι μου και η τσέπη μου και οι λογαριασμοί μου στις Τράπεζες…. Από ηλικία, αν ενδιαφέρεστε, να υπολογίζετε κάπου στη μέση.
Τώρα πηγαίνουμε σε μια άλλη, πιο ενδιαφέρουσα περιοχή. Από πολύ ενωρίς στη ζωή μου είχα μια περίεργη αίσθηση, που συχνά ένιωθα να με κυνηγά, κάποτε να με βαραίνει κιόλας. Ένιωθα ότι κάνω κάτι λάθος στη ζωή μου. Όχι, δεν ζούσα καθόλου ανήθικα, ούτε εκφυλισμένα. Αντίθετα μάλιστα, έκανα πολύ καλή διαχείριση της περιουσίας μου και της ζωής μου. Είχα όμως ένα αίσθημα, έντονο μερικές φορές, ότι κάνω λάθος ζωή. Το αίσθημα αυτό με απασχολούσε και ήθελα να το αντιμετωπίσω. Είχα χρόνο να ξοδέψω με τον εαυτό μου και τις ανησυχίες μου, αλλά δεν έβρισκα την απάντηση, και αυτό με κούραζε. Τα στοιχεία που επιστράτευα και σύγκρινα τη ζωή μου είχαν πάντα σχέση με το κακό, τον εκφυλισμό, τις ακραίες καταστάσεις, με τη «νύχτα», την πρόκληση… Δεν χρωστούσα, δεν έκλεβα, το αντίθετο μάλιστα, απλόχερα βοηθούσα, και με ευχαρίστηση, όπου αντιλαμβανόμουν ότι υπήρχε ανάγκη. Δεν έβρισκα το λόγο να ανησυχώ. Επεξεργαζόμενος τη ζωή μου την βαθμολογούσα με πολύ καλούς βαθμούς και με κριτήρια πολύ αυστηρά.

Παρόλα αυτά κάτι μέσα μου μού έλεγε ότι είμαι σε λάθος δρόμο. Προσπάθησα να τους έχω όλους γύρω μου ευχαριστημένους και με το παραπάνω. Δεν μπόρεσα όμως να απαλλαγώ. Κοίταξα την εικόνα μου προς τους άλλους, έκανα διορθωτικές κινήσεις, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κάτι μέσα μου έφευγε και επανερχόταν και μου ’λεγε ότι δεν είναι αυτή η ζωή, δεν είναι αυτό το νόημά της, δεν είναι δυνατό να ζήσω και να τελειώσω όλη μου τη ζωή με τέτοιο περιεχόμενο.

Αντιλαμβάνεσθε ότι δεν ήμουν χαρούμενος, αλλά δεν ήμουν και δυστυχισμένος. Και γιατί να είμαι δυστυχισμένος, αφού είχα ό,τι ήθελα, όποτε το ήθελα; Αλλά τότε, γιατί να μην είμαι χαρούμενος; Τι ήταν αυτή η σκιά, που με ακολουθούσε;

Κάποτε τα κατάφερνα να την ξεχάσω αυτή τη σκέψη και να ξεμπερδεύω μαζί της. Ζούσα σα να μη συμβαίνει τίποτα. Όμως ερχόταν η ώρα του απολογισμού και μέσα μου ήμουν βέβαιος ότι είμαι σε λάθος δρόμο. Έβρισκα τη ζάπλουτη ζωή μου φτωχή και χωρίς καμία αξία. Κάποια στιγμή και τα πιο μεγάλα και εντυπωσιακά που έκανα στη ζωή μου με άφηναν αδιάφορο και με ανησυχούσε η παρουσία τους στη ζωή μου. Είχα έντονη την αίσθηση ότι κάποιοι ζουν πιο σωστή ζωή από τη δική μου, πιο καλή ζωή, πραγματικά αξιόλογη και όμορφη. Η δική μου ζωή δεν ήταν τέτοια και αυτό με βασάνιζε.

Μη νομίσετε ότι δεν έκανα τίποτα για όλα αυτά τα ενοχλητικά και αρνητικά συναισθήματα. Γιατρός δεν είμαι, αλλά τα πάω καλά με το διάβασμα και με το Internet. Το έψαξα το θέμα και από αυτής της πλευράς. Και για τις ντοπαμίνες έψαξα, τις σεροτονίνες, τα πάντα. Δεν ένιωθα άρρωστος, ούτε και το προφίλ μου ταίριαζε με των ασθενών και με τις ασθένειες που συναντούσα στην έρευνά μου.

Δεν έφτασα σε πολύ άσχημη κατάσταση, ούτε χρειάστηκε να χειροτερέψουν τα πράγματα στη ζωή μου πολύ. Μια μέρα έκανα μια σκέψη, ή πιο σωστά άκουσα μια σκέψη. «Πήγαινε σε ένα νοσοκομείο μια βόλτα», είπα στον εαυτό μου. Δεν αντέδρασα άσχημα στη σκέψη, ούτε με απώθησε η ιδέα. Δεν είχα κάποιο πρόβλημα υγείας ούτε κάποια ιδιαίτερη σχέση με γιατρούς και νοσοκομεία, αλλά δεν είχα και πρόβλημα να υπακούσω. Εύκολα αποφάσισα σε πολύ κοντινή ημερομηνία να πάω σε ένα μεγάλο κεντρικό νοσοκομείο, χωρίς να ξέρω ούτε τι θα κάνω εκεί, ούτε το γιατί θα πήγαινα. Απλώς πήγα. Η φωνή μέσα μου με περίμενε εκεί, στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου, και με βοήθησε. «Περπάτα στους διαδρόμους, στους ορόφους, περπάτα αργά και κοίταζε όσο μπορείς περισσότερο τους ανθρώπους που περνάνε δίπλα σου, τις συνθήκες, τις κινήσεις τους». Το έκανα. Ό,τι μου έλεγε η φωνή στη σκέψη μου το έκανα, χωρίς να επιστρατεύσω ιδιαίτερες δυνάμεις ή κάποιο ξεχωριστό θάρρος.

Τώρα δεν χρειάζεται να σας περιγράψω τι είδα στο νοσοκομείο. Ίσως εσείς να τα ξέρετε καλύτερα από εμένα. Χρειάζεται όμως να σας πω κάτι πολύ περίεργο, που σίγουρα δεν πάει το μυαλό σας. Ένιωθα πολύ όμορφα όλη αυτή την ώρα. Έστω με αυτές τις ήσυχες βόλτες που έκανα, ένιωθα πραγματικά όμορφα μέσα σε εκείνο το περιβάλλον. Βέβαια, δεν σας το κρύβω, ότι στην αρχή ένιωθα λίγο άβολα, γιατί όλοι εκεί μέσα στους διαδρόμους, στους θαλάμους, είχαν κάτι να κάνουν. Εγώ έκανα απλώς βόλτες και κοιτούσα γύρω μου. Κάπως αταίριαστο αυτό. Έτσι το είδα και εγώ στην αρχή. Μετά όμως προσαρμόστηκα. Κάποια στιγμή βοηθήθηκα λίγο περισσότερο, όταν πλησίασα μια γιαγιούλα σκυφτή και αργοκίνητη και της γέμισα ένα μικρό μπουκάλι νερό από τον καταψύκτη. Χαμογέλασα. Άρχισα να γίνομαι κάπως χρήσιμος και να έχω και εγώ κάποιο ρόλο… Ναι, ένιωθα καλά, και μάλιστα είχα ένα περίεργο αίσθημα, ότι γυρίζοντας πίσω στο σπίτι μου, όχι μόνο δεν θα έχω την αίσθηση ότι έχασα το χρόνο μου, όχι μόνο δεν θα μετανιώσω, αλλά ούτε θα ανέβει μέσα μου η σκέψη της λάθος κατεύθυνσης, της λάθος ζωής, που με απασχολούσε τόσο συχνά.

Δεν πήγα ξανά στο νοσοκομείο, αλλά έγινε κάτι άλλο μέσα μου. Ξόδεψα πολλές ώρες με το να θυμάμαι και να επεξεργάζομαι τα όσα είχα δει εκείνο το απόγευμα. Όχι τραγικά πράγματα, μην πάει το μυαλό σας. Τα βρήκα όμως πολύ ενδιαφέροντα και σε κάποιες περιπτώσεις συναρπαστικά. Χωρίς να με ενδιαφέρουν οι ειδικές λεπτομέρειες και τα ιατρικά πράγματα, σύγκρινα το περιεχόμενο της μέρας αυτών των ανθρώπων με το περιεχόμενο της δικής μου ζωής. Έμεινα άφωνος. Το παραδέχτηκα αμέσως. Αυτοί οι άνθρωπο ζούνε, ενώ εγώ δεν ζω. Δεν προσφέρω τίποτα σε κανένα. Δεν είμαι χρήσιμος σε κανέναν. Αυτοί οι άνθρωποι παλεύουν, ενώ εγώ δεν παλεύω για κανέναν και για τίποτα. Μου φάνηκε αμέσως πιο σωστή η ζωή τους από τη δική μου ζωή.

Το άφησα έτσι και πέρασε λίγος καιρός. Συνέπεσε να πλησιάζουν οι γιορτές των Χριστουγέννων εκείνης της χρονιάς. Ιδιαίτερα βαρετή και ενοχλητική περίοδος για μένα. Έβλεπα τους ανθρώπους γύρω μου να κάνουν τα πάντα για να ζήσουν και να μην καταρρεύσουν. Να κάνουν τα πάντα για να ξεχάσουν, να δραπετεύσουν, να κάνουν τρελά, απίθανα πράγματα για να γεμίσουν την άδεια τους ζωή, χωρίς αποτέλεσμα. Αυτό με ενοχλούσε πολύ. Μας έβλεπα όλους ριγμένους σε ένα λάκκο βαθύ, να προσπαθούμε να βγούμε στην επιφάνεια, στο φως, στον καθαρό αέρα. Και κάποιος να μας ρίχνει μέσα στο λάκκο φωτάκια χριστουγεννιάτικα πολύχρωμα, να μας πετάει δώρα, δέντρα στολισμένα, τσουρέκια. Κι εμείς να ξεγελιόμαστε, να στολίζουμε το λάκκο με φωτάκια, να στρώνουμε γιορτινά τραπέζια μέσα στο λάκκο… Η δυστυχία μου ήταν μεγάλη κάθε τέτοια εποχή.

Τυχαία άκουσα στο ραδιόφωνο, καθώς οδηγούσα, μια διαφήμιση για ένα μπαζάρ για την ενίσχυση ενός ιδρύματος για αυτιστικά παιδιά. Θα πάω, είπα. Και πήγα. Δεν πήγα ούτε να αγοράσω, ούτε να βοηθήσω οικονομικά. Θα σας εκνευρίσει να σας πω ότι δεν αγόρασα ούτε μία καρφίτσα. Ούτε άφησα κάποια γενναία επιταγή στο ίδρυμα. Συγγνώμη, δεν το έκανα. Έκανα κάτι πολύ πιο μεγάλο, γιατί αυτό είχα ανάγκη. Πέρασα από όλους τους πάγκους με τα δώρα, τα γλυκά, τις προσφορές. Δοκίμασα και τα μπισκότα που μου πρόσφεραν. Αλλά εγώ κοιτούσα τα πρόσωπά τους. Ναι, εκείνα τα πρόσωπα. Το ήξερα ότι ήταν οι γονείς των αυτιστικών παιδιών και οι δάσκαλοί τους. Ίσως και κάποιοι ψυχολόγοι, που υπηρετούσαν αυτά τα παιδιά. Τα πρόσωπά τους, Θεέ μου. Ήταν γελαστοί, ορεξάτοι, τα πρόσωπά τους ζεστά, φιλικά. Και όλοι τους είχαν ένα τόσο μεγάλο φορτίο στα σπίτια τους. Πραγματικά δυνατοί άνθρωποι, σκέφτηκα και θαύμασα. Καλοντυμένοι, περιποιημένοι, χαρούμενοι, με τα αστεία τους, με τα πειράγματά τους… Μετά κοίταξα τα παιδάκια του Ιδρύματος. Αυτά τα άρρωστα παιδάκια μαζί με τους γελαστούς γονείς τους. Πάλι μου ανέβηκε η ίδια σκέψη, αλλά αυτή τη φορά πολύ πιο μορφοποιημένη και συγκεκριμένη από την προηγούμενη φορά. Αυτοί οι άνθρωποι μου άρεσαν πιο πολύ από τον εαυτό μου. Η ζωή τους με αγγίζει, με πείθει ότι είναι ζωή με περιεχόμενο που αξίζει να ζήσεις…. Με πλησίασαν να μου συστηθούν μερικοί και να με γνωρίσουν. Δεν τόλμησα να πω την αλήθεια για το πώς και το γιατί βρέθηκα εκεί, μαζί τους εκείνο το βράδυ. Πώς να τους πω ότι έχασα το δρόμο μου στη ζωή, ότι ανακάλυψα ότι δεν ζω, ότι ζω λάθος ζωή και ότι ψάχνω για κάτι σωστό και γνήσιο να ζήσω;

Κάποια στιγμή μπήκε στην αίθουσα μία ομάδα μεγαλούτσικα παιδιά, με κασκόλ και σκουφιά και δύο κιθάρες. Αγόρια και κορίτσια. Πήγαν σε μια γωνιά και άρχισαν να τραγουδούν σαν μια μικρή χορωδία. Όλοι στράφηκαν προς το μέρος τους, τα παιδάκια πλησίασαν και άκουγαν χαρούμενα τις χριστουγεννιάτικες μελωδίες.

Πήρα το θάρρος και πλησίασα τα άρρωστα παιδάκια. Κανένας δε με ενόχλησε. Ήταν θαρρώ η πρώτη μου φορά που έσκυβα να πλησιάσω ένα παιδάκι, και μάλιστα με τέτοιο πρόβλημα, χωρίς να ξέρω ούτε πώς να το πλησιάσω, ούτε πώς να το χειριστώ. Αλλά ένιωθα ότι πολύ λίγο με ενδιέφερε. Ήταν σα να άπλωνα το χέρι μου να πάρω κάτι, κάτι που εγώ δεν είχα, δεν ένιωσα ποτέ μου, ενώ εκείνοι το είχαν, το είχαν και το ζούσαν κάθε μέρα.

Βγήκα έξω στο καθαρό και υγρό νυχτερινό αεράκι. Είχα πολλές, πάρα πολλές σκέψεις στο μυαλό μου και μια μεγάλη ανάγκη να τις επεξεργαστώ. Μη βιαστείτε να πείτε ότι σκέφτηκα να τα πουλήσω όλα και να τα αφήσω στο Ίδρυμα με τους πονεμένους πατεράδες και τις ηρωικές μητέρες αυτών των παιδιών. Όχι, δεν ήμουν τόσο επιπόλαιος να κάνω κινήσεις με τόσο κοντινή ημερομηνία λήξης. Στο προαύλιο του Ιδρύματος με περίμενε το καλό και ακριβό τζιπ μου. Ομολογώ ότι ήταν πολύ καλό και πολύ ακριβό. Κάποτε καμάρωνα. Όμως εδώ και χρόνια δε με άγγιζε τίποτα από όλα αυτά. Τη χλιδάτη και φανταχτερή ζωή τη θεωρούσα «παιδική αρρώστια», που την είχα περάσει εδώ και πολύ καιρό. Οι μεζονέτες, τα σπα, τα ακριβά εστιατόρια, οι υψηλές γνωριμίες, το αισθανόμουν ότι ήταν λάθος ζωή, αλλά τι να ’βαζα στη θέση τους; Αυτό δεν ήξερα…

Έμεινα έξω από το τζιπ, ακούμπησα επάνω του και κοίταξα τον ξάστερο δεκεμβριάτικο ουρανό. Μέσα μου είχαν γίνει πολλές ζυμώσεις και αρκετές αλλαγές. Αυτή η ζωή που έβλεπα γύρω μου τον τελευταίο καιρό ήταν πιο αξιόλογη ζωή από τη ζωή που έκανα εγώ και πιο σωστή. Μπορεί να είχε πόνο, αλλά είχε αλήθεια και δύναμη, ενώ η δική μου δεν είχε ούτε αλήθεια, ούτε δύναμη. Σιγά τη δύναμη που χρειάζεται να ξοδεύεις λεφτά, σκέφτηκα.

Μετά πήγε το μυαλό μου στην παιδική χορωδία. Πάλι άρχισα να μην καταλαβαίνω. Παιδιά είναι, αγόρια, κορίτσια… Γιατί κουβαλήθηκαν μέσα στη νύχτα στο Ίδρυμα; Δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν; Τα λόγια των τραγουδιών τους μιλούσαν για τον Θεό, για τον Ιησού Χριστό, που ήρθε στη γη μας. Τα ήξερα όλα αυτά, αλλά ποτέ δεν είχα σταματήσει μπροστά τους. Είχα τις δικές μου θεωρίες και απόψεις. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι είχα σηκώσει τα μάτια μου και κοιτούσα τον ουρανό. Ήταν πεντακάθαρος και ελκυστικός να τον κοιτάζεις. Όμως εγώ ένιωθα να μου μιλάει ο ουρανός. Μάλλον να μου γελάει με καλοσύνη… Αυτό το αίσθημα είχα, αλλά δεν ξέρω πώς να σας το περιγράψω. Ένιωσα κάτι να αλλάζει οριστικά μέσα μου, μια μεγάλη δύναμη και μια δυνατή αγάπη για αυτούς τους ανθρώπους. Πετάχτηκα και γύρισα πίσω, μέσα στην αίθουσα τρέχοντας. Μόλις πρόβαλα στην πόρτα, όλοι σταμάτησαν και γύρισαν στο μέρος μου.
-Σας ψάχναμε, γιατί φύγατε; μου είπε μία γλυκύτατη κυρία από τα τραπέζια. Κοντοστάθηκα. Εγώ να τους κοιτάζω και εκείνοι να με κοιτάζουν, σα να περίμεναν κάτι να ακούσουν από εμένα. Και όντως ένιωθα ότι είχα κάτι πολύ σημαντικό να τους πω. Πέρασα την πόρτα, σταμάτησα, σήκωσα τα μάτια μου και τους μίλησα.
-Εγώ έψαχνα εσάς, τους είπα πηγαία και αυθόρμητα. Δεν σας γνωρίζω ούτε με γνωρίζετε, όμως από την πρώτη στιγμή που σας είδα κατάλαβα ότι εγώ έχω ανάγκη εσάς, γιατί εσείς ζείτε, είσαστε δυνατοί μέσα στον αγώνα σας, στο ανηφόρι της ζωής έχετε χαρά και σκοπό που ζείτε και παλεύετε. Εγώ που με βλέπετε ούτε δυνατός είμαι, ούτε παλεύω, ούτε ανηφόρι έχει η ζωή μου και νομίζω ότι δεν ζω, ή ότι ζω λάθος ζωή. Αυτή η σκέψη δεν πέρασε ποτέ από το δικό σας μυαλό, από το δικό μου όμως περνάει κάθε μέρα. Αυτή είναι η μεγάλη μας διαφορά.
Η σιωπή ήταν απόλυτη. Όλοι κοιτούσαν εμένα. Μπροστά μου ακριβώς ένας μεσήλικας πατέρας με ένα αναπηρικό καροτσάκι και ένα σπαστικό αγοράκι, του χάιδευε τα μαλλάκια κι αυτό ηρεμούσε και με άκουγε.
-Να σας ζητήσω μια χάρη σας παρακαλώ, βρήκα τη δύναμη να συνεχίσω. Μπορείτε να με αφήσετε να σας βοηθήσω να μαζέψουμε τα τραπέζια, να σκουπίσω το πάτωμα, να πλύνω πιάτα, να τραγουδήσω μαζί σας;
Οι άνθρωποι κουνήθηκαν από τη θέση τους. Κάτι είπαν, αλλά εγώ δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα. Με πλησίασαν πολλοί, με πήραν στο τραπέζι τους τα παιδιά της χορωδίας. Μου μίλησαν για τον Ιησού Χριστό που αλλάζει, που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Με βοήθησαν να καταλάβω ότι αυτό που ζήλευα, γιατί δεν το είχα, ήταν η ζωή του Ιησού Χριστού, που είναι η μόνη αληθινή ζωή που αξίζει να ζήσεις. Μου χάρισαν μία Καινή Διαθήκη και όταν έβγαλα να πληρώσω για το φαγητό όλοι τους γέλασαν πραγματικά με την καρδιά τους. Ένιωσα άνετα να πλησιάσω τα παιδιά τους, να τους κάνω αστεία, γονάτισα δίπλα τους και έπαιξα με τα δώρα τους. Το μόνο που ήθελα πολύ, αλλά δεν κατάφερα να κάνω, ήταν να πλύνω τα πιάτα τους.

Την επόμενη φορά που πήγα στο Ίδρυμα δεν ήμουν μόνος στο αυτοκίνητο. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, το γέμισα με τα παιδιά τής χορωδίας, γιατί στο μεταξύ έμαθα και εγώ τους ύμνους στην εκκλησία και τραγουδούσα μαζί τους για τα παιδάκια. Κανένας όμως δεν ήξερε ακόμα τι είχε γίνει πραγματικά στη ζωή μου. Ήταν σα να ξανάρχιζα τη ζωή μου από την αρχή. Όχι πλούσιος και άθεος, όπως ξεκίνησα, αλλά λυτρωμένος πιστός του Ιησού Χριστού, που έκανε τη ζωή μου καινούργια και όμορφη και γεμάτη, να τη ζω και να την απολαμβάνω.

Λησμόνησα να σας πω ότι και το πλούσιος αλλάζει σιγά-σιγά.
Τώρα για παράδειγμα οδηγώ το αυτοκίνητο του Ιδρύματος, γιατί πολύ γρήγορα κατάλαβα πόσο ανάγκη είχαν ένα τέτοιο μεγάλο τζιπ για τα ψώνια τους και τις μεταφορές τους, ενώ εγώ βολεύομαι μια χαρά με ένα μικράκι ξεχασμένο, που είχα φοιτητής.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤH ΣΗΜΑΣΙΑ

 ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤH ΣΗΜΑΣΙΑ

Αγαπημένε μου.

Σε παρακολούθησα χθες, στην κουραστική και ανιαρή σου καθημερινότητα, και, δεν στο κρύβω, χάρηκα ιδιαίτερα.
Πρώτα σε είδα να σηκώνεσαι το πρωί και να ξεκινάς τη μέρα σου χωρίς προσευχή, και αυτό, πίστεψέ με, με γέμισε χαρά. Αν θυμάμαι καλά, ούτε το προηγούμενο βράδυ σε είδα να γονατίζεις να κλείσεις τη μέρα σου με προσευχή, ούτε καν πριν από το φαγητό σου δεν προσεύχεσαι πια και μου αρέσει πολύ αυτό, με κάνει ιδιαίτερα ευτυχισμένο.

Δεν βρίσκω λόγια να σου εκφράσω πόση χαρά μου δίνει να βλέπω τη ζωή σου να αλλάζει… Οι σκέψεις σου, οι προτιμήσεις σου, οι κινήσεις σου, οι επιλογές σου, το περιεχόμενο της κάθε σου μέρας. Ανόητε, δεν το καταλαβαίνεις ότι είσαι δικός μου;

Σε παρακολουθώ την ώρα της εκκλησίας, που υποτίθεται ότι πηγαίνεις να ακούσεις ένα κήρυγμα. Εσύ ταξιδεύεις κυριολεκτικά. Όλοι γύρω σου νομίζουν ότι προσέχεις το κήρυγμα, αλλά εσύ σκέφτεσαι τα δικά σου, τις δουλειές σου, τις επιθυμίες σου. Ακόμα και την ώρα της προσευχής μπορεί να σκύβεις το κεφάλι και να κλείνεις τα μάτια, αλλά κάθε άλλο παρά προσεύχεσαι. Συνεχίζεις να σκέφτεσαι τα δικά σου, να καταστρώνεις σχέδια, να επεξεργάζεσαι τις δουλειές σου. Και οι άλλοι γύρω σου σε βλέπουν σκυφτό και νομίζουν ότι προσεύχεσαι μαζί τους. Σε χαίρομαι που έχεις αρχίσει να ξαναγίνεσαι υποκριτής! Για κάποιο διάστημα το ’χα χάσει αυτό και με ανησυχούσε πολύ. Τότε που έλεγες όλες αυτές τις ανοησίες ότι αναγεννήθηκες, ότι πίστεψες και έδωσες την καρδιά σου στον Χριστό… Τι λες τώρα, σε ποιον τα λες αυτά; Ποια καρδιά έδωσες; Ρώτα εμένα να σου πω πού είναι καρδιά σου…Ακόμα και την ώρα της κοινωνίας του σώματος και του αίματος του Χριστού, όταν παίρνεις μέρος στο Δείπνο του Κυρίου, εσύ ταξιδεύεις. Είναι φανερό ότι το έχεις συνηθίσει πια και δεν σου λέει τίποτα. Πάλι τις δουλειές σου σκέφτεσαι, πάλι κουβεντούλα έχεις με τον εαυτό σου, πάλι με τα δικά σου ασχολείσαι. Βλέπω ότι άρχισες να το βαριέσαι κιόλας, κι αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα. Μπράβο σου, έχεις κάνει μεγάλη πρόοδο από τότε που σε έχασα για λίγο, και αυτό με κάνει ιδιαίτερα περήφανο... Είσαι άξιος συγχαρητηρίων.

Δεν στο κρύβω, όταν σε πρωτοείδα να πηγαίνεις στην εκκλησία, να λες ότι μετανόησες για τις αμαρτίες σου, ότι πίστεψες, εγώ ταράχτηκα και ένιωσα ότι σε χάνω. Αλλά δεν σταμάτησα. Με ξέρεις εμένα πόσο υπομονετικός και μεθοδικός είμαι. Από αυτά που βλέπω στη ζωή σου κάθε σου μέρα, είμαι σίγουρος ότι είσαι δικός μας.

Δε θέλει δα και φοβερή εξυπνάδα για να καταλάβει κανείς πού βρίσκεσαι και ποιο είναι το πραγματικό αφεντικό σου. Είσαι υποκριτής, λες ψέματα, πολλά ψέματα, και μάλιστα με τον πιο φυσικό τρόπο. Λες ψέματα και στον ίδιο τον Θεό. Να σου φανερώσω κάτι, που μάλλον θα σε τρομάξει. Αυτό ούτε εγώ δεν τολμάω να το κάνω. Όταν στέκομαι μπροστά Του, Τού λέω αυτό που πιστεύω στην πονηρή μου καρδιά, που είναι γεμάτη κακία για όλους σας, και για Εκείνον. Αλλά ψέματα δεν τολμάω να Του πω, εσύ όμως Του λες.

Βλέπω ότι άρχισες να λερώνεις σιγά-σιγά την…«καθαρή και άγια» καρδιά σου, μπροστά στην τηλεόραση για παράδειγμα, με αυτά που διαλέγεις να παρακολουθείς, ιδιαίτερα τα βράδια, τα περιοδικά που ξεφυλλίζεις ή κρυφοκοιτάς, το περιεχόμενο που έχεις στη σκέψη σου και που ανεβαίνει στην καρδιά σου.

Έχεις στην καρδιά σου μίσος και ζήλια. Λες ότι σε καθάρισε ο Χριστός, από τι σε καθάρισε; Εγώ, από αυτά που βλέπω στη ζωή σου κάθε μέρα, δεν αντιλαμβάνομαι να ’χει αλλάξει κάτι επάνω σου, και αυτό με ευχαριστεί ιδιαίτερα. Και κλέβεις όταν μπορείς, και μοιχεύεις, και πάθη έχεις, και αδυναμίες, και το κουτσομπολιό σου αρέσει, και κατηγορείς εύκολα και άδικα τον διπλανό σου, και ασέβεια έχεις, είσαι τεμπέλης, είσαι αδιάφορος, η ζωή σου είναι ένα ελεεινό παράδειγμα στα παιδιά σου. Το βέβαιο είναι ότι αν βγάλει κανείς έξω τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, την υπόλοιπη χρονιά δεν σου λέει τίποτα ο Ιησούς, ούτε που Τον θυμάσαι, ούτε που Τον λογαριάζεις. Μόνη εξαίρεση, αν Τον χρειαστείς για καμιά δουλειά, καμιά εξυπηρέτηση, να βάλει ένα χεράκι… να συγχωρήσει καμιά αμαρτία…

Είχα δίκιο τελικά, όταν έλεγα σε όλους εδώ στην παρέα, ότι σε ξέρω καλά και ότι πολύ σύντομα θα είσαι πάλι μαζί μας, πάλι δικός μας.
Σε βλέπω τώρα πώς κοιτάζεις τον κόσμο μου, πώς σου αρέσουν οι βιτρίνες, τα ακριβά ψώνια, με τι λαχτάρα κοιτάζεις τα πολυτελή, αστραφτερά αυτοκίνητα. Να σου πω κάτι; Έτσι γίνομαι κι εγώ παιδί του Θεού… να Τον έχω δηλαδή να με συγχωρεί, να με βοηθάει, να με ευλογεί, κι εγώ να κρυφοκοιτάζω με αγάπη τον κόσμο. Τελικά δεν είσαι τόσο έξυπνος όσο νόμιζα, γιατί αν ήσουν θα καταλάβαινες ότι αυτά που σκέφτεσαι δεν γίνονται στην πράξη. Μοιρασμένο δεν σε θέλει κανένας μας. Ούτε Αυτός, ούτε εγώ. Σε θέλουμε ολόκληρο και ολόψυχα δικό μας. Εμένα με χαροποιεί ιδιαίτερα να σε βλέπω να παλεύεις να μείνεις ανάμεσα στα δύο, γιατί το ξέρω με σιγουριά ότι απ΄ αυτήν και μόνο την επιλογή της καρδιάς σου φαίνεται ότι είσαι σίγουρα δικός μου…

Πώς να μην πανηγυρίσω , μετά από τόσον καιρό που κινδύνευσα να σε χάσω, όταν σε βλέπω να γυρίζεις στα ίδια τα δικά μου, τα αγαπημένα έργα του σκοταδιού; Είσαι φίλαυτος, είσαι καμαρωτός εγωιστής, ζεις μόνο για τον εαυτό σου και τα είδωλά σου, μεταχειρίζεσαι πονηριές, αποσιωπάς ή νοθεύεις την αλήθεια από σκοπιμότητα, χρησιμοποιείς ίντριγκες, μεθοδεύσεις, πιστεύεις στον εαυτό σου, αγαπάς τα χρήματα, τα κυνηγάς, λατρεύεις το όμορφο, το ακριβό, το μοντέρνο, στηρίζεσαι σ’ αυτά, τα επιθυμείς, και αδιαφορείς για τον πόνο, την ανάγκη, τα δάκρυα που υπάρχουν γύρω σου.

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ πίσω, στο κόσμο μας, με τους φαρδείς και ευρύχωρους δρόμους, τις ομορφιές του, τις απολαύσεις του και την κατάληξή του, που είναι σίγουρα η αιώνια απώλεια. Θέλω να είμαι πέρα για πέρα ξεκάθαρος μαζί σου. Δεν ξεχνάω ότι πορευτήκαμε μαζί τόσα χρόνια και ότι παραλίγο να σε χάσω, πράγμα που θα μου κόστιζε πολύ. Ο Θεός σε αγαπά ανόητε, γνήσια και ειλικρινά, σε αγαπά με όλη Του την καρδιά και έχει μεγάλα και δοξασμένα σχέδια για εσένα και για αυτή τη ζωή, αλλά και αιώνια στη Βασιλεία Του. Αυτό είναι βέβαιο και το ξέρω καλά. Εγώ αντίθετα σε μισώ, σε μισώ αφάνταστα. Με πέταξε έξω από τον Ουρανό Του και χρησιμοποιώ εσένα και τους άλλους για Τον εκδικηθώ γι’ αυτό που μου έκανε. Θα κάνω τη ζωή σου μίζερη και δυστυχισμένη. Θα ζήσεις από τώρα την κόλαση. Τώρα, που ξέρω ότι είσαι πραγματικά δικός μου, δεν θα σε αφήσω από τα μάτια μου ούτε στιγμή, μέχρι να το εξασφαλίσω ότι θα καταλήξεις σίγουρα στην κόλαση. Αυτό, πίστεψέ με, πονάει πολύ τον Θεό, γιατί είσαι δημιούργημα δικό Του και σε αγαπάει αληθινά, αλλά εμένα, που σε μισώ και μισώ κι Εκείνον, με γεμίζει χαρά και ικανοποίηση αυτή η σκέψη και θα κάνω ό,τι μπορώ να σε πάρω μαζί μου στην αιώνια κόλαση .

Αυτό το γράμμα είναι ένα γράμμα ευγνωμοσύνης και χαράς για την επιστροφή σου σε μας. Και να ξέρεις ότι έχουμε έτοιμα σχέδια για να σε χρησιμοποιήσουμε να πλανήσεις κι άλλους, πολλούς, και να καταλήξουμε όλοι μαζί μια μέρα στη φωτιά της κόλασης, κάτι που θα κάνει τον Θεό να πονάει ακόμα περισσότερο. Θα σε κάνω εγώ αγνώριστο. Θα σε ρίξω ακόμα πιο βαθιά στο σκοτάδι και στην ντροπή. Θα σε εκδικηθώ, γιατί θέλησες, ανόητε, να φύγεις από τον κόσμο μου και να πας σ’ Εκείνον, που Τον μισώ με όλη μου την ψυχή.

Τώρα θα πρέπει να φύγω, αλλά θα επιστρέψω σε λίγα λεπτά με άλλο πρόσωπο, για να σε σπρώξω πιο βαθιά στην αμαρτία, να κυλιστούμε και οι δυο μαζί πάλι στο βούρκο, που τόσο αγαπάμε και οι δυο από παλιά. Θα έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα επάνω σου μήπως συνέλθεις και μετανοήσεις και επιστρέψεις σ’ Εκείνον. Θα σε εμποδίσω με όλες μου τις δυνάμεις. Μη με υποτιμάς. Εγώ προσωπικά το προτιμώ, γιατί έτσι γίνομαι πιο αποτελεσματικός, αλλά σε πληροφορώ ότι όσοι με υποτίμησαν έχασαν…

Εάν πραγματικά με αγαπάς, μη μοιραστείς αυτό το γράμμα μου με άλλους!
Σου γράφω με τη βεβαιότητα ότι δεν θα με απογοητεύσεις….

Ο ΣΑΤΑΝΑΣ

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΜΕ ΜΙΣΗ ΚΑΡΔΙΑ!

Ένας ηλικιωμένος ξυλουργός κόντευε να βγει στη σύνταξη, και είπε στο αφεντικό του τα σχέδια του για να φύγει και να ζήσει πιο ξεκούραστα μαζί με τη γυναίκα του. Βέβαια δεν θα συνέχιζε να βγάζει τόσα λεφτά, όμως έπρεπε να βγει στη σύνταξη. Θα τα κατάφερναν.

Ο εργολάβος του στεναχωρήθηκε που θα έφευγε ένας τόσο καλός μάστορας, και ζήτησε από τον ξυλουργό αν θα μπορούσε να του χτίσει άλλο ένα σπίτι σαν προσωπική του χάρη.
 

Ο ξυλουργός είπε ναι, όμως όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν δύσκολο να παρατηρήσει κάποιος πως δεν δούλευε με όλη του τη καρδιά. Χρησιμοποιούσε υλικά κατώτερης ποιότητας, και έκανε επιπόλαιη δουλειά. Ήταν ο χειρότερος τρόπος για να τελειώσει μια καριέρα γεμάτη αφοσίωση και επιτυχίες.


Όταν ο ξυλουργός τελείωσε το έργο, ήρθε ο εργολάβος να επιθεωρήσει το σπίτι. Έδωσε το κλειδί της εισόδου στον ξυλουργό και του είπε, "Αυτό το σπίτι είναι δικό σου, ένα δώρο από μένα για σένα."

Ο ξυλουργός έμεινε άναυδος!


Τι κρίμα! Αν μόνο ήξερε πως έχτιζε το δικό του σπίτι, θα το είχε κάνει εντελώς διαφορετικά.
Χτίζουμε τη ζωή μας, μέρα με την μέρα, πολύ συχνά μη κάνοντας το καλύτερο σ’ αυτό που κάνουμε. Οι ενέργειές μας βάζουν μερικά τούβλα στο οικοδόμημα του κόσμου, μέσα στο οποίο βρίσκεται και το δικό μας σπίτι.

Αν βιάζεσαι να δεις τον κόσμο να γίνεται καλύτερος, άρχισε από τον εαυτό σου. Είναι ο συντομότερος δρόμος.

ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΣΕΣΜΕ: "ΘΕΟΣ ΕΙΣΑΙ, ΟΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΝΕΙΣ"


Κάποιος ιερεύς, προ του 1940, καθώς μου διηγείτο ένας εγγονός του, πήγε ένα πρωινό, πού ήταν γιορτή, στην Εκκλησία, για να λειτουργήσει.

Τα καντήλια ήταν όλα σβηστά, γιατί από κάποιο σπασμένο τζάμι έμπαινε αέρας. Τα είχε σβήσει όλα, ακόμα και το ακοίμητο καντήλι. Στενοχωρήθηκε ο παππούλης, γιατί ήταν ευλαβής. Ψάχνεται για σπίρτα, δεν είχε. Κοιτάζει στο παγκάρι, κοιτάζει στα ντουλάπια, ψάχνει από δω, ψάχνει από κει, δεν βρίσκει τίποτα. Του ‘ρθαν δάκρυα στα μάτια, γιατί έπρεπε να πάει πάλι πίσω στο σπίτι. Ήταν όμως χειμώνας, έβρεχε, φυσούσε δυνατός αέρας, παγωμένος βοριάς, επικρατούσε μεγάλη κακοκαιρία…

Ξαφνικά λοιπόν, γυρίζει πίσω του, κοιτάζει… το θυμιατό ήταν αναμμένο! ‘ Υπήρχαν μέσα κάρβουνα ολοκόκκινα!(Την παλαιά εποχή είχαν κάρβουνα. Τα πρόλαβα κι εγώ βέβαια. Είχαμε ένα μικρό μαγκάλι, άναβε ο καντηλανάφτης από πολύ πρωί τα κάρβουνα, κοκκίνιζαν αυτά και παίρναμε έπειτα με τη μασιά, βάζαμε στο θυμιατό και πάνω σ’ αυτό ρίχναμε το θυμίαμα.) 
Αφού είδε λοιπόν το θυμιατό αναμμένο και το κοίταζε με έκπληξη, έβαλε ένα χαρτάκι, το άναψε, μ’ αυτό άναψε ένα κερί και με το κερί άναψε πρώτα το ακοίμητο καντηλάκι και υστέρα όλα τ’ άλλα καντήλια. Κάθε τόσο γύριζε και κοίταζε το θυμιατό. και έλεγε:

Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύματα κάνει ο Θεός! Όταν θέλει, κάνει θαύματα!… τι θαύμα ήταν πάλι τούτο! Ήρθε κατόπιν ο ψάλτης, άρχισε ο Όρθρος, το θυμιατό παρέμενε ολοκόκκινο! Στην ενάτη ωδή, την «Τιμιωτέραν», το παίρνει για να θυμιάση και βλέπει μέσα από το θυμιατό να βγαίνουν ευώδεις στήλες καπνού, σαν να είχε ρίξει μέσα θυμίαμα!

- Μα, εγώ, λέει, δεν έβαλα θυμίαμα! Κύριε, ελέησον! Τέλος πάντων, είπε, και, γυρνώντας προς την Αγία Τράπεζα, πρόσθεσε:

- Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις! Σε λίγο ήρθε ο εγγονός του.

- Μην το πειράξεις, του λέει, καθόλου το θυμιατό. Άφησέ το έτσι, γιατί ο Θεός ό,τι θέλει κάνει, αγοράκι μου, ό,τι θέλει κάνει!…

Καλά, παππού, είπε το παιδάκι. Όσες φορές λοιπόν χρειάστηκε να θυμιατίσει από την Πρόθεση μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το θυμιατό ήταν ολοκόκκινο, με αναμμένα τα κάρβουνα και πάντοτε έτοιμο για θυμιάτισμα, έβγαζε από μόνο του και μπροστά στα μάτια του εγγονού θυμίαμα ευώδες! 
Μόλις το έπαιρνε, έβγαιναν ευωδέστατοι καπνοί μυρίων αρωμάτων, οι όποιοι απλώνονταν σε ολόκληρο τον Ναό. Όλος ο Ναός ευωδίαζε! Έκανε εντύπωση και στους χριστιανούς και, όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, του έλεγαν:

- «Ε, παπά μου, πού το βρήκες αυτό το καλό θυμίαμα; Στον εγγονό του είπε τα εξής:

- Μην το πεις πουθενά, μόνο όταν πεθάνω. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει!… Αυτά έλεγε ο παπα Γιάννης από τον Τσεσμέ…

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΄΄ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ΄΄ ΤΟΥ ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ