ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ: ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΝΑ ΤΟΝ ΘΕΟΠΟΙΗΣΕΙ!

Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Έρχεται ο Θεός προς τον άνθρωπο να τον θεοποιήσει! 

Σ’ όλη την ιστορία διαφαίνεται η επίδρασι των διδασκάλων, και γενικά των διαφόρων φορέων των γνώσεων, στους μαθητάς και θαυμαστάς τους, μέχρι του σημείου να πείθεται ο καθένας ότι αυτές οι επιδράσεις είναι φυσικός νόμος.

Αναφέρομε τον νόμο της επιρροής σαν κάτι το συγκεκριμένο, που λειτουργεί μέσω των φυσικών νόμων και μόνον, για να παραστήσωμεν έπειτα σαφέστερα την πραγματικότητα και το μέγεθος του υπέρ φύσιν περισσεύματος, που ενεργεί σε μας η επιρροή της χάριτος, την οποία παρέχει ο δικός μας Καθηγητής και Διδάσκαλος.

Ο νόμος της επιδράσεως επιβάλλει την εξομοίωσι με κείνον που συνήθως θαυμάζομε και αγαπούμε. Είναι ένα είδος μεταμορφώσεως των χαρακτήρων, επιδράσεως του ενός επί του άλλου, αρκεί το ενδιαφέρον και ο θαυμασμός να είναι αληθινά. Επάνω στον Ιωνάθαν βλέπομεν εξ ολοκλήρου τον Δαβίδ και τανάπαλιν.

Λέγεται διά τον Φίλωνα, τον θερμό ζηλωτή της πλατωνικής διδασκαλίας, ότι τόσον αφομοίωσε τον θαυμαζόμενον διδάσκαλον, ώστε σχεδόν μετεμορφώθη κατά το δικό του πρότυπο, και πάντοτε ελέγετο στις μέρες του ότι «ή ο Φίλων πλατωνίζει ή ο Πλάτων φιλωνίζει».

Με ένα λόγο, ολόκληρη η πανανθρώπινη αξιοπρέπεια θεμελιώνεται επί του αξιώματος της επιρροής.

Αυτή την επιμονή μου τη στηρίζω στον Παύλο, ο οποίος προβάλλει με σοβαρότητα αυτόν τον νόμο της επιρροής σαν βέβαιο κανόνα μεταμορφώσεως των πιστών στο πρότυπό των, αφού εκ των προτέρων ο ίδιος το έπαθε, και δικαίως παροτρύνει «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού».

Και ιδού πώς παραδίδει το μάθημα ο άριστος αυτός καθηγητής· «όλοι εμείς χωρίς κάλυμμα στο πρόσωπο, κοιτάζουμε σε καθρέφτη τη λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτήν τη λαμπρή εικόνα του, βαδίζοντας από δόξα σε δόξα με την ενέργεια του Κυρίου, που είναι το Πνεύμα» (Β’ Κορ. 3, 18).

Εδώ εμείς δεν θα σκεφθούμε τον Κύριό μας, του οποίου την δόξαν, τον χαρακτήρα, αντικατοπτρίζομεν προς μίμησιν, σαν ένα απλόν διδάσκαλον, φιλόσοφον ή μουσουργόν, ώστε ο απλός νόμος της επιρροής να μας επηρεάση;

Ο Χριστός μας, ως Πανσθενουργός Θεός, επιδρά επάνω μας αν θελήσωμε πέρα των φυσικών νόμων διά της υπέρ εκ περισσού χάριτός του, γιατί ακριβώς ήλθε, ίνα ζωήν έχωμεν και περισσόν έχωμεν. «Εγώ γαρ, φησί, ζω και υμείς ζήσεσθε».

Για μας ο Χριστός δεν είναι μόνον ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ο Κύριος της δόξης, του οποίου η χάρις ως ζώσα ενέργεια μένει μεθ’ ημών εις τους αιώνας, κατά την αψευδή του επαγγελία, τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα γινομένη τοις πάσι τα πάντα.

Ο ανωτέρω λόγος του Παύλου προς τους Κορινθίους είναι η πρακτικώτερη μέθοδος του αγιασμού, που μεταδίδεται εις όσους πιστούς με προσοχή κι ενδιαφέρον αντανακλούν επάνω των τον Θείον χαρακτήρα του Κυρίου μας, διότι απαραβάτως κατά τον αυτόν χαρακτήρα θα μεταμορφούνται σταδιακώς από δόξης εις δόξαν, καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος.

Και ιδού πώς ο Ιησούς μας παρακινεί τους ιδίους· «εάν εμοί διακονή τις, εμοί ακολουθήτω» και «όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται». Η παντελής μίμησις του Χριστού από μέρους του ανθρώπου δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή.

Υπάρχει όμως το ενδεχόμενον ανθρωπίνως να κατορθωθή και γίνεται εις όσους δύνανται να ειπούν μετά παρρησίας, «ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν σοι». Μόνον εκείνοι λαμβάνουσι δύναμιν «του τε μιμήσασθαι. Αυτόν και του προς πάσας τας εντολάς αυτού κατορθώσαι», κατά Μάξιμον τον Ομολογητήν.

Προαναφέραμε τον νόμο της επιρροής κατά τους φυσικούς λόγους, αλλά εδώ η μίμησις του Χριστού – Θεού δεν είναι μόνον φυσικός νόμος αντιγραφής παραδείγματος ή συστήματος συμπεριφοράς. Ασφαλώς και αυτά συντελούν.

Ο λόγος όμως εδώ είναι ότι δεν βαδίζει ο άνθρωπος προς τον Θεόν να τον μιμηθή, αλλά έρχεται ο Θεός προς τον άνθρωπον να τον θεοποιήση. Το πρώτον είναι μηχανικό, ενώ το δεύτερο είναι οργανικό· το ένα είναι ανθρώπινο, το άλλο είναι θεοπρεπές.

Στην εξ ημών προσπάθειαν «όσα μεν χωρούμεν μιμούμεθα, όσα δε ου χωρεί η φύσις προς μίμησιν σεβόμεθά τε και προσκυνούμεν», κατά τον Γρηγόριο Νύσσης. Εάν ο Κύριός μας πληροφορεί ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», και η μίμησις του υπό των πιστών πραγματοποιείται διά της Θείας του χάριτος με την συνεργασία της αυταπαρνήσεως.

«Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι. Ος γαρ εάν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ αν απολέση τη την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν».

Εκ τούτου συμπεραίνεται ότι στην περιεκτικήν αυτήν αυταπάρνησιν, που εισαγόμεθα άνευ περιστροφών, αναγκαζόμεθα να βαδίσωμεν κατά της πεπτωκυίας μας φύσεως και όλων των συστημάτων της συμβατικότητος του ψευδοπολιτισμού και να σηκώσωμεν τον σταυρόν και τον ονειδισμόν του Χριστού, όσον και αν φαίνεται τούτο πρόκλησις στην ορθολογιστικήν έννοια του κόσμου τούτου.

Το νόημα του πεπλανημένου κόσμου είναι το φρόνημα του εκπεσόντος πρώην εωσφόρου και νυν σατανά απατήσαντος τον πρώτον άνθρωπον να φρονήση αναρχικώς και ιδιοτελώς, αρρώστια μετασχηματιζομένη λεκτικώς έως σήμερον και έως της συντελείας εις τους υιούς της απειθείας.

Αυτήν την ασθένεια και πάσαν άλλην συναφή της φθοράς και του θανάτου παραίτιον εθεράπευσεν ο κλίνας ουρανούς και καταβάς Θεός Λόγος διά της ταπεινώσεως και υπακοής του προς τον Θεόν Πατέρα, διότι κατά τον Παύλον «ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, καίπερ εν μορφή Θεού υπάρχων, αλλ’ εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γευόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού».

Το ζωντανό αυτό παράδειγμα της ταπεινώσεως του Θεού Λόγου, της «κενώσεώς» του, είναι ο δείκτης της χριστιανικής ζωής. Το νόημα της εν Χριστώ βιωτής είναι το ταπεινό φρόνημα, που συντρίβει την υπερηφάνεια του διαβόλου και πάσαν ιδιοτέλειαν. 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Λόγοι παρακλήσεως» και το κεφάλαιο «Μίμηση του Χριστού ή ‘περί του κατ’ ίχνος Αυτώ ακολουθείν’» των  εκδόσεων της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους.

ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ!



 Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Οι τρεις τάξεις της χάριτος 

Σε τρεις τάξεις διαιρείται η χάρις: Καθαρτική, φωτιστική, τελειωτική. Σε τρεις και η ζωή μας: Κατά φύσιν, υπέρ φύσιν, παρά φύσιν. Σε αυτές τις τρεις τάξεις ανέρχεται και κατέρχεται. Τρία είναι και τα μεγάλα χαρίσματα, που λαμβάνει: Θεωρία, αγάπη, απάθεια.

Λοιπόν στην “πράξιν” συνεργεί χάρις καθαρτική, η οποία βοηθά στην κάθαρση. Και κάθε ένας, που μετανόησε, η χάρις είναι που τον προτρέπει στη μετάνοια. Και όσα κάνει της χάριτος είναι, αν και δεν το γνωρίζει αυτός που την έχει, όμως αυτή τον τροφοδοτεί και τον οδηγεί. Και ανάλογα με την προκοπή του, ανέρχεται ή κατέρχεται ή μένει στην ιδία κατάσταση. Εάν έχει ζήλο και αυταπάρνηση ανεβαίνει σε θεωρία, την οποία διαδέχεται φωτισμός θείας γνώσεως και λίγη απάθεια. Εάν ψυχρανθεί ο ζήλος, η προθυμία, τότε συστέλλεται και η ενέργεια της χάριτος.

Γι’ αυτόν που λες ότι γνωρίζει να προσεύχεται, είναι εκείνος που γνωρίζει τι εύχεται και τι ζητά από τον Θεό. Αυτός που γνωρίζει να προσεύχεται δεν βαττολογεί, δεν ζητά περιττά· αλλά γνωρίζει τον τόπο, τον τρόπο και τον καιρό και ζητά τα αρμόδια και ωφέλιμα της ψυχής του. Επικοινωνεί νοερά με το Χριστόν. Τον πιάνει και τον κατέχει και “δεν θα σε αφήσω, λέγει, εις τον αιώνα”.

Εκείνος που προσεύχεται ζητά την άφεση των αμαρτιών, ζητά το έλεος του Κυρίου. Εάν ζητά και μεγάλα, όχι στον κατάλληλο καιρό, δεν του τα δίδει ο Κύριος. Διότι ο Θεός τα δίνει με τάξη. Και, αν εσύ τον κουράζεις ζητώντας, αφήνει το πνεύμα της πλάνης και προσποιείται τη χάρη και σε πλανά, δείχνοντάς σου άλλα αντί άλλων. Γι’ αυτό δεν είναι ωφέλιμο να ζητά κανείς τα υπέρμετρα. Αλλά, και αν εισακουσθεί προ του καθαρισμού, όταν δεν είναι στην τάξη, γίνονται φίδια και βλάπτουν. Συ έχε μετάνοια καθαρή, κάνε σε όλους υπακοή, και μόνη της η χάρη θα έλθει χωρίς εσύ να το ζητάς.

Ο άνθρωπος σαν βρέφος που ψελλίζει ζητά από τον Θεό το θέλημά του το άγιο. Ο Θεός, σαν Πατέρας υπεράγαθος, του δίδει τη χάρη, αλλά του δίδει και πειρασμούς, Εάν υπομένει αγόγγυστα τους πειρασμούς λαμβάνει προσθήκη της χάριτος. Όση περισσότερη χάρη λαμβάνει, τόσο αυξάνονται και οι πειρασμοί. Οι δαίμονες, όταν πλησιάζουν, για να σε πολεμήσουν, δεν πηγαίνουν εκεί που εσύ εύκολα θα τους νικήσεις, αλλά δοκιμάζουν, πού έχεις αδυναμία. Εκεί που εσύ δεν τους περιμένεις, εκεί πολιορκούν το κάστρο. Και, όταν βρουν ψυχή ασθενική και μέρος αδύνατο, πάντα εκεί νικούν και τον κάνουν υπεύθυνο για την ήττα του.

Ζητάς χάρη από τον Θεό; Αντί χάριτος σου αφήνει πειρασμό. Δεν αντέχεις τον πόλεμο, πέφτεις; Δεν σου δίνεται προσθήκη της χάριτος. Πάλι ζητάς; Πάλι ο πειρασμός. Πάλι ήττα; Πάλι στέρηση εφ’ όρου ζωής. Πρέπει λοιπόν να βγεις νικητής. Άντεξε τον πειρασμό μέχρι θανάτου. Πέσε πτώμα στη μάχη, φωνάζοντας κάτω παράλυτος: “Δεν θα σε αφήσω, γλυκύτατε Ιησού! Ούτε θα σε εγκαταλείψω! Αχώριστος θα μείνω στον αιώνα, και για την αγάπην Σου ξεψυχώ στη μάχη”. Και ξαφνικά εμφανίζεται στη μάχη και φωνάζει δυνατά: “Εδώ είμαι! Μάζεψε όλες τις δυνάμεις σου και ακολούθησέ με ! Συ δε γεμίζεις όλος φως και χαρά: Αλλοίμονο σε μένα τον δυστυχή! Αλλοίμονο σε μένα τον πονηρό και αχρείο! Προηγουμένως άκουα για σένα, τώρα δε σε είδαν οι οφθαλμοί μου· γι’ αυτό και κατηγόρησα τον εαυτόν μου, τον θεώρησα δε χώμα και στάχτη”. Τότε γεμίζεις από θεία αγάπη. Και φλέγεται η ψυχή σου σαν του Κλεόπα. Και σε καιρό πειρασμού δεν καταλείπεις πλέον τη μάχη, αλλά υπομένεις τις θλίψεις σκεπτόμενος- ότι όπως πέρασε ο ένας πειρασμός και ο άλλος, έτσι θα περάσει και αυτός.

Όταν όμως δειλιάζεις και γογγύζεις και δεν υπομένεις τους πειρασμούς, τότε, αντί να νικάς πρέπει διαρκώς να μετανοείς· για τα σφάλματα της ημέρας, για την αμέλεια της νύκτας. Και, αντί να αυξάνεται η χάρις, μεγαλώνεις τις θλίψεις σου. Γι’ αυτό μη δειλιάζεις μη φοβάσαι τους πειρασμούς. Και αν πέσεις πολλές φορές, σήκω. Μη χάνεις τη ψυχραιμία σου. Μην απογοητεύεσαι. Σύννεφα είναι και θα περάσουν.

Και όταν, με τη βοήθεια της χάριτος που σε καθαρίζει από όλα τα πάθη, περάσεις όλα αυτά που λέγονται “πράξις”, τότε γεύεται ο νους φωτισμό και κινείται σε θεωρία.

Και πρώτη θεωρία είναι των όντων: Πως όλα τα δημιούργησε για τον άνθρωπον ο Θεός, και αυτούς ακόμη τους Αγγέλους για να τον υπηρετούν. Πόσην αξία, πόσο μεγαλείο, τί μεγάλο προορισμό έχει ο άνθρωπος – αυτή η πνοή του Θεού! Όχι για να ζήσει εδώ τις λίγες ημέρες της εξορίας του, αλλά να ζήσει αιώνια με τον Πλάστη του. Να βλέπει τους θείους Αγγέλους. Να ακούει την άρρητη μελωδία τους. Τί χαρά! Τί μεγαλείο! Μόλις τελειώνει αυτή η ζωή μας και κλείνουν τα μάτια, αμέσως ανοίγουν τα άλλα και αρχίζει η νέα ζωή. Η αληθινή χαρά, που πλέον τέλος δεν έχει.

Αυτά σκεπτόμενος βυθίζεται ο νους σε μία ειρήνη και γαλήνη, που απλώνεται σε όλο το σώμα, και ξεχνά τελείως ότι υπάρχει σ’ αυτή τη ζωή. Τέτοιες θεωρίες διαδέχονται η μία την άλλη. Όχι να πλάθει φαντασίες με το νου του, αλλά η κατάσταση είναι τέτοια – ενέργεια χάριτος, που φέρνει νοήματα και ασχολείται ο νους στη θεωρία. Δεν τα πλάθει ο άνθρωπος· μόνα τους έρχονται και αρπάζουν το νου στη θεωρία. Και τότε απλώνεται ο νους και γίνεται διαφορετικός. Φωτίζεται. Είναι όλα ανοικτά σ’ αυτόν. Γεμίζει σοφία, και σαν υιός κατέχει τα του Πατρός του. Ξέρει ότι είναι μηδέν, πηλός, αλλά και υιός Βασιλέως. Δεν έχει τίποτε, άλλα όλα τα έχει. Γεμίζει θεολογία. Φωνάζει αχόρταστα, με πλήρη επίγνωση, ομολογώντας ότι η ύπαρξή του είναι μηδέν. Η καταγωγή του είναι ο πηλός· η δε ζωτική δύναμή του, η πνοή τού Θεού – ή ψυχή του. Αμέσως πετά η ψυχή στον ουρανό! – Είμαι το εμφύσημα, η πνοή του Θεού! Όλα διεσώθησαν, έμειναν στη γη, απ’ όπου και ελήφθησαν! Είμαι Βασιλέως αιωνίου υιός! Είμαι θεός κατά χάρη! Είμαι αθάνατος και αιώνιος! Είμαι, μετά μία στιγμή, κοντά στον ουράνιο Πατέρα μου!

Αυτός είναι ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου· γι’ αυτό πλάσθηκε, και οφείλει να έλθει απ’ όπου ήλθε. Τέτοιου είδους είναι οι θεωρίες, με τις οποίες ασχολείται ο πνευματικός άνθρωπος. Και περιμένει την ώρα που θα αφήσει το χώμα και θα πετάξει η ψυχή στα ουράνια. Έχε θάρρος λοιπόν, παιδί μου, και με αυτή την ελπίδα υπόμενε κάθε πόνο και θλίψη. Αφού μετά από λίγο θα αξιωθούμε να απολαύσουμε αυτά. Για όλους μας είναι τα ίδια. Όλοι είμαστε παιδιά του Θεού. Αυτόν φωνάζουμε ημέρα και νύκτα και την γλυκειά μας Μανούλα, τη Δέσποινα του Παντός, την οποίαν όποιος παρακαλεί, δεν τον αφήνει ποτέ.

(Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», επιστ. Ι΄, εκδ. Ι.Μ.Φιλοθέου, σ. 84-88. – απόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση.)

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ Ή ΕΞΕΛΙΞΗ; ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ!


 Δημιουργία ή εξέλιξη;
Μέσα από την οπτική γωνία των οσίων Γερόντων της εποχής μας 

Μια συμβολή στο τεράστιο ερμηνευτικό πρόβλημα της Γένεσης μέσα από τη βιβλική κειμενική παράδοση και τη χαρισματική οπτική των ηγιασμένων γερόντων Πορφυρίου, Παϊσίου και Ιωσήφ.

Τα βιβλικά κείμενα είναι θεόπνευστα (Β’ Τιμ. γ’ 16) και για τον λόγο αυτόν τα ενέταξε στον Κανόνα της θεολογίας, της λατρείας και της ζωής της η Εκκλησία του Χριστού. Την ίδια ώρα, όμως, είναι πρωτίστως και κατεξοχήν θεολογικά συγγράμματα και όχι επιστημονικές πραγματείες. Πάνω στο σημείο τούτο έχουν δημιουργηθεί τα μύρια όσα προβλήματα και οι παρεξηγήσεις με την επιστήμη πάνω στο επίπεδο μιας άγονης και σκληρότατης αντιπαράθεσης, στην οποία απαντώνται αφενός η ανώριμη και απαράδεκτη αντιεπιστημονική στάση και απαξίωση των αγνωστικιζόντων και αθρήσκων και αφετέρου η άκυρη και άκοσμη απολογητική πολεμική διάθεση των θεολογούντων και των κληρικών. Οι επαμφοτερίζουσες εμμονικές τάσεις, αμφιθυμικές αντιδράσεις και προκαταληπτικές διαθέσεις των μεν εναντίον των δε, στην τελική δεν ωφελούν προς καμία κατεύθυνση, αμαυρώνουν τον διάλογο και σκιάζουν τις ειλικρινείς και έντιμες προθέσεις και προσπάθειες ενίων και τις όποιες δυνατότητες προσέγγισης της αλήθειας των εν λόγω πραγμάτων.

Η ερμηνευτική της Γένεσης, τουλάχιστον για την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και τα κατ’ αυτήν θεολογικά δεδομένα, δύναται να ρίξει άπλετο φως στο θέμα της κοσμολογίας και της ανθρωπολογίας σε συνεργασία - και εξάπαντος άνευ ανταγωνιστικής ή και εχθρικής διαλεκτικής προαιρέσεως – με την επιστημονική κοινότητα και τις συνεχείς κατακτήσεις της. Το παραμένον σε κάθε περίπτωση πλεονέκτημα της αποκαλυπτικής διάστασης σε σχέση με την επιστημονική μεθοδολογία, φιλοσοφία και προπαντός δυνατότητα, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από όλους και να μην παρακάμπτεται μέσα στην περιρρέουσα αγνωστικιστική και εκκοσμικευτική ατμόσφαιρα των καιρών, που εν είδει χειμάρρου παρασύρει σε πλάνες, παρεξηγήσεις και παρερμηνείες ακόμη και εκπροσώπους της θεολογικής πλευράς. Την ίδια ώρα δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε την απαράδεκτη απολογητική νοοτροπία εκπροσώπων (προπαντός) χριστιανικών παρεκκλησιαστικών Οργανώσεων, οι οποίοι κατά μίμησιν της δυτικής αντίστοιχης αντιρρητικής διάτρητης παραδόσεως ήρθαν σε παιγνιώδη αντιπαράθεση με την επιστήμη και την αθεΐα, επιτυγχάνοντας, δυστυχώς, τα ακριβώς αντίθετα και ανεπιθύμητα αποτελέσματα και χορηγώντας στους «αντικειμένους» επιχειρήματα και ευλογοφανή προσχήματα, ώστε να προσβάλλουν βάναυσα τη σχετική «χριστιανική» επιχειρηματολογία και να δυσφημούν με δριμύτητα τη γνήσια εκκλησιαστική παράδοση.

Αφορμή του παρόντος αποτέλεσε ένα αναρτημένο κείμενο στο διαδίκτυο αναφορικά με επί σχετικών θεμάτων τοποθέτηση του γέροντος Παϊσίου. Μια οιαδήποτε μαρτυρία για έναν σύγχρονο άγιο οφείλει βεβαίως να είναι ελεγχόμενη ως προς κάθε πτυχή της. Ανεξάρτητα, λοιπόν, με την αξιοπιστία της πηγής, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε την ουσία των επιχειρημάτων που φέρονται εξερχόμενα δια στόματος του σύγχρονου οσίου και τα οποία δεν φαίνεται να απέχουν από το πνεύμα του πατρός, τουλάχιστον για όσους τον γνώρισαν κάπως περισσότερο είτε δια ζώσης είτε δια των γραφομένων του.

Ο π. Παΐσιος φαίνεται να συνδυάζει ένα χωρίο από τον Ιώβ (λη’ 14) με αντίστοιχα χωρία από τη Γένεση (α’ 20-26, β’ 7), στα οποία ο προσεκτικός αναγνώστης εντοπίζει ουσιαστική διαφορά στον τρόπο της κτίσεως του ανθρώπου και των λοιπών όντων. Πράγματι, στην περίπτωση του ανθρώπου η ποίησις (ποιήσωμεν) συνδυάζεται μονάχα με την πλάσιν, κάτι που δεν ισχύει για τα φυτά, τα άλογα ζώα και τα πτηνά. Στην περίπτωση των τελευταίων δίνεται η εντολή από τον Θεό τής «εξαγωγής» τους από τη «γη» ή από τα «ύδατα», κάτι που δεν καταγράφεται για τον άνθρωπο. Η θεία προσταγή για την άλογη κτίση δικαιολογεί τον τρόπο της εξέλιξης και με την πρόθεση ἐκ (βλ. Γεν. β’ 9) – η διαφοροποίηση ως προς τον άνθρωπο σημαίνεται μάλλον με την πρόθεση ἀπό λίγο παραπάνω (β’ 7). Αυτό δεν το αρνείται, εξάλλου, ούτε η ίδια η Πατερική παράδοση, όπως για παράδειγμα ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης που μίλησε για την σπερματική «προκαταβολή» της ουσίας των όντων στην αρχή της δημιουργίας, χάρη στην οποία προήχθησαν εξελικτικά και σταδιακά στο είναι. Η ίδια, επίσης, η διήγηση της Γενέσεως με την εξελικτικής διαστάσεως πρόοδο των έξι πρώτων «ημερών» και η σύγχρονη Βιολογία και Γεωλογία συμφωνούν πάνω στη φυσική τάξη και πορεία του εξελικτικού τούτου χαρακτήρος της δημιουργίας του κόσμου.

Ας δούμε, όμως, κάποιες «ειδοποιούς» διαφορές, έστω και αν δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά, αλλά αμυδρώς ενυπάρχουν στο βιβλικό κείμενο και σηματοδοτούν την ετερουσιότητα των άλογων και των έλλογων όντων, καθώς και τη συνακόλουθη ετερότητα στον τρόπο της κτίσης τους. Η πρώτη, καθώς είδαμε, είναι η «δημιουργική εντολή» στην περίπτωση των αλόγων, των φυτικών και λοιπών όντων, όχι όμως και στον άνθρωπο, για τον οποίο υπάρχει ιδιαίτερη δημιουργική θεία απόφαση (ποιήσωμεν). Δεύτερον, στα φυτά, στα ζώα και στα πτηνά ακολουθεί και τονίζεται με χαρακτηριστικές επαναλήψεις, ειδικότερα στο πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως, η φράση «κατά γένος». Η θεία πρόγνωση εν προκειμένω προφανέστατα προλαμβάνει τις αθεϊστικού χαρακτήρος θεωρητικές υποθέσεις περί της εξελικτικής μετάβασης από είδος σε είδος (π.χ. από πίθηκο σε άνθρωπο), υπογραμμίζοντας την ετερότητα και το ασύγχυτον των ειδών – παρομοίως φαίνεται να ενεργεί και στην υπογράμμιση της διττής διάκρισης των φύλων (Γεν. α’ 27). Το αξιοπρόσεχτο εδώ είναι ότι, ενώ η φράση «κατά γένος» ακολουθεί αμέσως μετά το όνομα τής καθεμιάς κατηγορίας ζώων, στον άνθρωπο έπεται αμέσως και με την ίδια πρόθεση (κατά) η φοβερή διατύπωση «κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Πρόκειται, ως διαφαίνεται, για ένα ξέχωρο «γένος», το οποίο ανάγεται και αναφέρεται άμεσα στον ίδιο τον Θεό (Πρ. ιζ’ 28), οπότε δεν μπορεί να τεθεί στο ίδιο οντολογικό επίπεδο με τα λοιπά γένη των ζώντων οργανισμών, χωρίς, ωστόσο, να αποτελεί και κάτι ολότελα ξένο προς αυτά (δηλούμενο δια της σχετικής ορολογίας, όπως πηλός, γη, χους, ζώον). Τρίτον, ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα «χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς». Στο κείμενο της Γένεσης, αμέσως μετά τη δημιουργία του χοϊκού σκεύους (σώματος), αναφέρεται η χορήγηση της πνοής ζωής στο πρόσωπον αυτού (Γεν. β’ 7), ενώ στο χωρίο του Ιώβ το «λαλητόν», όπου έχουμε σαφή υποδήλωση της ύπαρξης λογικής ψυχής στον Αδάμ, κάτι που δεν υφίσταται ούτε για τα ανώτερα θηλαστικά.

Αν θα θέλαμε να δούμε ένα τέταρτο στοιχείο, θα το βρίσκαμε στην πλάση του προπάτορος ως «χοῦ ἀπὸ τῆς γῆς» (Γεν. β’ 7). Το ίδιο έχουμε και στο προαναφερθέν χωρίο από τον Ιώβ (λαβὼν γῆν πηλόν), στα οποία φαίνεται ξεκάθαρα ότι ελήφθη «πηλός» (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και κατεσκευάσθη το σώμα και το ζωικό ή «κτηνώδες» στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασης. Στην ευαγγελική περικοπή με τον εκ γενετής τυφλό βλέπουμε τον Χριστό να χρίει με πηλό τις άδειες κόγχες των οφθαλμών εκείνου και να τον μεταποιεί σε βολβούς (Ιω. θ’ 6-7). Η αναλογία και η υποδήλωση προφανής. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του πρώτου ανθρώπου στην Εδέμ. Αυτός, πάλι με έκτακτο τρόπο (συγκριτικά πάντοτε με τους νόμους της περιρρέουσας εξελικτικής γενέσεως των ορατών και υλικών όντων), από την πλευρά του Αδάμ έφτιαξε έναν δεύτερο άνθρωπο, την Εύα (Γεν. β’ 21-22). Αν συνυπολογίσουμε και το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων (Ματθ. ιδ’ 13-21), τότε τίποτε δεν μας εμποδίζει να αμφισβητήσουμε και να απορρίψουμε τη θεία απερινόητη βούληση για μια θαυματουργικά άμεση (υλο)ποίηση του Αδάμ, σε αντιδιαστολή με τη «φυσικότερη» εξελικτική δημιουργία των λοιπών οργανισμών. Οι φράσεις «ἀνεπλήρωσε σάρκα ἀντ᾿ αὐτῆς» και «ᾠκοδόμησεν ὁ Θεὸς τὴν πλευράν, ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ ᾿Αδάμ, εἰς γυναῖκα» ίσως είναι ενδεικτικές και παραπεμπτικές του τρόπου της δημιουργίας και του πρώτου ανδρός, θέτοντας όπου «πλευρά» τη λέξη «πηλός».

Οι ενστάσεις του τύπου για ποιον λόγο να προτιμήσει τον τρόπο αυτόν ο Θεός, ενώ ήδη, ευθύς εξαρχής και σε αμέτρητο βάθος αιώνων οδηγούσε την εξέλιξη και θα μπορούσε σύμφωνα με αυτήν να ενεργήσει και ως προς τον Αδάμ, δεν είναι κάτι που έχει δικαίωμα ή τη δύναμη να συλλάβει και να απαντήσει η ανθρώπινη μικρότητα και ατέλεια (Ρωμ. ια’ 33-34). Τα κείμενα πάντως σημαίνουν κάποια έκτακτη και άμεση πλάση, στην οποία δεν υπάρχει, βέβαια, ουδείς λόγος να υποθέτουμε ή να φανταζόμαστε οιανδήποτε «κούκλα», που άρχισε να «δερματώνεται» και να «νευρώνεται». Ο τρόπος της κτίσης του υλικού (σωματοψυχικού) στοιχείου της ανθρώπινης φύσης θα συνιστά πάντοτε ένα μυστήριο κρυμμένο στα βάθη της θεότητος, στο οποίο μας εισάγει με αμυδρό τρόπο η «μυθική» (τουτέστιν εικονική και συμβολική) γλώσσα της Βίβλου.

Το έκτακτο και πρωτοφανές της πλάσης του Αδάμ δεν μπορεί, ως είδαμε, να αποκλειστεί και εκ της ακολουθούσης θαυμαστής δημιουργίας της Εύας δι’ αναπλάσεως τμήματος του σώματός του, γεγονός που παραπέμπει στη σημερινή μέθοδο της κλωνοποίησης! Στο σημείο τούτο θα είχαμε τη δυνατότητα να αναφερθούμε σε μια παραλλαγή αυτής της πίστης στην άμεση και ιδιαίτερη δημιουργία του ανθρώπου. Θα μπορούσε, δηλαδή, κάποιος να ισχυρισθεί ότι δεν θα ήταν απίθανο ή βλάσφημο να υποστηρίξουμε μία «κατά γένος» μοναδική εξέλιξη του ανθρώπου ως ξέχωρου είδους κατά τον τρόπο των λοιπών εμβίων όντων. Ίσως αυτή η θεώρηση - υπόθεση δεν θα ήταν τόσο ενοχλητική ή αστοχούσα, αν δεν προέκυπταν εξ αυτής πλείστα όσα άλλα προβληματικά ζητήματα. Για παράδειγμα, ποιον (συγκεκριμένο;) «ανθρωπίδα» επέλεξε ο Θεός να καταστήσει άνθρωπο (εμφυσώντας του λογική ψυχή), χωρίς να αναφέρεται πουθενά η ταυτόχρονη ύπαρξη άλλων ομοειδών «ζώων» (ο Αδάμ ήταν μόνος [Γεν. β’ 18,20]);Γιατί ο δεύτερος άνθρωπος να φτιαχτεί με ύπνωση του πρώτου και όχι με τον ίδιο τρόπο με εκείνον; Πώς εμφανίζονται ο Αδάμ και η Εύα κάτοχοι τοσούτον προχωρημένης λογικής και (δια)λεκτικής ικανότητος (δεν προϋποτίθεται κάποια ισχυρότατη εξέλιξη προς τούτο, γεγονός που δεν υποστηρίζεται με τίποτε στα προϊστορικά δεδομένα;), ως και θεοπτικής δυνατότητος και εμπειρίας; Αυτά και πολλά έτερα συναφή προσκόμματα προβάλλουν αμείλικτα, απτόμενα, θα λέγαμε, και της ίδιας της ιστορικής υπόστασης των προπατόρων.

Το κείμενο και η παράδοση της Εκκλησίας συνηγορούν εν γένει στο έκτακτο και διαφορότροπο της πλάσης του πρωτανθρώπου. Αλλά και την ως άνω υπόθεση (της κατά γένος μοναδικής ανθρώπινης εξέλιξης) αν δεχόμασταν θεωρητικώς κάποια στιγμή αποδειχθείσα δια της μελλούσης προόδου των επιστημών, δεν μπορούμε παρά να επανέλθουμε αναπόφευκτα στο ζήτημα της εξελικτικής προόδου από είδος σε είδος (δαρβινική θεωρία) και στον υπερτονισμό τού «κατά γένος» των όντων στο βιβλίο της Γένεσης. Εδώ έρχεται να μας συνδράμει υπερβατικώ τω τρόπω ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Ο γράφων προ ενός έτους έγινε αποδέκτης μιας άγνωστης μέχρι τώρα μαρτυρίας αναφορικά με το καυτό τούτο ζήτημα. Παλαιότερος συνάδελφος βιολόγος, που είχε γνωρίσει εν ζωή τον νεοφανή Άγιο, και ενώ αποχωρούσε από το κελάκι του γέροντος, αφού τον ρώτησε προηγουμένως προσωπικά του ζητήματα, τον σταμάτησε στην πόρτα η φωνή του αγιορείτη: «τι λες για τη θεωρία της εξέλιξης»; Σημειωτέον ότι ο εκπαιδευτικός είχε κατά νου να θέσει το ζήτημα στον όσιο, αλλά στην πορεία της συζήτησής τους το είχε λησμονήσει. Η χαρισματική, εντούτοις, κεραία του αγίου δεν το άφησε αναπάντητο. Η τοποθέτηση του οσίου έγινε με μια ρητορική ερώτηση: «πες τους αν μπορούν να ζευγαρώσουν έναν αρσενικό πίθηκο με μια γυναίκα ή έναν άνδρα με έναν θηλυκό πίθηκο». Το προφανές συμπέρασμα στο οποίο ήθελε ο πολυχαρισματούχος πατήρ να καταλήξει ήταν πως είναι αδύνατη η μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο. Η δημιουργία των όντων «κατά γένη» συνηγορεί εν προκειμένω και επαυξάνει τη συγκεκριμένη βιβλική θεώρηση του πράγματος.

Το πρώτο πρόβλημα που δημιουργείται εξάπαντος στην επιστημονική παρατήρηση, αλλά και σε όλους μας, είναι ότι βλέπουμε στον άνθρωπο στοιχεία εξέλιξης μετά την πτώση. Το πιο βασικό, όμως, είναι ότι το μυστήριο της πρώτης μας δημιουργίας απεκρύβη στην πληρότητά του από τον Θεό και λόγω της θόλωσης μέχρι τυφλώσεως των πνευματικών μας οφθαλμών εξαιτίας της εμφάνισης της αμαρτίας, αλλά και χάρη στην ανεξιχνίαστη πρόνοια του Θεού, ο οποίος, περιφρουρώντας την ανθρώπινη ελευθερία, αποκαλύπτει στο πλάσμα του μονάχα όσα Εκείνος κρίνει και βούλεται, χωρίς να εκβιάζει στην πίστη την προαίρεση εκάστου λογικού δημιουργήματος. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει και μια ακόμη ουσιαστική παράμετρος. Πόσο, δηλαδή, είναι εφικτό - ακόμη και σήμερα, με την αλματώδη πρόοδο των πάσης φύσεως γνώσεων και της τεχνολογίας - να περιγραφεί ικανοποιητικώς η κατασκευή του πρώτου ανθρωπίνου όντος; Αν, μάλιστα, συνυπολογίσουμε εν προκειμένω και τη χαμηλότατη μορφωτική και επιστημονική στάθμη της εποχής κατά την οποία συντάχθηκαν τα βιβλικά κείμενα, τότε προσωπικά δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο δεν ήθελε ή δεν ήταν κατορθωτό στον σχεδιασμό της θείας οικονομίας να παραδώσει με πιο εύστοχο τρόπο τα αρχέγονα και υπερφυή εκείνα γεγονότα, όσον αφορά ακόμα και το επίπεδο της σωματικής διάστασης της ανθρώπινης ολότητος - πόσω δε μάλλον επί της ψυχικής και πνευματικής αντίστοιχης!

Σε γενικές γραμμές θα είχαμε να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι μονάχα η δημιουργία του ανθρώπου ακατάληπτη και μυστηριώδης, αλλά ακόμη και η εξελικτική διαδικασία της γενέσεως των υπολοίπων ειδών ενέχει ανερμήνευτα στοιχεία, όπως για παράδειγμα, σύμφωνα και με την εύστοχη παρατήρηση φίλου φυσικού, τα «άλματα» από την άβια στην έμβια ύλη και η ομόλογη μετάβαση στη νοημοσύνη, τα οποία ευκολότερα οδηγούν στην πίστη σε μια έκτακτη θεία παρέμβαση παρά σε φυσικές λειτουργίες εντός του σύμπαντος. Έτσι, φαίνεται πως δεν υπάρχει καταλληλότερη γλώσσα περιγραφής των εν λόγω βιβλικών γεγονότων από την επιλεγείσα «μυθική». Σε τελική ανάλυση, αυτό που πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου είναι πως πρόκειται κατά βάση για θεολογικά κείμενα, των οποίων η πεμπτουσία εστιάζεται στη διάκριση κτίσης και Κτίστου και στην προβολή της μεταξύ τους σχέσης.

Εκείνο που δυνάμεθα (τόσο εξ αυτών τούτων των πραγμάτων, όσο και δια των επιστημονικών μεθόδων και οργάνων) να παρατηρήσουμε μετά την έξοδο από τον πρώτο Παράδεισο είναι οι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, οι οποίες εντοπίζονται και στους νόμους της εξέλιξης, στη φθορά και στον θάνατο. Θα λέγαμε πως οι «δερμάτινοι χιτώνες» (Γεν. γ’ 21) τους οποίους περιεβλήθησαν οι πρωτόπλαστοι σηματοδοτούν και την είσοδο, μάλλον την πτώση – παράδοση της φύσης μας στους νόμους της κτιστότητάς της, υπεράνω των οποίων και των συνεπειών τους ίστατο μέχρι την ώρα εκείνη εξαιτίας των νόμων της Χάριτος, εν ενεργεία όντας εν τη Εδέμ. Μαρτυρείται, άλλως, η έκπτωση από το αρχέγονο κάλλος, η απώλεια της στολής της αφθαρσίας (της Χάρης του Θεού, της αγιότητος) και η παραχώρηση στη φύση μας των άφευκτων συνεπειών της κτιστότητος - οι οποίες λειτουργούν αναποδράστως, αν και εφόσον δεν παρεμβληθεί ο υπερβατικός παράγων της άκτιστης θείας ενέργειας – τις οποίες υφίστατο ήδη, σύμφωνα με κάποιους Πατέρες, η λοιπή άλογη κτίση, συρόμενη άκουσα και βιαίως σε αυτήν την τραγική κατάσταση και άνευ δικής της υπαιτιότητας, λόγω της ανθρώπινης αμαρτωλότητος (Ρωμ. η’ 20-22).

Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, βλέπουμε να λειτουργούν μετά την πτώση οι νόμοι της εξέλιξης εντός του ανθρώπινου γένους (σταδιακή απώλεια κοσμολογικής και θεολογικής γνώσεως, διαστροφή φυσικών χαρακτηριστικών, ανταγωνισμός των φύλων, διαφοροποίηση σε φυλές, ασθένειες, γήρανση, θάνατος). Είναι πλούσια η γκάμα των Πατερικών ερμηνειών επί του εν λόγω ζητήματος. Πιθανότατα, αν δεν συνέβαινε η πτώση του Αδάμ, δεν θα ατενίζαμε τελούντα εν ενεργεία πολλά πράγματα και καταστάσεις από όσες μας φαίνονται σήμερα εντελώς φυσικές (για παράδειγμα η νυν λειτουργία των φύλων και οι ασθένειες). Το θέμα, ωστόσο, δεν έγκειται σε αυτό το επίπεδο ούτε για τον Θεό ούτε για τον άνθρωπο. Βρίσκεται εξάπαντος στην ανάκτηση της απολεσθείσης Χάριτος δια της μετανοίας και των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Η ικανοποίηση της ανθρώπινης περιέργειας και των ψιλών γνωστικών επιθυμιών της φύσης μας δεν είναι σε καμιά περίπτωση το ζητούμενο για εμάς, όσο η οντολογική γνώση του Θεού δια της κοινωνίας μαζί Του. Μετά την πλήρωση αυτής της παραμέτρου δίδεται άνωθεν και πάσα η κοσμολογική και ανθρωπολογική γνώση, όπως το παρατηρούμε στην περίπτωση ουκ ολίγων Αγίων.

Σήμερα η Βιολογία εντοπίζει τεράστιες ομοιότητες στο
DNAτου ανθρώπου με αυτό των ζώων Η επιστήμη (και δη η άθρησκη εκπροσώπησή της) διακηρύσσει τοιουτοτρόπως πανηγυρικά την προκαταληπτικής και μονομερούς διάστασης φυσιοκρατική – ίσον ειδωλολατρική – θέασή της στην κοσμολογική ερμηνεία του σύμπαντος. Ο χριστιανός, αντίθετα, διορά εν προκειμένω το άπειρο, ακατάληπτο και υπερθαύμαστο σχέδιο του Κυρίου, ο οποίος μέσα στην ομοουσιότητα του κτιστού είναι ξεχώρισε ένα ον, τον άνθρωπο, και τον συνέδεσε με την αόρατη και πνευματική δημιουργία του (τους αγγέλους), πάνω από όλα όμως και, όπερ το ύψιστον, με τον ίδιο τον Εαυτό του (κατ’ εικόνα). Ο χους εξάπαντος περιέχει στοιχεία που μεταποιημένα συνέστησαν το ανθρώπινο γονιδίωμα, ως και το αντίστοιχο των υπόλοιπων ζώων. Ο παντοδύναμος Θεός των άπειρων γαλαξιών πάντη φυσικά (ως προς τον ίδιο), άνετα και αβίαστα ενήργησε εκτάκτως την ποίηση του Αδάμ, του ιερέως, της κορωνίδος, της σύνοψης της ορατής και αοράτου κτίσεώς Του. Γιατί, άραγε, να μη συνέβη το αντίστροφο και ο υπόλοιπος κόσμος να εποιήθη καθ’ ομοίωσιν του Αδάμ, του τελειότερου κτίσματος του Θεού, μιλώντας εν προκειμένω με κάποια θεολογική ελευθεριότητα; Η ομοιότητα, μάλιστα, τούτη εντείνεται όσο προχωράμε προς τα ανώτερα θηλαστικά, δηλαδή ολίγον προ της κτίσεως του ανθρώπου. Εμείς, αντιθέτως, βλέπουμε αντεστραμμένα (μάλλον διεστραμμένα) τα πράγματα, με τις διόπτρες της αθεΐας και του στυγνού επιστημονισμού, υποβιβάζοντας τον θεοειδή Αδάμ σε μία εξ αλόγων και κατωτέρων κτηνών υποθετική προέλευσή του.

Ο Αδάμ ήταν ένα σχεδόν τέλειο (: δεν είχε τελειωθεί εν Χριστώ ακόμη) δημιούργημα, ποιηθέν κατ’ εικόνα Θεού. Αυτό σημαίνεται ή υποδηλώνεται εντός του κειμένου με την αναφορά στην υπ’ αυτού χρήση ενδιάθετου και προφορικού λόγου, στη δυνατότητά του να συνομιλεί με τον ίδιο τον Θεό και στη ρητή αποκάλυψη της βαθύτερης τελολογίας τού είναι του, στο καθ’ ομοίωσιν της Τριάδος. Αυτά όλα προϋποθέτουν ύψιστο βαθμό ανάπτυξης και κατ’ ουσίαν ποιότητος, τα οποία δεν φαίνονται εξηγούμενα επαρκώς παρά μονάχα με τον τρόπο μιας ετερότροπης δημιουργίας του εκ Θεού. Πιθανότατα η ομοιότητα με το πρωτότυπό του - τον εκ του μέλλοντος ερχόμενο σαρκωθέντα Λόγο, τον Έσχατο Αδάμ (Α’ Κορ. ιε’ 45) – επεκτεινόταν και στο σωματικό είδος, στην εξωτερική μορφή. Η εξέλιξη την οποία επεδέχετο ο Αδάμ, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Κυρίου, θα ήταν, κατεξοχήν και πάνω από οτιδήποτε άλλο, πνευματικής φύσεως. Πρόκειται περί της θεουργικής ενχρίστωσής του (Γεν. α’ 26),εφόσον αυτοπροαίρετα θα αγωνιζόταν αγιοπνευματικά στην τήρηση της θείας εντολής (Γεν. γ’ 2-3). Η συνέχεια είναι γνωστή. Η πτώση από τη θεία ζωή τον οδήγησε σε πολυεπίπεδη κατάπτωση, στην υπαγωγή του στους νόμους της φυσικής εξελικτικής διαδικασίας και των λοιπών όντων, στον μοιραίο κύκλο της υποταγής στην ενδοκτισιακή ανάγκη άχρι θανάτου και στην επιβάρυνση του γονιδιώματός του με τα στίγματα της αμαρτίας, τους τύπους της αρνητικής ψυχοσωματικής κληρονομικότητος και την πολυδιάστατη κατ’ αυτού εχθρότητα του φυσικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος. Την αναστολή της θανατηφόρας τούτης διαδικασίας αναστέλλει η Σάρκωση του Λόγου με τη δωρεά της Χάρης των Μυστηρίων και του αγώνα της μετανοίας και την ολοκληρώνει το σχέδιο της Τριαδικής Οικονομίας δια της αναπλάσεως της ημετέρας πεπτωκυίας φύσεως κατά την κοινή εξανάσταση των νεκρών και της προσδοκώμενης ανακαίνισης του σύμπαντος άμα τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.

Οι φυσιοκρατικές ερμηνείες (τύπου δαρβινικής), αλλά και έτερες απομυθευτικές με πάτρωνες ενίους βιβλικούς και άλλους θεολόγους (καταγωγή της ιστορίας και της θεολογίας της Δημιουργίας στο επίπεδο του απλού μύθου και του ψιλού συμβολισμού), όπως και πάσα αιρετική θεωρία, αποτελούν προφανώς καρπό στείρας λογοκρατικής και δαιμονικής προέλευσης και εισήγησης. Σώζεται ένα παεριστατικό με τον όσιο γέροντα Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη, που αισθάνθηκε δυσωδία (σημείο εκ Θεού) εξερχόμενη από συνομιλητή του θεολόγο, ο οποίος πίστευε στις πλανεμένες αυτές περί εξελίξεως θεωρίες.Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απάντηση του ηγιασμένου πατρός, η οποία καταδεικνύει πως το προκείμενο ερμηνευτικό πρόβλημα εστιάζεται κατεξοχήν στην έλλειψη των ορθοδόξων προϋποθέσεων, των τόσο υπονομευμένων και ελλειπουσών στις μέρες μας: «Καλά, όταν εκθέτης μια θεωρία, μια αντίληψι, γιατί δεν παίρνεις ορθοδόξους θεολόγους, αγίους Πατέρας, αλλά παίρνεις από τους άλλους, τους ξένους, τους Προτεστάντες, τους Εβραίους, τους Μασώνους…, αυτοί δεν είναι χριστιανοί! Γιατί δεν παίρνεις τους αγίους Πατέρας; Τότε κατοχυρώνεται μια θεωρία ή μία άποψις όταν βεβαιώνεται είτε από την Αγία Γραφή είτε από τους αγίους θεοφόρους Πατέρας» (η υπογράμμιση δική μας).

Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την εξέλιξη ούτε κοντράρεται με την επιστημονική κοινότητα. Άλλωστε, και νόημα δεν έχει τούτο (ανυπόστατο γαρ εκ της απλής ακόμη παρατήρησης), αλλά και την ίδια την επιστήμη ο Θεός την εποίησε και την ευλόγησε μέσα στο κατ’ εικόνα της δημιουργίας μας. Αυτό που κάνει η εκκλησιαστική Παράδοση είναι αφενός να συνεισφέρει χαρισματικά στη διαδικασία της ερμηνείας του κόσμου και αφετέρου να την τελειώνει στο εσχατολογικό και ευχαριστιακό γεγονός της θέωσης εν Χριστώ και Πνεύματι. Το πιο σημαντικό, εξάλλου, το οποίο δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε είναι ότι η δημιουργία είναι μια διηνεκής διαδικασία που ολοκληρώνεται – ει και ατέλεστος κατ’ ουσίαν και αέναος - στη Βασιλεία του Θεού και έχει εσχατολογική πηγή και προορισμό, ανατρέποντας τις ψυχολογικές μας και λοιπές αντιληπτικές προσλαμβάνουσες και δυνατότητες για τον χρόνο, τον τρόπο, τον τόπο και την αιτία του οντολογικού μέγιστου προορισμού της υπάρξεώς μας, δηλαδή της θεώσεως. Με λίγα λόγια, το πρωτεύον δεν είναι – ακόμη ούτε στην αρχική δημιουργία – η πλάσις, αλλά η ανάπλασις εν Χριστώ της ανθρώπινης ενυπόστατης φύσεως, δηλαδή η πλήρης και αιώνια κοινωνία με την υπερούσιο και άκτιστη Τριαδική Θεότητα.

Ο Θεός Πατήρ έπλασε τον χοϊκό (ψυχοσωματικό) άνθρωπο με τα δυο χέρια Του, τον Υιό και το Πανάγιο Πνεύμα. Και τον στόλισε άμεσα με ένα ακόμη, το πλέον σημαντικό, υπαρκτικό ένδυμα: την άκτιστη θεοποιό Χάρη Του (πνοή ζωῆς). Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό: «Ἅμα δὲ τὸ σῶμα καὶἡ ψυχὴ πέπλασται, οὐ τὸ μὲν πρότερον, τὸ δὲὕστερον».Ο θεολόγος πατήρ συνεχίζει με τις φυσικές καταβολές της αρχικής μας πλάσης: άκακος, ενάρετος, άλυπος, μικτός προσκυνητής, επόπτης και μύστης ορατής και νοουμένης κτίσεως και πολλά άλλα ακόμη. Η Εκκλησία, επίσης, ψάλλει: «Γῆθέν μου τό σῶμα διέπλασας, δέδωκάς δέ μοι ψυχήν τῇ θείᾳ σου καί ζωοποιῷἐμπνεύσει». Ρίχνοντας μια ματιά στην ορθόδοξη εικονογραφία και δη στην παράσταση της Αναστάσεως, θωρούμε τον Αδάμ και την Εύα ως ιστορικά πρόσωπα και όχι σαν συμβολικές παραστάσεις. Οι Προπάτορές μας τούτοι ενετάχθησαν στο εκκλησιαστικό Αγιολόγιο και εορτάζονται κάθε χρόνο από τα πλήθη των Ορθοδόξων πιστών μέσα στον μήνα Δεκέμβριο. Με όλα, επομένως, τα παραπάνω και, προπαντός, με τις ορθόδοξες θεολογικές προϋποθέσεις – με αυτές προσπαθήσαμε εν προκειμένω να προσεγγίσουμε τόσο δύσκολα και όχι ακίνδυνα ζητήματα, χωρίς εξάπαντος να διεκδικούμε δάφνες θεοπνευστίας και αλαθήτου, εν γνώσει μας δε των ποικίλων ενστάσεων που θα εγερθούν - μπορούμε να εγκύψουμε εκ νέου στο μυστήριο της πρώτης δημιουργίας του Ανθρώπου και, ψηλαφώντες ακροθιγώς, με φόβο, τρόμο και άκρα ταπείνωση και ευλάβεια, τα ελάχιστα παραδοθέντα σε μας ίχνη του, να αναφωνήσουμε και πάλι και πάντα και στους αιώνες δοξολογικώς μαζί με τον προφητάνακτα Δαυίδ: «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳἐποίησας»!

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ: ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

 Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής: Αποφθέγματα

Πρόσεχε να μήν κατακρίνεις. Διότι από αυτό παραχωρεί ο Θεός και φεύγει η Χάρη και σε αφήνει ο Κύριος να πέφτεις, να ταπεινώνεσαι, να βλέπεις τα δικά σου σφάλματα. Αλλ' όταν υποχωρεί η Χάρη για να δοκιμαστεί ο άνθρωπος, τότε γίνονται όλα σαρκικά και πέφτει η ψυχή. Συ όμως, τότε μή χάνεις την προθυμία σου, άλλα φώναζε διαρκώς την ευχή με βία, με το ζόρι, με πόνο πολύ. ''Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με''. Και πάλι και πολλές φορές, το ίδιο συνεχώς. Και σαν να ατενίζεις νοερά τον Χριστό να του λέγεις: ''…Δόξα σοι, δόξα σοι, ο Θεός μου''. Και υπομένοντας, πάλι θα έλθει η Χάρη, πάλι η χαρά. Όμως και πάλι ο πειρασμός και η λύπη, η ταραχή και τα νεύρα. Αλλά και πάλιν αγώνας, νίκη, ευχαριστία. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου σιγά-σιγά καθαρίζεσαι από τα πάθη και γίνεσαι πνευματικός.

Φάρμακα εἷναι οἱ πειρασμοί καί βότανα ἰατρικά, ὅπου θεραπεύουν τά  φανερά πάθη καί τές ἀόρατες πληγές μας. Ἔχε λοιπόν ὑπομονήν διά νά κερδίζῃς καθ’ ἑκάστην καί νά ταμιεύῃς μσθόν καί ἀνάπαυσιν καί χαράν εἰς τήν οὐράνιον Βασιλείαν.

Διότι ἔρχεται νύξ, ἡ τοῦ θανάτου, καί οὐδείς πλέον δύναται ἐργάζεσθαι. Διά τοῦτο σπεύσον. Ὀλίγος ὁ καιρός.

Η ζωή του ανθρώπου, παιδί μου, είναι θλίψη, διότι είναι στην εξορία. Μή ζητείς τελεία ανάπαυση. Ο Χριστός μας σήκωσε το Σταυρό, και μείς θα σηκώσουμε. Όλες τις θλίψεις, εάν τις απομένουμε, βρίσκομε Χάρη παρά Κυρίου. Γι’ αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζόμαστε, για να δοκιμάζει το ζήλο και την αγάπη, που έχουμε προς αυτόν. Γι’ αυτό χρειάζεται υπομονή. Χωρίς υπομονή δεν γίνεται ο άνθρωπος πρακτικός, δεν μαθαίνει τα πνευματικά, δεν φθάνει σε μέτρα Αρετής και τελειώσεως.

Ταπείνωσις εἷναι νά σφάλλῃ ὁ ἄλλος καί, πρίν προλάβῃ αὐτός νά ζητήσῃ συγχώρησιν, νά τοῦ βάνωμεν ἡμεῖς μετάνοιαν, λέγοντες:

Συγχώρησον, ἀδελφέ, εὐλόγησον! Μή σοῦ φαίνεται πολύ καί δύσκολον αὐτό. Εἷναι ἕνα οὐδέν ἐμπρός εἰς ἐκεῖνο ὅπου ἔκαμε πρός ἡμᾶς ὁ Δεσπότης Χριστός. Ἐνώπιον τῶν Ἀπέλων ἔσκυψε καί ἔβαλε μετάνοιαν ἀπό τοῦ ουρανοῦ εἰς τήν γῆν· Θεός πρός ανθρώπους! Καί σύ κάμεις τόν κόσμον ἄνω κάτω διά νά μήν εἰπῆς ἕνα «εὐλόγησον»! Ποῦ λοιπόν ἡ ταπείνωσις;

Παραιτήσου από το δικό σου θέλημα, για να βρεις ειρήνη ψυχής. Γιατί το θέλημα του ανθρώπου, έχει γίνει χάλκινο τείχος και εμποδίζει το φωτισμό και την ειρήνη.

Τίποτε άλλο δε μισεί τόσο ο Θεός, όσο την παράνομη ηδονική ακαθαρσία του σώματος.

Ἐσύ νομίζεις ὅτι δέν ἔφθασεν ἡ φωνή σου εἰς τούς Ἁγίους, εἰς τήν Παναγίαν μας, εἰς τόν Χριστόν. Μά, προτοῦ ἐσύ φωνάξης, οἱ Ἅγιοι ἔσπευσαν εἰς βοήθειαν σου γνωρίζοντες ὅτι θά τούς ἐπικαλεσθῇς καί θά ζητήσῇς τήν ἐκ Θεοῦ προστασίαν τους. Ὅμως ἐσύ μή βλέπων πέραν αὑτῶν ὅπου φαίνονται καί μή γνωρίζων τό πῶς ὁ Θεός κυβερνᾶ τόν κόσμον θέλεις εὐθύς ὡς ἀστραπή νά γίνεται τό αἴτημά σου. Ὅμως δέν εἷναι ἔτσι.

Ὁ Κύριος ζητεῖ τήν ὑπομονήν. Θέλει νά δείξεις τήν πίστην σου. Δέν εἷναι μόνη ἡ προσευχή ὅπου νά λέγη κανείς ὡσάν παπαγάλος…

Δεν υπάρχει άλλη θυσία τόσο ευώδης προς το Θεό, όσο η αγνότητα του σώματος.

Ο ζητών Χάριν παρά Θεού, οφείλει να υπομένη τους πειρασμούς και τες θλίψεις εξ οιουδήποτε τρόπου μας έλθουν.
Δεν υπομένεις τους πειρασμούς;
Μηδέ Χάριν να ζητής.
Δεν θα σοι δοθή ποτέ.
Η Χάρις δίδεται πάντοτε, κατ’ αναλογίαν των πειρασμών.
Υπόμεινον, διά να λάβης…

Πρός το παρόν μένω σε μία σπηλιά. Έχω θαυμάσια ησυχία. Είμαι ο ευτυχέστερος των ανθρώπων, διότι ζω αμέριμνος και απολαμβάνω το μέλι της ησυχίας χωρίς καμιά διακοπή. Και μόλις για λίγο αναχωρήσει η Χάρη, έρχεται ως άλλη Χάρη η ησυχία και με υποθάλπει στους κόλπους της. Έτσι φαίνονται μικρότερες οι οδύνες και οι λύπες της πονηρής και μοχθηρής βιοτής. Πάντα ανακατεμένα έρχονται οι λύπες και οι χαρές στην παρούσα ζωή μέχρι τελευταίας πνοής.

Πρέπει νά γίνῃς γενναιότερος. Νά παραταχθῇς  στῆθος πρός στῆθος πρός αὐτούς τούς ἀσάρκους. Μήν τούς φοβῆσαι. Ἐσύ δέν βλέπεις με κάθε εὐχήν, ὅπου λέγεις, πόσοι πίπτουν, πόσοι στρέφουν τά νῶτα. Σύ μόνον βλέπεις ποσόν ἐσύ πληγώνεσαι.

Ἀλλά καί αὐτοί δέρνονται. Καί αὐτοί φεύγουν. Εἰς κάθε ὑπομονήν, ὅπου κάμνομεν, φεύγουν ἁλματωδῶς, καί είς κάθε εὐχήν πληγώνονται σοβαρῶς.

Λοιπόν μή θέλῃς ἐν καιρῷ πολέμου νά ρίπτῃς ἐσύ σφαῖρες καί βόλια καί αύτοί νά σοῦ ρίχνουν λουκούμια καί σοκολάτες.

Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ: ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ!

 Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Περί κατακρίσεως

-Παιδί μου, ο σαρκικός πόλεμος δεν ανάπτει τόσο από το φαγητό, το ποτό, το κρασί και τον ύπνο, όσο από την κατάκριση.
-Γιατί, Γέροντα;
-Για να μάθουμε ότι και εμείς είμεθα της αυτής φύσεως, ο αυτός διάβολος μας πολεμάει, και είμεθα όλοι στο αυτό μέτρο της κατακρίσεως. Θέλεις ακόμα ένα μέτρο να το δεις;
-Ποιό, Γέροντα;
-Άνθρωπος που δεν κρίνει τον πλησίον του, είναι μαρτυρία, στοιχείο, απόδειξις και βεβαίωσις σωσμένου ανθρώπου. Όποιος δεν κρίνει δεν θα κριθεί. «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» (Ματθ. 7,1), βεβαιώνει ο λόγος του Θεού.

Γι΄ αυτό μας έλεγε: «Σου έρχεται λογισμός ή λόγος κατακρίσεως; Να δικαιολογείς τους πάντες και να παίρνεις όλα τα βάρη πάνω σου». Εάν δεν αντιμετωπίζεις έτσι τις προσβολές για κατάκριση και είτε τις εκφράζεις προς τα έξω είτε τις καλλιεργείς μέσα σου, θα έχεις σαρκικό πόλεμο. Και αν τότε δεν συνετιστείς, θα σε αφήσει η Χάρις και θα πέσεις. Και εάν μετά την πτώση δεν μετανοήσεις και δεν σταματήσεις την κατάκριση, οι πτώσεις θα έχουν πολλά και άσχημα επακόλουθα. Γιγαντώνεται το πάθος, έρχεται ο θάνατος και ακολουθεί η κόλασις».
 

ΠΗΓΗ : ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ, Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1897-1959), εκδ. Ι.Μ.ΑΓ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΡΙΖΟΝΑΣ USA 2008, σσ 50 κ.ε.

ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ: Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΕΝΟΣ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ!

Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Η θαυμαστή μεταστροφή ενός εξελικτικού θεολόγου

Μια φορά, όταν ο Γέροντας βρισκόταν ακόμα στον Άγιο Βασίλειο, βγήκε έξω και πήγε μέχρι πάνω στο Κυριακό, στον παπα-Γεράσιμο. Εκεί ήταν κάποιος κοσμικός.

Ο Γέροντας τον πλησίασε και του λέγει:
― Κάποιο λάθος έχετε πάνω σας, το οποίο είναι σοβαρό.

Λέγει ο κοσμικός:
― Τι λάθος έχω;
― Δεν το γνωρίζω, απαντά ο Γέροντας, πάντως έχετε ένα λάθος πολύ σοβαρό.
― Και δεν μπορούμε να το βρούμε;
― Τώρα την ημέρα δεν μπορούμε να το βρούμε. Αν θέλεις, έλα κάτω στο σπίτι την νύχτα.
― Μετά τα μεσάνυχτα θα έρθω, Γέροντα.

Τα μεσάνυχτα πήγε όντως ο κοσμικός εκεί. Άρχισαν την συζήτηση και στο τέλος φανερώθηκε: Ο κοσμικός, ενώ ήταν πτυχιούχος της θεολογίας, είχε γράψει ολόκληρο βιβλίο υπέρ της Δαρβίνειου θεωρίας, της εξελίξεως των ειδών!

Και ο Γέροντας του είπε:
― Καλά, όταν εκθέτεις μια θεωρία, μια αντίληψη, γιατί δεν παίρνεις ορθοδόξους θεολόγους, αγίους Πατέρας, αλλά παίρνεις από τους άλλους, τους ξένους, τους Προτεστάντες, τους Εβραίους, τους Μασώνους…, αυτοί δεν είναι χριστιανοί! Γιατί δεν παίρνεις τους αγίους Πατέρας; Τότε κατοχυρώνεται μία θεωρία ή μία απόψις όταν βεβαιώνεται  είτε από την Αγία Γραφή είτε από τους αγίους θεοφόρους Πατέρας.

Ο θεολόγος παραδέχθηκε, ότι είναι λάθος τοποθετημένος σ’ αυτήν την θεωρία, και ζήτησε από τον Γέροντα να του ειπεί από πού το κατάλαβε.

Του λέγει τότε ο Γέροντας:
― Εχθές όταν σε πλησίασα, μια αποφορά, μια βρώμα βγήκε από πάνω σου και απ’ αυτό κατάλαβα ότι κάποιο λάθος έχεις πάνω σου. 

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897-1959)
εκδ. Ι. Μονής Αγίου Αντωνίου

Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ: ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Εμπειρίες της Χάριτος

Όταν, καμμιά φορά, τον ρωτούσαμε από περιέργεια για τον νόμο της επιρροής, πως ενεργεί αυτό το μυστήριο της επαφής, ώστε να επικοινωνή μια ψυχή με άλλο πρό­σωπο μακρινό, απέφευγε να μας εξηγήση κατ' ευθείαν εξ αιτίας της περιέργειάς μας.
Σε άλλη όμως ώρα, όταν προ­έκυπτε το ίδιο θέμα για περίπτωσι προσωπικού μας στηριγμού, μας ερμήνευε κατά τα μέτρα της μικρότητάς μας να καταλάβωμε αυτό το πράγμα...
Μαζί μας ήταν ο παραδελφός μας Αθανάσιος, κατά σάρκα αδελφός του Γέ­ροντα, ο οποίος περισσότερο άπ' όλους μας γύριζε εδώ κι εκεί για εργασίες και ευθύνες της συνοδείας...
Για ν' αποφεύγη τις επαφές και συναντήσεις με πολλούς ανθρώ­πους, αλλά και το καύμα της ημέρας, αφού πάντοτε σχε­δόν αχθοφορούσε, βάδιζε είτε πολύ πρωί είτε -το συνηθέστερο- τα απογεύματα, οπότε δεν είχε μπροστά του πολύ χρόνο και περπατούσε νύχτα. Αυτό, ιδίως τα καλοκαίρια, γινόταν σχεδόν πάντοτε. Εγώ θαύμαζα, ό­ταν ο Γέροντας, μια φορά, τον περίμενε με ιδιαίτερο εν­διαφέρον ως προς την ώρα που ήρθε, τι μετέφερε και όλη γενικά την κατάστασί του.
Σε άλλην ευκαιρία έδειχνα ιδιαίτερα την επιμονή μου να μάθω τον τρόπο της πληροφορίας του και μου είπε τα εξής...
Ήταν καλύτερα να σου ευχηθώ να το αισθανθής μάλλον, παρά να μάθης το πως γίνεται σαν ψιλή γνώσιν όμως, αφού επιμένεις, άκουσε. Καθόμουν εδώ στο παρά­θυρό μου γονατιστός στα κουρέλια μου και έλεγα την ευ­χή.
Σε μια στιγμή, όπως κρατούσα τον νου μου στην ενέργεια της ευχής -που η θεία χάρις ενεργεί με τον θείο φωτισμό της - αυξήθηκε περισσότερο το φως και ο νους μου άρχισε να πλατύνεται και να περισσεύη τόσο...
Που ό­λα μου έγιναν φωτεινά πλέον.. και έβλεπα όλη την πλευρά του τόπου μας, από τα Κατουνάκια ως τα μοναστήρια κάτω μέχρι την Δάφνη καθώς και πίσω μου και τίποτα δεν μου ήταν αφανές η άγνωστο.
Το δε φως δεν ήταν τό­σο, όπως τούτο το φυσικό που δίνει ο ήλιος η το τεχνικό που κάνουν οι άνθρωποι, αλλά ήταν φως εξαίσιο, λευκό, άϋλο, που δεν είναι μόνον άπ' έξω, καθώς τούτο το φυσι­κό που επιτρέπει στους έχοντας όρασι να βλέπουν εξωτε­ρικά.
Το φως εκείνο είναι και μέσα στον άνθρωπο και το αισθάνεται σαν δική του πνοή και τον γεμίζει σαν τροφή και αναπνοή...
και τον ελαφρύνει από το φυσικό του βάρος και τον μεταμορφώνει έτσι, ώστε να μη ξέρη αν έχη σώμα και βάρος η περιορισμόν τινά.
Τότε, μας λέγει, είδα και τον Αθανάσιο να έρχεται προς εμάς από την στράτα του Αγίου Παύλου φορτωμένος με τον μεγάλο ντορβά του και έμεινα να τον παρακολουθώ, έως ότου ήρθε μέχρις εδώ. 
Τον έβλεπα σε όλες του τις κινήσεις, που καθόταν να ξεκουραστή η ακουμπούσε το φορτίο του, την πηγή της Αγίας Άννης στον μύλο όπου σταμάτησε και ήπιε νερό, και μέχρι που έφθασε στην πόρτα μας και πήρε το κλειδί και άνοιξε και μπήκε μέσα και ήρθε μπροστά μου και έ­βαλε μετάνοια.
Αλλά τι είναι τούτο και σάς έκανε κατάπληξι;
Όταν ο νους του ανθρώπου καθαρίση και φωτισθή, χώρια που έχει και δικό του φωτισμό χωρίς την προ­σθήκη της θείας χάριτος - με τον οποίο βλέπει και πέραν των δαιμόνων, καθώς λέγουν οι Πατέρες - , τότε δέχεται επιπροσθέτως και τον φωτισμό της θείας χάριτος, ώστε αυτή να μπορή να μένη μόνιμα σ' αυτόν και τότε τον αρ­πάζει σε θεωρίες και οράσεις, όπως και όσον γνωρίζει αυ­τή.
Μπορεί όμως και ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν θέλη να δη η να μάθη κάτι που τον ενδιαφέρει, να το ζητήση στην προσευχή του και να ενεργήση η χάρις να του 'πληρώση' το αίτημα..
Επειδή το ζήτησε αυτός..Νομίζω όμως ότι οι ευλαβείς αποφεύγουν να το ζητούν αυτό εκτός μεγάλης α­νάγκης. 
Πάντως, ο Κύριος ''θέλημα των φοβούμενων αυ­τόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών επακούσεται..''

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ
ΑΓΩΝΕΣ-ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ-ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ
ΕΚΔΟΣΙΣ: ΚΕΛΛΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ» ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ-ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1984