ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΛΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΛΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ: ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ!


Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
Αποκάλυψη Αγγέλου περί της ψυχής του ανθρώπου μετά θάνατον 

Καθὼς ὁ ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος βάδιζε μέσα στὴν ἀχανῆ ἔρημο, τὸν ἀκολούθησε ἕνας ῎Αγγελος. ῎Εστρεψε νὰ δεῖ, κ᾿ ἐκεῖνος τὸν χαιρέτησε πολὺ σεβαστικά:

– Εὐλόγησον, ἅγιε Γέροντα!

῾Ο ἀββᾶς Μακάριος τὸν πέρασε γιὰ κάποιον ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς τῆς ἐρήμου καὶ τοῦ εἶπε, ἀνταποδίδοντας τὸν χαιρετισμό:

– ῾Ο Κύριος νὰ σ᾿ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ συγχωρήσει, τέκνο μου.

Περπάτησαν ἔτσι μαζὶ κάμποσο διάστημα. Καὶ ὁ ἅγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν ὅλη παρουσία, ποὺ ἄστραφτε ἀπὸ φῶς καὶ ὡραιότητα, τοῦ λέει κάποια στιγμή:

– Τέκνον μου, σὲ βλέπω καὶ ἀπορῶ, θαυμάζοντας τὴ μορφή σου ποὺ ἀστραποβολεῖ καὶ τὴν ὡραιότητά σου τὴν ἀπαρομοίαστη. Καί ἐπειδή, ὡς ἄνθρωπος, δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ δῶ τόσην ὀμορφιά σὲ ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, ἀρχίζω καὶ ἀναρωτιέμαι μήπως δὲν εἶσαι ἄνθρωπος; Σε ἐξορκίζω, λοιπόν, στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ μοῦ πεῖς τὴν ἀλήθεια.

Τότε ὁ ῎Αγγελος ἔβαλε μετάνοια στὸν ἅγιο Μοναχό, καὶ τοῦ λέει:

– Εὐλόγησον, ἅγιε πάτερ. ῞Οπως καλὰ τὸ διέκρινες, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶμαι ῎Αγγελος· καί ἦρθα νὰ σὲ διδάξω τά ἄγνωστα μυστήρια ποὺ δὲν ξέρεις καί ἔχεις τόσην ἐπιθυμία νὰ μάθεις. ᾿Αφοῦ, λοιπόν, γι᾿ αὐτὸ ἦρθα, ρώτησε με γιὰ ὅ,τι θέλεις νὰ μάθεις κ᾿ ἐγὼ θὰ σοῦ ἀποκριθῶ.

Καὶ ὁ ἅγιος Μοναχός, μὲ τὴ σειρά του, ἔβαλε κι αὐτὸς μετάνοια στὸν ἅγιον ῎Αγγελο, ἔστρεψε τὰ χέρια καὶ τό βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε:

– Σ᾿ εὐχαριστῶ, πανάγαθε Κύριε, ποὺ μὲ λυπήθηκες καὶ μοῦ ἔστειλες ὁδηγὸ καὶ διδάσκαλο, γιὰ νὰ μὲ διδάξει ὅσα δὲν ξέρω κ᾿ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τ᾿ ἀπόκρυφα καὶ ἄρρητα μυστήρια τῆς πίστεως!

Καὶ μὲ μιὰ πολὺ εὐγενικὴ προθυμία ὁ ῎Αγγελος λέει στὸν ἀββᾶ Μακάριο:

– ῎Ελα, λοιπόν, ἅγιε Γέροντα καὶ πάτερ· ἄρχισε τὶς ἐρωτήσεις σου.   

– Πές μου, σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε: οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀναπαύονται καὶ μετὰ τὸ θάνατό τους φεύγουν ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο, ἐκεῖ στὸν ἄλλο, τὸν αἰώνιο, ἀναγνωρίζουν ἄραγε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο; 

– ῎Ακουσε, ἅγιε πάτερ, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος. ῞Οπως ἀκριβῶς συμβαίνει σέ αὐτό τὸν κόσμο, ὅπου κοιμοῦνται τὸ βράδυ καὶ ξυπνοῦνε τὸ πρωΐ, καὶ ὅταν σηκώνονται ἀναγνωρίζουν αὐτοὺς ποὺ εἶχαν συναντήσει τὴν προηγούμενη μέρα, καὶ συνομιλοῦν μαζί τους, ἤ τρῶνε καὶ πίνουν καί εὐφραίνονται ἀντάμα, ρωτώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ διάφορα θέματά τους, ἔτσι γίνεται καὶ στὸν ἄλλον κόσμο· ὁ ἕνας βλέπει καὶ ἀναγνωρίζει τὸ συνάνθρωπό του, εὐφραίνεται μὲ τὴ συντροφιά του καὶ συνομιλεῖ μαζί του, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει κ᾿ ἐδῶ κάτω, ποὺ ὅταν βγαίνει κανεὶς ἔξω ἀπ᾿ τὸ σπίτι του ἤ πάει στὴν ἀγορά, καί ἐκεῖ βλέπει φτωχοὺς ἤ ἄρχοντες καὶ ρωτάει, «ποιὸς εἶναι αὐτὸς» καὶ «ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος», καὶ ρωτώντας μαθαίνει καὶ γνωρίζει καὶ κείνους ποὺ δὲν εἶχε τύχει ποτὲ νὰ συναντήσει, ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει κ᾿ ἐκεῖ ψηλὰ μὲ τοὺς δικαίους· ὑπογραμμίζω τοὺς δικαίους, γιατὶ αὐτὸ τὸ προνόμιο δὲν τό ᾿χουν οἱ ἁμαρτωλοί.

Προχωρώντας, ὁ ἀββᾶς Μακάριος ξαναρωτάει τὸν ῎Αγγελο: 

– ᾿Απάντησέ μου καὶ σὲ τοῦτο, σὲ παρακαλῶ: μετὰ τὸν τόσο δύσκολο χωρισμὸ της ψυχής από το σώμα τί γίνεται; Και, αφού ο χωρισμός έχει γίνει και η ψυχή έχει πάρει το δρόμο της, γιατί κάνουμε τόσα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους; 

Ο Άγγελος πήρε βαθειά ανάσα και άρχισε την απόκρισή του:

– Άκουσε, άγιε πάτερ μου. Μετά το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, έρχονται οι άγιοι Άγγελοι και την τρίτη μέρα την παίρνουν και την πηγαίνουν στον ουρανό, για να προσκυνήσει τον Κύριο μας, τον Ιησού Χριστό.

Πρέπει, όμως, να σου πω εδώ πως σε τούτο το διάστημα, δηλαδή από τη γη ως τον ουρανό, υπάρχει μια μεγάλη Σκάλα, με πολλά σκαλιά και σε κάθε σκαλί, βλέπει κανείς ένα τάγμα δαιμόνων, που λέγονται τελώνια. Αυτά τα τελώνια και πονηρά πνεύματα, μόλις αντικρύσουν την ψυχή, κουβαλούν αμέσως τα πολλά και γεμάτα με τις αμαρτίες χειρόγραφα κι αυτά τα χειρόγραφα τα δείχνουν στους Αγγέλους λέγοντας:

– »την τάδε χρονιά, τη δείνα ώρα και τις τόσες του μηνός, η ψυχή αυτή έκαμε τούτο κ’ εκείνο, δηλαδή έκλεψε, είπε ψέματα, πόρνεψε, διέπραξε το δείνα έγκλημα, έπεσε σε μοιχεία»

και ό,τι τέλος πάντων αμάρτημα έκαμε, κ’ είναι λεπτομερώς από τους δαίμονες γραμμένο.

Τότε και οι άγιοι Άγγελοι παίρνουν άλλες περγαμηνές και άλλα χειρόγραφα, όπου είναι γραμμένες όλες οι αγαθοεργίες της ψυχής εκείνης: ελεημοσύνες, προσευχές, λειτουργίες, νηστείες και ό,τι άλλο καλό είχε κάνει στην επίγεια ζωή της.

Ζυγίζουν τότε και αντισταθμίζουν οι Άγγελοι και οι Δαίμονες τα έργα της ψυχής: και αν βρεθούν περισσότερα τ’ αγαθά, τότε παίρνουν την ψυχή πάλι οι Άγγελοι και την ανεβάζουν στο επόμενο σκαλί, ψηλότερα.

Όταν, όμως, βλέπουν οι δαίμονες πως ξέφυγε η ψυχή από τα χέρια τους και αρχίζει να ανεβαίνει σε ψηλότερο σκαλί, τρίζουν τα δόντια τους απ’ το θυμό σαν τα λυσσασμένα σκυλιά και ρίχνονται καταπάνω στους Αγγέλους να την αρπάξουν, έστω και την τελευταία στιγμή από τα χέρια τους.

Σ’ αυτό το μεταξύ, φοβισμένη και κατατρομαγμένη η ψυχή απ’ όλα αυτά, πάει να κρυφτεί κάτω από τα φτερά των Αγγέλων, για να γλυτώσει.

Και εκεί γίνεται μια μεγάλη λογομαχία και πάλη ανάμεσα στους Αγγέλους και στους Δαίμονες, ώσπου να ελευθερωθεί πέρα για πέρα εκείνη η ταλαίπωρη ψυχή από τα λυσσασμένα νύχια των Δαιμόνων.

Ανεβαίνουν τελικά οι Άγγελοι με την ψυχή και προχωρούν προς το επόμενο σκαλί.

Μα κι εκεί βρίσκουν άλλο τελώνιο, πιο άγριο και πιο φοβερό. Κ’ εδώ οι Δαίμονες κάνουν μεγάλη φασαρία και ταραχή απερίγραπτη, για το ποιος θα κερδίσει την κατατρομαγμένη ψυχή. Αρχίζουν οι Δαίμονες πάλι να κραυγάζουν άγρια και να ελέγχουν την ψυχή, ρωτώντας επιδεικτικά:

– Πού πας ν’ ανέβεις εκεί ψηλά; Δεν είσ’ εσύ που έπεσες στην πορνεία και καταμόλυνες το μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος; Δεν είσ’ εσύ που βρώμισες με τις πράξεις σου το αγγελικό σχήμα; Και τώρα για που κίνησες να πας, αφού δεν σου αξίζει ο τόπος εκείνος; Γύρνα πίσω! Έλα πάλι κάτω! Πάρε το δρόμο και κατέβα στον σκοτεινό τον «Άδη! Πήγαινε στο πυρ το εξώτερον και στα σκουλήκια που άγρυπνα ροκανίζουν τα θύματά τους!..

Και τότε, αν η ψυχή εκείνη με τα έργα της είναι άξια για την αιώνια καταδίκη, την παίρνουν οι πονηροί και ανάλγητοι Δαίμονες και την κατεβάζουν στα καταχθόνια της γης, σε τόπο φοβερό και κατασκότεινο. Και, αλλοίμονο πια στην ταλαίπωρη εκείνη ψυχή! Ουαί και αλλοίμονο στην ψυχή εκείνη, που θα καταριέται την ώρα που γεννήθηκε… Τότε είναι να σε πιάνει λύπηση να βλέπεις τις ψυχές που είναι καταδικασμένες για κείνον τον τόπο και να τις βλέπεις, άγιε πάτερ, να έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη και να μην έχουν νa πιαστοῦν ἀπὸ πουθενά… Θλίψη ἀπερίγραπτη καὶ ἀβάσταχτος πόνος, ἀσήκωτος!…

Αν, ὡστόσο, ἡ ψυχὴ βρεθεῖ καθαρὴ καὶ δίχως ἁμαρτίες, τότε ἀνεβαίνει συντροφιὰ μὲ τοὺς Αγγέλους στὸν οὐρανὸ κ᾿ αἰσθάνεται πολὺ μεγάλη χαρά: κάθε τόσο συναντάει καὶ ἄλλους ᾿Αγγέλους, ποὺ κρατοῦν, ὅπως οἱ Διάκονοι στὴν ᾿Εκκλησία, λαμπάδες ἀναμμένες καὶ θυμιάματα μυροβόλα, καὶ τὴν κατασπάζονται μὲ ἀγάπη.

Μετὰ πᾶνε στὸ δεσποτικὸ θρόνο· ἐκεῖ προκυνάει τὸν Κύριο καὶ Θεό μας, τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό. Καὶ τότε ἀντικρύζει τοὺς χοροὺς τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων, τῶν ἁγίων Μαρτύρων, τῶν ἁγίων Πατέρων, τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αγίων ᾿Αγγέλων, μὲ τὴν ἄρρητη ἐκείνη λαμπρότητα, καὶ ἀκούει τὴν ἀγγελικὴ ἐκείνη μελωδία καί εὐφραίνεται ἀπὸ τὸ ἀπερίγραπτο κάλλος καὶ τὴν ἀσύλληπτη ὡραιότητα!

Ο Αββάς Μακάριος ρωτάει πάλι, σε λίγο:

– ῞Αγιε ῎Αγγελε, σὲ ρώτησα κάτι καὶ γιὰ τὰ μνημόσυνα: πῶς καὶ γιατί γίνονται; ᾿Απάντησέ μου, σὲ παρακαλῶ.

– ῎Ακουσέ με, λοιπόν, ἅγιε πάτερ μου. Τὰ μνημόσυνα ποὺ ὀνομάζονται «τρίτα», γίνονται ὅπως ἔχουμε ξαναπεῖ ὥσπου νὰ περάσουν οἱ τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ τὴν κοίμηση· γιατί, βέβαια, ἴσαμε νὰ περάσουν τρεῖς μέρες, ἡ ψυχὴ δὲν ἀνεβαίνει νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό. ῎Ετσι, λοιπόν, γίνονται αὐτὰ τὰ μνημόσυνα σὰν ἕνα δῶρο πρὸς τὸν Χριστὸ γιὰ κείνη τὴν ψυχὴ ποὺ πάει νὰ Τὸν προσκυνήσει.

Μετὰ τὴν προσκύνηση στὸν δεσπότη Χριστό, οἱ ῎Αγγελοι παίρνουν πάλι τὴν ψυχὴ καὶ τὴν κατεβάζουν στὴ γῆ. ᾿Εδῶ πιὰ τὴν περπατᾶνε στὰ διάφορα μέρη καὶ τοὺς τόπους ὅπου ἔζησε τὴν ἐπίγεια ζωή της καὶ τῆς θυμίζουν τὶς καλὲς καὶ τὶς κακὲς πράξεις της, λέγοντας:

– Θυμήσου πὼς ἐδῶ ἔκλεψες· ἐκεῖ ἔπεσες στὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας· ἐδῶ ἔπεσες στὴν καταλαλιά· ἐκεῖ σκότωσες· ἐδῶ ἔγινες ἐπίορκος· ἐκεῖ βλαστήμησες· ἐδῶ καταχράστηκες μὲ ὑπέρογκους τόκους· ἐκεῖ μέθυσες· ἐδῶ λογομάχησες ἁμαρτωλά· ἐκεῖ σκανδάλισες τοὺς ἀδελφούς σου – κ᾿ ἕνα σωρὸ ἄλλα, ποὺ ἡ κάθε ψυχὴ μπορεῖ νὰ διέπραξε.

῞Υστερα, πάλι, τὴν περνᾶνε ἀπὸ τοὺς ἄλλους τόπους, ὅπου ἔπραξε ἀγαθὰ ἔργα, λέγοντάς της:

– Θυμήσου πὼς ἐδῶ ἔκανες ἐλεημοσύνη· ἐκεῖ ἐνήστεψες· ἐδῶ ἔδειξες πραγματικὴ μετάνοια, μὲ δάκρυα καὶ συντριβή· ἐκεῖ ἔκανες λειτουργίες· ἐδῶ ἔκανες παρακλήσεις· ἐκεῖ ἔκανες ἀγρυπνίες· ἐδῶ προσευχές· ἐκεῖ γονάτισες καί ἔκανες μετάνοιες· ἐδῶ ἔδειξες σταθερότητα στὴν ἀρετὴ καὶ ἀντίσταση στὸν πειρασμό· ἐκεῖ ἔδειξες ἐγκράτεια – καὶ ὅλα τά ἄλλα καλὰ ἔργα ποὺ ἔκανε ἡ ψυχή.

Αὐτὸς ὁ περίπατος, σὲ ὅλα τὰ μέρη ποὺ ἔζησε ἡ ψυχή, κρατάει ἐννιὰ μέρες. Τὴν ἔνατη μέρα ἡ ψυχὴ ἀνεβαίνει πάλι νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη – δηλ. ὥς ἐκείνη τὴν ἡμέρα – γίνονται καὶ τὰ «ἔνατα» ὅπως τὰ ὀνομάζουμε, μνημόσυνα, τὰ ὁποῖα γίνονται καὶ στέλνονται σὰν δῶρο καὶ σὰν ἐνθύμηση στὸν Κύριο, γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ ἔρχεται, νὰ τὴν ὑποδεχθεῖ μὲ ἱλαρὸ βλέμμα καί εὐμενῆ διάθεση.

Οἱ παρακλήσεις ποὺ γίνονται μὲ τὰ μνημόσυνα, εἶναι γραμμένο πὼς γίνονται «πρὸς ὠφέλειαν». Καὶ λέγονται συχνὰ πὼς ὠφελοῦν τὴν ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου οἱ ἐλεημοσύνες, οἱ λειτουργίες, τὰ μνημόσυνα. ᾿Ενίοτε βοηθοῦν τόσο πολύ, ποὺ μποροῦν ν᾿ ἀπαλλάξουν τὴν ψυχὴ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν κόλαση!

Αὐτά, ὅμως, δὲν ὠφελοῦν τὸν πολὺ κόσμο νὰ τὰ ξέρει, γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ λεπτομέρειες σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα δὲν εἶναι γιὰ ὅλους, καθὼς συγκρούεται μὲ τὴ γνωστὴ ἀλήθεια πὼς «ἐν τῷ ῞Αδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια»…

῞Υστερ᾿ ἀπὸ τὴ δεύτερη αὐτὴ προσκύνηση στὸν δεσπότη Χριστό, οἱ ῎Αγγελοι παίρνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ξαναφέρνουν στὸν κόσμο.

Στὴ συνέχεια, τῆς δείχνουν τὸν Παράδεισο, τὸν ἀπέραντον ἐλαιῶνα μὲ τοὺς κόλπους τοῦ ᾿Αβραάμ, τὶς σκηνὲς ὅπου ἀναπαύονται οἱ δίκαιοι… Κι ὅταν ἡ ψυχὴ βλέπει τὴν ἀπερίγραπτη ἐκείνη χαρὰ στὰ πρόσωπα τῶν δικαίων, αἰσθάνεται κ᾿ ἐκείνη μιὰ βαθειὰ κι ἀπέραντη χαρὰ καὶ παραμυθία, καὶ παρακαλεῖ τοὺς ᾿Αγγέλους νὰ τὴν ἀφήσουν ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς δικαίους!

Μετὰ τὴν πηγαίνουν νὰ δεῖ τὴν κόλαση, μὲ τὶς ποικίλες τιμωρίες τῶν ἁμαρτωλῶν, λέγοντας:

– Αὐτὸς ἐκεῖ ποὺ βλέπεις εἶναι ὁ πύρινος ποταμός· αὐτὸς ἐκεῖ, ὁ ἀκοίμητος ἑσμὸς τῶν σκουληκιῶν· τοῦτο ἐδῶ, τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· αὐτὸ ἐκεῖ, τὸ σκότος τὸ ἐσώτερον· αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων – καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα κολαστήρια τῶν ἁμαρτωλῶν…

῾Ο ἀββᾶς Μακάριος ἄκουγε προσεχτικὰ ὅτι ἔλεγε ὁ ῎Αγγελος, ὁ ὁποῖος σὲ μιὰ στιγμὴ στρέφει πρὸς τὸν ἅγιο Μοναχὸ καὶ τοῦ λέει:

– Ξέρεις, ἅγιε πάτερ, ὅτι δὲν ὑπάρχει σκληρότερη καὶ φοβερότερη τιμωρία στὴν κόλαση ἀπὸ κείνη ποὺ ζοῦν οἱ πόρνοι καὶ οἱ κλέφτες. ᾿Ιδιαίτερα, μάλιστα, ὅταν αὐτοὶ ποὺ ἔπεσαν στὴν πορνεία τυχαίνει νὰ εἶναι Μοναχὸς ἤ Μοναχή, ῾Ιερεὺς ἤ Πρεσβυτέρα…

῞Οταν πιὰ ἡ ψυχὴ γνωρίσει ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ τῆς δείχνουν οἱ ῎Αγγελοι, καὶ ἀφοῦ συμπληρωθοῦν οἱ σαράντα μέρες, τὴν ἀνεβάζουν πάλι νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὥς τὶς σαράντα γίνονται τὰ «τεσσαρακοστὰ» λεγόμενα μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων. Αὐτὴ ἡ μέρα εἶναι πολὺ σημαντική, γιατὶ αὐτὴ τὴ μέρα θά ἀποφασίσει ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς γιὰ τὸ ποῦ πρέπει νὰ πάει πιὰ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα καὶ τὶς πράξεις της. Καὶ ὅπου πάει τώρα ἡ ψυχή, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ θὰ μείνει ὥς τὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὁπότε θ᾿ ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα καὶ θ᾿ ἀπολαύσει τοὺς καλοὺς ἤ κακοὺς καρποὺς τῶν ἔργων του.

᾿Ακούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἅγιος Γέροντας, στέναξε βαθιά, δάκρυσε πικρὰ καὶ εἶπε:

– Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο στὴ μαύρη μέρα ἐκείνη, ὅπου γεννήθηκε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἁμαρτωλός…

– Ναί, τοῦ λέει ὁ ῎Αγγελος· ναί, τίμιε Γέροντα, εἶναι σωστὸ αὐτό, γιὰ τὸν κάθε ἁμαρτωλό. ᾿Αλλὰ γιὰ τὸν ἀγαθὸ καὶ τὸν δίκαιο πρέπει νὰ πεῖς: «Εὐτυχισμένη καὶ μακάρια ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα ποὺ γεννήθηκε»!

Τότε ὁ Γέροντας ξεθαρρεύτηκε καὶ κάνει ἄλλο ἕνα σχετικὸ ἐρώτημα:

– Σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, νὰ μοῦ ξεδιαλύνεις καὶ τούτη τὴν ἀπορία μου: μπορεῖ νὰ αἰσθανθεῖ κάποτε ἄνεση ὁ ἁμαρτωλός, νὰ τελειώσει ἡ τιμωρία του; 

– ῎Οχι, ἅγιε πάτερ μου, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος. Οὔτε ἡ οὐράνια βασιλεία τῶν δικαίων ἔχει τελειωμό, οὔτε ἡ τιμωρία καὶ ἡ κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν. ῎Αν κάποιος ἔπαιρνε κάθε χίλια χρόνια ἕνα σπυρὶ ἀπὸ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας καὶ τὸ ἔβαζε κάπου ἀλλοῦ, θὰ ὑπῆρχε ἐλπίδα ἴσως κάποτε νὰ τελειώσει· μὰ ἡ κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν τέλος δὲν ἔχει!…

῾Ο ἅγιος Γέροντας ἐπιμένει καὶ συνεχίζει τὶς ἐρωτήσεις:

– ῞Αγιε ῎Αγγελε, πές μου σὲ παρακαλῶ: ποιοί ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους μας εἶναι πιὸ φιλεύσπλαγχνοι γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ τοὺς ξέρει καὶ νὰ τοὺς ἱκετεύει ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ πρεσβεύουν στὸ Θεὸ καὶ νὰ Τὸν παρακαλοῦν γι᾿ αὐτόν;

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος, εἶναι φιλάνθρωποι καὶ σπλαγχνικοὶ γιὰ ὅλους σας, καὶ σᾶς βλέπουν μὲ ἀγάπη κ᾿ εὐμένεια. ῾Ωστόσο, ἡ ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων ἀγνωμοσύνη καὶ ἀχαριστία τοὺς θυμώνει καὶ τοὺς ἐξοργίζει.

᾿Ακόμη, πρέπει νὰ σοῦ πῶ, ἅγιε Γέροντα, πὼς καὶ οἱ ἅγιοι ῎Αγγελοι ἔχουν πολλὴ ἀγάπη καί εὐσπλαγχνία γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ ἐξαιτίας καὶ χάρη στὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων εἶδαν κι αὐτοὶ καὶ γνώρισαν τὰ μεγάλα παράδοξα τοῦ Θεοῦ.

᾿Εκτὸς ἀπ᾿ αὐτούς, ὅμως, ἡ Κυρία καὶ Δέσποινά μας, ἡ Θεοτόκος, φροντίζει πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους τὸ ἀνθρώπινο γένος. Θὰ ἔπρεπε, ἅγιε πάτερ μου, ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ ἔχει συνεχῶς στὸ στόμα του τὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου, μ᾿ εὐχαριστία καί εὐγνωμοσύνη. Μὰ ὁ διάβολος τὸν ξεγέλασε καὶ τὸν ἔριξε στὰ βάραθρα τῆς ἀχαριστίας, τόσο ποὺ νὰ ξεχνᾶ πώς, ἄν ὑπάρχει ὁ κόσμος σήμερα καὶ στέκεται ὅπως στέκεται, αὐτὸ σίγουρα ὀφείλεται στὶς πρεσβεῖες καὶ τὶς ἱκεσίες τῆς Θεοτόκου!

Δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι ἔδειξαν περιφρόνηση καὶ καταφρόνησαν τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ῾Αγίους Του, πράγμα ποὺ εἶχε σὰν συνέπεια βέβαια καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ῞Αγιοι νὰ τοὺς δείξουν, μὲ τὴ σειρά τους, καταφρόνηση…

῾Ο ῞Αγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν πρόθυμη συγκατάβαση τοῦ ᾿Αγγέλου ν᾿ ἀπαντάει σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα, θέλησε νὰ ἐπιμείνει στὴ διάκριση ἀνάμεσα στὶς ἁμαρτίες καὶ ρώτησε: 

– Σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, πές μου ἄν θέλεις: ποιά εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος;

– ῞Αγιε Γέροντα, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος, κάθε ἁμαρτία ποὺ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος, τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸ Θεό· φαίνεται, ὅμως, πὼς μερικὲς ἁμαρτίες, ὅπως π.χ. ἡ μνησικακία καὶ ἡ βλασφημία, στέκονται πάνω πάνω καὶ κυριαρχοῦν· γιατί, βέβαια, καὶ μόνες τους αὐτὲς μποροῦν νὰ κατεβάσουν τὸν ἄνθρωπο στὰ βασίλεια τοῦ ῞Αδη, στὰ καταχθόνια, κάτω ἀπ᾿ τὴ γῆ καὶ κάτω ἀπ᾿ τὴ θάλασσα.

῾Ο Γέροντας ἔδειξε σὰ νὰ μὴν ἱκανοποιήθηκε. Θέλησε νὰ κάμει σχεδὸν τὸ ἴδιο ἐρώτημα, μὲ ἄλλη μορφή: 

– Πές μου, ἅγιε ῎Αγγελε: ποιό ἁμάρτημα μισεῖ ὁ Θεὸς πάνω ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα; 

– Τὴν κενοδοξία, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος. Ξέρεις πὼς μοναχή της αὐτὴ ἡ ἁμαρτία ὁδήγησε τὸν κόσμο στὴν πτώση καὶ τὴν ἀπώλεια, μιὰ κι ἐξαιτίας της ὁ πρωτόπλαστος ᾿Αδὰμ ἐξορίστηκε ἀπ᾿ τὸν Παράδεισο· ἐξαιτίας της ὁ ἀρχιδαίμονας γκρεμίστηκε ἀπ᾿ τὴν περίοπτη θέση ποὺ εἶχε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Αγγέλους, κ᾿ ἐξαιτίας της ὁ Φαρισαῖος ἔχασε τοὺς κόπους ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν καλῶν ἔργων του. Κι αὐτό, γιατὶ ἄν πέσει ὁ ἄνθρωπος στὸ πάθος καὶ τὸ ἁμάρτημα τῆς κενοδοξίας, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ σηκωθεῖ.

Τότε ὁ Γέροντας βάζει ἄλλο ἐρώτημα, πάλι γιὰ τὴν τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν: 

– Ποιοί ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ τιμωροῦνται περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους στὴν κόλαση; 

– Σοῦ εἶπα, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος: πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους κολάζονται ὁ πόρνος καὶ ὁ βλάσφημος.

῾Ωστόσο, πρέπει νὰ προσθέσω πὼς κάτω ἀπ᾿ ὅλα τὰ καταχθόνια καὶ ὅλες τὶς κολάσεις ὑπάρχει καὶ μιά ἄλλη φοβερὴ καὶ τρομερή, ποὺ τὴν ὀνομάζουν ἀφάνεια: ἐκεῖ τιμωροῦνται νὰ ὑποφέρουν οἱ ἁμαρτωλοὶ κληρικοί, μαζὶ μὲ τοὺς καλόγερους καὶ τὶς καλόγριες ποὺ ἔπεσαν στὴν πορνεία.

Γι᾿ αὐτό, ἅγιε Γέροντα, εἶναι γραμμένο πὼς τὸ τάγμα τῶν ᾿Αγγέλων ποὺ ἔπεσε κ᾿ ἔγινε δαιμονικό, αὐτὸ θά ἀνακαινιστεῖ καὶ θά ἀναπληρωθεῖ, καὶ θά ἀνέλθει σὲ μεγάλη δόξα καὶ τιμή, ἀπό τοὺς καλοὺς καὶ ἁγίους κληρικοὺς καὶ μοναχούς·

ἐνῶ, βέβαια, ὅπως σοῦ εἶπα, οἱ κακοὶ καὶ πονηροὶ καὶ ἁμαρτωλοὶ μοναχοὶ πέφτουν σὲ ἔσχατη ἀτιμία καὶ ἐξαποστέλλονται στὴν κόλαση, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ κληρικοὶ ποὺ παραβαίνουν τοὺς θείους νόμους: ὅσοι δέχονται τὴν παρανομία καὶ τοὺς παρανόμους ἐπειδὴ τοὺς γεμίζουν τὶς ἱερατικὲς τσέπες μὲ δῶρα καὶ χαρίσματα πολλαπλᾶ, καὶ ὅσοι καταφρονοῦν καὶ παραλείπουν τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες τους γιὰ χάρη τῶν κοσμικῶν ἤ ἄλλων κοινωνικῶν φροντίδων τοῦ βίου, γιὰ τὰ ὁποῖα καὶ θὰ δώσουν κάποτε λόγο στὸ Θεό…

Καὶ τί νὰ πῶ καὶ γιὰ τοὺς ἱερεῖς ἐκείνους ποὺ μεθᾶνε; Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονό τους, γιὰ τὸ πόσο φοβερὴ κόλαση τοὺς περιμένει!…

Πές μου, ξαναρωτάει ὁ Γέροντας,

– τί γίνεται μ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν λογαριάζουν καὶ δὲν τιμοῦν τὴ μέρα τῆς Κυριακῆς;

Καὶ ὁ ῎Αγγελος ἀποκρίνεται:

– Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο καὶ σ᾿ αὐτούς, ἅγιε Γέροντα, γιατὶ τοὺς περιμένει φρικτὴ κόλαση καὶ τιμωρία. ῞Οποιος δὲν λογαριάζει καὶ καταφρονεῖ τὴν Κυριακή, εἶναι σὰν νὰ καταφρονεῖ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν καταφρονήσει, γιατὶ ἡ μέρα τῆς Κυριακῆς εἶναι ἡ μέρα τοῦ Κυρίου: ὅποιος τὴν τιμᾶ, τὸν τιμᾶ καὶ ὁ Κύριος καὶ τὸν προστατεύει.

Κατὰ τὸν ἴδιο πάλι τρόπο: ὅποιος τιμᾶ καὶ σέβεται καὶ γιορτάζει τὶς μνῆμες τῶν ῾Αγίων, δέχεται μεγάλη βοήθεια στὸ βίο του ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους, γιατὶ ἐκεῖνοι ἔχουν μεγάλη παρρησία καὶ θάρρος νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸ Θεὸ κάτι, καί ᾿Εκεῖνος τοὺς τὸ δίνει. ῎Ετσι, μέσω τῆς ἱκεσίας καὶ τῆς πρεσβείας τῶν ῾Αγίων οἱ φιλάγιοι ἄνθρωποι ἀπολαμβάνουν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ πολλὰ εὐεργετήματα καὶ χαρίσματα.

῾Ωστόσο, ἄς τὸ ὁμολογήσουμε, ἅγιε Γέροντα: οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουνε διώξει ἀπὸ μέσα τους τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, κι ἔτσι οὔτε τὸν Θεὸ ἔχουν πιὰ φίλο τους, οὔτε καὶ κάποιον ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους, παρὰ ἔχουν προσκολληθεῖ στὰ βιοτικὰ καὶ κοσμικὰ πράγματα, ποὺ φθείρονται καὶ χάνονται. ᾿Αλλοίμονό τους!

Νὰ ξέρεις, ἅγιε Γέροντα, πὼς κάθε ἄνθρωπος ποὺ δὲν τιμᾶ καὶ δὲν σέβεται τὴν ἅγια μέρα τῆς Κυριακῆς, -εἴτε εἶναι ἱερέας, εἴτε μοναχός, εἴτε ὁποιοσδήποτε ἁπλὸς λαϊκὸς ἄνθρωπος τοῦ κόσμου- δὲν πρόκειται νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, μήτε κι ἔχει κάποια ἐλπίδα σωτηρίας…

Κύλησαν λίγες στιγμὲς μ᾿ ἕνα βάρος πολυσήμαντης σιωπῆς. Τὶς σκέψεις καὶ τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἀββᾶ Μακαρίου διέκοψε ὁ ἅγιος ῎Αγγελος:

– ῎Αν ἔχεις καὶ κάτι ἄλλο νὰ ρωτήσεις, ἅγιε Γέροντα, ρώτησε με, γιατὶ τώρα ἦρθε ἡ ὥρα νά ἀνεβῶ πάλι στὸν οὐρανό, κοντὰ στὸν Κύριό μου.

Τότε, βαριαναστέναξε ὁ ἀββᾶς καὶ ψιθύρισε, χύνοντας πικρὰ δάκρυα: «ἀλλοίμονο καὶ τρισαλλοίμονο σ᾿ ἐμᾶς! ῾Ο καλὸς καὶ ἅγιος δοῦλος τοῦ Κυρίου μου, ὄντας ῎Αγγελος, ἀσώματος καὶ ἀναμάρτητος, βιάζεται νὰ πάει ψηλὰ καὶ νὰ δώσει τὴ δοξολογία καὶ τὸν αἶνο του στὸν Κύριο, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ σωματικοί, ὑλόφρονες καὶ ἁμαρτωλοὶ δὲν φροντίζουμε γιὰ τὴν ψυχή μας καὶ καταφρονοῦμε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μποροῦν νὰ φέρουν τὴ σωτηρία μας…».

Κι ὕστερα, φωναχτά, ρώτησε τὸν ῎Αγγελο:

– Πές μου, σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, ποιά προσευχὴ ταιριάζει πιὸ πολὺ στοὺς Μοναχούς;

– ῎Αν κάποιος ξέρει γράμματα, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος, μπορεῖ νὰ λέει τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαβίδ· ἄν, ὅμως, εἶναι ἀγράμματος, μπορεῖ νὰ προσεύχεται μὲ τὸ «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Αὐτὴ ἡ προσευχὴ θαρρῶ πὼς εἶναι ἡ πιὸ δυνατή, μὰ καὶ ἡ πιὸ εὔκολη, γι᾿ αὐτὸ καὶ πολλοὶ Μοναχοί, ἄν καὶ ξέρουν γράμματα, ἐγκατέλειψαν ὅλες τὶς ἄλλες προσευχὲς καὶ κρατώντας μόνο αὐτὴ τὴν προσευχή, δίχως σταματημό, ἔσωσαν τὴν ψυχή τους. Αὐτή, τὴν τόσο ἁπλῆ, μὰ καὶ τόσο ἀποτελεσματικὴ προσευχή, μποροῦν νὰ τὴν κρατήσουν καὶ νὰ τὴ λένε συνεχῶς καὶ οἱ νέοι καὶ οἱ γέροντες, καὶ οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ καλόγεροι καὶ οἱ καλογριές, καὶ οἱ γραμματισμένοι καὶ οἱ ἀγράμματοι, καὶ οἱ πολὺ ἔμπειροι μὰ καὶ οἱ ἄπειροι καὶ ἀμάθητοι. ῞Οποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ψυχή του, μπορεῖ νὰ τὴν κρατήσει αὐτὴ τὴν προσευχὴ στὰ χείλη του καὶ στὴν καρδιά του, μέρα καὶ νύχτα, εἴτε στὸ κελλί του βρίσκεται εἴτε στὸ δρόμο, εἴτε εἶναι ὄρθιος κι ἐργάζεται, εἴτε κάθεται καὶ ἀναπαύεται. ᾿Ακόμη καὶ ἄν βρίσκεται στὸ δρόμο ἤ ταξιδεύει ἤ κάνει κάποιο ἔργο, ἄς ἔχει μὲ πόθο καὶ προθυμία στὰ χείλη καὶ στὴν καρδιὰ τούτη τὴν προσευχή, ποὺ εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσει τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, σ᾿ ὅποιον τὴν ἐπιθυμεῖ πολὺ θερμά.

῾Ο Γέροντας ἔδειχνε πολὺ εὐχαριστημένος. ᾿Αλλὰ δὲν ἤθελε νὰ σταματήσει καὶ τὶς ἐρωτήσεις. Λέει, λοιπόν, στὸν ῎Αγγελο: 

– ᾿Επειδή, ἅγιε ῎Αγγελε, ἦρθες νὰ μὲ διδάξεις, ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, πές μου σὲ παρακαλῶ καὶ τοῦτο: ἄν κάποιος ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τύχει νὰ βρεῖ κατάλληλη περίσταση καὶ νὰ διδάξει ἕναν ἄλλο ἁμαρτωλό, καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο τοῦ δείξει τὸν καλὸ δρόμο καὶ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, αὐτὸ τὸ πράγμα θὰ τοῦ δώσει κάποιο πνευματικὸ κέρδος καὶ ὄφελος;

῾Ο ῎Αγγελος, τοῦ ἀπαντᾶ.

– ῞Οποιος διδάξει κάποιον ἄλλο ἁμαρτωλὸ καὶ καταφέρει νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἁμαρτίας, βάζοντάς τον στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς, αὐτὸς ὄχι μόνο θὰ βγάλει τὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου ἀπ᾿ τὴν Κόλαση, μὰ καὶ τὴ δική του θὰ σώσει, μιὰ ποὺ θὰ «καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν», καθὼς λέει καὶ ἡ ῾Αγία Γραφή.

῞Οπως ἀκριβῶς καί ἕνας ἄλλος, ποὺ συμβουλεύει πρὸς τὸ κακὸ κάποιον ἄνθρωπο, ὄχι μονάχα ἐκεῖνον ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, μὰ καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ψυχή του παραδίνει στὸ διάβολο. ῎Ετσι, λοιπόν, μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία χειρότερη ἀπ᾿ τὸ νὰ συμβουλεύει κάποιος ἕναν ἄνθρωπο πρὸς τὸ κακὸ καὶ τὴν ἀπώλεια·

ὅπως, ἀκριβῶς, δὲν ὑπάρχει καλύτερο ἔργο ἀπ᾿ τὸ νὰ συμβουλεύει κανεὶς πρὸς τὸ καλὸ καὶ τὴ σωτηρία ἕναν ἄνθρωπο.

Καὶ τελειώνοντας αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ῎Αγγελος, ἔκλινε σεβαστικὰ τὸ κεφάλι του πρὸς τὸν ἅγιο Γέροντα, λέγοντάς του:

– Εὐλόγησέ με καὶ συγχώρεσέ, ἅγιε πάτερ μου!

Τότε ὁ Γέροντας, προσπέφτοντας στὸν ἅγιο ῎Αγγελο, τὸν προσκύνησε καὶ τοῦ λέει:

– Πορεύου ἐν εἰρήνῃ, ἅγιε ῎Αγγελε! Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ θὰ βρίσκεσαι κοντὰ στὴν ῾Αγία Τριάδα, πρέσβευε καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μου, σὲ παρακαλῶ.

῎Ετσι, ὁ ἅγιος ῎Αγγελος ἄνοιξε τὰ φτερά του καὶ πέταξε πάλι πρὸς τὸν οὐρανό· ἐνῶ ὁ ἀββᾶς Μακάριος, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸ Θεό, ἐπέστρεψε πάλι στὸ κελλί του. Κι ἐκεῖ ἀφηγήθηκε ὅλα ὅσα εἶδε καὶ ἄκουσε στὸν πιστὸ ἀδελφὸ καὶ συνασκητή του, δοξάζοντας κ᾿ εὐλογώντας τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Θεοῦ. 

(Περιοδικό Άγιος Κυπριανός. Αριθμός 330, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2006, σελ. 260-262 / Αριθμός 331, Μάρτιος – Απρίλιος 2006, σελ. 278-279 /  Αριθμός 332, Μάιος – Ιούνιος 2006, σελ. 293-295)

(Π. Β. Πάσχος. Ο γέροντας και άλλες αποκαλυπτικές ιστορίες, σελ. 76-89, εκδ. Ακρίτας)

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

 Ο άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης και οι άγγελοι 

Ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης († 1991), ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Οσίου Δαβίδ του εν Ευβοία, αξιώθηκε από το Θεό για την οσιακή και μαρτυρική του ζωή πολλά χαρίσματα.

Ολόκληρος ο βίος του ήταν μια συνεχής μυσταγωγία, με αποκορύφωμα τη θεία λειτουργία. Την ώρα εκείνη, όπως ο ίδιος διηγόταν, άγγελοι γέμιζαν τον ιερό χώρο, δοξολογούσαν το Θεό, λειτουργούσαν μαζί του! Έβλεπε τα νεανικά τους πρόσωπα, ένιωθε τα φτερά τους ν’ αγγίζουν πάνω του.

– Αχ, πάτερ μου, έλεγε σε κάποιον υποτακτικό του, αν βλέπατε τι γίνεται την ώρα του Χερουβικού, όταν ο ιερέας διαβάζει την ευχή, θα φεύγατε όλοι. Άγγελοι ανεβαίνουν και κατεβαίνουν και συχνά αισθάνομαι τις φτερούγες τους να χτυπάνε στους ώμους μου!

Πολλές φορές επίσης είδε αγγέλους και αρχαγγέλους στην αγία Τράπεζα, να κρατάνε ο σώμα του Κυρίου. 

* * * 

Το 1961 ο π. Ιάκωβος, μαζί με τον τότε ηγούμενο Νικόδημο, αποφάσισαν να χτίσουν ένα εκκλησάκι προς τιμήν των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο ηγούμενος διάλεξε τον τόπο και οριοθέτησε τη περιοχή.

Την ίδια νύχτα εμφανίζεται στον π. Ιάκωβο ένας ψηλός αξιωματικός με χρυσό σπαθί, ξανθός και ωραίος και του λέει:

– Είμαι ο αρχάγγελος Μιχαήλ. Δεν επιθυμώ να χτιστεί ο ναός εκεί που σημαδέψατε, αλλά εδώ που θα σας δείξω.

Κι αμέσως έσκυψε και μετέφερε τα πασσαλάκια του ηγουμένου σ’ άλλη περιοχή, όπου τα βρήκε το πρωί ο π. Ιάκωβος.

Το παρεκκλήσι θα χτιζόταν με λάσπη και άχυρα, γιατί δεν υπήρχαν άλλα υλικά. Την άλλη νύχτα εμφανίζονται δύο αξιωματικοί με χρυσά σπαθιά στον π. Ιάκωβο και του λένε:

– Είμαστε οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Να πεις στον Γέροντά σου, ότι δεν επιθυμούμε να χτίσει το σπίτι μας με λάσπη και άχυρα, αλλά με άμμο, ασβέστη και ξύλα. Στη σκεπή να βάλετε κεραμίδια.

– Αυτά τα υλικά, δικαιολογήθηκε ο π. Ιάκωβος, δεν υπάρχουν εδώ ψηλά στο βουνό. Δρόμος καλός για να μεταφερθούν δεν υπάρχει και η φτώχεια είναι μεγάλη.

– Μη στενοχωριέσαι, επέμειναν οι αρχάγγελοι. Θα φροντίσουμε για όλα εμείς. Τη νύχτα θα βρέξει και το ρέμα θα κατεβάσει πολύ άμμο. Τα υπόλοιπα υλικά θα τα δωρίσουν ευσεβείς χριστιανοί.

Πραγματικά, έγιναν όλα όπως τα είχαν πει οι αρχάγγελοι.  

Από το βιβλίο: ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2013, σελ. 264.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

ΤΑ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΑ ΔΩΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΤΙΜΟΥΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 Τα ανεκτίμητα δώρα που προσφέρουν οι Άγγελοι
σε όσους τιμούν το όνομα του Ιησού Χριστού 

Για το ότι, εκείνο τον άνθρωπο, του οποίου η καρδιά μελετά αδιάκοπα την ευχή, τον ευλαβούνται οι θείοι άγγελοι και τον φυλάνε άτρωτο από κάθε αμαρτία, γιατί αγαπήθηκε από τον Θεό, όπως κι αυτός αγάπησε τον Θεό με όλη του την καρδιά. 

Επιμελήσου, όσο μπορείς, να γραφτεί και να τυπωθεί μέσα στην καρδιά σου το χαριτωμένο και παρηγορητικό όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Γιατί με αυτό τον τρόπο θα κάνεις τους αγίους αγγέλους να σε ευλαβούνται και να σε αγαπούν. Διότι, καθώς οι άγγελοι ευλαβούνται και τιμούν το όνομα του Ιησού Χριστού, τιμούν τον τόπο στον οποίο είναι γραμμένο αυτό. 

Έτσι, αφού γράψεις στην καρδιά σου την ευχή, που είναι το όνομα του Χριστού, όχι μόνο θα σε έχουν οι άγγελοι σε ευλάβεια και τιμή αλλά θα σου γίνουν και φίλοι αχώριστοι σε όλη σου τη ζωή. 

Στους δρόμους και στις στράτες θα σε συνοδεύουν αοράτως τη νύχτα θα σε φυλάνε από φόβο νυχτερινό και την ημέρα θα σε σκεπάζουν από βέλους πετομένου ημέρας. Στις υπηρεσίες (ασχολίες, διακονήματα) θα σε βοηθήσουν και θα σε ενδυναμώσουν θαυμάσια. Στις ερωτήσεις θα σε βοηθήσουν να μιλάς συνετά και χωρίς να κομπιάζεις. Στην προσευχή θα στέκονται κι αυτοί μαζί σου συμπροσευχόμενοι, ικετεύοντας πασίχαροι τον Ύψιστο για σένα. Στους κινδύνους θα γίνονται παρηγοριά κι ανέλπιστη σωτηρία.  

Τους αγγέλους δεν τους βλέπεις φανερά αλλά καταλαβαίνεις τη βοήθειά τους αισθητά. Μερικές φορές τους βλέπεις και φανερά ανάλογα με την ψυχική σου δύναμη και την καθαρότητα της καρδιάς σου. 

Χαρά λοιπόν είναι για την ψυχή σου να αποκτήσεις τέτοιους φίλους χαριτωμένους και τέτοιους δυνατούς φύλακες, τους αγγέλους οι οποίοι είναι διορισμένοι από τον Θεό να φυλάνε την ψυχή σου μέχρι να την παρουσιάσουν ενώπιον του Νυμφίου της Ιησού ως νύμφη άμόλυντη και καθαρή. 

Διότι όπως εσύ αγαπητέ απέρριψες κάθε σαρκικό θέλημα και μάταιη φροντίδα και δόθηκες ολοκληρωτικά στη μελέτη της ευχής και στην ενθύμηση του Θεού, έτσι και ο Θεός σε θυμάται πάντα και σε θεωρεί δικό Του άνθρωπο γράφοντας το όνομά σου στο ανεξίτηλο βιβλίο Του. 

Γι’ αυτό χαίρε και ευφραίνου, αγαπητέ, καθώς λέγει ο Κύριος: "Χαίρετε ότι τα ονόματα ημών εγράφη εν τοις ουρανοίς". 

Από το βιβλίο
ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ΕΓΩ ΟΝΟΜΑΖΟΜΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΙ ΕΓΩ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ! ΑΠΑΝΤΗΣΑΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

 «Εγώ ονομάζομαι Τετάρτη και εγώ Παρασκευή!»
απάντησαν οι άγγελοι

Ο μοναχός Γαλακτίων Ιλίε, κοινοβιάτης στη μονή Συχάστρια της Ρουμανίας από το 1918, τηρούσε με ακρίβεια τη νηστεία. Αν δεν τελείωνε τον μοναχικό του κανόνα, δεν έτρωγε τίποτα. Την Τετάρτη και την Παρασκευή νήστευε μέχρι το βράδυ, την ώρα που έβγαιναν τ’ αστέρια. Τότε έκανε τον σταυρό του, ζητούσε συγχώρηση απ’ όλους, έπαιρνε αντίδωρο και ύστερα έτρωγε.  

-Γέροντα, του είπε ο μαθητής του, η μέρα είναι μεγάλη, κι εσύ ηλικιωμένος και αδύνατος. Δεν είναι καλύτερα να τρως το φαγητό σου νωρίτερα; 

-Κάποτε, αποκρίθηκε εκείνος, ένας άγιος είδε να πηγαίνουν κάποιο νεκρό στον τάφο. Μπροστά και πίσω των συνόδευαν δυό ωραίοι άγγελοι.  

«Ποιοί είστε εσείς;» ρώτησε ο άγιος. 

«Εγώ ονομάζομαι Τετάρτη και εγώ Παρασκευή!» απάντησαν οι άγγελοι. «Ήρθαμε εδώ, με εντολή του Κυρίου, να βοηθήσουμε αυτή την ψυχή, γιατί σ’ όλη τη ζωή της νήστευε την Τετάρτη και την Παρασκευή για να τιμήσει τα Πάθη του Κυρίου.»  

Από τότε, συμπλήρωσε ο π. Γαλακτίων, δεν έφαγα ποτέ πια αυτές τις μέρες, για να με βοηθήσουν κι εμένα η Τετάρτη και η Παρασκευή την ώρα του θανάτου μου.  

Απόσπασμα από το βιβλίο :Εμφανίσεις και θαύματα των Αγγέλων", Ι. Μ. Παρακλήτου Ωρωπού'

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

 
Ἅγιοι Ἅγγελοι

Ἀπό τό βιβλίο: “‘Αββᾶ Κασσιανοῦ, Συνομιλίες μέ τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου”, τ. Α΄, ἐκδ. ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα.

῾Η προέλευση τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων.

Πρίν δημιουργήσει ὁ Θεός τόν ὁρατό κόσμο, ἔπλασε τίς οὐράνιες πνευματικές Δυνάμεις, τούς ῾Αγίους ᾿Αγγέλους. ῾Η γνώση καί ἡ αἴσθηση ὅτι αὐτοί ἔχουν παραχθεῖ ἀπό τό μηδέν, δηλαδή ἀπό τήν πλήρη ἀνυπαρξία καί ἔχουν κληθεῖ νά συμμετέχουν σέ τέτοια δόξα καί μακαριότητα —κι αὐτό ὄχι ἀπό κάποια ἀνάγκη τοῦ Δημιουργοῦ, ἀλλά ἀπό τή Θεϊκή Του ἀγάπη καί μόνο— δημιουργοῦσε στούς ᾿Αγγέλους τήν εὐχαριστιακή καί δοξολογική τάση, ὥστε νά Τοῦ ἀνταποδίδουν «εἰς τό διηνεκές» ἐκφράσεις εὐγνωμοσύνης καί νά ἀναπέμπουν σ᾿ Αὐτόν ἀτέρμονη δοξολογία.
Κανείς ἀπό τούς πιστούς δέν ἀμφιβάλλει γι᾿ αὐτό. Δέν πρέπει ἀσφαλῶς νά νομίζουμε ὅτι ὁ Θεός ἄρχισε τό δημιουργικό ἔργο Του μέ τή σύσταση αὐτοῦ τοῦ ὁρατοῦ κόσμου. ῞Οτι δηλαδή ἡ Θεία Πρόνοια, πού κυβερνᾶ... τά πάντα, παρέμεινε ἀδρανής κατά τή διάρκεια τῶν ἀναρίθμητων αἰώνων πού προηγήθηκαν τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, καί ὅτι ὁ Θεός ἦταν κλεισμένος στήν πληρότητα τῆς Θεϊκῆς Του ὕπαρξης. Δέν εἶναι σωστό νά πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός τότε δέν μποροῦσε νά «ἐκχύσει» τό ἀγαθό, ἐπειδή δῆθεν ἡ ἀγαθότητά Του δέν εἶχε ἀποδέκτες τῶν δωρεῶν Του. Μιά τέτοια πίστη θά σήμαινε ὅτι τρέφουμε χαμηλά καί ἀνάρμοστα βιώματα γι᾿ αὐτή τήν ἄπειρη, αἰώνια καί ἀκατάληπτη Θεία Μεγαλειότητα.

῾Ο ῎Ιδιος ὁ Κύριος μᾶς λέει γι᾿ αὐτές τίς οὐράνιες ἀγγελικές δυνάμεις· «Τότε ὅλα τ᾿ ἄστρα τῆς αὐγῆς μαζί τραγουδοῦσαν· καί σκόρπιζαν κραυγές χαρᾶς ὅλα τά οὐράνια ὄντα» (᾿Ιώβ 38, 7). ῎Αν οἱ οὐράνιες Δυνάμεις ἦταν παροῦσες κατά τήν γέννηση τῶν ἄστρων, ἄν, βλέποντας ὅλα τά δημιουργήματα νά προβάλλουν ἀπό τό μηδέν, ξέσπασαν σέ κραυγές θαυμασμοῦ καί αἴνων, αὐτό εἶναι μιά περίτρανη ἀπόδειξη ὅτι αὐτές δημιουργήθηκαν πρίν ἀπό τήν ἐποχή πού λέγεται ὅτι ἔγινε ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ. Πρίν δηλαδή ἀπό τήν ἀρχή τῶν αἰώνων, γιά τήν ὁποία μιλάει ὁ προφήτης Μωυσῆς καί ἡ ὁποία, σύμφωνα μέ τήν «κατά γράμμα» ἑρμηνεία τοῦ χωρίου, δηλώνει τήν ἡλικία τοῦ κόσμου. Αὐτό τό λέμε βέβαια, μέ τήν προϋπόθεση πάντα, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ᾿Αρχή τοῦ παντός, «διά τοῦ ῾Οποίου» ὁ Πατήρ δημιούργησε τά πάντα, σύμφωνα μέ αὐτό πού λέει ὁ Εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης· «Τά πάντα δι᾿ Αὐτοῦ δημιουργήθηκαν κι ἀπ᾿ ὅσα ἔγιναν τίποτα χωρίς Αὐτόν δέν ἔγινε» (᾿Ιωάν. 1, 3). Δέν ὑπάρχει, νομίζω, καμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τά πάντα, ὅλες τίς οὐράνιες Δυνάμεις καί ᾿Εξουσίες, πρίν ἀπό τήν ἀρχή τῶν αἰώνων, γιά τούς ὁποίους μιλάει τό βιβλίο τῆς Γένεσης. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀπαριθμεῖ τίς οὐράνιες Δυνάμεις κατά σειρά καί λέει· «Γιατί τά πάντα δι᾿ Αὐτοῦ ἦρθαν στήν ὕπαρξη, ὅσα στόν οὐρανό κι ὅσα στή γῆ, τά ὁρατά καί τά ἀόρατα, Θρόνοι καί Κυριότητες, ᾿Αρχές καί ᾿Εξουσίες. ῞Ο,τι ὑπάρχει εἶναι πλασμένο δι᾿ Αὐτοῦ καί δι᾿ Αὐτοῦ θά τελειοποιηθεῖ» (Κολ. 1,16).

Γιά τήν πτώση τοῦ διαβόλου καί τῶν ἀγγέλων του.

Πολλές ἀπό τό συνολικό ἀριθμό τῶν οὐρανίων ἀοράτων Δυνάμεων, οἱ ὁποῖες ἔπεσαν, βρίσκονταν πρίν ἀπό τήν πτώση τους στίς ἀνώτερες βαθμίδες. Οἱ θρῆνοι τοῦ προφήτη ᾿Ιεζεκιήλ καί τοῦ προφήτη ῾Ησαΐα —τούς ὁποίους βλέπουμε νά στενάζουν καί νά θρηνοῦν γιά τόν βασιλιά τῆς Τύρου ἤ γιά τόν ῾Εωσφόρο, ὁ ὁποῖος ἀνέτειλε τό πρωί— μᾶς τό λένε πολύ καθαρά. Νά πῶς μιλάει γι᾿ αὐτόν ὁ Κύριος μέ τό στόμα τοῦ προφήτη ᾿Ιεζεκιήλ· «᾿Εσύ ἄνθρωπε, πιάσε γιά τό βασιλιά τῆς Τύρου θρηνητικό τραγούδι καί πές του· ῎Ακου τί ἔχει νά σοῦ πεῖ ὁ Κύριος ὁ Θεός· ᾿Εσύ ἤσουν ὑπόδειγμα τελειότητας, μέ τή μεγάλη σου σοφία καί τήν ἀσύγκριτη ὀμορφιά σου. Ζοῦσες στήν ᾿Εδέμ, στόν κῆπο τοῦ Θεοῦ, κι ἤσουν ντυμένος πλῆθος λίθους πολύτιμους· Ρουμπίνια, τοπάζια, διαμάντια, ὄνυχα, βήρυλλο καί ἴασπι, ζαφείρια, γρανάτες καί σμαράγδια· καί τό χρυσάφι ἦταν κεντημένο πάνω στό στῆθος σου. Τή μέρα πού δημιουργήθηκες ὅλα αὐτά εἶχαν κιόλας ἑτοιμασθεῖ. Σέ εἶχα βάλει φύλακα χερούβ στό ἅγιό μας ὄρος καί περπατοῦσες ἀνάμεσα σέ λαμπερά πετράδια. ῎Ησουν τέλειος στή συμπεριφορά σου ἀπό τήν ἡμέρα πού πλάστηκες, ὡσότου ἁμάρτησες. Μέ τό δραστήριο ἐμπόριό σου ὁδηγήθηκες στή βία καί στήν ἀδικία. Γι᾿ αὐτό κι ἐγώ σέ πέταξα σάν μολυσμένο πράγμα ἀπό τό ὄρος μου, φύλακα χερούβ, σέ ἔσπρωξα μέσα ἀπό τά πολύτιμα πετράδια σου στήν καταστροφή. ᾿Επειδή ἤσουν ὄμορφος, ὑπερηφανεύθηκες· ἐπειδή ἤσουν δοξασμένος, ἡ σοφία σου διαφθάρηκε. Γι᾿ αὐτό, σέ πέταξα στή γῆ καί σέ παρέδωσα στήν κοινή θέα τῶν ἄλλων βασιλιάδων. Μέ τίς πολλές παρανομίες πού ἔκανες στό ἐμπόριό σου, μόλυνες τούς τόπους τῆς λατρείας σου. Γι᾿ αὐτό, ἔβαλα φωτιά στήν πόλη σου γιά νά καταστραφεῖς καί νά γίνεις στάχτη πάνω στή γῆ, μπροστά στά μάτια ὅλων» (᾿Ιεζεκ. 28, 12-18). Καί ὁ προφήτης ῾Ησαΐας λέει γιά τόν ῾Εωσφόρο· «Πῶς ἔπεσες ἀπό τόν οὐρανό, ῾Εωσφόρε, τέκνο τῆς αὐγῆς! Πάνω στή γῆ συντρίφθηκες ἐσύ, πού ὑπέταξες λαούς. ῎Ελεγες μέσα σου· Στόν οὐρανό θ᾿ ἀνέβω, τό θρόνο μου θά ὑψώσω πάνω ἀπ᾿ τ᾿ ἄστρα τοῦ Θεοῦ. Θά πάρω θέση πάνω στό βουνό, στό μακρινό βορρᾶ πού οἱ θεοί συνάζονται. Θ᾿ ἀνέβω πάνω ἀπό τά σύννεφα καί μέ τόν ῞Υψιστο θά εἶμαι ἴσος» (῾Ησ. 14, 12-14).

Δέν ὑπῆρξαν ὅμως αὐτοί οἱ μόνοι, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, πού ξέπεσαν ἀπ᾿ τήν ψηλή κορυφή τῆς μακαριότητας. ῾Η ῾Αγία Γραφή μᾶς λέει ὅτι «ὁ δράκων», συμπαρέσυρε μαζί του τό ἕνα τρίτο τῶν ἀστέρων (᾿Αποκ. 12, 4). ῾Η ᾿Επιστολή τοῦ ἀποστόλου ᾿Ιούδα μιλάει μέ πιό σαφή ἀκόμα γλώσσα· «Θυμηθεῖτε τούς ἀγγέλους πού δέν ἔμειναν πιστοί στό ἀξίωμά τους, ἀλλά ἐγκατέλειψαν τήν οὐράνια κατοικία τους. ῾Ο Κύριος τούς ἔχει φυλακίσει στό σκοτάδι μέ αἰώνια δεσμά, γιά νά δικασθοῦν τή μεγάλη ἡμέρα τῆς κρίσεως» (᾿Ιουδ. 6 ). Καί ὁ Ψαλμωδός ἐπίσης λέει· «Θά πεθάνετε σάν ὅλους τούς ἀνθρώπους· θά πέσετε νεκροί ἀκριβῶς ὅπως καί οἱ ἄρχοντες» (Ψαλμ. 81, 7). Τί ἄλλο σημαίνει αὐτό, παρά τό ὅτι πολλοί ἄρχοντες τῶν ᾿Αγγέλων ἔπεσαν; ᾿Από αὐτές ἀκριβῶς τίς ἐνδείξεις μποροῦμε νά βροῦμε καί τήν αἰτία τῆς ποικιλίας, πού χαρακτηρίζει τίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ. ῎Αλλες, ἀπό τήν προγενέστερη βαθμίδα πού εἶχαν, ὅταν δημιουργήθηκαν, διατήρησαν τίς διαφορές τῆς τάξης, πού λέγεται ὅτι ὑπάρχει μεταξύ τους, «κατά μίμησιν» τῶν ἁγίων οὐρανίων Δυνάμεων. ῎Αλλες, ἀφοῦ ἔπεσαν ἀπό τό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, μιμήθηκαν —ἀπό τούς ἀγγέλους πού ἔμειναν πιστοί— ἀξιώματα καί ὀνόματα, ἀνάλογα μέ τό βαθμό τῆς κακίας τους καί τῆς διαστροφῆς τους καί ὅπως ταίριαζε στή φαυλότητά τους.

Γιά τό πῶς ἄρχισε ἡ πτώση τοῦ διαβόλου.

῎Οχι, ἡ πηγή τῆς πανουργίας καί τῆς πτώσεως τοῦ διαβόλου δέν βρίσκεται ἐδῶ. ῞Οπως τό βλέπουμε καθαρά μέσα στό βιβλίο τῆς Γένεσης, ἤδη πρίν ὁ διάβολος ἐξαπατήσει τούς Πρωτόπλαστους, ἡ ῾Αγία Γραφή τόν στιγματίζει καί τόν ὀνομάζει «ὄφι»· «᾿Αλλά τό φίδι ἦταν τό πιό φρόνιμο» λέει, ἤ ὅπως λέει τό ῾Εβραϊκό κείμενο, «ἀπ᾿ ὅλα τά ζῶα τοῦ ἀγροῦ πού εἶχε δημιουργήσει ὁ Κύριος ὁ Θεός, τό φίδι ἦταν τό πιό πανοῦργο» (Γεν. 3,1). Βλέπετε λοιπόν, ὅτι πρίν ἀκόμη ἐξαπατήσει τόν πρῶτο ἄνθρωπο, αὐτός εἶχε ἤδη ἀπομακρυνθεῖ ἀπ᾿ τήν ἀγγελική ἁγιότητα. Καί ὄχι μόνο ἄξιζε νά στιγματισθεῖ μ᾿ αὐτό τό δύσφημο ὄνομα τοῦ «ὄφεως», ἀλλά ἀκόμα καί νά φανερωθεῖ ἀνώτερος ἀπό ὅλα τά ἄλλα ζῶα τῆς γῆς, ὡς πρός τή δόλια ἐπιδεξιότητα καί τήν πανουργία του. ᾿Ασφαλῶς ἡ ῾Αγία Γραφή δέν θά χαρακτήριζε ποτέ ἕναν ἅγιο ῎Αγγελο μέ ἕνα τέτοιο ὄνομα. Δέν θά ἔλεγε γιά τούς ᾿Αγγέλους πού ἔμειναν σταθεροί στήν πρώτη τους μακαριότητα· «᾿Αλλά τό φίδι ἦταν τό πιό πανοῦργο ἀπ᾿ ὅλα τά ζῶα τοῦ ἀγροῦ» (Γεν. 3,1). Αὐτή ἡ προσωνυμία, δέν θά μποροῦσε νά δοθεῖ βέβαια οὔτε στόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ οὔτε στόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ. ᾿Αλλά δέν θά ταίριαζε ἐξίσου οὔτε καί σ᾿ ἕναν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο.

῎Ετσι, εἶναι ἀπόλυτα σαφές, ὅτι ἡ ὀνομασία τοῦ «ὄφεως» καί ἡ σύγκρισή του μέ τά ἄλλα ζῶα, δέν ἀπηχοῦν τή σεμνότητα τοῦ ᾿Αγγέλου ἀλλά σίγουρα τήν ἀτιμία τοῦ πλάνου. Καί κάτι ἀκόμα. ῾Ο φθόνος τοῦ δαίμονα, ὁ ὁποῖος τόν ἔσπρωξε νά ἐξαπατήσει μέ τά τεχνάσματά του τόν ἄνθρωπο, ἔχει τήν αἰτία του στήν πτώση του, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς εἶχε προηγηθεῖ. ῎Εβλεπε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, πού μόλις εἶχε πλασθεῖ ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς, δεχόταν τήν κλήση γιά μιά δόξα πού ἦταν ἴδια μ᾿ αὐτή πού ἐκεῖνος ἀπολάμβανε πρίν ἀπό τήν πτώση του. ᾿Εφόσον ἦταν κι αὐτός ἕνας ἀπό τούς ἄρχοντες τῶν ᾿Αγγέλων, θυμόταν ἀσφαλῶς ἀπό ποῦ εἶχε ξεπέσει. Τό πρῶτο του ἁμάρτημα λοιπόν ἦταν ἁμάρτημα ἐγωισμοῦ καί αὐτό τοῦ στοίχισε τήν πτώση καί τό ὄνομα τοῦ ὄφεως. Τό ἁμάρτημα τοῦ φθόνου ἦρθε δεύτερο. Αὐτό τό πάθος τόν βρῆκε ὅταν ἀκόμα εἶχε τή δυνατότητα νά σηκωθεῖ καί νά ἀνοίξει διάλογο μέ τόν ἄνθρωπο. ῾Η δίκαιη ὅμως ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ τόν γκρέμισε ὁριστικά. Δέν θά μπορεῖ στό ἑξῆς νά ὀρθοποδήσει, οὔτε νά στρέψει τό βλέμμα πρός τά πάνω, οὔτε νά πάρει τήν ὄρθια στάση. ᾿Αλλά εἶναι καταδικασμένος νά σέρνεται μέ τήν κοιλιά στό ἔδαφος, σ᾿ αὐτή τήν ταπεινωτική κατάσταση. Καί γιά τροφή θά ἔχει στό ἑξῆς τά χωμάτινα ἐδέσματα τῶν ἔργων τῆς ἁμαρτίας.

᾿Εξάλλου, ὡς τώρα ἦταν γιά τόν ἄνθρωπο ἕνας κρυμμένος ἐχθρός. ῾Ο Θεός, μετά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, τόν ἀποκάλυψε καί ἔβαλε ἀνάμεσα σ᾿ αὐτόν καί στόν ἄνθρωπο μιά ὠφέλιμη ἐχθρότητα, μιά σωτήρια διχόνοια. Θά φυλάγεται στό ἑξῆς ὁ ἄνθρωπος ἀπ᾿ αὐτόν, σάν ἀπό ἕναν ἐπικίνδυνο ἐχθρό. Δέν θά μπορεῖ πιά ὁ διάβολος νά βλάψει τόν ἄνθρωπο καμουφλαρισμένος κάτω ἀπό μιά ἀπατηλή φιλία.

῾Η τιμωρία τοῦ ἀπατεώνα διαβόλου καί ἐκείνων πού αὐτός ἐξαπατᾶ.

῾Η μιά πλευρά αὐτῆς τῆς διήγησης πρῶτα μᾶς διδάσκει ὅτι πρέπει νά ἀποφεύγουμε νά δεχόμαστε τίς κακές συμβουλές. ῾Ο δράστης τῆς ἀπάτης, χωρίς ἀμφιβολία, καταδικάζεται καί τιμωρεῖται, ὅπως τοῦ ἀξίζει. Κι αὐτός ὅμως πού ἔπεσε θύμα τῆς ἀπάτης του, δέν διαφεύγει τήν ποινή, παρόλο πού δέν εἶναι τόσο αὐστηρή ὅσο ἐκείνη τοῦ δράστη. Τό δίδαγμα μέσα στήν ἱστορία εἶναι ὁλοφάνερο. ῾Ο ᾿Αδάμ πού ἐξαπατήθηκε —ἤ μᾶλλον γιά νά μιλήσουμε μέ τή γλώσσα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, «αὐτός πού ἐξαπατήθηκε δέν ἦταν ὁ ᾿Αδάμ» (Α´ Τιμ. 2, 14), ἀλλά αὐτός δυστυχῶς συγκατένευσε σ᾿ ἐκείνη πού πραγματικά ἐξαπατήθηκε, δηλαδή στήν Εὔα— καταδικάσθηκε, ἀλλ᾿ ὅμως μονάχα σέ κοπιαστική ἐργασία, πού θά γέμιζε μέ ἱδρώτα τό μέτωπό του. Αὐτές οἱ τιμωρίες ἐξάλλου, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κατάρας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία πέφτει προσωπικά στόν ᾿Αδάμ. Εἶναι κατάρα πού βαρύνει τή γῆ καί τήν κάνει ἄκαρπη. Καί αὐτή ἡ τιμωρία ἔχει ἐπιπτώσεις καί στή ζωή τοῦ ᾿Αδάμ.

᾿Αντίθετα, ἡ γυναίκα, πού τόν ἔπεισε νά κάνει τό κακό, γίνεται ἄξια τιμωρίας μέ θλίψεις, μέ στεναγμούς καί πολλούς πόνους. ᾿Επιπλέον, ἡ γυναίκα θά εἶναι στό ἑξῆς καί γιά πάντα ὑποταγμένη στόν ἄνδρα. ῞Οσο γιά τόν «ὄφι», πού ἦταν ἡ πρώτη αἰτία γιά τό ἁμάρτημά τους, αὐτός τιμωρήθηκε μέ τήν αἰώνια καταφρόνια.

Πρέπει λοιπόν, μέ ὑπερβολική φροντίδα καί μέ πολλή περίσκεψη νά φυλαγόμαστε ἀπό τίς κακές συμβουλές. Γιατί αὐτές γυρίζουν πίσω σ᾿ αὐτόν πού τίς δίνει καί τόν τιμωροῦν. Δέν ἀφήνουν βέβαια ἀμέτοχο τῆς ἐνοχῆς καί τῆς τιμωρίας καί αὐτόν πού ὑπακούει σ᾿ αὐτές.

Γιά τό πλῆθος τῶν δαιμόνων καί τίς ἀναταραχές πού αὐτοί προκαλοῦν στόν ἀέρα.

Τό πλῆθος τῶν κακῶν πνευμάτων, πού γεμίζουν τόν ἀέρα —αὐτόν πού ἁπλώνεται ἀνάμεσα στόν οὐρανό καί στή γῆ— καί τά ὁποῖα κινοῦνται ἐκεῖ μέ ἀέναη δραστηριότητα, εἶναι πολυάριθμο. ῾Η Θεία Πρόνοια ὅμως ἔχει ἔτσι οἰκονομήσει τά πράγματα, ὥστε νά διαφεύγουν αὐτά τά πνεύματα ἀπό τά βλέμματα τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι τρομερή ἡ ἐπιθετικότητά τους καί οἱ φρικαλέες μορφές πού κάθε φορά παίρνουν. ῾Η θέα τους θά ἔφερνε ἀσφαλῶς μεγάλη ταραχή στούς ἀνθρώπους καί θά τούς ἔκανε νά λιποθυμήσουν ἀπό τό φόβο τους. Τά ἀνθρώπινα μάτια δέν εἶναι δυνατόν νά ἀντέξουν τέτοιο θέαμα. ᾿Εξάλλου, τά ἀδιάκοπα καί φοβερά παραδείγματα πού δίνουν μέ τήν συμπεριφορά τους, θά μόλυναν τούς ἀνθρώπους καί θά τούς προκαλοῦσαν γιά νά τούς μιμηθοῦν.

᾿Ανάμεσα στούς ἀνθρώπους καί στίς κακές δυνάμεις τοῦ ἀέρα, ὑπάρχει μία ἐπικίνδυνη οἰκειότητα, ἕνα θανατηφόρο ἀγκάλιασμα. Γίνονται σίγουρα πολλά καί ἀπεχθή ἐγκλήματα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ὡστόσο οἱ τοῖχοι τῶν σπιτιῶν, ἡ ἀπόσταση ἤ ἡ ντροπή, τά κρύβουν ἀπό τά βλέμματα τῶν ἄλλων. ῎Αν ὅμως ἦταν δυνατόν νά τά βλέπαμε πάντοτε φανερά, θά γινόταν περισσότερο ξέφρενη ἡ μανία τῶν ἀνθρώπων γιά κάθε εἴδους κακοπραγία.

Θά βλέπαμε κάθε στιγμή τούς δαίμονες νά ἐπιδίδονται σ᾿ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά ἀνοσιουργήματα. Γιατί αὐτοί δέν νιώθουν, ὅπως ἐμεῖς, καμιά σωματική ἐξάντληση, οὔτε τούς ἀπασχολεῖ καμιά οἰκογενειακή φροντίδα, ἀλλά καί οὔτε ἡ μέριμνα γιά τόν ἐπιούσιο τούς εἶναι ἀναγκαία. ῞Ολα αὐτά εἶναι εὐεργετικά γιά μᾶς, γιατί συχνά, ἔστω καί ἀκουσίως, μᾶς ἀναγκάζουν νά ἀναστείλουμε τή ροπή μας γιά τή διάπραξη τοῦ κακοῦ.

Οἱ ἐνάντιες δυνάμεις, ὅπως ἐπιτίθενται ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι ἀντιμάχονται καί μεταξύ τους.
Εἶναι βέβαιο πώς οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ τρέφουν μεταξύ τους ἐχθρότητα, ἀνάλογη μ᾿ ἐκείνη πού ἔχουν γιά τούς ἀνθρώπους. Παίρνουν δηλαδή κάτω ἀπό τήν προστασία τους ὁρισμένους λαούς, πού τούς μοιάζουν ὡς πρός τήν διαστροφή, καί δημιουργοῦν μαζί τους στενούς δεσμούς ἐξυπηρέτησης. ᾿Απ᾿ αὐτό προέρχονται οἱ διχόνοιες, οἱ συρράξεις καί οἱ ἀτέλειωτοι πόλεμοι. Μιά ὀπτασία τοῦ προφήτη Δανιήλ μᾶς φανερώνει μέ ἐνάργεια αὐτή τήν ἀλήθεια. ῾Ο ἀρχάγγελος Γαβριήλ λέει στόν προφήτη Δανιήλ· «Μή φοβᾶσαι Δανιήλ, γιατί ἀπ᾿ τήν πρώτη μέρα πού ταπεινώθηκες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σου καί συγκέντρωσες τήν προσοχή σου, γιά νά κατανοήσεις ὅλα αὐτά τά γεγονότα, ἡ προσευχή σου εἰσακούσθηκε· κι ἐγώ ξεκίνησα γιά νά σοῦ φέρω τήν ἀπάντηση. ᾿Αλλά ὁ ᾿Αρχάγγελος τοῦ βασιλείου τῶν Περσῶν μοῦ ἀντιστεκόταν εἴκοσι μία ἡμέρες. Τότε ὁ Μιχαήλ, ἕνας ἀπό τούς ᾿Αρχαγγέλους, ἦρθε νά μέ βοηθήσει· εἶχα μείνει, λοιπόν, ἐκεῖ κοντά στούς βασιλιάδες τῶν Περσῶν. Τώρα ὅμως ἦρθα νά σέ βοηθήσω νά κατανοήσεις τί θά συμβεῖ στό λαό σου τίς τελευταῖες ἡμέρες, γιατί τό ὅραμα αὐτό ἀναφέρεται στό μέλλον» (Δαν. 10, 12-14).

Αὐτός ὁ ἄρχοντας τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν, εἶναι ἕνας ἄγγελος τοῦ κακοῦ, φίλος τοῦ ἔθνους τῶν Περσῶν καί ἐχθρός τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό πού λέω, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Βλέποντας ὁ κακός ἄγγελος ὅτι, μέ τήν μεσολάβηση τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ἐπρόκειτο νά δοθεῖ λύση στήν ὑπόθεση, γιά τήν ὁποία ὁ Δανιήλ εἶχε παρακαλέσει τόν Κύριο, ἤθελε νά ἐμποδίσει τό καλό ἀποτέλεσμα. Γεμάτος φθόνο, ἔρχεται βιαστικά καί κλείνει κάθετα τό δρόμο. Φοβᾶται μήπως τά παρηγορητικά λόγια, πού φέρνει ὁ Γαβριήλ, φθάσουν ἐγκαίρως στόν Δανιήλ καί τονώσουν τό λαό τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ Γαβριήλ εἶναι προστάτης. Αὐτός τό ἀποκαλύπτει στόν προφήτη Δανιήλ. ῾Η ἐπίθεση ἦταν τόσο σφοδρή, πού δέν θά κατόρθωνε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ νά ἔρθει μέχρι τόν Δανιήλ, οὔτε τήν ἔσχατη ὥρα, ἄν ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ δέν εἶχε τρέξει νά τόν βοηθήσει. Εἶχε μάλιστα παρουσιασθεῖ νωρίτερα ἀπό τόν ἄρχοντα-δαίμονα πού ἦταν προστάτης τοῦ Περσικοῦ βασιλείου, γιά νά πάρει μέρος στή μάχη καί νά προστατέψει τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ ἀπό τά κτυπήματα τοῦ ἀντιπάλου. Καί τελικά, νά τοῦ ἐπιτρέψει, ὕστερα ἀπό καθυστέρηση εἴκοσι καί μίας ἡμερῶν, νά φέρει τό μήνυμα μέ τό ὁποῖο ἦταν ἐπιφορτισμένος. ῾Ο ᾿Αρχάγγελος μετά συνεχίζει καί λέει. «Ξέρεις γιατί ἦρθα σέ σένα; Γιά νά σοῦ ἀναγγείλω αὐτό πού εἶναι γραμμένο στό βιβλίο τῆς ἀλήθειας. Τώρα θά ἐπιστρέψω νά πολεμήσω ἐναντίον τοῦ ἀρχαγγέλου τῶν Περσῶν· κι ὅταν ἐγώ θά φύγω, θά ἔλθει ὁ ἀρχηγός τῶν ῾Ελλήνων. Καί δέν θά ὑπάρχει κανείς νά μέ ἐνδυναμώσει ἐναντίον αὐτῶν, ἐκτός ἀπό τόν Μιχαήλ, τόν ἀρχάγγελό σας» (Δαν. 10, 20-21). Καί στή συνέχεια λέει· «᾿Εκείνη τήν ἐποχή θά παρουσιασθεῖ ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ὁ προστάτης τοῦ λαοῦ σου» (Δαν. 12, 1). Νά λοιπόν, ἕνας ἄλλος δαίμονας πού εἶναι ἄρχοντας τῆς εἰδωλολατρικῆς ῾Ελλάδας. Προστατεύει αὐτόν τό λαό πού εἶναι ὑπήκοός του, καί ἐμφανίζεται ἐχθρός τόσο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅσο καί τοῦ Περσικοῦ ἔθνους.

Βλέπουμε μέ ὅλα αὐτά καθαρά, ὅτι οἱ διχόνοιες, οἱ συρράξεις, οἱ ἀνταγωνισμοί, πού οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ διεγείρουν μεταξύ τῶν λαῶν, ἔχουν σχέση μ᾿ αὐτές τίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ. Καί ὅπως ἡ νίκη αὐτῶν πού τούς ὑπακούουν τίς γεμίζει μέ χαρά, ἔτσι καί ἡ ἧττα τους εἶναι γι᾿ αὐτές μαρτύριο. Κάθε μιά ἀπ᾿ αὐτές τίς δυνάμεις διακατέχεται, πρός ὄφελος τοῦ λαοῦ πού προστατεύει, ἀπό ἀνήσυχο φθόνο γιά τήν πνευματικά ἀντίπαλη δύναμη τοῦ κακοῦ, ἡ ὁποία ὑπερασπίζεται τόν ἐχθρικό λαό. ῎Ετσι, δέν εἶναι ποτέ δυνατόν νά ὑπάρχει ὁμόνοια μεταξύ τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους. 

imaik