ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

2017: ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ!


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΠΕΡΙ ΠΛΟΥΤΟΥ


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Δεν έχει τόση αξία το να γεννηθεί κανείς από γονείς μεγάλους σε πλούτο και σε αξίωμα, όσο το να γίνει ο ίδιος μεγάλος.

Το χρυσάφι δε βρέθηκε για να δενόμαστε μ΄ αυτό (εννοώντας τις χρυσές αλυσίδες και τα κοσμήματα), αλλά για να λύνουμε τους δεμένους.

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: ΟΠΩΣ ΔΕΝ ΤΡΩΜΕ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΤΡΟΦΕΣ!


Μέγας Βασίλειος: «Όπως δεν τρώμε βλαβερές κι επικίνδυνες τροφές, έτσι δεν πρέπει να διαβάζουμε ακατάλληλα βιβλία, που καταστρέφουν την ψυχή».
«Άνθρωπος που δεν δέχεται συμβουλές, είναι εχθρός του εαυτού του».

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: ΟΣΟΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ!


Ο Μέγας Βασίλειος λέγει πως: «όσον ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, τόσο πλησιάζει το θάνατο, τον πνευματικό. Όσον ο άνθρωπος απομακρύνεται από την πηγή της ζωής, του φωτός και της χαράς, τον Θεό, τόσο πλησιάζει το θάνατο, το σκοτάδι και τον πόνο.

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: ΝΑ ΕΞΕΤΑΖΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΘΕ ΗΜΕΡΑΣ!


Μέγας Βασίλειος: Να εξετάζεις την εργασία κάθε ημέρας, σύγκρινέ την με την προηγούμενη εργασία και βιάσου να βελτιωθείς. Να προοδεύεις στις αρετές, ώστε να πλησιάζεις την ζωή των αγγέλων!

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ: ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΦΟΒΑΣΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ


ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΟ ΑΥΤΟ ΕΧΕΙ ΑΞΙΑ. ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΘΟΣ!


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Εκείνος που για να πιστέψει στο Θεό ζητά θαύματα, δεν έχει αρχοντιά. Για το Θεό αυτό έχει αξία. Να αγαπήσουμε τον Θεό μόνο και μόνο επειδή είναι αγαθός.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΟΣΟ ΑΞΙΖΕΙ ΜΙΑ ΨΥΧΗ, ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ!


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Όσο αξίζει μια ψυχή, δεν αξίζει ο κόσμος όλος!

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ!


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Να διαβάζετε την Αγία Γραφή, γιατί είναι γραμένη Θεόπνευστα και έχει Πνεύμα Άγιο. Όποιος την διαβάζει φωτίζεται ο νους του και εξαγνίζεται η ψυχή του.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥΣ


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Αν για έναν άρρωστο δεν κάνουμε προσευχή, η αρρώστια θα ακολουθήσει την φυσική της πορεία. Ενώ, αν κάνουμε προσευχή, μπορεί να αλλάξει δρόμο. Γι’ αυτό πάντα να κάνετε προσευχή για τους αρρώστους.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΔΕΝ ΦΤΑΙΜΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ!


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Δεν φταίμε για τους κακούς λογισμούς που μας έρχονται. Θα φταίμε μόνο αν τους δεχθούμε. Δεν φτάνει που μας ενοχλούν, θα φταίμε κιόλας;

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΑΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Τον δίκαιο άνθρωπο, τον πράο, όλοι προσπαθούν να τον σπρώξουν στη χειρότερη θέση, να τον αδικήσουν, να τον βάλουν στον πάτο, αλλά όσο οι άνθρωποι τον σπρώχνουν προς τα κάτω, τόσο ο Θεός τον ανεβάζει, να, σαν το φελλό !! όσο τον σπρώχνεις στον πάτο, τόσο το νερό τον ανεβάζει προς τα πάνω.

ΓΕΡΩΝ ΘΑΔΔΑΙΟΣ ΤΗΣ ΒΙΤΟΒΝΙΤΣΑ: Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΙΣΧΥΡΟ ΜΕΣΟ ΑΜΥΝΑΣ!


Γέρων Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα: Η αγάπη είναι το πιο ισχυρό μέσο άμυνας που υπάρχει. Δεν υπάρχουν όπλα και δύναμη που να μπορούν να αναμετρηθούν με την αγάπη. Ενώπιον της αγάπης τα πάντα νικώνται.

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ: ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΤΑΠΕΙΝΩΘΕΙΣ!


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΣΤΟ ΘΕΟ ΑΡΕΣΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ!


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Στον Θεό αρέσει περισσότερο η ταπείνωσι για το κακό που κάνουμε, παρά η υπερηφάνεια για το καλό που κατορθώσαμε.

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

ΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣΟΥ!


ΠΙΣΤΕΥΩ ΚΑΙ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΤΟ ΘΕΟ!


ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ: ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ ΑΔΙΑΚΟΠΑ!


Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: Να προσεύχεσθε αδιάκοπα. Να ευχαριστείτε τον Θεό για τα πάντα. Νάστε πάντα χαρούμενοι. Μην αφήσετε να κυριευθήτε από πνεύμα απογοητεύσεως. Σας εμπιστεύομαι στο Θεό και στην Υπεραγία Μητέρα του. Μη φοβάσθε τίποτα!

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΟ ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ!


Η ΕΞΟΔΙΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ Κ. ΜΕΛΙΤΩΝΟΣ

Τρεις μόλις ημέρες μετά τα Χριστούγεννα, ακούστηκε το «Χριστός Ανέστη» στο Κοιμητήριο των Αγίων Αναργύρων, εκεί όπου η αττική γη δέχθηκε μέχρι την κοινή Ανάσταση στην σπλάχνα της τον μακαριστό Μητροπολίτη Μαραθώνος Μελίτωνα.
Νωρίτερα σε κλίμα συγκίνησης και οδύνης, η ενορία του Αγίου Γεωργίου Ακαδημίας Πλάτωνος αποχαιρέτησε τον δικό της άνθρωπο, τον Επίσκοπο που μπορεί να ήταν μικρός στο δέμας, αλλά ήταν πολύ μεγάλος στην ψυχή και γεμάτος από αισθήματα προσφοράς, αγάπης, φιλανθρωπίας, ανεξικακίας.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης από την τοποθέτηση του ως εφημέριος στην ενορία αλλά ακόμα και μετέπειτα που χειροτονήθηκε Επίσκοπος, ήταν ο άνθρωπος που ανασυγκρότησε την ενορία, αποπεράτωσε το Ναό του Αγίου Γεωργίου και διατήρησε μέχρι τελευταίας στιγμής πνευματικούς και φιλικούς δεσμούς με τους εκεί ενορίτες, αναπτύσσοντας μια σχέση ειλικρινή, αλληλοσεβασμού και φροντίδας προς όλους.
Από νωρίς το πρωί όταν και έφθασε η σωρός με το λείψανό στο ναό έσπευσε ο κόσμος να αποτίσει τον ύστατο φόρο τιμής στον μακαριστό Μελίτωνα. Στην θεία Λειτουργία προεξήρχε ο Επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος με την συμμετοχή ιερέων της Αρχιεπισκοπής.
Στην εξόδιο ακολουθία, που τελέστηκε σε ένα κατάμεστο από κλήρο και λαό ναό, προεξήρχε ο Μητροπολίτης Δωδώνης κ. Χρυσόστομος, εκπροσωπώντας τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών & πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ενώ συμμετείχε πλειάδα ιεραρχών της Ελλαδικής Εκκλησίας, καθώς επίσης και ο Πρωτοσύγκελλος της Αρχιεπισκοπής π. Συμεών καθώς και ο Έξαρχος του Παναγίου Τάφου Αρχιμανδρίτης Δαμιανός.

Επικήδειο λόγο εκφώνησαν ο Μητροπολίτης Δωδώνης ο οποίος αδελφικά αναφέρθηκε στην γνωριμία του και στην συνεργασία με τον μακαριστό δίπλα στον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ο Έξαρχος του Παναγίου Τάφου ο οποίος μίλησε για την διακονία του μεταστάντος στα Ιεροσόλυμα τονίζοντας ότι «ο κυρός Μελίτων ήταν σάρξ εκ της σαρκός μας», ενώ μετέφερε τα συλλυπητήρια του Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ. Θεοφίλου.
Μίλησαν επίσης ο Επίσκοπος Θαυμακού κ. Ιάκωβος ως εκπρόσωπος των βοηθών Επισκόπων και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο εκπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου των Αρμενίων στην Ελλάδα, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Αποφοίτων της Εκκλησιαστικής Σχολής Κορίνθου κ. Αθανάσιος Ψυχογιός και παιδικοί φίλοι του μακαριστού οι οποίοι μετέφεραν τις βιωματικές εμπειρίες που είχαν με τον Μητροπολίτη Μελίτωνα.
Τελευταίος μίλησε ο προϊστάμενος του ναού, Αρχιμανδρίτης Χριστόδουλος Κατσαντωνόπουλος ο οποίος μίλησε συγκινημένος για τον άνθρωπο Μελίτωνα και αναφέρθηκε σε καθημερινές οικογενειακές στιγμές καθώς ο μακαριστός είχε το ναό του Αγίου Γεωργίου ως σπίτι του και τον π. Χριστόδουλο ως παιδί του.
Η ταφή έγινε από τον Μητροπολίτη Δωδώνης στο Κοιμητήριο των Αγίων Αναργύρων στην περιοχή όπου ο κυρός Μελίτων γεννήθηκε και μεγάλωσε.



Βίντεο σε μαγνητοσκόπηση από τον ιερό ναό αγίου Γεωργίου Ακαδημίας Πλάτωνος η εξόδιος ακολουθία του μακαριστού μητροπολίτη Μαραθώνος κ. Μελίτωνος.

http://orthodoxia.info/news

ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΑΚΥΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Με κατηγορηματικό τρόπο η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Γεωργίας έκανε γνωστό πως θεωρεί άκυρες τις αποφάσεις που ελήφθησαν στην Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κρήτης.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανακοίνωση που εκδόθηκε:
Συνεδρίασε στις 22 Δεκεμβρίου 2016 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Γεωργίας υπό την προεδρία του Πατριάρχου Ηλία Β΄. Μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν η Σύνοδος ασχολήθηκε με την Σύνοδο της Κρήτης. Μετά από συζήτηση η Εκκλησία της Γεωργίας αποφάνθηκε σχετικά ότι:

– Επειδή στην Σύνοδο της Κρήτης δεν συμμετείχαν τέσσερις Ορθόδοξες Εκκλησίες η Σύνοδος δεν μπορεί να θεωρηθεί Καθολική.

– Στη Σύνοδο της Κρήτης παραβιάστηκε η αρχή της συναίνεσης που είχε συμφωνηθεί προσυνοδικά ως τρόπος λήψης των αποφάσεων και σήμαινε ότι οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται με τη συγκατάθεση και την ομόφωνη γνώμη όλων των Εκκλησιών.

– Επομένως οι αποφάσεις και τα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης δεν είναι δεσμευτικά για την Εκκλησία.– Είναι απαραίτητη η διόρθωση σε σημεία ή και η πλήρης αντικατάσταση των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης. Για τούτο είναι απαραίτητο να μελετήσουν και να εκφράσουν τις θέσεις και ανησυχίες τους θεολόγοι και κληρικοί της Εκκλησίας.Τέλος η Σύνοδος του Πατριαρχείου Γεωργίας για την περαιτέρω μελέτη των κειμένων συγκρότησε επιτροπή με Πρόεδρο τον Μητροπολίτη Γκόρι και Ατένι Ανδρέα.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

 Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ
π. Δημητρίου Μπόκου
«....καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετὰ ἀρνός,

καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφῳ,
καὶ μοσχάριον καὶ ταῦρος καὶ λέων καὶ βοῦς καὶ ἄρκος ἅμα βοσκηθήσονται,
καὶ παιδίον μικρὸν ἄξει αὐτούς»
(Ἡσ. 11, 6-7)


Ἡ χρυσὴ πύλη ἔκλεισε πίσω τους καὶ τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο ἀντίκρυσε γιὰ πρώτη φορὰ μιὰ χώρα διαφορετικὴ ποὺ ἁπλωνόταν ἀπέραντη μπροστά τους.
-  Δὲν εἶναι καὶ τόσο τραγικά! εἶπε ἡ γυναίκα προσπαθώντας νὰ δώσει ἕναν τόνο αἰσιοδοξίας στὴ φωνή της.
Μὰ δὲν ἀπόσωσε τὰ λόγια της ὅταν ἕνας φοβερὸς βρυχηθμὸς ἔσπασε τὴ σιγαλιὰ τῆς καταπράσινης κοιλάδας. Ἡ εἰδυλλιακὴ εἰκόνα τοῦ ὄμορφου δειλινοῦ θρυμματίστηκε βίαια. Ἡ εὐκίνητη στικτὴ λεοπάρδαλη κοντοστάθηκε. Τὸ πυρόξανθο ἐρίφιο τοῦ αἴγαγρου, ποὺ ἀεικίνητο στριφογύριζε γύρω της παίζοντας μὲ τὴν οὐρά της, στύλωσε τὰ λεπτὰ πόδια του μὲ ἀπορία. Ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ χόρτα ἡ ἀντιλόπη ἀναπήδησε ξαφνιασμένη. Τὸ μεγάλο ἐλάφι, ὑψώνοντας τὰ κλαδωτά του κέρατα, σάρωσε βιαστικὰ μὲ ἀνήσυχη ματιὰ τὸν περίγυρο. Ὁ μικρὸς σκίουρος μὲ ἔκδηλη περιέργεια πρόβαλε ἀπ’ τὴν κουφάλα τοῦ δέντρου. Ἡ τεράστια ἀρκούδα ὑψώθηκε στὰ πίσω της πόδια γιὰ νὰ δεῖ καλύτερα, ἐνῶ τὸ μοσχάρι ἀπορημένο σταμάτησε νὰ μασουλάει τὸ χορτάρι του.
Ὅλων τὰ βλέμματα στράφηκαν στὸν ψηλὸ βράχο ποὺ δέσποζε στὸ μεγάλο πλάτωμα στὴ μέση τοῦ δάσους. Στὴν κορφή του διαγραφόταν ἐπιβλητική, μεγαλόπρεπη μέσα στὸ φόντο τοῦ οὐρανοῦ ἡ σιλουέτα τοῦ μεγάλου λιονταριοῦ. Ἡ πλούσια χαίτη του ἀνέμιζε στὸν σιγανὸ ἄνεμο. Ἀνοιγοκλείνοντας ἀργὰ τὰ τρομερά του σαγόνια, βρυχήθηκε ξανὰ δυνατά.
Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο σταμάτησε. Κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι μεταξύ τους.
-  Τί ἦταν αὐτό; ἀναρωτήθηκαν οἱ ματιές τους.
Ἡ γυναίκα στρέφοντας παραξενεμένη τὸ κεφάλι της κοίταξε μὲ ἀπορία τὸν βασιλιὰ τῶν ζώων, σὰν νά ’θελε νὰ πεῖ:
-  Τί σοῦ συμβαίνει;
Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ ἦχος τῆς τρομερῆς του κραυγῆς ἀντιλαλοῦσε στὴ μεγάλη κοιλάδα. Καὶ ξαφνικὰ φάνηκαν τὰ πάντα ν’ ἀλλάζουν. Τὰ φύλλα τῶν δέντρων τρεμούλιασαν. Ἕνα ρίγος ἀνησυχίας διαπέρασε τὸ δάσος ὁλόκληρο. Ἀνήσυχος ὁ ἄντρας ἔπιασε τὸ χέρι τῆς νεαρῆς γυναίκας, καθὼς ἐκείνη ἔκανε νὰ κινηθεῖ πρὸς τὸ λιοντάρι.
-  Στάσου! τῆς εἶπε ἐπιτακτικά. Κάτι τρέχει ἐδῶ. Μὴν πλησιάζεις. Δὲν εἶναι τὸ λιοντάρι ποὺ ξέραμε. Πρώτη φορὰ τὸ βλέπω ἀγριεμένο.
-  Πράγματι, ἀπάντησε ἡ γυναίκα. Κάτι ἔχει ἀλλάξει. Τί ὅμως καὶ γιατί; Ἐκεῖνο δὲν ἀγρίευε ποτέ.
Εἶχε παίξει μὲ τὸ λιοντάρι πολλὲς φορές. Εἶχε χώσει τὸ πρόσωπό της μέσα στὴν πλούσια χαίτη του καὶ τὸ εἶχε χαϊδέψει ἁπαλά, ἐνῶ ἐκεῖνο ἀναπαυόταν ξαπλωμένο σὰν χαδιάρικη γάτα στὰ πόδια της.
Μὰ τώρα;
Τὸ λιοντάρι χαμήλωσε τὸ κεφάλι καί, παρὰ τὸν τεράστιο ὄγκο του, πήδησε ἀνάλαφρα κάτω ἀπ’ τὸν βράχο, στὸ χῶμα. Περπάτησε γρήγορα μέσα στὸ ξέφωτο. Γιὰ πρώτη φορά, κανένα ζῶο δὲν τόλμησε νὰ τὸ πλησιάσει. Ἡ γυναίκα ὅμως ξέφυγε ἀπ’ τὸ χέρι τοῦ ἄντρα της καὶ ἔκανε νὰ τρέξει πρὸς τὸ μέρος του. Ἀτενίζοντάς την τὸ λιοντάρι στάθηκε πρὸς στιγμὴν ἀμήχανο. Θυμόταν κάτι ἀπὸ τὰ τρυφερὰ χάδια της; Μὰ γρήγορα τίναξε ψηλὰ τὴν ἀτίθαση χαίτη του καὶ κινήθηκε ἀπειλητικὰ πρὸς τὸ μέρος της. Μετὰ ἀπὸ μιὰ στιγμὴ ἀμφιβολίας, ἡ γυναίκα πισωπάτησε φοβισμένη. Ὄχι, δὲν ἦταν τὸ λιοντάρι ποὺ ἤξερε αὐτό. Κάτι ἄλλαξε μεταξύ τους.
Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο στράφηκε πρὸς τὴν πύλη. Μὰ ἦταν ἤδη κλειστή. Ἕνας φύλακας μὲ πολὺ παράξενη ἐμφάνιση στεκόταν κιόλας μπροστά της. Ἡ μεγαλόπρεπη κορμοστασιά του ἄστραφτε. Ἡ ὄψη του, πολυόμματη, σάρωνε τὰ πάντα καὶ «φλογίνη ρομφαία στρεφομένη» παλλόταν στὸ χέρι του. Κατάλαβαν πὼς δὲν μποροῦσαν νὰ περάσουν ξανὰ στὸν παλιό τους γνώριμο κόσμο. Ἡ θέα τοῦ πύρινου σπαθιοῦ τοὺς καθήλωνε. Μὰ καθηλώθηκε μπροστά του καὶ τὸ λιοντάρι. Ἔκοψε ἀπότομα τὴ φόρα του καὶ στάθηκε ἀκίνητο.
-  Ὣς ἐδῶ! τὸ πρόσταξε αὐστηρὰ ὁ αἰθέριος φρουρός. Μάθε τὰ ὅριά σου. Καὶ σεῖς προσέχετε στὸ ἑξῆς, ἀγαπητοί μου! προειδοποίησε τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο. Οἱ ὅροι τοῦ παιχνιδιοῦ ἔχουν ἤδη ἀλλάξει. Δυστυχῶς γιὰ σᾶς, ἡ χάρη ἔφυγε ἀπὸ πάνω σας. Τὴν ἀπορρίψατε. Μαζὶ μὲ σᾶς ἔφυγε καὶ ἀπὸ τὴ φύση. Ἀπὸ τώρα «συστενάζει καὶ συνωδίνει» κι αὐτὴ μαζί σας. Τὴ φέρατε στὴ δική σας κατάσταση. Δὲν σᾶς ἀναγνωρίζει πιά. Δὲν θὰ σᾶς ὑπακούει. Τὴν κάνατε ἀνταγωνιστή σας. Θὰ χρειαστεῖτε πολὺν κόπο γιὰ νὰ τὴν ὑποτάξετε. Ὁ καιρὸς τῆς εἰρήνης πέρασε.
Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο κατάλαβε. Ὁ παραμυθένιος κόσμος ποὺ ἤξεραν μέχρι τότε, ἔκλεισε ὁριστικὰ πίσω τους. Τὰ ὑπέροχα χρόνια τῆς χρυσῆς τους νιότης εἶχαν περάσει. Ἡ ἐποχὴ τῆς ἐδεμικῆς ἀθωότητας ἔσβησε. Ἕνας κόσμος διαφορετικός, ἐχθρικός, ἀφιλόξενος, ἀνταγωνιστικός, ἀναδυόταν μπροστά τους. Κι αὐτοὶ τὸν ὑποδέχονταν γυμνοί, χωρὶς τὸν παραδεισένιο πλοῦτο ποὺ τοὺς ἕντυνε. Ἰοβόλο φίδι, ἡ ἀφόρητη θλίψη δάγκωσε ὕπουλα τὴν καρδιά τους, καθὼς ἦλθαν «εἰς ἐπίγνωσιν» τῆς νέας ζοφερῆς τους κατάστασης.
Τὸ λιοντάρι γύρισε καὶ ἀπομακρύνθηκε γρήγορα. Ρίχτηκε μὲ ὁρμὴ στὴ ζωηρὴ ἀντιλόπη. Βλέποντας τὴ φονικὴ λάμψη στὸ βλέμμα του ἐκείνη, ἔνοιωσε ἀμέσως τὴν ἀπειλή. Ἡ καρδιά της γιὰ πρώτη φορὰ χτύπησε δυνατά. Τὸ ἔνστικτό της σήμανε συναγερμό. Ὁ φόβος, ἄγνωστο μέχρι τότε αἴσθημα, τρύπωσε μέσα της γιὰ νὰ μείνει γιὰ πάντα ἐκεῖ. Ἡ στικτὴ λεοπάρδαλη ἔδειξε τὰ κοφτερὰ δόντια της καὶ γρυλίζοντας ἀπειλητικὰ στράφηκε πρὸς τὸ ἐρίφιο. Θὰ ἦταν στὸ ἑξῆς πάν(των) θηρ(ευτής), ὁ φοβερὸς πάνθηρας. Ἡ μεγάλη ἀρκούδα βρυχήθηκε δυνατὰ καὶ τὸ βλέμμα της καρφώθηκε στὸ τρυφερὸ μοσχάρι ποὺ ἔβοσκε παραπέρα. Ὁ λύκος στράφηκε μὲ ἄγριες διαθέσεις στὸν τροφαντὸ ἀμνό, ποὺ ἔπαιζε στὸ πράσινο λιβάδι.
Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο ἔστρεψε τὰ μάτια πίσω ξανά. Μὰ ἡ χρυσὴ πύλη εἶχε τώρα χαθεῖ. Μαζὶ καὶ ὁ παράξενος φρουρός της. Κάθε πρόσβαση πρὸς τὸν πρωτινὸ παραδεισένιο κόσμο τους εἶχε πλέον χαθεῖ.
Ὁ σκίουρος, σχετικὰ ἀσφαλὴς στὴν κουφάλα τοῦ δέντρου, τὰ εἶδε ὅλα ἀπὸ ψηλά. Κούνησε μὲ βαθειὰ στενοχώρια τὴ φουντωτὴ οὐρά του. Ἦταν γεγονός. Ἕνας πόλεμος εἶχε ἀρχίσει. Σκληρός, ἐξοντωτικός, ἀδυσώπητος καὶ προπαντὸς μακρύς, ἀτελείωτα μακρύς.
Πέρασαν χρόνια δίσεκτα χιλιάδες ἀπὸ τότε. Ἀπέραντοι αἰῶνες ποτισμένοι στὸ αἷμα, στὸ δάκρυ καὶ στὸν πόνο. Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο δοκιμάστηκε σκληρὰ στὴν κοιλάδα τοῦ μόχθου, ἀφήνοντας πίσω του «υἱοὺς καὶ θυγατέρας» νὰ παλεύουν σὲ μιὰ θανατερή, ἀξημέρωτη, ζοφερὴ κι ἀσέληνη νύχτα.
Ὥσπου μιὰ νύχτα κάποτε…
Τὸ μεγάλο λιοντάρι βρισκόταν ἀποβραδὶς καθισμένο στὴν κορφὴ τοῦ βράχου μὲ τὰ μάτια του στυλωμένα στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ. Κάτι ἀσυνήθιστο συνέβαινε ἐκεῖ. Τὰ οὐράνια λαμπύριζαν μὲ μιὰ γλυκειὰ ἀστροφεγγιὰ ποὺ ἔριχνε τὴν ἁπαλὴ φεγγοβολή της ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη στὴ γῆ. Μὰ δὲν ἦταν λάμψη ἀπὸ τ’ ἀμέτρητα ἄστρα ποὺ σπίθιζαν στὸ βάθος τοῦ σκοτεινοῦ ἀπείρου αὐτή. Ἕνας μοναδικὸς καινούργιος ἀστέρας φαινόταν νὰ ἀνατέλλει στὸ στερέωμα. Τὸ πρωτόγνωρο φέγγος του ἁπλωνόταν σβήνοντας κάθε ἄλλη μαρμαρυγή.
Τὸ μεγάλο δάσος βρισκόταν ὁλόκληρο σὲ ἀναταραχή. Ὁ στικτὸς πάνθηρας ἦρθε καὶ στάθηκε ἀντικρυστά, ἀπέναντι στὸ μεγάλο λιοντάρι. Ὅλα τὰ ζῶα ἦταν ἀνήσυχα. Τὸ ἀλάνθαστο ἔνστικτό τους εἶχε ἀφυπνισθεῖ. Σιγανὰ γρυλίσματα συνόδευαν τὴν ἀνησυχία τους. Ὁ ἀγέρας χωνόταν ἀνάμεσα στ’ ἀσημένια φύλλα ἠχώντας παράξενα. Κάτι μυστήριο ἔκρυβε ἡ νύχτα αὐτή.
Χαμηλὰ στὸ βάθος, ἀρκετὰ μακριά, φάνηκε τότε μιὰ μικρὴ συντροφιά. Ἕνα ταπεινὸ ὀνάριο ἀνηφόριζε ἀργὰ πρὸς τὸ ξέφωτο. Καθισμένη στὴ ράχη του μιὰ νεαρὴ γυναίκα, τρυφερὴ κόρη ἀκόμα, ἕσφιγγε ἀπαλὰ στὴν ἀγκαλιά της τὸ νεογέννητο βρέφος της. Δίπλα τους πεζοποροῦσε ἕνας λευκὸς γέροντας. Βάδιζαν μὲς στὴ νύχτα μὲ τὸ φῶς τοῦ παράξενου ἄστρου, ποὺ ξάνοιγε στὸ σκοτάδι τὸν δρόμο τους.
Τὸ μεγάλο λιοντάρι πήδησε ἀνάλαφρα στὰ ριζὰ τοῦ βράχου. Ὁ πάνθηρας ἦρθε καὶ μισοξάπλωσε δίπλα του. Πλησίασαν σιγά-σιγὰ ἡ ἀρκούδα καὶ ὁ λύκος. Μὰ σὲ λίγο ἦρθαν δίπλα τους ἡ ἀντιλόπη, τὸ ἐλάφι, τὸ ἐρίφιο, ὁ ἀμνός, ὁ ταῦρος, τὸ μοσχάρι. Ἡ ἔχθρα τόσων αἰώνων φαινόταν νὰ ἔχει ξεχαστεῖ. Ἡ ἀντιλόπη ἔτριψε τὴ λεπτὴ μούρη της στὴ χαίτη τοῦ λιονταριοῦ, τὸ πεταχτὸ ἐρίφιο τύλιξε παιχνιδιάρικα στὸ λαιμό του τὴν οὐρὰ τοῦ πάνθηρα, ὁ ἀμνὸς καὶ τὸ μοσχάρι κάθησαν ἀνάμεσα στὸν λύκο καὶ τὴν ἀρκούδα.
Ἔβλεπαν τὴ μικρὴ συνοδία ἀπορημένα. Γιατὶ ὅπου περνοῦσε ἡ παράξενη ἐκείνη συντροφιά, ὁ τόπος γέμιζε μὲ μιὰ πρωτόγνωρη μοσχοβολιά. Λουλούδια ἄνθιζαν δίπλα στὰ βήματα τοῦ ὀναρίου. Λὲς καὶ μὲς στὸ καταχείμωνο εἶχε ἀνοίξει ξαφνικὰ ἕνα παράθυρο τῆς ἄνοιξης. Τὰ δέντρα ἀναρριγοῦσαν καὶ βεργολυγίζονταν στὸ νυχτερινὸ παγωμένο ἀγέρι. Καθὼς ἡ μυστηριώδης συνοδία πλησίαζε, οἱ κορφές τους λύγιζαν γέρνοντας μέχρι τὸ χῶμα, σὰν νὰ προσκυνοῦσαν εὐλαβικὰ τοὺς ἄγνωστους ταξιδευτές. Καθισμένα πλάι-πλάι σὲ ἡμικύκλιο θηρία καὶ κτήνη μαζὶ παρακολουθοῦσαν σὰν μαγεμένα. Ἀνοιγόκλειναν τὰ ρουθούνια τους, ὀσμίζονταν τὴν ὑπερκόσμια μυρωδιά, τὸ μυστήριο τὰ εἶχε καθηλώσει.
Μὰ πρὶν ἀκόμα οἱ νυχτερινοὶ ταξιδιῶτες φτάσουν στὸ μικρὸ ξέφωτο, ἕνα δυνατὸ ἀχολόγημα γέμισε τὸν ἀέρα ὣς πέρα, κουρελιάζοντας τὴ σιγαλιὰ τῆς νυχτιᾶς. Ὅλα τὰ βλέμματα στράφηκαν πρὸς τὴ βουή. Μιὰ μικρὴ στρατιωτικὴ ἔφιππη φάλαγγα φάνηκε νὰ καλπάζει πρὸς τὸ ξέφωτο. Ὁ ἐπικεφαλῆς πρόσταξε νὰ κυκλώσουν ἀμέσως τὴ συνοδία.
-  Εἶμαι σίγουρος πὼς εἶναι αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε! φώναξε θριαμβευτικά.
Οἱ στρατιῶτες ξιφούλκησαν καί, καθὼς ἡ φάλαγγα ὁρμοῦσε ἀπειλητικὴ μπροστά, ἡ κλαγγὴ τῶν σπαθιῶν ἔσμιξε μὲ τὸ παγερὸ βούισμα τοῦ ἀγέρα. Μὰ τότε ἔγινε τὸ ἀναπάντεχο. Ἀπ’ τὰ ριζὰ τοῦ βράχου ἕνας τρομερὸς βρυχηθμὸς τράνταξε τὴν κοιμισμένη κοιλάδα. Τὸ μεγάλο λιοντάρι μ’ ἕνα τεράστιο πήδημα βρέθηκε ἀνάμεσα στὴ μικρὴ συντροφιὰ καὶ τοὺς ἔφιππους στρατιῶτες, δείχνοντάς τους τὰ τρομερὰ δόντια του καὶ γρυλίζοντας δυνατά. Ἡ ὁμήγυρη τῶν ζώων ἀκολούθησε πάραυτα τὸν βασιλιά της. Τὰ ἄλογα ξαφνιασμένα πισωπάτησαν. Ὁ ἐπικεφαλῆς φρύαξε.
-  Τοξότες! οὔρλιαξε ἀλλόφρονα.
Τέσσερις ἱππεῖς αὐτοστιγμεί, ἐλαφρὰ ὁπλισμένοι μὲ τόξα, ἔριξαν τὰ βέλη τους πάνω στ’ ἀγρίμια. Οἱ σαΐτες ἔσκισαν σφυρίζοντας τὸν παγωμένο ἀέρα, μὰ ὅταν ἄγγιξαν τὰ ἀγριεμένα θηρία, ἔπεσαν στὴ γῆ σὰν νὰ χτύπησαν ἀτσάλι. Πεισματωμένοι οἱ τοξότες ἔριξαν καὶ ξανάριξαν, μὰ δὲν ἄλλαξε τίποτε. Μόλις ἄγγιζαν τὸ σῶμα τῶν ζώων τὰ βέλη τους, ἔπεφταν ἀμέσως στὸ χῶμα. Ὁ ἀρχηγὸς φρένιασε.
-  Ἐπάνω τους! κραύγασε δυνατά. Δὲν θὰ μᾶς ξεφύγουν τώρα!
Μὰ τὰ ἄλογα δὲν σάλεψαν καθόλου. Οἱ ἀναβάτες τὰ σπιρούνισαν, μὰ ὅσο κι ἂν τὰ παρότρυναν, δὲν κινήθηκαν οὔτε βῆμα μπροστά. Ὁ ἐπικεφαλῆς ξεπέζεψε μανιασμένος. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τί συνέβαινε. Τυφλὸς μὲς στὴν παραφορά του ἀγνόησε τὴν ἀπειλὴ τῶν ἀγριμιῶν καὶ μ΄ ἕνα παράτολμο σάλτο ὅρμησε πρὸς τὸ βρέφος ποὺ ἀναπαυόταν στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τῆς νεαρῆς μητέρας. Ὕψωσε ἀπειλητικὰ τὸ σπαθί του γιὰ νὰ τὸ σφάξει, μὰ τὰ μάτια του παρευθὺς ἀλλοιθώρησαν ἀπὸ τρόμο καὶ ἔκπληξη. Μπροστά του δὲν ἔβλεπε πιὰ τὴ νεαρὴ κόρη μὲ τὸ βρέφος της. Τὸ γλυκὸ πονεμένο πρόσωπο τῆς δικῆς του γυναίκας, μὲ τὸ δικό τους παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της, πρόβαλε ἄξαφνα στὰ μάτια του. Ὁ ἀγαπημένος του γιὸς ἅπλωνε πρὸς τὴν ψυχρὴ λεπίδα τὰ χεράκια του καὶ τοῦ χαμογελοῦσε γλυκά, σὰν νὰ ἔλεγε:
-  Δὲν θὰ μὲ σκότωνες, μπαμπά μου, ἔτσι δὲν εἶναι; Δὲν θέλεις στ’ ἀλήθεια νὰ τὸ κάνεις αὐτό!
Ὁ σκληροτράχηλος πολεμιστὴς πέτρωσε ἀπ’ τὴ σαστιμάρα του. Τὰ ἀτσάλινα δάχτυλά του παρέλυσαν, τὸ ψυχρὸ φονικὸ μέταλλο ἔπεσε στὴ γῆ. Μὰ τί γινόταν ἐπιτέλους ἐδῶ; Ποιὸς ἔπαιζε παιχνίδια μπρὸς στὰ μάτια του; Ποιὸ ἀνεξήγητο βαθὺ μυστήριο ξετυλιγόταν μπροστά του; Τὰ γόνατά του λύγισαν, τὸ κορμί του ἔγειρε, ἔπεσε στὴ γῆ. Θολὸ τὸ βλέμμα του ὑψώθηκε ξανά, ἐναγώνια ἔψαξε τὸ μονάκριβο παιδί του καὶ τὴν ἀγαπημένη του σύζυγο. Μὰ δὲν εἶδε μπρός του παρὰ τὴν ἄγνωστη νεαρὴ μητέρα, μὲ τὸ βρέφος της νὰ ἀναπαύεται μακάριο στὴ ζεστὴ ἀγκαλιά της.
Καθισμένη στὸ ταπεινὸ ὀνάριο τὸν κοίταζε μὲ ἀνέκφραστη συμπόνια. Τὸ βλέμμα της ἀκτινοβολοῦσε γλυκειὰ ζεστασιά. Κι ὅπως ξεχυνόταν ἀπὸ ψηλὰ τὸ λαμπερὸ φέγγος τοῦ παράξενου ἄστρου, ἕνα φωτεινὸ ὑπερκόσμιο τόξο ἰρίδιζε ἀκτινωτὰ γύρω της, τρεμοπαίζοντας καὶ σκορπίζοντας ἀπαλὰ χίλια χρώματα στὴν ψυχρὴ σκοτεινιά. Μιὰ παρθενική, ἀνέγγιχτη, δροσερὴ ὀμορφιὰ φαινόταν νὰ ξεπηδάει ἀπὸ τὸ φωτεινό της πρόσωπο. Μὰ κι ἐκεῖνο τὸ θεόμορφο βρέφος της! Ἔδειχνε μοναδικό. Σὰν νὰ μὴν εἶχε ὅμοιό του πάνω στὴ γῆ. Σὰν νὰ κατέβηκε τὸ δίχως ἄλλο ἀπ’ τὸν οὐρανό!
Ὁ τραχὺς στρατιώτης ἔβλεπε ἐκστατικός. Μιὰ δραστικὴ ἀλλοίωση εἶχε συμβεῖ μέσα του. Ἔνοιωθε πιὰ πὼς τοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ ὑψώσει τὸ χέρι του φονικὸ πάνω στὸ βρέφος αὐτό. Δὲν ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του τὸν ἐχθρὸ ποὺ τόσο ἐπιδίωκε νὰ ἐξοντώσει, μὰ τὸ μονάκριβο δικό του ἀγαπημένο παιδί. Καὶ - πράγμα παράξενο! - ἔνοιωθε τὸ ἄγνωστο βρέφος πιὸ δικό του κι ἀπ’ τὸ δικό του παιδί. Κι αὐτὸς βρισκόταν ἐδῶ ὄχι γιὰ νὰ σκοτώσει, μὰ γιὰ νὰ προστατέψει τὸ βρέφος καὶ τὴ μητέρα του ἀπὸ κάθε ἐπιβουλή. Ὄπως θὰ ἔκανε γιὰ τὸ δικό του βρέφος καὶ τὴ λατρευτή του γυναίκα, ἂν χρειαζόταν. Ἡ ἀποστολή του ἄλλαξε πιά. Πέρασε στὴν ὑπηρεσία κάποιου ἄλλου βασιλιᾶ, κι ἂς μὴν τὸν γνώριζε κάν. Ἡ καρδιά του εἶχε σαγηνευτεῖ ἀπ’ τὴν οὐράνια ὀμορφιὰ ποὺ πλανιόταν γύρω του. Μιὰ πρωτόγνωρη γαλήνη ἁπλώθηκε μέσα του. Κατάλαβε πὼς ὅ,τι συνέβαινε τὸν ξεπερνοῦσε. Αἰσθάνθηκε μικρός, ἐλάχιστος, μπρὸς στὸ μικρὸ ἐκεῖνο βρέφος. Φάνταζε τόσο ἀδύναμο στὰ χέρια μιᾶς εὔθραυστης κόρης. Μὰ τὰ πάντα φαινόντουσαν νὰ ὑποκλίνονται μπρός του.
Καὶ νά, ποὺ τώρα τὸ τρομερὸ λιοντάρι καὶ ὁ στικτὸς πάνθηρας πλησίασαν. Κάθησαν χάμω, δίπλα στὸ ταπεινὸ ὀνάριο, σιγανὰ γουργουρίζοντας σὰν γατοῦλες ἀκίνδυνες. Ὁ ἄγριος λύκος ἔτριψε τὴ μουσούδα του σὰν ἥμερο κουτάβι στὰ πόδια τοῦ γέροντα. Ὅλα τὰ ζῶα περιτριγύρισαν φιλικὰ τὴ μικρὴ συντροφιά. Τὸ νεῦμα τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ἀόρατο μὰ παντοδύναμο, ὁδηγοῦσε λιοντάρι καὶ μοσχάρι μαζί, ταῦρο καὶ ἀρκούδα, λύκο καὶ ἀρνί, πάρδαλη καὶ ἐρίφιο. Κυριευμένοι ἀπὸ τὴν ἀλλόκοσμη ὀμορφιὰ τοῦ ἀπροσδόκητου μυστηρίου οἱ στρατιῶτες, ξεπέζεψαν ἀμήχανοι, πλησίασαν διστακτικά, γονάτισαν δίπλα στὰ θηρία κι αὐτοί.
Ὁ χρόνος ἔδειχνε νὰ ἔχει σταματήσει. Στὴ σκοτεινιὰ τῆς παγερῆς κοιλάδας τοῦ θανάτου φαινόταν ἀνοιχτὸ ἕνα παράθυρο μιᾶς ἄλλης κτίσης φωτεινῆς. Ἄνθρωποι καὶ ζῶα, ἡ ἐπίγεια πλάση ὁλόκληρη, θύματα καὶ θύτες, παραδομένοι στὴν ἀδυσώπητη μανία τῆς ἔχθρας καὶ τοῦ πολέμου γιὰ χιλιάδες χρόνια, ξαναβρισκόντουσαν τώρα σ΄ ἕνα ἀντάμωμα πρωτόφαντης ἀρχαίας ὀμορφιᾶς. Τὸ ὅραμα τοῦ χαμένου βασιλείου τῆς Ἐδὲμ ἔλαμπε μπρός τους ὁλοζώντανο. Ἡ χρυσὴ πύλη του ἦταν ξανὰ ἀνοιχτή. «Οὐκέτι φλογίνη ρομφαία φυλάττει τὴν πύλην τῆς Ἐδέμ». Τὸ βρέφος προσκαλοῦσε τοὺς πάντες μυστικά: «Εἰσάγεσθε πάλιν εἰς τὸν Παράδεισον». Μιὰ παλιὰ προφητεία ἔπαιρνε σάρκα καὶ ὀστᾶ. Έβλεπαν ὅτι «ἤγγικεν», ἦταν ὄντως κοντὰ ἡ ἐποχή, ὅπου «συμβοσκηθήσεται λύκος μετὰ ἀρνός, καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφῳ, καὶ μοσχάριον καὶ ταῦρος καὶ λέων καὶ βοῦς καὶ ἄρκος ἅμα βοσκηθήσονται, καὶ παιδίον μικρὸν ἄξει αὐτούς».
Μιὰ μεγάλη συνοδία βάδιζε τώρα ἀντάμα. Ἔφτασαν μέχρι τὰ ὅρια τῆς χώρας ἐκείνης. Ἐκεῖ σταμάτησαν. Τὸ βρέφος ὕψωσε τὸ χέρι του, ἕνα μικρὸ χεράκι βρεφικό, μὰ ἱκανὸ νὰ κυβερνάει τὰ σύμπαντα. Τοὺς εὐλόγησε σταυροειδῶς. Τὸ μεγάλο λιοντάρι, ὁ πάνθηρας, ἡ ἄρκτος, τὰ θηρία, τὰ κτήνη, οἱ ἄνθρωποι, ἔσκυψαν καὶ πάλι ταπεινὰ μπρὸς στὸ ὀνάριο, ποὺ κουβαλοῦσε «παιδίον νέον, τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν». Τὸ μικρὸ παιδὶ ἔφερε τὰ πάντα «εἰς ἑνότητα».
 Προσκύνησαν εὐλαβικὰ καὶ πῆραν τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ἡ ἐδεμικὴ μαγεία τοὺς εἶχε μεταμορφώσει. Εἶχαν εἰσέλθει γιὰ λίγο στὸν ἄχρονο καὶ ἀδιάστατο χωροχρόνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Εἶδαν τὴν ἀνατολὴ τῆς πολυπόθητης καινῆς κτίσης. Ὁ Ἄρχοντας τῆς εἰρήνης ἦταν πλέον ἀνάμεσά τους. Ἡ ἀγάπη, ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη εἶχαν θέση ξανὰ πάνω στὴ γῆ.
Ἐπιτέλους, γιὰ πρώτη φορὰ διαφαινόταν στὴν ἄκρη τοῦ τοῦνελ τὸ τέλος τοῦ πολέμου.

Χριστούγεννα 2016

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΕΧΕ ΠΙΣΤΗ!


ΠΑΝΑΓΙΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΚΕΠΗΝ ΣΟΥ ΠΑΝΤΕΣ ΤΡΕΧΟΜΕΝ!


ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!


ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΔΙΑΣΩΖΟΥΣΑ!


ΔΟΞΑΖΕΤΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΑΣ!


Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ Ο SANTA CLAUS


ΑΝΤΒΕΝΤΙΣΤΕΣ ΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΑΠΑΛΛΑΞΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΗΣ

Φρίκη που δεν χωρά ανθρώπινος νους έζησε μία 19χρονη στη Γαλλία. Ο σύντροφός της και άλλοι τρεις φίλοι της την σταύρωσαν και τη βασάνιζαν σε εξορκισμό που κράτησε μία εβδομάδα με την κοπέλα να επιζεί από θαύμα
Τρεις άνδρες και μια γυναίκα που ανήκουν στην Εκκλησία Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας κατηγορούνται για την απαγωγή, την σταύρωση και τον βασανισμό μιας 19χρονης κοπέλας. 

 Το περιστατικό συνέβη στην πόλη Grigny στα προάστια του Παρισιού το 2011  ωστόσο οι φρικτές λεπτομέρειές του αποκαλύφθηκαν τώρα, καθώς η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο.
Η αστυνομία είχε βρει την Antoinette στο διαμέρισμά της – το επίθετό της δεν αποκαλύφθηκε – μετά βίας κρατιόταν στη ζωή.
Οι δράστες την είχαν δέσει σε ένα σταυρό, στη στάση του Ιησού, και την κράτησαν έτσι επί επτά ημέρες πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα την απαλλάξουν από τις αμαρτίες της και θα διώξουν το διάβολο από το σώμα της. Παράλληλα την χτυπούσαν διαρκώς και της έδιναν μικρές ποσότητες μαγειρικού λίπους και νερού προκειμένου να την κρατούν ζωντανή. Οι δράστες υποστηρίζουν πως η κοπέλα έδωσε τη συγκατάθεσή της για τον εξορκισμό.
Ο δικηγόρος των κατηγορουμένων Jacques Bourdais δήλωσε στο Γαλλικό πρακτορείο » Για τους πελάτες μου ήταν μια δαιμονισμένη. Γι’ αυτό το λόγο δεν κάλεσαν γιατρό»  και πρόσθεσε « Το θύμα ήτα ερωτευμένο με έναν από τους πελάτες μου».

Ένας εκπρόσωπος της Εκκλησιάς ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι εκδιώχθηκαν από αυτήν όταν ήρθε στο φως της δημοσιότητας το περιστατικό.
Η 19χρονη είχε γνωρίσει τους βασανιστές της το 2008 στην εκκλησία των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας.

Η Εκκλησία των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας είναι μια παγκόσμια Χριστιανική Εκκλησία που προέρχεται από τον Προτεσταντικό χώρο και ανήκει στο γενικότερο κίνημα των Αντβεντιστών (οι οποίοι δεν είναι όλοι Σαββατιστές). Το ονομά τους προέρχεται από την πίστη τους ότι η Δευτέρα Έλευση (αγγλ. Advent) του Χριστού θα γίνει γρήγορα. Χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι η προσήλωση στις 10 εντολές και στην τήρηση του Σαββάτου. Ανήκουν στον χώρο των Σαββατιστών (Sabbatarians).


Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Ἡ   π ρ ο σ δ ο κ ί α   τ ῶ ν   ἐ θ ν ῶ ν
π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ

Ὁ  πατριάρχης Ἰακὼβ συναισθανόμενος τὸ τέλος του κάλεσε κοντά του τοὺς δώδεκα γιούς του. «Συναχθῆτε γύρω μου, εἶπε, γιὰ νὰ σᾶς ἀναγγείλω τί πρόκειται νὰ σᾶς συμβεῖ μέχρι τὸ τέλος τοῦ κόσμου». Ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν ὅλοι, ἄρχισε ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο, τὸν Ρουβήν, νὰ τοὺς εὐλογεῖ καὶ νὰ προφητεύει μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ τὰ μέλλοντα.
Ἰδιαίτερη εὐλογία ἔδωσε στὸν τέταρτο γιό του, τὸν Ἰούδα: «Ἰούδα, θὰ σὲ ὑμνήσουν οἱ ἀδελφοί σου. Ἡ δύναμή σου θὰ εἶναι ἰσχυρὴ πάνω στοὺς ἐχθρούς σου. Οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατέρα σου θὰ σὲ προσκυνήσουν. Εἶσαι σκύμνος λέοντα (νεαρὸ λιοντάρι), Ἰούδα. Ἀπὸ βλαστὸ φύτρωσες, γιέ μου. Ξάπλωσες καὶ κοιμήθηκες ὅπως κοιμᾶται ὁ λέοντας καὶ ὁ σκύμνος. Ποιὸς τολμάει νὰ τὸν πλησιάσει γιὰ νὰ τὸν ξυπνήσει; Δὲν θὰ λείψει ἄρχοντας ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα καὶ ἀρχηγὸς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του, ὥσπου νὰ ἔλθει ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο ἀπόκεινται (ὅλες) οἱ ἐξουσίες καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν» (Γεν. 449, 1-10).     
Μὲ τὰ λόγια του αὐτὰ ὁ Ἰακὼβ προφητεύει ὁλοκάθαρα τὴν προέλευση τοῦ Μεσσία ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα. Κλάδοι τοῦ γενεαλογικοῦ του δένδρου ἦταν οἱ κατὰ σάρκα πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ, μὲ ἐξέχοντα τὸν ἐκλεκτὸ τοῦ Θεοῦ βασιλιὰ Δαυΐδ. Ἔτσι λοιπὸν «ἄρχων καὶ ἡγούμενος» δὲν ἔλειψαν ποτὲ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, μέχρις ὅτου ἦλθε ὁ Χριστός, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλοῦσαν ὅλες οἱ προφητεῖες καὶ ὁ ὁποῖος ἦταν ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσδοκία ὅλων τῶν ἐθνῶν.

Μόνο κατὰ τὸν καιρὸ «τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας» του, ὅταν ἦλθε πλέον νὰ γεννηθεῖ ὡς «Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» ὁ Χριστὸς (Ἡσ. 9,6), ἔλειψαν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους οἱ ἄρχοντες καὶ βασίλευσε τότε ὁ Ἡρώδης, Ἰδουμαῖος τὴν καταγωγὴ καὶ ὄχι Ἰουδαῖος, ἀπὸ τὴν Ἀσκάλωνα τῆς Παλαιστίνης.
Στὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας τοῦ Ἰακὼβ ἀναφέρεται τὸ α΄ τροπάριο τῆς δ΄ ᾡδῆς τοῦ α΄ κανόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ («Ὃν πάλαι προεῖπεν Ἰακὼβ ἐθνῶν ἀπεκδοχήν, Χριστέ, φυλῆς Ἰούδα ἐξανέτειλας…»): Ἐξανέτειλες, Χριστέ, ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, σὺ γιὰ τὸν ὁποῖο προφήτευσε τὸν παλαιὸ καιρὸ ὁ Ἰακώβ, ὅτι πρόκειται νὰ γίνεις ἡ «ἀπεκδοχή», ἡ ἐλπίδα δηλαδὴ καὶ προσδοκία ὅλων τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν.
Ὁ Ἰούδας ἀξιώθηκε, μετὰ τὸν πατέρα του Ἰακώβ, νὰ γίνει ἡ ρίζα ἀπ’ τὴν ὁποία ἀνέτειλε σὰν ἄνθος ὁ Χριστός. Δὲν ἔλαβαν ὅλοι οἱ γιοὶ τοῦ Ἰακὼβ τὴν ἴδια εὐλογία. Δὲν εἶχαν ἐπιδείξει ὅλοι ἀνεπίληπτη συμπεριφορά. Μερικοὶ (Ρουβήν, Συμεών, Λευῒ) εἶχαν περιπέσει σὲ βαριὰ ἁμαρτήματα. Ὁ Δὰν παρομοιάζεται μὲ φίδι πού, κρυμμένο στὸ δρόμο, παραμονεύει τὸν διερχόμενο καβαλλάρη.
Ὁ καθένας λοιπὸν λαμβάνει κατὰ τὴν ἀξία του. Ὁ Ἰακώβ, ὁ Ἰούδας, ὁ Δαυῒδ καὶ ἄλλοι ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν λαμπεροὶ κρίκοι στὴν ἁλυσίδα τῶν προπατόρων τοῦ Χριστοῦ. Πάνω ἀπ’ ὅλους βέβαια στέκει ἡ πανάχραντη μητέρα του, ἡ Παναγία, ποὺ μὲ τὴν ἀξία της ξεπέρασε κάθε ἄλλο δημιούργημα.

Καὶ ὅμως ὁ Χριστὸς δὲν ἀδικεῖ κανένα. Μᾶς κάλεσε νὰ γίνουμε ὅλοι κατὰ σάρκα συγγενεῖς του: πραγματικὰ ἀδέλφια καὶ μητέρα του. Ἂν ἐφαρμόσουμε τὸ θέλημά του (Ματθ. 12, 50). Τί μᾶς ἐμποδίζει λοιπὸν ν’ ἀρχίσουμε κι ἐμεῖς τὴ μυστικὴ κυοφορία τοῦ Χριστοῦ, νὰ τὸν ἀφήσουμε νὰ (δια)μορφωθεῖ (Γαλ. 4, 19), νὰ γεννηθεῖ, νὰ ζεῖ γιὰ πάντα μέσα μας;

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΩΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Απόσπασμα συνέντευξης Μητροπολίτου Λαρίσης Ιγνατίου στο onlarissa.gr

Μιλήσατε για την ανάγκη διαπαιδαγώγησης και θέλω να συζητήσουμε για την παρέμβαση που κάνατε για το θέμα της προσευχής, όταν ο πρώην υπουργός Παιδείας είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο κατάργησής της στα σχολεία. Θέλω όμως να θέσω συνολικά το ζήτημα της παιδείας και τη σχέση που πρέπει αυτή να έχει με την Εκκλησία…

Για την προσευχή κατ’ αρχήν, εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος είναι δισύνθετος, δηλαδή αποτελείται από ψυχή και από σώμα. Την τροφή του σώματος εξυπακούεται προσπαθούμε να την παρέχουμε στα παιδιά μας και δόξα Τω Θεώ, την παρέχουμε. Την τροφή όμως της ψυχής, δεν μπορούμε να την αποστερήσουμε. Και δεν πρέπει να τη διδάξει μόνο το σπίτι, γιατί μπορεί σήμερα μία οικογένεια να πάσχει και να μην μπορεί να την παράξει. Να λείπει μία γιαγιά, να είναι πολύ απασχολημένοι οι γονείς, να μην είναι άνθρωποι της προσευχής, να είναι διαιρεμένο το ζευγάρι.

Μας ενδιαφέρει όμως τα παιδιά μας να μάθουν την προσευχή, διότι αυτή είναι μία χαρά πνευματική, όταν τρέφεται η ψυχή, την οποία κανείς δεν μπορεί να την αποτιμήσει, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει το μέγεθος της αξίας της. Ο άνθρωπος όταν δεν προσεύχεται είναι σα να έχει κόψει τα φτερά του. Γι’ αυτό υπεραμυνόμαστε της προσευχής στα σχολεία.

Να σας πω όμως την αλήθεια και για το μάθημα των θρησκευτικών λυπούμαστε πάρα πολύ. Το έχουν καταντήσει να είναι ο φτωχός συγγενής ανάμεσα στα άλλα μαθήματα. Θέλουν προπάντων να το αποχρωματίσουν, να το απαξιώσουν και φαίνεται ολοκάθαρα ότι θα το επιτύχουν. Διότι βάλουν συστηματικά εναντίον μας, απαξιώνουν κάθε φορά τις θέσεις μας. Εμείς πάντως έχοντας τον άμβωνα, δε θα πάψουμε να υπεραμυνόμαστε του μαθήματος των θρησκευτικών. Τα ελληνόπουλα, τα παιδιά των ορθοδόξων πρέπει να μάθουνε την πίστη τους πάση θυσία και να ολοκληρώσουν έτσι το βάπτισμα τους και την κατήχηση που λάβανε. Διότι συμπληρώνεται το βάπτισμα και η κατήχισις όταν μάθουνε την πίστη τους. Να αποκτήσουνε μάλιστα και την αληθή θεογνωσία.

Μετείχα και σε πολλές από τις επιτροπές, επειδή ήμουν συνοδικός την προηγούμενη χρονιά. Ενώ φαινόταν ότι είχαν διάθεση να μας ακούσουν κι εμείς αναλισκόμασταν στο να γράφουμε κείμενα, να τους τα διαβάζουμε και να τους λέμε και μας ακούγαν τάχα ευχαρίστως, όμως βλέπουμε ότι αυτοί προχωρούν στο έργο τους, να διαλύσουν και να καταλύσουν αυτό τον άγιο θεσμό. Μακάρι όμως να είναι τέτοιες οι αντιστάσεις του Ελληνικού λαού, να σταθεί στο πλάι μας, ώστε να μπορέσουμε να το νικήσουμε αυτό.

Γιατί πρέπει πάση θυσία να προασπίσουμε την πίστη των παιδιών μας. Τα παιδιά μας βγαίνουν έξω σήμερα και θα συμφύρονται με παιδιά άλλων θρησκειών, άλλων δογμάτων, στην Ευρώπη και σε άλλα περιβάλλοντα. Να ξέρουνε την πίστη τους, γιατί η δική μας πίστη καθηλώνει, η δική μας πίστη είναι η αληθής ομολογία. Και δεν το πιστεύουμε αυτό χιμαιρικά, το πιστεύουμε εις βάθος και θέλουμε αυτό να το μεταδώσουμε στα παιδιά μας, ώστε να έχουν την πνευματική θωράκιση που χρειάζεται όταν θα βρεθούν απέναντι σε έναν μουσουλμάνο ή και ακόμη σε έναν αλλόδοξο χριστιανό ο οποίος έχει θολό το τοπίο της πίστεώς του.

Θεωρείτε ότι πορευόμαστε σε έναν διαχωρισμό κράτους – Εκκλησίας με μεθόδευση από τη πλευρά του κράτους;

Το μεθοδεύουν και το επαγγέλλονται, αλλά αυτό δεν φαίνεται να γίνεται στο άμεσο μέλλον, γιατί κανείς δεν το θέλει και δεν το θέλει και ο Ελληνικός λαός. Εμείς δεν υπεραμυνόμεθα των δικαιωμάτων που μας δίνει αυτή η σχέση, δηλαδή του προβαδίσματος σε διάφορα περιβάλλοντα του Επισκόπου ή του Ιερέως και λοιπά. Προπάντων, υπεραμυνόμεθα του γεγονότος ότι δε θέλουμε να βάλουμε στο περιθώριο την Εκκλησία. Αυτή που είναι η ψυχή του έθνους, που είναι ο ιστός. Ο Κολοκοτρώνης όταν μίλησε στην Πλάκα, στο γυμνάσιο, είπε «όταν πήραμε τα όπλα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και μετά υπέρ πατρίδος». Αυτή την πίστη καλούμαστε να υπερασπιστούμε.


ΕΚΟΙΜΗΘΗ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ ΜΕΛΙΤΩΝΑΣ

Την εκδημία του μητροπολίτη Μαραθώνος Μελίτωνος (κ.κ. Βασιλείου Καβατσικλή), βοηθού επισκόπου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, ανακοίνωσε με θλίψη η Αρχιεπισκοπή Αθηνών.
Ο μακαριστός γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 1946. Σπούδασε Θεολογία στο Θεολογικό Ινστιτούτο Αγίου Σεργίου Παρισίων. Από το 1962 μέχρι το 1986 υπηρέτησε στα Ιεροσόλυμα. Διάκονος χειροτονήθηκε την 1η Νοεμβρίου 1964 και πρεσβύτερος το 1967. 
Υπηρέτησε ως ηγούμενος στη Γάζα από το 1981 μέχρι το 1986 και ως εφημέριος στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών από το 1986 μέχρι το 1995. Στις 29 Ιανουαρίου 1995 χειροτονήθηκε τιτουλάριος επίσκοπος Μαραθώνος, βοηθός επίσκοπος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και διετέλεσε πρωτοσύγκελος αυτής το διάστημα 1995 - 1998. Στις 10 Οκτωβρίου 2012 προήχθη σε τιτουλάριο μητροπολίτη.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί την Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου και ώρα 12.00 στον Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Ακαδημίας Πλάτωνος, προεξάρχοντος του μητροπολίτου Δωδώνης Χρυσοστόμου, ο οποίος και θα εκπροσωπήσει τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο.

ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑΣ


Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΜΑΓΟΣ (ΤΑΙΝΙΑ)

Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΜΑΓΟΣ

Σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση ο Αρτάβαν ή Αρτάβανος ήταν ο τέταρτος Μάγος στη Γέννηση του Χριστού.
Ο Αρτάβαν καταγόταν από τα Εκβάτανα της Περσίας και ήταν φίλος των τριών άλλων Μάγων, του Μελχιώρ, του Γάσπαρ και του Βαλτάσαρ, που προσκύνησαν τον Χριστό στη Βηθλεέμ. Και αυτός ήταν μάγος - αστρονόμος της εποχής εκείνης που είχε δει και αυτός το άστρο της Βηθλεέμ, σημείο γέννησης βασιλέως. Έτσι μετέβη προς συνάντηση των φίλων του που κατοικούσαν στη Βορσίπη της Βαβυλώνας προκειμένου να οδοιπορήσουν μαζί προς το σημείο που το άστρο θα φαινόταν καλλίτερα όπου και θα συνέβαινε η γέννηση του νέου Βασιλιά. Καθοδόν όμως συνάντησε έναν εμπύρετο εβραίο στην έρημο που βοηθώντας τον αργοπόρησε, και όταν έφθασε στη Βορσίπη οι φίλοι του Μάγοι είχαν ήδη φύγει. Ακολούθησε και αυτός τον ίδιο δρόμο αλλά δεν τους πρόλαβε. Τελικά έφθασε στη Βηθλεέμ τότε που ο Ηρώδης έσφαζε τα νήπια. Ο Αρτάβαν επεμβαίνοντας και δωροδοκώντας ένα στρατιώτη μ΄ ένα ρουμπίνι, απ΄ αυτά που έφερνε ως δώρα στο Θείο βρέφος απελευθέρωσε ένα νήπιο που ήταν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος.
Στη συνέχεια ο Αρτάβαν πήγε στην Αίγυπτο και παρέμεινε εκεί 33 χρόνια, θεραπεύοντας ασθενείς δωρεάν, απελευθερώνοντας δέσμιους και συναναστρεφόμενος με ταπεινούς. Υπερήλικας πλέον με μακριά άσπρη γενειάδα επιστρέφει στην Ιερουσαλήμ όπου και έτυχε την ημέρα που σταυρωνόταν ο Χριστός. Τη στιγμή που ζητούσε να μάθει για τον σταυρωθέντα Βασιλέα των Ιουδαίων έγινε ο μεγάλος σεισμός κατά τον οποίο μία πέτρα από το καταπέτασμα του Ναού πέφτοντας τον κτύπησε στο κεφάλι και έπεσε αναίσθητος. Όταν μετά από κάποιο χρόνο συνήλθε άκουσε μια γλυκιά φωνή που του έλεγε:
"Αμήν, αμήν λέγω σοι, ό,τι εποίησας εις ένα των αδελφών μου των ελαχίστων, εις εμέ εποίησας".
Τότε ο Αρτάβαν άνοιξε τους οφθαλμούς του και είδε για μια στιγμή τον Ιησού μέσα σε εκθαμβωτικό φως. Τότε ευτυχισμένος ότι είδε έστω και στο τέλος τον αναμενόμενο Βασιλέα ξεψύχησε.

ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΗΡΩΔΗΣ ΠΟΥ ΦΟΝΕΥΣΕ ΤΑ ΝΗΠΙΑ!

ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδόσεις ΕΠΕ τόμος 1, σελ. 131-135,
 
«Περί της επιβουλής του Ηρώδη κατά των παιδιών και περί του τέλους της ζωής του».

Αξίζει όμως εν προκειμένω να παρατηρήσει κανείς και την τιμωρία της τόλμης του Ηρώδη κατά του Χριστού και των συνομηλίκων του, πόσο γρήγορα, χωρίς την παραμικρή αναβολή, η θεία δίκη τον έδιωξε ζωντανό ακόμη, καταδεικνύοντας τα προοίμια εκείνων τα οποία τον ανέμεναν μετά την από εδώ μετάστασή του.
Πόσο αμαύρωσε  αυτός την υποτιθέμενη ευτυχία της βασιλείας του με τις αλλεπάλληλες οικογενειακές του συμφορές, τους φόνους της γυναίκας, των τέκνων  και των άλλων, των στενότερων συγγενών και καλύτερων φίλων, δεν είναι δυνατόν ούτε περιληπτικά να εκθέσουμε τώρα. Η περί τούτων υπόθεση, όπως την διαπραγματεύεται εκτενώς στα ιστορικά του συγγράματα ο Ιώσηπος, επισκιάζει όλη την τραγική δραματουργία.
Δεν είναι όμως άσχημο να ακούσουμε τις φωνές του συγγραφέα περί του πώς αμέσως με την επιβουλή κατά του Σωτήρος μας και των άλλων νηπίων, τον κατέλαβε θεόσταλτη μάστιγα και τον οδήγησε σε θάνατο. Αυτός στο δέκατο έβδομο βιβλίο της Ιουδαϊκής Αρχαιολογίας περιγράφει το τέλος του βίου του με τον εξής τρόπο κατά λέξη.
«Για τον Ηρώδη η νόσος γινόταν πολύ πικρότερη, καθώς ο Θεός επέβαλε τιμωρία για τις παρανομίες του. Πράγματι υπήρχε σ’αυτόν μαλακό πύρωμα, το οποίο σ’ αυτούς που τον πλησίαζαν δεν έδειχνε τόση φλόγωση όση κάκωση προσέθετε εσωτερικά. Είχε δε δεινή επιθυμία να φάει κάτι, και ήταν αδύνατον να μην εξυπηρετηθεί, έλκωση, δεινοί πόνοι των εντέρων και μάλιστα του κόλου, υγρό και διαυγές φλέγμα στα πόδια. Παραπλήσια δε κάκωση υπήρχε στο υπογάστριο, και μάλιστα σήψη του αιδοίου, δημιουργώντας σκουλήκια, ορθόπνοια, και αυτή πολύ αηδιαστική λόγω της δυσάρεστης οσμής και της πυκνής αναπνοής. Συνταρασσόταν δε σε όλα τα μέλη με ανυπόφορη δριμύτητα.
Λεγόταν λοιπόν από τους μάντεις και όσους γνωρίζουν να προλέγουν σχετικά, ότι αυτή την ποινή εισπράττει ο Θεός από τον εξόχως δυσσεβή βασιλέα». Αυτά λέει στη δηλωθείσα γραφή ο προαναφερθείς συγγραφέας.
Και στο δεύτερο δε βιβλίο των Ιστοριών παραδίδει (ο Ιώσηπος) περί αυτού παραπλήσια, γράφοντας ως εξής.
«Έπειτα η νόσος αφού κατέλαβε όλο το σώμα του, διαμοίραζε σ’ αυτό ποικίλα πάθη. Πράγματι υπήρχε αρκετός πυρετός, αφόρητος κνησμός σε όλη την επιφάνεια, συνεχείς πόνοι του κόλου, πρήξιμο στα πόδια υδρωπικού χαρακτήρα, φλεγμονή του υπογαστρίου, σήψη στο αιδοίο που δημιουργούσε σκουλήκια, ορθόπνοια και δύσπνοια, σπασμοί όλων των μελών, ώστε οι μάντεις να λέγουν ότι τα νοσήματα ήταν ποινή.
Αυτός όμως, αν και πάλευε με τόσα πάθη, παρέμενε στη ζωή, ήλπιζε σε σωτηρία και εφεύρισκε θεραπείες. Περνώντας λοιπόν από τον Ιορδάνη χρησιμοποίησε τα θερμόλουτρα της Καλλιρόης, τα οποία εκβάλλουν στην Ασφαλτίτη λίμνη, λόγω δε της γλυκύτητας είναι και πόσιμα. Εδώ αυτός, καθώς οι γιατροί αποφάσισαν να περιθάλψουν όλο το σώμα με θερμό έλαιο και το ξάπλωσαν σε λεκάνη γεμάτη έλαιο, λιποθύμησε και ανέστρεψε τους οφθαλμούς σαν νεκρός.
Επειδή  οι υπηρέτες θορύβησαν, αναστέναξε για τη συμφορά, και απογοητευμένος στο εξής για τη σωτηρία, διέταξε να διανείμουν στους στρατιώτες από πενήντα δραχμές και πολλά χρήματα στους διοικητές και τους φίλους. Αυτός επέστρεψε και έφθασε στην Ιεριχώ, με μελαγχολία και σχεδόν απειλώντας τον εαυτό του με θάνατο.
Προέβη μάλιστα στο σχεδιασμό μιας αθέμιτης πράξης. Αφού συγκέντρωσε τους επίσημους άνδρες από κάθε κώμη όλης της Ιουδαίας, διέταξε να τους κλείσουν στον καλούμενο ιππόδρομο, και αφού προσκάλεσε την αδελφή του Σαλώμη και τον άνδρα της Αλεξά, είπε «γνωρίζω ότι οι Ιουδαίοι θα γιορτάσουν το θάνατό μου· μπορώ όμως να πενθηθώ με άλλα μέσα και να λάβω λαμπρό επιτάφιο, αν θελήσετε να εκτελέσετε τις εντολές μου. Μόλις εκπνεύσω, φονεύστε τάχιστα αυτούς τους φρουρούμενους άνδρες, αφού τους περικυκλώσετε με τους στρατιώτες, έτσι ώστε όλη η Ιουδαία και κάθε οίκος να δακρύσει για μένα, έστω και ακούσια».
Και με λίγα λόγια  λέει. «Κατόπιν δε [επειδή βασανιζόταν από έλλειψη τροφής και σπασμωδικό βήχα] νικημένος από τους πόνους, επιχείρησε να προφθάσει την ειμαρμένη.
Αφού πήρε ένα μήλο, ζήτησε και μαχαίρι γιατί συνήθιζε να τρώει κόβοντας σε τεμάχια. Έπειτα, αφού κοίταξε τριγύρω, μήπως υπάρχει κάποιος ο οποίος θα τον εμπόδιζε, σήκωσε το δεξί του χέρι για να αυτοτραυματιστεί».
Πέραν δε τούτων ο ίδιος συγγραφέας ιστορεί ότι αυτός πριν το θάνατό του φόνευσε με εντολή του και άλλον γνήσιο γιό, τρίτο μετά τους δύο φονευθέντες προηγουμένως, και αμέσως έπειτα παρέδωσε τη ζωή του με φοβερούς πόνους.

Τέτοιο ήταν λοιπόν το τέρμα της ζωής του Ηρώδη που υπέστη δίκαια ποινή  για τα παιδιά τα οποία φόνευσε στη Βηθλεέμ από επιβουλή κατά του Σωτήρα μας.