ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΓΛΙΚΑΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΟΙ ΑΓΓΛΙΚΑΝΟΙ ΑΜΦΙΒΑΛΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΘΑ ΑΠΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΘΕΟ!

Οι πρώτες γυναίκες Επίσκοποι της αγγλικανικής εκκλησίας αμφιβάλλουν για το αν μπορούμε να μιλάμε για τον Θεό ως  αρσενικό!

Την δήλωση αυτή έκανε μια γυναίκα Επίσκοπος στην Βουλή των Λόρδων σε παρουσίαση της, και ήταν η πρώτη της δήλωση.
Η 52χρονη  Trevico Rachel,  η πρώτη γυναίκα Επίσκοπος της Αγγλικανικής Εκκλησίας της Αγγλίας, η οποία παρουσιάστηκε στην  Βουλή των Λόρδων, είπε, μιλώντας για το Θεό, ότι «δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούμε την αντωνυμία «αυτός» ή «αυτή», επειδή «στον Θεό δεν ισχύει η έννοια του φύλου», αναφέρει η ιστοσελίδα «Breitbart.com».
Πρόκειται για μια μελετημένη κίνηση, σύμφωνα με την ιστοσελίδα μας pentapostagma.gr,  από την Αγγλίδα  «Επίσκοπο», η οποία συνδεόμενη με  πρόσφατες δηλώσεις Λουθηριανών Επισκόπων γυναικών και ανδρών, περί πανθρησκείας και  αποδοχής των ομοφυλόφιλων, αποδεικνύουν το πόσο μεγάλο και βρωμερό είναι το  σχέδιο της νέας τάξης.
Στις 26 Οκτωβρίου 2015, η Trevico Rachel πρώην λογοθεραπεύτρια στο επάγγελμα, χειροτονήθηκε ως  η 41η Επίσκοπος του Gloucester, και  χθες παρουσιάστηκε επίσημα στην άνω βουλή(Λόρδων) του βρετανικού Κοινοβουλίου.
Κατά την διάρκεια της ομιλίας της  ενώπιον των Λόρδων ,η ίδια  είπε: «στις Γραφές, αναφέρεται  ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ “εικόνα και ομοίωση του Θεού. Αν είμαι κατ “εικόνα του Θεού, τότε ο Θεός σίγουρα δεν μοιάζει με έναν άνθρωπο. Ο Θεός είναι ένας Θεός».!!!!!!
Στην συνέχεια παραδέχτηκε ότι αρνείται  να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε αντωνυμία σε σχέση με τον Θεό και Δημιουργό του κόσμου, αναφέροντας  απλώς τη λέξη «Θεός». «Μερικές φορές ξεχνάω … αλλά προσπαθώ να μην το κάνω»,  δήλωσε η trevico.
«Σε καμία περίπτωση δεν θέλω να προσβάλω κανέναν, αλλά απλώς πρόκειται να αμφισβητήσω απαλά τους ανθρώπους … Η γλώσσα μας  διαθέτει πραγματικά  πολλούς τρόπους για να  καθορίζει το όραμα και τον πολιτισμό μας»,  συνέχισε η επίσκοπος του Gloucester.
Η Αγγλικανή Επίσκοπος  υποστηρίζεται  και από την αντιπρόεδρο μιας φεμινιστικής ομάδας με την ονομασία  «Γυναίκες στην Εκκλησία» Miranda Trilfoll-Holms , η οποία  υποστηρίζει την εισαγωγή μιας  πιο  περιεκτικής γλώσσας ( όπως  αντωνυμίες και σε άλλα μέρη του λόγου) τα οποία  επιτρέπουν να αναφερθεί  το «αντικείμενο»!! ανεξάρτητα από την κατηγορία του φύλου,
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, πριν από την τελετή παρουσίασης της στην Βουλή των Λόρδων η Trevico ζήτησε εκ των προτέρων  να αποφύγει να ονομάζεται η ίδια  «Αιδεσιμότατος, και ο θεός «Πατέρας και Κύριος», αλλά απλά «Επίσκοπος».
Όταν ρωτήθηκε εαν αισθάνεται τον εαυτό της ως μια φεμινίστρια , η Επίσκοπος δήλωσε ότι «αν ο όρος αναφέρεται στην επιθυμία των γυναικών να γίνουν άνδρες, μερικές φορές είναι δυνατή και καταπιεστική, εγώ όμως σίγουρα δεν θα αποκαλούσα τον εαυτό μου φεμινίστρια».

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ: ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΝΑ ΔΙΝΟΥΜΕ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ;

«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται»

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λέει: «Παντὶ τῷ αἰτοῦντι σοι δίδου». Αὐτὸ σημαίνει πὼς πρέπει νὰ εὐεργετοῦμε καὶ νὰ ἐλεοῦμε ὅλους, χωρὶς νὰ διακρίνουμε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν κατάστασή τους, τὸ κοινωνικὸ παρελθόν τους ἢ τὴ θρησκεία τους. Πρέπει νὰ δίνουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας στὸν καθένα ποὺ τὴν ἔχει πραγματικὰ ἀνάγκη.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει πὼς πρέπει νὰ εἴμαστε σπλαχνικοὶ πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι δυστυχισμένοι ἀπὸ ὁποιαδήποτε αἰτία. Σὰν ἄνθρωποι πρέπει νὰ δίνουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ αἰτία ποὺ τοὺς κάνει νὰ ζητιανεύουν, εἴτε εἶναι χῆρες καὶ ὀρφανὰ εἴτε ἐξορίστηκαν ἀπὸ τὴν πατρίδα τους, εἴτε ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν αὐταρχικότητα τῶν κυβερνώντων εἴτε ἀπὸ τὴ σκληρότητα τῶν προϊσταμένων, εἴτε ἀπὸ τὴν ἀπανθρωπιὰ τῶν φοροεισπρακτόρων εἴτε ἀπὸ τὴν ἀπληστία τῶν ἐχθρῶν, εἴτε ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴ τῆς περιουσίας τους εἴτε ἀπὸ τὴν ἀπώλεια ποὺ εἶχαν λόγῳ ναυαγίου. Ὅλοι τους ἔχουν δικαίωμα καὶ μερίδιο στὴ συμπάθειά μας.
Κοιτάζουν μὲ προσμονὴ τὰ χέρια σου, ὅπως κοιτάζουμε ὅλοι μας τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ ὅταν ζητᾶμε κάτι. Εἶναι πολὺ καλύτερα ν’ ἀνοίξει κανεὶς τὸ χέρι του σὲ κάποιον ἀνάξιο, παρὰ νὰ στερήσει τὴν ἐλεημοσύνη του ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔχει ἀνάγκη, ἀπὸ φόβο νὰ μὴν ἀπατηθεῖ.
Πρέπει νὰ βοηθᾶμε τοὺς ἀνθρώπους ὄχι ἀπὸ ματαιοδοξία ἢ ἀπὸ ἔπαρση κι ἀλαζονεία, ὄχι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία μας νὰ μᾶς εὐχαριστοῦν καὶ νὰ μᾶς εὐγνωμονοῦν οἱ εὐεργετούμενοι ἢ γιὰ νὰ λάβουμε ἀνταπόδοση, ἀλλὰ μὲ ἀνιδιοτέλεια, γιὰ νὰ εὐχαριστήσουμε τὸ Θεό, ἀλλὰ κι ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον μας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει πὼς ἡ ἐλεημοσύνη ποὺ μολύνθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ματαιοδοξίας δὲν εἶναι πιὰ ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ κομπασμὸς καὶ σκληροκαρδία. Γιατί ὅταν δίνεις μὲ ὑπερηφάνεια εἶναι σὰ νὰ διασύρεις δημόσια τὸν ἀδελφό σου.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει στὴ δέκατη τρίτη ὁμιλία του στὴ Β΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ πὼς ἡ ἐλεημοσύνη δὲ συνίσταται μόνο στὸ νὰ δίνεις χρήματα, ἀλλὰ καὶ στὸ νὰ τὰ δίνεις μὲ αἴσθημα χριστιανικῆς συμπάθειας. Πρέπει νὰ κάνουμε τὸ καλὸ καὶ νὰ παρέχουμε τὴ βοήθειά μας θεληματικά, πρόθυμα, καρδιακά, μὲ σεβασμὸ καὶ ἀνυπόκριτη ἀγάπη πρὸς τοὺς φτωχούς. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς κατέχει κανένα αἴσθημα περιφρόνησης, ἀγανάκτησης ἢ ὀργῆς κι ἐκνευρισμοῦ. «Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς» (Β’ Κορ. θ’ 7). «Διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἔσαγε εἰς τὸν οἶκον σου», λέει κι ὁ προφήτης Ἠσαΐας (κεφ. νη’ 7). Κι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ κάνεις μὲ τὴν καρδιά σου, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δίνει τὸ μέτρο, πῶς πρέπει νὰ ἐνεργοῦμε σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις: «ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἰλαρότητι» (Ρωμ. ιβ’ 8).
Ὅταν συμπεριφέρεσαι ἔτσι, ἡ προθυμία σου θὰ διπλασιάσει τὴν ἀξία τῆς καλῆς σου πράξης. Ὅταν ὅμως ἡ καλὴ αὐτὴ πράξη γίνεται μὲ λύπη ἢ ἀπὸ ἀνάγκη, δὲν μπορεῖ νὰ φέρει χαρά. Ὅταν κάνεις τὸ καλὸ πρέπει νὰ ἔχεις χαρά, ὄχι θλίψη ἢ γογγυσμό. «Ἐλεημοσύνη δὲ σημαίνει ἁπλὰ τὸ νὰ δίνεις χρήματα, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀλλὰ νὰ τὸ κάνεις μὲ ζῆλο, μὲ χαρά, μὲ ἕνα αἴσθημα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸ πρόσωπο ποὺ δέχεται τὴ δωρεά σου. Ἂν κάποιος δὲ δίνει μὲ τέτοια διάθεση, θὰ ἦταν καλύτερα νὰ μὴν ἔδινε τίποτα, γιατί τότε αὐτὸ ποὺ δίνει δὲν εἶναι ἐλεημοσύνη ἀλλὰ ἀνώφελο καὶ ἄχρηστο ἔξοδο. Τότε μόνο λέγεται καὶ εἶναι ἐλεημοσύνη μία καλὴ πράξη, ὅταν δίνεται μὲ χαρά, ὅταν σκέφτεσαι πὼς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ δίνεις ἐσὺ ὠφελεῖσαι πολὺ περισσότερο» (Ὁμιλία 1η στὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή).
Τὸ καλὸ πρέπει νὰ τὸ κάνεις χρησιμοποιώντας τὴ δική σου περιουσία κι ὄχι κάποιου ἄλλου, στὴν ὁποία δὲν ἔχεις κανένα νόμιμο δικαίωμα. Καὶ θὰ πρέπει νὰ εἶναι περιουσία ποὺ ἀποκτήθηκε μὲ τίμια δουλειά, ὄχι μὲ κλοπές, ἀπάτες καὶ ψέματα. Γιὰ νὰ δώσουμε πολλὴ ἐλεημοσύνη, πρέπει νὰ περιορίσουμε τὰ ἔξοδά μας. Γιὰ παράδειγμα δὲν πρέπει ν’ ἀγοράζουμε ἀκριβὰ κι ἐξεζητημένα πράγματα, ἐφόσον μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ χωρὶς αὐτά. Γιατί αὐτὸ ποὺ μᾶς περισσεύει ἀνήκει στοὺς φτωχοὺς κι ὅταν τὸ ξοδεύουμε ἀσυλλόγιστα εἶναι σὰ νὰ τοὺς τὸ ἀφαιροῦμε. Πρέπει νὰ κάνουμε πάντα τὸ καλὸ καὶ νὰ βοηθᾶμε τοὺς ἄλλους. Νὰ μὴν περιορίζεται ὁ ζῆλος μας αὐτὸς ἀπὸ τὶς τυχὸν δυσκολίες ποὺ θὰ συναντήσουμε στὴν ἄσκηση τῆς ἐλεημοσύνης. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἡ πίστη σου κι ἡ ἐλεημοσύνη σου νὰ μὴ μειωθοῦν». Δὲ λέει νὰ κάνεις τὸ καλὸ μία φορά, δύο, τρεῖς, δέκα ἢ ἑκατὸ φορές, ἀλλὰ πάντα. «Τὸ ἔργο αὐτὸ νὰ μὴν τὸ ἐγκαταλείψεις» (Ὁμιλία στὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή).
Ὅταν δίνεις ἐλεημοσύνη, καλὸ εἶναι νὰ κάνεις διάκριση ἀνάμεσα στοὺς πραγματικὰ φτωχοὺς καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ φαίνονται φτωχοί. Πρέπει νὰ δίνεις ὅση περισσότερη βοήθεια μπορεῖς, ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμή σου. Πρέπει νὰ δίνεις προτεραιότητα στοὺς περισσότερο φτωχούς, σὲ ἐκείνους ποὺ ἀξίζουν περισσότερο τὴ βοήθειά σου, στοὺς κοντινοὺς καὶ τοὺς συγγενεῖς σου πρῶτα κι ὕστερα στοὺς ξένους. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὰ γνωρίζεις πάντα αὐτὰ τὰ πράγματα μὲ ἀκρίβεια, μερικοὶ ἐκκλησιαστικοὶ πατέρες μᾶς συμβουλεύουν νὰ ἐμπιστευόμαστε ἐκείνους ποὺ εἶναι ἔμπειροι γιὰ νὰ μᾶς ποῦν ποῦ θὰ δώσουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ μᾶς γίνει πρόβλημα. Δὲν πρέπει νὰ ψάχνουμε πολὺ τὸ θέμα τῶν φτωχῶν, γιατί ἔτσι μπορεῖ νὰ στερήσουμε ἀπὸ τὴ βοήθειά μας καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν πραγματικὰ ἀνάγκη. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει πὼς δὲν ὑπάρχει παράδειγμα κάποιου ὑπερβολικὰ ἀκριβοδίκαιου ἀνθρώπου ποὺ νὰ ἔπεσε πάνω σ’ ἕναν ἅγιο. Ὑπάρχει ὅμως τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ νὰ συναντήσει κανεὶς ἕναν ἀπατεώνα. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνο ποὺ σᾶς συμβουλεύω εἶναι νὰ ἐνεργοῦμε σὲ ὅλα μὲ ἁπλότητα.
Τέλος θὰ ἤθελα νὰ πῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λογαριάζουμε πὼς κάνουμε κάτι σπουδαῖο ὅταν δίνουμε ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ πιστεύουμε πὼς ἁπλῶς εἴμαστε διαχειριστὲς τῶν ἀγαθῶν του Θεοῦ. Ποτὲ δὲ θὰ γίνεις τόσο γενναιόδωρος ὅσο ὁ Θεός, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἀκόμα κι ἂν μοιράσεις ὁλόκληρη τὴν περιουσία σου, ἀκόμα κι ἂν μαζὶ μὲ τὴν περιουσία σου παραδώσεις καὶ τὸν ἑαυτό σου πάλι δὲν ἔκανες τίποτα σπουδαῖο. Γιατί ὅ,τι κι ἂν δώσει ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, τὰ παίρνει πίσω ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ὅσα περισσότερα καὶ νὰ Τοῦ δώσεις, ἐκεῖνα ποὺ θὰ σοῦ γυρίσει πίσω θὰ εἶναι περισσότερα. Καὶ βέβαια δὲν πρόκειται νὰ δώσεις τίποτα δικό σου, ἀφοῦ «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον».
Ἂς κλείσουμε λοιπὸν λέγοντας: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται».

Μακάριοι κι εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι εὔσπλαχνοι κι ἐλεοῦν τοὺς φτωχούς, γιατί αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν ἀπὸ τὸ Θεό. Ἄχ! καὶ νὰ ἤξερες τί μεγάλη ἀνταπόδοση σὲ περιμένει γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ δίνεις στοὺς φτωχούς! Θὰ σοῦ δείξει ὁ Θεὸς ἔλεος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσης ἐνώπιον ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων καὶ θὰ κληρονομήσεις τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἀμήν.

Άγιος Ιωάννης Κροστάνδης

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: Η ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

«ΖΗΤΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΝ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»

Ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸ πλάσμα Του, τὴν εἰκόνα Του, καὶ τὸ φροντίζει γι᾿ αὐτὰ ποὺ τοῦ χρειάζονται. Μὰ καὶ ἂν ὁ Θεὸς δὲν δώση αὐτὰ τὰ ἐπίγεια, τὰ ὑλικὰ πράγματα, δὲν θὰ στενοχωρηθῆ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῆ πνευματικά. Ἂν ζητᾶμε πρῶτα τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη μέριμνά μας, ὅλα τὰ ἄλλα θὰ μᾶς δοθοῦν. Θὰ ἀφήση ὁ Θεὸς τὸ πλάσμα Του; Τὸ μάννα ποὺ ἔρριχνε ὁ Θεὸς καθημερινὰ στοὺς Ἰσραηλίτες στὴν ἔρημο, ἂν τὸ κρατοῦσαν γιὰ τὴν ἄλλη μέρα, σάπιζε. Ἔτσι τὰ οἰκονόμησε ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἔχουν ἐμπιστοσύνη στὴν θεία πρόνοια. Ἀκόμη τὸ «ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» δὲν τὸ ἔχουμε καταλάβει. Ἢ πιστεύουμε ἢ δὲν πιστεύουμε.

Ὁ διάβολος ρίχνει στάχτη στὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ μὴ δῆ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὅταν δῆ ὁ ἄνθρωπος τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, θὰ μαλακώση ἡ γρανιτένια καρδιά του, θὰ γίνη εὐαίσθητη καὶ θὰ ξεσπάση σὲ δοξολογία, καὶ αὐτὸ δὲν συμφέρει στὸν διάβολο.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΥΧΝΑ ΚΑΝΟΝΙΖΕΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟ

Κάποιος εἶχε κάνει μιὰ μονάδα ἰχθυοτροφείου καὶ ὅλη μέρα ἔλεγε «δόξα σοι ὁ Θεός», γιατὶ ἔβλεπε συνέχεια τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Μοῦ ἔλεγε ὅτι τὸ ψαράκι, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ γονιμοποιηθῆ καὶ εἶναι μικρὸ σὰν τὸ κεφαλάκι τῆς καρφίτσας, ἔχει καὶ ἕνα σακκουλάκι μὲ ὑγρό, γιὰ νὰ τρέφεται, μέχρι νὰ μεγαλώση καὶ νὰ μπορῆ νὰ πιάνη κανέναν μικροοργανισμὸ ἀπὸ τὸ νερό. Τοῦ ἔχει δηλαδὴ καὶ τὴν «κομπάνια» (1) του ὁ Θεός! Καὶ ἂν γι' αὐτὰ προνοῆ ὁ Θεός, πόσο μᾶλλον γιὰ τὸν ἄνθρωπο! Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος συχνὰ κανονίζει καὶ ἀποφασίζει γιὰ ὅλα χωρὶς τὸν Θεό. «Θὰ κάνω, λέει, δύο παιδιά». Τὸν Θεὸ δὲν Τὸν βάζει στὸν λογαριασμό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ γίνονται τόσα ἀτυχήματα καὶ σκοτώνονται τόσα παιδιά. Ἔχουν οἱ περισσότεροι δυὸ παιδιά, τὸ ἕνα χτυπάει μὲ τὸ αὐτοκίνητο, τὸ ἄλλο ἀρρωσταίνει καὶ πεθαίνει, καὶ δὲν ἔχουν μετὰ κανένα παιδί.

Ὅταν οἱ γονεῖς, οἱ συνδημιουργοὶ τοῦ Θεοῦ, δυσκολεύωνται, μετὰ ἀπὸ τὶς προσπάθειες ποὺ κάνουν νὰ οἰκονομήσουν τὰ παιδιά τους, πρέπει ταπεινὰ νὰ ζητήσουν καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Μεγάλου Δημιουργοῦ ἁπλώνοντας τὰ χέρια τους πρὸς τὰ πάνω. Τότε χαίρεται καὶ ὁ Θεὸς ποὺ βοηθάει, χαίρεται καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ βοηθιέται. Τὸ διάστημα ποὺ ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, γνώρισα ἕναν πολύτεκνο οἰκογενειάρχη ποὺ ἦταν ἀγροφύλακας σὲ ἕνα χωριὸ τῆς Ἠπείρου, ἀπόσταση τεσσερισήμισι ὧρες μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὴν Κόνιτσα, ὅπου ἔμενε ἡ οἰκογένειά του. Εἶχε ἐννέα παιδιά. Ἐπειδὴ ὁ δρόμος γιὰ τὸ χωριὸ περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ὁ ἀγροφύλακας αὐτὸς ἐρχόταν, καὶ ὅταν πήγαινε στὴν ὑπηρεσία του, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπέστρεφε. Ὅποτε ἐπέστρεφε ἀπὸ τὸ χωριό, γιὰ νὰ πάη στὸ σπίτι του, μὲ παρακαλοῦσε νὰ ἀνάψη ὁ ἴδιος τὰ κανδήλια. Ἂν καὶ ἔχυνε κάτω λάδια, τὸν ἄφηνα νὰ τὰ ἀνάβη· προτιμοῦσα νὰ καθαρίσω μετὰ τὶς πλάκες τοῦ Ναοῦ, παρὰ νὰ τὸν λυπήσω. Ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, τριακόσια μέτρα περίπου πιὸ ἔξω, ἔρριχνε πάντα μιὰ ντουφεκιά! Αὐτὸ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ἐξηγήσω, γι' αὐτὸ ἀποφάσισα νὰ τὸν παρακολουθήσω ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ἔμπαινε μέσα στὸν Ναὸ μέχρι νὰ πάρη τὸν δρόμο γιὰ τὴν Κόνιτσα. Ἄναβε λοιπὸν πρῶτα τὰ κανδήλια μέσα στὸν Ναὸ καὶ ὕστερα ἔβγαινε στὸν νάρθηκα. Ἀφοῦ ἄναβε καὶ ἐκεῖ τὴν κανδήλα ποὺ ἦταν πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, βουτοῦσε τὸ δάκτυλό του στὴν κανδήλα, γονάτιζε, ἅπλωνε τὰ χέρια του πρὸς τὴν εἰκόνα καὶ ἔλεγε: «Παναγία μου, ἐννιὰ παιδιὰ ἔχω· οἰκονόμησέ τα λίγο κρέας». Ἄλειφε στὴν συνέχεια τὸ στόχαστρο στὴν κάννη τοῦ ντουφεκιοῦ μὲ τὸ λαδάκι ποὺ εἶχε στὸ δάκτυλο, καὶ ἔφευγε. Τριακόσια μέτρα ἔξω ἀπὸ τὴν μονή, ὅπου ὑπῆρχε μιὰ μουριά, τὸν περίμενε ἕνα ἀγριοκάτσικο. Ἔρριχνε, ὅπως ἀνέφερα, μιὰ ντουφεκιά, τὸ σκότωνε, τὸ κατέβαζε κάτω σὲ μιὰ σπηλιά, τὸ ἔγδερνε καὶ τὸ πήγαινε στὰ παιδιά του. Αὐτὸ γινόταν κάθε φορὰ ποὺ θὰ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν δουλειά του. Θαύμασα τὴν πίστη τοῦ ἀγροφύλακα καὶ τὴν πρόνοια τῆς Παναγίας. Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι πέντε χρόνια ἦρθε καὶ μὲ βρῆκε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Κάποια στιγμὴ τὸν ρώτησα αὐθόρμητα: «Τί κάνουν τὰ παιδιά σου; Ποῦ βρίσκονται;». Καὶ ἐκεῖνος ἅπλωσε πρῶτα τὸ χέρι του πρὸς τὸν Βορρᾶ καὶ εἶπε «ἄλλα στὴν Γερμανία» καὶ μετὰ ἅπλωσε τὸ χέρι του πρὸς τὸν Νότο καὶ εἶπε «καὶ ἄλλα στὴν Αὐστραλία· δόξα τῷ Θεῷ ἔχουν τὴν ὑγειά τους». Διατηροῦσε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ τὴν πίστη του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτό του ἁγνὸ ἀπὸ ἄθεες ἰδεολογίες, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν τὸν ἄφησε.

ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΘΑΥΜΑΣΤΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
  
Οἰκονομάει ὁ Θεός. Βλέπει τὶς ἀνάγκες, τὶς ἐπιθυμίες μας, καί, ὅταν κάτι εἶναι γιὰ τὸ καλό μας, μᾶς τὸ δίνει. Ὅταν κανεὶς χρειάζεται σὲ κάτι βοήθεια, ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία βοηθοῦν. Ρωτοῦσαν τὸν Γέροντα Φιλάρετο: «Τί θέλεις, Γέροντα, νὰ σὲ οἰκονομήσουμε;». «Ὅ,τι θέλω ἡ Παναγία θὰ τὸ στείλη», ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Καὶ ἔτσι γινόταν. Ὅταν ἐμπιστευώμαστε τὸν ἑαυτό μας στὸν Θεό, ὁ Καλὸς Θεὸς μᾶς παρακολουθεῖ καὶ μᾶς οἰκονομάει. Σὰν καλὸς οἰκονόμος δίνει στὸν καθένα μας ὅ,τι τοῦ χρειάζεται καὶ μᾶς φροντίζει ἀκόμη καὶ σὲ λεπτομέρειες γιὰ τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες μας. Καὶ γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴν φροντίδα Του, τὴν πρόνοιά Του, μᾶς δίνει ἀκριβῶς ὅ,τι μᾶς χρειάζεται. Νὰ μὴν περιμένης ὅμως πρῶτα νὰ σοῦ δώση ὁ Θεός, ἀλλὰ ἐσὺ νὰ δώσης ὅλο τὸν ἑαυτό σου στὸν Θεό. Γιατί, ἐὰν ζητᾶς συνέχεια ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν ἀφήνης τὸν ἑαυτό σου μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, αὐτὸ δείχνει ὅτι ἔχεις δικό σου σπίτι καὶ ἀποξενώνεσαι ἀπὸ τὶς αἰώνιες οὐράνιες Μονές. Ὅσοι ἄνθρωποι τὰ δίνουν ὅλα στὸν Θεὸ καὶ δίνονται ὁλόκληροι σ᾿ Αὐτόν, στεγάζονται κάτω ἀπὸ τὸν μεγάλο τροῦλλο τοῦ Θεοῦ καὶ προστατεύονται ἀπὸ τὴν θεία Του πρόνοια. Ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ εἶναι μιὰ συνεχὴς μυστικὴ προσευχή, ποὺ φέρνει ἀθόρυβα τὶς δυνάμεις τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ ποὺ χρειάζονται καὶ τὴν ὥρα ποὺ χρειάζονται, καὶ τότε τὰ φιλότιμα παιδιά Του Τὸν δοξολογοῦν συνέχεια μὲ πολλὴ εὐγνωμοσύνη.

Ὁ Παπα-Τύχων, ὅταν εἶχε πάει στὸ Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δὲν εἶχε Ναό, ἂν καὶ τοῦ ἦταν ἀπαραίτητος. Οὔτε χρήματα εἶχε γιὰ νὰ φτιάξη, παρὰ μόνο μεγάλη πίστη στὸν Θεό. Μιὰ μέρα προσευχήθηκε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὶς Καρυές, μὲ τὴν πίστη ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τοῦ οἰκονομοῦσε τὰ χρήματα ποὺ χρειαζόταν, γιὰ νὰ φτιάξη τὸν Ναό. Πρὶν φθάση ἀκόμη στὶς Καρυές, τὸν φώναξε ἀπὸ μακριὰ ὁ δικαῖος τῆς Σκήτης τοῦ Προφήτη Ἠλία. Ὅταν πλησίασε ὁ Παπα-Τύχων, ὁ δικαῖος τοῦ εἶπε: «Κάποιος καλὸς Χριστιανὸς ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ μοῦ ἔστειλε αὐτὰ τὰ δολλάρια, γιὰ νὰ τὰ δώσω σὲ κανέναν ἀσκητὴ ποὺ δὲν ἔχει Ναό. Ἐσὺ δὲν ἔχεις Ναό· πάρ' τα καὶ φτιάξε». Δάκρυσε ὁ Παπα-Τύχων ἀπὸ συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη στὸν Καλὸ Θεὸ πού, σὰν καρδιογνώστης ποὺ εἶναι, εἶχε φροντίσει γιὰ τὸν Ναό, πρὶν ἀκόμη ἐκεῖνος Τὸν παρακαλέση, ὥστε νὰ τοῦ ἔχη ἕτοιμα τὰ χρήματα, ὅταν θὰ τοῦ τὰ ζητοῦσε.

Ὅταν κανεὶς ἀφήνεται στὸν Θεό, ὁ Θεὸς δὲν τὸν ἀφήνει. Καὶ πράγματι, ἂν χρειασθῆς αὔριο στὶς δέκα ἡ ὥρα κάτι, ὅταν δὲν εἶναι παράλογο καὶ εἶναι ἀνάγκη πραγματική, ἐννιὰ καὶ σαράντα πέντε λεπτὰ ἢ ἐννιὰ καὶ μισὴ θὰ τὸ ἔχη ἕτοιμο ὁ Θεός, γιὰ νὰ σοῦ τὸ δώση. Π.χ. σοῦ χρειάζεται ἕνα κύπελλο στὶς ἐννιὰ ἡ ὥρα. Στὶς ἐννιὰ παρὰ πέντε σοῦ ἔρχεται τὸ κύπελλο. Σοῦ χρειάζονται πεντακόσιες δραχμές. Τὴν ὥρα ποὺ τὶς θέλεις ἔρχονται ἀκριβῶς πεντακόσιες δραχμές· οὔτε πεντακόσιες δέκα οὔτε τετρακόσιες ἐνενῆντα. Ἔχω παρατηρήσει ὅτι, ἂν μοῦ χρειασθῆ λ.χ. κάτι αὔριο, ὁ Θεὸς τὸ ἔχει προνοήσει ἀπὸ σήμερα· πρὶν δηλαδὴ τὸ σκεφθῶ ἐγώ, τὸ ἔχει σκεφθῆ ὁ Θεὸς πιὸ νωρὶς καὶ τὸ παρουσιάζει τὴν ὥρα ποὺ τὸ χρειάζομαι. Γιατὶ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔρχεται, γιὰ νὰ φθάση σ' ἐμένα ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ τὸ χρειάζομαι, βλέπω πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται. Ἄρα ὁ Θεὸς τὸ φρόντισε νωρίτερα.
Ὅταν ἀπὸ φιλότιμο κάνουμε τὸν Θεὸ νὰ χαίρεται μὲ τὴν ζωή μας, τότε Ἐκεῖνος δίνει ἄφθονες τὶς εὐλογίες Του στὰ φιλότιμα παιδιά Του, τὴν ὥρα ποὺ τὶς χρειάζονται. Ὅλη ἡ ζωὴ μετὰ περνάει μὲ εὐλογίες τῆς θείας πρόνοιας. Μπορῶ ὧρες νὰ σᾶς λέω παραδείγματα ἀπὸ τὴν θαυμαστὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ἤμουν στὸν πόλεμο, στὶς ἐπιχειρήσεις, εἶχα ἕνα Εὐαγγέλιο καὶ τὸ ἔδωσα σὲ κάποιον. Μετὰ ἔλεγα: «Ἄχ, νὰ εἶχα ἕνα Εὐαγγέλιο, πόσο θὰ μὲ βοηθοῦσε!». Τὰ Χριστούγεννα μᾶς εἶχαν στείλει πάνω στὸ βουνὸ διακόσια δέματα ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι. Ἀπὸ τὰ διακόσια δέματα, μόνο στὸ δικό μου δέμα ὑπῆρχε ἕνα Εὐαγγέλιο! Ἦταν παλιὸ Εὐαγγέλιο, εἶχε καὶ χάρτη τῆς Παλαιστίνης. Στὸ δέμα ὑπῆρχε καὶ ἕνα σημείωμα ποὺ ἔγραφε: «Ἂν χρειάζεσαι καὶ ἄλλα βιβλία, γράψε μας νὰ σοῦ στείλουμε». Ἀργότερα, στὴν Μονὴ Στομίου, χρειάσθηκα μιὰ φορὰ ἕνα κανδήλι γιὰ τὸν Ναό. Ἕνα πρωί, χαράματα, κατέβηκα στὴν Κόνιτσα. Τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσα ἔξω ἀπὸ ἕνα σπίτι, ἀκούω μιὰ κοπέλα νὰ λέη στὸν πατέρα της: «Πατέρα, ὁ καλόγερος!». Τότε ἐκεῖνος ἦρθε καὶ μοῦ εἶπε: «Πάτερ, ἔταξα ἕνα κανδήλι στὴν Παναγία· πάρε αὐτὰ τὰ χρήματα νὰ τὸ ἀγοράσης», καὶ μοῦ δίνει πεντακόσιες δραχμές, ἀκριβῶς ὅσο ἔκανε τὸ 1958 ἕνα κανδήλι. Ἀλλὰ καὶ τώρα, ὅταν κάτι χρειάζωμαι, τὰ οἰκονομάει ἀμέσως ὁ Θεός. Θέλω λ.χ. νὰ κόψω ξύλα καὶ δὲν μπορῶ. Τότε οἰκονομοῦνται τάκα–τάκα τὰ ξύλα. Πρὶν ἔρθω ἐδῶ, ἔλαβα ἕνα δέμα ποὺ εἶχε μέσα πενῆντα χιλιάδες δραχμές, ἀκριβῶς ὅσα χρειαζόμουν. Ἔδωσα μία εἰκόνα τοῦ «Ἄξιόν ἐστιν» σὲ κάποιον εὐλογία, τὴν ἄλλη μέρα μοῦ φέρνουν μία τῆς «Πορταΐτισσας!». Φέτος τὸ καλοκαίρι, πρὶν βρέξη, δὲν εἶχα καθόλου νερό. Τώρα ποὺ ἔβρεξε λίγο, μαζεύω ἑνάμισι κουτὶ τὴν ἡμέρα. Ἡ στέρνα ἔχει περσινὸ νερό, καὶ αὐτὴ εἶναι χάλια. Πῶς τὰ οἰκονομάει ὅμως ὁ Θεός! Ἔχω ἕνα βαρέλι μὲ νερό. Τόσοι ἄνθρωποι ποὺ ἔρχονται κάθε μέρα πίνουν, πλένονται, γιατὶ εἶναι καὶ ἱδρωμένοι, καὶ ἡ στάθμη κατεβαίνει μόνον τέσσερα-πέντε δάκτυλα! Ἑκατὸν πενῆντα-διακόσιοι ἄνθρωποι νὰ βολεύωνται καὶ νὰ μὴν ἀδειάζη τὸ βαρέλι! Ἄλλοι ἀνοίγουν πολὺ τὴν κάννουλα τῆς βρύσης, ἄλλοι τὴν ξεχνοῦν ἀνοιχτὴ καὶ τρέχει, καὶ ὅμως τὸ νερὸ δὲν τελειώνει!

ΝΑ ΑΦΕΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ

Ὅποιος παρακολουθεῖ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, μαθαίνει νὰ ἐξαρτᾶ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν θεία πρόνοια. Νιώθει μετὰ σὰν τὸ μωρὸ στὴν κούνια πού, ἂν τὸ ἀφήση γιὰ λίγο ἡ μητέρα του, ἀρχίζει νὰ κλαίη, μέχρι νὰ τρέξη πάλι κοντά του. Ἂν ἀφεθῆ κανεὶς στὸν Θεό, εἶναι μεγάλη ὑπόθεση. Ὅταν πρωτοπῆγα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, δὲν εἶχα ποῦ νὰ μείνω. Ὅλο τὸ μοναστήρι ἦταν γεμάτο μπάζα. Βρῆκα μιὰ γωνιὰ κοντὰ στὴν μάνδρα, ἔβαλα κάτι ἀπὸ πάνω, γιὰ νὰ τὴν σκεπάσω λίγο, καὶ ἐκεῖ περνοῦσα τὰ βράδυα καθιστός, γιατὶ δὲν χωροῦσα νὰ ξαπλώσω. Μιὰ μέρα ἦρθε ἕνας γνωστός μου ἱερομόναχος καὶ μοῦ λέει: «Καλά, πῶς μένεις ἐδῶ;». «Γιατί, τοῦ λέω, οἱ κοσμικοὶ εἶχαν περισσότερα ἀπὸ μᾶς; Ὅταν εἶπαν στὸν Κανάρη, τότε ποὺ ζήτησε δάνειο, "δὲν ἔχεις Πατρίδα", ἐκεῖνος εἶπε: "Θὰ ἀποκτήσουμε Πατρίδα". Ἂν κοσμικὸς ἄνθρωπος εἶχε τέτοια πίστη, ἐμεῖς νὰ μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό; Ἀφοῦ ἡ Παναγία οἰκονόμησε νὰ βρεθῶ ἐδῶ, δὲν θὰ φροντίση γιὰ τὸ μοναστήρι της, ὅταν ἔρθη ἡ ὥρα;». Καὶ πράγματι, πῶς τὰ οἰκονόμησε σιγὰ-σιγὰ ὅλα ἡ Παναγία! Θυμᾶμαι, ὅταν ἔρριχναν οἱ μάστορες τὸ μπετόν, γιὰ νὰ φτιάξουν τὴν πλάκα στὰ κελλιὰ ποὺ εἶχαν καῆ, δὲν ἔφθασαν τὰ τσιμέντα. Ὑπολειπόταν τὸ ἕνα τρίτο, γιὰ νὰ τελειώση ἡ πλάκα. Ἔρχονται οἱ μάστορες καὶ μοῦ λένε: «Τὰ τσιμέντα τελειώνουν. Νὰ ἀραιώσουμε τὸ μπετόν, γιὰ νὰ φθάση γιὰ ὅλη τὴν πλάκα». «Ὄχι, τοὺς λέω, συνεχίστε κανονικά». Νὰ φέρουμε ἄλλα δὲν γινόταν, γιατὶ τὰ ζῶα ἦταν στὸν κάμπο. Ἔπρεπε νὰ πᾶνε οἱ μάστορες δυὸ ὧρες ὣς τὴν Κόνιτσα καὶ δυὸ ὧρες ὣς τὸν κάμπο, στὰ χωράφια, γιὰ νὰ βροῦν ζῶα. Πότε νὰ πᾶνε, πότε νὰ γυρίσουν. Ὕστερα, οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὶς δουλειές τους· δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρθουν ἄλλη μέρα. Βλέπω, εἶχαν ρίξει τὰ δύο τρίτα τῆς πλάκας. Μπῆκα στὸ ἐκκλησάκι καὶ λέω: «Τί θὰ γίνη τώρα, Παναγία μου; Σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ μας». Μετὰ βγῆκα ἔξω... Καὶ ἡ πλάκα τελείωσε καὶ τὰ τσιμέντα περίσσεψαν! Εἶναι μερικὲς φορὲς πολὺ μεγάλη ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας!

Ο ΘΕΟΣ ΑΞΙΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ

(Μερικὲς φορὲς ξεκινᾶμε νὰ κάνουμε μιὰ δουλειὰ καὶ παρουσιάζονται ἕνα σωρὸ ἐμπόδια. Πῶς θὰ καταλάβουμε ἂν τὰ ἐμπόδια εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό;) Νὰ ἐξετάσουμε ἂν φταῖμε ἐμεῖς. Ἂν δὲν φταῖμε, τὸ ἐμπόδιο θὰ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ καλό μας. Γι' αὐτὸ δὲν πρέπει κανεὶς νὰ στενοχωριέται, ἂν δὲν ἔγινε ἡ δουλειὰ ἢ ἂν καθυστέρησε νὰ τελειώση. Μιὰ φορὰ κατέβαινα βιαστικὸς ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, νὰ πάω στὴν Κόνιτσα γιὰ μιὰ ἐπείγουσα δουλειά. Σὲ ἕνα δύσκολο σημεῖο τοῦ δρόμου – Γολγοθᾶ τὸ ἔλεγα – συνάντησα ἕναν γνωστὸ τοῦ μοναστηριοῦ, τὸν μπαρμπα-Ἀναστάση, μὲ τρία ζῶα φορτωμένα. Ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀνηφόρα εἶχαν ἀναποδογυρισθῆ τὰ σαμάρια τους καὶ ἕνα ζῶο ἦταν κοντὰ στὸν γκρεμὸ καὶ κόντευε νὰ πέση κάτω. «Ὁ Θεὸς σ' ἔστειλε, Πάτερ», μοῦ εἶπε ὁ μπαρμπα-Ἀναστάσης. Τὸν βοήθησα νὰ τὰ ξεφορτώσουμε καὶ νὰ τὰ ξαναφορτώσουμε, τὰ βάλαμε καὶ στὸν δρόμο καὶ τὸν ἄφησα. Ὅταν προχώρησα ἀρκετά, ἔφθασα σὲ ἕνα σημεῖο ὅπου μόλις πρὶν λίγο εἶχε γίνει κατολίσθηση σὲ μῆκος τριακόσια μέτρα καὶ εἶχε φαγωθῆ τὸ μονοπάτι. Δένδρα καὶ πέτρες εἶχαν κατεβῆ στὸ ποτάμι. Ἂν δὲν καθυστεροῦσα, θὰ βρισκόμουν ἐκεῖ τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἔγινε ἡ κατολίσθηση. «Μπαρμπα-Ἀναστάση, εἶπα, μ᾿ ἔσωσες. Ὁ Θεὸς σ᾿ ἔστειλε».

Ὁ Χριστὸς ἀπὸ ψηλὰ βλέπει τὸν καθένα μας πῶς ἐνεργεῖ καὶ ξέρει πῶς καὶ πότε θὰ ἐνεργήση γιὰ τὸ καλό μας. Ξέρει πῶς καὶ ποῦ θὰ μᾶς ὁδηγήση, ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ ζητοῦμε βοήθεια, νὰ τοῦ λέμε τὶς ἐπιθυμίες μας καὶ νὰ ἀφήνουμε Ἐκεῖνον ὅλα νὰ τὰ κανονίζη. Ἐγώ, ὅταν ἤμουν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου, ἤθελα νὰ πάω στὴν ἔρημο· σκεφτόμουν νὰ φύγω σὲ ἕνα ἐρημονήσι. Εἶχα συμφωνήσει μάλιστα μὲ ἕναν βαρκάρη νὰ ἔρθη νὰ μὲ πάη, ἀλλὰ τελικὰ δὲν ἦρθε. Ἦταν οἰκονομία Θεοῦ, γιατὶ ἤμουν ἀκόμη ἄπειρος καὶ θὰ πάθαινα μεγάλη ζημιὰ στὸ ἐρημονήσι· θὰ μὲ ἀφάνιζαν οἱ δαίμονες. Ἀφοῦ δὲν μπόρεσα νὰ πάω ἐκεῖ, στράφηκα πρὸς τὰ Κατουνάκια. Ἀγάπησα τὴν ἔρημο τῶν Κατουνακίων καὶ προσευχόμουν καὶ ἑτοιμαζόμουν νὰ πάω ἐκεῖ. Ἤθελα νὰ ἀσκητέψω κοντὰ στὸν Γερο-Πέτρο (1), ἕναν πολὺ πνευματικὸ Πατέρα. Μοῦ συνέβη ὅμως ἕνα γεγονὸς ποὺ μὲ ἀνάγκασε νὰ πάω στὴν Κόνιτσα καὶ ὄχι στὰ Κατουνάκια. Ἕνα βράδυ μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο εἶχα ἀποσυρθῆ στὸ κελλί μου καὶ προσευχόμουν ὣς ἀργά. Κατὰ τὶς ἕνδεκα τὴν νύχτα ξάπλωσα νὰ ἡσυχάσω λίγο. Μιάμιση ἡ ὥρα ξύπνησα μὲ τὸ σήμαντρο τῆς μονῆς ποὺ μᾶς καλοῦσε στὸν Ναό. Ἔκανα νὰ σηκωθῶ, ἀλλὰ ἦταν ἀδύνατο. Μιὰ ἀόρατη δύναμη μὲ κρατοῦσε ἀκίνητο. Κατάλαβα ὅτι κάτι συμβαίνει. Ἔμεινα καθηλωμένος στὸ κρεββάτι μέχρι τὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι. Μποροῦσα νὰ προσεύχωμαι, νὰ σκέφτωμαι, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ κινηθῶ καθόλου. Ἐνῶ βρισκόμουν σ' αὐτὴν τὴν κατάσταση, εἶδα σὰν σὲ τηλεόραση ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ τὰ Κατουνάκια καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Μονὴ Στομίου στὴν Κόνιτσα. Ἐγὼ μὲ λαχτάρα γύρισα τὰ μάτια μου πρὸς τὰ Κατουνάκια. Μιὰ φωνὴ τότε – ἦταν τῆς Παναγίας – μοῦ εἶπε καθαρά: «Δὲν θὰ πᾶς στὰ Κατουνάκια· θὰ πᾶς στὴν Μονὴ Στομίου». «Παναγία μου, ἐγὼ ἔρημο Σοῦ ζητοῦσα καὶ Ἐσὺ μὲ στέλνεις στὸν κόσμο;», εἶπα. Ἄκουσα ξανὰ τὴν ἴδια φωνὴ νὰ μοῦ λέη αὐστηρά: «Θὰ πᾶς νὰ συναντήσης τὸ τάδε πρόσωπο, τὸ ὁποῖο θὰ σὲ βοηθήση πολύ». Ἀμέσως λύθηκα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀόρατο δέσιμο καὶ πλημμύρισε ἡ καρδιά μου ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. Μετὰ πῆγα καὶ τὸ εἶπα στὸν Πνευματικό. «Αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μοῦ εἶπε ὁ Πνευματικός. Μὴν κάνης ὅμως λόγο γιὰ τὸ γεγονός. Πὲς πὼς γιὰ λόγους ὑγείας – ἔβγαζα αἷμα ἐκείνη τὴν ἐποχὴ – θὰ χρειασθῆ νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ Ὄρος καὶ πήγαινε». Ἄλλο ἤθελα ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶχε τὸ σχέδιό Του. Σκέφθηκα ὅτι ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ ἀνακαινίσω αὐτὸ τὸ μοναστήρι, καὶ ἔτσι θὰ ἐκπληρωνόταν καὶ ἕνα τάμα ποὺ εἶχα κάνει στὴν Παναγία, ὅταν ὑπηρετοῦσα στὸν στρατό, τότε μὲ τὸν πόλεμο. «Παναγία μου, εἶχα πεῖ τότε, βοήθησέ με νὰ γίνω καλόγερος καὶ θὰ δουλέψω τρία χρόνια νὰ Σοῦ φτιάξω πάλι τὸ καμένο Σου μοναστήρι». Ὅπως ἀποδείχθηκε ὅμως ἐκ τῶν ὑστέρων, ὁ κύριος λόγος ποὺ ἡ Παναγία μὲ ἔστειλε ἐκεῖ ἦταν, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν οἱ ὀγδόντα οἰκογένειες ποὺ εἶχαν γίνει προτεσταντικὲς νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία.

Ὁ Θεὸς συχνὰ ἐπιτρέπει νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ εἶναι γιὰ τὸ συμφέρον τῶν πολλῶν. Δὲν κάνει ποτὲ ἕνα καλὸ μόνο του, ἀλλὰ τρία-τέσσερα καλὰ μαζί. Οὔτε ποτὲ ἐπιτρέπει νὰ γίνη ἕνα κακό, ἐὰν δὲν βγοῦν ἀπὸ αὐτὸ πολλὰ καλά. Ὅλα τὰ ἀξιοποιεῖ γιὰ ὄφελός μας, καὶ τὰ στραβὰ καὶ τὰ ἐπικίνδυνα. Τὸ καλὸ μὲ τὸ κακὸ εἶναι ἀνακατεμένα· καλὰ θὰ ἦταν νὰ εἶναι χωρισμένα, ἀλλὰ μπαίνουν τὰ προσωπικὰ συμφέροντα καὶ ἀνακατεύονται. Ὁ Θεὸς ὅμως καὶ αὐτὸ τὸ μπερδεμένο τὸ ἀξιοποιεῖ. Γι' αὐτὸ πρέπει νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ γίνεται μόνον ὅ,τι μπορεῖ νὰ βγῆ σὲ καλό, γιατὶ ἀγαπᾶ τὸ πλάσμα Του. Μπορεῖ λ.χ. νὰ ἐπιτρέψη ἕναν μικρὸ πειρασμό, γιὰ νὰ μᾶς προστατέψη ἀπὸ ἕναν μεγαλύτερο. Μιὰ φορὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος ἕνας λαϊκὸς πῆγε σὲ κάποιο πανηγύρι σὲ ἕνα μοναστήρι. Ἤπιε λίγο καὶ μέθυσε. Ὅταν ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἔπεσε κάτω, καὶ καθὼς χιόνιζε, τὸν σκέπασε τὸ χιόνι. Ἀπὸ τὴν σπιρτάδα ποὺ εἶχε ἡ ἀναπνοή του ἄνοιξε μιὰ τρύπα στὸ χιόνι. Κάποια στιγμὴ περνοῦσε ἕνας ἀπὸ ἐκεῖ καὶ εἶδε τὴν τρύπα. «Τί εἶναι 'δῶ, πηγή;», ἀναρωτήθηκε. Χτυπάει μὲ τὸ μπαστούνι, «ὤχ!» φώναξε ὁ μεθυσμένος, καὶ ἔτσι οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ σωθῆ.

ΟΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

Ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς θέλει τὴν προαίρεσή μας, τὴν ἀγαθή μας διάθεση, ποὺ θὰ τὴν ἐκδηλώνουμε μὲ τὸν ἔστω καὶ λίγο φιλότιμο ἀγώνα μας, καὶ τὴν συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας. Ὅλα τὰ ἄλλα τὰ δίνει Ἐκεῖνος. Δὲν χρειάζονται μπράτσα στὴν πνευματικὴ ζωή. Νὰ ἀγωνιζώμαστε ταπεινά, νὰ ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ Τὸν εὐγνωμονοῦμε γιὰ ὅλα. Αὐτὸς ποὺ ἐγκαταλείπεται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, χωρὶς κανένα δικό του σχέδιο, περνᾶ στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος εἶναι γαντζωμένος στὸν ἑαυτό του, μένει πίσω· δὲν προχωράει πνευματικά, γιατὶ ἐμποδίζει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ προκόψη, χρειάζεται πολλὴ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό.

Ὁ Θεὸς κάθε στιγμὴ χαϊδεύει μὲ τὴν ἀγάπη Του τὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, γιατὶ οἱ καρδιές μας ἔχουν πιάσει πουρί. Ὅταν καθαρίση τὴν καρδιά του ὁ ἄνθρωπος, συγκινεῖται, διαλύεται, τρελλαίνεται, γιατὶ βλέπει τὶς εὐεργεσίες, τὶς καλωσύνες τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὅλους τοὺς ἀγαπᾶ τὸ ἴδιο. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ταλαιπωροῦνται, πονάει· γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν πνευματικὴ ζωή, χαίρεται. Εἶναι ἀρκετὸ καὶ μόνον οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ἐὰν τὶς σκεφθῆ μιὰ φιλότιμη ψυχή, νὰ τὴν τινάξουν στὸν ἀέρα· πόσο μᾶλλον, ἐὰν σκεφθῆ καὶ τὶς πολλές της ἁμαρτίες καὶ τὴν πολλὴ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ!  Ὅταν βλέπη ὁ ἄνθρωπος τὴν φροντίδα τοῦ Θεοῦ, ἂν ἔχουν καθαρίσει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, αἰσθάνεται καὶ ζῆ ὅλη τὴν θεία πρόνοια μὲ τὴν ξεφλουδισμένη εὐαίσθητη καρδιά του καὶ διαλύεται πιὰ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη· παλαβώνει μὲ τὴν καλὴ ἔννοια. Γιατὶ οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὶς αἰσθάνεται, δημιουργοῦν ρωγμὴ στὴν καρδιά του, τὴν ραγίζουν. Ἔπειτα, καθὼς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ χαϊδεύει τὴν φιλότιμη καρδιά του καὶ ἐγγίζει τὴν ρωγμή, τινάζεται ἐσωτερικὰ ὁ ἄνθρωπος καὶ μεγαλώνει ἡ εὐγνωμοσύνη του πρὸς τὸν Θεό. Ὅσοι ἀγωνίζονται καὶ συναισθάνονται τὴν ἁμαρτωλότητά τους καὶ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμπιστεύονται τὸν ἑαυτό τους στὴν μεγάλη Του εὐσπλαγχνία, ἀνεβάζουν τὴν ψυχή τους στὸν Παράδεισο μὲ πολλὴ σιγουριὰ καὶ μὲ λιγώτερο κόπο σωματικό.

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΛΙΓΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥ

Μερικοὶ λένε «πιστεύω ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μὲ βοηθήση», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη προσπαθοῦν νὰ μαζεύουν χρήματα, γιὰ νὰ μὴ στερηθοῦν τίποτε. Αὐτοὶ ἐμπαίζουν τὸν Θεό, γιατὶ δὲν ἐμπιστεύονται τὸν ἑαυτό τους στὸν Θεὸ ἀλλὰ στὰ χρήματα. Ἂν δὲν παύσουν νὰ ἀγαποῦν τὰ χρήματα καὶ νὰ στηρίζουν σ᾿ αὐτὰ τὴν ἐλπίδα τους, δὲν θὰ μπορέσουν νὰ στηρίξουν τὴν ἐλπίδα τους στὸν Θεό. Δὲν λέω νὰ μὴν ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μιὰ οἰκονομία στὴν ἄκρη γιὰ ὥρα ἀνάγκης, ἀλλὰ νὰ μὴ στηρίζουν τὴν ἐλπίδα τους στὰ χρήματα καὶ δίνουν σ' αὐτὰ τὴν καρδιά τους, γιατὶ ἔτσι ξεχνοῦν τὸν Θεό. Ὅποιος κάνει σχέδια δικά του, χωρὶς νὰ ἐμπιστεύεται στὸν Θεό, καὶ λέει μετὰ ὅτι ἔτσι θέλει ὁ Θεός, αὐτὸς εὐλογεῖ τὸ ἔργο του ταγκαλακίστικα καὶ συνέχεια βασανίζεται. Δὲν ἔχουμε καταλάβει τὴν δύναμη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Δὲν Τὸν ἀφήνουμε νοικοκύρη νὰ μᾶς κυβερνάη, γι' αὐτὸ ταλαιπωρούμαστε.

Στὸ Σινᾶ, ἐκεῖ στὸ ἀσκητήριο τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης ὅπου ἔμενα, τὸ νερὸ ἦταν ἐλάχιστο. Μιὰ–μιὰ σταγόνα ἔτρεχε ἀπὸ ἕναν βράχο μέσα σὲ μιὰ σπηλιά, καμμιὰ εἰκοσαριὰ μέτρα μακριὰ ἀπὸ τὸ ἀσκητήριο. Εἶχα κάνει μιὰ στερνίτσα καὶ μάζευα τρία κιλὰ νερὸ τὸ εἰκοσιτετράωρο. Ὅταν πήγαινα νὰ πάρω νερό, ἔβαζα τὸ τενεκάκι νὰ γεμίση καὶ ἔλεγα τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας. Ἔβρεχα μὲ τὸ χέρι μου λιγάκι μόνον τὸ μέτωπο, γιατὶ αὐτὸ μὲ βοηθοῦσε – μοῦ τὸ εἶχε πεῖ ἕνας γιατρὸς νὰ τὸ κάνω – ἔπαιρνα λίγο νερό, γιὰ νὰ ἔχω νὰ πιῶ, μάζευα καὶ λίγο σὲ ἕνα τενεκάκι γιὰ τὰ πουλάκια καὶ τὰ ποντικάκια ποὺ εἶχε τὸ ἀσκητήριο. Αὐτὸ τὸ νερὸ ἦταν καὶ γιὰ νὰ πλύνω ἕνα ροῦχο κ.λπ. Τί χαρά, τί εὐγνωμοσύνη ἔνιωθα γι᾿ αὐτὸ τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶχα! Δοξολογία, γιατὶ εἶχα νερό! Ὅταν  ἦρθα στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔμεινα γιὰ λίγο καιρὸ στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ἐπειδὴ ἐκεῖ εἶναι προσήλιο τὸ μέρος, εἶχε πολὺ νερό. Εἶχε μιὰ στέρνα ποὺ ξεχείλιζε καὶ τὸ νερὸ ἔτρεχε ἀπ' ἔξω. Οὔ, ἔπλενα καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι..., ἀλλὰ εἶχα ξεχασθῆ. Στὸ Σινᾶ βούρκωναν τὰ μάτια μου ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ λίγο νερό, ἐνῶ στὴν Σκήτη ξεχάσθηκα ἀπὸ τὴν ἀφθονία τοῦ νεροῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἔπειτα πῆγα καὶ ἔμεινα καμμιὰ ὀγδονταριὰ μέτρα πιὸ μακριὰ καὶ εἶχα μιὰ στέρνα μικρή. Πῶς χάνεται, πῶς ξεχνιέται κανεὶς μὲ τὴν ἀφθονία!

Πρέπει νὰ ἀφήσουμε ἐν λευκῷ τὸν ἑαυτό μας στὴν θεία πρόνοια, στὸ θεῖο θέλημα, καὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς φροντίση. Ἕνας μοναχὸς πῆγε ἕνα ἀπόγευμα νὰ διαβάση τὸν Ἑσπερινὸ σὲ μιὰ κορυφή. Στὸν δρόμο βρῆκε ἕνα ἄσπρο μανιτάρι καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ σπάνιο εὕρημά του. Στὸν γυρισμὸ θὰ τὸ ἔκοβε καὶ θὰ περνοῦσε μὲ αὐτὸ τὸ βράδυ. «Ἐὰν μὲ ρωτήσουν οἱ κοσμικοὶ ἂν τρώω κρέας, εἶπε μὲ τὸν λογισμό του, μπορῶ νὰ τοὺς πῶ πὼς τρώω κάθε φθινόπωρο»! Στὴν ἐπιστροφὴ βρῆκε μισὸ τὸ μανιτάρι – κάποιο ζῶο θὰ τὸ εἶχε πατήσει – καὶ εἶπε: «Φαίνεται, τόσο ἔπρεπε νὰ φάω». Τὸ πῆρε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν πρόνοιά Του, γιὰ τὸ μισὸ μανιτάρι. Πιὸ κάτω βρῆκε ἕνα ἄλλο μισὸ μανιτάρι καὶ ἔσκυψε νὰ τὸ πάρη, γιὰ νὰ συμπληρώση τὸ βραδινό του, ἀλλά, ἐπειδὴ ἦταν χαλασμένο – ἴσως νὰ ἦταν δηλητηριῶδες –, τὸ ἄφησε καὶ εὐχαρίστησε πάλι τὸν Θεὸ ποὺ τὸν φύλαξε ἀπὸ δηλητηρίαση. Πῆγε στὴν Καλύβη του καὶ πέρασε τὸ βράδυ μὲ τὸ μισὸ μανιτάρι. Τὴν ἄλλη μέρα, ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὴν Καλύβη του, ἀντίκρισε ἕνα θέαμα! Ὅλος ὁ τόπος ἦταν γεμάτος ἀπὸ ὡραῖα μανιτάρια, καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεό. Βλέπετε, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸ ὁλόκληρο καὶ γιὰ τὸ μισό, καὶ γιὰ τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὸ χαλασμένο, καὶ γιὰ τὸ ἕνα καὶ γιὰ τὰ πολλά. Εὐχαριστία γιὰ ὅλα.

Ὁ Καλὸς Θεὸς μᾶς δίνει ἄφθονες εὐλογίες καὶ ἐνεργεῖ πάντα γιὰ τὸ καλό μας. Ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχουμε εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ ἔκανε, γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν τὸ πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ θυσιάζωνται γι' αὐτόν, ἀπὸ ζῶα καὶ πτηνά, μικρὰ καὶ μεγάλα, μέχρι φυτά, – ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θυσιάσθηκε, γιὰ νὰ λυτρώση τὸν ἄνθρωπο. Ἂς μὴν ἀδιαφοροῦμε γιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ Τὸν πληγώνουμε μὲ τὴν μεγάλη μας ἀχαριστία καὶ ἀναισθησία, ἀλλὰ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ Τὸν δοξολογοῦμε.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ


Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΩΝ

Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για παιδιά και εφήβους. Οι μικροί ήρωες αφού επιβιώσουν από την καταστροφή της Σμύρνης προσπαθούν να εκπληρώσουν μία υπόσχεση που τους οδηγεί στο πανέμορφο νησί της Αμοργού.


Μέσα από τα μάτια πέντε μικρών παιδιών περιγράφονται όλα τα γεγονότα, που σημάδεψαν την ελληνική Ιστορία την περίοδο πριν και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Ήρωας και πρωταγωνιστής ο Σμυρνιός Γιώργος Σεϊζάνης, που, μεγάλος πια σε ηλικία, αποφασίζει να περιγράψει στα εγγόνια του τα γεγονότα, όπως ο ίδιος τα έζησε.

Όλα ξεκινούν στη Σμύρνη, όταν τυχαία τα παιδιά μαθαίνουν για ένα μυστικό, υπόγειο εκκλησάκι, που βρίσκεται κάτω από την εκκλησία της Αγίας Φωτεινής. Εκεί φυλασσόταν από παλιά και η εικόνα της Παναγιάς της Κυνηγημένης. Κι όταν οι εχθροί μπαίνουν στη Σμύρνη και τα παιδιά χάνονται από τους γονείς τους, βρίσκουν καταφύγιο στην υπόγεια εκκλησία. Μόνα τους αναζητούν τρόπο να φύγουν για την Ελλάδα και όταν, μετά από πολλές περιπέτειες φτάνουν εκεί, ψάχνουν τους δικούς τους.
Μαζί τους έχουν και κάτι πολύτιμο, που τους δίνει δύναμη και ελπίδα, την ίδια την εικόνα της Παναγιάς της Κυνηγημένης, που θέλουν να τη μεταφέρουν στο μοναστήρι της Παναγιάς της Χοζοβιώτισσας, στην Αμοργό, όπου και η παράδοση αναφέρει ότι είναι το σπίτι της.
Ο αγώνας επιβίωσης των παιδιών στέλνει ένα βαθιά αντιπολεμικό μήνυμα: το μήνυμα της ελπίδας και της ανάδειξης του ανθρώπινου μεγαλείου, που, όσο και αν η ψυχή υποφέρει, όποιες συνθήκες και αν αντιμετωπίζει, όσο και αν είναι «κυνηγημένη», έχοντας βαθιά πίστη και συνεχή αγώνα καταφέρνει να ξεπερνά τα πάντα.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Η κυρα-Βέρα κάθε πρωί φαρµακωνόταν, όταν µας έβλεπε να ανεβαίνουµε στο κάρο.
– Θα πάω εγώ, έλεγε.
Μα δε θέλανε γυναίκες για τη δουλειά και κυρίως µεγάλες σε ηλικία. Μόνο εµάς, που ήµασταν παιδιά και είχαµε γοργά χέρια.
– Εσύ να κοιτάς τα κορίτσια µας, της απαντούσε ο Χριστόφορος.
– Δεν είναι και δύσκολη δουλειά, της έλεγα εγώ, περνάµε και την ώρα µας.
– Τότε να έρθουµε και εµείς, πετάγονταν τα κορίτσια.
– Πρέπει εσείς να µείνετε στο σπίτι και να προσέχετε την κυρα-Βέρα, τους έλεγα.
– Εκεί είναι κούραση. Εσείς δεν αντέχετε, έλεγε η κυρα-Βέρα και τις έκανε να σωπάσουν.
– Κουράζεσαι; µε ρωτούσε η Άννα και µε κοίταζε στα µάτια.
– Όχι, όχι, της απαντούσα.
Ψέµατα της έλεγα. Η δουλειά ήταν δύσκολη και το βράδυ, όταν γυρνούσαµε πίσω, τα χέρια µου πόναγαν και πρήζονταν. Τα σκισίµατα από το δέντρο της µαστίχας έτσουζαν και δεν µπορούσα ούτε να πλύνω τα χέρια µου. Ο Σίµος είχε γεµίσει φουσκάλες και στα πόδια. Τα παπούτσια του είχαν από κάτω φθαρεί τόσο, που στο ένα µάλιστα φαίνονταν και τα δάχτυλα. Ο Χριστόφορος είχε ξεκολληµένες τις σόλες του και κάθε τόσο τις έβαζε στη θέση τους και έπειτα συνέχιζε τη δουλειά. Όσο για µένα πήρα από µόνος µου ένα µαχαίρι και έκοψα µπροστά το δέρµα από τα παπούτσια και τα έκανα πέδιλα. Δεν άντεχα άλλο. Νοµίζω πως τα πόδια µου από το πρήξιµο και την ορθοστασία µεγάλωσαν και δε χωρούσαν πια µέσα.
Τα ρούχα µας ήταν και αυτά σκισµένα και λερά. Μαυρίλα και λεκέδες παντού. Όσο και να τα έτριβε η κυρα-Βέρα, δεν µπορούσε να τα ξασπρίσει. Ο Σίµος γελώντας την παρότρυνε να µην παιδεύεται άλλο µε το τρίψιµο.
– Ασ’ τα, κυρα-Βέρα. Αυτή η βρωµιά δε φεύγει. Είναι από όσα περάσαµε, σαν αποτύπωµά τους. Μου θυµίζουν ένα βιβλίο που είχα µε τον Ροβινσώνα Κρούσο. Έτσι ήταν και τα δικά του ρούχα. Σκισµένα και σηµαδεµένα. Και έλεγα, ο χαζός, από µέσα µου, όταν διάβαζα το βιβλίο, «δεν θα ζήσω και εγώ καµιά τέτοια συναρπαστική περιπέτεια!». Και να τώρα εγώ ναυαγός!


Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

ΚΑΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΑΝΤΟΥ. ΟΜΩΣ, ΑΓΙΟΥΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ ΑΛΛΟΥ, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ.

Δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι οι Χριστιανοί είναι… Άγιοι. Θέλουν όμως να γίνουν!! Δεν ισχυρίζομαι ότι οι Χριστιανοί δεν έχουν… ελατ­τώματα ή κακίες. Προσπαθούν όμως να τα αποβάλουν!! Πράγματα που δεν τα κάνουν οι «άλλοι», οι εχθροί της εκκλησίας. Δεν ισχυρίζο­μαι ότι δε γίνονται σκάνδαλα στο χώρο της εκκλησίας, αλλά και πού δε γίνονται; Δε γίνονται στα πολιτικά κόμματα; δε γίνονται στις εται­ρείες; δε γίνονται στις ποδοσφαιρικές ομάδες; στους συλλόγους; Παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι γίνονται και θα γίνονται τέτοια πράγματα. 
Αυτό όμως που ισχυρίζομαι είναι ότι οι εφημερίδες, η Τ.V., μιλούν μόνο για τα άσχημα της εκκλησίας που πολλές φορές τα εξογκώνουν και άλλες τόσες τα κατασκευάζουν από το τίποτα. Γιατί αυτή η άδικη συμπεριφορά; Γιατί επιμένουν συνειδητά σ” αυτή την μερική, άρα ψεύ­τικη εικόνα;

Υπάρχουν γεροντάδες που έχουν γίνει γνωστοί στα πέρατα του κό­σμου, στόμα με στόμα, χωρίς ποτέ κάποια εφημερίδα ν” ασχοληθεί μα­ζί τους ή να τους αναφέρει το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση. Υπάρχουν γεροντάδες που για χάρη τους έρχονται άνθρωποι από την Αμερική, από την Αυστραλία, από τη Γερμανία, από όλα τα μέρη του κόσμου να τους δουν, να συζητήσουν, να βοηθηθούν. Υπάρχουν άνθρωποι χιλιά­δες, που διηγούνται τα θαύματα και τις ευεργεσίες, που οι ίδιοι προσωπικά απόλαυσαν απ' αυτούς, και με παρρησία διηγούνται τα περιστατι­κά με λεπτομέρειες, καταθέτοντας με ευγνωμοσύνη την προσωπική τους μαρτυρία.

Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι τέτοιοι γεροντάδες, τέτοιοι Άγιοι δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι η συνω­μοσία της σιωπής των ισχυρών αυτής της γης, γύρω από την ορθοδο­ξία και τους Αγίους της διαλύεται σαν καπνός από τη δύναμη του Θεού. Πάντοτε έτσι γινόταν. Πάντοτε η εκκλησία επολεμείτο είτε φανε­ρά είτε ύπουλα. Πάντοτε η εκκλησία θριάμβευε στο τέλος. Έτσι συμ­βαίνει εδώ και 2.000 χρόνια. Έτσι θα συμβαίνει και στο μέλλον.

Γιατί έτσι προέγραψε τη θριαμβευτική πορεία της μέσα στους αιώνες, ο γλυκύτατος Θεάνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός. «επί ταύτη τη πέτρα, οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματ. ιστ’18).

Άνθρωποι με ελαττώματα υπάρχουν στην κοινωνία, υπάρχουν και στην εκκλησία. Άνθρωποι καλοί υπάρχουν στην εκκλησία, αλλά υπάρ­χουν και στα πολιτικά κόμματα, και στις θρησκευτικές οργανώσεις, και στις ψεύτικες θρησκείες και φιλοσοφίες. Έχει όλος ο κόσμος καλούς ανθρώπους, και ευτυχώς που έχει, γιατί γίνονται παρηγοριά και βοήθεια για το περιβάλλον τους.

Όμως Αγίους δεν έχει πουθενά αλλού, παρά μόνο στην ορθοδοξία. 

Από το βιβλίο: «ΟΙ ΓΚΟΥΡΟΥ Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ»
του Διονυσίου Φαρασιώτου

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΣΟΥΝ ΜΕΡΙΚΟΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΗ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Δύσκολα χρόνια!... Θὰ περάσουμε τράνταγμα. Ξέρετε τί θὰ πῆ τράνταγμα; Ἂν δὲν ἔχετε λίγη κατάσταση πνευματική, δὲν θὰ ἀντέξετε. Θεὸς φυλάξοι, θὰ φθάσουμε νὰ ἔχουμε ἀκόμη καὶ ἄρνηση πίστεως. Κοιτάξτε νὰ ἀδελφωθῆτε, νὰ ζήσετε πνευματικά, νὰ γαντζωθῆτε στὸν Χριστό. Ἂν γαντζωθῆτε στὸν Χριστό, δὲν θὰ φοβᾶστε οὔτε διαβόλους οὔτε μαρτύρια. Οἱ ἄνθρωποι στὸν κόσμο ἔχουν ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς στριμώγματα, φόβους. Ἀλλά, ὅταν κανεὶς εἶναι κοντὰ στὸν Χριστό, τί νὰ φοβηθῆ; Θυμᾶστε τὸν Ἅγιο Κήρυκο; Τριῶν χρονῶν ἦταν καί, ὅταν πῆγε νὰ τόν... κατηχήση ὁ τύραννος, τοῦ ἔδωσε μιὰ κλωτσιά. Διαβάστε Συναξάρια. Τὰ Συναξάρια πολὺ βοηθοῦν, γιατὶ συνδέεται κανεὶς μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ φουντώνει μέσα του ἡ εὐλάβεια καὶ ἡ διάθεση γιὰ θυσία.

Αὐτὴ ἡ ζωὴ δὲν εἶναι γιὰ βόλεμα. Θὰ πεθάνουμε ποὺ θὰ πεθάνουμε, τοὐλάχιστον νὰ πεθάνουμε σωστά! Μιὰ ποὺ δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο, ἂν μᾶς ἀξιώση ὁ Θεὸς γιὰ ἕνα μαρτύριο, καλὰ δὲν θὰ εἶναι; Μιὰ μέρα ἦρθε στὸ Καλύβι ἕνας βουρδουνάρης μὲ κλάματα καὶ μοῦ εἶπε: «Μὴ μείνης μόνος σου ἀπόψε. Σκέφτονται νὰ σὲ σκοτώσουν». «Ποιοί;», τοῦ λέω. «Εἶναι πέντε-ἕξι», μοῦ λέει. Συνόδευε πέντε-ἕξι ἀθέους. Ποιός ξέρει τί προγράμματα εἶχαν γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸν πέρασαν γιὰ χαζούλη καὶ μιλοῦσαν μπροστά του. Μόλις τ᾿ ἄκουσε ἐκεῖνος, ἦρθε καὶ μοῦ τὸ εἶπε. Τὸ βράδυ, ὅταν ξάπλωσα, ἄκουσα κουδουνάκι ἀπὸ σκυλί. Κοιτάω ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ βλέπω τρία παλληκάρια. «Ἄνοιξε, ρὲ Παπποῦ», φωνάζουν. «Ἔ, παλληκάρια, τί θέλετε τέτοια ὥρα καὶ γυρίζετε; Δὲν ἔχετε μυαλό; Θὰ σᾶς πάρουν γιὰ ὕποπτους, τοὺς λέω. Τοὺς ἄλλους τοὺς ἔβαλαν φυλακή. Ὄρεξη γιὰ κουβέντες δὲν ἔχω». «Νὰ ᾿ρθοῦμε αὔριο; τί ὥρα;». «Ἐσεῖς ἐλᾶτε αὔριο ὅ,τι ὥρα θέλετε κι ἐγώ, ἂν μπορῶ, θὰ σᾶς δῶ». Τοὺς ἔδιωξα. Βλέπω ὅτι τὸ φῶς τοῦ φακοῦ δὲν συνέχισε. Εἶχαν σταματήσει πιὸ πάνω. Σηκώθηκα, ντύθηκα, ἔβαλα τὸ σχῆμα μου καὶ τοὺς περίμενα· εἶχα μιὰ εἰρήνη μέσα μου! Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθαν τρεῖς τριάδες, ἀλλὰ δὲν ἦταν κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους. Φυσικὰ σὲ μένα ξέρουν ὅτι χρήματα δὲν θὰ βροῦν νὰ πάρουν, γιατὶ δὲν ἔχω. Μόνο γιὰ πνευματικὰ θέματα τὰ βάζουν μαζί μου.

Μιὰ ἄλλη φορὰ ἦρθε ἕνας στὸ Καλύβι ποὺ ἦταν σωματώδης σὰν γορίλλας καὶ κάθησε σὲ μιὰ ἄκρη. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἔλεγα σὲ μιὰ παρέα: «Βρέ, μόνο γιὰ παρελάσεις εἶστε, ὄχι γιὰ μάχες. Θυσιάσθηκε ὁ Χριστός. Ἔχουμε Ὀρθοδοξία. Μαρτύρησαν Ἅγιοι ποὺ μᾶς βοηθοῦν ἀκόμη. Ἂν δὲν εἶχαν πέσει αὐτοί, ποιός ξέρει τί θὰ ἤμασταν». Ὅλα αὐτὰ τὸν εἶχαν ἐξοργίσει. Ἐρχόταν, ἔφευγε ὁ κόσμος, αὐτὸς καθόταν ἐκεῖ· εἶχε τὸν σκοπό του. Ἦταν ἕνα κρύο πράγμα. Τελικὰ ἔφυγαν καὶ οἱ τελευταῖοι. «Νύχτωσε, τοῦ λέω, ἄντε, ποῦ θὰ πᾶς;». «Δὲν μὲ ἀπασχολεῖ τὸ θέμα», μοῦ λέει. «Μὲ ἀπασχολεῖ ἐμένα, τοῦ λέω, ἄντε νὰ πᾶς». Ὁρμάει τότε ἐπάνω μου καὶ μὲ ἁρπάζει ἀπὸ τὸν λαιμό. «Ἔ, βρὲ σύ, μὲ τοὺς θεούς σου», μοῦ λέει. Ὅταν ἄκουσα νὰ μοῦ λέη «τοὺς θεούς σου», ἔνιωσα σὰν νὰ ἔβρισε τὸν Θεό. Τί, εἰδωλολάτρης εἶμαι ἐγώ; «Ποιούς θεούς, βρὲ ἀθεόφοβε; τοῦ λέω. Ἐγὼ ἕναν Τριαδικὸ Θεὸ λατρεύω. Ἄντε φύγε ἀπὸ ᾿δῶ!» Τοῦ ἔδωσα μιὰ σπρωξιά, σωριάστηκε κάτω καὶ μαζεύτηκε κουβάρι. Πῶς βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα καὶ ἐγὼ δὲν κατάλαβα. «Ἂν μὲ κρεμάσουν ἀνάποδα, σκέφθηκα, γιὰ νὰ μὲ βασανίσουν, θὰ πάη ἡ κήλη στὴν θέση της»! Αὐτὸς εἶχε καθήσει στὸ τέλος, γιατί, φαίνεται, ἤθελε νὰ μὲ ξεκάνη, ἀφοῦ μ᾿ ἅρπαξε ἀπὸ τὸν λαιμὸ νὰ μὲ πνίξη.

ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΙΠΟΤΕ

Σήμερα, γιὰ νὰ μπορέση ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀντιμετωπίση τὶς δυσκολίες ποὺ συναντᾶ, πρέπει νὰ ἔχη μέσα του τὸν Χριστό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ παίρνη θεία παρηγοριά, γιὰ νὰ ἔχη κάποια αὐταπάρνηση. Ἀλλιῶς σὲ μιὰ δύσκολη στιγμὴ τί θὰ γίνη; Διάβασα κάπου ὅτι ὁ Ἀβδοὺλ-Πασᾶς εἶχε πάρει πεντακόσιους νέους ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν δόκιμοι καὶ ἄλλοι εἶχαν πάει ἐκεῖ, γιὰ νὰ κρυφτοῦν. Τότε φαίνεται μὲ τὴν Ἐπανάσταση κατέφευγαν στὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ γλυτώσουν, ἐπειδὴ οἱ Τοῦρκοι μάζευαν νέα παιδιά, νὰ τὰ κάνουν Γενίτσαρους. Ὁ Ἀβδοὺλ-Πασᾶς τοὺς νέους ποὺ ἔπαιρνε, ἂν δὲν ἀρνιόνταν τὸν Χριστό, τοὺς κρεμοῦσε στὸν Πύργο, στὴν Οὐρανούπολη. Ἀπὸ τόσους ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος μόνον πέντε μαρτύρησαν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἀρνήθηκαν τὸν Χριστὸ καὶ ἔγιναν Γενίτσαροι. Χρειάζεται παλληκαριά· δὲν εἶναι παῖξε-γέλασε. Ἂν ἔχη κανεὶς κακομοιριά, φιλαυτία, δὲν ἔχει θεϊκὴ δύναμη μέσα του, καὶ τότε πῶς νὰ ἀντιμετωπίση μιὰ τέτοια δυσκολία;

Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση αὐτὸ ποὺ μοῦ εἶπε ἕνας ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο. Τοῦ εἶχα πεῖ: «Μὰ τί κατάσταση εἶναι αὐτή; Ἀπὸ τὴν μιὰ ὁ Οἰκουμενισμός, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Σιωνισμός, ὁ σατανισμός!... Σὲ λίγο θὰ προσκυνοῦμε τὸν διάβολο μὲ τὰ δυὸ κέρατα ἀντὶ γιὰ τὸν δικέφαλο ἀετό». «Σήμερα, μοῦ λέει, δύσκολα βρίσκεις ἐπισκόπους σὰν τὸν ἐπίσκοπο Καισαρείας Παΐσιο τὸν Β´». Ὁ Παΐσιος ὁ Β´ τί ἔκανε; Πήγαινε στὸν Σουλτάνο γιὰ τὰ αἰτήματά του μὲ ἕνα σχοινὶ δεμένο στὴν μέση, ἀποφασισμένος δηλαδὴ νὰ τὸν κρεμάσουν οἱ Τοῦρκοι. Σὰν νὰ ἔλεγε στὸν Σουλτάνο: «Μὴν ψάχνης σχοινὶ καὶ χασομερᾶς· ἅμα θέλης νὰ μὲ κρεμάσης, ἕτοιμο τὸ ἔχω τὸ σχοινί». Γιὰ τὰ δύσκολα θέματα αὐτὸν ἔστελναν στὸν Σουλτάνο. Πολλὲς φορὲς γλύτωσε τὸ Πατριαρχεῖο σὲ δύσκολες περιστάσεις. Στὰ γεράματά του τὸν ἔβαζαν ἐπάνω σὲ ἕνα ἄλογο, μέσα σὲ ἕνα κοφίνι, ἔβαζαν καὶ ἕνα ἄλλο κοφίνι μὲ βάρος ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ καὶ τὸν πήγαιναν στὴν Πόλη. Μιὰ φορὰ οἱ Τοῦρκοι εἶχαν βγάλει ἕνα φιρμάνι νὰ ἐπιστρατεύωνται οἱ Ἕλληνες στὸν τουρκικὸ στρατό. Οἱ Χριστιανοὶ δυσκολεύονταν νὰ ὑπηρετοῦν μαζὶ μὲ τοὺς Τούρκους, γιατὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐκτελοῦν τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα. Οἱ Ρῶσοι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχαν πεῖ τότε στοὺς Τούρκους νὰ μὴν ἐμποδίζουν τοὺς Ἕλληνες νὰ τηροῦν τὰ χριστιανικά τους καθήκοντα. Κάλεσε ὁ Πατριάρχης τὸν Παΐσιο καὶ τὸν ἔστειλε στὸν Σουλτάνο. Παρουσιάσθηκε τότε ἐκεῖνος στὸν Σουλτάνο πάλι μὲ ἕνα σχοινὶ δεμένο στὴν μέση. Τοῦ λέει ὁ Σουλτάνος: «Οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ ἐπιστρατεύωνται, γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὴν πατρίδα». Τότε ὁ Παΐσιος τοῦ λέει: «Ναί, κι ἐγὼ συμφωνῶ νὰ ἐπιστρατεύωνται οἱ Ἕλληνες, γιατὶ αὐτὰ τὰ μέρη εἶναι ἀπὸ παλιὰ τῶν γκιαούρηδων. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχουμε διαφορετικὴ θρησκεία, πρέπει νὰ ἔχουν ξεχωριστὸ στρατόπεδο, νὰ εἶναι χωριστὸς στρατὸς καὶ νὰ ἔχουν δικούς τους ἀξιωματικοὺς κ.λπ., γιὰ νὰ ἐκτελοῦν καὶ τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα. Δὲν μποροῦν νὰ κάνουν μαζὶ μ' ἐσᾶς προσευχή· ἐσεῖς νὰ ἔχετε ραμαζάνι καὶ 'μεῖς τὰ Φῶτα»! Σκέφθηκε ὁ Σουλτάνος: «Νὰ ὁπλισθοῦν οἱ Χριστιανοί; Εἶναι ἐπικίνδυνο». «Ὄχι, ὄχι, καλύτερα νὰ μὴν ἐπιστρατεύωνται», τοῦ ἀπαντάει. Μιὰ ἄλλη φορὰ οἱ Ἀρμένιοι ζήτησαν ἀπὸ τὸν Σουλτάνο νὰ τοὺς δώση τὸ Μπαλουκλῆ καὶ κατάφεραν νὰ πάρουν τὴν ἔγκρισή του. Μετὰ πῆγε ὁ Παΐσιος στὸν Σουλτάνο νὰ συζητήση αὐτὸ τὸ θέμα. «Τὸ Μπαλουκλῆ, τοῦ λέει ὁ Σουλτάνος, εἶναι περιουσία τῶν παππούδων τῶν Ἀρμενίων καὶ πρέπει νὰ τὸ πάρουν οἱ Ἀρμένιοι». «Ναί, τοῦ λέει ὁ Παΐσιος, πρέπει νὰ τὸ πάρουν, γιατί, ὅταν γνωρίζουμε ὅτι ἕνας τόπος εἶναι περιουσία τῶν παππούδων μας, πρέπει νὰ τὸν παίρνουμε. Δῶστε μου ἕνα ἔγγραφο νὰ ὑπογράψω καὶ ἐγὼ γιὰ τὸ Μπαλουκλῆ, γιατὶ ἦρθα ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου». Ὑπέγραψε καὶ αὐτός. Ὕστερα βγάζει ἕνα φλουρὶ κωνσταντινάτο καὶ λέει: «Νὰ πάρουν λοιπὸν οἱ Ἀρμένιοι τὸ Μπαλουκλῆ, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ πάρουμε τὴν Ἁγια-Σοφιά, γιατὶ εἶναι δική μας· εἶναι τῶν παππούδων μας καὶ πρέπει νὰ μᾶς τὴν δώσετε», καὶ δείχνει τὸ κωνσταντινάτο φλουρί! Εἶχε πάρει μαζί του καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀξιωματούχους Ρώσους ποὺ εἶχαν ἔρθει τότε στὴν Πόλη μὲ ἕνα καράβι, γιὰ νὰ ἔχη καὶ μάρτυρα. Ὁπότε ὁ Σουλτάνος βρέθηκε σὲ δύσκολη θέση καὶ ἀνακάλεσε τὴν ἀπόφαση γιὰ τὸ Μπαλουκλῆ. «Ὄχι, ὄχι, εἶναι δικό σας τὸ Μπαλουκλῆ», τοῦ εἶπε ὁ Σουλτάνος. Γιατὶ ἢ ἔπρεπε νὰ ἀνακαλέση τὴν ἀπόφαση γιὰ τὸ Μπαλουκλῆ ἢ νὰ δώση στοὺς Ἕλληνες τὴν Ἁγια-Σοφιά. Βλέπετε πῶς τοὺς ἔφερνε σβούρα; Κι αὐτό, γιατὶ εἶχε ἀποφασίσει τὸν θάνατο. Ἂν δὲν ἀποφασίση κανεὶς τὸν θάνατο, τίποτε δὲν γίνεται. Ὅλα ἀπὸ ᾿κεῖ ξεκινοῦν.

ΤΙ ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΕΙΧΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ

Οἱ Μάρτυρες εἶχαν καλὴ διάθεση, βοηθοῦσε καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ἄντεχαν στοὺς πόνους. Τί ἀγάπη εἶχαν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες γιὰ τὸν Χριστό, τί λεβεντιά! Ἡ Ἁγία Σολομονὴ μὲ τὰ ἑπτὰ παιδιά της, ἕνας-ἕνας, μαρτύρησαν ὅλοι. Ὁ Ἅγιος Λογγῖνος ἔκανε τραπέζι σ' αὐτοὺς ποὺ πῆγαν νὰ τὸν συλλάβουν καὶ τοὺς φιλοξένησε. Ἐκεῖνοι βιάζονταν νὰ τοὺς δείξη ποιός εἶναι ὁ Λογγῖνος, γιὰ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν καὶ ἐκεῖνος τοὺς ἔλεγε: «Θὰ σᾶς τὸν δείξω!». Ὅταν τοὺς εἶπε ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος, ἐκεῖνοι δίστασαν, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος Λογγῖνος τοὺς παρακάλεσε νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴ ποὺ εἶχαν, καὶ ἔτσι τὸν ἀποκεφάλισαν. Καὶ ὁ Ἅγιος Γεδεὼν ὁ Καρακαλληνὸς τί καρτερία εἶχε! «Πάρτε τὸ χέρι, εἶπε στοὺς δημίους, πάρτε καὶ τὸ πόδι, πάρτε καὶ τὴν μύτη. Γιὰ νὰ μὴν τὰ πολυλογῶ, πάρτε τα ὅλα!». Φοβερό! Ἀλλά, γιὰ νὰ φθάση ὁ ἄνθρωπος σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο, πρέπει νὰ μὴν ἀγαπάη τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ἀγαπάη τὸν Θεό. Ἡ μητέρα μπαίνει μέσα στὴν φωτιά, γιὰ νὰ σώση τὸ παιδί της. Ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη της εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸ κάψιμο τῆς φωτιᾶς, δὲν καταλαβαίνει πόνο. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸ παιδί της σκεπάζει τὸν πόνο. Πόσο μᾶλλον ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό!

Γιὰ τὸν Ἅγιο ποὺ προχωρεῖ στὸ μαρτύριο, ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὸν πόνο, γι' αὐτὸ καὶ τὸν ἐξουδετερώνει. Τὸ μαχαίρι τοῦ δημίου τὸ ἔνιωθαν οἱ Μάρτυρες γλυκύτερο καὶ ἀπὸ τὸ δοξάρι τοῦ βιολιοῦ. Ὅταν φουντώση ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, τότε τὸ μαρτύριο εἶναι πανηγύρι· ἡ φωτιὰ ἀνακουφίζει καλύτερα ἀπὸ λουτρό, γιατὶ τὸ κάψιμο χάνεται ἀπὸ τὸ κάψιμο τῆς θείας ἀγάπης. Τὸ γδάρσιμο εἶναι χάιδεμα. Ὁ θεῖος ἔρωτας παίρνει τὴν καρδιά, παίρνει καὶ τὸ μυαλό, καὶ τρελλαίνεται ὁ ἄνθρωπος. Δὲν καταλαβαίνει οὔτε πόνο οὔτε τίποτε, γιατὶ ὁ νοῦς του εἶναι στὸν Χριστὸ καὶ πλημμυρίζει ἡ καρδιά του ἀπὸ χαρά. Πόσοι Ἅγιοι πήγαιναν στὸ μαρτύριο καὶ ἔνιωθαν τέτοια χαρά, λὲς καὶ πήγαιναν σὲ πανηγύρι! Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἔτρεχε στὸ μαρτύριο καὶ φώναζε: «Ἀφῆστε με νὰ μαρτυρήσω, ἀφῆστε με νὰ μὲ φᾶνε τὰ θηρία». Τὴν χαρὰ ποὺ ἔνιωθε ἐκεῖνος δὲν τὴν αἰσθάνεται οὔτε ἕνας νεαρὸς ἐρωτευμένος ποὺ λέει: «Θέλω αὐτὴν νὰ παντρευτῶ καὶ δὲν ὑπολογίζω κανέναν, οὔτε μάνα οὔτε πατέρα». Ἀπὸ τὴν τρέλλα τοῦ ἐρωτευμένου μεγαλύτερη ἦταν ἡ «τρέλλα» τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἅγιοι Μάρτυρες ἔχυσαν τὸ αἷμα τους, οἱ Ὅσιοι Πατέρες ἔχυσαν ἱδρῶτες καὶ δάκρυα, ἔκαναν πνευματικὰ πειράματα στὸν ἑαυτό τους, σὰν καλοὶ βοτανολόγοι, ταλαιπωρήθηκαν οἱ ἴδιοι ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μᾶς ἀφήσουν τὶς πνευματικές τους συνταγές. Ἔτσι προλαβαίνουμε τὸ κακὸ ἢ θεραπεύουμε μιὰ πνευματικὴ ἀρρώστια μας καὶ ἀποκτᾶμε ὑγεία καί, ἐὰν φιλοτιμηθοῦμε νὰ τοὺς μιμηθοῦμε στοὺς ἀγῶνες, μποροῦμε ἀκόμη καὶ νὰ ἁγιάσουμε.


Δὲν συγκρίνονται, φυσικά, ὅλοι οἱ ἀγῶνες τῶν Ὁσίων, οἱ νηστεῖες, οἱ ἀγρυπνίες κ.λπ., οὔτε καὶ τὰ βασανιστήρια ὅλων τῶν ἁγίων Μαρτύρων μὲ τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου μας, διότι ὅλους τοὺς βοηθοῦσε ὁ Χριστὸς θεϊκά, καὶ γλυκαίνονταν οἱ πόνοι τους ἀπὸ τὴν μεγάλη Του ἀγάπη. Στὸν ἑαυτό Του ὅμως ὁ Χριστὸς δὲν χρησιμοποίησε καθόλου τὴν θεϊκή Του δύναμη καὶ ὑπέφερε τὸν πολὺ πόνο στὸ εὐαίσθητο Σῶμα Του ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀγάπη πρὸς τὸ πλάσμα Του. Αὐτὴν τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἐὰν αἰσθανθῆ κανείς, τότε μόνο θὰ εἶναι καὶ ἐσωτερικὰ πραγματικὰ ἄνθρωπος. Ἀλλιῶς θὰ εἶναι πιὸ ἀναίσθητος καὶ ἀπὸ τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ ἥλιος αἰσθάνθηκε τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου καὶ σκοτείνιασε, γιατὶ δὲν ἄντεχε νὰ τὸ βλέπη. Ἡ γῆ, καὶ αὐτὴ τρόμαξε, ὅταν τὸ εἶδε. Οἱ πέτρες, καὶ αὐτὲς κομματιάσθηκαν. Οἱ τάφοι, καὶ αὐτοὶ σείσθηκαν τόσο δυνατά, ποὺ ξύπνησαν πολλοὺς κεκοιμημένους ἀπὸ χρόνια καὶ τοὺς ἔβγαλαν ἔξω νὰ διαμαρτυρηθοῦν γιὰ τὴν ἀχάριστη αὐτὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Εὐεργέτη καὶ Λυτρωτή τους Θεό.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ


ΑΠ' ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που η ψυχή του ήταν γεμάτη καλοσύνη. Όταν πέθανε, όλοι υπέθεσαν ότι θα πήγαινε κατευθείαν στον Παράδεισο, αφού θεώρησαν ότι ήταν η μόνη επιλογή για έναν καλό άνθρωπο σαν κι αυτόν. Και πράγματι εκεί πήγε. Εκείνο τον καιρό όμως, ο Παράδεισος δεν ήταν καθόλου οργανωμένος και δεν λειτουργούσε στη εντέλεια. Η γραμματεία ήταν ανεπαρκής, και η κοπέλα που τον υποδέχτηκε έριξε μια βιαστική ματιά στην λίστα με τα ονόματα που είχε μπροστά της. Δεν βρήκε το όνομά του, οπότε τον έστειλε κατευθείαν στην Κόλαση.
Στην Κόλαση κανείς δεν ελέγχει ποιος μπαίνει. Ο άνδρας πήγε και παρέμεινε στην Κόλαση …
Μερικές μέρες αργότερα, ο Εωσφόρος όρμησε από τις πύλες του Παραδείσου, για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Άγιο Πέτρο. «Αυτό που κάνατε ήταν απαράδεκτο!» είπε.
Ο Άγιος Πέτρος ρώτησε τον Εωσφόρο γιατί ήταν τόσο θυμωμένος, και ο οργισμένος Εωσφόρος του απάντησε: «Στείλατε αυτόν τον άνθρωπο κάτω στην Κόλαση, και αυτός με υπονομεύει διαρκώς! Από την αρχή που ήρθε, ενδιαφερόταν για τους άλλους ανθρώπους, τους άκουγε και τους μιλούσε με αγάπη. Η κατάσταση άλλαξε στην Κόλαση. Τώρα όλοι μοιράζονται μεταξύ τους τα συναισθήματά τους, αγκαλιάζονται και ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον. Όμως στην Κόλαση δεν πρέπει να είναι έτσι! Πάρτε τον πίσω στον Παράδεισο!».

Ζήσε τη ζωή σου με τόση αγάπη στην καρδιά σου, ώστε ακόμα και αν βρεθείς σε κάποια «κόλαση», να την μεταβάλεις σε κομμάτι του Παραδείσου!…

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΕΛΠΙΔΙΟΥ ΒΑΓΙΑΝΑΚΗ- ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Ε Σ  Μ Ε Τ Α Ν Ο Ι Α Σ 
(Αρχιμανδρίτου Ελπιδίου Βαγιανάκη)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ποιός σήμερα μπορεί να πει με σιγουριά ότι δεν είναι αμαρτωλός; Και ποιός μπορεί να βεβαιώσει ότι ποτέ δεν θα αμαρτήσει;

Κανείς συνετός άνθρωπος δεν μπορεί να αρνηθεί αυτό που λέει η Αγία Γραφή:
«πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ»
(Προς Ρωμαίους, γ΄, 23)
Άλλος λίγο, άλλος πολύ, αμαρτάνουμε σε καθημερινή βάση, πικραίνουμε το Θεό Πατέρα μας και βάζουμε τη ψυχή μας σε μεγάλη θλίψη και ταραχή με την αμαρτία.
Γιατί, εκτός του ότι η αμαρτία μετά θάνατον οδηγεί την ψυχή μας στην αιώνια κόλαση, ακόμη κι εδώ στη γη την ταλαιπωρεί, στερώντας την από τη χάρη του Θεού. Κι όταν λείπει η χάρις του Θεού, που χαρίζει στην ψυχή αληθινή χαρά και ειρήνη, τότε η ψυχή περιδιαβαίνει τους δρόμους του άγχους, του στρες, της σύγχυσης, της απελπισίας, με λίγα λόγια ζει μια πρόγευση της κόλασης.
Η μετάνοια σαν ένα από τα μέγιστα δώρα του Θεού, είναι η μεγαλειώδη έκφραση της άπειρης ευσπλαχνίας Του στους ανθρώπους και το αντίδοτο του ψυχικού πόνου από την αμαρτία.
Έχει τόση δύναμη η μετάνοια, που μπορεί να βγάλει τον αμαρτωλό άνθρωπο από την πιο βαθιά κόλαση και να τον οδηγήσει στο πιο ψηλό επίπεδο σωτηρίας, την αγιότητα.
Το βιβλιαράκι αυτό περιέχει πανέμορφες διδακτικές ιστορίες, παρμένες από ένα πατερικό βιβλίο, <<ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ>>.  
Οι ιστορίες αυτές, γεμάτες από την σοφία των αγίων μας ασκητών, θα σε βοηθήσουν πολύ στο               
- να αντισταθείς στην απελπισία που σε οδήγησε η αμαρτία και  
- να βρεις τη χαρά και την ευτυχία που χαρίζει η πρωτοκόρη της ευσπλαχνίας και της άπειρης αγάπης του Θεού, η βασίλισσα των αρετών, η ΜΕΤΑΝΟΙΑ.

Από ληστής... Άγιος!


Πόσοι και πόσοι πρώην μεγάλοι αμαρτωλοί και εγκληματίες δεν έγιναν με την μετάνοια και την ταπείνωσή τους, χάρη στο έλεος και την ευσπλαχνία του πανάγαθου επουράνιου Πατέρα μας, μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας μας!
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και ο όσιος Μωυσής ο Αιθίωψ. Η μεταστροφή του, από τον δρόμο του εγκλήματος στο δρόμο της αρετής, μπορεί να παρηγορήσει τον κάθε σύγχρονο μεγάλο αμαρτωλό που αμφιβάλει στη σκέψη αν ο Θεός μπορεί να τον συγχωρήσει και να τον δεχτεί και πάλι στην αγκαλιά του σαν παιδί του.

***

Θαύμασα, γράφει ο Παλλάδιος, κι έμεινα πολλή ώρα εκστατικός, όταν μου διηγήθηκαν πως ο περίφημος ασκητής της Αφρικάνικης ερήμου, Μωυσής ο Αιθίωψ μεταστράφηκε και από λήσταρχος  έγινε αγιότατος μοναχός. Αυτή είναι με συντομία η παραδειγματική του ιστορία.
Γέννημα και θρέμμα της Μαύρης Ηπείρου ο Μωυσής, ήταν αγορασμένος δούλος κάποιου πλούσιου κτηματία. Σκληρός και δύστροπος στο χαρακτήρα, αναστάτωνε καθημερινώς το σπιτικό του αφέντη του, φιλονικώντας με τους άλλους δούλους. Κατάντησε αφόρητος. Στο τέλος, εκείνος τον βαρέθηκε και τον πέταξε στο δρόμο.
Ο Μωυσής τότε βρήκε καταφύγιο σε μια ληστοσυμμορία. Με την τεράστια σωματική του δύναμη (ήταν σωστός μαύρος δαίμονας, που μόνο και να τον έβλεπες παρέλυες από τον φόβο) γρήγορα επιβλήθηκε στους άλλους ληστές κι έγινε αρχηγός τους. Χαρακτηριστικό της ωμότητάς του είναι και τούτο το ακόλουθο:
Κάποτε, απέτυχε σε μια από τις παράνομες νυχτερινές επιδρομές του, από τα άγρια γαυγίσματα των σκυλιών ενός κοπαδιού, που έβοσκε εκεί γύρω. Τόσο πολύ οργίστηκε γι΄ αυτό, που έβγαλε αμέσως την απόφαση να σφάξει τον τσοπάνη. Έπρεπε όμως να περάσει στην απέραντη όχθη του Νείλου για να φθάσει στην καλύβα του. Όρμησε μέσα στα νερά, που είχαν αρχίσει να φουσκώνουν και δυσκόλευαν το πέρασμα. Ο Μωυσής έδεσε στο κεφάλι του τα ρούχα του, κράτησε με τα δόντια του το μεγάλο δίστομο μαχαίρι του, με το οποίο έφερνε παντού τον όλεθρο και κολυμπώντας πέρασε. Στο μεταξύ όμως, ο τσοπάνης εξαφανίστηκε για να σώσει τη ζωή του. Ο λήσταρχος που έχασε τα ίχνη του, έπεσε με πρωτάκουστη μανία μέσα στο έρημο κοπάδι και για εκδίκηση, έσφαξε όσα πρόβατα βρεθήκανε μπροστά του. Σαν χόρτασε το μάτι του από αίμα, έδεσε μεταξύ τους από τις ουρές τέσσερα από τα καλύτερα κριάρια, τα φορτώθηκε στον ώμο και πέρασε  πάλι κολυμπώντας τον Νείλο. Ύστερα, έψησε τα κριάρια, έφαγε τα καλύτερα κρέατα, ήπιε εικοσιπέντε λίτρες κρασί που είχε φυλαγμένο, περπάτησε πενήντα μίλια χωρίς διακοπή κι έφτασε στο κρησφύγετό του.
Κάποτε όμως, το ανθρωπόμορφο αυτό θεριό, κυνηγημένο από την εξουσία για ένα σωρό εγκλήματα, πήγε να κρυφτεί βαθιά στην έρημο, όπου ζούσαν τότε οι πιο ονομαστοί από τους Αιγυπτίους Αναχωρητές. Η συναναστροφή με τους αγίους, η κατανόηση και η στοργή που του έδειξαν, ημέρεψαν σιγά - σιγά τα βάρβαρα ένστικτά του. Κι ο Θεός, που δεν θέλει τον θάνατο αλλά την επιστροφή του αμαρτωλού, επεσκίασε τη ψυχή του με τη Χάρη Του. Ο μαύρος αγριάνθρωπος ένιωσε να μαλακώνει η καρδιά του, μετανόησε και ζήτησε τη λύτρωση.
Ποιός ξέρει αν το κολοσσιαίο αυτό έργο της Χάριτος δεν το παρακίνησε η ταπεινή προσευχή κάποιου αφανούς Αγίου;
Η αλλαγή του ήταν ριζική. Πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι μπορούσε ακόμη να προβλέψει κι ο πιο ευφάνταστος νους, ο Μωυσής έφτασε στα μέτρα των πιο μεγάλων Πατέρων της ερήμου. Έγινε πρότυπο της αρετής και της αγιότητας και ζωντανό παράδειγμα για τους δύσκολους χαρακτήρες που επιθυμούν να στρώσουν, να γίνουν εύπλαστο ζυμάρι, για να τυπώσει πάνω τους τη σφραγίδα του ο Πλαστουργός.
Κάποτε, τέσσερις ληστές, παλιοί σύντροφοι του Αιθίοπα, μπήκαν να ληστέψουν την καλογερική καλύβα του, χωρίς να φαντάζονται ποιον μπορούν να βρουν μέσα. Σαν τον είδαν, κυριολεκτικά σαστίσανε. Εκείνος, με μεγάλη ευκολία τους έπιασε, τους έδεσε και τους οδήγησε στη συνάθροιση των Γερόντων.
- Τι προστάζετε να κάνω τους ανθρώπους αυτούς, που ήρθαν να με ληστέψουν; ρώτησε. Σε μένα δεν αρμόζει πια να τιμωρήσω άνθρωπο.
Οι Πατέρες τον συμβούλεψαν να τους λύσει και να τους αφήσει να φύγουν ανενόχλητοι.
Εκείνοι όμως, δεν θέλησαν πια να φύγουν!
Τους συγκλόνισε το παράδειγμα του πρώην αρχηγού τους.  Έμειναν κοντά του για να βρουν κι αυτοί τον ίσιο δρόμο.
                             
Ο Μωυσής ο Αιθίωψ, που αξιώθηκε να χειροτονηθεί και Πρεσβύτερος για την μεγάλη αρετή του, όταν έφυγε από τον κόσμο, λένε πως άφησε περίπου εβδομήντα μαθητές.
Η Ορθόδοξη εκκλησία τον κατάταξε μεταξύ των Οσίων της και τιμά τη μνήμη του στις 28 Αυγούστου!
              
Μην απελπίζεσαι


Πολλοί άνθρωποι, που έχουν μετανιώσει για τα λάθη τους και έχουν εξομολογηθεί, βρίσκονται και πάλι σε σύγχυση και θλίψη, γιατί, ενώ προσπαθούν να μην αμαρτήσουν ξανά, η δύναμη του πάθους τους οδηγεί πάλι σε πτώση και σε επανάληψη της αμαρτίας. Αυτό τους συντρίβει, τους αποκαρδιώνει και πολλές φορές τους απελπίζει.
Όλους αυτούς, η Εκκλησία δεν παύει να τους παρηγορεί και να τους υπενθυμίζει πως, ο αγώνας αυτός ενάντια στα πάθη και την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης είναι μακροχρόνιος και δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη.
Είναι ένας αγώνας κερδοφόρος, διότι η ταπείνωση που αναπτύσσεται από τις πολυπληθείς πτώσεις των αδυναμιών μας και η απαραίτητη υπομονή που χρειάζεται για να μην εγκαταλειφθεί ο αγώνας αυτός για την απόκτηση των αρετών, δαφνοστεφανώνει τον αγωνιστή Χριστιανό. Μάλιστα, τον συγκαταριθμεί ο Θεός στις τάξεις των αγίων του μαρτύρων.
Ο Θεός δεν βλέπει μόνο την επιτυχή έκβαση του αγώνα αλλά βραβεύει και τιμά και τον κάθε αγωνιστή που δεν εγκαταλείπει τον στίβο.
Γι΄ αυτό, πρέπει να έχουμε πάντα πίστη, υπομονή, ταπείνωση και κουράγιο και να είμαστε σίγουροι ότι ο Θεός θα μας ελεήσει με το πολύτιμο αυτό δώρο, τη ΜΕΤΑΝΟΙΑ.  
Ποτέ να μην ξεχνάμε την σωτηρία του μετανοημένου ληστή, που έγινε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Μέσα σε 2 δευτερόλεπτα, με ένα «μνήσθητι μου Κύριε», που είπε μέσα από τα βάθη της καρδιάς του, ο πολυεύσπλαχνος Θεός όχι μόνο συγχώρεσε όλα τα προηγούμενα λάθη του αλλά τον έκανε και πρώτο πολίτη του Παραδείσου.

***

Κάποτε, ένας αδελφός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη:
- Έπεσα, Πάτερ. Τι να κάνω τώρα;
- Σήκω, του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.
- Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στη καταραμένη αμαρτία, ομολόγησε με λύπη ο αδελφός.
- Και τι σε εμποδίζει να ξανασηκωθείς;
- Ως πότε; ρώτησε ο αδελφός.
- Έως την ώρα που θα σε βρει ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση! Εξάλλου είναι γραμμένο <<όπου θα σε βρω, εκεί και θα σε κρίνω>>,  εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στο Θεό, να σε βρει την τελευταία σου στιγμή σηκωμένο με την άγια Mετάνοια.

Από πόρνη...  Αγία!


Την εποχή που ανθούσε ο ασκητισμός στην Αίγυπτο, ζούσε στην Αλεξάνδρεια μια ορφανή κόρη που την έλεγαν Ταϊσία. Όταν πέθαναν οι καλοί γονείς της, της άφησαν κληρονομιά πρώτα την ευσέβεια και την αγάπη τους για τους φτωχούς και ξένους και ύστερα, ένα μεγάλο σπίτι και πολλά χρήματα για να πορεύεται.
Η κόρη, από μεγάλη ευλάβεια προς τους ερημίτες, έκανε το σπίτι της ξενώνα για χάρη τους και όταν κατέβαιναν στην πόλη να πουλήσουν τα εργόχειρα τους, τους περιποιόταν με όλη της την καρδιά.
Με τα χρόνια όμως, τα χρήματα της Ταϊσίας ξοδεύονταν και η ίδια άρχισε να στερείται. Τότε, μπήκαν στη μέση κακοί και διεφθαρμένοι άνθρωποι. Εκμεταλλεύτηκαν τη δυστυχία της και με πονηριά την παρέσυραν στη διαφθορά.
Η ωραία Ταϊσία κατάντησε διάσημη πόρνη!
Όταν οι Πατέρες της ερήμου έμαθαν το κατρακύλισμα της ορφανής κόρης, αποφάσισαν να κάνουν ότι περνούσε από το χέρι τους για να τη σώσουν.
- Εκείνη, όταν είχε τα μέσα, μας έδειχνε όλη τη συμπάθειά της, έλεγαν μεταξύ τους. Τώρα, που κινδυνεύει η ψυχή της, πρέπει να ξεπληρώσουμε κι εμείς το χρέος μας σ΄ αυτήν.
Ανέθεσαν λοιπόν στον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό, την λεπτή και δύσκολη αυτή αποστολή. Εκείνος στην αρχή δίστασε. Του φαινόταν ακατόρθωτο το έργο. Στο τέλος όμως, για να μην παρακούσει τους Γέροντες, αποφάσισε να κατέβει στη πόλη και να παρουσιαστεί στο σπίτι της αμαρτωλής. Όταν έφτασε, παρακάλεσε τη θυρωρό να τον οδηγήσει στην κυρία της.
- Φύγε από δω, παλιοκαλόγερε, του φώναξε εκείνη θυμωμένη. Φάγατε πρώτα την περιουσία της και έρχεστε τώρα να την ενοχλήσετε ξανά;
Ο Αββάς δεν απελπίστηκε. Εξακολουθούσε να παρακαλεί να δει την Ταϊσία για κάτι πολύ ωφέλιμο γι’ αυτήν, όπως έλεγε. Μπροστά στη μεγάλη του επιμονή, η γριά υποχώρησε και πήγε να ειδοποιήσει την κυρία της.
- Αυτοί οι καλόγεροι, ψαρεύουν συχνά στην  Ερυθρά Θάλασσα και βρίσκουν μαργαριτάρια, είπε η Ταϊσία. Φέρε τον πάνω.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της, έφτιαξε τα μαλλιά και το φόρεμα της, έριξε κάμποσο άρωμα επάνω της και ξάπλωσε στο χαμηλό ντιβάνι με το ύφος των ξεπεσμένων γυναικών, για να υποδεχτεί τον Ερημίτη.
Ο Αββάς Ιωάννης πέρασε στο δωμάτιο περίλυπος. Στάθηκε απέναντί της και την κοίταξε αμίλητος με οίκτο πολλή ώρα. Ύστερα, της είπε με σιγανή φωνή:
- Σε τι σου έφταιξε ο Χριστός μας Ταϊσία και Tον προσβάλλεις τόσο άσπλαχνα;


Σταμάτησε, δεν μπορούσε να συνεχίσει. Τον έπνιξαν οι λυγμοί. Από τα βαθουλωμένα μάτια του έπεφταν καυτά δάκρυα. Εκείνη τότε ένιωσε συστολή. Άφησε την απρεπή προκλητική της στάση και στενοχωρημένη τον ρώτησε:
- Γιατί κλαις Αββά;
- Πως να μην κλάψω κόρη μου, που βλέπω το σατανά να παίζει στη μορφή σου;
Η κόρη ταράχτηκε. Ρίγος διαπέρασε ολόκληρο το κορμί της.
- Τώρα που ήρθες είναι πολύ αργά, Γέροντα. Δεν έχει μείνει τίποτε όρθιο μέσα μου. Τα κύλησα όλα στη λάσπη, σιγoμουρμούρισε συγχυσμένη.


Ήθελε και κάτι άλλο να πει αλλά σταμάτησε. Ο Γέροντας περίμενε με σταυρωμένα τα χέρια. Μέσα του προσευχόταν τόσο δυνατά για τη σωτηρία της κόρης, που λες και γύρευε να τραντάξει τα ουράνια.
- Υπάρχει άραγε σωτηρία και για μένα, Αββά; ψιθύρισε με αγωνία εκείνη.
- Ω ναι, υπάρχει κόρη μου, φώναξε με αγωνία ο Γέροντας. Η μετάνοια φέρνει τη σωτηρία.
Το θαύμα που τόση ώρα ζητούσε με τη προσευχή του, έγινε εκείνη τη στιγμή. Η Ταϊσία έπεσε συντετριμμένη στα πόδια του και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσε:
- Βγάλε με από δω μέσα, Πάτερ. Δείξε μου το δρόμο της σωτηρίας.
- Ακολούθησε με.
Χωρίς άλλη κουβέντα, η κόρη σηκώθηκε κι ακολούθησε τον Γέροντα. Εκείνος θαύμασε που δεν έδειξε καθόλου ενδιαφέρον για το σπιτικό της. Πήραν το δρόμο για την έρημο. Μα, είχαν πολύ ακόμα να βαδίσουν και τους βρήκε η νύχτα. Έτσι, σταμάτησαν και ο Αββάς Ιωάννης έκοψε μερικούς θάμνους κι έφτιαξε ένα πρόχειρο κρεβάτι για τη κόρη.
- Κοιμήσου μέχρι να ξημερώσει, τη συμβούλεψε.  Έχουμε να κάνουμε πολύ δρόμο ακόμα.
Εκείνος απομακρύνθηκε κάμποσο. Είπε τις προσευχές του και πλάγιασε στο χώμα να ξαποστάσει, παίρνοντας για προσκεφάλι του μια σκληρή πέτρα. Πήρε λίγο ύπνο και ξύπνησε πάλι τα μεσάνυχτα για να συνεχίσει την προσευχή του.
Τότε παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια του ένα θέαμα μεγαλειώδες! Από το σημείο, που είχε αφήσει την κόρη να κοιμάται, άρχιζε ένας δρόμος ολοφώτεινος που άγγιζε τον ουρανό. Άγγελοι γοργόφτεροι ανέβαζαν μια ψυχή ολόλευκη σαν περιστέρι στο θρόνο του Θεού.
Ο Όσιος στάθηκε πολλή ώρα κι έβλεπε συνεπαρμένος αυτό το όραμα. Ύστερα, κίνησε να πάει στο μέρος που άφησε την Ταϊσία να κοιμάται. Της φώναξε να ξυπνήσει, μα εκείνη δεν άκουσε. Την κούνησε τότε ελαφρά, μα εκείνη δεν αισθανόταν.
Είχε πια πεθάνει.
Συγκινημένος βαθιά ο Ερημίτης, γονάτισε πλάι στο άψυχο σώμα και παραδόθηκε σε θερμή προσευχή. Τότε, του φάνηκε πως μια γλυκιά φωνή βεβαίωνε το σαστισμένο λογισμό του:
·  Αρκεί λίγος χρόνος βαθιάς συντριβής για να βρει η ψυχή το δρόμο της Σωτηρίας!


Το μεγαλείο της μετανοίας!


Όταν ο άνθρωπος αμαρτάνει, χαροποιεί πολύ τον σατανά, ο οποίος, όταν έρχεται, με πολύ δυσκολία πλέον φεύγει, αφού οι αμαρτίες που κάνουμε είναι η χαρά και η ευτυχία του δαίμονα.
Όταν ο άνθρωπος αντισταθεί στην αμαρτία ή μετανοήσει για τα λάθη του, οι δαίμονες φεύγουν τρομοκρατημένοι από κοντά του και επανέρχεται πολύτιμος σύντροφος και οδηγός ο φύλακας άγγελος του, ο οποίος τον σκεπάζει με τις φτερούγες του και τον βοηθά να αγωνίζεται στον δρόμο της αρετής.
Συγκινητική είναι η παρακάτω ιστορία:

***

"Ο όσιος Παύλος ο απλούς πήγε κάποτε επισκέπτης σ’ ένα Μοναστήρι. Ήταν Κυριακή. Οι μοναχοί μαζεύονταν στην Εκκλησία για να λειτουργηθούν. Ο Όσιος στάθηκε σε μια παράμερη γωνιά. Από κει παρατηρούσε, χωρίς να φαίνεται, τους αδελφούς που έμπαιναν στην Εκκλησία. Είχε χάρισμα από το Θεό να διαβάζει τη ψυχή, όπως εμείς διαβάζουμε την όψη των συνανθρώπων μας.
Οι περισσότεροι αδελφοί είχαν χαρούμενο πρόσωπο, που έδειχνε αμέσως την εσωτερική τους διάθεση. Ο καθένας είχε πλάι του τον φύλακα Άγγελό του, που ακτινοβολούσε κι εκείνος από χαρά. Όλα αυτά, έδειχναν αγιότητα και πρόοδο στην αρετή κι ο Αββάς Παύλος ευχαριστούσε με την καρδιά του το Θεό.
 Καθυστερημένος πολύ, έφτασε ένας καλόγερος. Πόσο διαφορετικός από τους άλλους φαινόταν! Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, άγριο! Τον ακολουθούσαν πολλοί δαίμονες, που προσπαθούσαν χωριστά ο καθένας να τον τραβήξει με το μέρος του. Εκείνος ο δυστυχής φαινόταν σαν χαμένος. Ο Άγγελος του περίλυπος στεκόταν σε απόσταση. Κάτι τον εμπόδιζε να πλησιάσει. Ο Όσιος έβγαλε βαθύ αναστεναγμό και έκλαψε με συμπόνια για την βασανισμένη ψυχή του αδελφού.
Η Θεία Λειτουργία τέλειωσε. Οι καλόγεροι με τη σειρά, άρχισαν να βγαίνουν. Ο Όσιος πάλι έβλεπε.
Τώρα έδειχναν πιο λαμπεροί και οι  Άγγελοι τους φωτεινότεροι. Ο Αββάς Παύλος δεν κινήθηκε από τη θέση του. Περίμενε να δει και τον άλλο μοναχό, που τόσο είχε προσευχηθεί γι’ αυτόν σε όλη τη Λειτουργία.
Δεν άργησε να φανεί.
Τι αλλαγή! Η όψη του ακτινοβολούσε! Τα πονηρά πνεύματα είχαν εξαφανιστεί και ο φύλακας Άγγελος του, τον σκέπαζε με τις φτερούγες του!
Πόσο ευχαριστημένος έδειχνε τώρα!
- Δόξα σοι ο Θεός! ξέφυγε από τα χείλη του Οσίου.
Οι αδελφοί γύρισαν και τον κοίταξαν με απορία. Εκείνος τότε, τους φανέρωσε τι είχε δει το πρωινό στην εκκλησία. Ύστερα, ανάγκασε τον αδελφό να πει με τι διαθέσεις πήγε εκεί και πως έφυγε. Εκείνος δεν δίστασε να εξομολογηθεί μπροστά σε όλους:
- Μέχρι σήμερα, είπε, περνούσα με αμέλεια τη ζωή μου. Τα πάθη και οι κακοί λογισμοί με είχαν τόσο κυριέψει, που δεν μου έκανε πια καρδιά να φροντίσω για τη διόρθωση μου. Σήμερα όμως  με ελέησε ο Θεός. Πρόσεξα με ιδιαίτερη προσοχή την ανάγνωση. Άκουσα τον προφήτη, ή μάλλον τον ίδιο τον Θεό να λέει με το στόμα εκείνου στους όμοιούς του αμαρτωλούς:  

<<λούσασθε καὶ καθαροὶ  γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶνὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν... μάθετε καλὸν ποιεῖν ...καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶνὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ...>> (Ησ. α΄ 16 - 18).

Η καρδιά μου συντρίφτηκε. Έκλαψα και παρακάλεσα τον ουράνιο Πατέρα να κάνει και σε μένα τον άθλιο όσα υπόσχεται με τα λόγια του Προφήτη.
Έδωσα κι εγώ υπόσχεση να αφήσω την αμέλεια και να κοπιάσω σκληρά για τη διόρθωσή μου. Μ΄ αυτές τις διαθέσεις βγήκα από την Εκκλησία, αποφασισμένος πια να κρατήσω την υπόσχεση μου.
Ο Όσιος και οι αδελφοί, που άκουσαν την εξομολόγηση του μοναχού, θαύμασαν κι έλεγαν μεταξύ τους:
«Είναι πραγματικά ανυπολόγιστη η αξία της Mετανοίας»."

Ο αγώνας της Mετανοίας θέλει υπομονή και επιμονή!

Όταν ο άνθρωπος αποφασίζει να μετανοήσει, ο σατανάς θυμώνει και προσπαθεί με κάθε τρόπο να ρίξει τον άνθρωπο αυτό στην απελπισία ή να τον πείσει ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν σωτηρία.
Τότε χρειάζεται υπομονή και επιμονή στον ωραίο αυτό αγώνα της μετανοίας. Ο αγιασμός και η σωτηρία είναι το σίγουρο αποτέλεσμα αυτής της φιλότιμης προσπάθειας της χριστιανικής ψυχής. 

***

Ένας νέος, παρασυρμένος από τη τρομερή δύναμη της κακής συνήθειας, έπεφτε συχνά σε βαρύ αμάρτημα. Δεν άφηνε όμως τον αγώνα. Ύστερα από κάθε κατρακύλισμα, έχυνε πύρινα δάκρυα και προσευχόταν στο Θεό μ’ αυτά τα πονεμένα λόγια:
  
- Κύριε, σώσε με, είτε θέλω είτε δεν θέλω. Εγώ σαν χωματένιος που είμαι, τραβιέμαι εύκολα από τη λάσπη της αμαρτίας. Συ όμως, έχεις τη δύναμη να μ’ εμποδίσεις. Δεν είναι θαυμαστό Θεέ μου, αν ελεήσεις τον δίκαιο, ούτε αν σώσεις τον ενάρετο, γιατί αυτοί είναι άξιοι να γευτούν την αγαθότητά Σου. Σε μένα τον αμαρτωλό δείξε Κύριε την φιλανθρωπία Σου και το έλεός Σου και σώσε με, με θαυματουργικό τρόπο, γιατί μ’ όλη την αθλιότητά μου σε Σένα μόνο καταφεύγω ο δυστυχής!

Αυτά έλεγε με συντριβή ο νέος και όταν κυριευόταν από το πάθος και όταν ακόμα ήταν ήρεμος. Κάποια φορά, που πάλι νικήθηκε ύστερα από αγωνιώδη αντίσταση, γονάτισε παρευθύς κι επανέλαβε τα ίδια λόγια, χύνοντας ποταμούς δακρύων. Η ακατανίκητη ελπίδα του στην Θεία Ευσπλαχνία ερέθισε τον διάβολο, ο οποίος παρουσιάστηκε μπροστά του όλος μανία και του φώναξε:

- Άθλιε, δεν νιώθεις λίγη ντροπή, όταν με τέτοια χάλια τολμάς να προσεύχεσαι και να παίρνεις στο στόμα σου του Θεού το όνομα; Μάθε μια για πάντα πως για σένα δεν υπάρχει σωτηρία.

Ο γενναίος αγωνιστής δεν φοβήθηκε, ούτε έχασε την ελπίδα του, όπως περίμενε ο διάβολος.

- Μάθε κι εσύ, του αποκρίθηκε θαρρετά, πως το δωμάτιο αυτό είναι σιδηρουργείο. Μια σφυριά δίνεις και μια παίρνεις. Δεν θα πάψω να σε πολεμώ με τη μετάνοια και τη προσευχή, ώσπου να βαρεθείς να με πολεμάς με την αμαρτία.


- Έτσι λοιπόν; φώναξε ο διάβολος με κακία. Από δω κι εμπρός παύω να σε πολεμώ, για να μην αυξηθούν τα βραβεία της υπομονής σου, κι έγινε άφαντος.

Από τη στιγμή εκείνη έπαψε ο πόλεμος του νέου. Εκείνος όμως, ούτε μια στιγμή δεν έπαυε να προσέχει τον εαυτό του και έκλαιγε συχνά σαν θυμόταν τα σφάλματά του.

Ο Χριστός παρηγορεί τον μετανοημένο αμαρτωλό!


Από τη στιγμή που ο κάθε αμαρτωλός αρχίσει τον αγώνα της μετανοίας, πλήθος αγγέλων βρίσκονται κοντά του, έτοιμοι να τον βοηθήσουν και να χαρούν.
«χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». (Λουκ. ιε΄, 10)
Αν πεις και για τον Κύριο μας, Αυτός παρακολουθεί γεμάτος χαρά και αγάπη τον φιλότιμο αγώνα της μετανοιωμένης ψυχής, έτοιμος να αγκαλιάσει με στοργή και να ευλογήσει το πολυαγαπημένο μετανοημένο Του παιδί.

***

Κάποιος νέος παραστράτησε, μα τόσο πολύ μετανόησε στο άκουσμα ενός και μόνο κηρύγματος, που όταν τον επισκέφθηκε η Χάρις του Θεού, άφησε τον κόσμο κι έγινε καλόγερος. Έφτιαξε μια καλύβα στην έρημο κι έκλαιγε κάθε μέρα με πολύ πόνο για τις αμαρτίες του. Με τίποτε δεν μπορούσε να παρηγορηθεί.
Μια νύχτα, παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο Ιησούς, περιτριγυρισμένος από φως ουράνιο. Πήγε κοντά του με καλοσύνη.
- Τι έχεις άνθρωπε και κλαις με τόσο πόνο; τον ρώτησε με τη γλυκιά φωνή Του.
- Κλαίω Κύριε γιατί έπεσα, είπε με απελπισία ο αμαρτωλός.
- Ω, τότε σήκω!
- Δεν μπορώ μόνος, Κύριε.
Άπλωσε τότε το θεϊκό Του χέρι ο Βασιλιάς της αγάπης και τον βοήθησε να σηκωθεί. Εκείνος όμως, δεν σταμάτησε να κλαίει.
- Τώρα γιατί κλαις;
- Πονώ, Χριστέ μου, γιατί σε λύπησα. Ξόδεψα τον πλούτο των χαρισμάτων Σου σε ασωτίες.

Έβαλε τότε με στοργή το χέρι Του ο φιλάνθρωπος Δεσπότης, στο κεφάλι του πονεμένου αμαρτωλού και του είπε με ιλαρότητα:

- Αφού για μένα πονάς τόσο πολύ, εγώ έπαψα πια να λυπάμαι για τα περασμένα.

Ο νέος σήκωσε το βλέμμα του να ευχαριστήσει τον Σωτήρα του, μα Εκείνος δεν ήταν πια εκεί.
Στη θέση που πατούσε, είχε σχηματιστεί ένας πελώριος ολόφωτος Σταυρός. Λυτρωμένος πια από το βάρος της αμαρτίας, έπεσε και τον προσκύνησε.
 Μ΄ ευγνωμοσύνη στην ψυχή, ύστερα από το όραμα εκείνο, κατέβηκε πάλι στην πολιτεία ο νέος για να γίνει ο πιο θερμός κήρυκας της μετανοίας και να οδηγήσει στο Χριστό πολλούς άλλους παραστρατημένους.

Μην εγκαταλείπεις τον αγώνα της μετανοίας.

Ένα επικίνδυνο σημείο που πρέπει απαραιτήτως να προσέξουμε, είναι η εγκατάλειψη του αγώνα μετά τη μετάνοια. Η απροσεξία αυτή, πολύ ευχαριστεί  τον σατανά, αφού μπορεί να γίνει αιτία να πέσουμε ξανά στα ίδια ή και σε χειρότερα λάθη.
Επίσης, δεν πρέπει να απελπιζόμαστε όταν βλέπουμε πολλές αδυναμίες και πάθη πάνω μας και δυσκολευόμαστε στην εκρίζωσή τους!

***

Ένας νέος πήγε με βαριά καρδιά στον Πνευματικό του κι εξομολογήθηκε:

- Ο λογισμός με βασανίζει Γέροντα, να εγκαταλείψω τον αγώνα, αφού και ύστερα από την επιστροφή μου στο Χριστό και την μετάνοιά μου, δεν μπορώ ακόμα να βγάλω από πάνω μου όλες τις αδυναμίες.

- Μου θυμίζεις, με αυτά που λες, κάτι που συνέβη πριν κάμποσο καιρό σ’  ένα φίλο αγρότη, είπε ο Πνευματικός. Έλα, κάθισε εδώ κοντά, παιδί μου, να σου διηγηθώ τη μικρή μου ιστορία.

Ο νέος άκουγε πάντοτε μ’ ενδιαφέρον τα χαριτωμένα αυτοσχέδια ανέκδοτα του αγαθού Γέροντα:

"Ο φίλος μου που λες, είχε ένα χωράφι στην άκρη του χωριού, που είχε μείνει χρόνια ακαλλιέργητο και ήταν πια γεμάτο αγκάθια και τριβόλια. Μια καλή χρονιά όμως, σκέφτηκε να το σπείρει. Αλλά έπρεπε πρώτα να καθαριστεί. Έστειλε λοιπόν το μεγάλο του γιο να κάνει τη δουλειά αυτή. Μα, σαν είδε το παλικάρι τα πελώρια αγκάθια και τ’ αγριοβότανα, έπεσε σε απελπισία.
- Δεν γίνεται να φτιάξει ποτέ τούτο το χωράφι, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Πως να ξεριζώσω τόσα αγριόχορτα;
Έτσι, έπεισε για τα καλά τον εαυτό του πως ήταν αδύνατο να γίνει η δουλειά. Ξάπλωσε κάτω από ένα θάμνο και κοιμήθηκε. Σαν ξύπνησε ήταν πια μεσημέρι. Έριξε το νυσταγμένο βλέμμα του στην αγριάδα και τρόμαξε. Έμεινε καρφωμένος στη θέση του ως το βράδυ χωρίς να κάνει τίποτε. Το ίδιο και την άλλη μέρα, και την τρίτη... Χασμουριόταν, στριφογύριζε με τεμπελιά, έπεφτε στον ύπνο, ξύπναγε και μόνο δουλειά δεν αποφάσιζε να κάνει.
- Τίποτα δεν έκανες τόσες μέρες, του είπε θυμωμένος ο πατέρας του, σαν πήγε και είδε πως ο γιος του δεν έβγαλε ούτε ένα αγκάθι.
- Βαραίνει η ψυχή μου πατέρα, όταν γυρίζω και βλέπω πόση δουλειά με περιμένει και δεν μπορώ να πάρω απόφαση ν’ αρχίσω.
- Αν κάθε μέρα παιδί μου, καθάριζες τόση γη όση πιάνεις με το μπόι σου σαν ξαπλώνεις και κοιμάσαι, θα κόντευες τώρα να τελειώσεις.
Ντροπιασμένος για την τεμπελιά του ο γιος, έβαλε αμέσως σε πράξη τη συμβουλή του πατέρα του. Σε λίγο είδε με τα μάτια του, πως δεν ήταν ακατόρθωτο να καθαρίσει το χέρσο χωράφι.
Μιμήσου τον κι εσύ παιδί μου κι όταν ξανάρθεις, θα μου πεις αν στ’ αλήθεια είναι τόσο δύσκολο να ξεριζώσεις με υπομονή τα πάθη της ψυχής σου.
Ο νέος έφυγε με καινούργια δύναμη από την εξομολόγηση, αποφασισμένος να συνεχίσει τον καλό αγώνα!"


Επίλογος


Μέσα από όλες αυτές τις ιστορίες μετανοίας, όλοι αντιλαμβανόμαστε πόσο ευσπλαχνικός είναι ο Θεός και πόσο πολύ μας αγαπά, ώστε να μπορεί εύκολα να συγχωρεί τα πάντα, αν φυσικά δει ειλικρινή μετάνοια, προκειμένου να επιστρέψουμε όλοι πίσω στη θεϊκή Του αγκαλιά.
Στ’ αλήθεια, ο Θεός με μητρική αγάπη μας λατρεύει και σαν Μάνα που είναι για όλους μας, μπορεί να συγχωρήσει κάθε λάθος και κάθε αμάρτημα που κάνουμε, όσο φοβερό κι αν είναι αυτό.
Μόνο ένα μας λάθος Τον πληγώνει πολύ και Τον θλίβει, το ότι δεν πιστεύουμε πως Εκείνος είναι ο πραγματικός μας Πατέρας και η πραγματική μας Μητέρα και σαν Βασιλιάς που είναι, όλοι εμείς είμαστε τα βασιλόπουλα της θεϊκής καρδιάς Του.
Αν αυτό το πιστεύαμε, θα προσπαθούσαμε να ζούμε σύμφωνα με το θέλημα του Πατέρα μας και δεν θα κάναμε κάτι που θα Τον στεναχωρούσε, θα Τον πρόσβαλε και δεν θα ήταν σύμφωνο με την βασιλική μας καταγωγή!
Η άρνηση της ψυχή μας να αντιληφθεί πόσο στοργικός Πατέρας είναι για μας ο Θεός, μας κάνει να ζούμε απρόσεχτα και να απομακρυνόμαστε συνεχώς από την ζεστή και ασφαλή αγκαλιά Του. Τότε, μας βρίσκει ανοχύρωτους ο σατανάς, ο οποίος στηριζόμενος στη δική μας απιστία και αμφιβολία, εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες μας, μας παρακινεί να αμαρτήσουμε και μετά προσπαθεί ύπουλα να μας πείσει πως δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για μας.
Και αλήθεια, αν πιστέψουμε πως ο Θεός δεν νοιάζεται για μας και είναι πολύ σκληρός, απόμακρος και τιμωρός, θα είχε δίκιο.
Μα, αν πιστέψουμε πως μας αγαπά πολύ, όπως αγαπά κάθε στοργική μανούλα τα παιδιά της και πάντα με πολύ αγάπη τα αγκαλιάζει ακόμη και στα πιο μεγάλα τους παραπτώματα, δεν θα χάναμε ποτέ το κουράγιο μας και πάντα θα προσπαθούσαμε να σηκωθούμε σε κάθε μας πτώση.
Ας αφήσουμε λοιπόν την ψυχή μας να γαληνέψει στην λατρεία που νιώθει ο Θεός Πατέρας για όλους εμάς και ας είναι η μόνη μας αγωνία να μην κάνουμε κάτι που θα λυπήσει τον στοργικό αυτό Πατέρα.
Αλλά και αν κάνουμε το οποιοδήποτε λάθος, να μην απογοητευτούμε αλλά με το θάρρος που έχει ένα παιδί στον αγαπημένο του πατέρα, να τρέξουμε στην αγκαλιά του γλυκύ και πολυεύσπλαχνου Θεού Πατέρα μας, για να του πούμε ταπεινά τα λάθη μας και να πάρουμε την πατρική Του συγχώρεση και ευλογία.