ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ!

 π. Συμεών Κραγιόπουλος
Λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 

Για τους πατέρες της Εκκλησίας ήταν αδιανόητο αυτό που εμείς έχουμε πάρα πολύ εύκολο σήμερα. Δηλαδή, το ότι χωρίς να έχουμε εμπειρία πνευματική – όχι απλώς να έχουμε πείρα στη ζωή, όχι μόνο να έχουμε μια κάποια ηλικία, αλλά να έχουμε πείρα πνευματική – αναλαμβάνουμε να βοηθήσουμε πνευματικά τους άλλους. Για μας, θα έλεγε κανείς, είναι αδιανόητο το αντίθετο, δηλαδή το να μην αναλάβει κάποιος πνευματικό έργο, απλώς και μόνο γιατί το θέλει, το σκέφθηκε ο ίδιος, έχει διάθεση να πάει να βοηθήσει τάχα να καθαρθούν και να αγιασθούν οι άλλοι. Για τους πατέρες αυτό είναι αδιανόητο, όσο κι αν μας φαίνεται παράξενο.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος το λέει καθαρά: Πρώτα θα φωτισθείς, και έπειτα θα φωτίσεις· πρώτα θα αγιασθείς, και έπειτα θα βοηθήσεις να αγιασθούν άλλοι· πρώτα θα καθαρθείς από τα πάθη, και έπειτα θα φροντίσεις να καθαρθούν και άλλοι. 

Η προσευχή είναι η ανώτερη πράξη του ανθρώπου. Είναι ανώτερη από κάθε άλλη αρετή, διότι ενώνει την ψυχή με τον ίδιο τον Θεό. Δεν κάνουν όμως όλοι μια τέτοια προσευχή, δεν τη νιώθουν όλοι έτσι την προσευχή. Και είναι ενδεχόμενο να ψελλίζει κανείς προσευχή, αλλά να μένει ακατέργαστη η ψυχή του. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν ξέρουμε πόσο τη δέχεται ο Θεός. Βεβηλώνει κανείς την προσευχή του, όταν προσεύχεται αλλά δεν έχει αποτελέσματα η προσευχή, και μένει ακατέργαστη η ψυχή, δεν επηρεάζεται από τη χάρη του Θεού.

Λέγοντας ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», εννοεί όχι απλώς να ενθυμείται τον Θεό κανείς και να ψελλίζει προσευχή, αλλά η όλη στάση της ψυχής να είναι τέτοια, ώστε η ψυχή να είναι ενώπιον του Θεού: και καθώς ομιλεί κανείς και καθώς συναναστρέφεται και καθώς αντιμετωπίζει αναπόφευκτες δυσκολίες και διάφορα θέματα. 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου (†), “Πνευματικά Μηνύματα 2022”, σελ. 36 και “Πνευματικά Μηνύματα 2023”, σελ. 36.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ!

 
π. Συμεών Κραγιόπουλος
Πνευματική προετοιμασία των Χριστουγέννων 

Ὅλοι ἔχουν μία αἴσθηση αὐτὲς τὶς ἡμέρες… 

Νὰ ἀναφερθοῦμε λίγο στὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες οἱ ὁποῖες ἤδη ἀρχίζουν, καθὼς ἀπὸ αὔριο ἔχουμε τὰ προεόρτια τῶν Χριστουγέννων. Εἶναι ἡμέρες διακοπῶν, οἱ περισσότεροι ἀναπαύονται, ταξιδεύουν, εἶναι χρονιᾶρες μέρες, ὅπως λένε. Τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ μητρόπολη, ἡ μητέρα δηλαδὴ ὅλων τῶν ἑορτῶν κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Ἀλλὰ καὶ ἡ Πρωτοχρονιὰ μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τὴν Περιτομὴ τοῦ Κυρίου, ὅπως καὶ τὰ Θεοφάνεια εἶναι σ’ ὅλους μας γνωστὲς γιορτές. Ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ τὶς ξέρουμε καὶ, λίγο-πολὺ, ὅλοι ἔχουν μιὰ αἴσθηση αὐτὲς τὶς ἡμέρες. Τὸ ραδιόφωνο, ὅσο κι ἂν θέλει νὰ ξεφύγει, τελικὰ κι αὐτὸ κάπως θ’ ἀναφερθεῖ -καμιὰ φορὰ ἀρνητικὰ μὲ τὰ καλικαντζάρια κλπ – ὅπως καὶ ὁ τύπος, τὰ περιοδικὰ καὶ οἱ τηλεοράσεις.

Καὶ ἡ ὅλη ἐμφάνιση μιᾶς πόλεως, καθὼς οἱ δρόμοι στολίζονται ἀνάλογα, εἶναι χριστουγεννιάτικη. Τὰ καταστήματα κι αὐτά – βέβαια ἐκμεταλλεύονται τὴν γιορτή, μὲ ἀπώτερο σκοπὸ νὰ πουλήσουν περισσότερα- ἔχουν κάτι χριστουγεννιάτικο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, δηλαδὴ, οἱ πάντες ἔχουν μιὰ αἴσθηση ὅτι ἔχουμε διακοπές, ὅτι εἶναι μεγάλες γιορτές, ὅτι εἶναι Χριστούγεννα. Βέβαια ὅλοι σκέπτονται, ὅτι «νά, θὰ ξεκουραστοῦμε, νά, θὰ πουλήσουμε περισσότερα καὶ θὰ βγάλουμε περισσότερα, θὰ ψωνίσουμε περισσότερα, θὰ κάνουμε δῶρα» κλπ. καὶ ἐνῶ μέσα σ’ αὐτὰ τρόπον τινὰ χάνεται τὸ πνεῦμα τῶν ἑορτῶν, χάνεται τὸ πνεῦμα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, ὡστόσο ὅμως ὅλο καὶ κάτι μένει.

Ὅλοι λοιπὸν ἀπὸ μικρὰ παιδιά, ὅπου κι ἂν πήγαμε, ὅπου κι ἂν βρεθήκαμε, ὅποιοι κι ἂν εἴμαστε, λίγο-πολὺ ἔχουμε αἴσθηση αὐτὲς τὶς ἡμέρες ὅτι εἶναι γιορτές, μεγάλες γιορτές, εἶναι διακοπές, καὶ συγκεκριμένα εἶναι Χριστούγεννα, εἶναι Θεοφάνεια. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν πρέπει ν’ ἀναφερθοῦμε, νομίζω, σ’ αὐτὲς τὶς γιορτὲς καὶ μάλιστα νὰ προσπαθήσουμε ἔτσι λίγο πιὸ πρακτικά. 

Νὰ ἀρχίσουμε λίγο νὰ σκεπτόμαστε ἐπάνω στὸ μεγάλο θέμα τῶν ἑορτῶν 

Πρῶτα πρῶτα, καὶ θεωρητικὰ καὶ πρακτικὰ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κάνουμε ὁ καθένας μας εἶναι νὰ ἀρχίσουμε λίγο νὰ σκεπτόμαστε ἐπάνω στὸ μεγάλο θέμα τῶν ἑορτῶν. Πῶς νὰ τὸ κάνουμε; Ὁ ἄνθρωπος ἔχει σκέψη, ἔχει νοῦ, εἶναι λογικὸ ὄν. Δὲν εἶναι ἁπλῶς μόνο, ὅτι κινεῖται μὲ τὰ πόδια του, ὅτι κάνει ὁρισμένα πράγματα μὲ τὰ χέρια του. Ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη κάνει ὁρισμένα πράγματα πρακτικά, ἐὰν δὲν συμμετέχει καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἐὰν δὲν συμμετέχει ἡ ψυχή, ἂν ὁ ἄνθρωπος ὡς λογικὸ ὄν, ὡς ὄν ποὺ ἔχει ἐλευθέρα βούληση, ὡς ὄν ποὺ ἔχει αὐτοσυνειδησία, δὲν δώσει τὸν ἑαυτό του σὲ κάτι, δὲν φθάνει ἁπλῶς μόνο νὰ κινηθοῦν τὰ χέρια του, τὰ πόδια του καὶ νὰ κάνει ὁρισμένα πράγματα.

Ἂν ἦταν ἔτσι, ὁ Χριστὸς θὰ ἐρχόταν στὴ γῆ καὶ ἁπλῶς θὰ ἔκανε ὁρισμένα πράγματα, ὅπως καὶ ἔκανε. Ὅμως μίλησε κιόλας, μάλιστα μίλησε τρία ὁλόκληρα χρόνια, καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ πέρασε μέρα ποὺ νὰ μὴ μίλησε. Μιλοῦσε πολύ, πολλὲς ὧρες, ἔτσι ποὺ κουραζόταν καὶ μαζί του καὶ οἱ Ἀπόστολοι. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε περιπτώσεις ποὺ λέει στοὺς Ἀποστόλους: «Ἂς πᾶμε σ’ ἕναν ἔρημο τόπο λίγο νὰ ξεκουρασθεῖτε καὶ νὰ ξαναρθοῦμε» (Μαρκ. 6, 31).

Πόσα θὰ εἶπε ὁ Κύριος! Καὶ γιατί τὰ ἔλεγε ὅλα αὐτά; Τὰ ἔλεγε, διότι ἀπευθυνόταν σὲ λογικὰ ὄντα. Δὲν ἀπευθυνόταν σὲ ἄλογα ὄντα, ἀλλὰ ἀπευθυνόταν σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν νοῦ, ποὺ ἔχουν σκέψη, ποὺ ἔχουν λογικό, ποὺ ἔχουν βούληση. Μίλησε στὰ ὄρη, στὶς πεδιάδες, μίλησε κοντὰ στὴ θάλασσα• μίλησε νύχτα, μίλησε ἡμέρα• μίλησε σὲ πολλοὺς καὶ σὲ ὀλιγότερους. Μίλησε σὲ μεγάλους, μίλησε σὲ παιδιά. Μίλησε ἐν παραβολαῖς, μίλησε καὶ μετὰ ἀπὸ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε. Μίλησε ἔτσι ποὺ συμπλήρωνε μᾶλλον τὸν παλαιὸ νόμο, δίνοντας τὸν δικό του τέλειο νόμο.

Μίλησε λοιπὸν ὁ Χριστός, διότι ἀπευθυνόταν σὲ λογικὰ ὄντα καὶ ἤθελε νὰ τὸν ἀκούσουν, νὰ τὸν προσέξουν, νὰ τὸν καταλάβουν. Ἐλέγχει τὸν λαό, ὅταν δὲν καταλαβαίνει αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέει, ἀλλὰ καὶ τοὺς μαθητάς του. Κάποτε τοὺς εἶπε: «Ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοι ἐστέ;» (Ματθ. 15, 16). Εἶχε πεῖ κάτι, δὲν τὸ κατάλαβαν καὶ τὸν ρωτοῦσαν ἰδιαίτερα. «Ἀκόμη καὶ σεῖς, λέει, ἀσύνετοι εἶστε καὶ δὲν καταλάβατε τί θέλω νὰ πῶ;» Εἶχε τὴν ἀπαίτηση ὁ Κύριος, ὄχι μόνο νὰ τὸν ἀκοῦν ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν καταλαβαίνουν. Βέβαια, ἐφόσον θὰ ἤθελαν, διότι πάντοτε ἔλεγε: «Εἴ τὶς θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» (Ματθ. 16, 24).

Ἔτσι λοιπὸν δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ γιορτάσει τὰ Χριστούγεννα, ἁπλῶς διότι ἀκούει τὴ λέξη Χριστούγεννα ἢ ἁπλῶς ποὺ βλέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ πᾶνε καὶ νὰ ἔρχονται καὶ ὅλο κάτι νὰ κάνουν. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ γιορτάσει Χριστούγεννα ἀληθινά, ἐὰν δὲν σκεφθεῖ ὡς λογικὸ ὄν: Τί εἶναι τὰ Χριστούγεννα; Τί σημαίνει Χριστούγεννα; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων; Τί γιορτάζουμε κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτή; 

Τί κάνει ἡ Ἐκκλησία; 

Ὁ Κύριος ἐξήγησε καὶ ἑρμήνευσε καὶ τὸν ἐρχομό του καὶ τὴν σάρκωσή του καὶ τὴν Γέννησή του καὶ τὴν ὅλη ζωή του καὶ τὸν θάνατό του• γιατί θὰ πεθάνει, γιατί θὰ ἀναστηθεῖ. ἀλλὰ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία, ἄφησε τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο του. Εἴπαμε καὶ ἄλλη φορὰ, τί εἶναι Ἐκκλησία. Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

Τί κάνει ἡ Ἐκκλησία; Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος συνεχίζει νὰ κηρύττει αὐτὸ ποὺ κήρυττε ὁ Χριστός, νὰ ἑρμηνεύει αὐτὸ τὸ ὁποῖο φανέρωσε ὁ Χριστός, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Ἀπευθύνεται ἡ Ἐκκλησία σὲ λογικὰ ὄντα, σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν νοῦ, ποὺ ἔχουν σκέψη, ποὺ καταλαβαίνουν, ποὺ ἔχουν βούληση, ποὺ θέλουν. Ἡ Ἐκκλησία, τὸ ὅλο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὅλη ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ἡ χριστιανικὴ ζωή, δὲν εἶναι μιὰ μαγεία, ὅπως εἴπαμε κι ἄλλες φορές. Ἡ λατρεία ἡ χριστιανικὴ εἶναι λογικὴ λατρεία• ὄχι μαγεία. ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ Ἐκκλησία ζεῖ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔζησε ὁ Κύριος. Διότι δὲν διδάσκει μόνο ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ ζεῖ συγχρόνως τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ δείχνει αὐτὴ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ στὰ παιδιά της καὶ σ’ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔγιναν ἀκόμη παιδιά της, γιὰ νὰ πιστεύσουν καὶ νὰ γίνουν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἑπομένως, πρέπει ὅσο μποροῦμε ὁ καθένας μας -ἄλλος περισσότερο, ἄλλος ὀλιγότερο, ἄλλος λίγο ἁπλούστερα, ἄλλος λίγο βαθύτερα, ἄλλος ἔτσι, ἄλλος ἀλλιῶς, βοηθούμενοι καὶ μὲ τὸ νὰ διαβάσουμε, νὰ συζητήσουμε, νὰ ρωτήσουμε, νὰ ἀκούσουμε- ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις μας, μὲ τὸ κουράγιο μας, μὲ τὴν ὄρεξή μας, μὲ τὴν διάθεσή μας, μὲ τὸν καημό μας, μὲ τὸν πόθο μας, νὰ ἐγκύψουμε, νὰ μεριμνήσουμε καὶ νὰ φροντίσουμε νὰ μάθουμε, ἂς ποῦμε, τί εἶναι τὰ Χριστούγεννα, τί σημαίνουν Χριστούγεννα ἂς μὴν περιμένουμε αὐτὸ μόνο του νὰ γίνει. Πρέπει καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ κινηθεῖ λιγάκι. Πρέπει καὶ ὁ ἄνθρωπος λίγο νὰ ζορίσει τὸν ἑαυτό του. Πρέπει νὰ δείξει ἐνδιαφέρον κανεὶς• δὲν γίνεται ἀλλιῶς. 

Ὑποταγὴ στὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας 

Ὁ Θεὸς θέλει νὰ μᾶς δώσει τὸ φῶς του, νὰ μᾶς δώσει τὴν ἀλήθεια του, νὰ μὴ μείνει κανένας μας στὴν πλάνη, νὰ μὴν ὑπάρχει σὲ κανέναν μέσα του ψέμα ἀλλὰ νὰ ὑπάρχει μόνο ἡ ὅλη ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ. Θέλει νὰ μᾶς δώσει τὴν ἀλήθεια ὁ Θεός ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν δική του πλευρὰ νὰ δώσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀλήθεια· δηλαδὴ νὰ φροντίσει νὰ μάθει.

Ἑπομένως, κάνει πάρα πολὺ ἄσχημα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ἐνῶ ἀκούει, ὅτι ἦρθε ὁ Χριστός, ποτὲ δὲν ἐνδιαφέρθηκε νὰ μάθει, τί εἶπε ὁ Χριστός. Καὶ ὄχι νὰ ἐνδιαφερθεῖ μόνο μὲ τὴν ἔννοια, ὅτι «διάβασα ἐγὼ καὶ κατάλαβα». Ὄχι. ὁ Χριστὸς ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἄφησε τὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς δίνει αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἶπε ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἑρμηνεύει αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἶπε ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ μᾶς τὸ δώσει σωστὰ καὶ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε πλάνη. Γιατί, ὅπως εἶναι λάθος το νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται κανεὶς καθόλου, λάθος ἐπίσης εἶναι, ὅταν ἐνδιαφέρεται μόνος του.

Ὅπως λέμε, ὁ καθένας διαβάζει καὶ βγάζει τὰ συμπεράσματά του. Δὲν εἶναι ἔτσι ἐδῶ• ὁ καθένας νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του. Ἐδῶ πρέπει νὰ ὑποταχθεῖ κανεὶς στὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν θέλει. Ἄν δὲν θέλει, θὰ ἀκολουθήσει ὅποιον δρόμο θέλει. Θέλει νὰ πάει κοντὰ στὸν Χριστό; Νὰ πάει. Δὲν θέλει; Νὰ μὴν πάει. Θέλει νὰ μπεῖ στὴν Ἐκκλησία, νὰ ὑποταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία; Νὰ τὸ κάνει. Δὲν θέλει; Νὰ μὴν τὸ κάνει.

Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐἂν δὲ καὶ ἀθλῇ τίς, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλὴσῃ» (Β΄ Τίμ. 2, 5). Ἂν θυμᾶστε, ὁ στίχος αὐτὸς περιέχεται στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀναγινώσκεται στὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Καὶ ὅταν ἀκόμη κανεὶς κάνει ἀγῶνα, κάνει ἄθληση, ἐὰν δὲν τὴν κάνει αὐτὴ τὴν ἄσκηση νόμιμα, δὲν μπορεῖ νὰ στεφανωθεῖ. Δὲν μπορεῖ ὁ καθένας ἀνεξέλεγκτα, δηλαδὴ ὅπως θέλει νὰ διαβάζει, ὅπως θέλει νὰ καταλαβαίνει, ὅπως θέλει νὰ ἑρμηνεύει, ὅπως θέλει νὰ ζεῖ, καὶ νὰ περιμένει, ἂς ποῦμε, νὰ τὸν δοξάσει ὁ Θεός, νὰ περιμένει νὰ τὸν στεφανώσει ὁ Θεός, νὰ περιμένει νὰ τὸν ἁγιάσει ὁ Θεός. Δὲν γίνεται ἔτσι.

Οἱ Ἀπόστολοι ὑποτάχθηκαν στὸν Χριστό. Δὲν ἄκουσαν ἁπλῶς τὸν Χριστὸ καὶ πῆραν αὐτὰ ποὺ ἄκουσαν καὶ τὰ ἐξήγησε ὁ καθένας ὅπως ἤθελε ἀλλὰ ἀκολούθησαν τὸν Χριστό, ἔμειναν μαζί του τρία ὁλόκληρα χρόνια καί, ἐνῶ τὸν ἀρνήθηκαν καὶ ἀπομακρύνθηκαν, ξαναγύρισαν καὶ ἔμειναν πιστοὶ σ’ αὐτόν. Ἦρθε λίγο ἀργότερα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοὺς φώτισε καὶ τότε κατάλαβαν αὐτὰ ποὺ τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Χριστός. Ἔτσι ἱδρύθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, οἱ πάντες τὰ πληροφοροῦνται, τὰ μαθαίνουν, τὰ καταλαβαίνουν, τὰ ζοῦν, ὅπως τὰ ζεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τὰ ἑρμηνεύει ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τὰ δίνει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἱερὰ Παράδοση. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν θὰ πρέπει καὶ νὰ διαβάσει κανεὶς καὶ ν’ ἀκούσει καὶ νὰ συζητήσει. Θὰ πρέπει καὶ νὰ ρωτήσει καὶ νὰ διευκρινίσει, μήπως δὲν κατάλαβε καλά, μήπως πέφτει ἔξω, μήπως πλανᾶται, μήπως κάνει τοῦ κεφαλιοῦ του• αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ λέει τὸ δικό του τὸ μυαλό. 

Τὸ πρῶτο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε 

Νὰ μελετήσουμε λοιπόν: Τί εἶναι Χριστούγεννα; Γιατί τὴν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἔχουμε τὴν Σύναξη, ὅπως λέμε, τῆς Παναγίας; Τί εἶναι ἡ Περιτομὴ τοῦ Κυρίου; Γιατί γιορτάζουμε τὴν Περιτομὴ τοῦ Κυρίου; Τί εἶναι τὰ Θεοφάνεια; Τί εἶναι ἡ δεύτερη ἡμέρα τῶν Θεοφανείων; Τί σημαίνουν, λοιπὸν, ὅλα αὐτά;

Τὸ πρῶτο πρῶτο λοιπόν, παρακαλῶ, εἶναι αὐτὸ ποὺ θὰ κάνουμε ὁ καθένας, ὅσο μποροῦμε. Νὰ τὸ ξέρουμε, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θέλει νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦμε. Ταμπουρωνόμαστε καὶ λέμε «δὲν μπορῶ». Ἂν ὄντως δὲν μπορεῖς, δὲν τὸ θέλει ὁ Θεὸς αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖς. Ὁ Θεὸς θέλει αὐτὸ ποὺ μπορεῖς. Ἀλλά, ἂν τὸ πάρεις λίγο καλά, σωστὰ τὸ θέμα, θὰ δεῖς, ὅτι πάρα πολλὰ ποὺ μπορεῖς, ἀποφεύγεις νὰ τὰ κάνεις ἀπὸ τεμπελιά, ἀπὸ ἀδιαφορία, μὴν μπλέξεις καὶ χάσεις βέβαια τὸν ἐγωισμό σου.

Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι ξέρουμε πολλὰ ἕως τώρα. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἁπλῶς νὰ ξέρουμε. Μπορεῖ νὰ ξέρουμε, τί εἶναι Χριστούγεννα κλπ.· νά ‘χουμε διαβάσει, νά ‘χουμε ἀκούσει. Δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται αὐτὲς τὶς ἡμέρες, καθὼς πλησιάζουμε στὶς γιορτές, εἶναι νὰ τὸ ἔχουμε στὴ σκέψη μας. Πῶς ἄλλα πράγματα κανεὶς τὰ ἔχει στὴ σκέψη του, τὰ δουλεύει μὲ τὴ σκέψη του, τὰ συλλογίζεται; Βέβαια χωρὶς νὰ παθαίνει ψύχωση. Ἐκεῖνο εἶναι κάτι ἄρρωστο· δὲν εἶναι σωστό.

Ἂς ποῦμε, πάει κανεὶς νὰ δώσει ἐξετάσεις καὶ συνέχεια αὐτὸ σκέπτεται. Ἢ θὰ κάνει κάποια ἐπίσκεψη, καὶ τὸ μυαλό του εἶναι ἐκεῖ καὶ σκέπτεται πῶς θὰ γίνει, πῶς δὲν θὰ γίνει. Ἢ ἔχει μιὰ συνάντηση ποὺ θὰ εἶναι κάτι εὐχάριστο κλπ. καὶ σκέπτεται, πῶς θὰ τὴ χαρεῖ, πῶς θὰ τὴν εὐχαριστηθεῖ, πῶς θὰ μπορέσει νὰ ζήσει ἐκείνη τὴν ὥρα τῆς συναντήσεως πολὺ καλὰ κλπ. ἤ ὅ,τι ἄλλο. 

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος 

Εἴ δυνατόν, θὰ ἔλεγε κανείς, αὐτὲς τὶς ἡμέρες μέσα στὸ νοῦ μας καὶ μέσα στὴν καρδιά μας νὰ γραφεῖ ἡ λέξη «Χριστούγεννα». Ὅπως λέγεται γιὰ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο ποὺ γιορτάζουμε αὔριο ὅτι, ὅταν τὸν ἔφαγαν τὰ θηρία, τὴν καρδιὰ δὲν τὴν ἔφαγαν καὶ εἶδαν μέσα στὴν καρδιά του γραμμένη τὴν λέξη Χριστός. Καὶ ἔδωσαν τὴν ἐξήγηση, ὅτι εἶχε πολλὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό. Βέβαια, εἶναι μιὰ παράδοση, καὶ μπορεῖ νὰ μὴν εἶδαν τὴ λέξη γραμμένη, ὅμως στὴν οὐσία, στὴν πραγματικότητα, ὄντως ἔτσι ἦταν.

Ὅπως θυμᾶστε, ἤθελε πότε καὶ πότε νὰ πάει νὰ τὸν φᾶνε τὰ θηρία, νὰ καταφάγουν, νὰ ἀλέσουν τὸ σῶμα του μὲ τὰ δόντια τους, σὰν νὰ εἶναι μύλος, ἂς ποῦμε, τὰ δόντια τῶν θηρίων, γιὰ νὰ γίνει, λέει, τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ γίνει μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, νὰ γίνει ἀλεύρι καὶ ἄρτος τοῦ Χριστοῦ. «Ὕδωρ ζῶν ἐν ἐμοί», λέει, μὲ καλεῖ στὸν οὐράνιο Πατέρα. Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ἐμποδίσει ἀπ΄ αὐτὸ κλπ. Ἀκριβῶς διότι εἶχε πολλὴ ἀγάπη στὸν Χριστό, γράφτηκε, ἂς ποῦμε, αὐτὴ ἡ λέξη. Καὶ ἴσως ἀπ΄ αὐτὸ νὰ ὀνομάσθηκε Θεοφόρος, δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ φέρει τὸν Θεό. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος. Ἴσως ὅμως ὀνομάσθηκε ἔτσι, ἐπειδή -ὑπάρχει αὐτὴ ἡ παράδοση- εἶναι τὸ παιδὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶχε κρατήσει στὴν ἀγκαλιά του ὁ Χριστός, ὅταν εἶπε στοὺς μαθητάς του καὶ στοὺς ἄλλους: «Ἂν δὲν γίνετε, ὅπως αὐτὸ τὸ παιδί, κι ἐσεῖς παιδιὰ» δηλαδὴ στὴ σκέψη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀκακία, «δὲν θὰ μπορέσετε νὰ μπεῖτε στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Θεοφόρος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ φέρει τὸν Θεό ἀλλὰ καὶ ποὺ φέρεται ἀπὸ τὸν Θεό. 

Τὸ μεγάλο λάθος τῶν χριστιανῶν 

Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπανέλθω στὸ θέμα μας. Εἴ δυνατὸν νὰ γραφεῖ μέσα στὴν καρδιά μας, καὶ ἂν κάποιος ἀνοίξει τὴν καρδιά μας, νὰ βρεῖ γραμμένη τὴν λέξη Χριστούγεννα, Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, Χριστός. Καὶ χωρὶς νὰ πάθει κανεὶς κάτι ἄρρωστο, δηλαδὴ ψύχωση καὶ τέτοια, πού, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἄρρωστα πράγματα, νὰ τὸ σκέπτεται, νὰ τὸ ἀγαπᾶ πολὺ αὐτὸ καὶ νὰ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ἐμβαθύνει, νὰ τὸ νιώσει, νὰ τὸ ζήσει τοσο πολύ, ὥστε νὰ γραφεῖ μέσα στὴν καρδιά του, μέσα στὸ νοῦ του, μέσα στὴν σκέψη του, ἡ λέξη Χριστούγεννα καὶ τὸ ὅλο γεγονὸς αὐτό. Τὸ ἴδιο νὰ γίνει μὲ τὴν ἄλλη γιορτή, τὸ ἴδιο νὰ γίνει καὶ μὲ τὴν ἄλλη γιορτὴ κλπ.

Πρῶτα λοιπὸν καὶ κύρια πρέπει, παρακαλῶ πολύ, νὰ τὸ σκεφθοῦμε, νὰ τὸ μελετήσουμε. Νὰ μὴν εἶναι δηλαδὴ σὰν κάτι ἐπιπλέον, σὰν κάτι πρόσθετο. Καθὼς κάνουμε ὅλα τ’ ἄλλα, κάνουμε καὶ αὐτό, ποὺ κι ἂν δὲν εἶναι, δὲν πειράζει. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο λάθος τῶν χριστιανῶν, τῶν σημερινῶν χριστιανῶν. Πρῶτα εἶναι ὁ Χριστός, πρῶτα εἶναι τὸ ἔργο αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς γιά μᾶς, αὐτὸ ποὺ κάμνει ὁ Χριστὸς γιά μᾶς. Ἑπομένως, πρῶτα εἶναι ἡ γιορτη αὐτὴ ποὺ λέγεται Χριστούγεννα, τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων, αὐτὸ τὸ γεγονός, ἂς ποῦμε, ποὺ γιορταζουμε, καὶ ὕστερα εἶναι τὸ ὅτι θὰ στρώσουμε καλύτερο τραπέζι, θὰ πάρουμε ἴσως καὶ καινούργια ἐνδύματα, θὰ συγυρίσουμε περισσότερο τὸ σπίτι, θὰ κάνουμε ἴσως καὶ κάτι ἄλλο. Πρῶτα ὅμως αὐτό. Δὲν γίνεται ἀλλιῶς. Νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ καλὰ καλὰ καὶ νὰ δώσουμε τὸν ἑαυτό μας σ’ αὐτό. 

Νὰ κοινωνήσουμε κατὰ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο 

Ἔπειτα, ἔτσι πρακτικὰ θὰ ἦταν καλὸ νὰ σκεφθοῦμε καὶ ὡς ἑξῆς: κάθε μέρα τρῶμε καὶ μερικοὶ κάθε μέρα, ἢ τέλος πάντων ἀρκετὲς φορὲς, ἔχουν καλὸ φαγητό, ἂς ποῦμε, καὶ τρῶνε. Ἀλλὰ ὅμως στρώνουν τὸ τραπέζι κατὰ ἕναν συνηθισμενο τρόπο, τρῶνε κατὰ ἕναν συνηθισμένο τρόπο, τελειώνουν καὶ πηγαίνουν στὶς δουλειές τους. Ὅμως τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα, τῶν Θεοφανείων, τὴν ἡμέρα ποὺ ἔχουν μιὰ ἄλλη γιορτὴ κλπ., πάλι τὸ ἴδιο φαγητὸ θὰ φᾶνε -ὁ ἄνθρωπος πόσο θὰ φάει; Δὲν εἶναι στὸ χέρι του νὰ φάει πολύ. Θὰ φάει, θὰ φάει, χόρτασε. Τί ἔγινε;- ἀλλὰ καὶ θὰ τὸ φροντίσουν περισσότερο καὶ θὰ τὸ γιορτάσουν. Θέλω νὰ τονίσω δηλαδὴ τοῦτο: ἐνῶ τρῶμε κάθε μέρα καὶ τρῶμε κατὰ ἕναν συνηθισμένο τρόπο, ὅταν ἔρθει μιὰ ἐξαιρετικὴ ἡμέρα, πάλι θὰ φᾶμε τὰ ἴδια -τὸ πολὺ πολὺ νὰ προσθέσουμε κανένα γλυκὸ παραπάνω, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα τὸ στομάχι θὰ γεμίσει κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο- ὅμως φροντίζουμε νὰ τὸ χαροῦμε περισσότερο, ἂς ποῦμε, νὰ τὸ καταλάβουμε, νὰ τὸ νιώσουμε καλύτερα. Γίνεται καὶ ἀνάλογη προετοιμασία, καὶ τὸ σκεπτόμαστε.

Εἴπαμε προηγουμένως, κάποια ἡμέρα ποὺ ἔχουμε γιορτή, ἔχουμε πανηγύρι, ἔχουμε γάμο κλπ. ἀπὸ πιὸ μπροστά το σκεπτόμαστε, τὸ μελετοῦμε. Ἔτσι, θὰ στρωθεῖ τὸ τραπέζι, θὰ μποῦν τὰ λουλούδια, θὰ μποῦν οἱ κάρτες, ἡ ἐπίπλωση θὰ ‘ναι ἀνάλογη, καὶ τὸ γιορτάζουμε, τὸ χαιρόμαστε. Ὅσες βέβαια οἰκογένειες τὰ καταφέρνουν ἔτσι. Γιατί σὲ μερικὲς οἰκογένειες τέτοιες μέρες γίνονται οἱ μεγαλύτεροι καβγάδες. Ἀλλὰ ὅσες οἰκογένειες τὰ καταφέρνουν, γιορτάζουν καὶ περνοῦν εὐχάριστα τὴν ἡμέρα αὐτὴ ποὺ κάνουν μιὰ ὁποιαδήποτε γιορτή.

Θέλω νὰ πῶ δηλαδὴ κάτι, ποὺ δὲν τὸ ἔχουμε πεῖ ἄλλη φορά, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ ποῦμε σήμερα. Τὸ τραπέζι, τὸ φαγητὸ ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεός, εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία. Κοινωνοῦμε πολλὲς φορὲς τὸν χρόνο. Κυριακές, καθημερινὲς καὶ ἡμέρα καὶ σὲ ἀγρυπνία κλπ. Πολλοὶ χριστιανοὶ κοινωνοῦν πολλὲς φορὲς κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἔτους. Καὶ τὰ Χριστούγεννα θὰ κοινωνήσουμε. Δὲν θὰ κάνουμε τίποτε περισσότερο. Ὅμως νομίζω ὅτι θὰ μπορούσαμε, ἂς ποῦμε, αὐτὴ τὴν ἡμέρα νὰ κοινωνήσουμε -ὅπως καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη γιορτή-κατὰ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο. Ὄχι ὅτι μειώνεται ἡ Θεία Κοινωνία τὶς ἄλλες μέρες. Ὅπως εἴπαμε γιὰ τὸ φαγητό, κάθε μέρα τρῶμε καὶ χορταίνουμε. Ἀλλὰ σὲ μιὰ γιορτὴ φροντίζουμε νὰ τὸ χαροῦμε ἀκόμη περισσότερο τὸ φαγητὸ ποὺ θὰ φᾶμε.  

Προετοιμασία γιὰ τὴν χριστουγεννιάτικη Θεία Κοινωνία 

Ὅλοι ἑτοιμάζονται νὰ κοινωνήσουν τὰ Χριστούγεννα καὶ πολὺ καλὰ κάνουν. Εἴ δυνατὸν νὰ μὴ μείνει κανένας χριστιανὸς ποὺ νὰ μὴν κοινωνήσει, προπαντὸς τὶς μεγάλες γιορτές: τὰ Χριστούγεννα, τὰ Θεοφάνεια, τὸ Πάσχα. Γι’ αὐτὸ, ὅλοι πρέπει νὰ ἑτοιμασθοῦν ὁπωσδήποτε μὲ τὴν μετάνοια, μὲ τὴν ἐξομολόγηση, μὲ τὴν κάθαρση κλπ. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τονίσω σήμερα, νὰ τὸ σκεφθοῦμε, ὅτι «θὰ κοινωνήσω τὰ Χριστούγεννα». Εἶναι ἡ χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία, εἶναι ἡ χριστουγεννιάτικη γιορτή, εἶναι ἡ χριστουγεννιάτικη Θεία Κοινωνία. Ἑπομένως, ἂς ἑτοιμασθῶ λίγο καλύτερα, ἂς τὸ σκεφθῶ λίγο περισσότερο, ἂς τὸ μελετήσω, ἂς δώσω λίγο περισσότερο τὴν καρδιά μου, ἂς τὸ χαρῶ λίγο περισσότερο, ἂς τὸ ποθήσω λίγο περισσότερο.

Τὸν ἄλλο καιρὸ ἴσως δὲν μπορεῖς, ἂς ποῦμε, νὰ κάνεις ὁρισμένα πράγματα. Φρόντισε αὐτὴ τὴν ἡμέρα καὶ σὲ κάθε γιορτὴ νὰ ἔχεις ὅσο τὸ δυνατὸν καθαρὴ καρδιά, νὰ εἶσαι ὅσο τὸ δυνατὸν συμφιλιωμένος μὲ ὅλους, νὰ μὴν εἶναι κανεὶς στενοχωρημένος, λυπημένος μαζί σου. Ὄχι μόνο ἐσὺ νὰ μὴν εἶσαι τσακωμένος μὲ κανέναν, ἀλλὰ καὶ ἄλλος νὰ μὴν εἶναι λυπημένος μαζί σου. Νὰ φροντίσεις, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ σένα, νὰ φύγει ἀπὸ τὴ μέση ἡ λύπη, ἡ στενοχώρια. Νὰ διαβάσεις ἴσως κάποιο βιβλίο, τὸ ὁποῖο μιλάει γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, νὰ διαβάσεις τὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως, νὰ προσευχηθεῖς λίγο περισσότερο.

Ἂν μπορέσεις νὰ βρεῖς λίγο χρόνο, ἔστω λίγα λεπτά, νὰ ἀποσυρθεῖς κάπου. Καὶ ἕνα λεπτὸ νὰ τὸ κάνει κανείς. Δὲν θὰ βρεῖ ἕνα λεπτό; Ἕνα λεπτὸ νὰ καθίσεις ἔτσι, εἰδικὰ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, νὰ μείνεις μόνος μὲ μόνο τὸν Θεὸ καὶ νὰ σκεφθείς: «Θεέ μου, ἐγὼ θὰ ἔλθω νὰ κοινωνήσω». Ὅσο μπορεῖ νὰ τὸ κάνει κανεὶς καὶ νὰ μελετήσει τὸ μυστήριο. Νὰ προδιαθέσει τὴν ψυχή του, τὴν ὅλη ὕπαρξή του γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ δεῖπνο, γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ τραπέζι, γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, τὴν γιορτινὴ Θεία Κοινωνία, τὴν χριστουγεννιάτικη Θεία Κοινωνία.

Δὲν ἔχει τίποτε παραπάνω αὐτὴ ἡ Θεία Κοινωνία ἀπὸ τὶς ἄλλες οὔτε οἱ ἄλλες εἶναι ὑποδεέστερες ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ ἀνθρωπίνως ὅμως μποροῦμε, ὅπως κάνουμε γιὰ τὸ κοινὸ τραπέζι, κάτι περισσότερο νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ νιώσουμε τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Χριστουγέννων πιὸ πολύ, γιὰ νὰ τὴ γιορτάσουμε αὐτὴ τὴν Θεία Λειτουργία, αὐτὴ τὴν Θεία Κοινωνία πιὸ πολύ. 

Μία ἀπαραίτητη ἐνέργειά μας: ἡ συμφιλίωση μὲ ὅλους 

Καὶ ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, ἔρχεται στὴν συνέχεια, ὅτι πρέπει νὰ κάνει κανεὶς μερικὰ πρακτικότερα πράγματα. Καὶ βασικὸ εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖο μόλις προηγουμένως εἶπα: ἡ συμφιλίωση μὲ ὅλους. Ὅλοι νὰ προσπαθήσουμε νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο αὐτὲς τὶς ἡμέρες, εἴτε μὲ μιὰ καρτούλα εἴτε μ’ ἕνα δωράκι εἴτε μ’ ἕνα τηλέφωνο εἴτε μ’ ἕναν ἄλλο τρόπο, ἂς ποῦμε, νὰ ξεπεράσουμε τὰ ἀγκάθια, νὰ ξεπεράσουμε ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δηλητηριάζουν τὴν ψυχή μας, ὅλες ἐκεῖνες τὶς καταστάσεις ποὺ μᾶς κάνουν νὰ ἔχουμε μέσα μας τὴν πικρία, νὰ ἔχουμε μέσα μας μιὰ στενοχώρια.

Νὰ γλυκάνουμε τὴν ψυχή μας μὲ τὴν φιλία, μὲ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν συμφιλίωση, μὲ τὴν τακτοποίηση. Καὶ αὐτὸ μπορεῖ ν’ ἀρχίσει καὶ πρέπει ν’ ἀρχίσει πρῶτα ἀπὸ τὸ σπίτι, πρῶτα ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς δικούς μας. Νὰ κάνουν οἱ γονεῖς μιὰ συγκατάβαση στὰ παιδιὰ καὶ νὰ συμφιλιωθοῦν. Νὰ κάνουν ἐπίσης τὰ παιδιὰ μιὰ συγκατάβαση καὶ νὰ συμφιλιωθοῦν μὲ τοὺς γονεῖς. Ὁ σύζυγος μὲ τὴ σύζυγο… Βέβαια, μένουν στὸ ἴδιο σπίτι, μιλᾶνε, τρῶνε μαζὶ κλπ., ἀλλὰ ὅλο καὶ κάτι ὑπάρχει μέσα τους. Μιὰ εὐκαιρία καλὴ• Χριστούγεννα εἶναι. Νὰ κυλήσει πραγματικὰ ἡ ἀγάπη. Νὰ δοθεῖ πραγματικὰ ἡ ἀγάπη ἀπὸ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο. Νὰ βασιλεύσει ἡ ἀγάπη, νὰ μονοιάσει ὅλους ἡ ἀγάπη, νὰ τοὺς φιλιώσει ὅλους, νὰ τοὺς κάνει νὰ νιώσουν ὅτι εἶναι ὅλοι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.

Ποιός μπορεῖ νὰ πεῖ «ἐγὼ εἶμαι καλύτερος ἀπὸ τὸν ἄλλο»; Ποιός μπορεῖ νὰ σταθεῖ καὶ νὰ πεῖ, ὅτι «εἶμαι λιγότερο ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τὸν ἄλλο»; Ποιός, ποιός; Ἅγιος νὰ εἶναι κάποιος, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, σὲ σύγκριση μὲ τὸν μεγαλύτερο ἁμαρτωλό, δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ «ἐγὼ εἶμαι ἅγιος κι ἐσὺ εἶσαι ἁμαρτωλός». Ὁ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος βγάζει τὴν κρίση γιὰ τὸν καθένα. Ἐμεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ὅλοι πλάσματά του, ὅλοι ἐν ἁμαρτίαις, ὅλοι μὲ τὰ λάθη μας, ὅλοι μὲ τοὺς ἐγωισμούς μας καὶ ἐπιστρέφουμε σ’ αὐτὸν μὲ ταπείνωση, μὲ ἁπλότητα καὶ ζητοῦμε τὴν συγχώρηση. Καὶ πάντοτε μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Κύριος καὶ μᾶς λέει, ὅτι πρέπει μεταξύ μας νὰ συμφιλιωθοῦμε, ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.

Ἑπομένως, ὅλο καὶ θὰ βροῦμε -θέλω νὰ τονίσω τὰ πρακτικά- ἕναν τρόπο, ἕναν γλυκὸ λόγο, ἕνα δωράκι, ὅπως εἴπαμε -τὸ ὁποῖο αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει καμιὰ ἄξια- μιὰ καρτούλα ποὺ θὰ γράψεις δυὸ λέξεις, γιὰ νὰ συμφιλιωθοῦμε ἀκόμη καὶ μέσα στὸ σπίτι. Πρέπει νὰ βάλεις κατὰ μέρος τὸ θέλημά σου, νὰ βάλεις κατὰ μέρος τὸν ἐγωισμό σου, νὰ βάλεις κατὰ μέρος τὸ πικάρισμά σου, νὰ βάλεις κατὰ μέρος τὸ ὅτι εἶσαι θιγμένος. Ἐπίσης, μιὰ ἐκδούλευση νὰ κάνεις στὸν ἄλλο, μιὰ χάρη νὰ κάνεις στὸν ἄλλο. «Ἀσ’ το, μπαμπᾶ -νὰ πεῖ τὸ παιδί- θὰ τὸ κάνω ἐγὼ αὐτὸ· μὴ στενοχωριέσαι, τὸ ἀναλαμβάνω ἐγὼ»· καὶ νὰ ξενοιάσει ὁ ἄνθρωπος. Μπορεῖ μετὰ νὰ μὴ δεῖ διαφορετικὰ τὸ παιδὶ αὐτό; Ὅπως ἐπίσης ἀπὸ τὴν πλευρά τους ὁ μπαμπάς, ἡ μαμά, νὰ ποῦν: «Καλά, παιδί μου. Χριστούγεννα ἔρχονται. Προσπάθησε κι ἐσὺ κι ἐμεῖς νὰ μὴ στενοχωρεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Νὰ περάσουμε γλυκύτερες αὐτὲς τὶς ἡμέρες, κάπως καλύτερα αὐτὲς τὶς ἡμέρες». 

Δὲν μποροῦμε νὰ συμβιβάσουμε τὰ ἀσυμβίβαστα 

Ἐφόσον ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα γιά μᾶς, ἄλλοι ὅμως δὲν τὰ δέχονται ἔτσι, περιττὸ νὰ ποῦμε ὅτι κάπως ἀλλιώτικη θά ‘ναι ἡ ζωὴ ἡ δική μας. Νὰ τὸ προσέξουμε αὐτό, σᾶς παρακαλῶ. Δὲν θὰ σηκωθοῦμε νὰ φύγουμε. Θὰ ζήσουμε ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους. Μέσα στὶς πόλεις ποὺ ζοῦν οἱ ἄλλοι, κι ἐμεῖς. Τὰ ἴδια καυσαέρια, κι ἐκεῖνοι κι ἐμεῖς. Τὰ ἴδια πᾶνε, ἔλα κλπ. Ὅλα αὐτὰ θά ‘ναι τα ἴδια, ἀλλὰ τελικὰ ὅμως δὲν μποροῦμε, ἂς ποῦμε, νὰ συμβιβάσουμε καὶ νὰ συνδυάσουμε τὰ ἀσυμβίβαστα καὶ τὰ ἀσυνδύαστα.

Δὲν μπορεῖς δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τάχα νὰ σκέπτεσαι γιὰ τὰ Χριστούγεννα, γιὰ τὴν γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, γιὰ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονός, γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ, γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ σκέπτεσαι, σὲ ποιό μέρος θὰ πᾶς νὰ κάνεις τὸ ρεβεγιόν σου ἢ νὰ κάνεις ἄλλες κοσμικὲς ἐκδηλώσεις. Δὲν γίνεται. Πῶς νὰ τὸ κάνουμε; Εἶναι ἕνα λάθος αὐτό. Ἐντάξει· ὅσοι θέλουν νὰ πᾶνε νὰ κάνουν ἐκεῖνο, νὰ κάνουν ἐκεῖνο. Ὅμως, ἅμα ἐσὺ θέλεις νὰ εἶσαι χριστιανός, νὰ ξέρεις ὅτι δὲν μποροῦν νὰ γίνουν καὶ τὰ δύο. Ἕνα ἀπὸ τὰ δυὸ καρπούζια θὰ κρατήσει κανεὶς στὴ μασχάλη• καὶ τὰ δυὸ δὲν γίνεται. Κι ὅσοι τυχὸν τὸ ἐπιχειροῦν αὐτό, τελικὰ χάνουν καὶ τὰ δύο. Ἑπομένως, καὶ θὰ νηστεύσουμε.

Θ’ ἀκούσετε νὰ λένε «τί νηστεῖες καὶ τί ἐγκράτεια…». Ἂς τὰ λένε. Ἐκεῖνοι αὐτὸ νομίζουν ὅτι εἶναι τὸ σωστό. Ἀλλὰ ὅποιος ὅμως πιστεύει στὸν Χριστό, πιστεύει στὴν Ἐκκλησία καὶ θέλει νὰ γνωρίζει πῶς ἔχουν τὰ πράγματα, νὰ ξέρει ὅτι θὰ νηστεύσει. Καὶ θὰ νηστεύσουμε καὶ θὰ ἀποφύγουμε τὰ κοσμικὰ καὶ θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ κύριο. Δηλαδὴ πῶς μπορεῖς νὰ δικαιολογηθεῖς ὡς χριστιανὸς νὰ εἶναι Κυριακὴ πρωὶ καὶ προπαντὸς νὰ εἶναι γιορτὲς καὶ ἐσὺ νὰ ἀπουσιάζεις; 

Τὸ θέμα εἶναι νὰ βρεθοῦμε μέσα στὸ μυστήριο 

Στὴν Θεία Λειτουργία, ὅπως ἔχουμε πεῖ, ἔχουμε ὄντως τὸν Χριστό, ἔχουμε ὄντως ὅλη τὴν ζωή του, ἔχουμε τὴν Γέννησή του, τὴν διδασκαλία του, τὸ κήρυγμά του, ἔχουμε τὸν θάνατό του, τὴν Ἀνάστασή του. Μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, μέσα στὸ μυστήριο αὐτό. Αὐτὸ θὰ πεῖ Θεία Λειτουργία, καὶ σὺ κάθεσαι καὶ κοιμᾶσαι; Καὶ γιατί κοιμᾶσαι; Διότι ξενύχτησες στὸ ρεβεγιόν, διότι ξενύχτησες στὴν τράπουλα. Δὲν γίνεται. Ὅπως εἴπαμε, ὅποιος θέλει νὰ κάνει ἐκεῖνα, νὰ τὰ κάνει. Ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ συμβιβαστοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα. Θὰ σηκωθεῖς λοιπὸν καὶ θὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία. Γιὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους.  Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ πᾶς ὅλη τὴν ὥρα, νὰ πᾶς ὅση ὥρα μπορεῖς. Τοὐλάχιστον στὴν Θεία Λειτουργία.

Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ θὰ ἤθελα νὰ πῶ, ὅτι σὲ μιὰ κοσμικὴ γιορτή, σὲ μιὰ ἐκδήλωση κοσμική, φροντίζει κανεὶς νὰ πάει ἀπὸ τοὺς πρώτους, καὶ γιὰ νὰ πιάσει θέση ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴ χάσει τίποτε ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ τὰ δεῖ ὅλα, νὰ τ’ ἀκούσει ὅλα κλπ. Γιατί νὰ μὴν πᾶς, νὰ μὴν φροντίσεις νὰ πᾶς ἐσὺ ποὺ μπορεῖς, ὅποιος μπορεῖ -ὅποιος δὲν μπορεῖ…- ἀπὸ τὴν ἀρχή; Μὴν πεῖς: «Τί ὥρα ἀρχίζουν τὰ Χριστούγεννα;» Στὶς 5 ἡ ὥρα. «Τί ὥρα τελειώνουν;» Στὶς 8-8:30. «Ἐγὼ θὰ πάω κατὰ τὶς 7:30».

Γιατί νὰ μὴν πᾶς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ν’ ἀκούσεις τὰ πρῶτα τροπάρια, «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοὶ ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀκολουθήσωμεν…»; Πῶς θὰ τὰ ἀκούσεις αὐτά; Θὰ πᾶς ὕστερα νὰ βάλεις τὸ ραδιόφωνο νὰ τὰ ἀκούσεις ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο ἢ νὰ τὰ ἀκούσεις ἀπὸ τὴν κασέττα; Καλὲς εἶναι οἱ κασέττες, γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν κλπ., ἀλλὰ ὅμως δὲν μποροῦν οἱ κασέττες καὶ τὸ ραδιόφωνο νὰ ἀντικαταστήσουν τὸ μυστήριο. Δὲν εἶναι μόνο νὰ ἀκούσουμε τὰ τροπάρια. Τὸ θέμα εἶναι νὰ βρεθοῦμε μέσα στὸ μυστήριο. Ἡ ὅλη λατρεία εἶναι μυστήριο καὶ εἰδικότερα ἡ Θεία Εὐχαριστία. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι πηγὴ γιὰ ὅλη τὴν λατρεία.

Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἱερέας θὰ πεῖ «Εὐλογητὸς ὁ Θεός…» καὶ θ’ ἀρχίσει πρῶτα ἡ λιτὴ καὶ στὴν συνέχεια ὁ ὄρθρος, μπήκαμε μέσα στὸ μυστήριο τῆς λατρείας. Καὶ ὅταν ψάλλεται «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί…», δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅτι τὸ ἀκοῦμε, ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσουμε, γιατί εἴμαστε λογικὰ ὄντα, ἀλλὰ εἴμαστε μέσα στὸ μυστήριο αὐτὸ τῆς λατρείας. Καὶ ἂν εἶναι ἀνάλογη ἡ στάση τῆς ψυχῆς μας, πράγματι σὰν νὰ εἴμαστε στὸν δρόμο πρὸς τὴν Βηθλεὲμ ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ πᾶμε ὄντως νὰ δοῦμε ἐκεῖ στὴν φάτνη τὸ νήπιο καὶ νὰ σπαρταρήσει ἡ ψυχή μας, ἂς ποῦμε, ἀπὸ τὴν οὐράνια ἐπίσκεψη, ἀπὸ τὴν χαρά, ἀπὸ τὸν ἐξαγνισμό, ἀπὸ τὴν κάθαρση, ἀπὸ τὸν φωτισμό, ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ γίνουν μέσα μας. Θὰ πᾶς καὶ τὴν πρώτη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων καὶ τὴν δεύτερη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων καὶ τὴν τρίτη -ὅποιος μπορεῖ – καὶ τὴν Πρωτοχρονιά. 

Θὰ πιέσουμε τὸν ἑαυτό μας. Δὲν γίνεται ἀλλιῶς 

Καὶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ: ὅποιος θέλει νὰ εἶναι χριστιανός, χριστιανὸς ἀληθινός, ὅποιος πιστεύει στὸν Χριστό, πιστεύει στὴν Ἐκκλησία καὶ θέλει νὰ ἔχει μέσα του τὸν Χριστό, ὅποιος θὰ κοινωνήσει, θὰ πάρει μέσα του τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὅποιος ἀναθέτει τὴν ἐλπίδα του στὸν Χριστὸ καὶ τὸ πᾶν γι’ αὐτὸν εἶναι ὁ Χριστὸς, ὅποιος θέλει ἔτσι νὰ ζεῖ, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ παίξει χαρτιὰ τὸ βράδυ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, νὰ μὲ συγχωρήσει, ἀλλὰ δὲν ξέρει τί κάνει καὶ δὲν ξέρει τί λέει καὶ δὲν ξέρει τί πιστεύει. Αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ἂς ποῦμε, τὸ χαρτοπαίγνιο εἶναι κακό, ἀλλὰ ἐφόσον τὸ κάνουν καὶ γι’ αὐτὸν τὸ λόγο, εἶναι δυὸ φορὲς κακό, τρεῖς φορὲς κακό, δέκα φορὲς κακό. Ἂς τὰ ἔχουμε ὑπόψιν μας, γιατί διαπιστώνω ὅτι ὑπάρχουν χριστιανοὶ ποὺ θέλουν νὰ εἶναι μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ νὰ μὴν ἀφήσουν κι ἐκεῖνα κεῖ τὰ πράγματα. Δὲν γίνεται. Τὰ κοσμικὰ εἶναι κοσμικά. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ θέλουν ν’ ἀκολουθήσουν ἐκεῖνον τὸν δρόμο, ἂς τὸν ἀκολουθήσουν. Δὲν θὰ τὰ βάλουμε μαζί τους.

Τὸ Εὐαγγέλιο λίγο-πολὺ εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ἀκόμη καὶ στὴν Κίνα ἔχει φθάσει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὴν Ἰαπωνία καὶ στὶς Ἰνδίες καὶ σ’ ὅλη τὴν Ἀσία ἀλλὰ καὶ στὶς ἄλλες ἠπείρους. Παντοῦ ἔχει φθάσει τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅποιος θέλει τὸ πιστεύει, ὅποιος θέλει τὸ ἀκολουθεῖ. Ὁποῖος δὲν θέλει… Πολὺ περισσότερο ἐμεῖς ἐδῶ. Κανέναν δὲν πρέπει νὰ ἀναγκάσουμε, κανέναν δὲν πρέπει νὰ πιέσουμε. Τὸν μόνο ποὺ πρέπει νὰ πιέσουμε, ἐὰν θέλουμε, εἶναι ὁ ἑαυτός μας· ἀλλὰ ἐὰν θέλουμε. Ὅμως πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι, ἂν θέλουμε νὰ γίνουμε τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸ ποθοῦμε, θὰ πιέσουμε τὸν ἑαυτό μας. Δὲν γίνεται ἀλλιῶς. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν».

Μερικοὶ νομίζουν ὅτι ἁπλῶς ποὺ πίστευσαν, πόθησαν, θέλησαν, ἁπλῶς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ γίνουν τοῦ Χριστοῦ, θὰ γίνει αὐτό. Ὄχι• θὰ καθίσεις κάτω. Δυσκολεύεσαι νὰ νηστεύσεις, ὅμως θὰ νηστεύσεις. Δυσκολεύεσαι νὰ πᾶς νωρίτερα στὴν Ἐκκλησία, ὅμως θὰ πᾶς. Δυσκολεύεσαι νὰ προετοιμασθεῖς κλπ., ὅμως θὰ τὸ κάνεις αὐτό. Δυσκολεύεσαι νὰ φροντίσεις νὰ μάθεις τί εἶπε ὁ Κύριος, τί θέλει ὁ Κύριος ἀπὸ σένα, δυσκολεύεσαι νὰ προσπαθήσεις νὰ ἐφαρμόσεις ὅ,τι εἶπε ὁ Κύριος. Ὅμως νὰ τὸ πάρεις ἔτσι: «Δύσκολο, ξεδύσκολο, ἀφοῦ τὸ θέλει ὁ Θεός μου, ἀφοῦ ἐγὼ τὸν ἀγαπῶ, ὅλα θὰ τὰ κάνω γιὰ τὴν ἀγάπη αὐτή». Κάπως ἔτσι.

Νὰ μὴ σᾶς κουράζω, ἀδελφοί μου, περισσότερο. Κοντὰ στὰ ὅσα ἔχουμε πεῖ ἄλλες φορές, στὰ ὅσα ξέρετε μόνοι σας ἢ κι ἀπὸ ἀλλοῦ, στὰ ὅσα διαβάζετε καὶ θὰ διαβάσετε αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ἂς ἔχουμε κι αὐτὰ ὑπόψιν μας, καὶ ἔτσι νὰ μᾶς βοηθήσει ὅλους ὁ Θεὸς πραγματικὰ νὰ γιορτάσουμε κάπως καλύτερα Χριστούγεννα φέτος μὲ τὴν Χάρι του καὶ τὴν βοήθειά του. 

19-12-1982 

alopsis.gr

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΝΟΜΗΣΗ ΤΟΥ!

 π. Συμεών Κραγιόπουλος
Η πτώση τού ανθρώπου και η αυτονόμησή του 

Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ὁ ἄνθρωπος· εἶναι ἡ κορωνίδα τῆς δημιουργίας, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸς ποὺ ἐπλάσθη «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν». Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα, ἀλλὰ ἐφόσον ἔχει μέσα του τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον ἔχει μέσα του τὸν Θεό, ἐφόσον ἔχει ἀληθινὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ· ὄχι ἁπλῶς νὰ θυμᾶται τὸν Θεὸ ἢ ἁπλῶς νὰ κάνει καμιὰ προσευχὴ στὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἀληθινὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ὄντως δηλαδὴ νὰ αἰσθάνεται ὅτι ὁδηγεῖται, ὅτι ἄγεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ δίνει ζωή, ὅτι ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι εἶναι μέσα του ὁ Θεός.

Αὐτὴ ἡ σχέση, αὐτὴ ἡ κοινωνία χάλασε μὲ τὴν πτώση, μὲ τὴν ἁμαρτία. Χάλασε τελείως καὶ δὲν διορθωνόταν μὲ τίποτε. Ἅπαξ καὶ ἁμάρτησαν οἱ πρωτόπλαστοι, ἔχασαν ὅλη ἐκείνη τὴ χάρη ποὺ εἶχαν καὶ μέσα τους καὶ ἐξωτερικά, ποὺ ἦταν σὰν ἔνδυμα· γι’ αὐτὸ αἰσθάνθηκαν μετὰ ὅτι ἦταν γυμνοὶ (βλ. Γέν. 3:7).

Βλέπετε, τώρα ὑπάρχει μιὰ τέτοια τάση· μέσα στὴν ὅλη ἀδιαντροπιὰ ποὺ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι, ὑπάρχει ἡ τάση νὰ ξεγυμνωθοῦν. Εἶναι μιὰ ἀδιαντροπιά, εἶναι ὅμως, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, καὶ μιὰ βαθύτερη δαιμονικὴ πέρα γιὰ πέρα τάση, ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος, νὰ ὑποκαταστήσει τὰ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἐνδύει, ντύνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ χάρη του, καὶ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἄγγελος. Ὁ ἄνθρωπος τὸ πετάει αὐτὸ τὸ ἔνδυμα, δὲν τὸ θέλει καὶ αὐτονομεῖται. Καὶ τρόπον τινὰ μὲ τὴν τάση του αὐτή, μὲ ὅλη τὴν ἀδιαντροπιά του θέλει νὰ πεῖ: «Δὲν χρειάζομαι αὐτὸ τὸ ἔνδυμα τὸ δικό σου. Μπορῶ ἐγὼ χωρὶς τὸ ἔνδυμα τὸ δικό σου, χωρίς τη χάρη· μπορῶ δηλαδὴ νὰ ζῶ γυμνός». Μπορεῖ νὰ εἶναι κάτι τέτοιο· δηλαδὴ μιὰ δαιμονικὴ τάση, καὶ ὄχι μόνο μιὰ βάναυση ἀδιαντροπιά. Ἔτσι θὰ χαθοῦν πολλοὶ ἄνθρωποι.

Ἔχει γίνει πολὺ μεγάλο κακὸ στὸν σημερινὸ ἄνθρωπο. Καὶ ἴσως ὁ Θεὸς ἐπιτρέψει νὰ ἔρθουν συμφορὲς ποὺ θὰ συνετίσουν τὸν ἄνθρωπο· ὅσους θὰ συνετίσουν. Ἀλλιῶς ὁ ἄνθρωπος, καθὼς τόσο πολὺ ἔχει αὐτονομηθεῖ καὶ τόσο περὶ πολλοῦ ἔχει τὸν ἑαυτό του καὶ ἔχει θεοποιήσει τὸν ἑαυτό του, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τίποτε ἀπὸ τὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν ἀναφερθεῖ στὸν Θεὸ καὶ ἂν προσευχηθεῖ καὶ ἂν ἔχει μιὰ κάποια σχέση μὲ τὸν Θεό, τὸ κάνει αὐτὸ μὲ ὅλο τὸ ἀγέρωχο ὕφος ποὺ ἔχει, μὲ ὅλη τὴν ὑπερηφάνειά του, μὲ ὅλο τὸν ἐγωισμό του, μὲ ὅλη τὴν ἀδιαντροπιά του. Δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τίποτε.

Δὲν πάει δηλαδὴ στὸν Θεὸ μὲ τὴ συναίσθηση τοῦ τί ἔχει κάνει, καὶ νὰ ταπεινωθεῖ, νὰ μετανοήσει, νὰ ζητήσει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νὰ ζητήσει συγχώρηση, νὰ ζητήσει τακτοποίηση, καὶ νὰ πεῖ: «Θεέ μου, μόνο ἐσὺ μπορεῖς νὰ τὰ ξαναφτιάξεις τὰ πράγματα. Ἐγὼ τὸ μόνο ποὺ ἔκανα εἶναι ὅτι τὰ χάλασα. Ἀλλὰ ἐσὺ ὡς Θεὸς μπορεῖς νὰ τὰ ξαναφτιάξεις». Δὲν ἔχει τέτοια διάθεση ὁ ἄνθρωπος. Προσέξτε νὰ δεῖτε. Καὶ θὰ τὸ πῶ ἀκόμη μιὰ φορά, γιὰ νὰ μὴ νομίζουμε ὅτι αὐτὰ ποὺ λέμε ἀναφέρονται σὲ κάποιους ἄλλους. Ἐξ ὅσων καταλαβαίνω ἐγώ, μπορεῖ νὰ κάνω λάθος, καὶ οἱ πιὸ καλοὶ χριστιανοὶ δὲν τὸ βάζουν κάτω, καὶ οὔτε τὸ καταλαβαίνουν αὐτό. Ἔπαρση, ἔπαρση, ἔπαρση, ἐγωισμό, φιλαυτία, ἐγωλατρία, οἴηση, φούσκωμα, θίξιμο καὶ τέτοια πράγματα· καὶ οἱ πιὸ καλοὶ χριστιανοὶ ἀκόμη.

Καὶ νομίζουμε ὅτι κάτι θὰ γίνει μὲ τὸ νὰ κάνουμε κάποια καμώματα, μὲ τὸ νὰ τὰ βολεύουμε ὅπως ἐμεῖς κρίνουμε τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Θεό. Ἐπειδὴ εἴμαστε ἔξυπνοι στὴν καθημερινὴ ζωὴ καὶ βολεύουμε τὶς δουλειές μας, νομίζουμε ὅτι κάπως ἔτσι στὰ κλέφτικα καὶ στὰ πονηρὰ καὶ κατὰ πλάγιο τρόπο θὰ τὰ βολέψουμε καὶ μὲ τὸν Θεό. Δὲν θὰ γίνει τίποτε. Ἢ ταπεινώνεσαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μετανοεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὑποτάσσεσαι ἄνευ ὅρων ἢ χάνεσαι. Παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξουμε αὐτὸ καὶ μάλιστα νὰ ρωτήσουμε τὶς ψυχές μας μήπως ἀκόμη δὲν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ τὸ μάθημα. Ἂν προσέξουμε καλύτερα, θὰ δοῦμε ὅτι ὅλοι μὲ κάποιους ὅρους πιστεύουμε, μὲ κάποιους ὅρους δεχόμαστε τὰ τοῦ Θεοῦ, μὲ κάποιους ὅρους εἴμαστε ὅ,τι εἴμαστε. Ὄχι ἔτσι. Ἄνευ ὅρων νὰ ὑπακούσεις, νὰ ὑποταχθεῖς στὸν Θεό, νὰ παραδοθεῖς σ’ αὐτόν, νὰ θελήσεις αὐτὸς νὰ ζήσει καὶ νὰ διαφεντεύει μέσα σου. Ἄνευ ὅρων. Καὶ ἂν ψάξουμε καὶ τὸν ἑαυτό μας, ψάξουμε καὶ τοὺς ἄλλους, ἄραγε θὰ βροῦμε κανέναν σήμερα – ὄχι ὅτι δὲν ὑπάρχουν, ἀλλὰ τὸ τονίζουμε ἔτσι, γιὰ νὰ φανεῖ τὸ πρᾶγμα – ποὺ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὑποτάσσεται στὸν Θεό;

Ὁ καθένας, καὶ ὁ πιὸ «καλὸς» ἀκόμη, τὴν κρίσιμη ὥρα θὰ ἀντιδράσει, θὰ θιγεῖ, θὰ χολωθεῖ, θὰ στενοχωρηθεῖ, θὰ ἀμυνθεῖ, θὰ δικαιολογηθεῖ. Καὶ τί δὲν θὰ κάνει! Ἐνῷ εἶναι τόσο ἁπλὸ νὰ πεῖ: «Νά ‘ναι εὐλογημένο, Θεέ μου, ὅ,τι θέλεις. Νά ‘ναι εὐλογημένο, Θεέ μου, ὅπως θέλεις». Καὶ βέβαια μπορεῖ νὰ πεῖ ὁ ἄνθρωπος: «Νὰ τὸ πῶ, ἀλλὰ ὁ ἄλλος μὲ πειράζει». Ναί, ἀλλὰ αὐτὸν τὸν ἄλλο ὁ Θεὸς τὸν ἀφήνει καὶ σὲ πειράζει, ὁ Θεὸς τὸν ἀφήνει καὶ σὲ ἀδικεῖ, τὸν ἀφήνει καὶ σοῦ δημιουργεῖ τὸ ὅποιο θέμα. Ὑπάρχει τίποτε πάνω στὴ γῆ ποὺ γίνεται χωρὶς νὰ ξέρει ὁ Θεὸς καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτρέπει ὁ Θεός; Καὶ ἕνα σπουργιτάκι δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὸ σκοτώσει ὁ κυνηγός, ἐὰν δὲν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς (βλ. Μάτθ. 10:29).

(“…ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον…”, Β’ ἔκδ., Πανόραμα Θεσσαλονίκης)

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΟΙ ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

 π. Συμεών Κραγιόπουλος  
Οι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις μέσα στην οικονομία του Θεού

Οι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις δεν είναι θέματα απλώς ψυχολογικά ούτε, και αν ακόμη είναι απλώς ψυχολογικά θέματα, πρέπει να τα δούμε μόνο από την ψυχολογική πλευρά, αλλά πρέπει να τα δούμε μέσα στην πρόνοια του Θεού, μέσα στην όλη οικονομία του Θεού, μέσα στο όλο θέμα της σωτηρίας μας.

Οι καταστάσεις αυτές δεν φεύγουν εύκολα. Δεν είναι όπως οι σωματικές ασθένειες, στις οποίες δίνει κανείς φάρμακα, και αυτά τις γιατρεύουν· ούτε είναι θέμα να απλώσει κανείς το χέρι και να πάρει τις αρρώστιες αυτές. Αυτές εν πολλοίς εξαρτώνται από την όλη στάση του ίδιου του ανθρώπου που έχει τις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, από την όλη ενέργειά του. Λέω συχνά ότι ο Θεός το όλο θέμα, όπως πιστεύω, το οικονομεί έτσι για κάποιον λόγο· για να μάθει κάποιο μάθημα ο άνθρωπος. Και όσο αργεί να το μάθει, τόσο αυτά δεν φεύγουν.

Ο άνθρωπος έχει πάντοτε την τάση να ξεφεύγει από δω και από κει, και ο Θεός, τρόπον τινά, τον δεσμεύει μέσα από αυτές τις καταστάσεις, και, θέλει δεν θέλει, κάθεται κανείς κοντά στον Θεό. Όχι βέβαια με το ζόρι, ούτε θέλει ο Θεός να τον κρατήσει με το ζόρι, αλλά ξέρει ο Θεός, ως Θεός που είναι, ότι ο άνθρωπος, αν τελικά δει την αλήθεια, θα πει μόνος του: «Θεέ μου, δεν θα σε ευγνωμονούσα τόσο πολύ, όσο αισθάνομαι την ανάγκη να σε ευγνωμονώ τώρα, που επέτρεψες να έχω αυτές τις καταστάσεις, οι οποίες με βασάνισαν στη ζωή. Όμως είναι εκατό τοις εκατό βέβαιο ότι, αν δεν τις είχα, δεν θα σε είχα γνωρίσει και δεν θα ήμουν κοντά σου, δεν θα ήμουν στον δρόμο σου και δεν θα σωζόταν η ψυχή μου». Έτσι είναι.

Εξ όσων εγώ έχω καταλάβει, εξ όσων έχω διαπιστώσει, πάρα πολλοί είναι αυτοί που λίγο πολύ είναι κάπως παγιδευμένοι. Άλλος έχει το ένα κόμπλεξ, άλλος έχει το άλλο κόμπλεξ, άλλος έχει τα μεν τραύματα, άλλος έχει τα δε τραύματα, άλλος έχει αυτή την υποσυνείδητη κατάσταση, άλλος έχει την άλλη ασυνείδητη κατάσταση. Αυτά πράγματι βασανίζουν τον άνθρωπο, πράγματι τυραννούν τον άνθρωπο, αλλά τελικά τον σώζουν. Νομίζω λοιπόν ότι στις ημέρες μας ο Θεός επιτρέπει όλες αυτές τις ψυχολογικές αρρώστιες για τη σωτηρία του ανθρώπου. Μόνο έτσι αν δούμε τα θέματα αυτά, βρίσκουμε άκρη.

Το ένα είναι αυτό. Το άλλο είναι να μη νομίσουμε ότι είναι φοβερά πράγματα αυτά. Μπορεί έτσι να τα ζει κανείς, μπορεί έτσι να τα νιώθει, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι έτσι ακριβώς, όπως τα νιώθει. Και ένας λόγος που καμιά φορά λέω σε κάποιον, σε κάποια: «Ασ’ τα· άσ’ τα. Θα τα αναλάβω εγώ. Ξένοιασε σαν να μην τα έχεις», είναι ακριβώς αυτό: να ξενοιάσει λίγο, να μην είναι υπό την επήρεια όλης αυτής της καταστάσεως που νιώθει, όλης αυτής της μαυρίλας που νιώθει, να μην έχει όλο αυτό το ζόρισμα, όλο αυτό το μπέρδεμα. Και όποιος πιστεύει στα λόγια αυτά, βοηθιέται πάρα πολύ. Κατ’ αρχήν, από την καθαρώς ψυχολογική πλευρά αν το πάρουμε το πράγμα, ξενοιάζει κανείς, καθώς εμπιστεύεται κάπου. Αλλά επιπλέον κάνοντας η ψυχή αυτό, ο Χριστός τη βρίσκει ήσυχη, ήρεμη, όχι αναστατωμένη, και δίνει πλούσια τη χάρη του, ανάλογα με τη στάση της.

Έχουμε πει και άλλη φορά το εξής: σου ζητάει κάποιος ένα ποτήρι νερό και απλώνει το χέρι, το οποίο όμως τρέμει. Ποτέ δεν θα βάλεις το ποτήρι με το νερό, με το όποιο δροσιστικό ποτό, σε ένα χέρι που τρέμει έτσι. Όταν τρέμει η ψυχή σου, όταν είναι αναστατωμένη, όταν λες: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» κλαψουρίζοντας, τι περιμένεις; Χρειάζεται να ησυχάσει κανείς, να ειρηνεύσει, να ηρεμήσει. Γι’ αυτό λέμε: «Ασ’ τα· άσ’ τα τά θέματά σου. Ξένοιασε. Μη σε τρώει αυτή η αγωνία, τι θα γίνει, τι δεν θα γίνει». Έτσι μπορεί να επιτευχθεί μια κάποια ηρεμία, μια κάποια ξενοιασιά, και αρχίζει πλέον να έρχεται η χάρη του Θεού και τον ενδυναμώνει τον άνθρωπο, τον ενισχύει, και παίρνει καινούργιο δρόμο κανείς.

Το πρώτο, επαναλαμβάνω, είναι να τα δούμε έτσι όπως είπαμε τα πράγματα, μήπως δηλαδή είναι οικονομία Θεού όλες αυτές οι καταστάσεις. Εγώ το πιστεύω ακράδαντα. Αυτά όλα που σας λέω τα πιστεύω ακράδαντα. Ναι· έτσι τα οικονομεί ο Θεός. Αλλά, αν θέλετε, κι εσείς πιστέψτε ότι τα οικονομεί ο Θεός έτσι τα πράγματα για καλό μας. Μερικές φορές μάλιστα, μέσα από αυτά ο Θεός εκδηλώνει όχι απλώς την αγάπη του, αλλά τη λεπτή αγάπη του και κατά λεπτό τρόπο. Τι τρομάζουμε λοιπόν;

Θα έρθει ώρα – δεν ξέρουμε πότε· εξαρτάται από τη στάση του καθενός – που θα το συνειδητοποιήσει κανείς αυτό και θα πει: «Θεέ μου, ασχολήθηκες μ’ εμένα κατ’ αυτόν τον τρόπο! Οικονόμησες να αρρωστήσω, να έχω κόμπλεξ, να έχω τραύματα από τα παιδικά μου χρόνια, προνόησες έτσι, ακριβώς για να με προλάβεις να μην πάρω άλλους δρόμους! Ασχολήθηκες έτσι μ’ εμένα, Θεέ μου!» Λιώνει κανείς μπροστά σ’ αυτή την αγάπη του Θεού. Και όλο το θέμα αυτό είναι: να νιώσει κανείς την αγάπη του Θεού, να αρχίσει να αισθάνεται μέσα του την αγάπη του Θεού.

Να μην επηρεαζόμαστε λοιπόν από το πώς τα νιώθουμε εμείς τα πράγματα. Δεν είναι τόσο φοβερά, όσο τα νιώθουμε. Είναι λίγο διαφορετικότερα. Μην τρομάζουμε, μην πανικοβαλλόμαστε, και κυρίως μη συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους, και δημιουργούνται έτσι ακόμη χειρότερες καταστάσεις.

Ξέρετε πόσο ήσυχοι είμαστε εμείς, όσοι δεν συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και δεν έχουμε ανταγωνισμό με κανέναν; Και στους κληρικούς και στους μοναχούς μπορεί να υπάρχει αυτό το πνεύμα. Αλλά όσοι απαλλαγούν από αυτό, το παίρνουν απόφαση ότι είναι αυτοί που είναι και τελείωσε. Αυτό ήταν. Δεν επιδιώκουν ούτε μεγαλεία ούτε τίποτε τέτοιο. Οπότε είναι ήρεμος κανείς, ήσυχος, καθώς δεν έχει τέτοια προβλήματα και τέτοια μαράζια και τέτοιους καημούς, σαν να είναι κάποια σκουλήκια μέσα του που τον τρώνε.

Χρειάζεται λοιπόν κατ’ αρχήν να τα πάρουμε έτσι τα πράγματα, να τα δούμε μέσα σ’ αυτές τις αλήθειες, και μετά, κατά την ταπεινή μου γνώμη – μπορεί να κάνω λάθος – χρειάζεται να κάνει κανείς υπακοή. Αν ο καθένας πρέπει να κάνει υπακοή, όποιος έχει τέτοια προβλήματα και τέτοιες καταστάσεις ακόμη πιο πολύ χρειάζεται να κάνει υπακοή. Όποιος θέλει να σώσει την ψυχή του στις ημέρες μας, πρέπει να κάνει υπακοή. Χωρίς να είναι απόλυτο, αλλά ο κανόνας είναι αυτός. Έξω από την υπακοή, δεν ξέρω αν μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος· πολύ περισσότερο αυτοί που έχουν αρρωστημένες καταστάσεις. Άμα κάνει κανείς υπακοή, αλλά αληθινή υπακοή, σιγά-σιγά θα ξεγλιτώσει από τα γρανάζια μέσα στα οποία έχει μπλέξει, από τις διάφορες καταστάσεις, από τα διάφορα κόμπλεξ, θα κινηθεί πιο άνετα και θα λυτρωθεί.

Για να είμαστε προσγειωμένοι, θα σας πω και το εξής. Και αν ακόμη υπάρχει μέσα σου ένα κόμπλεξ – π.χ., το κόμπλεξ κατωτερότητος, που κυρίως αυτό βασανίζει τους πιο πολλούς ανθρώπους, ιδιαίτερα τους νέους – και δεν θεραπευθεί πλήρως – όχι ότι δεν μπορεί να θεραπευθεί εντελώς – δεν πειράζει. Αρκεί να το ξέρεις τι είναι, αρκεί να μη σε επηρεάζει, και ας υπάρχει. Τι θα σου κάνει; Μόνο καλό θα σου κάνει· κακό δεν θα σου κάνει. Πρέπει να τα δούμε τα θέματα αυτά και από αυτή την πλευρά, ότι δηλαδή μπορεί να τα οικονομήσει έτσι ο Θεός, που να μη θεραπευθείς.

Αν τα πάρει κανείς σωστά τα πράγματα, αν τα δει δηλαδή μέσα στην αλήθεια του Θεού, οπωσδήποτε μπορεί να γίνει πάρα πολλή εργασία, πολύ λυτρωτική εργασία στην ψυχή· όχι απλώς να ανακουφιστεί κανείς ψυχολογικά, αλλά να σωθεί δια μέσου αυτών, πραγματικά να σωθεί η ψυχή. Αλλά χρειάζεται να μπει κανείς στην υπακοή, στην αληθινή όμως υπακοή.

Εδώ πρέπει να πούμε και το εξής: Χρειάζεται επί αρκετό καιρό να γίνει συνεργασία με τον πνευματικό με το πνεύμα αυτό της εμπιστοσύνης, για να έρθει το καλό αποτέλεσμα. Και αυτό διότι στην αρχή – τουλάχιστον έτσι καταλαβαίνω εγώ – ησυχάζει κανείς, ειρηνεύει, ηρεμεί, αλλά όχι επειδή εξαφανίστηκαν τα κόμπλεξ ή οι άλλες καταστάσεις που έχει· απλώς απωθήθηκαν βαθύτερα στο ασυνείδητο. Είναι οικονομία Θεού αυτό, για να έχει μια ανάπαυλα η ψυχή, να έχει μια καλή κατάσταση, ώστε να μπορέσει να αγωνιστεί καλύτερα πνευματικά. Ύστερα ξαναβγαίνουν αυτά. Το οικονομεί έτσι ο Θεός. Παραμονεύουν εκεί μέσα και βγαίνουν πάλι στην ώρα τους, ακριβώς για να μην πάρει αέρα η ψυχή και αποθρασυνθεί. Αυτά θα την κρατήσουν στην ταπείνωση, και γίνεται δεύτερη, τρόπον τινά, προσπάθεια, ώσπου τελικά ο άνθρωπος γιατρεύεται. Όντως γιατρεύεται.

Αν μείνει κάτι, θα μείνει μόνο και μόνο για να ωφελεί την ψυχή, όχι για να τη βλάπτει, όχι για να τη δηλητηριάζει, όχι για να την καταπονεί· θα μείνει σαν ένα κουδουνάκι, για να την προσγειώνει, και να είναι σε ασφάλεια. Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “…πάντα συνεργεί εις αγαθόν”, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2014, σελ. 117 (αποσπάσματα).

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΓΙΑΤΙ ΝΗΣΤΕΥΟΥΜΕ;

 Γιατί νηστεύουμε;
π. Συμεών Κραγιόπουλος 
 

Νηστεύουμε, επειδή:

* Ο Χριστός κάνει υπακοή, ενώ ο Αδάμ ήταν ανυπάκουος· ο Χριστός κάνει νηστεία, ενώ ο Αδάμ ήταν λαίμαργος. (ΣΤρ σελ. 179)

* Νήστεψε ο Χριστός. Δεν ήταν αμαρτωλές οι τροφές, δεν ήταν μολυσμένες οι τροφές, δεν είχαν τίποτε κακό οι τροφές. Απλώς νήστεψε. (ΣΤρ 180)

* Νήστεψαν και οι προφήτες πιο μπροστά. Ο Μωυσής, μιμητής του Χριστού πριν έλθει ο Χριστός, επί σαράντα ημέρες νήστεψε πάνω στο όρος Σινά. (ΣΤρ 180)

* Όλοι οι άγιοι νήστεψαν και νηστεύουν μέχρι σήμερα. (ΣΤρ 180)

* Η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου είναι αυτή η αγία κατάσταση που ζει κανείς με λίγη τροφή, με λίγο πιοτό, με κάποιο ένδυμα κλπ., και η τροφή του είναι ο Θεός, το πιοτό του είναι ο Θεός, η χαρά του είναι ο Θεός, τα πάντα είναι ο Θεός. (ΣΤρ 201)

* Ο ίδιος ο Κύριος απαρνείται το θέλημά του και κάνει το θέλημα του ουρανίου Πατρός. Δεν είναι αμαρτωλό το θέλημά του, όμως το απαρνείται. (ΣΤρ 205)

* Απαρνείσαι το θέλημά σου, τα στερείσαι όλα αυτά, και έτσι ο Θεός πάνω στην πράξη βλέπει ότι μπορεί να σου έχει εμπιστοσύνη (…) και σου εμπιστεύεται τη θεία ζωή. (ΣΤρ 207)

* Η επιστροφή μας στον Παράδεισο δεν μπορεί να μην έχει και αυτό το στοιχείο: τη νηστεία. (ΣΤρ 211)

* Η πρώτη εντολή που είχε πολλά πράγματα μέσα, όλα αυτά τα πολλά έπαιρναν σάρκα και οστά ως νηστεία. (ΟφΘ 283)

* Δεν είναι επίδειξη. Επίδειξη είναι, όταν εσύ το κάνεις γι’ αυτό λόγο, για ν’ ακουστεί ότι νηστεύεις. (ΟφΘ 285)

* Αυτό είναι η πίστη, να παραδεχθούμε ότι υπάρχει ο Κύριος και εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν, αυτά που λέει τα δεχόμαστε (τα καταλαβαίνουμε δεν τα καταλαβαίνουμε) κι έτσι προκόπτουμε πνευματικά. (ΟφΘ 286)

* Το κάνει μέσα στην ψυχή ο Θεός. Και θα το κάνουμε με τη βοήθειά του και με τη φώτισή του και με τη βοήθεια των αγίων που θα πρεσβεύουν υπέρ ημών, οι οποίοι πέρασαν απ’ όλα τα στάδια και ξέρουν τι σημαίνει δυσκολία, ξέρουν όμως και τι σημαίνει σωτηρία. (ΟφΘ 288). 

Από τα βιβλία του π. Συμεών Κραγιοπούλου: Συνάξεις Τριωδίου Α’, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, β’ έκδοση 2013, και: Όπως φώτισε ο Θεός, Πανόραμα Θεσσαλονίκης,  1998.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΟΛΑ ΝΑ ΤΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

Π. Συμεών Κραγιόπουλος
Όλα να τα βλέπουμε κάτω από την πρόνοια του Θεού
 

Έχουμε σήμερα, 28η Οκτωβρίου, την εορτή της αγίας Σκέπης. Η όλη εορτή είναι συνδεδεμένη με τον αγώνα που εκλήθη σαν σήμερα η Ελλάδα να κάνει πριν ακριβώς 60 χρόνια, εναντίον μιας υπερτέρας δυνάμεως, που ήθελε να κατακτήσει και την Ελλάδα. Οι παλαιότεροι βέβαια ενθυμούμαστε πολύ ζωντανά και πολύ συγκεκριμένα τα γεγονότα εκείνων των ημερών, και έχουμε οπωσδήποτε εμπειρίες και βιώματα.

Κανονικά η εορτή της αγίας Σκέπης εορτάζετο την 1η Οκτωβρίου. Μετετέθη όμως και συνεδέθη με αυτήν εδώ την επέτειο και εορτάζεται στις 28, επειδή η Εκκλησία, ζυγίζοντας τα πράγματα, βρήκε ότι ήταν καλό να γίνει έτσι, καθώς ήταν βεβαία ότι τότε η Παναγία σκέπασε την όλη χώρα, τους κατοίκους, την Ελλάδα, το όλο έθνος. Βέβαια, έτσι έδειχναν τα πράγματα έως τον Απρίλιο του ’41. Πέντε μήνες κράτησε ο πόλεμος αυτός καθ’ εαυτόν εκεί στα αλβανικά μέρη, και έπειτα ήρθε το μεγάλο κακό. Επετέθη και ο άλλος εχθρός, και έγινε εκείνο που έγινε, και βρεθήκαμε υπό κατοχήν για τέσσερα χρόνια· υπό την κατοχήν των Γερμανών, των Ιταλών – οι οποίοι είχαν νικηθεί, αλλά τελικά έγιναν και κατακτητές – και των Βουλγάρων. Και έγιναν σ’ εκείνα τα τέσσερα χρόνια πολλά κακά.

Γιορτάζουμε βέβαια το «ΟΧΙ», το ότι δηλαδή εμείς δεν δεχθήκαμε αυτό που μας είπαν, αυτό που ζήτησαν οι εχθροί, αλλά αντιδράσαμε· μπορέσαμε να αντισταθούμε. Και πιστεύουμε ότι το πετύχαμε αυτό με τη βοήθεια του Θεού και ειδικότερα με την όλη σκέπη της Παναγίας, και γι’ αυτό συνεδέθη η εορτή της Παναγίας με το γεγονός αυτό.

Έπειτα όμως τι έγινε; Τι έγινε μετά;

Δεν ξέρω πώς να το πω. Έχω μέσα μου, αν θέλετε, μια απορία. Μιλώντας για τη σκέπη της Παναγίας φθάνουμε ως ένα σημείο και μετά το αφήνουμε το θέμα; Δηλαδή ως ένα σημείο μας σκέπασε η Παναγία και μετά μας άφησε; Τι έγινε μετά; Δεν μας σκέπαζε έπειτα η Παναγία; Δεν έβλεπε ο Θεός αυτά που γίνονταν; Ή ήταν αδύναμος ο Θεός μετά; Ως ένα σημείο δηλαδή είχε τη δύναμη να βοηθήσει και από ένα σημείο και πέρα δεν μπορούσε να αντέξει; (Αν επιτρέπεται να το πούμε αυτό· γιατί μοιάζει με βλασφημία το να σκεπτόμαστε έτσι.) Και όμως, το κακό έγινε. Και οι Γερμανοί μπήκαν μέσα στην Ελλάδα και οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι, και έμειναν ούτε λίγο ούτε πολύ τέσσερα χρόνια, και έγινε μακελειό. Κι αν δεν εσφάγησαν άνθρωποι, κι αν δεν σκοτώθηκαν, κι αν δεν πέθαναν από την πείνα! Και σαν να μην έφθανε αυτό, οι ίδιοι οι Έλληνες έσφαζαν Έλληνες. Τους βασάνιζαν μάλιστα πρώτα και μετά τους εκτελούσαν· οι ίδιοι οι Έλληνες. Είναι κάτι που συνεχίσθηκε, και αφού έφυγαν οι κατακτητές και ελευθερώθηκε η πατρίδα. Πώς θα τα δούμε όλα αυτά; Εμείς μένουμε σε μερικά καλά που έγιναν, και από κει και πέρα ύστερα τα άλλα τα αφήνουμε έτσι, χωρίς να τα προσέξουμε. 

Δεν ξέρω αν εσείς συμφωνείτε με αυτό που θα πω τώρα. Λέμε διάφορα ακόμη και από καθαρώς χριστιανικής απόψεως, και από καθαρώς πλευράς Θεού, δηλαδή για το πώς ενεργεί ο Θεός, αλλά μου φαίνεται ότι δεν βλέπουμε το καθετί κάτω από το όλο θέλημα του Θεού, κάτω από την όλη πρόνοια και οικονομία του Θεού. Δεν το βλέπουμε έτσι.

Για παράδειγμα, γιορτάζουμε σήμερα. Διερωτόμαστε μέσα μας πώς θα ήθελε ο Θεός να γιορτάσουμε; Πώς θα ήθελε ο Θεός να δούμε όλο αυτό το θέμα, όλα αυτά τα γεγονότα που άρχισαν – για να μην πάμε αλλού – την 28η Οκτωβρίου 1940, και συνέβησαν από τότε μέχρι σήμερα; Να τα δούμε όλα αυτά τα γεγονότα, αλλά να τα δούμε κάτω από την πρόνοια του Θεού, κάτω από το θέλημα του Θεού, κάτω από το τι θέλει ο Θεός. Δηλαδή, τι θα ήθελε ο Θεός; Αν τον ρωτούσαμε, τι θα μας έλεγε ότι θα ήθελε να σκεφθούμε; Πώς θα ήθελε να τα πάρουμε όλα αυτά; Πώς θα ήθελε να τα καταλάβουμε; Ποια θα έπρεπε να είναι η στάση μας και ποια η ανταπόκρισή μας; 

Εμείς τώρα είμαστε χριστιανοί, είμαστε χριστιανικό έθνος, χριστιανικό γένος· είμαστε αυτοί οι οποίοι πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε κάτω από τη σκέπη της Παναγίας, και πως ό,τι έχει να κάνει η Παναγία, ό,τι έχει να κάνει ο Θεός, για να μας προστατεύσει, το κάνει. Αλλά έπειτα τι γίνεται; Φεύγει η σκέπη, και έρχονται όλα τα δεινά; Και καθόλου, καθόλου δεν διερωτόμαστε μήπως κάτι δεν πηγαίνει καλά από τη δική μας πλευρά, και μήπως περιμένει ο Θεός να δει κάποια μετάνοια, κάποια συναίσθηση, κάποια επιστροφή, κάποια αλλαγή. Τίποτε. Καθόλου δεν μας απασχολεί αυτό το θέμα.

Αλλά και ο καθένας προσωπικά να διερωτόμαστε στο καθετί: Τι θέλει ο Θεός; Ποιο είναι το θέλημα του Θεού; Και μάλιστα να διερωτόμαστε όχι με την έννοια: τι θέλει, τέλος πάντων, ο Θεός, σαν να μας φταίει ο Θεός, αλλά να διερωτόμαστε, έχοντας μια τέτοια διάθεση στην καρδιά μας και μια τέτοια στάση ψυχής: ο Θεός είναι ο πατέρας μας, είναι αυτός που μας αγαπάει, και το όλο πνεύμα του Θεού είναι όχι απλώς να κάνουμε τούτο κι εκείνο ή να επιτύχουμε τούτο κι εκείνο, αλλά να έχουμε τη συναίσθηση ότι αυτός είναι Θεός, εμείς είμαστε τα πλάσματά του. Είμαστε αμαρτωλοί, ήρθε όμως και μας καλεί σε μετάνοια, μας είπε και μας λέει την όλη αλήθεια και προσέφερε τον ίδιο τον εαυτό του θυσία, για να μας σώσει από την αμαρτία. Και στο να σωθούμε από την αμαρτία συντελούν και όλα τα βάσανα που περνούμε· τα οποιαδήποτε βάσανα.

Πόσο διαφορετικά κανείς αρχίζει να βλέπει τα πάντα – και τα προσωπικά του και τα οικογενειακά του και τα πιο πέρα και όλα αυτά που συμβαίνουν στη γη – όταν τα βάλει κάτω από την πρόνοια του Θεού, την όλη οικονομία του Θεού, το θέλημα του Θεού, κάτω από το τι θέλει ο Θεός! Ακόμη και τα θρησκευτικά πράγματα που κάνουμε – τα πολύ θρησκευτικά, τα πολύ πνευματικά, αν επιτρέπεται να πούμε – άραγε έτσι τα θέλει ο Θεός, ή μήπως τα κάνουμε έτσι όπως εμείς νομίζουμε; 

Μήπως λοιπόν είμαστε πολύ φίλαυτοι και σκεπτόμαστε και ενεργούμε απλώς όπως μας οδηγεί η φιλαυτία μας; Οπότε, μπορεί να ταιριάζει σ’ εμάς αυτό που λέει ο ίδιος ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη: «Δεν είστε ευθείς μαζί μου, δεν είστε ειλικρινείς. Δεν είστε οι άνθρωποί μου, τα παιδιά μου, ώστε να ακούτε τι λέω, να καταλαβαίνετε και να ανταποκρίνεσθε. Έτσι που ενεργείτε, τελικά κάνετε πονηριές, κινείστε πλάγια. Επειδή λοιπόν εσείς πάτε πλάγια, και εγώ πλάγια θα σας φερθώ» (βλ. Λευϊτ. 26:23-24, 27-28). Δεν κάνει ο Θεός πλάγια πράγματα, αλλά θέλει να πει ότι θα γίνει τελικά ό,τι μας αξίζει. Όχι βέβαια διότι θέλει να πονέσει τον άνθρωπο ο Θεός ή διότι θέλει να τον βασανίσει ή διότι σαν να θέλει να εκδικηθεί. Δεν κάνει τέτοια ο ανεξίκακος Κύριος. Δεν θυμώνει ούτε εκδικείται ο Θεός. Αλλά είναι φοβερό πράγμα το λογικό πλάσμα του Θεού να μην καταλαβαίνει τον Θεό του, να μη θέλει να ακούσει τον Θεό του, να μη θέλει να υποταχθεί στον Θεό του και να κάνει τις ζαβολιές του.

Τα λέω με μια επιφύλαξη, μήπως είναι κάπως έτσι τα πράγματα. Οπότε, μήπως κάνουμε λάθος, καθώς τα παίρνουμε αλλιώς, και παίρνοντας αφορμή από αυτό το ενδεχόμενο, αλλά και από το όλο γεγονός που γιορτάζουμε απόψε, να δούμε την όλη ζωή μας. Και θα διαπιστώσουμε ότι όντως σε πάρα πολλές περιπτώσεις κάνουμε λάθος, καθώς δεν λογαριάζουμε καθόλου το θέλημα του Θεού ούτε διερωτόμαστε ποιο είναι, ώστε να υποταχθούμε σ’ αυτό. Και μάλιστα να υποταχθούμε εκουσίως και με χαρά· όχι σαν να παραπονιόμαστε, που δεν αφήνει ο Θεός να γίνει το δικό μας θέλημα, αλλά σαν να θέλει να μας επιβάλει το δικό του.

Ας τα σκεφθούμε, παρακαλώ, αυτά έστω και έτσι – με τη σκέψη δηλαδή μήπως είναι έτσι – και νομίζω ότι θα ωφεληθούμε.

28-10-2000 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Θέλεις να αγιάσεις;”, Οκτώβριος, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2018, σελ. 314 (αποσπάσματα). 

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2025

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ!

 

π. Συμεών Κραγιόπουλος
Η μοναδικότητα της εορτής της Μεταμορφώσεως

Εορτάζουμε τη μεγάλη δεσποτική εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Όπως γνωρίζουμε, όχι μόνο υπάρχουν ή και κτίζονται ναοί αφιερωμένοι στη Μεταμόρφωση, αλλά και μοναστήρια επίσης αφιερώνονται στη Μεταμόρφωση του Κυρίου, γιατί βαθύτερα η κάθε ανθρώπινη ψυχή αυτό επιθυμεί, να μεταμορφωθεί. Το έργο του Θεού αυτό είναι: Τρέχει να βρει τον αμαρτωλό άνθρωπο, για να τον μεταμορφώσει· δηλαδή να κάνει τον άνθρωπο ό,τι είναι και ο ίδιος ο Θεός. Δεν υπάρχει άλλο ανώτερο και υψηλότερο από το να γίνει κανείς όπως είναι ο Χριστός. Αυτό δεν είναι απλώς μια επιδίωξη. Ο σκοπός για τον οποίο έγινε ο άνθρωπος, είναι να θεωθεί· αυτή είναι η μεταμόρφωση του ανθρώπου.

Γι’ αυτό ήρθαμε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, γι’ αυτό υπάρχουμε, γι’ αυτό έκανε και κάνει ο Θεός ό,τι κάνει, γι’ αυτό υπάρχει η Εκκλησία, και αυτήν την ώρα που είμαστε εδώ, είμαστε ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό. Οπωσδήποτε σφάλλει κανείς, πέφτει σε πλάνη, όταν αναζητεί οτιδήποτε άλλο. Αυτός είναι ο τελικός σκοπός του κάθε ανθρώπου, δηλαδή αυτός είναι ο τελικός σκοπός που ο Θεός έκανε τον άνθρωπο. Και βαθύτερα η ψυχή του κάθε ανθρώπου, η κάθε ανθρώπινη ψυχή αυτό ποθεί, αυτό ζητεί, και όλα τ’ άλλα πρέπει να υπηρετούν αυτόν τον σκοπό, να ενωθεί κανείς με τον Θεό, να περάσει μέσα του ο Θεός, να τον διαποτίσει, να τον λαμπρύνει, να τον μεταμορφώσει, να τον θεώσει.

Ο Κύριος έκανε αυτήν την χάρι στους μαθητάς, να τους δείξει πώς είναι ο ίδιος, και πώς θα γίνουν και αυτοί. Η χάρις αυτή είναι για όλους μας. Τα έδειξε ο Κύριος στους μαθητάς πριν από τον θάνατο, διότι όταν θα φύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο, όλοι θα τα δούμε αυτά, αν μας αξιώσει ο Θεός, αλλά πριν το τέλος αυτού του κόσμου, δεν βλέπουμε. Ακόμη και τον αναστάντα Κύριο που είδαν οι Απόστολοι, τον είδαν όπως τον ήξεραν, και όχι διαφορετικότερο. Ο Κύριος βέβαια κρυβόταν και δεν άφηνε να τον αναγνωρίσουν, γι’ αυτό τον έβλεπαν σαν κηπουρό (Ιω. 20:15), τον έβλεπαν σαν ψαρά (Ιω. 21:4-7), τον έβλεπαν σαν συνοδοιπόρο στον δρόμο (Λουκ. 24:16)· όμως τίποτε περισσότερο. Μετά φανερωνόταν ότι είναι ο Κύριος, όπως τον γνώριζαν.

Όμως στο όρος Θαβώρ ο Κύριος παρουσιάσθηκε στους μαθητάς εν τη δόξη του, όπως θα τον βλέπουν όλοι οι σεσωσμένοι αιωνίως. Ο Χριστός που είναι Θεός και άνθρωπος, παρουσιάσθηκε στους μαθητάς, όπως ακριβώς θα είναι ο κάθε άνθρωπος που δέχεται την Χάρι του Θεού, που κοινωνεί με τον Θεό, που θεώνεται. Θέλησε λοιπόν ο Κύριος να κάνει αυτήν την χάρι στους μαθητάς, να τους δείξει πώς είναι ο ίδιος και πώς θα γίνουν και εκείνοι. Διότι οι μαθηταί άκουγαν τη διδασκαλία του Χριστού, έβλεπαν να θαυματουργεί, οπωσδήποτε έβλεπαν ότι δεν είναι όπως οι άλλοι άνθρωποι, ενέπνεε σ’ αυτούς σεβασμό, αλλά ωστόσο όμως ήταν ένας άνθρωπος.

Ποτέ ο Χριστός δεν άφησε να αποκαλυφθεί, να φανερωθεί η δόξα του· μόνο εκεί στο όρος Θαβώρ, αυτήν την λίγη ώρα, άφησε να φανεί στους μαθητάς του. Καθώς όμως ο Χριστός τους έκανε να μπορούν να δουν τη δόξα του, έδειξε τι θα γίνει και ο κάθε άνθρωπος που ενώνεται με τον Χριστό, πόσο θα είναι δοξασμένος ο άνθρωπος, και όπως λέει αλλού, «τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος» (Ματθ. 13:43). Βέβαια χρησιμοποιεί εικόνες που γνωρίζουμε, γιατί δεν ξέρουμε τίποτε λαμπρότερο από τον ήλιο. Όπως λέει για τον Χριστό ότι «τα ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως» (Λουκ. 17:2), όπως το φως του ηλίου, έτσι και οι δίκαιοι θα λάμψουν ως ο ήλιος. Αυτό το φανέρωσε ο Κύριος εκεί στο όρος Θαβώρ.

Απ’ αυτής της απόψεως, το γεγονός αυτό και επομένως και η εορτή αυτή είναι μοναδική. Από μια πλευρά, νομίζω, δεν είναι δύσκολο να πούμε ότι αυτό το γεγονός, αυτή η όλη παρουσία του Κυρίου, η Μεταμόρφωσή του ενώπιον των μαθητών, είναι πέρα απ’ αυτόν τον κόσμο. Και αυτή ήταν η μοναδική φορά που τον είδαν έτσι οι μαθηταί, άλλη φορά δεν τον είδαν. Ακόμη και αναστημένο, όπως είπαμε, τον έβλεπαν όπως τον ήξεραν. Βέβαια οπωσδήποτε ήταν κάτι άλλο, αλλά και εκεί ο Κύριος δεν άφηνε να φανεί η δόξα του.

Είναι λοιπόν μεγάλη η σημερινή γιορτή και πολύ μεγάλο αυτό το γεγονός, και μακάριος, θα έλεγα, είναι ο χριστιανός εκείνος, ο οποίος, πώς να πούμε, θα συνεπαρθεί από την εορτή αυτή, από το γεγονός αυτό του Χριστού, και θα αγαπήσει, θα ποθήσει αυτήν τη μεταμόρφωση. Μακάριος εκείνος, ο οποίος αυτό καθεαυτό το γεγονός του Χριστού, αυτό το παράδοξο και μοναδικό γεγονός του Χριστού, που ενεφανίσθη ενώπιον των μαθητών εν όλη τη δόξη αυτού, θα το επιθυμήσει, θα το προσέξει και θα στραφεί προς αυτό.

Είναι μακάριος εκείνος, ο οποίος θα προσέξει το γεγονός αυτό της Μεταμορφώσεως, θα στρέψει την ψυχή του προς αυτό το γεγονός, προς τον μεταμορφωθέντα Κύριο, προς το ότι ο Κύριος, ως Θεός, φανέρωσε αυτήν την πραγματικότητα στους Αποστόλους. Να στραφεί κανείς προς αυτό το γεγονός, να το ποθήσει και να μη λυπηθεί να στερηθεί ό,τι και αν χρειάζεται, για να γίνει κοινωνός αυτής της πραγματικότητος, δηλαδή να γίνει κοινωνός του Χριστού, που θεώνει τον άνθρωπο.

Αν δεν έρθει μέσα σου ο Χριστός να σε μεταμορφώσει, είσαι παλαιός άνθρωπος· τελείωσε. Δεν γίνεται αλλιώς. Ή είναι μέσα σου ο Χριστός, οπότε είσαι καινούργιος άνθρωπος, ή δεν είναι ο Χριστός μέσα σου και είσαι παλαιός άνθρωπος, όσο και αν άλλη εικόνα παρουσιάζεις.

Ο Θεός αυτό θέλει να δει, ότι τον αγαπούμε, τον ποθούμε, τον θέλουμε, ότι ταπεινοφρονούμε, μετανοούμε και κλαίμε, ότι τον παρακαλούμε και με όλους τους τρόπους δείχνουμε ότι αυτόν θέλουμε. Γι’ αυτό έκανε τα πάντα, γι’ αυτό μας δημιούργησε, γι’ αυτό έγινε άνθρωπος, και υπάρχει η Εκκλησία, γι’ αυτό υπάρχει ο κόσμος και εξακολουθούμε να υπάρχουμε, για να μας μεταμορφώσει, για να μας θεώσει. 

[Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Συνάξεις Δεκαπενταυγούστου», τόμος Α’, Πανόραμα Θεσσαλονίκης 1998, σελ. 35 (αποσπάσματα)]

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ- ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ!

Το έργο του Αγίου Πνεύματος: οι άγιοι Πάντες 

 Η Κυριακή της Πεντηκοστής είναι η τελευταία μεγάλη εορτή και η κατάληξη όλων των εορτών, για τον εξής λόγο: Ο άνθρωπος μέσα στον παράδεισο αμάρτησε και έχασε τη χάρη του Θεού. Και χρειάστηκε από εκείνη την ώρα να γίνει το όλο έργο δια μέσου των πατριαρχών της Παλαιάς Διαθήκης, των προφητών και έπειτα δια του ιδίου του Θεού, ο οποίος εσαρκώθη, έγινε άνθρωπος, κήρυξε, έπαθε, θανατώθηκε, ανέστη εκ νεκρών και έστειλε το Πανάγιο Πνεύμα. Και έτσι ξαναήλθε η χάρη.

Τώρα αυτό έγινε κατά έναν τρόπο απόλυτο, κατά έναν τρόπο ασφαλή. Διότι στον παράδεισο, μόλις θα παρέβαιναν την εντολή οι πρωτόπλαστοι, θα έχαναν αμέσως τη χάρη· όπως και το έκαναν και την έχασαν. Τώρα, επειδή ο καινούργιος άνθρωπος είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο νέος Αδάμ, ο οποίος δεν πέφτει ποτέ, δεν αμαρτάνει ποτέ και είναι πάντοτε ο αγαπητός Υιός του Θεού, γι’ αυτό δεν χάνεται πλέον η χάρη. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει το κακό που έγινε εκεί στον παράδεισο, όπου χάθηκαν όλα με την παρακοή. Ο Χριστός είναι ο αγαπητός Υιός του Θεού, ο υπάκουος πάντοτε, αυτός που «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2:8).

Ωστόσο, η κατάληξη όλων, και της περασμένης Κυριακής της Πεντηκοστής, είναι η σημερινή Κυριακή, που η Εκκλησία όρισε να λέγεται Κυριακή των Αγίων Πάντων και να εορτάζουμε όλους τους αγίους. Διότι, όσο κι αν ο Θεός έδωσε το Πνεύμα το Άγιο, εάν το αποτέλεσμα δεν θα είναι η αγιότητα, ο αγιασμός των ανθρώπων – τούτο εστί θέλημα του Θεού, ο αγιασμός υμών (Α’ Θεσ. 4:3) – πάλι όλα μένουν στον αέρα.

Η Εκκλησία όρισε να εορτάζουμε σήμερα όλους τους αγίους, ακριβώς διότι θέλει να δείξει αυτό: Όντως ήρθε το Πνεύμα το Άγιο και όντως έκανε την εργασία που είχε να κάνει και αγίασε πλήθη ανθρώπων. Αγίασε βέβαια το Πνεύμα το Άγιο αυτούς οι οποίοι πίστεψαν, όπως ακριβώς ακούσαμε στην ευαγγελική περικοπή (Ματθ. 10:32-33,37-38· 19:27-30). Εκεί λέει ο Κύριος: «Και ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος». Ή όπως αναφέρει άλλος ευαγγελιστής τα ίδια λόγια του Χριστού: «Ει τις έρχεται προς με και ου μισεί … έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου μαθητής είναι» (Λουκ. 14:26). «Ένας που δεν απαρνήθηκε τον ίδιο τον εαυτό του και δεν μισεί και τον ίδιο τον εαυτό του, δεν μπορεί να είναι δικός μου άνθρωπος, δεν είναι άξιος για μαθητής μου». Δηλαδή, όλοι αυτοί που έγιναν άγιοι πίστεψαν έτσι στον Χριστό, ακολούθησαν έτσι τον Χριστό, απαρνήθηκαν τον εαυτό τους και δεν δίστασαν να δώσουν και τη ζωή τους. Και έτσι, τους έπιασε, αν επιτρέπεται να πούμε, η χάρη του Αγίου Πνεύματος, τους αγίασε, και είναι άγιοι της Εκκλησίας. 

Η Εκκλησία λοιπόν δεν έβαλε τυχαία την Κυριακή αυτή ύστερα από όλες τις γιορτές, και δεν όρισε τυχαία να εορτάζουμε σήμερα όλους τους αγίους. Το έκανε για να πει με αυτό: Ιδού το έργο του Χριστού. Ιδού το έργο του Αγίου Πνεύματος. Ιδού αυτό το οποίο είχε στον νου του και στο σχέδιό του ο Θεός να κάνει. Το έκανε.

Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι πίστεψαν, πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι δέχτηκαν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, υπάκουσαν στον Θεό, όπως και ο Κύριος, ακολούθησαν τον Κύριο και αγιάσθηκαν. Και έχουμε όλους τους αγίους. Δεν γιορτάζουμε όλους τους αγίους τόσο με την έννοια μήπως τυχόν κανένας θα ξεχαστεί – αν επιτρέπεται να το πούμε – και δεν θα γιορτάζεται – είναι και αυτό – αλλά κυρίως για τον λόγο που είπαμε.

Λέγαμε επίσης άλλα χρόνια ότι στην Παλαιά Διαθήκη βέβαια ενεργεί ο Θεός-Πατήρ, όμως τον Θεό-Πατέρα τον φανέρωσε ο Ιησούς Χριστός. Και με τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος, το Άγιο Πνεύμα φανέρωσε τον Χριστό. Δηλαδή δεν μπορεί κανείς να γνωρίσει τον Θεό, παρά δια του Ιησού Χριστού. Ο αληθινός Θεός είναι ο Ιησούς Χριστός. Όποιος λέει ότι πιστεύει σε Θεό και δεν πιστεύει στον Ιησού Χριστό, όποιος δεν πιστεύει στον Θεό δια του Ιησού Χριστού, αυτός δεν πιστεύει σε Θεό, δεν πιστεύει σε τίποτε. Αυτά που πιστεύει είναι κατασκευάσματα ανθρώπινα. Ο Θεός είναι ένας και φανερώθηκε δια του Ιησού Χριστού, και γνωρίζουμε τον Θεό μόνο δια του Ιησού Χριστού. Έξω από τον Ιησού Χριστό δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό.

Αλλά και για τον Χριστό, όσο κι αν λέμε ότι ο Χριστός, ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός, ιδέα δεν έχουμε, εάν δεν εργαστεί μέσα μας το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα επομένως φανερώνει τον Χριστό. Ο Χριστός φανέρωσε τον Θεό-Πατέρα, το Άγιο Πνεύμα φανερώνει τον Χριστό και οι άγιοι φανερώνουν το Άγιο Πνεύμα. Η απόδειξη δηλαδή ότι όντως ήρθε το Άγιο Πνεύμα, ότι όντως υπάρχει το Άγιο Πνεύμα μέσα στην Εκκλησία, ότι όντως ενεργεί το Άγιο Πνεύμα στον κόσμο είναι οι άγιοι. 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Θέλεις να αγιάσεις;”, Φεβρουάριος, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2023, σελ. 9.