ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ!

Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

Το 326 μ.Χ. η Αγία Ελένη πήγε στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να ευχαριστήσει το Θεό για τους θριάμβους του γιου της Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο Θείος ζήλος όμως, έκανε την Άγια Ελένη να αρχίσει έρευνες για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού.

Επάνω στο Γολγοθά υπήρχε ειδωλολατρικός ναός της θεάς Αφροδίτης, τον οποίο γκρέμισε και άρχισε τις ανασκαφές. Σε κάποιο σημείο, βρέθηκαν τρεις σταυροί. Η συγκίνηση υπήρξε μεγάλη, αλλά ποιος από τους τρεις ήταν του Κυρίου; Τότε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος με αρκετούς Ιερείς, αφού έκανε δέηση, άγγιξε στους σταυρούς το σώμα μιας ευσεβέστατης κυρίας που είχε πεθάνει. Όταν ήλθε η σειρά και άγγιξε τον τρίτο σταυρό, που ήταν πραγματικά του Κυρίου, η γυναίκα αμέσως αναστήθηκε.

Η είδηση διαδόθηκε σαν αστραπή σε όλα τα μέρη της Ιερουσαλήμ. Πλήθη πιστών άρχισαν να συρρέουν για να αγγίξουν το τίμιο ξύλο. Επειδή, όμως, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα από το συνωστισμό, ύψωσαν τον Τίμιο Σταυρό μέσα στο ναό σε μέρος υψηλό, για να μπορέσουν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι.

Αυτή, λοιπόν, την ύψωση καθιέρωσαν οι άγιοι Πατέρες, να γιορτάζουμε στις 14 Σεπτεμβρίου, για να μπορέσουμε κι εμείς να υψώσουμε μέσα στις ψυχές μας το Σταυρό του Κυρίου μας, που αποτελείτο κατ' εξοχήν "όπλον κατά του διαβόλου".

Ορισμένοι Συναξαριστές, αυτή την ημέρα, αναφέρουν και την ύψωση του Τιμίου Σταυρού στην Κωνσταντινούπολη το 628 μ.Χ. από τον βασιλιά Ηράκλειο, πού είχε νικήσει και ξαναπήρε τον Τίμιο Σταυρό από τους Αβάρους, οι οποίοι τον είχαν αρπάξει από τους Αγίους Τόπους. 

https://www.saint.gr

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ- "Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΤΟ ΑΙΩΝΙΟΝ ΚΑΥΧΗΜΑ ΜΑΣ"!

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή προ της Υψώσεως: «Ο Σταυρός του Χριστού, το αιώνιον καύχημά μας»

[Γαλ. 6, 11-18]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Στομίου Λαρίσης στις 10-9-2000.

Στις 14 Σεπτεμβρίου, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας εορτάζει την παγκόσμιον Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού. Αυτό σημαίνει ότι μετά την εύρεσή του από την βασιλομήτορα Αγίαν Ελένην, υψώθ`1η από του άμβωνος ο ευρεθείς Τίμιος Σταυρός, υπό του τότε Πατριάρχου.

Η Εκκλησία μας για να προσδώσει αίγλην και τιμήν, θεώρησε την εορτήν του Τιμίου Σταυρού ως έναν αντίλαλον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μεγάλης Παρασκευής. Γι΄ αυτό νηστεύομε την ημέρα αυτή. Όλοι το γνωρίζομε. Ακόμη έθεσε την εορτήν της Μεταμορφώσεως 40 ημέρες προ της Υψώσεως. Είναι 40 ημέρες. Και δημιουργεί έναν αντίλαλο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Καινή Διαθήκη γράφει ότι η Μεταμόρφωσις έγινε ολίγον προ του Πάθους. Δηλαδή λίγες ημέρες προ της 15ης του μηνός Νισσάν, δηλαδή στα μέσα περίπου του Φεβρουαρίου ή του Μαρτίου. Ακόμη η Εκκλησία όρισε δυο Κυριακές, η μία προ και η άλλη μετά, με υμνολογικό και ευαγγελικό περιεχόμενο σχετικό με τον Τίμιον Σταυρόν. Έτσι οι δύο αυτές Κυριακές, εκ των οποίων η πρώτη είναι σήμερα, στέκονται σαν στήλες τιμής και συνοδείας της μεγάλης εορτής.

Αν ερωτήσετε γιατί όλα αυτά, η απάντησις είναι ότι όλη η θεολογία της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο κορυφώνεται εις την σταυρική θυσία του Χριστού. Όπως το ακούσαμε και εις την σημερινή ευαγγελική περικοπή: «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον –τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμον ή τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμον–, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν –ώστε εκείνος ο οποίος πιστεύει εις αυτόν– μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον». Εκείνο το «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον», αυτό το «οὕτω» είναι απροσμέτρητον.

Ακόμη, το κέντρον του Ευαγγελίου είναι ο Σταυρός του Χριστού. Είναι το κέντρον της πνευματικής ζωής, ο Τίμιος Σταυρός. Το κέντρον, το υπογραμμίζω και το ξαναλέγω, της πνευματικής ζωής. Εάν δεν βάλεις στη ζωή σου ως κέντρον τον Τίμιον Σταυρόν, είναι αδύνατον να κατανοήσεις και πολύ περισσότερο να βιώσεις την πνευματική ζωή. Αυτά που εμείς –επιτρέψατέ μου- όπως ζούμε πνευματική ζωή, επιτρέψατέ μου, πασαλείμματα είναι. Δεν αποτελούν πραγματικά την πνευματική ζωή. Γιατί απλούστατα πολλές φορές απ’ όλα αυτά λείπει η έννοια του Σταυρού. Αν αφαιρεθεί ο Σταυρός ή το περί Σταυρού κήρυγμα, τότε δεν έχομε σωτηρία. Γι΄ αυτό γράφει ο Απόστολος Παύλος εις την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του: «Ὁ λόγος γὰρ  ὁ τοῦ σταυροῦ –λόγος θα πει κήρυγμα. Δηλαδή το κήρυγμα του Σταυρού–τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί  –για εκείνους οι οποίοι τελικά μένουν αμετανόητοι και οι οποίοι βεβαίως θα χαθούν, δεν θα σωθούν, γι’ αυτούς ο Τίμιος Σταυρός είναι μωρία: «Πώς είναι δυνατόν ένας Ενανθρωπήσας Θεός να σταυρώνεται;»·  και μάλιστα δια τους Εβραίους, λέγει, ότι είναι σκάνδαλον. Διότι αν είναι ο Γιαχβέ, δηλαδή ο Κύριος, ο Κύριος της δόξης, ο Άγιος του Ισραήλ, όπως τον είδε καθήμενον επί θρόνου αιωρουμένου ο προφήτης Ησαΐας, πώς είναι δυνατόν ποτέ να φθάσει εις τον Σταυρόν; Άρα δεν είναι. Αυτό είναι σκάνδαλο εις τους Εβραίους, που δεν τους αφήνει να επιστρέψουν εις Χριστόν)· τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι – αλλά για εκείνους οι οποίοι πιστεύουν, σώζονται, γι’ αυτούς είναι ο Τίμιος Σταυρός, είναι δύναμις–». Και έκφρασις βεβαίως της αγάπης του Θεού Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του Αγίου Τριαδικού Θεού δηλαδή.

Δια του Σταυρού, αγαπητοί μου, επανερχόμεθα εις τον απωλεσθέντα Παράδεισον· που είναι το σύμβολον της αρνήσεως του κόσμου, γιατί ο κόσμος εσταύρωσε τον Χριστόν. Κι εμείς λοιπόν, αν αποδεχόμεθα τον Σταυρόν, ουσιαστικά μένομε στην άρνηση του κόσμου.

Είναι και το σύμβολον της ασκήσεως ο Τίμιος Σταυρός. Δεν λέει ο Απόστολος στους Φιλιππησίους ότι μερικοί Χριστιανοί, «ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία», «που η κοιλιά τους», λέει, «είναι ο Θεός τους, δηλαδή τι θα φάμε, τι θα πιούμε και πώς θα αφροδισιάσουμε», και τους αποκαλεί αυτούς «ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ». Γιατί; Γιατί απλούστατα απέρριψαν την άσκηση και συνεπώς τον Τίμιον Σταυρόν.

Ακόμα, ο Τίμιος Σταυρός του Χριστού είναι το δένδρον της ζωής. Ενθυμείστε ότι στον Παράδεισον ο Θεός, λέγει, εφύτευσε δύο δέντρα. Ο Παράδεισος, σας υπενθυμίζω, ήταν επάνω εις την Γην. Η λέξις Παράδεισος είναι περσική και θα πει «μεγάλος κήπος». Και ήτο μεταξύ των δύο ποταμών του Ευφράτου και του Τίγρητος. Λοιπόν, εφύτευσε, λέει, εκεί ο Θεός, δύο δέντρα. Το ένα δένδρον ήταν της γνώσεως του καλού και του κακού. Το άλλον δένδρον ήταν της ζωής. Και είπε εις τους πρωτοπλάστους: «Δεν θα δοκιμάσετε από το δένδρον της γνώσεως». Εκείνοι απατηθέντες από τον διάβολον, εδοκίμασαν, παρά την ειδοποίηση του Θεού ότι «ἐν ᾗ ἡμέρᾳ φάγεσθε, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». Και τους εξεδίωξε ο Θεός από τον Παράδεισον. Ήταν μία περιοχή αυτή. Όλο το υπόλοιπον του πλανήτου μας ελέγετο Γη. Το τμήμα αυτό ελέγετο Παράδεισος. Σύμβολον της Βασιλείας του Θεού. Σήμερα εκεί πηγαίνομε. Είναι το σημερινό Ιράκ, αν το θέλετε. Σύμβολον. Το ένα δένδρον, που εξαπατήθηκαν και έφαγαν τον καρπόν, τους οδήγησε εις τον θάνατον. Η αγάπη του Θεού τούς εξεδίωξε για να μην εγγίσουν από το δένδρον της ζωής. Γιατί τότε το κακόν, όπως λένε οι Πατέρες, θα εγίνετο αθάνατον. Έτσι επεφύλαξε τον καρπόν του δένδρου της ζωής για αργότερα.

Και ποιο είναι το δένδρον της ζωής; Είναι, αγαπητοί μου, ο Ιησούς Χριστός. Ή, αν θέλετε, είναι ο Σταυρός. Και όπως εκεί εκρέμοντο οι καρποί του δένδρου της ζωής, έτσι εδώ κρεμάται ο Χριστός. Εάν λοιπόν τώρα φάμε τον καρπόν εκείνου του δένδρου και παίρνομε εντολή, εάν δεν δοκιμάσομε από τον καρπόν αυτόν του δένδρου της ζωής, αμαρτάνομε. Είναι το αντίθετο από ό,τι ήταν τότε. Δηλαδή τι είναι ο καρπός; Το σώμα και το αίμα του Χριστού. Και με αυτό έχομε την ζωήν, την αιώνιον ζωήν.

Είδατε λοιπόν όλα αυτά πώς προτυπώθηκαν, πώς προπαρασκεύσαν τον άνθρωπο αλλά και τον ερχομό του Υιού του Θεού με την Ενανθρώπηση εις τον κόσμον αυτόν. Πρέπει λοιπόν τώρα για να ζήσουμε, να φάμε τον καρπόν του δένδρου της ζωής· που ξαναλέγω είναι ο Τίμιος Σταυρός, επί του οποίου είναι ο Χριστός· το σώμα Του και το αίμα Του.

Μία τέτοια γνώσις περί του Τιμίου Σταυρού, ό,τι είπαμε, μας αποκαλύπτει το μέγεθος της αγάπης του Θεού. Και είναι το κλειδί της επανεισόδου μας εις την Βασιλείαν του Θεού. Έτσι ξαναγυρίζομε πίσω εις την Βασιλείαν του Θεού. Αλλά η Βασιλεία του Θεού είναι πολύ καλυτέρα και πολύ ευτυχεστέρα απ΄ ό,τι ήτο ο αρχαίος Παράδεισος. Δηλαδή είναι το βασίλειον της αθανασίας και της αφθαρσίας· που λέει ο Απόστολος Παύλος στους Γαλάτας το εξής: «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ». «Σε μένα», λέει, «μη γένοιτο να καυχηθώ για οτιδήποτε. Η καύχησίς μου είναι ο Τίμιος Σταυρός», λέγει ο Παύλος· «που επί του Σταυρού απέθανε ο Ιησούς Χριστός, ο Κύριός μου», που λέει ο Παύλος. Δια του οποίου Σταυρού, «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ». «Για τον κόσμο; Έχω πεθάνει. Δεν είμαι ζωντανός για τον κόσμο». Εννοείται «κόσμος», το κοσμικόν φρόνημα. Αυτό που κατακεραυνώνει στην προς Φιλιππησίους, που σας είπα προηγουμένως, «ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία» και δεν βαριέσαι και… Όχι. «Το φρόνημα της σαρκός, το φρόνημα του κόσμου, να σκέπτομαι δηλαδή κοσμικά, αυτό, για μένα τον Παύλο, έχει πεθάνει. Κι εγώ έχω πεθάνει για τον κόσμο». Πολύ σπουδαίο αυτό. Μας ανοίγει τον δρόμο να ζήσουμε κι εμείς ακριβώς το ίδιο. Ώστε το καύχημα του Παύλου και μάλιστα το μοναδικό καύχημα του Παύλου είναι ο Σταυρός του Χριστού. Ο σταυρωμένος Χριστός! Γιατί, ξέρετε, ντρεπόμαστε πολλές φορές να πούμε ότι λατρεύομε έναν εσταυρωμένον Θεόν.

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, στις Κατηχήσεις του, συγκεκριμένα στην 13η Κατήχησή του, αναφέρεται εις τον Τίμιον Σταυρόν. Μπορούμε από εκεί να πάρομε μία μικρή επιλογή, τι λέγει δια τον Τίμιον Σταυρόν. Προσέξατε. Γράφει: «Καύχημα μὲν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας καὶ πᾶσα πρᾶξις Ἰησοῦ, καύχημα δὲ καυχημάτων ὁ σταυρός– Κάθε πράξη του Ιησού, για την Εκκλησία είναι καύχημα. Αλλά το καύχημα των καυχημάτων είναι ο σταυρός». Και παρατηρεί ότι γι΄ αυτό ο Παύλος, παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος, έλεγε ότι το καύχημά του ήταν ο σταυρός. Και σημειώνει ακόμα: «Καὶ μὴ θαυμάσῃς εἰ (εάν) κόσμος ὅλος ἐλυτρώθη. Οὐ γὰρ ἦν ἄνθρωπος ψιλός, ἀλλὰ υἱὸς θεοῦ μονογενής, ὁ ὑπεραποθνήσκων». «Και μην απορήσεις γιατί τούτο σου λέγω, εάν ελυτρώθη», λέει, «όλος ο κόσμος δια του Σταυρού, γιατί απλούστατα, Εκείνος που εσταυρώθη, δεν ήτο ψιλός άνθρωπος-το «ψι» με γιώτα, ξαναλέγω-, δηλαδή γυμνός, σκέτος άνθρωπος. Αλλά τι ήταν; Ο Υιός του Θεού, που ενηνθρώπησε ο μονογενής, ‘’ὁ ὑπεραποθνήσκων’’. Αυτός ο Οποίος πεθαίνει για όλους».

Ακόμη γράφει ο άγιος Κύριλλος: «Μὴ τοίνυν ἐπαισχυνώμεθα τῷ σταυρῷ τοῦ σωτῆρος, ἀλλὰ μᾶλλον ἐγκαυχώμεθα». Δηλαδή «μην ντρεπόμαστε τον σταυρόν του Χριστού· αλλά μάλλον να έχομε καύχημα». Είδατε πώς τα πράγματα αλλάζουν; Είδατε πώς ο διάβολος κατάφερε να κάνομε τον σταυρό μας κρυφά, για να μη μας βλέπουν οι άλλοι και πουν ότι …χμ, ότι είμαστε Χριστιανοί. Μα, δεν βαφτίστηκες; Δεν είσαι Χριστιανός; Γιατί κρύβεις την ιδιότητά σου αυτή; Κι όπως και πρόσφατα σας το είπα και πολλές φορές σας το έχω πει, όταν περνούν από κάπου, μία Εκκλησία, κάνουν τον σταυρό τους κάτω από το σακάκι τους. Κλήθηκες, αγαπητέ μου, σε ένα διπλωματικό τραπέζι, που είναι…, ε, όποιοι είναι εκεί; -αυτοί, βέβαια, άλλοι πιστεύουν, άλλοι δεν πιστεύουν-, εσύ να κάνεις τον σταυρό σου κι έτσι να αρχίζεις να τρως. Επήγες στο εστιατόριο; Ποιος κάνει τον σταυρό του στο εστιατόριο; Αλλά γιατί; Την ευεργεσία τη δεχόμεθα, δηλαδή το φαγητό, την ομολογία την αρνούμεθα. Αυτό δεν είναι ασυνεπές, ανακόλουθον; Τι θα κάνομε; Θα κάνομε τον σταυρό μας. Και θα πούμε και την ευχή. Το «Πάτερ ἡμῶν» φερ’ ειπείν, αν πήγαμε μεσημέρι. Έτσι λέγει ο άγιος Κύριλλος, ότι πρέπει να μην ντρεπόμεθα τον Τίμιον Σταυρόν, αλλά πρέπει δια του Τιμίου Σταυρού να ομολογούμε τον Χριστόν. Και συνεχίζει:

«Ὁμολογῶ τὸν σταυρόν, ἐπειδὴ οἶδα τὴν ἀνάστασιν -λέγει ο άγιος Κύριλλος: «Ομολογώ τον Χριστόν, δεν ντρέπομαι. Γιατί; Γιατί ακολούθησε η Ανάστασις»-· Εἰ γὰρ σταυρωθεὶς ἀπέμεινεν, οὐκ ἂν ἴσως ὡμολόγησα, συνέκρυψα γὰρ ἂν τάχα τῷ ἐμῷ διδασκάλῳ –«Γιατί εάν δεν είχε αναστηθεί, τότε πιθανώς να μην ομολογούσα και να ντρεπόμουνα, γιατί ο Διδάσκαλος απέθανε επί του σταυρού». Και θεωρήθηκε βέβαια αφού μάλιστα σταυρώθηκε ανάμεσα σε δύο ληστάς, ίσως ίσως και αρχιληστής. Ποιος ξέρει πού, πώς; Αλλά αφού ακολούθησε η Ανάστασις, γιατί να κρύψω την ομολογία ότι πιστεύω εις τον Κύριον Ιησούν τον Εσταυρωμένον;-· ἀναστάσεως δὲ τὸν σταυρὸν διαδεξαμένης οὐκ ἐπαισχύνομαι διηγούμενος». «Αφού ακολούθησε», λέει, η Ανάσταση, «δεν ντρέπομαι να διηγηθώ την σταύρωσιν του Χριστού».

Συνεχίζει ο άγιος Κύριλλος: «Εἴ τις ἀπιστεῖ τῇ δυνάμει τοῦ σταυρωθέντος, ἐξεταζέτω τοὺς δαίμονας -Είναι ένα πολύ καλό επιχείρημα αυτό, έστω και έμμεσο. «Όποιος», λέει, «απιστεί εις την δύναμιν του Χριστού, να δει τι κάνουν απέναντι στον Χριστό οι δαίμονες». Ξαναλέγω είναι έμμεσος απόδειξις. Δεν θα ‘πρεπε εκεί να σταθούμε. Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει, κατά παραχώρησιν μπορούμε κι εκεί να σταθούμε-. Εἴ τις οὐ πιστεύει τοῖς λόγοις, πιστευέτω τοῖς φαινομένοις». «Όποιος δεν πιστεύει στα λόγια», του Ευαγγελίου εννοείται, «να πιστεύσει στα φαινόμενα». Τι δηλαδή; Όπως είναι το φαινόμενο του Πνευματισμού· που φυγαδεύονται οι δαίμονες. Έχει συμβεί πολλές φορές. Μία κυρία, ένας κύριος, πάνε εις το μέντιουμ, στο πνευματιστικό τραπεζάκι. Κι εκεί – πω πω πω, φοβερό…- ας πούμε ότι είναι γυναίκα αυτή η οποία είναι μέντιουμ. Μέντιουμ θα πει μέσον, μεσάζων. Σου λέει αμέσως: «Κυρία μου, βγάλτε τον σταυρό που έχετε στον λαιμό σας». Γιατί; Γιατί την πληροφόρησαν οι δαίμονες ότι δεν θα της αποκαλύψουν τίποτα, εάν ο πελάτης της δεν βγάλει τον σταυρό. «Δεν είναι μία απόδειξις ότι εδώ οι δαίμονες πτήσσουσιν», λέει, «τρομάζουν, παίρνουνε δρόμο μπροστά εις τον Σταυρόν του Χριστού;». Ακόμη, όπως είναι τα μάγια, οι κακοτεχνίες του διαβόλου. Όλα αυτά δείχνουν, όταν πάμε τον Τίμιο Σταυρό, κεραυνώνουμε τους δαίμονες.

Όπως συνέβη κάποτε με εκείνον τον δαιμονισμένο ή τους δαιμονισμένους: «Τί ἐμοί καί σοί, Ἰησοῦ υἱέ τοῦ Θεοῦ». «Τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα σε μας -Ποιους; Τους δαίμονες- και σε Σένα, που είσαι ο Υιός του Θεού;». Βλέπετε πώς τρομάζουν οι δαίμονες; Όχι τότε στο Ευαγγέλιο που είναι γραμμένο. Αλλά και τώρα σήμερα όπως σας εξήγησα. Να πας στη μάγισσα, θα σου πει να βγάλεις τον σταυρό σου ή ό,τι άλλο. Και συνεχίζει: «Πολλοὶ κατὰ τὴν οἰκουμένην ἐσταυρώθησαν -ο άγιος Κύριλλος συνεχίζει-, «ἀλλ’ οὐδένα πτήσσουσιν οἱ δαίμονες». «Πολλοί», λέει, «σταυρώθηκαν στην οικουμένη, πολλοί». Ήταν εξάλλου ο ρωμαϊκός τρόπος εκτελέσεως των καταδίκων. Ρωμαϊκός. «Αλλά κανέναν», λέει, «απ’ αυτούς δεν φοβήθηκαν οι δαίμονες». «Τοῦ δὲ ὑπὲρ ἡμῶν σταυρωθέντος Χριστοῦ καὶ τὸ σημεῖον ἰδόντες μόνον τοῦ σταυροῦ πτήσσουσιν οἱ δαίμονες –Παίρνουν δρόμο και φεύγουνε. Μόνο τον σταυρό να δουν· όχι και τον Χριστόν». Όλα αυτά τι είναι; Και συνεχίζει: «Ἔπαθεν οὖν Ἰησοῦς κατὰ ἀλήθειαν ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων– Πράγματι, όταν λέει «κατὰ ἀλήθειαν», σημαίνει πράγματι πέθανε επί του Σταυρού. Δεν είναι φαινομενικός ο θάνατος επί του Σταυρού. Γι΄ αυτό και το λέει ο Απόστολος Παύλος· λέγει ότι «ἀπέθανεν ἐπί Ποντίου Πιλάτου», πραγματικά, προσέξτε· κατά τας γραφάς». Αυτό το πήραμε εμείς και το έχομε στο Σύμβολο της Πίστεως. Όπως το λένε οι γραφές. Πέθανε πραγματικά. «Οὐ γὰρ δόκησις ὁ σταυρός –«Δεν ήταν», λέει, «κατά φαντασίαν ο Σταυρός»–, ἐπεὶ δόκησις καὶ ἡ λύτρωσις –τότε θα ήταν κατά φαντασίαν και η σωτηρία. Οὐ φαντασιώδης ὁ θάνατος– «Δεν ήταν κατά φαντασίαν ο θάνατος»–, ἐπεὶ καὶ μυθώδης ἡ σωτηρία –«γιατί τότε θα ήταν και η σωτηρία μας ένας μύθος». Τὸ μὲν οὖν πάθος ἀληθές – Πράγματι πέθανε ο Χριστός επί του Σταυρού. Έτσι αληθεύει και η Ανάστασις–, ἀληθῶς γὰρ ἐσταυρώθη, καὶ οὐκ ἐπαισχυνόμεθα -Πράγματι πέθανε επί του Σταυρού και δεν ντρεπόμεθα να το πούμε-. Ἐσταυρώθη, καὶ οὐκ ἀρνούμεθα, ἀλλὰ μᾶλλον καυχῶμαι λέγων. κἂν γὰρ ἀρνήσωμαι νῦν, ἐλέγχει με οὗτος ὁ Γολγοθᾶς, οὗ πλησίον νῦν πάντες πάρεσμεν – «Αν αρνηθώ, θα με ελέγξει», λέει, «εδώ κοντά μου που είναι ο Γολγοθάς». Ξέρετε, ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, ήταν επίσκοπος Ιεροσολύμων, αυτά τα γράφει γύρω στο 350 μ.Χ. και λέει: «Να, εδώ κοντά μας είναι ο Γολγοθάς». Φοβερή παράδοσις, ότι πέθανε ο Ιησούς επί του Σταυρού κτλ. κτλ.- Ἐλέγχει με τοῦ σταυροῦ τὸ ξύλον –το οποίον είχε βρεθεί από την αγία Ελένη, μόλις 25 χρόνια πιο μπροστά. «Με ελέγχει», λέει, «το ξύλον του Σταυρού» τὸ κατὰ μικρὸν ἐντεῦθεν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ λοιπὸν διαδοθέν»· «που το κόψανε μικρά μικρά κομματάκια και το σκόρπισαν σε όλη την Οικουμένη». Σήμερα, το μεγαλύτερον τεμάχιον του Τιμίου Σταυρού βρίσκεται εις το Άγιον Όρος.

«Καὶ θέλεις γνῶναι σαφῶς, ὅτι δόξα ἐστὶ τῷ Ἰησοῦ ὁ σταυρός;– Θέλεις να δεις με σαφήνεια ότι ο Σταυρός αποτελεί δόξα του Ιησού;-. Αὐτοῦ ἄκουε λέγοντος– Άκουσε τι λέει ο Ίδιος– ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου –«Ήλθε η ώρα για να δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου». Και το έλεγε στους μαθητάς Του λίγο πριν σταυρωθεί-. Βλέπεις πῶς δόξαν οἰκείαν οἶδε τὸν σταυρόν;». «Αναγνωρίζει ότι δόξα δική Του είναι ο σταυρός. Αν Εκείνος λοιπόν το θεωρεί δόξα, γιατί έκανε το θέλημα του Πατρός και δια του οποίου Σταυρού σώζει τον κόσμον, εγώ γιατί θα ντραπώ;».

Αγαπητοί, ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι»· ότι «Έχω συσταυρωθεί με τον Χριστόν». Κι αν ο Σταυρός είναι η δόξα του Ιησού, τότε και όποιος σταυρούται με τον Ιησούν, συνδοξάζεται. Όλοι οι άγιοι κρατούσαν τον σταυρό. Και όλοι δοξάστηκαν. Δόξα μας λοιπόν είναι ο σταυρός του Χριστού.

Σήμερα, όπως σας είπα, πολλοί δυστυχώς, αρνούνται τον σταυρόν, γιατί αρνούνται τον Χριστόν. Έτσι η ομολογία μας και το καύχημά μας για τον Σταυρό του Χριστού, μας βάζει χρονικά στην εποχή του Παύλου και των πρωτομαρτύρων. Έκφρασις αυτής της δόξης και της καυχήσεως είναι το σημείον του σταυρού σωστά. Κάποιος προηγουμένως ήρθε εδώ και κοινώνησε, ένας κύριος, καρικατούρα σταυρού… Αγαπητοί μου, σωστά θα κάνομε τον σταυρό μας, σωστά. Ακούσατε; Σωστά. Έγινε καρικατούρα. Και γίνεται έτσι, πάντα κάπου να περικρύψουμε ότι εκάναμε τον σταυρό μας. Έτσι λοιπόν θα κάνουμε το σημείον του σταυρού ἐν παντί τόπῳ και χρόνῳ, μπροστά στα μάτια και των πιστών και των απίστων.

Έτσι, ας κλείσομε με τα σημερινά αποστολικά λόγια, που είπε ο Παύλος δηλαδή: «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ – Σε τίποτα, μη γένοιτο, σε τίποτα δεν θα καυχηθώ, παρά μόνον εις τον σταυρόν του Χριστού-, δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ -δια του οποίου σε μένα ο κόσμος σταυρώθηκε και εγώ για τον κόσμο». Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_848.mp3

(Μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ- ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ!

 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή μετά την Ύψωση: Ερμηνεία της Αποστολικής περικοπής 

[Γαλ. 2, 16-20]

«Εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν ἐπιστεύσαμεν διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ (: επειδή όμως μάθαμε από τη δική μας πείρα ότι δεν γίνεται δίκαιος ο άνθρωπος και δεν σώζεται με την τήρηση των τυπικών διατάξεων του μωσαϊκού νόμου, αλλά μόνο με την πίστη στον Ιησού Χριστό, γι’ αυτό λοιπόν και εμείς πιστέψαμε στον Ιησού Χριστό, για να γίνουμε δίκαιοι και να σωθούμε από την πίστη στον Χριστό και όχι από τα έργα του μωσαϊκού νόμου· διότι όπως αναφέρεται και στους ψαλμούς, με τα έργα του νόμου δεν θα δικαιωθεί και δεν θα σωθεί κανένας άνθρωπος)» [Γαλ. 2,16· ερμ. απόδοση Παν. Τρεμπέλα].
Πρόσεξε και εδώ πώς με ασφάλεια λέγει τα πάντα. «Διότι όχι όμως ως κακό αλλά ως ασθενή στο να μας εξασφαλίσει τη σωτηρία», λέγει, «εγκαταλείψαμε τον μωσαϊκό νόμο». Εάν λοιπόν ο μωσαϊκός νόμος δεν παρέχει δικαίωση και σωτηρία στον άνθρωπο, είναι περιττή η περιτομή. Αλλά εδώ μεν έτσι αναφέρει· προχωρώντας όμως δείχνει ότι όχι μόνο είναι περιττή η περιτομή, αλλά και επικίνδυνη· κάτι το οποίο είναι και περισσότερο αξιοπαρατήρητο, το ότι δηλαδή στην αρχή μεν λέγει ότι «δεν δικαιώνεται ο άνθρωπος από τα έργα του νόμου», προχωρώντας όμως ομιλεί και με πιο βαριές εκφράσεις.

«Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; (: Αλλά όμως εάν υποθέσουμε ότι η τήρηση του μωσαϊκού νόμου είναι επιβεβλημένη, και συνεπώς εμείς που αφήσαμε τον νόμο αμαρτήσαμε και βρεθήκαμε να είμαστε αμαρτωλοί μόνο και μόνο επειδή ζητούμε να δικαιωθούμε και να σωθούμε με την πίστη και την κοινωνία μας με τον Χριστό, τότε γεννιέται το άτοπο ερώτημα: “Άραγε ο Χριστός είναι υπηρέτης της αμαρτίας, αφού Αυτός μας ώθησε να αφήσουμε τον μωσαϊκό νόμο;”. Μη συμβεί να πούμε τέτοια βλασφημία)»[Γαλ.2,17]. «Διότι εάν δεν έχει δύναμη», λέγει, «η πίστη στον Χριστό να δικαιώσει, αλλά υφίσταται πάλι η αναγκαιότητα του μωσαϊκού νόμου, εκείνοι οι οποίοι εγκατέλειψαν τον νόμο για τον Χριστό και δεν δικαιώνονται από την άφεση, αλλά κατακρίνονται, θα βρούμε να γίνεται αίτιος της κατακρίσεως Αυτός, για τον οποίο, αφού εγκαταλείψαμε τον νόμο, καταφύγαμε στην πίστη».

Είδες σε πόσο αναγκαστική ατοπία οδήγησε τον λόγο και πώς αγωνίστηκε με δύναμη; «Διότι, εάν δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τον νόμο», λέγει, «τον εγκαταλείψαμε όμως για τον Χριστό, πρόκειται να κριθούμε». Γιατί λοιπόν παραινείς και λέγεις αυτά στον Πέτρο, ο οποίος τα γνωρίζει αυτά ακριβέστερα από όλους; Δεν φανέρωσε σε αυτόν ο Θεός ότι δεν πρέπει να κρίνει άνθρωπο απερίτμητο για την περιτομή που δεν έχει κάνει; Μήπως όταν ομιλούσε στους Ιουδαίους γι΄ αυτά δεν αντιπαρατάχθηκε γενναιόψυχα από αυτήν την άποψη; Μήπως πάλι δεν απέστειλε από τα Ιεροσόλυμα σαφή διδασκαλία για αυτά;

Δεν λέγει, λοιπόν, αυτά ο Απόστολος Παύλος για να διορθώσει τον Πέτρο· αλλά φαίνεται μεν ότι ο λόγος απευθύνεται σε εκείνον, ενώ στην πραγματικότητα ελέγχει τους μαθητές. Αυτά λοιπόν τα λέει απευθυνόμενος όχι μονάχα προς τους Γαλάτες, αλλά και προς εκείνους οι οποίοι πάσχουν από την ίδια νόσο· διότι, εάν και δεν περιτέμνονται πολλοί τώρα, νηστεύουν όμως και τηρούν την αργία του Σαββάτου, πράττουν αυτά μαζί με εκείνους, αποχωρίζοντας τους εαυτούς τους από τη χάρη· διότι, εάν αυτούς οι οποίοι χρησιμοποιούν μόνο την περιτομή, ο Χριστός δεν τους ωφελεί σε τίποτε, όταν προστίθεται και η νηστεία και το Σάββατο και όχι μόνο μία, αλλά δύο εντολές τηρούνται, πρόσεξε πως ο κίνδυνος και με την πρόοδο του χρόνου έγινε φοβερότερος· διότι εκείνοι μεν στην αρχή αυτό έκαναν, ενώ υπήρχε ακόμη η πόλη και ο ναός και όλα τα άλλα· αυτοί όμως, ενώ είδαν και την τιμωρία στην οποία παραδόθηκαν οι Ιουδαίοι και την καταστροφή της πόλεως και περισσότερο έβλαψαν τους εαυτούς τους και τους άλλους, ποια απολογία θα έχουν για το ότι τηρούν τον νόμο τότε, όταν αυτοί, ενώ ήσαν Ιουδαίοι και παρά το ό,τι ήθελαν πάρα πολύ, δεν μπορούν να τηρούν αυτά; Τον Χριστό ενεδύθης, μέλος του Δεσπότη έγινες, στην άνω πόλη αναγράφηκες, και ακόμη στον μωσαϊκό νόμο ακόμη έρπεις; Και πώς είναι δυνατόν να επιτύχεις τη βασιλεία;

Άκουσε τον Παύλο ο οποίος λέγει ότι το ευαγγέλιο ανατρέπεται από την τήρηση του μωσαϊκού νόμου. Και εάν θέλεις, μάθε και τον τρόπο και φρίξε και απόφυγε το βάραθρο· διότι, γιατί τηρείς το Σάββατο και νηστεύεις μαζί με εκείνους; Είναι φανερό ότι επειδή φοβάσαι τον νόμο και το να εγκαταλείψεις εκείνες τις εντολές· δεν θα φοβόσουν όμως να εγκαταλείψεις τον νόμο, εάν δεν θεωρούσες την πίστη ως ασθενή και μη ικανή να σώσει μόνη της· διότι εάν φοβάσαι τη μη τήρηση του Σαββάτου, είναι ολοφάνερο ότι φοβάσαι τον νόμο σαν να επικρατεί ακόμη.
Και αν υπάρχει ανάγκη του νόμου πάλι, όχι ενός μέρους, ούτε μιας εντολής, αλλά ολόκληρου βέβαια του νόμου υπάρχει ανάγκη· εάν όμως ολόκληρος ο μωσαϊκός νόμος είναι αναγκαίος, εξοβελίστηκε βαθμιαία η δια της πίστεως δικαίωση. Διότι, εάν τηρείς τα Σάββατα, γιατί όχι και την περιτομή; Και εάν περιτέμνεσαι, γιατί και να μη θυσιάζεις; Διότι εάν πρέπει να φυλάττει κανείς, ολόκληρο τον νόμο πρέπει να φυλάττει· εάν όμως δεν πρέπει να τον τηρεί ολόκληρο, ούτε μέρος του νόμου πρέπει. Εάν δεν φρίττεις για την τήρηση ενός μέρους, μήπως κριθείς για παράβαση, πρέπει να φοβάσαι και για την τήρηση ολόκληρου· και εάν η παράβαση ολοκλήρου του νόμου δεν κολάζει είναι φανερό ότι ούτε η παράβαση ενός μέρους κολάζει· αν πάλι η παράβαση ενός μέρους κολάζει, πολύ περισσότερο η παράβαση ολόκληρου. Αν όμως είναι ανάγκη να τηρηθεί ολόκληρος, πρέπει να παρακούσουμε τον Χριστό, ή, υπακούοντας στον Χριστό, να γίνουμε παραβάτες του νόμου· διότι εάν πρέπει να τηρούμε αυτόν, όσοι δεν τον τηρούν, είναι παραβάτες, και αίτιος αυτής της παραβάσεως θα βρεθεί για εμάς ο Χριστός· διότι Αυτός κατέλυσε τον νόμο που δόθηκε γι’ αυτούς και πρόσταξε να τον καταλύουν.

Βλέπεις τι αποδεικνύουν οι ιουδαΐζοντες; Τον Χριστό, τον αίτιο της δικής μας δικαιώσεως, Αυτόν εμφανίζουν ως αίτιο και αμαρτίας ακόμη, όπως και ο Παύλος λέγει: «ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος;». Ύστερα, αφού απέδειξε τον λόγο ως άτοπο, δεν χρειάστηκε πλέον απόδειξη για να τους ανατρέψει, αλλά αρκέστηκε μόνο στην απαγόρευση λέγοντας: «Μή γένοιτο! (: Μη συμβεί να πούμε τέτοια βλασφημία!)»· διότι για τα αναίσχυντα και αναιδή, ούτε αποδεικτικών λόγων υπάρχει ανάγκη, αλλά αρκεί και να απαγορεύσει μόνο.

«Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι (: και καταλήγουμε οπωσδήποτε στη βλασφημία αυτή, εάν δεχθούμε ως αληθινή την υπόθεση που κάναμε· διότι, εάν εκείνα που κατάργησα και αθέτησα ως ανώφελα, δηλαδή τις τυπικές διατάξεις του νόμου, αυτά πάλι τα τηρώ ως αναγκαία και απαραίτητα για τη σωτηρία, με την επάνοδό μου αυτήν στην τήρηση του νόμου αποδεικνύω τον εαυτό μου παραβάτη· διότι βεβαιώνω έμπρακτα ότι έκανα λάθος πρωτύτερα που αθέτησα τον νόμο, και αμάρτησα όταν προτίμησα τη σωτηρία που δίνει ο Χριστός)» [Γαλ. 2, 18]. Κοίταξε σύνεση που διακρίνει τον Παύλο. Εκείνοι ήθελαν να δείξουν ότι όποιος δεν τηρεί τον νόμο είναι παραβάτης· αυτός στο αντίθετο έστρεψε τον λόγο, δείχνοντας ότι παραβάτης είναι αυτός ο οποίος τηρεί τον μωσαϊκό νόμο· διότι με τους λόγους «οικοδομώ αυτά που κατάργησα», εννοεί τον νόμο. Αυτό λοιπόν το οποίο λέγει, είναι το εξής: «ο νόμος έπαψε να ισχύει, και αυτό ομολογήσαμε δια του ότι, εγκαταλείποντάς τον, καταφύγαμε στην σωτηρία από την πίστη. Αν λοιπόν επιδιώξουμε να αναστήσουμε αυτόν, σε αυτόν τον ίδιο γινόμαστε παραβάτες, αγωνιζόμενοι να τηρούμε αυτά τα οποία ο Θεός κατέλυσε».

Ύστερα δείχνει και πώς καταλύθηκε ο μωσαϊκός νόμος: «Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω (: Αλλά όχι. Δεν αμάρτησα, ούτε είμαι παραβάτης· διότι εγώ με κριτήριο τον νόμο που κατάργησα και ο οποίος τιμωρεί με θάνατο κάθε παραβάτη του, πέθανα ως προς τον νόμο, για να ζήσω για τη δόξα του Θεού)» [Γαλ. 2, 19]. Αυτό έχει διπλή εκδοχή. Δηλαδή ή την χάρη λέγει νόμο- διότι γνωρίζει και τη χάρη να ονομάζει νόμο, όπως όταν λέγει: «ὁ γὰρ νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου (: διότι ο Νόμος του Πνεύματος, η χάρη, ο φωτισμός και η δύναμη του Αγίου Πνεύματος, που μεταδίδει και καλλιεργεί και αναπτύσσει την κατά Χριστό ζωή, με απελευθέρωσε από τον νόμο και την κυριαρχία της αμαρτίας και του θανάτου)» [Ρωμ. 8, 2] – ή εννοεί τον παλαιό νόμο, δείχνοντας ότι δι’ αυτού του ίδιου του νόμου πέθανε για τον νόμο· δηλαδή «αυτός ο ίδιος ο νόμος με οδήγησε στο να μην είμαι προσηλωμένος σε αυτόν. Εάν λοιπόν φροντίσω να προσηλώνομαι σε αυτόν, και τον ίδιο τον νόμο παραβαίνω». Πώς και με ποιον τρόπο; Ο Μωυσής, ομιλώντας για τον Χριστό, λέγει: «Προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ὡς ἐμὲ ἀναστήσει σοι Κύριος ὁ Θεός σου, αὐτοῦ ἀκούσεσθε (: Κύριος ο Θεός σου θα αναδείξει ανάμεσα οπό τους αδελφούς σου Ισραηλίτες ένα προφήτη σαν εμένα• σε Αυτόν πλέον θα υπακούετε)» [Δευτ. 18, 15]. Ώστε αυτοί οι οποίοι δεν πείθονται σε Αυτόν, παραβαίνουν τον νόμο.

Και με άλλον τρόπο πρέπει να νοήσουμε το «διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον». Ο νόμος δηλαδή διατάσσει όλα όσα έχουν γραφεί να τηρούνται, και κολάζει εκείνον ο οποίος δεν τα τηρεί. Επομένως όλοι κατά τον νόμο έχουμε αποθάνει· διότι κανείς δεν τον τήρησε πλήρως. Και πρόσεξε πως και εδώ με μετριοπάθεια διεξάγει τον πόλεμο προς το νόμο· δεν είπε δηλαδή «ο νόμος πέθανε για εμένα», αλλά «εγώ πέθανα ως προς τον νόμο». Και αυτό το οποίο εννοεί, είναι το εξής: «όπως ο νεκρός και πεθαμένος δεν είναι δυνατόν να υπακούει στις εντολές του νόμου, έτσι ούτε εγώ ο οποίος πέθανα ως προς την κατάρα εκείνου· διότι για τον λόγο εκείνου πέθανα». Ας μην προστάσσει λοιπόν τον πεθαμένο, τον οποίο και αυτός φόνευσε, και με θάνατο όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και τον ψυχικό, δια του οποίου επέφερε και τον σωματικό. Το ότι λοιπόν αυτό εννοεί, έκανε φανερό δια των εξής: «ἵνα Θεῷ ζήσω (: Γιατί εγώ πέθανα ως προς τον νόμο διαμέσου του νόμου, για να ζήσω για το Θεό)», λέγει, «Χριστῷ συνεσταύρωμαι (: μαζί με το Χριστό έχω σταυρωθεί)»· διότι επειδή είπε «πέθανα», για να μην πει κανείς, «πώς λοιπόν ζεις;», πρόσθεσε και την αιτία της ζωής, και έδειξε ότι ο μεν νόμος, και τον ζωντανό φόνευσε, ο δε Χριστός, ενώ παρέλαβε νεκρό με τον θάνατό Του, χάρισε σε αυτόν τη ζωή. Και λέγοντας «ζωή» εννοεί την αθάνατη ζωή· διότι αυτό σημαίνει το «για να ζήσω ως προς τον Θεό».

«Χριστῷ συνεσταύρωμαι (: Με το βάπτισμα έχω σταυρωθεί και έχω πεθάνει μαζί με τον Χριστό. Και αφού είμαι νεκρός, δεν έχει πλέον καμία ισχύ για μένα ο νόμος)». Και πώς αυτός που ζει και αναπνέει λέγει ότι συσταυρώθηκε; Διότι το ότι ο Χριστός μεν σταυρώθηκε, είναι γνωστό· εσύ όμως, Παύλε, πώς σταυρώθηκες και ζεις; Πρόσεξε πως εξηγεί και αυτό, λέγοντας: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός (: έγινα κοινωνός του σταυρικού θανάτου του Χριστού και είμαι νεκρός. Λοιπόν δεν ζω πλέον εγώ, ο παλαιός δηλαδή άνθρωπος, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός)» [Γαλ. 2, 20]· διότι με το να πει: «σταυρώθηκα μαζί με τον Χριστό» υπαινίχτηκε το βάπτισμα· ενώ με το να πει: «Δεν ζω πλέον εγώ», υπαινίχτηκε την μετά από αυτά ζωή, δια της οποίας νεκρώνονται τα δικά μας μέλη.

Και τι σημαίνει «αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός»; «Τίποτε δεν γίνεται από εμένα», θέλει να πει, «από εκείνα τα οποία δεν θέλει ο Χριστός». Όπως δηλαδή «θάνατο» λέγει όχι τον φυσικό, αλλά τον προερχόμενο από τις αμαρτίες, έτσι και ζωή, εννοεί την απαλλαγή από αυτές· διότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ως προς τον Θεό με άλλο τρόπο, παρά μόνο αφού νεκρωθεί ως προς την αμαρτία.

Όπως ακριβώς λοιπόν ο Χριστός υπέστη τον σωματικό θάνατο, έτσι και εγώ υπέστην τον θάνατο ως προς την αμαρτία. «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, μοιχείαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία (: Νεκρώστε λοιπόν τα μέλη σας που επιθυμούν τις γήινες απολαύσεις και ηδονές. Νεκρώστε την πορνεία, την ακαθαρσία, κάθε πάθος και υποδούλωση στο κακό, κάθε κακή επιθυμία και την πλεονεξία, η οποία είναι λατρεία στο είδωλο του χρήματος)» [Κολοσ. 3, 5]. Και πάλι: «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος ἐσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ (: θα γίνουμε ένα με τον Χριστό εάν γνωρίζουμε ότι η διεφθαρμένη από την αμαρτία φύση που κληρονομήσαμε από τον Αδάμ σταυρώθηκε μαζί με τον Χριστό μυστηριακώς με το βάπτισμα, για να γίνει αδρανές και πεθαμένο το δουλωμένο στην αμαρτία σώμα μας, ώστε να μη γίνεται όργανό της και να μην είμαστε πλέον δούλοι και σκλάβοι στην αμαρτία)» [Ρωμ. 6, 6], πράγμα το οποίο έγινε στο βάπτισμα. Μετά λοιπόν από αυτά, εάν παραμένεις νεκρός ως προς την αμαρτία, ζεις ως προς τον Θεό· αν όμως πάλι αναστήσεις την αμαρτία, τότε κατέστρεψες αυτή και τη ζωή. Ο Παύλος όμως δεν ήταν τέτοιος, αλλά παρέμενε τελείως νεκρός ως προς την αμαρτία. «Εάν λοιπόν ζω ως προς τον Θεό», λέγει, «ζωή διαφορετική από αυτήν που βρίσκεται υπό τον νόμο, και έχω γίνει νεκρός για τον νόμο, δεν μπορώ να τηρώ τον νόμο».

Πρόσεξε την τελειότητα του βίου και θαύμασε τη μακάρια εκείνη ψυχή· διότι δεν είπε «ζω εγώ» αλλά «ζει μέσα σε μένα ο Χριστός». Ποιος θα τολμήσει να εκστομίσει αυτόν τον λόγο; Διότι επειδή κατέστησε τον εαυτό του ευπειθή στον Χριστό και απέβαλε όλα τα βιοτικά και έπραττε πάντοτε σύμφωνα με το θέλημα Εκείνου, δεν είπε: «ζω ως προς τον Χριστό», αλλά, πράγμα πολύ περισσότερο, «ζει μέσα σε μένα ο Χριστός»· διότι όπως ακριβώς η αμαρτία, όταν επικρατήσει, αυτή είναι εκείνη η οποία ζει, κατευθύνοντας την ψυχή σε εκείνα τα οποία θέλει, έτσι και, όταν εκείνη νεκρωθεί, γίνονται αυτά τα οποία θέλει ο Χριστός, και δεν είναι πλέον ανθρώπινη αυτή η ζωή, όταν αυτός ο ίδιος ζει μέσα σε εμάς, δηλαδή ενεργεί, επικρατεί.

Επειδή επίσης έλεγε: «Με το βάπτισμα έχω σταυρωθεί και έχω πεθάνει μαζί με τον Χριστό. Και αφού είμαι νεκρός, δεν έχει πλέον καμία ισχύ για μένα ο μωσαϊκός νόμος.» και «δεν ζω πλέον εγώ, αλλά πέθανα», πρόσθεσε: «ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (: Έγινα κοινωνός του σταυρικού θανάτου του Χριστού και είμαι νεκρός. Λοιπόν δεν ζω πλέον εγώ, ο παλαιός δηλαδή άνθρωπος, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και τη φυσική ζωή που ζω μέσα στο σώμα μου τώρα που επέστρεψα στον Χριστό, τη ζω με έμπνευση και με την κυριαρχία της πίστεως στον Χριστό, τη ζω με την έμπνευση και την κυριαρχία της πίστεως στον Υιό του Θεού, ο οποίος με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για τη σωτηρία μου)» [Γαλ. 2, 20].

«Αυτά μεν τα οποία είπα», λέγει, «τα είπα για τη νοερά ζωή· εάν πάλι κάποιος ήθελε να εξετάζει και αυτή την αισθητή ζωή, και αυτήν τη ζω με πίστη στον Υιό του Θεού. Διότι όσο ζούσα με τον παλαιό τρόπο ζωής και τον νόμο, ήμουνα άξιος εσχάτης κολάσεως και θα είχα καταστραφεί»· διότι «όλοι αμάρτησαν και στερούνται της θείας δόξης» και όλοι βρισκόμαστε υπό την καταδικαστική απόφαση· και διότι οι πάντες πέθαναν, αν και όχι εμπειρικά, αλλά ως προς την απόφαση· και επειδή δεχτήκαμε την πληγή, διότι και ο νόμος κατηγόρησε και ο Θεός αποφάσισε, αφού ήλθε ο Χριστός και παρέδωσε τον εαυτό Του στον θάνατο, εξάρπασε όλους εμάς από τον θάνατο.

Ώστε «τη ζωή την οποία τώρα ζω στο σώμα, τη ζω με πίστη στον Θεό»· δηλαδή ζω για την πίστη σε Αυτόν. Επειδή εάν δεν υπήρχε αυτό, τίποτε δεν θα εμπόδιζε να καταστραφούμε όλοι· πράγμα το οποίο έγινε και με τον κατακλυσμό· αλλά η παρουσία του Χριστού, αφού κατάπαυσε την οργή του Θεού, κατέστησε δυνατόν να ζούμε δια της πίστεως. Για το ότι λοιπόν αυτό εννοεί, μάθε από τα εξής. Αφού είπε δηλαδή ότι «τη ζωή την οποία ζω τώρα στο σώμα, τη ζω με πίστη στον Υιό του Θεού» πρόσθεσε «ο οποίος με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του προς χάριν μου». Τι κάνεις, Παύλε, σφετεριζόμενος αυτά τα οποία ανήκουν σε όλους και οικειοποιούμενος αυτά τα οποία έγιναν για όλους; Διότι δεν είπε «ο οποίος μας αγάπησε», αλλά «ο οποίος με αγάπησε».

Αλλά όμως ο ευαγγελιστής λέγει: «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον (: Και μη σου φαίνεται παράδοξο ότι ο υιός του ανθρώπου πρόκειται να υψωθεί πάνω στον σταυρό για τη σωτηρία σας· διότι τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο των ανθρώπων που ζούσε στην αμαρτία, ώστε παρέδωσε σε θάνατο τον μονάκριβο Υιό Του, για να μη χαθεί σε αιώνιο θάνατο κάθε άνθρωπος που πιστεύει σε Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια)» [Ιω. 3, 16] και εσύ ο ίδιος λέγεις: «ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾿ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται; (: Αυτός, ο οποίος δεν λυπήθηκε ούτε τον μονογενή Υιό Του, αλλά για χάρη όλων μας Τον παρέδωσε στον σταυρικό θάνατο, πώς μαζί με Αυτόν δεν θα μας χαρίσει και κάθε άλλη εύνοια και όλα τα άλλα, που είναι απαραίτητα για τη σωτηρία μας; Αφού μας χάρισε τον Υιό Του, δεν θα μας χαρίσει και όλα τα άλλα που χρειαζόμαστε για να σωθούμε;)» [Ρωμ. 8, 32]· όχι προς χάριν σου, αλλά «ὑπὲρ ἡμῶν πάντων (: προς χάριν όλων μας)» · και πάλι: «προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὃς ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνομίας καὶ καθαρίσῃ ἑαυτῷ λαὸν περιούσιον, ζηλωτὴν καλῶν ἔργων (: και να ενισχυόμαστε στην ενάρετη ζωή περιμένοντας με χαρά τη μακαριότητα που ελπίζουμε και τη φανέρωση της δόξας του μεγάλου Θεού και σωτήρος μας Ιησού Χριστού, ο Οποίος έδωσε τον εαυτό Του σε θάνατο για χάρη μας, για να μας εξαγοράσουν από κάθε παράβαση του νόμου, να μας καθαρίσει και να μας κάνει έτσι δικό Του εκλεκτό λαό, λαό γεμάτο ζήλο για καλά έργα)» [Τίτ. 2, 14].

Τι είναι λοιπόν αυτό το οποίο λέγει εδώ; Ομιλεί έτσι, επειδή κατανόησε την απελπιστική κατάσταση της ανθρώπινης φύσεως και την απερίγραπτη κηδεμονία του Χριστού, και από ποια δεινά απάλλαξε και ποια χάρισε, και φλογίστηκε από τον πόθο γι΄Αυτόν· διότι και οι προφήτες οικειοποιούνται πολλές φορές τον Θεό, λέγοντας: «Ὁ Θεὸς ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω (:Θεέ μου, που είσαι ο Θεός μου, από πολύ πρωί, από τα χαράματα προσεύχομαι προς Εσένα)» [Ψαλμ. 62, 1]. Και για να δείξει, εκτός από αυτά, ότι ο καθένας από εμάς εάν είναι δίκαιος, τόση χάρη πρέπει να οφείλει στον Χριστό, όση θα όφειλε εάν είχε έλθει μόνο για Αυτόν· διότι δεν θα αρνιόταν να δείξει τόση οικονομία και για ένα μόνον άνθρωπο· διότι σε τόσο μεγάλο βαθμό αγαπά τον κάθε άνθρωπο, όσο ολόκληρη την οικουμένη. Η μεν θυσία λοιπόν προσφέρθηκε υπέρ ολόκληρου του κόσμου και ήταν αρκετή να ελευθερώσει όλους. Εκείνοι όμως οι οποίοι δέχονται την ευεργεσία είναι μόνο όσοι πιστεύουν. Αλλά το ότι δεν προσήλθαν όλοι, δεν Τον απομάκρυνε από αυτήν την οικονομία· αλλά όπως το δείπνο της ευαγγελικής παραβολής, ετοιμάστηκε μεν για όλους, επειδή όμως δε θέλησαν να έλθουν αυτοί οι οποίοι κλήθηκαν δεν απέσυρε τα όσα ετοιμάστηκαν αλλά κάλεσε άλλους, έτσι έκανε και εδώ· διότι και το πρόβατο το οποίο αποχωρίστηκε από τα ενενήντα εννιά, ένα ήταν, αλλά ούτε αυτό το καταφρόνησε.

Αυτό το ίδιο λοιπόν κάπως έτσι υπαινισσόταν ομιλώντας για τους Ιουδαίους ο Παύλος λέγοντας: «Τί γὰρ εἰ ἠπίστησάν τινες; μὴ ἡ ἀπιστία αὐτῶν τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ καταργήσει; μὴ γένοιτο· γινέσθω δὲ ὁ Θεὸς ἀληθής, πᾶς δὲ ἄνθρωπος ψεύστης, καθὼς γέγραπται · ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε (: και το προνόμιο αυτό να κατέχουν αυτοί τις επαγγελίες και υποσχέσεις του Θεού δεν εκμηδενίστηκε· διότι, τι σημασία έχει αν μερικοί από τους Ιουδαίους έδειξαν απιστία; Μήπως η απιστία τους θα καταργήσει την αξιοπιστία και την αλήθεια του Θεού; Ποτέ να μη συμβεί να πει κανείς ότι είναι δυνατόν να φανεί ο Θεός αναξιόπιστος και καταπατητής των υποσχέσεών Του. Κι ας αποδεικνύεται από τα πράγματα ο Θεός αξιόπιστος στα λόγια Του, ενώ κάθε άνθρωπος ασυνεπής και ψεύτης, σύμφωνα με εκείνο που έχει γραφεί στους ψαλμούς: “Για να αποδειχθείς, Θεέ μου, δίκαιος στα λόγια Σου και τις υποσχέσεις Σου και να νικήσεις όταν οι άνθρωποι Σε κρίνουν”)» [Ρωμ. 3, 3-4]. Ύστερα, Αυτός μεν τόσο σε αγάπησε, ώστε και τον εαυτό Του να παραδώσει και ενώ δεν είχες ελπίδα σωτηρίας σε οδήγησε σε τόση και τέτοια ζωή, και εσύ μετά από τόσα αγαθά επιστρέφεις προς τα παλαιά;

Επειδή λοιπόν τα συμπεράσματα που προέκυψαν από τους συλλογισμούς τα έθεσε ο Παύλος μέσα τους με ακρίβεια, διακηρύσσει με έντονο και εμφαντικό τρόπο λέγοντας: «Οὐκ ἀθετῶ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ· εἰ γὰρ διὰ νόμου δικαιοσύνη, ἄρα Χριστὸς δωρεὰν ἀπέθανεν (: δεν απορρίπτω ως ανώφελη τη χάρη που μου έδωσε ο Θεός. Οπωσδήποτε όμως θα αθετήσω τη χάρη αυτή, εάν επανέλθω στον μωσαϊκό νόμο· διότι εάν επανέλθω στον νόμο, σημαίνει ότι παραδέχομαι πως μπορώ να δικαιωθώ και να σωθώ με τον νόμο. Αλλά εάν η δικαίωση και η σωτηρία του ανθρώπου αποκτάται με την τήρηση του μωσαϊκού νόμου, αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός χωρίς λόγο πέθανε και ήταν περιττός ο θάνατός Του)» [Γαλ. 2, 21]. Ας ακούνε αυτά αυτοί οι οποίοι και τώρα ιουδαΐζουν και προσκολλώνται στον νόμο· διότι και προς αυτούς απευθύνονται αυτά.

«Διότι εάν με την τήρηση του μωσαϊκού νόμου δίδεται δικαίωση, τότε ματαίως πέθανε ο Χριστός». Τι υπάρχει φοβερότερο από αυτήν την αμαρτία; Τι προκαλεί ντροπή περισσότερο από αυτά τα λόγια; Διότι εάν πέθανε ο Χριστός είναι φανερό ότι πέθανε διότι ο νόμος δεν είχε τη δύναμη να μας δικαιώσει εάν όμως ο νόμος παρέχει δικαίωση, τότε είναι περιττός ο θάνατος του Χριστού. Και πώς θα ήταν λογικό, πράγμα τόσο μεγάλο, το οποίο είναι πλήρες τόσης φρίκης, και υπερβαίνει τον ανθρώπινο νου, και μυστήριο τόσο απόρρητο, το οποίο οι μεν προφήτες γεννούσαν σαν με πόνους τοκετού, οι δε πατριάρχες προέλεγαν και οι άγγελοι βλέποντας εκπλήσσονταν, και ομολογείται από όλους ότι είναι κεφάλαιο της πατρικής φροντίδας του Θεού, αυτό να λένε ότι έγινε άσκοπα και μάταια; Αφού λοιπόν κατάλαβε την υπερβολική ατοπία, εάν τόσο μεγάλο και τέτοιο πράγμα επιτρεπόταν να λένε ότι έγινε μάταια- διότι αυτό εξαγόταν ως συμπέρασμα από όσα έπρατταν-χρησιμοποιεί και έντονη επιτίμηση εναντίον τους με τα λόγια που τους απευθύνει αμέσως παρακάτω [:στο τρίτο κεφάλαιο της Προς Γαλάτας επιστολής]. 

ΠΗΓΕΣ:

• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-galatas-commentarius.pdf

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Γαλάτας επιστολήν, ομιλία στο κεφάλαιο Β΄[επιλεγμένα αποσπάσματα], πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 20, σελίδες 267-283.

• Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

• http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

• http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

• Liddell & Scott, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007),
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

• Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016 

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr