ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Για την ένδοξη Μεταμόρφωση του Κυρίου 

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ [Ματθ. 17, 1-13]

«Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην (: ύστερα από έξι ημέρες ο Ιησούς πήρε μαζί Του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη τον αδελφό του)» [Ματθ. 17, 1]. Άλλος όμως ευαγγελιστής, ο Λουκάς, λέγει ότι τους παρέλαβε μετά από οκτώ ημέρες, χωρίς αυτό να έρχεται σε αντίθεση προς αυτά που λέγει ο Ματθαίος, αλλά αντιθέτως μάλιστα και συμφωνεί πάρα πολύ [βλ. Λουκά 9, 28: «Ἐγένετο δὲ μετὰ τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτὼ καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι (: οκτώ περίπου ημέρες από τότε που είπε τα λόγια αυτά ο Ιησούς, πήρε μαζί Του τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί)»· διότι ο μεν Λουκάς συμπεριέλαβε και την ημέρα που τους είπε τα παραπάνω λόγια και την ημέρα που τους ανέβασε στο όρος, ενώ ο Ματθαίος ανέφερε μόνο τις ενδιάμεσες ημέρες.

Αλλά εσύ, σε παρακαλώ, πρόσεξε πώς ο Ματθαίος αντιμετωπίζει πνευματικά το ζήτημα, χωρίς να αποκρύπτει εκείνους που προτιμήθηκαν αντί για αυτόν. Το ίδιο πράγμα το κάνει και ο Ιωάννης σε πολλές περιπτώσεις, περιγράφοντας με πολλή αλήθεια τους όλως ιδιαιτέρους επαίνους του Κυρίου προς τον Πέτρο· διότι η ομάδα αυτή αυτών των αγίων ανδρών ήταν απαλλαγμένη εξ ολοκλήρου από τη μοχθηρία και την κενοδοξία.

Αφού λοιπόν πήρε μαζί Του τους κορυφαίους, «ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ Ἠλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες (: και τους ανέβασε σε ένα ψηλό βουνό, ιδιαιτέρως μόνον αυτούς, και εκεί μεταμορφώθηκε μπροστά τους˙ και έγινε το πρόσωπό Του λαμπρό σαν τον ήλιο, και τα ενδύματά Του λευκά σαν το φως· και τότε εμφανίστηκαν σε αυτούς ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι οποίοι συνομιλούσαν μαζί Του)» [Ματθ. 17, 1-3].

Για ποιο λόγο πήρε μαζί Του μόνο αυτούς; Επειδή αυτοί υπερείχαν πνευματικά από τους άλλους. Και η μεν υπεροχή του Πέτρου συνίστατο στο ότι αγαπούσε πάρα πολύ τον Κύριο, του Ιωάννη στο ότι τον αγαπούσε ο Κύριος, ενώ του Ιακώβου στο ότι αποκρίθηκε και είπε, μαζί με τον αδελφό του: «δυνάμεθα (: μπορούμε να πιούμε αυτό το ποτήρι)» [βλ. Ματθ. 20, 20-28: «Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι παρ᾿ αὐτοῦ. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· τί θέλεις; λέγει αὐτῷ· εἰπὲ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι οἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν, ἢ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; λέγουσιν αὐτῷ· δυνάμεθα. καὶ λέγει αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριόν μου πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων μου οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ πατρός μου (: τότε Τον πλησίασε η μητέρα των παιδιών του Ζεβεδαίου με τους γιους της, η οποία Τον προσκύνησε και έδειξε ότι σκόπευε να Του ζητήσει κάτι. Και Αυτός της είπε: “Τι θέλεις;” Αυτή Του λέει: “Δώσε διαταγή, όταν θα αναλάβεις τη βασιλεία σου, να καθίσουν τα δύο αυτά παιδιά μου το ένα στα δεξιά σου και το άλλο στα αριστερά σου”. Αλλά ο Ιησούς αποκρίθηκε: “Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι του θανάτου που πρόκειται εγώ σε λίγο να πιω, ή να βαπτιστείτε το βάπτισμα του μαρτυρίου που σε λίγο θα υποστώ;” Και αυτοί Του απαντούν: “Μπορούμε”. Τότε ο Ιησούς τούς λέει: “Το ποτήριο βέβαια που θα πιω εγώ θα το πιείτε και σεις, και το βάπτισμα που πρόκειται να βαπτιστώ σε λίγο μέσα στη θάλασσα των παθημάτων μου θα το βαπτιστείτε˙ διότι και εσείς θα υποστείτε διωγμούς και μαρτύριο για το ευαγγέλιο. Το να καθίσετε όμως στα δεξιά και στα αριστερά μου δεν είναι δικό μου δικαίωμα να το δώσω σε όποιον μου το ζητήσει, αλλά αυτό θα δοθεί σε εκείνους για τους οποίους έχει ετοιμαστεί από τον δικαιοκρίτη Πατέρα μου. Αυτός θα δώσει τις αμοιβές και τις διακρίσεις στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του και την αρετή του”)»].

Και δεν υπερείχε ο Ιάκωβος μόνο εξαιτίας της απαντήσεως που έδωσε, αλλά και λόγω των έργων του και, εκτός όλων αυτών, επειδή εκπλήρωσε όλα εκείνα που είπε [ο Ιάκωβος, υιός του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης, αδερφός του ευαγγελιστού Ιωάννου, θανατώθηκε με αποκεφαλισμό κατά διαταγή του βασιλιά Ηρώδη του Αγρίππα το 44μ.Χ. και έτσι κατέστη ο πρώτος μάρτυρας μεταξύ των αποστόλων]· διότι ήταν τόσο πολύ ορμητικός και τόσο μισητός στους Ιουδαίους, ώστε και ο Ηρώδης να νομίσει ότι η μεγαλύτερη δωρεά που θα μπορούσε να κάνει προς τους Ιουδαίους δεν ήταν άλλη παρά να φονεύσει εκείνον [βλ. Πράξ. 12, 1-2: «Κατ᾿ ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας.  ἀνεῖλε δὲ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρᾳ (: εκείνον τον καιρό ο βασιλιάς Ηρώδης Αγρίππας ο Α’, εγγονός του μεγάλου Ηρώδη, έβαλε χέρι σε μερικούς από τα μέλη της Εκκλησίας για να τους κακοποιήσει. Έτσι θανάτωσε με αποκεφαλισμό τον Ιάκωβο, τον αδελφό του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου)»].

Και γιατί δεν τους ανεβάζει ευθύς αμέσως στο όρος; Για να μη συμβεί και πάθουν τίποτε το ανθρώπινο οι υπόλοιποι μαθητές Του. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε και δεν αναφέρει τα ονόματα εκείνων που επρόκειτο να ανεβούν στο όρος· καθόσον θα καταλαμβάνονταν από μεγάλη επιθυμία να Τον ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, εφόσον επρόκειτο να γίνουν θεατές της εικόνας εκείνης της δόξας, και θα λυπούνταν που θα αγνοούνταν. Μολονότι βέβαια αυτό ήταν δείγμα κάποιας σωματικής αδυναμίας, οπωσδήποτε όμως το πράγμα αυτό περιείχε πολλή επιθυμία. Γιατί λοιπόν τέλος πάντων τους τα προλέγει αυτά; Για να τους κάνει να κατανοήσουν καλύτερα, από όσα τους είπε, τα όσα επρόκειτο να δουν, και αφού καταληφθούν από τη μεγάλη επιθυμία κατά το διάστημα των ημερών που θα μεσολαβούσε, να προσέλθουν με απόλυτη πνευματική καθαρότητα και με προσηλωμένη τη σκέψη τους σε αυτά.

Και γιατί επίσης τους παρουσιάζει τον Μωυσή και τον Ηλία; Πολλοί είναι οι λόγοι, τους οποίους θα μπορούσε κανείς να αναφέρει. Και πρώτον μεν αυτόν, ότι δηλαδή επειδή τα πλήθη των ανθρώπων έλεγαν για τον Κύριο άλλοι μεν ότι είναι ο Ηλίας και άλλοι ο Ιερεμίας, και άλλοι τέλος ότι είναι κάποιος από τους παλαιούς προφήτες, τους παρουσιάζει τους κορυφαίους από αυτούς, ώστε και από αυτό να αντιληφθούν τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δούλων και του Κυρίου και ότι ορθά επαινέθηκε ο Πέτρος που ομολόγησε Αυτόν ως Υιό του Θεού. 

Μετά επίσης από αυτόν τον λόγο μπορούμε και άλλον να αναφέρουμε. Επειδή δηλαδή Τον κατηγορούσαν συνεχώς ότι παρέβαινε τον νόμο και Τον θεωρούσαν ως βλάσφημο, επειδή τάχα ιδιοποιείτο τη δόξα που ανήκε στον Πατέρα και όχι σε Αυτόν, και έλεγαν: «Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ (: αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από τον Θεό, διότι δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου)» [Ιω. 9, 16] και σε άλλη περίπτωση: «περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν (: δεν θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για κάποιο καλό έργο από εκείνα που λες ότι  έκανες, αλλά θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για τη βλασφημία που ξεστόμισες, και επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, παρουσιάζεις τον εαυτό σου για Θεό και λες ότι είσαι ένα με τον Θεό)» [Ιω. 10, 33], με σκοπό να δείξει ότι οι κατηγορίες αυτές ήσαν αποτέλεσμα του φθόνου τους και ότι ήταν ανεύθυνος και για τις δύο αυτές κατηγορίες και ότι αυτό που συνέβαινε δεν αποτελούσε παράβαση του νόμου, ούτε σφετεριζόταν δόξα που δεν ανήκε σε Αυτόν με το ότι παρουσίαζε τον εαυτό Του ίσο με τον Πατέρα, παρουσιάζει αυτούς που διέλαμψαν και στις δύο αυτές περιπτώσεις. Καθόσον ο Μωυσής έδωσε τον νόμο και μπορούσαν να σκεφτούν οι Ιουδαίοι, ότι δεν ήταν δυνατόν να παρέβλεπε καταπατούμενο τον νόμο, όπως νόμιζαν αυτοί, ούτε ήταν δυνατόν να τιμούσε αυτόν που παρέβαινε τον νόμο και ήταν εχθρός εκείνου που τον έδωσε. Και ο Ηλίας που πόθησε με ζήλο την δόξα του Θεού, εάν ήταν ο Χριστός αντίθεος και ονόμαζε τον εαυτό Του Θεό, κάνοντας ίσο τον εαυτό Του με τον Πατέρα, χωρίς όμως να είναι αυτό που έλεγε και ενεργώντας κατά τρόπο αυθαίρετο και ανάρμοστο, δεν θα ήταν δυνατόν να παρευρισκόταν εκεί και να υπάκουε σε Αυτόν.

Αλλ’ όμως είναι δυνατόν μαζί με τα όσα ειπώθηκαν να αναφέρουμε και άλλη αιτία. Ποια λοιπόν είναι αυτή; Για να μάθουν ότι είναι Κύριος του θανάτου και της ζωής και ότι εξουσιάζει τα ουράνια και τα επίγεια. Και ακριβώς για τον λόγο αυτόν παρουσιάζει και εκείνον που είχε πεθάνει και εκείνον που ουδέποτε απέθανε, δηλαδή τον Ηλία. Τη δε πέμπτη αιτία (διότι αυτή είναι πέμπτη στη σειρά των λεχθέντων) τη φανέρωσε και ο ευαγγελιστής. Ποια ήταν αυτή; Ήθελε να δείξει τη δόξα του σταυρού και να παρηγορήσει τον Πέτρο και εκείνους που φοβούνταν το πάθος Του και να εξυψώσει το φρόνημά τους. Καθόσον αφού ήλθαν εκεί δεν παρέμειναν σιωπηλοί, αλλά, λέγει: «καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας,  οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ (: και ξαφνικά, δύο άνδρες άρχισαν να μιλούν μαζί του, και αυτοί ήταν ο Μωυσής ως ο κυριότερος αντιπρόσωπος του νόμου, και ο Ηλίας ως εκπρόσωπος των προφητών. Αυτοί εμφανίστηκαν περιβεβλημένοι με δόξα και μιλούσαν για την έξοδό Του και την αναχώρησή Του από τον κόσμο αυτό, την οποία θα εκπλήρωνε με τον σταυρικό θάνατό Του και την Ανάληψή Του στον ουρανό και θα ολοκλήρωνε στην Ιερουσαλήμ σύμφωνα με τις προτυπώσεις του νόμου και τις προρρήσεις των προφητών)» [Λουκ. 9, 30-31], δηλαδή το πάθος και τον σταυρό· διότι έτσι το ονομάζουν πάντοτε αυτό.

Και δεν τους προετοιμάζει αυτούς μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά και με αυτήν την αρετή των ανδρών, την οποία προπάντων ζητούσε από αυτούς· διότι, επειδή είπε: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι (: εκείνος που θέλει να γίνει δικός μου και να με ακολουθεί ως μαθητής μου, ας διακόψει κάθε φιλία και σχέση με τον διεφθαρμένο απ’ την αμαρτία εαυτό του και ας πάρει τη σταθερή απόφαση να υποστεί για μένα όχι μόνο κάθε θλίψη και δοκιμασία, αλλά ακόμα και θάνατο σταυρικό, και τότε ας με ακολουθεί μιμούμενος το παράδειγμά μου)» [Μάρκ. 8, 34], παρουσιάζει εκείνους που πέθαναν άπειρες φορές χάριν των εντολών του Θεού και του λαού που τους εμπιστεύθηκε Αυτός.

Καθόσον καθένας από αυτούς, αφού έχασε τη ζωή του, έσωσε την ψυχή του. Πράγματι ο καθένας από αυτούς αντιμετώπισε με θάρρος τους τυράννους· ο μεν Μωυσής τον Αιγύπτιο [Έξ. κεφ. 5-12], ο δε Ηλίας τον Αχαάβ [Γ΄ Βασ. 18, 16 κ.ε.] και όλα αυτά χάριν ανθρώπων αγνωμόνων και απειθάρχων, και αφού μάλιστα έφτασαν στον έσχατο κίνδυνο από αυτούς τους οποίους είχαν αναλάβει να διασώσουν. Και ο καθένας από αυτούς, αν και ήταν ιδιώτης, θέλησε να τους απαλλάξει από την ειδωλολατρία· διότι ο μεν Μωυσής ήταν βραδύγλωσσος και ισχνόφωνος, ενώ ο Ηλίας ήταν και ο ίδιος πάρα πολύ άξεστος.

Και οι δύο επίσης ήσαν πλήρως ακτήμονες· διότι ούτε ο Μωυσής είχε κάτι τι, ούτε ο Ηλίας είχε κάτι επιπλέον από τη μηλωτή, και όλα αυτά κατά την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, τότε που δεν είχαν ακόμη λάβει τόση θαυματουργική δύναμη· διότι, μολονότι ο Μωυσής χώρισε στα δύο τη θάλασσα, αλλά όμως ο Πέτρος βάδισε επάνω στην υγρά θάλασσα και έλαβε τη δύναμη να μετακινεί όρη, και θεράπευε παντός είδους σωματικές ασθένειες και δαίμονες άγριους εξεδίωκε και με τη σκιά ακόμη του σώματός του ενεργούσε τα μεγάλα εκείνα και υπερφυσικά θαύματα και ολόκληρη την οικουμένη οδήγησε στον Χριστό. Και ο Ηλίας, μολονότι ανέστησε νεκρό [βλ. Γ΄ Βασ. 17, 17-24], αλλά όμως αυτοί ανέστησαν απείρους και όλα αυτά πριν ακόμη τους δοθεί η χάρη του αγίου Πνεύματος.

Τους παρουσιάζει λοιπόν εμπρός στους μαθητές και γι’ αυτόν τον λόγο· διότι ήθελε να τους κάνει να μιμηθούν με πολύ ζήλο την ικανότητα εκείνων να καθοδηγούν τον λαό, καθώς επίσης και τη ρωμαλεότητά τους και την ακαμψία τους, και να γίνουν επιεικείς, όπως ο Μωυσής, και ζηλωτές όπως ο Ηλίας, και προστάτες του λαού όπως εκείνοι· διότι ο μεν Ηλίας προκάλεσε πείνα τριών ετών προς χάριν του Ιουδαϊκού λαού, ενώ ο Μωυσής έλεγε: «καὶ νῦν εἰ μὲν ἀφεῖς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες· εἰ δὲ μή, ἐξάλειψόν με ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας (: και τώρα εάν φανείς ευσπλαχνικός και συγχωρήσεις την αμαρτία τους αυτήν, συγχώρεσέ τους. Εάν όμως δεν τους συγχωρέσεις, εξάλειψε μαζί με αυτούς και εμένα από το βιβλίο σου, στο οποίο με έχεις γράψει”)» [Έξ. 32, 32].

Όλα αυτά λοιπόν τους τα υπενθύμιζε παρουσιάζοντας τον Μωυσή και τον Ηλία μπροστά στα μάτια τους· καθόσον παρουσίασε αυτούς περιβεβλημένους με τη δόξα τους, όχι για να αρκεστούν μόνο σε αυτά, αλλά και για να υπερπηδήσουν τα εμπόδια. Όταν λοιπόν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης είδαν τους απεσταλμένους να γυρίζουν περιφρονημένοι και είπαν: «Κύριε, θέλεις εἴπωμεν πῦρ καταβῆναι ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε; (: Κύριε, έχουμε την άδειά σου και τη σύμφωνη γνώμη σου να πούμε να κατεβεί φωτιά απ’ τον ουρανό και να τους κατακάψει, όπως το έκανε παλιότερα και ο Ηλίας στους ανθρώπους του Οχοζία;)»[Λουκά 9, 54] και ανέφεραν τον Ηλία που αυτός είχε κάνει αυτά, τους επέπληξε και είπε: «οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς (: δεν ξέρετε ακόμη τι διαθέσεων και φρονημάτων ανθρώπους σάς κάνει η νέα πνευματική δύναμη και ζωή που μεταδίδει η διδασκαλία μου και η χάρη του Πνεύματός μου. Δεν είστε άνθρωποι και διδάσκαλοι του πνεύματος της οργής και τιμωρίας που επικρατούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά του πνεύματος της πραότητας, της μακροθυμίας και της αγάπης, που δεν καταστρέφει, αλλά σώζει)» [Λουκ. 9, 55] προετοιμάζοντάς τους για την ανεξικακία, δια της ποικιλίας των χαρισμάτων.

Και ας μη νομίζει κανείς ότι αποδίδουμε ατέλειες στον Ηλία· δεν λέμε αυτό, καθόσον ήταν τέλειος κατά πάντα, αλλά ήταν τέλειος για τη δική του εποχή, όταν η πνευματικότητα των ανθρώπων ήταν πολύ ακόμη παιδική και χρειάζονταν αυτήν την παιδαγωγία· διότι και ο Μωυσής, σύμφωνα με αυτά, ήταν τέλειος, αλλά όμως οι απαιτήσεις από τους μαθητές πλέον είναι πολύ πιο μεγαλύτερες από ό,τι από εκείνον [βλ. Ματθ. 5, 20: «λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν (: διότι σας λέω ότι εάν η αρετή σας δεν υπερτερήσει και δεν ξεπεράσει κατά πολύ την επιφανειακή και τυπική αρετή των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών)»].

Πράγματι οι μαθητές του Κυρίου δεν μετέβησαν απλώς στην Αίγυπτο, αλλά σε ολόκληρη την οικουμένη, που ήταν και πολύ χειρότερη από την Αίγυπτο. Ούτε πήγαν για να συνομιλήσουν με τον Φαραώ, αλλά για να παλέψουν με τον διάβολο, αυτόν τον ίδιο τον τύραννο της κακίας· καθόσον τα έργο τους ήταν και εκείνο, να τον δέσουν και να αρπάξουν όλα τα πράγματά του. Και όλα αυτά τα έκαναν όχι χωρίζοντας στα δύο τη θάλασσα, αλλά τον βυθό της ασέβειας, που είχε πολύ πιο φοβερά κύματα, χρησιμοποιώντας τη ράβδο από τη ρίζα Ιεσσαί. Σκέψου λοιπόν πόσα ήσαν εκείνα που φόβιζαν τους ανθρώπους αυτούς, τους Αποστόλους: ο θάνατος, η φτώχεια, η ασημότητα, τα άπειρα στον αριθμό πάθη· και πολύ περισσότερο έτρεμαν γι’ αυτά, παρά οι Ιουδαίοι τότε για το πέλαγος εκείνο. Αλλά όμως ο Κύριος τους έπεισε να ριψοκινδυνεύσουν, αδιαφορώντας για όλα αυτά, και να τα διαβούν σαν δια ξηράς με απόλυτη ασφάλεια.

Με σκοπό λοιπόν να τους προετοιμάσει για όλα αυτά, τους παρουσίασε εκείνους που διέπρεψαν κατά την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Τι λέγει λοιπόν ο ενθουσιώδης Πέτρος; «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι (: Κύριε, είναι ωραία εμείς να μείνουμε εδώ)» [Ματθ. 17, 4]· διότι, επειδή άκουσε ότι είναι ανάγκη ο Ιησούς να επιστρέψει στα Ιεροσόλυμα και να υποστεί τα πάθη Του, φοβούμενος ακόμη και τρέμοντας γι΄ Αυτόν, δεν τολμά και μετά την επιτίμηση να Τον πλησιάσει και να Του πει τα ίδια λόγια, δηλαδή να προσπαθήσει να αποτρέψει τον Διδάσκαλό του από τη μετάβαση στην Ιερουσαλήμ και το Πάθος, αλλά όμως τελικά εξαιτίας εκείνου του φόβου υπαινίσσεται τα ίδια με άλλα λόγια [Ματθ. 16, 22: «καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων· ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο (: τότε ο Πέτρος, αφού Τον πήρε ιδιαιτέρως, άρχισε ζωηρά να Τον προτρέπει και να Του λέει: “Ο Θεός να σε φυλάξει απ’ αυτό, Κύριε. Δεν πρέπει να συμβεί αυτό που είπες σε Σένα τον Μεσσία”)»].

Επειδή δηλαδή είδε όρος και μεγάλη την απόσταση από τις κατοικημένες περιοχές και μεγάλη ερημία, σκέφτηκε ότι ήταν πολύ ασφαλής ο Διδάσκαλός Του εξαιτίας του τόπου· και όχι μόνο εξαιτίας του τόπου, αλλά και με το να μην επιστρέψει ποτέ πλέον στα Ιεροσόλυμα. Θέλει δηλαδή ο Πέτρος να μείνει για πάντα εκεί και για τούτο φέρνει στη θύμησή του τις σκηνές. «Διότι», λέγει μέσα του, «εάν επρόκειτο να συμβεί αυτό, δηλαδή να μέναμε πλέον μόνιμα όλοι μας εδώ στις σκηνές αυτές, δεν θα επιστρέφαμε στα Ιεροσόλυμα· και εάν δεν επιστρέψουμε εκεί, δεν θα πεθάνει ο Διδάσκαλος· διότι εκεί είπε ότι θα Του επιτεθούν οι γραμματείς».

Ωστόσο, δεν τόλμησε βέβαια να ομιλήσει έτσι ανοιχτά στον Διδάσκαλό του· θέλοντας όμως να πραγματοποιήσει αυτά, έλεγε με ασφάλεια· «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ (: Κύριε, είναι ωραία εμείς να μείνουμε εδώ· αν θέλεις, ας κάνουμε εδώ τρεις σκηνές˙ μία για Εσένα και μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία)» [Ματθ. 17, 4]. «Ο Ηλίας, που έδωσε εντολή και ρίχτηκε φωτιά από τον ουρανό, και ο Μωυσής, που μπήκε μέσα στον θείο γνόφο και συνομίλησε με τον Θεό. Έτσι κανείς δεν θα μάθει πού βρισκόμαστε».

Είδες τον ενθουσιώδη φίλο του Χριστού; Βέβαια μην εξετάζεις αυτό, το ότι δηλαδή δεν ήταν ενδεδειγμένος ο τρόπος της παρακλήσεώς του, αλλά εξέτασε το πόσο ενθουσιώδης ήταν, πώς κατακαιγόταν από ειλικρινή αγάπη για τον Χριστό· διότι το ότι αυτά δεν τα έλεγε φοβούμενος τόσο πολύ για τον εαυτό του, άκουσε τι λέγει, όταν ανακοίνωσε ο Χριστός τη σύλληψη και τον θάνατο που έμελλε να υποστεί: «ἐάν με δέῃ συναποθανεῖν σοι, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι (: εάν χρειαστεί να πεθάνω και εγώ μαζί Σου, για κανένα λόγο δεν θα Σε αρνηθώ)» [Μάρκ. 14, 31] και: «κἂν δέῃ με σύν σοι ἀποθανεῖν, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι (: δεν θα Σε αρνηθώ ποτέ, ακόμη και αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί Σου)» [Ματθ. 26, 35]. Πρόσεξε επίσης πώς ο Πέτρος ριψοκινδύνευε, αν και βρισκόταν μέσα στους κινδύνους. Μολονότι δηλαδή ήταν περικυκλωμένος από τόσο πλήθος ανθρώπων, όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά αφού έβγαλε το μαχαίρι, έκοψε το αυτί του δούλου του αρχιερέως. Άρα λοιπόν δεν τον ενδιέφερε για τον εαυτό του, αλλά έτρεμε για τον Διδάσκαλό του.

Στη συνέχεια λοιπόν, επειδή διακήρυξε τη γνώμη του, σταματά για λίγο την ορμή του, και σκεπτόμενος μήπως και πάλι επιτιμηθεί από τον Διδάσκαλο, λέγει: «εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ (: εάν θέλεις, ας κάνουμε εδώ τρεις σκηνές, μία για Εσένα, μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία)». Τι είναι αυτό που λέγεις, Πέτρε; Δεν διαχώρισες προ ολίγου τον Κύριο από τους δούλους; Πάλι Τον κατατάσσεις μεταξύ των δούλων;

Βλέπεις πόσο πολύ ατελείς ήσαν πνευματικώς πριν από τη σταύρωσή Του; Διότι μολονότι ο Πατήρ τού απεκάλυψε τα περί του Χριστού, αλλά όμως δεν κατείχε διαρκώς την αποκάλυψη, και για αυτόν τον λόγο συγκλονίστηκε από την αγωνία, όχι μόνο από αυτήν που προανέφερα, αλλά και από άλλη που οφειλόταν στο ότι είδε εκείνους. Θέλοντας λοιπόν οι άλλοι ευαγγελιστές να δηλώσουν αυτό, καθώς και ότι όλα αυτά τα έλεγε εξαιτίας της συγχύσεως της σκέψεώς του, η οποία σύγχυση οφειλόταν στην αγωνία που τον κατέλαβε, έλεγαν, ο μεν ευαγγελιστής Μάρκος, ότι «οὐ γὰρ ᾔδει τί λαλήσῃ· ἦσαν γὰρ ἔκφοβοι (: και τα είπε αυτά ο Πέτρος χωρίς να σκεφτεί ότι ούτε ήταν δυνατόν οι δύο ουράνιοι επισκέπτες να παραμείνουν μόνιμα στη γη, ούτε χρειάζονταν σκηνές αυτοί που είχαν ως κατοικία τους τον ουρανό. Αλλά ο Πέτρος τα είπε αυτά διότι δεν ήξερε τι να πει, επειδή έπαθε σύγχυση· διότι αυτός και οι δύο άλλοι μαθητές είχαν κυριευθεί από φόβο που παρέλυσε τη σκέψη τους)» [Μάρκ. 9, 6].

Ο ευαγγελιστής Λουκάς πάλι, αφού είπε ο Πέτρος: «Ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωϋσεῖ καὶ μίαν Ἠλίᾳ (: Διδάσκαλε, είναι ωραία να μείνουμε εδώ. Ας κάνουμε λοιπόν τρεις σκηνές, μία για σένα, μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία)», συμπλήρωσε σχολιάζοντας ότι «μὴ εἰδὼς ὃ λέγει (: και τα είπε αυτά ο Πέτρος νομίζοντας ότι ο Κύριος και οι δύο προφήτες είχαν ανάγκη σκηνών και ότι η ένδοξη Μεταμόρφωσή Του θα παρατεινόταν παντοτινά και θα προλαμβανόταν έτσι το σταυρικό Του πάθημα, ο θάνατος και η έξοδός Του. Συνεπώς ο Πέτρος δεν ήξερε τι έλεγε)» [Λουκ. 9, 33].

Στη συνέχεια, για να δηλώσει ότι ήταν κυριευμένος από πολύ φόβο, και αυτός και οι υπόλοιποι μαθητές, λέγει: «ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ· διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ (: στο μεταξύ ο Πέτρος και οι σύντροφοί του είχαν κυριευτεί από βαρύ νυσταγμό. Σε λίγο όμως αποτίναξαν από πάνω τους τη νύστα και είδαν τη δόξα Του και τους δύο άνδρες που στέκονταν μαζί Του)» [Λουκ. 9, 32]. Στην περίπτωση αυτή “ύπνο’’ ονομάζει τη βαθιά νάρκη στην οποία περιέπεσαν εξαιτίας της θέας εκείνης. Όπως ακριβώς δηλαδή το μάτι θαμπώνεται από την υπερβολική λάμψη, το ίδιο ακριβώς έπαθαν τότε και αυτοί· διότι βέβαια δεν ήταν νύκτα, αλλά ημέρα, και η υπερβολική λάμψη αύξανε την αδυναμία των ματιών.

Τι λοιπόν; Ο Κύριος Ιησούς μεν δεν λέγει τίποτε, ούτε ο Μωυσής, ούτε ο Ηλίας, αλλά ομιλεί τότε ο Πατέρας, ο μεγαλύτερος από όλους και ο πιο αξιόπιστος [βλ. Ιω. 14, 28: «ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι (: όχι μόνο δεν πρέπει να ταράζεστε, αλλά μάλλον θα πρέπει να χαίρεστε. Ακούσατε αυτό που σας είπα, ότι πηγαίνω στον Πατέρα μου, αλλά μετά από λίγο θα έλθω και πάλι κοντά σας. Εάν με αγαπούσατε, θα είχατε πλημμυρίσει από χαρά που σας είπα “πηγαίνω στον Πατέρα μου”, διότι ο Πατέρας μου είναι ανώτερος από εμένα, επειδή εγώ τώρα έχω λάβει την ανθρώπινη φύση και τη μορφή δούλου και συνεπώς ως άνθρωπος είμαι κατώτερος του Πατρός. Όταν όμως επιστρέψω στον Πατέρα μου, θα υψωθώ και θα δοξαστώ και ως άνθρωπος˙ και έτσι θα υψώσω και θα δοξάσω όλη την ανθρώπινη φύση, και συνεπώς και εσάς και όλους γενικότερα τους πιστούς. Γι’ αυτό έπρεπε να χαρείτε. Αλλά εσείς λυπηθήκατε)»] · αφήνει να ακουστεί η φωνή Του μέσα από τη νεφέλη.

Γιατί από τη νεφέλη; Επειδή με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτεται πάντοτε ο Θεός· «νέφη καὶ γνόφος κύκλῳ αὐτοῦ (: απρόσιτη και ακατάληπτη είναι η τελειότητά Του, σαν νεφέλη και γνόφος απλώνεται γύρω Του)» [Ψαλμ. 96, 2] και: «Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης (: ιδού, ο Κύριος κάθεται επάνω σε ελαφρά ταχυκίνητη νεφέλη)» [Ησ. 19, 1]· και αλλού πάλι: «ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ, ὁ τιθεὶς νέφη τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ (: ο Κύριος είναι Εκείνος, ο οποίος στεγάζει τα ανώτερα στρώματα του ουρανού με ύδατα νεφών, Αυτός που επιβαίνει επάνω στα νέφη σαν σε πολυτελή ταχέα άρματα)» [Ψαλμ. 103, 3] και: «καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν (: και αφού τα είπε αυτά, ενώ εκείνοι Τον έβλεπαν, ανυψώθηκε προς τον ουρανό, και ένα σύννεφο παρουσιάστηκε σαν όχημα κάτω απ’ Αυτόν και Τον πήρε από τα μάτια τους)» [Πράξ. 1, 9]· και: «ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἦν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη (: έβλεπα μετά προσοχής στο όραμα της νυκτός και ιδού κάποιος, ως υιός ανθρώπου, ερχόταν επί των νεφελών του ουρανού, έφθασε εμπρός στον Παλαιό των ημερών και οδηγήθηκε προς Αυτόν υπό των αγγέλων εν δόξη)» [Δαν. 7, 13].

Έρχεται λοιπόν η φωνή από τη νεφέλη για να πιστέψουν ότι είναι φωνή του Θεού η φωνή που ακούγεται. Και η νεφέλη ήταν φωτεινή· διότι «ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε (: κaι ενώ αυτός μιλούσε ακόμη, ξαφνικά μια νεφέλη γεμάτη φως τους σκέπασε. Και ξαφνικά ακούστηκε φωνή από τη νεφέλη που έλεγε: “Αυτός είναι ο Υιός μου, που εξαιρετικά Τον αγαπώ και στον Οποίο ευαρεστήθηκα. Να υπακούτε σε Αυτόν”)» [Ματθ. 17, 5].

Ώστε λοιπόν, όταν μεν απειλεί, παρουσιάζει νεφέλη σκοτεινή, όπως ακριβώς στο όρος Σινά· διότι λέγει: «Εἰσῆλθε γὰρ εἰς τὴν νεφέλην καὶ εἰς τὸν γνόφον ὁ Μωϋσῆς, καὶ ὡς ἀτμὶς, οὕτως ἐφέρετο ὁ καπνός (: εισήλθε ο Μωυσής μέσα στη νεφέλη και τον γνόφο και ο καπνός σαν ατμός κατευθυνόταν προς τα επάνω)» [Έξ. 24, 18]· και ο προφήτης, ομιλώντας για την απειλή του Θεού, λέγει: «καὶ ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ· κύκλῳ αὐτοῦ ἡ σκηνὴ αὐτοῦ, σκοτεινὸν ὕδωρ ἐν νεφέλαις ἀέρων (: σκότος άπλωσε ολόγυρά Του και απέκρυψε το άπειρο μεγαλείο Του. Γύρω Του απλώθηκε η σκηνή του κατασκευασμένη όχι από υφάσματα και δέρματα, αλλά από σκοτεινά νέφη βροχής, τα οποία μεταφέρονται από τους πνέοντες ανέμους)» [Ψαλμ. 17, 12].

Στην περίπτωση όμως αυτήν, επειδή δεν ήθελε να τους φοβίσει, αλλά να τους διδάξει, παρουσιάζει νεφέλη φωτεινή. Και ο μεν Πέτρος έλεγε: «Ας στήσουμε τρεις σκηνές», Αυτός όμως παρουσίασε αχειροποίητη σκηνή. Για τον λόγο αυτόν στην περίπτωση εκείνη παρουσιάζεται καπνός και ατμός καμίνου, ενώ εδώ φως απερίγραπτο και ακούγεται φωνή. Στη συνέχεια για να αποδειχτεί ότι η φωνή που ακούστηκε δεν αναφερόταν για τον ένα απλώς από τους τρεις, αλλά μόνο για τον Χριστό, εκείνοι εξαφανίστηκαν· διότι οπωσδήποτε, εάν τα λόγια εκείνα αναφέρονταν απλώς για τον ένα από αυτούς, δεν θα ήταν δυνατόν να μείνει μόνος ο Χριστός και να απομακρυνθούν οι άλλοι δύο.

Τι λοιπόν; Η νεφέλη δεν σκίασε μόνο τον Χριστό, αλλά και όλους τους άλλους; Εάν σκίαζε μόνο τον Χριστό, ενδεχομένως να νομιζόταν ότι Αυτός ήταν εκείνος από τον οποίο ακούστηκε η φωνή. Για τον λόγο αυτόν και ο ευαγγελιστής προφυλάσσοντας από ένα τέτοιο ενδεχόμενο, λέγει ότι η φωνή ακούστηκε μέσα από τη νεφέλη, δηλαδή από τον Θεό. Και τι λέγει η φωνή; «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός». Εάν όμως, Πέτρε, Αυτός είναι ο αγαπητός, μη φοβάσαι. Βέβαια έπρεπε εσύ και την δύναμή Του να γνωρίζεις ήδη και να είχες πειστεί για την ανάστασή Του, επειδή όμως τα αγνοείς αυτά, πάρε θάρρος τουλάχιστον από τη φωνή του Πατρός· διότι εάν ο Θεός είναι δυνατός, όπως και είναι οπωσδήποτε δυνατός, είναι ολοφάνερο ότι είναι ομοίως και ο Υιός. Μη φοβάσαι λοιπόν τις δοκιμασίες. Εάν όμως ακόμη δεν το πιστεύεις αυτό, τουλάχιστον αναλογίσου εκείνο, ότι είναι Υιός του Θεού και αγαπάται από Αυτόν· διότι λέγει: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός». Εάν λοιπόν αγαπάται από τον Θεό-Πατέρα, μη φοβάσαι· διότι κανείς δεν εγκαταλείπει αυτόν που αγαπά. Μην ανησυχείς λοιπόν· και αν ακόμη τον αγαπάς απείρως, όμως δεν Τον αγαπάς όσο ακριβώς τον αγαπά Εκείνος που Τον γέννησε.

«ἐν ᾧ εὐδόκησα (: στον Οποίο ευαρεστήθηκα)». Βέβαια δεν Τον αγαπά μόνο επειδή Τον γέννησε, αλλά και επειδή είναι ίσος κατά πάντα και έχει την ίδια γνώμη με τον Πατέρα. Άρα είναι διπλή η αγάπη Του, ή καλύτερα και τριπλή· επειδή δηλαδή είναι Υιός, επειδή είναι αγαπητός και επειδή σε Αυτόν επέδειξε όλη την ευαρέσκειά Του. Και τι σημαίνει «ἐν ᾧ εὐδόκησα»; Είναι σαν να έλεγε «στον Οποίο αναπαύομαι, στον Οποίο νιώθω ευχαρίστηση». Για το ότι είναι απολύτως ίσος κατά πάντα προς τον Πατέρα και είναι μία η θέληση Αυτού και του Πατρός Του, και χωρίς να παύει να είναι Υιός, είναι κατά πάντα ένα προς Αυτόν που Τον γέννησε. «Αὐτοῦ ἀκούετε (: σε Αυτόν να υπακούτε)». Ώστε λοιπόν και αν ακόμη θελήσει να σταυρωθεί, δεν πρέπει να αντισταθείς.

«Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον (: μόλις οι μαθητές άκουσαν τη φωνή αυτή, έπεσαν με το πρόσωπο στο χώμα και φοβήθηκαν πάρα πολύ. Τότε τους πλησίασε ο Ιησούς, τους άγγιξε και τους είπε: “Σηκωθείτε και μη φοβάστε”. Και όταν αυτοί σήκωσαν τα μάτια τους, δεν είδαν κανέναν άλλο παρά μόνο τον Ιησού)» [Ματθ. 17, 6-8].

Γιατί καταλήφθηκαν από έκπληξη όταν τα άκουσαν αυτά; Καθόσον βέβαια και πριν από αυτά που συνέβησαν εδώ, ακούστηκε παρόμοια φωνή στον Ιορδάνη και ήταν παρόν εκεί πολύ πλήθος ανθρώπων, και όμως κανείς δεν έπαθε τότε κάτι παρόμοιο· και στη συνέχεια πάλι, όταν έλεγαν ότι έγινε βροντή [Ιω. 12, 28-29: «’’Πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα’’. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· ‘’καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω’’. ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν (: ”Πάτερ, οτιδήποτε κι αν πρόκειται να πάθω, φέρε Εσύ σε αίσιο τέλος το έργο της σωτηρίας και απολυτρώσεως των ανθρώπων και δόξασε έτσι το όνομά  Σου”. Τότε ήλθε ως απάντηση στην επίκληση αυτή του Ιησού μια φωνή από τον ουρανό που έλεγε: “Το όνομά μου το δόξασα με τη δράση Σου μέχρι τώρα ανάμεσα στον Ισραήλ, και θα το δοξάσω και πάλι με το ένδοξο  Πάθος Σου και την Ανάστασή Σου και με την εξάπλωση του Ευαγγελίου στα έθνη”. Μετά λοιπόν από τη φωνή αυτή, ο πολύς λαός που στεκόταν εκεί και άκουσαν τον ήχο της, χωρίς όμως να ξεχωρίσουν και τα λόγια, έλεγαν ότι έγινε βροντή. Άλλοι έλεγαν ότι ένας άγγελος Τού μίλησε)»], αλλά όμως και τότε δεν έπαθαν τίποτε παρόμοιο.

Πώς λοιπόν συνέβη και έπεσαν στο όρος με το πρόσωπο κατά γης; Διότι ήταν και ερημιά και ύψος και πολλή ησυχία, και μεταμόρφωση γεμάτη από φρίκη, και φως απαστράπτον και νεφέλη μεγάλη και διαρκής, και αυτά όλα ήσαν εκείνα που τους έκαναν να νιώσουν αγωνία. Και το καθετί τους δημιουργούσε έκπληξη, και για τούτο έπεσαν κατά γης γεμάτοι από φόβο και συγχρόνως και Τον προσκύνησαν. Αλλά όμως για να μην παραμείνει επί πολύ ο φόβος μέσα τους και χάσουν τη μνήμη τους, αμέσως τους ελευθέρωσε από την αγωνία και εμφανίζεται Αυτός μόνος και τους δίνει εντολή να μην πουν σε κανένα τα όσα συνέβησαν εδώ, μέχρις ότου αναστηθεί από τους νεκρούς.

Διότι «καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ (: και καθώς κατέβαιναν από το βουνό, τους παρήγγειλε ο Ιησούς και τους είπε: Μην πείτε σε κανέναν αυτό που είδατε, μέχρι να αναστηθεί ο Υιός του ανθρώπου από τους νεκρούς˙ τότε δεν θα υπάρχει κίνδυνος άκαιρων ενθουσιασμών του πλήθους, αλλά και το γεγονός αυτό θα καταστεί περισσότερο κατανοητό και πιστευτό)» [Ματθ. 17, 9]. Όσο δηλαδή υψηλότερα ήσαν αυτά που λέγονταν για Αυτόν, τόσο και πιο δύσκολα γίνονταν τότε αποδεκτά από τους πολλούς. Και αυτή ήταν μάλλον η αιτία το ότι το σκάνδαλο, που προερχόταν από τον σταυρό, μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Για τον λόγο αυτόν δίνει εντολή να σιωπούν, και όχι απλώς αυτό, αλλά τους υπενθυμίζει και πάλι το πάθος Του, σαν κατά κάποιο τρόπο να τους έλεγε την αιτία για την οποία έδωσε εντολή να σιωπούν· διότι βέβαια δεν τους είπε να μην το πουν σε κανένα ποτέ, αλλά μονάχα μέχρις ότου αναστηθεί εκ νεκρών. Και αφού αποσιώπησε το δυσάρεστο, αποκαλύπτει μόνο αυτό που ήταν ωφέλιμο.

Τι λοιπόν; Μετά από αυτά επρόκειτο να μη σκανδαλίζονται; Όχι φυσικά. Αλλά εκείνο που Τον ενδιέφερε την στιγμή εκείνη ήταν ο χρόνος πριν από τη σταυρική Του θυσία· διότι μετά από όλα αυτά καταξιώθηκαν να λάβουν και το Άγιο Πνεύμα και είχαν και τα θαύματα που συνηγορούσαν για όλα αυτά, και όλα όσα έλεγαν στη συνέχεια γίνονταν εύκολα αποδεκτά, διακηρύττοντας ισχυρότερα και από σάλπιγγα τη δύναμή Του αυτά τα ίδια τα πράγματα και κανένα παρόμοιο σκάνδαλο δεν μεσολάβησε σε εκείνα που συνέβαιναν.

Κατά συνέπεια, τίποτε δεν υπήρχε πιο μακάριο από τους αποστόλους και μάλιστα από τους τρεις εκείνους που καταξιώθηκαν να παρευρεθούν μαζί με τον Κύριο μέσα στη νεφέλη. Αλλά εάν θέλουμε, θα δούμε και εμείς τον Χριστό, όχι φυσικά έτσι όπως Τον είδαν εκείνοι τότε στο όρος, αλλά πολύ πιο λαμπρότερα. Βέβαια δεν θα έλθει στο μέλλον κατά τον ίδιο τρόπο με τότε· διότι τότε μεν, φροντίζοντας για τους μαθητές Του, τόσο μόνο άφησε να φανεί από τη δόξα Του, όσο μπορούσαν να αντέξουν, ενώ κατά τη μελλοντική εμφάνισή Του θα έλθει εν μέσω της δόξης του Πατρός Του, όχι μόνο μαζί με τον Μωυσή και τον Ηλία, αλλά μαζί με την άπειρη στρατιά των αγγέλων, μαζί με τους αρχαγγέλους, μαζί με τα Χερουβείμ, μαζί με τα αμέτρητα εκείνα πλήθη· και δεν θα παρουσιαστεί τότε νεφέλη επάνω από την κεφαλή Του, αλλά και αυτός ο ουρανός θα περιορίσει το μέγεθός του και την όψη του.[…]

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Επιλεγμένο απόσπασμα από την ομιλία ΝΖ΄ του Ιερού Χρυσοστόμου

από το Υπόμνημά του στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον

 

«Καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τί οὖν οἱ γραμματεῖς λέγουσιν ὅτι Ἠλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρῶτον; (: και οι μαθητές Του Τον ρώτησαν: “Όταν ο Ηλίας ήλθε και σε χαιρέτησε στο βουνό, έφυγε πάλι. Γιατί λοιπόν οι γραμματείς λένε ότι πριν από την έλευση του Μεσσία πρέπει να έλθει πρώτα ο Ηλίας;”)» [Ματθ. 17, 10].

Άρα λοιπόν οι γραμματείς δεν το γνώριζαν αυτό από τις Γραφές, αλλά οι ίδιοι έδιναν αυτήν την ερμηνεία σε αυτούς και διαδιδόταν αυτός ο λόγος στο άπειρο πλήθος του λαού, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Χριστού. Για τον λόγο αυτόν και η Σαμαρείτιδα έλεγε: «οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα (: γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας, όνομα που μεταφράζεται με τη λέξη Χριστός. Όταν έλθει Eκείνος, θα μας τα διδάξει όλα)» [Ιω. 4, 25]· οι ίδιοι επίσης οι γραμματείς ρωτούσαν τον Ιωάννη: «Τί οὖν; Ἠλίας εἶ σύ; (: Ποιος είσαι λοιπόν; Και τι σημαίνει η άρνησή σου αυτή; Είσαι ο Ηλίας, που πρόκειται να εμφανιστεί πριν από τον Μεσσία;)» [Ιω. 1, 21].

Βέβαια, όπως προανέφερα, διαδιδόταν ο λόγος και περί του Χριστού και περί του Ηλία, αλλά όμως δεν ερμηνευόταν από εκείνους όπως έπρεπε· διότι οι μεν Γραφές ομιλούν για δύο παρουσίες του Χριστού· και για αυτήν η οποία πραγματοποιήθηκε και για τη μέλλουσα. Θέλοντας ο Παύλος να δηλώσει αυτές, έλεγε: «᾿Επεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι (: διότι με την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού φανερώθηκε η χάρις του Θεού, η οποία σώζει όλους τους ανθρώπους. Και μας παιδαγωγεί η χάρις του Θεού ώστε αφού αρνηθούμε την ασέβεια και τις επιθυμίες του μάταιου και αμαρτωλού αυτού κόσμου, να ζήσουμε στη ζωή αυτή με εγκράτεια στον εαυτό μας, με δικαιοσύνη προς τους γύρω μας ανθρώπους και με ευσέβεια προς τον Θεό)» [Τίτ. 2, 11-12]. Αυτή είναι η μία παρουσία. Άκουσε πώς ομιλεί και για την άλλη, τη Δευτέρα· διότι μετά από αυτά πρόσθεσε: «προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ (: και να ενισχυόμαστε στην ενάρετη ζωή περιμένοντας με χαρά τη μακαριότητα που ελπίζουμε και τη φανέρωση της δόξας του μεγάλου Θεού και σωτήρος μας, του Ιησού Χριστού)» [Τίτ. 2, 13].

Αλλά και οι προφήτες υπενθυμίζουν και τις δύο παρουσίες του Χριστού. Της μίας λοιπόν, δηλαδή της δεύτερης, θα είναι, λέγουν, πρόδρομος ο Ηλίας [Μαλ. 4, 4-5: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ,ὃς ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν καὶ καρδίαν ἀνθρώπου πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, μὴ ἐλθὼν πατάξω τὴν γῆν ἄρδην (: Ιδού, εγώ θα στείλω προς εσάς τον Ηλία τον Θεσβίτη, πριν έλθει η ημέρα εκείνη του Κυρίου, η μεγάλη και επιφανής. Αυτός θα αποκαταστήσει δεσμούς αγάπης, την καρδιά του πατέρα προς τον γιο του και την καρδιά του ανθρώπου προς τον πλησίον του, για να μην έλθω εγώ και κτυπήσω εκ θεμελίων την γη)»], διότι της μεν πρώτης πρόδρομος έγινε ο Ιωάννης, τον οποίο ο Χριστός ονόμαζε και Ηλία, όχι επειδή ήταν ο Ηλίας, αλλά επειδή πραγματοποιούσε το έργο εκείνου. Όπως ακριβώς δηλαδή εκείνος θα γίνει πρόδρομος της δευτέρας παρουσίας, έτσι και αυτός υπήρξε πρόδρομος της πρώτης.

Οι γραμματείς όμως συγχέοντας αυτά και παραπλανώντας τον λαό, έκαναν λόγο προς αυτόν μόνο για τη Δευτέρα παρουσία και έλεγαν ότι εάν αυτός είναι ο Χριστός, έπρεπε να ερχόταν πριν από αυτόν ο Ηλίας. Για τον λόγο αυτόν και οι μαθητές ρωτούν: «Πώς οι γραμματείς λένε ότι πρέπει ο Ηλίας να έλθει πρώτος;». Για τούτο και οι Φαρισαίοι αφού έστειλαν ανθρώπους τους προς τον Ιωάννη, τον ρωτούσαν: «Τί οὖν; Ἠλίας εἶ σύ; (: “Λοιπόν, ποιος είσαι; Μήπως είσαι ο Ηλίας;”)» [Ιω. 1, 21], χωρίς να κάνουν πουθενά λόγο για την πρώτη παρουσία.

Ποια λοιπόν είναι η απάντηση που έδωσε ο Χριστός; Ότι ο μεν Ηλίας θα έλθει τότε πριν από τη Δευτέρα παρουσία Του· και τώρα όμως ήλθε ο ‘’Ηλίας’’, ονομάζοντας έτσι τον Ιωάννη. Αυτός ο Ηλίας ήλθε. Εάν όμως θέλεις τον Θεσβίτη, θα έλθει. Για τον λόγο αυτόν και έλεγε: «Ο μεν Ηλίας θα έλθει και θα τακτοποιήσει όλα». Ποια όλα; Αυτά ακριβώς για τα οποία έλεγε ο προφήτης Μαλαχίας· διότι λέγει: «ὃς ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν καὶ καρδίαν ἀνθρώπου πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, μὴ ἐλθὼν πατάξω τὴν γῆν ἄρδην (: αυτός θα αποκαταστήσει δεσμούς αγάπης, την καρδιά του πατρός προς τον υιό και την καρδιά του ανθρώπου προς τον πλησίον του, για να μην έλθω εγώ και κτυπήσω εκ θεμελίων την γη)» [Μαλ. 4, 5]. Βλέπεις ακρίβεια προφητικού λόγου; Διότι επειδή ο Χριστός ονόμασε τον Ιωάννη ‘’Ηλία’’, λόγω της ομοιότητας του έργου τους, για να μη νομίσεις ότι το ίδιο νόημα έχουν τώρα τα λόγια του προφήτη, πρόσθεσε και την πατρίδα του, λέγοντας, «τον Θεσβίτη»· ασφαλώς ο Ιωάννης δεν ήταν Θεσβίτης.

Μαζί επίσης με αυτό προσθέτει και άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα, λέγοντας: «για να μη συμβεί να έλθω και να καταστρέψω εκ θεμελίων τη γη», δηλώνοντας με τα λόγια αυτά τη φοβερή Δευτέρα παρουσία Του· διότι κατά την πρώτη δεν ήλθε για να πατάξει τη γη· καθόσον λέγει: «καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ῥημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σώσω τὸν κόσμον (: και αν κανείς ακούσει τα λόγια μου και δεν τα πιστέψει ώστε να τα εγκολπωθεί και να τα εφαρμόσει στη ζωή του, εγώ δεν τον καταδικάζω από τώρα, ούτε θα είμαι εγώ ο κύριος αίτιος της καταδίκης του· διότι δεν ήλθα για να κατακρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο)» [Ιω. 12, 47]. Αυτό λοιπόν το είπε για να δηλώσει ότι ο Θεσβίτης θα έλθει πριν από τη Δευτέρα παρουσία Του, κατά την οποία θα γίνει η κρίση. Συγχρόνως επίσης διδάσκει και την αιτία της παρουσίας Του. Και ποια είναι η αιτία αυτή; Για να πείσει, αφού έλθει, τους Ιουδαίους να πιστέψουν στον Χριστό, ώστε να μην εξολοθρευτούν όλοι ριζικώς όταν θα έλθει ο Χριστός.

Για τούτο λοιπόν και ο Κύριος τούς υπενθυμίζει αυτό, λέγοντας «και θα τα τακτοποιήσει όλα», δηλαδή θα επαναφέρει στην ορθή πίστη τους τότε ευρισκόμενους Ιουδαίους [πρβλ. Ρωμ. 11, 25-27: «Οὐ γὰρ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, τὸ μυστήριον τοῦτο, ἵνα μὴ ἦτε παρ᾿ ἑαυτοῖς φρόνιμοι, ὅτι πώρωσις ἀπὸ μέρους τῷ Ἰσραὴλ γέγονεν ἄχρις οὗ τὸ πλήρωμα τῶν ἐθνῶν εἰσέλθῃ, καὶ οὕτω πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται, καθὼς γέγραπται· ἥξει ἐκ Σιὼν ὁ ῥυόμενος καὶ ἀποστρέψει ἀσεβείας ἀπὸ Ἰακώβ· καὶ αὕτη αὐτοῖς ἡ παρ᾿ ἐμοῦ διαθήκη, ὅταν ἀφέλωμαι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν (: σας τα λέγω αυτά, αδελφοί, διότι δεν θέλω να αγνοείτε το μυστήριο αυτό, την αλήθεια δηλαδή που μέχρι τώρα ήταν κρυμμένη και μας φανερώθηκε από τον Θεό. Είναι ωφέλιμο να μάθετε το μυστήριο αυτό, για να μη θεωρείτε οι ίδιοι τους εαυτούς σας φρόνιμους και περιφρονείτε αγέρωχα τους Ισραηλίτες. Και η αλήθεια αυτή είναι ότι έχει γίνει σκλήρυνση σε μέρος του ισραηλιτικού λαού, έως ότου εισέλθει στη βασιλεία του Χριστού ο πλήρης αριθμός των εθνικών που έχει ορίσει ο Θεός. Και έτσι, όταν εκπληρωθεί ο όρος αυτός, ολόκληρος ο ισραηλίτικος λαός ως σύνολο θα σωθεί, όπως έχει γραφεί στις προφητείες του Ησαΐα: “Θα έλθει από τη Σιών ο Eλευθερωτής και θα αποδιώξει τις ασέβειες από τους απογόνους του Ιακώβ. Και αυτή είναι η διαθήκη που θα συνάψω με αυτούς, όταν σηκώσω και εξαλείψω τις αμαρτίες τους”)»].

Για τούτο λοιπόν και το ανέφερε με πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια. Δεν είπε δηλαδή, ότι θα αποκαταστήσει την καρδιά του υιού προς τον πατέρα Του, αλλά «του πατρός προς τον υιό του»· διότι επειδή οι Ιουδαίοι ήσαν πατέρες των αποστόλων, λέγει αυτό, ότι θα οδηγήσει στο να πιστέψουν στις αλήθειες των υιών τους, δηλαδή των αποστόλων, τις καρδιές των πατέρων, δηλαδή τη διάνοια του Ιουδαϊκού γένους.

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Ἠλίας μὲν ἔρχεται πρῶτον καὶ ἀποκαταστήσει πάντα· Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθε, καὶ οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν, ἀλλ᾿ ἐποίησαν ἐν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν· οὕτω καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει πάσχειν ὑπ᾿ αὐτῶν. τότε συνῆκαν οἱ μαθηταὶ ὅτι περὶ Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ εἶπεν αὐτοῖς (: και ο Ιησούς τούς αποκρίθηκε: “Ο Ηλίας βέβαια, όπως προφήτευσε ο Μαλαχίας, θα ‘ρθει πρώτα και θα αποκαταστήσει όλες τις σχέσεις των ανθρώπων, ώστε αυτοί και να ειρηνεύσουν και να συνδεθούν περισσότερο μεταξύ τους και με τον Θεό. Εγώ όμως σας λέω ότι τώρα πλέον ο Ηλίας ήλθε. Ήλθε δηλαδή ο Ιωάννης, που έμοιαζε σε όλα με τον Ηλία. Αυτός ήταν ο Πρόδρομός Μου, και αυτοί δεν τον αναγνώρισαν, αλλά του έκαναν όσα θέλησαν με τις διεστραμμένες θελήσεις τους. Έτσι και ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να πάθει από αυτούς”. Τότε οι μαθητές κατάλαβαν ότι τους μιλούσε για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή)» [Ματθ. 17, 11-13].

Από πού όμως το αντιλήφθηκαν αυτό οι μαθητές Του; Ήδη τους είχε πει «Αυτός είναι ο Ηλίας, που πρόκειται να έλθει» ενώ τώρα τους λέγει ότι ήλθε· και πάλι· «θα έλθει ο Ηλίας, ο οποίος θα τα τακτοποιήσει όλα». Μην ανησυχήσεις όμως ούτε να σχηματίσεις τη γνώμη ότι τα λόγια αυτά αντιφάσκουν, επειδή άλλοτε μεν είπε ότι αυτός ήλθε, άλλοτε δε ότι θα έλθει. Όλα αυτά είναι αληθινά· διότι όταν μεν λέγει ότι «θα έλθει ο Ηλίας και θα αποκαταστήσει τα πάντα» εννοεί τον ίδιο τον Ηλία και την επιστροφή των Ιουδαίων που πρόκειται να γίνει τότε, όταν όμως λέγει ότι «Αυτός είναι εκείνος που πρόκειται να έλθει», ονομάζει τότε ‘’Ηλία’’ τον Ιωάννη λόγω της ομοιότητας του έργου του. Καθόσον και οι προφήτες τον καθένα από τους διαπρέψαντες βασιλείς τον ονόμαζαν ‘’Δαβίδ’’, και τους Ιουδαίους, εξαιτίας της συμπεριφοράς τους τούς ονόμαζαν ‘’άρχοντες των Σοδόμων’’ [Ησ. 1, 10: «Ἀκούσατε λόγον Κυρίου, ἄρχοντες Σοδόμων (: ακούσατε, λοιπόν, τα λόγια του Κυρίου εσείς, οι άρχοντες, οι οποίοι για τις δικές σας αμαρτίες και τις αμαρτίες του λαού σάς αξίζει να ονομάζεστε άρχοντες Σοδόμων)» και ‘’υιούς των Αιθιόπων’’· διότι, όπως ακριβώς εκείνος θα είναι πρόδρομος της δευτέρας παρουσίας, έτσι και αυτός υπήρξε πρόδρομος της πρώτης παρουσίας Του.

Και δεν τον ονομάζει ‘’Ηλία’’ σε κάθε περίπτωση μόνο για τον λόγο αυτόν, αλλά για να δείξει την πάρα πολύ μεγάλη συμφωνία του με την Παλαιά Διαθήκη και ότι η παρουσία αυτού γινόταν κατόπιν προφητείας. Για τον λόγο αυτό και προσθέτει πάλι, ότι «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθε, καὶ οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν, ἀλλ᾿ ἐποίησαν ἐν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν (: σας λέγω όμως ότι ο Ηλίας ήλθε πριν από εμένα και δεν τον αναγνώρισαν, αλλά του έκαμαν όσα κακά η διεστραμμένη τους καρδία θέλησε)». Και τι σημαίνει «όλα όσα θέλησαν»; Έκλεισαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή -τον οποίο ο Κύριος αποκαλεί Ηλία- στη φυλακή, τον ύβρισαν, τον φόνευσαν, και μετέφεραν την κεφαλή του επάνω σε πινάκιο φαγητού. «Οὕτω καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει πάσχειν ὑπ᾿ αὐτῶν (: έτσι και ο υιός του ανθρώπου πρόκειται να πάθει από αυτούς”)». Βλέπεις πως πάλι στην κατάλληλη στιγμή τους υπενθυμίζει το πάθος Του, προξενώντας σε αυτούς μεγάλη παρηγοριά από το πάθος του Ιωάννη; Και όχι μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά και με το ότι επιτελεί ευθύς αμέσως μεγάλα θαύματα. Καθόσον κάθε φορά που συνέβαινε να ομιλεί για το πάθος Του, αμέσως θαυματουργούσε, και μετά από τους λόγους Του και πριν από τους λόγους Του και αυτό είναι δυνατόν να παρατηρήσει κανείς σε πολλές περιπτώσεις.

«Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτη ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι (: από τότε άρχισε ο Ιησούς να διδάσκει σαφώς και ξεκάθαρα τους μαθητές Του ότι πρέπει Αυτός να πάει στα Ιεροσόλυμα και να πάθει πολλά από τους πρεσβυτέρους και αρχιερείς και γραμματείς και να θανατωθεί και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί)» [Ματθ. 16, 21]. Τότε· πότε; Όταν ομολογήθηκε ότι είναι ο Χριστός και ο Υιός του Θεού. Πάλι στο όρος όταν αποκάλυψε σε αυτούς τη θαυμαστή δόξα Του, και οι προφήτες μίλησαν περί της δόξης Του, τους υπενθύμισε το Πάθος Του· διότι αφού τους διηγήθηκε τα σχετικά με τον Ιωάννη, πρόσθεσε: «έτσι και ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να πάθει από αυτούς».

Και μετά από λίγο πάλι, όταν εξεδίωξε τον δαίμονα από τον σεληνιαζόμενο νέο, τον οποίο δαίμονα δεν είχαν καταφέρει οι μαθητές Του να τον εκδιώξουν. Καθόσον και τότε, λέγει: «Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα (: και ενώ αυτοί περιόδευαν στη Γαλιλαία, τους είπε ο Ιησούς: “Ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί πολύ σύντομα σε χέρια ανθρώπων, και θα Τον θανατώσουν, και την τρίτη ημέρα από τον θάνατό Του θα αναστηθεί”. Και οι μαθητές λυπήθηκαν πάρα πολύ)» [Ματθ. 17, 22-23].

Και αυτό το έκανε για να ελαττώσει με το μέγεθος των θαυμάτων Του την πάρα πολύ μεγάλη λύπη τους και για να τους παρηγορήσει με κάθε τρόπο· και ακριβώς και στην περίπτωση αυτήν υπενθυμίζοντας σε αυτούς τον θάνατο του Ιωάννη τούς έδινε μεγάλη παρηγορία. Εάν όμως τυχόν έλεγε κάποιος: «Γιατί και τώρα δεν αποστέλλει τον Ηλία, αφού τον αναστήσει, εφόσον η παρουσία του πράγματι είναι πρόξενο τόσων αγαθών;», θα του απαντήσουμε ότι και τότε, θεωρώντας τον Χριστό ως τον Ηλία, δεν πίστευαν σε Αυτόν· διότι λέγει: «οἱ δὲ εἶπον· οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν (: και αυτοί Του είπαν: “Άλλοι λένε ότι είσαι ο Ιωάννης ο βαπτιστής και άλλοι ο Ηλίας, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι είσαι ο Ιερεμίας ή ένας από τους παλιούς προφήτες που αναστήθηκε από τους νεκρούς”)» [Ματθ. 16, 14]. Μεταξύ μάλιστα του Ιωάννη και του Ηλία δεν υπήρχε καμία διαφορά, παρά μόνο ο χρόνος.

«Πώς λοιπόν τότε θα πιστέψουν;», θα πει κάποιος. Καθόσον θα αποκαταστήσει τα πάντα, όχι μόνο επειδή είναι γνωστός, αλλά και επειδή θα διαλάμψει πολύ περισσότερο μέχρι την ημέρα εκείνη η δόξα του Χριστού και σε όλους θα είναι πιο φανερή και από τον ήλιο. Όταν λοιπόν αφού διαδοθεί τόσο πολύ η φήμη και η προσδοκία περί Αυτού, θα έλθει ο Ηλίας ο Θεσβίτης κηρύττοντας τα ίδια με τον Ιωάννη και αναγγέλλοντας και αυτός τον ερχομό του Ιησού, θα δεχτούν ευκολότερα τα λόγια του. Και όταν λέγει: «δεν τον ανεγνώρισαν» είναι σαν να απολογείται και υπέρ αυτών των ίδιων. Και δεν τους παρηγορεί μόνο με αυτόν τον τρόπο, αλλά και με το ότι δείχνει ότι άδικα πάσχει από αυτούς αυτά που πάσχει και με το ότι συγκαλύπτει τα δυσάρεστα με δύο θαύματα, και με το θαύμα της Μεταμορφώσεως στο όρος και με  αυτό που πρόκειται να συμβεί στο μέλλον.

Όταν λοιπόν τα άκουσαν αυτά, δεν Τον ρώτησαν πότε θα έλθει ο Ηλίας ή επειδή ήσαν κυριευμένοι από τη λύπη για το πάθος Του ή επειδή φοβούνταν· διότι σε πολλές περιπτώσεις, όταν Τον βλέπουν να μη θέλει να τους πει κάτι καθαρά, σιωπούν στην συνέχεια. Όταν λοιπόν διέμεναν στη Γαλιλαία και είπε: «Ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί και θα Τον θανατώσουν», πρόσθεσε ο μεν ευαγγελιστής Μάρκος ότι «οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐπερωτῆσαι (: αυτοί όμως δεν καταλάβαιναν τον λόγο αυτό για την ανάσταση και απέφευγαν να Του ζητήσουν εξηγήσεις επειδή φοβούνταν μήπως ακούσουν απ’ Αυτόν κάτι άλλο πιο δυσάρεστο ή και επιτιμήσεις· διότι δεν είχαν ακόμη καταλάβει αυτό για το οποίο τους είχε μιλήσει επανειλημμένα)» [Μάρκ. 9, 32], ο δε ευαγγελιστής Λουκάς ότι: «οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα τοῦτο, καὶ ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ᾿ αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτό, καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου (: αυτοί όμως δεν κατάλαβαν ποια σημασία είχαν αυτά τα λόγια Του˙ το νόημά τους παρέμενε κρυμμένο απ’ αυτούς, για να μην το κατανοήσουν· διότι δεν ήταν ακόμη καιρός να φωτίσει ο Θεός τον νου τους για να κατανοούν τις Γραφές. Εάν το κατανοούσαν παράκαιρα, ήταν επόμενο να κυριεύονται από διαρκή κατήφεια και αποθάρρυνση. Και από ευλάβεια φοβούνταν να Τον ρωτήσουν και δεν είχαν το θάρρος να Του ζητήσουν εξηγήσεις για τα λόγια Του αυτά)» [Λουκά 9, 45].

ΠΗΓΕΣ:

https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλίες ΝΣΤ΄ και ΝΖ΄[κατ’επιλογήν], πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11, σελίδες 539-561 και τόμος 11Α, σελίδες 6-17.

Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 67, σελ. 80-90 και σελ. 115-116.

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος 

Ἐμπρός, φίλοι μου, ἂς ἁπλώσουμε σήμερα χωρὶς δισταγμὸ τὸ χέρι στοὺς θησαυροὺς τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ ἐκεῖ κατὰ τὴν συνήθειά μας πλοῦτο, πού ἄφθονα σὲ ὅλους διαμοιράζεται καὶ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ποτὲ δὲν ξοδεύεται. Ἐλᾶτε, τὸν πάνσοφο καὶ πάλι ἂς ἀκολουθήσουμε, τὸν ὡραῖο ὁδηγό μας, τὸν Λουκᾶ, νὰ δοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ ἀνεβαίνει σὲ ὄρος ὑψηλὸ καὶ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη νὰ παίρνει μάρτυρες τῆς θεϊκῆς Μεταμορφώσεως. Διότι «πῆρε μαζί Του», λέει, «αὐτοὺς πού ἀποτελοῦσαν τὴν συντροφιὰ τοῦ Πέτρου καὶ σὲ ὄρος ὑψηλὸ ἀνέβηκε» ὁ Δεσπότης. Ὄρος ὑψηλό, στὸ ὁποῖο ἡ δυάδα Μωυσῆς καὶ Ἠλίας συζητοῦσε μὲ τὸν Χριστό.

Ὄρος ὑψηλό, ἐπάνω στὸ ὁποῖο ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες συνομιλοῦσαν μὲ τὴν Χάρη. Ὄρος ὑψηλό: σ’ αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, πού ἔγινε σφαγέας τοῦ ἀμνοῦ γιὰ τὸ πάσχα τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἔτσι μὲ τὸ αἷμα τὰ ἀνώφλια τῶν Ἑβραίων ράντισε.

Ὄρος ὑψηλό, σ’ αὐτὸ ὁ Ἠλίας, πού κοντὰ σ’ ἐκείνους τὸ βόδι εἶχε τεμαχίσει, τὴν θυσία τὴν περιχυμένη μὲ νερὸ εἶχε ἀφανίσει μὲ φωτιά. Ὄρος ὑψηλό, ὅπου ὁ Μωυσῆς, ὁ ἄνθρωπος πού ἄνοιξε καὶ ἔκλεισε τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας τὰ πολλὰ καὶ πάντοτε ἀξεχώριστα νερά. Ὄρος ὑψηλό, γιὰ νὰ μάθουν ὅσοι ἀνῆκαν στὸν κύκλο τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰακώβου ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρόσωπο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο κάθε γόνατο θὰ λυγίσει τῶν ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.

Βέβαια, ἀνέβηκε μόνο μὲ τρεῖς, δὲν τοὺς πῆρε ὅλους μαζί Του, δὲν τοὺς ἄφησε κάτω ὅλους, δὲν ἀπέκλεισε τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν φανέρωση τῆς δόξας Του, δὲν τοὺς ἔκρινε ὑποδεέστερους, ἀφοῦ, καθὼς εἶναι δίκαιος, μὲ δικαιοσύνη τὰ πάντα τακτοποιεῖ. Ἔχοντας ὅλους στὸν νοῦ Του, δὲν χωρίζει ἀπὸ τὴν μεταξύ τους ἀγάπη αὐτοὺς πού ἕνωσε. Ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἄξιος νὰ δεῖ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο καὶ τὴν φοβερὴ ἐκείνη ὀπτασία ὁ Ἰούδας, ὁ μελλοντικὸς προδότης, γιὰ τοῦτο ὁ Κύριος καὶ τοὺς ἄλλους ἀφήνει, γιὰ νὰ ἀφήσει ὕστερα κι ἐκεῖνον, πού δὲν ἀφέθηκε μόνος, τελείως ἀναπολόγητο, καὶ τοὺς τρεῖς, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ Νόμο, νὰ πάρει ἐπαρκεῖς μάρτυρες τῆς Μεταμορφώσεως. Αὐτοὶ ἐσωτερικά, ψυχικά, καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἔφεραν μαζί τους. Διότι λέει ὁ Ἴδιος: «Φύλαξέ τους, Πάτερ δίκαιε, γιὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἕνα, ὅπως καὶ ἐμεῖς ἕνα εἴμαστε». Διότι, ἂν ἔβλεπε ὁ Ἰούδας σιμὰ στὸ ὅρος τὸν Ἀνδρέα, τὸν Θωμᾶ, τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς ὑπόλοιπους νὰ βρίσκονται μαζί Του καὶ οὔτε νὰ γογγύζουν, νὰ μὴν ἀγανακτοῦν, νὰ μὴν κακολογοῦν, ἀλλά νὰ χαίρονται καὶ κοινὴ νὰ λογαριάζουν γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τοὺς ἀπόντες τὴν χάρη ἀπὸ ψηλά, ἦταν ἀπὸ κάθε ἀπολογία στερημένος, ἀφοῦ ποτὲ γιὰ κανένα θαῦμα δὲν τὸν παρέβλεψε ὁ Χριστός. Ἀπεναντίας, καὶ τὸ κουτὶ τῶν συνεισφορῶν εἶχε, μόλο πού τὴν διάθεση τοῦ μύρου (ἀπὸ τὴν εὐγνώμονα Μαρία στὴν Βηθανία) χωρὶς λόγο ζήλευε, καὶ τὸν Διδάσκαλο στοὺς ἐχθροὺς τόλμησε νὰ προδώσει.

Τί λέει, λοιπόν, ὁ Εὐαγγελιστής; «Καὶ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ἐμφανίστηκαν ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας νὰ συζητοῦν μαζί Του». Ἀλλά ὁ Πέτρος, σὰν θερμὸς πάντα γύρω ἀπὸ ὅλα τὰ θέματα, παρότι μὲ τὰ μάτια τῆς διάνοιας εἶδε κάποια στιγμὴ αὐτοὺς πού δὲν γνώριζε νὰ συνομιλοῦν μ’ Αὐτόν, ἐλάχιστα λογαριάζοντας τὸ θαῦμα, ὑπολογίζοντας ὄχι τὸν παράδοξο χαρακτήρα τῆς θείας ἐλλάμψεως, ὀνόμαζε ὡραῖο τὸν ἔρημο τόπο. Σκηνοποιὸς ἀπὸ ψαρᾶς νὰ γίνει ἤθελε, ἀφοῦ φώναζε στὸν Σωτήρα: «Ἂς κάνουμε τρεῖς σκηνές· μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία» δίχως νὰ ξέρει τί λέει.

Ἀλλά, Πέτρο, κορυφαῖε καὶ πρῶτε στὴν χορεία τῶν Μαθητῶν, γιατί μὲ οὐτιδανὲς σκέψεις ἀπερίσκεπτα προτρέχεις καὶ μὲ συλλογισμοὺς ἀνθρώπινους μιλᾶς ὁλότελα εἰς βάρος τῶν θείων, θέλοντας νὰ στήσεις τρεῖς σκηνὲς σὲ ἐρημιά; Ὅμοια μὲ τῶν δούλων ἀξία καθορίζεις γιὰ τὸν Δεσπότη; Καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ μία σκηνὴ καὶ γιὰ τοὺς δύο ἐξίσου βιάζεσαι νὰ φτιάξεις; Μήπως, λοιπόν, ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως Αὐτός, συνελήφθη ὁ Μωυσῆς; Μήπως παρθένος γέννησε τὸν Ἠλία, ὅπως Αὐτὸν ἡ Παναγία Παρθένος Μαρία; Μήπως ὡς ἔμβρυο μέσα ἀπὸ τὴν μήτρα τὸν ἀντιλήφθηκε ὁ Πρόδρομος; Μήπως ὁ οὐρανὸς ἔδωσε μήνυμα γιὰ τοῦ Ἠλία τὴν γέννηση, οἱ μάγοι προσκύνησαν τοῦ Μωυσῆ τὰ σπάργανα; Μήπως λοιπὸν ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας ἔκαμαν τόσα θαύματα ἤ ἀπὸ σπήλαιο ἀνθρώπινο ἔδιωξαν πονηρὰ πνεύματα; Ὁ Μωυσῆς, βέβαια, ὀργίστηκε κάποτε καί, σὰν χτύπησε τὸ πέλαγος μὲ ράβδο, τὸ διάβηκε· ὁ διδάσκαλός σου ὅμως Ἰησοῦς πάνω στὴν θάλασσα περπάτησε μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο καὶ βατὸν ἔκαμε τὸν βυθό. ὁ Ἠλίας μετὰ ἀπὸ ἱκεσία πλήθυνε τῆς χήρας τὸ ἀλεύρι καὶ τὸν γιὸ της ἀνέστησε ἀπό τούς νεκρούς, ἐνῶ Ἐκεῖνος μαθητὴ Του μέσα ἀπό τούς ψαράδες σὲ πῆρε καὶ μὲ λίγους ἄρτους χιλιάδες ἀνθρώπους χόρτασε καὶ τὸν Ἅδη ἄφησε γυμνὸν ἀπὸ ἅρματα καὶ ἅρπαξε αὐτοὺς πού, ἀφότου φάνηκαν ἄνθρωποι στὴν γῆ, ἤσαν παραδομένοι σὲ ὕπνο.

Γι’ αὐτό, Πέτρο, μὴ λὲς «ἂς φτιάξουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνές», μήτε «ὄμορφα εἶναι ἐδῶ νὰ εἴμαστε», μήτε λόγο πού ἀναφέρεται σὲ κάτι ἀνθρώπινο ἡ μικροπρεπές, μήτε κάτι γήινο ἤ εὐτελές. Τὰ ἄνω νὰ σκέφτεσαι, τὰ ἄνω ν’ ἀναζητεῖς, καθὼς ὁ Παῦλος μήνυσε, ὄχι τὰ ἐπίγεια. Διότι πῶς εἶναι ὄμορφο νὰ βρισκόμαστε ἐμεῖς ἐδῶ, ὅπου ὁ Ὄφις κακομεταχειρίστηκε καὶ ἔβλαψε τὸν πρωτόπλαστο καὶ ἔτσι τὸν παράδεισο ἔκλεισε; Ὅπου τὸ ψωμὶ μὲ ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του νὰ τρώει ἀκούσαμε; Ὅπου μάθαμε ὅτι εἰπώθηκε σ’ αὐτὸν νὰ στενάζει καὶ νὰ τρέμει γιὰ τὴν παρακοὴ τοῦ ἐπάνω στὴν γῆ; Ὅπου τὰ πάντα εἶναι σκιά; Ὅπου τὰ πάντα θὰ παρέλθουν καὶ θὰ χαθοῦν, σὲ χρόνο τόσο, ὅσο διαρκεῖ μιὰ ἁπλή κίνηση; Πῶς λοιπὸν τὸ νὰ βρισκόμαστε ἐδῶ εἶναι ὡραῖο; Ἐὰν ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ μᾶς παρατήσει, γιατί πῆρε αἷμα καὶ σάρκα; Ἐὰν ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει, γιατί ἔσκυψε στὸν πεσόντα ἄνθρωπο μὲ συγκατάβαση; γιατί αὐτὸν πού βρισκόταν χάμω ἀνέστησε;

Ἐὰν νομίζεις ὅτι εἶναι ὡραῖο νὰ εἴμαστε ἐπάνω στὴν γῆ, ματαίως ἔλαβες τὴν προσωνυμία «κλειδοῦχος τῶν οὐρανῶν». Σὲ ποιὰ περίπτωση, λοιπόν, μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθοῦν τῶν οὐρανῶν τὰ κλειδιά; Ἀφοῦ τὸ ὅρος τοῦτο ποθεῖς, παράτησε στὸ ἑξῆς τοὺς οὐρανούς. Ἂν σκηνὲς νὰ σηκώσεις θέλεις, μὴ συνεχίσεις νὰ εἶσαι τῆς Ἐκκλησίας θεμέλιος. Διότι μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς ὄχι χωρὶς ἰδιαίτερο λόγο, ἀλλά γιὰ νὰ φανερώσει σ’ ἐμᾶς μέσ’ ἀπ’ τὰ πράγματα τὴν μεταμόρφωση, πού μέλλει νὰ ὑποστεῖ ἡ φύση μας, καὶ τὸν δεύτερο σωτήριο ἐρχομό Του, ὁ ὁποῖος θὰ γίνει πάνω στὶς νεφέλες, μέσα στὶς φωνὲς τῶν Ἀρχαγγέλων. Διότι ὁ Ἴδιος εἶναι πού τὸ φῶς σὰν πανωφόρι περιβάλλεται, καθὼς εἶναι κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Γι’ αὐτὸ ἐμφάνισε τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ δείγματα τῶν ἀρχαίων προσώπων.

Καὶ τί λέει ὁ μεγάλος συγγραφέας; «Ἐνῶ ἀκόμη αὐτὸς μιλοῦσε, νά, νεφέλη φωτεινὴ ἀπὸ πάνω τους κάλυψε. Καὶ ἰδού, φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ λέει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ὁποῖος ἔχει πλήρη τὴν εὐαρέσκειά μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Ὅσο ἀκόμη, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Πέτρος μιλοῦσε, εἶπε ὡς ἀπάντηση στὰ λόγια του ὁ Πατήρ: «Γιατί, Πέτρο, λὲς ὅτι εἶναι ὄμορφα,
ἀφοῦ δὲν ξέρεις αὐτὸ πού λές; λησμόνησες τὸν ἑαυτό σου ἤ μήπως φθονεῖς τὸ γένος; Ἀκόμη δὲν ἔχεις παιδαγωγηθεῖ; Μέχρι τώρα δὲν ἀπέκτησες τὴν ἀσφαλῆ γνώση σχετικὰ μὲ τὴν υἱότητα, ἐσύ πού λές: «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ». Τόσα θαύματα εἶδες καθαρά, γιὲ τοῦ Ἰωνᾶ, καὶ ἀκόμα εἶσαι Σίμων; Τῶν οὐρανῶν κλειδοῦχο σὲ τοποθέτησε καὶ τῆς θαλασσινῆς δουλειᾶς ἀκόμα τὸ ροῦχο δὲν πέταξες ἀπὸ πάνω σου; Ὁρῖστε, γιὰ τρίτη φορὰ ἀντιστέκεσαι στοῦ Σωτήρα τὸ θέλημα, δίχως νὰ ξέρεις αὐτὸ πού λές. Σοῦ εἶπε δηλαδή: «Πρέπει νὰ ὑποστῶ τὸ πάθος» καὶ λές: «Νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ αὐτό». Εἶπε πάλι: «Ὅλοι θὰ σκανδαλισθεῖτε», καὶ λές: «Ἂν ὅλοι σκανδαλισθοῦν, ἐγώ δὲν θὰ σκανδαλισθῶ». Ὁρίστε, καὶ τώρα νὰ σηκώσεις θέλεις σκηνὴ γιὰ τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μαζὶ μὲ μένα θεμελίωσε τὴν γῆ, ὁ Ὁποῖος μαζὶ μὲ μένα ἕνωσε ὑδάτινους ὄγκους σὲ σύνολο ὀργανικό, τὴν θάλασσα, καὶ τὸ στερέωμα κάρφωσε, στὸν αἰθέρα ἔδωσε φωτιά· καὶ μαζὶ μὲ μένα δημιούργησε ὅλα τὰ πρὶν ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ κτίση· σκηνὴ γι’ Αὐτόν, πού γεννήθηκε ἀπὸ μένα, σκηνὴ γι’ Αὐτὸν πού ὑπάρχει μέσα σὲ μένα καὶ μαζί σας, σκηνὴ γιὰ τὸν χωρὶς πατέρα Ἀδάμ, σκηνὴ γιὰ τὸν χωρὶς μητέρα Θεό, σκηνὴ γι’ Αὐτὸν πού ἔκαμε δική του σκηνὴ διαλεγμένη, κοιλία παρθενική. Λοιπόν, ἐπειδὴ ἐσύ τρεῖς σκηνὲς θέλεις νὰ φτιάξεις, ἔχοντας ἄγνοια γι’ αὐτὸ πού λές, ἐγώ νεφέλη φωτεινὴ χρησιμοποίησα γιὰ σκηνή. Ἔτσι, ἔκρυψα τοὺς παρόντες καὶ λέω δυνατά: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐδόκησα». Ὄχι ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ἀλλά Αὐτός· ὄχι ἐκεῖνος, ὄχι ὁ ἄλλος, ἀλλ’ Αὐτός, ἕνας και ἄν εἶναι ὁ Ἴδιος, ὁ ἐκλεκτός μου, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε.

Τὸν Μωϋσῆ ἀνέδειξα δίκαιο, ἀλλά σ’ Αὐτὸν βρῆκα καθετὶ ἀρεστό. Τὸν Ἠλία τὸν πῆρα ἀπὸ τὴν γῆ, ἀλλ’ Αὐτὸν τὸν ἔστειλα ἀπὸ Παρθένο στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό». Διότι κανείς, λέει ὁ Χριστός, δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, παρεκτὸς ἀπ’ ἐκεῖνον πού ἀπ’ τὸν οὐρανὸ κατέβηκε. Ἀπὸ ἐκεῖ λοιπὸν πραγματοποίησε τὴν κάθοδό Του στὴν γῆ, ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ Του «ἐξῆλθε», ἔχοντας πάρει μορφὴ δούλου. Ἐὰν παρέμεινε αὐτὸ πού ἦταν καὶ δὲν ἔγινε ὅ,τι ἀκριβῶς εἴμαστε, ἂν δὲν ὑπέμεινε σταυρὸ γιὰ μᾶς μὲ σχῆμα ἀνθρώπινο καὶ δὲν ἐξαγόρασε μὲ τὸ δικό Του αἷμα τὸν κόσμο, τότε δὲν πραγματώνεται ἡ θεία Οἰκονομία καὶ ἀπομένουν ὅσα τὸν παλαιὸ καιρὸ εἶπαν οἱ Προφῆτες ἀβέβαια λόγια. «Ὅμως πᾶψε, Πέτρο, καὶ μὴν ἔχεις στὴν σκέψη σου ὅσα ταιριάζει σὲ ἀνθρώπους, ἀλλ’ αὐτὰ πού ἁρμόζουν στὸν Θεό. Διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ Ὁποῖος ἔχει τέλεια τὴν εὐαρέσκειά μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Καθότι δύο φορὲς ἔχω ἐκφραστεῖ μὲ φωνή, πού μιλοῦσε γι’ Αὐτόν, τὴν μία πού εἶσθε παρόντες στὸ ὅρος αὐτό, τὴν ἄλλη παρόντος τοῦ Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη ποταμό».

Αὐτὴ τὴν φωνὴ θὰ παρουσιάσει ἀληθινὴ ὁ παλαιὸς Προφήτης, πού κήρυξε μεγαλόφωνα: «Τὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ἐρμονιήλ στὸ ὄνομά Σου θὰ ἀγαλλιάσουν». Ποιὸ ὄνομα; «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Διότι τοῦ χάρισε ὄνομα τρανότερο ἀπὸ κάθε ὄνομα. Ἀλλά τὸ δίχως ἄλλο θὰ πεῖς, ἀγαπητέ μου: «Τί σημαίνει, Τὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ἐρμονιήλ στὸ ὄνομά Σου θὰ νιώσουν ἀγαλλίαση»; Μάθε λοιπὸν καὶ ἀποτύπωσέ το στὴν σκέψη σου: Τὸ Θαβώρ, αὐτὸ εἶναι τὸ ὅρος, ὅπου θέλησε καὶ μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς καὶ δόθηκε γι’ Αὐτὸν μαρτυρία ἀπὸ τὸν Πατέρα πώς εἶναι Υἱός Του, καθὼς πρὶν ἀπὸ λίγο ἀκούσατε. Τὸ Ἐρμονιήλ πάλι εἶναι ὅρος μικρό, ἀπὸ τὴν γῆ τοῦ Ἰορδάνη, ἀπ’ ὅπου ἔγινε ἡ ἀνάληψη τοῦ Ἠλία καὶ κοντὰ στὸ ὁποῖο, μὲς στὸ τρεχούμενο νερὸ τοῦ Ἰορδάνη, ἐπεθύμησε καὶ βαπτίστηκε ὁ Χριστός, καὶ τότε δόθηκε γι’ Αὐτὸν μαρτυρία ἀπὸ τὸν Πατέρα πώς εἶναι Υἱός Του. Σ’ αὐτὰ τὰ δύο ὄρη ὁ ἄχραντος Πατὴρ ἐπιβεβαιώνοντας τὴν υἱότητα, καὶ τότε καὶ τώρα γιὰ δεύτερη φορὰ λέει μὲ φωνὴ δυνατή: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν Ὁποῖο εὐδόκησα, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Διότι αὐτὸς πού Τὸν ἀκούει καὶ ἐμένα ἀκούει. Καὶ αὐτὸς πού θὰ ντραπεῖ γι’ Αὐτὸν καὶ γιὰ τὰ λόγια Του, καὶ ἐγώ θὰ ντραπῶ γι’ αὐτόν, ὅταν φανερωθῶ μὲς στὴν δόξα μου καθὼς καὶ οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε, χωρὶς προσποίηση, χωρὶς κακία, χωρὶς περιέργεια, μὲ πίστη ἀναζητώντας Τον, ἀλλά ὄχι θέλοντας μὲ γλωσσικὲς ἀπόπειρες νὰ ὁρίσετε τὰ μεγέθη Του, μὲ τὴν πίστη προχωρώντας στὸν χῶρο τοῦ ὑπέρλογου, ἀλλ’ ὄχι μὲ τὰ λόγια ἐπιχειρώντας νὰ βρεῖτε τὰ μέτρα τοῦ Λόγου». Διότι τώρα ὁ Παῦλος, ὁ δεινὸς ὁμιλητής, βάζοντας χαλινάρι στὸν περίεργο ἄνθρωπο καὶ τὰ πάντα διδάσκοντας χωρὶς δισταγμούς, κηρύττει μεγαλοφώνως: «Βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! Πόσο ἀνεξερεύνητες εἶναι οἱ κρίσεις καὶ ἀποφάσεις Του καὶ πόσο ἀνεξιχνίαστοι οἱ δρόμοι, μέσα ἀπό τούς ὁποίους ἐνεργεῖ!»

Σὲ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς ἀτελείωτους αἰῶνες. Ἀμήν. 

https://www.imaik.gr/

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΕΛΕΥΚΕΙΑΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΕΝΤΕ ΑΡΤΩΝ ΤΡΑΦΕΝΤΑΣ ΠΕΝΤΑΚΙΣΧΙΛΙΟΥΣ!


 Όσιος Βασίλειος επίσκ. Σελευκείας
Κυριακή Η’ Ματθαίου: Λόγος εις τους εκ πέντε άρτων τραφέντας πεντακισχιλίους

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Κεφ. Ι δ. 14 – 22

Τω καιρώ εκείνω, εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ’ αυτοίς, και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οψίας δέ γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες» έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν, απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα. Ο δέ Ιησούς είπεν αυτοίς» ου χρείαν έχουσιν απελθείν, δότε αυτοίς υμείς φαγείν. Οι δέ λέγουσιν Αυτώ» ουκ έχομεν ώδε ει μή πέντε άρτους και δύο ιχθύας. Ο δέ είπε» φέρετέ μοι αυτούς ώδε. Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επι τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν, ευλόγησε και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δέ μαθηταί τοις όχλοις. Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οι δέ εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι, χωρίς γυναικών και παιδίων. Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς Αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ού απολύση τους όχλους.

Απόδοση:

Όταν βγήκε στη στεριά, είδε πολύν κόσμο και τους σπλαχνίστηκε, και γιάτρεψε τους αρρώστους των. Όταν έπεσε το δειλινό, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός, και η ώρα περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για ν’ αγοράσουν φαγητά να φάνε». Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε». «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια», του απαντούν. «Φέρτε μού τα εδώ», τους λέει. Κι αφού πρόσταξε τον κόσμο να καθίσει για φαγητό πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές, και οι μαθητές στο πλήθος. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά. Αμέσως ύστερα ο Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο καΐκι και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, ωσότου αυτός διαλύσει τα πλήθη.

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)

Ομιλία του Οσίου πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, με θέμα τους εκ των πέντε άρτων τραφέντας πεντακισχιλίους.

Επαινώ μεν τον πόθο της φιλομαθείας, αποδέχομαι δε τον βαθμόν της φιλοθεΐας. Και γνωρίζω ποιος σας εμφύτευσε τον εξαίρετον αυτόν ζήλο. Γνωρίζω τον εκπαιδευτή της αρετής σας, τον πατέρα και συγχρόνως ποιμένα και ιατρόν και κυβερνήτην. Αυτόν που διαπρέπει στην ευαγγελική ζωή, και πνέει χάριν αποστολικήν. Αυτόν ο οποίος σας χειραγωγεί προς τους ουρανίους λειμώνες με πνευματικά σαλπίσματα, ως θησαυρός πνευματικών εννοιών που είναι. Την έμψυχον εικόνα της φιλανθρωπίας, αυτόν που υπερέβη την πραότητα του νόμου και είναι ανίκητος από τον θυμόν, λάμπει δε από σοφία, και στεφανώνεται με αρετές.

Αλλά πολύς ο πλούτος της αποστροφής σας κατά του θανάτου, και το πλάτος της φιλομαθείας σας, όπως είπα. Κι εγώ πώς να σας παραθέσω το πτωχό μου γεύμα; Πώς να χορτάσω με τις μικρές δυνατότητες του λόγου μου την άπληστο κοιλία της ακοής σας; Πώς θα επαρκέσει γλώσσα πτωχή να ευφράνει τόσον λαό; Ή, για να χρησιμοποιήσω επίκαιρα τα λόγια των Αποστόλων: «Πόθεν ημίν εν ερημία άρτοι τοσούτοι;», ώστε πάλιν ο πλούσιος Δεσπότης, απαλλάσσοντας από την πτωχεία, να χαρίσει την αφθονία;

«Ηκολούθει», λέγει, «όχλος πολύς τω Σωτήρι». Ακολουθούν τον ποιμένα τα πρόβατα, οι ασθενείς τον διώκτη των ασθενειών τους, οι δούλοι τον ελευθερωτήν των ψυχών. Ευρήκαν μίαν οδόν απλανή, και όλοι σ’ αυτή συνέρρεαν. Όποιος ήθελε τον ακολουθούσε, ο άρρωστος απηλλάσσετο από το νόσημά του. Είχε αναβλύσει πηγή φιλανθρωπίας και όλοι απελάμβαναν.

Απορροφημένοι, λοιπόν, παρέτειναν την οδοιπορία μέχρι την έρημο. Τον παλαιό καιρό, όταν ο Θεός νομοθετούσε δια του Μωϋσέως στην έρημο, είχε περιβάλει το όρος Σινά με φωτιά, και οι φλόγες εξηκοντίζοντο στον ουρανό. Φόβος και ζόφος μαζί με σάλπιγγες και αλαλαγμούς κατέπλητταν εκείνους που παρακολουθούσαν. Αλλά τώρα ο Δεσπότης, αφήνοντας τον φόβο, περιεβλήθη μορφήν δούλου, δεικνύοντας τη φιλανθρωπία του με την πρόσληψη ανθρωπίνης φύσεως. Και παλαιά μεν η γη είχε ακούσει: «Εξαγαγέτω η γη βοτάνην χόρτου», ενώ τώρα την τράπεζα που εστρώθη στο έδαφος, την γεμίζει με αγαθά ο ίδιος ο Δεσπότης.

Παίρνοντας λοιπόν ο Κύριος τους ιχθύς, αφού εστράφη προς τον ουρανόν τους ευλόγησε. Άραγε ζητεί ωσάν να έχει ανάγκη; Άραγε υψώνοντας το βλέμμα καλεί σε βοήθεια τον ουρανό; Άραγε από αλλού αντλεί τη δύναμη της ευεργεσίας, και δίδει λαβή στον Άρειο, και οπλίζει τη γλώσσα του Ευνομίου για να εκτοξεύσουν τις βλασφημίες τους κατά του Υιού; Όχι βέβαια, αλλά προλαμβάνει τα εγκλήματα των Ιουδαίων. Επειδή ο Ιουδαίος πάντοτε ερευνά για αιτίες, και από αυτά που απολαμβάνει αλιεύει κατηγορίες. Επειδή λοιπόν κάποτε ο Θεός χορήγησε στην έρημο το μάννα στους Ισραηλίτες, και σε εκείνους που εβάδιζαν στη γη είχε απλώσει ουράνια τράπεζα, και εδίδαξε την πέτρα να μιμηθεί τα νέφη εξάγοντας ύδωρ απ’ αυτήν, ήκουσε δε, αντί για ευχαριστίες, λόγια αχάριστα: «Επεί επάταξε πέτραν και έρρευσαν ύδατα, μη και άρτον δύναται δούναι;» —έπειδη εκτύπησε τον βράχο και εξεχύθησαν ύδατα, μήπως ημπορεί να μας δώσει και άρτο; Γι’ αυτό λοιπόν ο Χριστός στα εγγόνια τους, για να μην πάρουν το μέγεθος του θαύματος σαν πρόφαση για συκοφαντία, ότι προσπαθεί δήθεν να δείξει ότι είναι μεγαλύτερος αυτός από τον Πατέρα, και επινοήσουν πάλι τη συνηθισμένη συκοφαντία της αντιθεΐας, αναθέτει το κατόρθωμα στον Πατέρα, υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό, αρπάζοντας την κατηγορία από τις ιουδαϊκές γλώσσες. Διότι έτσι μεταχειρίζεται πάντοτε ο Χριστός τις ιουδαϊκές πονηρίες. Έτσι τότε που εθεράπευσε τον λεπρό και εκήρυξε με εξουσία τη φυγή του πάθους, παρέπεμψε στο νόμο αυτόν που ηλευθερώθη από τη νόσο, λέγοντας: «προσένεγκε το δώρον σου τω ιερεί εις μαρτύριον» —ας γίνει δηλαδή μάρτυρας της θεραπείας ο νόμος και ας φραγεί η γλώσσα της παρανομίας. Γι’ αυτό και τώρα υψώνει το βλέμμα στον ουρανό, αποστομώνοντας τον κατήγορο της αντιθεΐας. Αλλά εκτός αυτού και εκπαιδεύοντας τους ανθρώπους που κάθονται για φαγητό, να γνωρίζουν καλά τον αίτιο της απολαύσεως. Επειδή είναι ομολογία το να βλέπει κανείς στον ουρανό.

«Λαβών τοίνυν τους άρτους, έδωκε τοις μαθηταίς δούναι τοις όχλοις. Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν». Ω, τι πράγματα συνέβαιναν τότε! Οι άρτοι εγεννούσαν άρτους, και εγέμιζαν τα χορταρένια τραπέζια αυτοσχέδιες τροφές. Άρτοι ελεύθεροι από γεωργικούς ιδρώτες, που δεν εβλάστησαν από στάχια, αλλά άνθησαν από χέρια Δεσποτικά, μολονότι πολλά προϋποθέτει η ανθρώπινη τροφή: το όργωμα της γης, τη σπορά από τους γεωργούς, τη μεταβολή των αέρων σε νέφη, τη γέννηση βροχής, την κατάλληλη υγρασία γης και ατμοσφαίρας, τις αλλαγές θερμοκρασίας, τις εναλλαγές της σελήνης, τις νύκτες με τα αστέρια που τρεμοσβήνουν, τη βλάστηση των σταχιών, την έγκαιρη ωρίμανση των καρπών, την ταλαιπωρία του αλωνίσματος, τη συνεργασία του μύλου, την αφαίρεση του περιττού, το έντεχνο πλάσιμο και την απαραίτητη συμμετοχή της φωτιάς. Αυτά τα πραγματοποίησε τώρα όλα μαζί ο Κύριος μόνο με το άγγιγμα του χεριού του, αφού παρευρίσκετο εμπρός τους αυτός που διεγείρει την κοιλία της γης προς καρποφορίαν. Παρευρίσκετο αυτός που περιβάλλει τον ουρανό με νεφέλες. Παρευρίσκετο αυτός που έχει δωρίσει στους θνητούς τη σοφία της τέχνης. Παρευρίσκετο «ο φέρων άπαντα τω ρήματι του στόματος αυτού».

Παρευρίσκετο εκεί επιβεβαιώνοντας την παρουσία του με τη σάρκα που εφορούσε. Έδειξε με ένα θαύμα ποιος είναι αυτός που κρατά τα ηνία της κτίσεως. Έλυσε το παλαιό έγκλημα των Ιουδαίων και το αχόρταστο πάθος τους. Δεν θα ημπορούσαν πλέον να λέγουν «μη και άρτον δύναται δούναι;».

Ιδού ότι και με άρτους εγέμισαν την έρημο. Ας διδάξει, Ιουδαίε, η συγγένεια των θαυμάτων ποιος είχε χορηγήσει και εκείνα.

«Και έφαγον», λέγει, «και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις». Ισάριθμα με τους Αποστόλους τα κοφίνια, ώστε ο καθένας τους βαστάζοντας από ένα να έχει τον κόπο μάρτυρα του θαύματος. Και ο ώμος με την αίσθηση της τριβής να εκπαιδεύσει προς συνειδητοποίηση του γεγονότος, ο δε κόπος να εξασφαλίζει τη μνήμη, για να μη θεωρήσουν φαντασία αυτό που είδαν, και βυθιστούν σε λογισμούς από το μέγεθος του θαύματος. Και επειδή ο νους δεν επαρκεί για να αντικρύσει με τους δικούς του οφθαλμούς το παράδοξον θαύμα, να μη γεννήσει σιγά – σιγά την υποψία πως ήταν όνειρο το γεγονός. Παρατείνει τη μνήμη του γεγονότος με το πλήθος των περισσευμάτων, ώστε καθημερινώς η βρώση, διδάσκοντας τη γνώση, να διεγείρει τη μνήμη.

Δέξου, παρακαλώ, τον άλλον Ευαγγελιστή, συνήγορο των λεγομένων να λέγει: «ην γαρ η καρδία αυτών πεπωρωμένη, και ου συνήκαν (δεν συνειδητοποίησαν δηλαδή) επί τοίς άρτοις». Φανερώνει το πάθος, για να κηρύξει το θαύμα. Διότι είναι μεγάλο το να φθάσουν πέντε μόνον άρτοι για τόσες χιλιάδες. Όμως το να μείνουν και τόσα πολλά περισσεύματα, όχι μόνον στους μαθητάς εγεννούσε τη μνήμη του θαύματος, αλλά φανέρωνε και τη δύναμη εκείνου που το πραγματοποίησε. Επειδή, αν τους έδιδε όσο είχαν ανάγκη, θα ενοθεύετο η χάρις της φιλοτιμίας του, και κάνοντας αυτό, δεν θα είχε γίνει σαφές πως είναι ο Κύριος του παντός, αφού υπηρέτησε μόνο την ανάγκη. Ενώ τώρα που η δωρεά έγινε ευρύτερη από την ανάγκη, μαρτυρεί την εξουσία Εκείνου που τη χορήγησε.

Ας μάθωμε και από αλλού σαφώς αυτό που λέγω: Κάποτε εδίδετο στους Ισραηλίτες το μάννα δια μέσου του Μωϋσέως. Αλλά επειδή αυτός που διακονούσε το θαύμα ήταν δούλος, μαζί μ’ αυτόν ήταν και το δώρο υποδουλωμένο στην ανάγκη, αφού το περιττόν εξηφανίζετο. Και όποιο χέρι αρρώσταινε από απληστία, την ώρα της συλλογής, υπεχρέωνε και το δώρο να αρρωστήσει μαζί του. Ο ουρανός έστελνε κάτω στους Ιουδαίους την τροφή με μέτρο, και ο χρόνος υπερνικούσε το δώρο, και είχε προθεσμία η χάρις. Επειδή καθώς τελείωνε η πορεία στην έρημο, υπέδειξε πλέον και η γη τον φυσικόν άρτον. Τότε έπαυσε το μάννα, και το ταμείο του ουρανού για τους ανθρώπους έκλεισε.

Μετάφερε το νου σου σε άλλον υπηρέτη, ο οποίος διετάχθη να θαυματουργήσει με προθεσμία. Ο μέγας Ηλίας, που στείρωσε τον ουρανό με όρκο, συνεκράτησε τον αέρα με τα χείλη, και με τη φωνή κατεδίκασε σε αργία την κτίση. Αυτός έπεισε της φιλοξένου χήρας το έλαιο να μετατραπεί σε πηγή, και το ολίγον αλεύρι δεν ολιγόστευε μαζί με τον χρόνο, αλλά όσο κατανάλωνε η φύσις, τόσο αντικαθιστούσε η χάρις. Όταν ήλθε η βροχή, έκανε πτερά και το δώρο του Ηλία. Υπηρετούσε, διακονούσε δουλικώς και όχι από κάποια κυριαρχική φιλοτιμία. Γι’ αυτό τώρα ο Κύριος πολλαπλασιάζει δυσανάλογα με την ανάγκη, φανερώνοντας την εξουσία του, και δίδοντας σε όλους να καταλάβουν ποιος είναι «ο διδούς την τροφήν πάση σαρκί».

Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

(13ος Αιών, Migne P.G. τομ. 85, στ. 360 – Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 203 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ!

 
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου

(Ματθ. 5, 14-19)

Eπιλεγμένα αποσπάσματα από τον υπομνηματισμό του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής των αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (ομιλία ΙΓ΄ από το υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο).
Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 5, 13-16

«Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων (: Εσείς οι μαθητές μου είστε το πνευματικό αλάτι των ανθρώπων της γης (επειδή με το παράδειγμα και την διδασκαλία σας έχετε την δυνατότητα να νοστιμεύετε την ζωή των ανθρώπων και να προλαβαίνετε την ηθική σαπίλα). Αλλά εάν το αλάτι χάσει αυτήν την ιδιότητά του, με τι άλλο θα αλατιστεί, ώστε να αποκτήσει πάλι την ουσία και δύναμή του; Δεν έχει πλέον καμία αξία και σε τίποτε άλλο δεν χρειάζεται, παρά να πεταχτεί στον δρόμο και να καταπατείται από τους ανθρώπους. Εάν λοιπόν και εσείς χάσετε την ηθική σας δύναμη, δε θα γίνετε μόνο άχρηστοι, αλλά και θα περιφρονηθείτε από τους ανθρώπους» [Ματθ. 5, 13].

[…] Και παρατήρησε μετά από πόσες εντολές στην επί του όρους ομιλία Του ο Κύριος καθόρισε την αμοιβή των ουρανίων αγαθών [Ματθ. 5, 12: «χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς (: Να χαίρεστε και να γεμίσετε από αγαλλίαση, διότι η ανταμοιβή σας στους ουρανούς θα είναι μεγάλη και ανυπολόγιστη)»]. Και δεν το έκανε τυχαίως, αλλά για να δείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αντεπεξέλθει στον αγώνα αυτόν εκείνος που δεν είναι εφοδιασμένος με όλες εκείνες τις αρετές και δεν έχει υποστεί την απαιτούμενη δοκιμασία. Για τον λόγο αυτό μεταβαίνει προοδευτικά από την προηγούμενη στην επόμενη εντολή μέσω των μακαρισμών και μας υφαίνει σαν κέντημα μία χρυσή σειρά εντολών. Διότι ο ταπεινός θα λυπηθεί και θα πενθήσει ολόψυχα και για τις δικές του αμαρτίες. Όποιος πενθεί, θα είναι και πράος και δίκαιος και ελεήμονας. Ο ελεήμονας και δίκαιος και πράος θα είναι και ταπεινός και καθαρός στην ψυχή του. Ο τελευταίος αυτός θα είναι και ειρηνοποιός. Και όποιος θα έχει κατορθώσει όλα αυτά, θα είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει και κινδύνους και δε θα χάσει την ψυχραιμία του όταν κακολογείται και όταν υφίσταται αναρίθμητα δεινά.

Αφού λοιπόν τους έδωσε τις παραινέσεις που έπρεπε, πάλι τους ανακουφίζει και τους αναπαύει με τους εγκωμιασμούς που ακολουθούν. Επειδή οι εντολές ήσαν υψηλές και πολύ ανώτερες από αυτές της Παλαιάς Διαθήκης, για να μην ανησυχούν και να μη χάσουν το θάρρος τους οι μαθητές και να μη διερωτώνται: «Πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτά τα κατορθώματα;», άκουσε τι λέγει: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς (: Εσείς οι μαθητές μου είστε το αλάτι της γης [επειδή με το παράδειγμα και την διδασκαλία σας έχετε την δυνατότητα να νοστιμεύετε την ζωή των ανθρώπων και να προλαμβάνετε την ηθική σαπίλα])». Έτσι κάνει γνωστό ότι δίνει αυτές τις εντολές κατ’ ανάγκη. «Διότι», λέγει, «η διδασκαλία σας θα αποβλέπει στη ζωή όχι των μεμονωμένων ατόμων, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας. Διότι δε σας στέλνω, όπως απέστειλα τους προφήτες, σε δύο ή δέκα ή είκοσι πόλεις, ούτε σε ένα έθνος, αλλά στην ξηρά και τη θάλασσα και σε ολόκληρη την οικουμένη, η οποία μάλιστα δε βρίσκεται σε καλή κατάσταση». Διότι με τη φράση «Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς» εννοεί ότι έχασε τα λογικά του όλο το ανθρώπινο γένος και ότι έπαθε σήψη εξαιτίας των αμαρτιών του. Για τον λόγο αυτό επιζητεί να έχουν αυτοί αυτές τις αρετές, οι οποίες είναι απολύτως απαραίτητες και ωφέλιμες για όσους προορίζονται να αναλάβουν τη νουθεσία των πολλών. Πραγματικά, ο πράος και συνετός και ελεήμονας και δίκαιος δεν περιορίζει την αρετή στον εαυτό του μόνο, αλλά ετοιμάζει τις καλές αυτές πηγές να τις διοχετεύσει και προς ωφέλεια άλλων ανθρώπων. Επίσης, ο καθαρός στην ψυχή και ο ειρηνοποιός και ο καταδιωκόμενος για τους αγώνες του υπέρ της αλήθειας ρυθμίζει τον βίο του σύμφωνα με το κοινό συμφέρον. «Μη νομίσετε λοιπόν, λέγει, ότι καλείστε σε συνηθισμένους αγώνες, ούτε ότι η διδασκαλία σας θα αναφέρεται σε μικροπράγματα».

«Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς». Λοιπόν; Οι μαθητές θεράπευσαν τη νόσο και αποκατέστησαν ό,τι ήταν ήδη σάπιο; Ασφαλώς όχι. Διότι δεν ήταν δυνατόν να παστώσουν με αλάτι και να επαναφέρουν στην αρχική τους κατάσταση όσα είχαν σαπίσει πλέον. Δεν έκαναν λοιπόν αυτό, αλλά αφού τα ανανέωσε πρώτα ο Χριστός και τους τα παρέδωσε και τα απήλλαξε από τη δυσωδία, τα αλάτιζαν και τα διατηρούσαν και τα συντηρούσαν στη νέα αυτή κατάσταση, στην οποία τα παρέλαβαν. Η απαλλαγή επομένως από τη σήψη της αμαρτίας είναι έργο του Χριστού· η αποφυγή όμως της επανόδου στην κατάσταση εκείνη ήταν έργο της φροντίδας και του επίπονου αγώνα των αποστόλων.

Βλέπεις πώς σιγά-σιγά τους υποδεικνύει ότι είναι ανώτεροι και από τους προφήτες; Διότι λέγει ότι είναι διδάσκαλοι όχι μόνο της Παλαιστίνης, αλλά ολόκληρης της οικουμένης. Και δεν είναι μόνο διδάσκαλοι, αλλά και φοβεροί διδάσκαλοι. Και είναι άξιο μεγάλου θαυμασμού αυτό, ότι δηλαδή έγιναν ιδιαίτερα αγαπητοί σε όλους, αν και δεν κολάκευαν κανέναν, ούτε είχαν ίχνος δουλοπρέπειας, αλλά τους καυτηρίαζαν τις ηθικές πληγές τους, όπως το αλάτι.

«Μην εκπλαγείτε λοιπόν», λέγει, «αν άφησα τους άλλους και συζητώ μαζί σας και σας οδηγώ σε τόσους κινδύνους. Διότι πρέπει να αναλογιστείτε σε πόσες πόλεις και χωριά και έθνη πρόκειται να σας αποστείλω ως διδασκάλους και πνευματικούς καθοδηγητές. Για τον λόγο αυτό δε μου είναι αρκετό να είστε εσείς μόνο ηθικοί και συνετοί, αλλά να κάνετε και άλλους όμοιους με εσάς. Αυτοί δε, που αναλαμβάνουν τέτοιο έργο, πρέπει να είναι συνετοί, αφού πρόκειται για ζητήματα από τα οποία εξαρτάται η σωτηρία των άλλων, και να έχουν τόσο περίσσευμα αρετής, ώστε να κάνουν ενάρετους και τους άλλους. Διότι, αν δεν το κατορθώσετε, δε θα είστε ικανοί ούτε τους εαυτούς σας να σώσετε».«Μη δυσανασχετείτε λοιπόν», λέγει, «για τη δυσκολία που παρουσιάζει η συμμόρφωση προς τις εντολές. Διότι εάν απομακρυνθούν οι άλλοι από τον ηθικό δρόμο, είναι δυνατό να τους επαναφέρετε εσείς σε αυτόν· αν όμως απομακρυνθείτε εσείς, θα καταστρέψετε και άλλους εκτός από τους εαυτούς σας. Ώστε, όσο μεγαλύτερη είναι η αποστολή σας, τόσο έχετε ανάγκη μεγαλύτερης προσοχής».

Για τον λόγο αυτόν λέγει: «ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων (: Αλλά εάν το αλάτι χάσει αυτήν την ιδιότητά του, με τι άλλο θα αλατιστεί, ώστε να αποκτήσει πάλι την ουσία και δύναμή του; Δεν έχει πλέον καμία αξία και σε τίποτε άλλο δεν χρειάζεται, παρά να πεταχτεί στον δρόμο και να καταπατάται από τους ανθρώπους)». Οι άλλοι λοιπόν είναι δυνατόν να συγχωρηθούν, έστω και αν αμαρτήσουν αναρίθμητες φορές. Αν όμως αμαρτήσει μία φορά ο διδάσκαλος, δε θα έχει ούτε την παραμικρή δικαιολογία και θα τιμωρηθεί αυστηρότατα. Για να μη διστάσουν λοιπόν να αναλάβουν τον αγώνα να εξέλθουν στη δημόσια δράση, όταν ακούσουν (ότι θα είναι μακάριοι) εάν τους ονειδίζουν οι άλλοι άνθρωποι και τους καταδιώξουν και τους πουν κάθε κακολογία και ψευδή κατηγορία εναντίον τους επειδή οι μαθητές πιστεύουν στον Χριστό, λέγει ότι «εάν δεν είστε έτοιμοι να αγωνιστείτε για αυτά, σας διάλεξα άδικα. Διότι δεν πρέπει να σας φοβίζουν οι κακολογίες, αλλά η υποκριτική συμμόρφωσή σας προς τις απόψεις των άλλων· διότι τότε θα φύγετε από τον ηθικό δρόμο και θα καταπατηθείτε από τους ανθρώπους. Αν σας κακολογούν όμως επειδή επιμένετε να τους ελέγχετε, πρέπει τότε πολύ να χαίρεστε. Διότι το αλάτι έχει αυτήν την ιδιότητα, να «δαγκώνει», να προξενεί πόνο και λύπη στους αδιάφορους και αποχαυνωμένους από την αμαρτία και τις κοσμικές μέριμνες και απολαύσεις. Η κακολογία επομένως είναι το αναγκαίο επακόλουθο, αλλά δε σας βλάπτει. Αποτελεί αντίθετα απόδειξη της επιμονής και της σταθερότητάς σας. Αν όμως φοβηθείτε την κακολογία και μειώσετε τον ζήλο που πρέπει να έχετε, θα πάθετε πολύ χειρότερα και θα σας κακολογούν και θα σας περιφρονούν όλοι. Αυτό εννοώ όταν λέγω ότι ‘’θα καταπατηθείτε’’».

Μετά από αυτά τους διδάσκει με άλλο υψηλότερο παράδειγμα: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου (: Εσείς με το φωτεινό σας παράδειγμα και τα λόγια σας που μεταδίδουν το φως της αλήθειας του Ευαγγελίου είστε το πνευματικό φως της ανθρωπότητας, η οποία βρίσκεται στο σκοτάδι της αμαρτίας και της πλάνης)» [Ματθ. 5, 14]. Ομιλεί πάλι για τον κόσμο, όχι για ένα λαό ούτε για είκοσι πόλεις, αλλά για ολόκληρη την οικουμένη. Και εννοεί το πνευματικό φως, το νοητό, που είναι πολύ ανώτερο ακόμη και από τις ακτίνες του ήλιου, όπως και το πνευματικό αλάτι. Και προηγουμένως τους ονόμασε «αλάτι» και έπειτα «φως» τους ονομάζει, για να αντιληφθείς ποιο είναι το κέρδος των αυστηρών λόγων και της αξιοσέβαστης διδασκαλίας η ωφέλεια· διότι σε συγκρατεί καθώς θέτει σε ενέργεια τη συνείδησή σου και δεν αφήνει να καταπέσεις και σε καθιστά προνοητικό οδηγώντας σε προς την αρετή.

«οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. (: Όπως μία πόλη που είναι κτισμένη επάνω στο όρος, δεν μπορεί να κρυφθεί, έτσι και ο δικός σας βίος θα υποπίπτει, είτε το θέλετε είτε όχι, στην αντίληψη των ανθρώπων. Ούτε οι άνθρωποι ανάπτουν λυχνάρι και το θέτουν κάτω από τον κάδο με τον οποίο μετρούν το σιτάρι, αλλά το θέτουν επάνω στον λυχνοστάτη, ώστε να φωτίζει με τη λάμψη του όλους εκείνους που βρίσκονται μέσα στο σπίτι)».

Προσπαθεί πάλι με αυτά τα λόγια να τους οδηγήσει σε ηθική τελείωση και τους διδάσκει να βρίσκονται σε διαρκή επαγρύπνηση, διότι θα παρακολουθούνται από όλους και θα έχουν ως θεατές ολόκληρη την ανθρωπότητα. «Μην βλέπετε», λέγει, «ότι τώρα καθόμαστε εδώ και ότι βρισκόμαστε σε κάποια απόμερη γωνιά της γης. Διότι θα γίνετε τόσο περίβλεπτοι, τόσο πολύ θα σας βλέπουν όλοι, όπως βλέπουν μία πόλη που είναι κτισμένη στην κορυφή, και όπως βλέπουν μέσα σε ένα σπίτι το λυχνάρι, που βρίσκεται επάνω στο λυχνοστάτη και σκορπίζει γύρω το φως».

Πού είναι τώρα εκείνοι που αμφιβάλλουν για τη δύναμη του Χριστού; Ας τα ακούσουν αυτά, ας θαυμάσουν την προφητική Του δύναμη και ας προσκυνήσουν την εξουσία Του. Αναλογίσου δηλαδή ποιες μεγάλες υποσχέσεις έδινε προς ανθρώπους που ήσαν άγνωστοι ακόμη και στην ιδιαίτερή τους πατρίδα. Τους υποσχόταν ότι θα τους γνωρίσει η ξηρά και η θάλασσα και ότι η φήμη τους θα φτάσει στα πέρατα της οικουμένης. Ή ορθότερα, όχι απλώς η φήμη, αλλά και η ευεργετική τους επίδραση. Διότι πράγματι δεν τους έκανε παντού γνωστούς μόνο η φήμη, αλλά τα ίδια τα έργα τους. Διότι διέτρεξαν όλη τη γη σαν να είχαν φτερά, σαν να ήταν ταχύτεροι από τις ακτίνες, και έσπειραν το φως της ευσεβείας. Και έχω την εντύπωση ότι στο σημείο αυτό τους προετοιμάζει για την ποιμαντορική δράση τους και για να έχουν παρρησία· η φράση λοιπόν «οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» αποδεικνύει τη δύναμή Του. Διότι, όπως δεν υπάρχει τρόπος να κρυφτεί η πόλη αυτή, έτσι είναι αδύνατο να αποσιωπηθεί, και να μείνει απαρατήρητο το κήρυγμά Του. Επειδή δηλαδή μίλησε για διωγμούς και κακολογίες και παγίδες και πολέμους, τους ενθαρρύνει και, για να μη νομίσουν ότι αυτά θα μπορέσουν να τους λυγίσουν και να τους κάνουν να σιωπήσουν, τους λέγει ενθαρρύνοντάς τους ότι όχι μόνο δε θα μείνει απαρατήρητο το κήρυγμά τους από τους ανθρώπους, αλλά και θα φωτίσει ολόκληρη την οικουμένη. Και για τον λόγο αυτό ακριβώς θα γίνουν ένδοξοι και επιφανείς.

Με αυτό λοιπόν φανερώνει τη δύναμή Του. Με το αμέσως επόμενο όμως τους ζητεί να επιδοθούν με ζήλο στο έργο τους και τους λέγει: «οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς (: Και όταν ανάπτουν λυχνάρι οι άνθρωποι, δεν το θέτουν κάτω από τον κάδο με τον οποίο μετρούν το σιτάρι, αλλά το τοποθετούν επάνω στον λυχνοστάτη, ώστε να φωτίζει όλους εκείνους που βρίσκονται μέσα στο σπίτι. Το φως λοιπόν (που πήρατε από εμένα και είναι τώρα δικό σας) έτσι ας λάμψει εμπρός στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον Πατέρα σας τον ουράνιο, που έχει τέτοια ενάρετα τέκνα)». «Εγώ δηλαδή άναψα», λέγει, «το φως· έργο δικό σας είναι να παραμείνει αναμμένο. Και όχι μόνο για τον εαυτό σας, αλλά και για εκείνους που θα θελήσουν να απολαύσουν αυτό το λαμπερό φως και να κατευθυνθούν προς την αλήθεια. Αν ζείτε λοιπόν ενάρετα και όπως ταιριάζει σε εκείνους που προορίζονται να διδάξουν όλη την οικουμένη, δε θα μπορέσουν οι κακολογίες να μειώσουν τη λάμψη σας. Επιδιώξετε λοιπόν να είναι η ζωή σας άξια της ευλογίας του Θεού, ώστε να είναι συμπαραστάτης σας παντού, όπως θα την κηρύσσετε παντού».

Έπειτα, εκτός από τη σωτηρία των ανθρώπων, υπόσχεται και άλλη ωφέλεια, ικανή να τους ενισχύσει στους αγώνες τους και να τους καταστήσει πολύ πρόθυμους. «Αν είναι», λέγει, «ενάρετος ο βίος σας, δε θα συμβάλλετε μόνο στον φρονηματισμό της οικουμένης, αλλά και στη δόξα του Θεού, όπως πάλι εάν ενεργείτε διαφορετικά και τους ανθρώπους θα οδηγήσετε στην αιώνια καταστροφή και θα τους κάνετε να βλασφημούν το πανάγιο όνομα του Θεού». «Πώς θα δοξαστεί, όμως», θα μπορούσε να απορήσει κάποιος, «ο Θεός με τη δική μας συμβολή, αφού θα μας κακολογούν οι άνθρωποι;». Δε θα σας κακολογούν όλοι. Και εκείνοι ακόμη που θα σας κακολογούν από φθόνο, θα σας θαυμάζουν και θα σας σέβονται κρυφά μέσα στη συνείδησή τους, όπως ακριβώς κατηγορούν ενδόμυχα οι κόλακες εκείνους που ζουν ανήθικα.

Λοιπόν; Μας συμβουλεύεις να ζούμε προς αυτοπροβολή και με σκοπό την απόκτηση δόξας; «Όχι! Δεν εννοώ αυτό. Για τούτο δεν σας είπα να φροντίζετε να κάνετε γνωστά και να προβάλλετε τα κατορθώματά σας, ούτε πάλι σας είπα να τα επιδεικνύετε, αλλά «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν (: έτσι ας λάμψει το φως σας)». Τούτο σημαίνει: ‘’να είναι πολλή η αρετή σας και άφθονη η φλόγα σας και άπειρο το φως σας’’. Διότι όταν είναι τόσο πολλή η αρετή, είναι αδύνατον να μην την προσέξουν, ακόμη και αν προσπαθεί να την κρύψει ο ενάρετος. Η ζωή σας είναι αδιάβλητη και μην τους δίνετε καμία αφορμή να σας κακολογούν. Και τότε δε θα μπορέσει κανείς να κηλιδώσει τη ζωή σας, έστω και αν σας κακολογούν χιλιάδες.

Και πολύ ωραία είπε: «τὸ φῶς». Διότι, όσο και αν επιθυμεί ο άνθρωπος να μείνει απαρατήρητος, όσο και αν προσπαθεί με κάθε τρόπο να παραμένει στην αφάνεια, δεν υπάρχει τίποτε που να του δίνει τόση δόξα, όση η άσκηση της αρετής. Διότι είναι φωτεινότερος από την ίδια την ακτίνα, σαν να ακτινοβολεί ο ίδιος, και εκπέμπει τη λάμψη του όχι μόνο πάνω στη γη, αλλά και πάνω από τον ουρανό. Από την άποψη αυτή τους ενθαρρύνει περισσότερο. «Και αν πονάτε και στενοχωριέστε», λέγει, «επειδή σας κακολογούν, να είστε βέβαιοι ότι θα είναι πολλοί εκείνοι που θα λατρέψουν τον Θεό με τη βοήθειά σας. Η αμοιβή σας επομένως προέρχεται από δύο πηγές, και επειδή δοξάζεται ο Θεός με τη δική σας συμβολή και επειδή σας κακολογούν εξαιτίας της διδασκαλίας σας περί του Θεού». Για να μην επιδιώκουμε λοιπόν να κακολογούμαστε όταν μάθουμε ότι θα αμειφτούμε γι’ αυτό, δεν αναφέρει αυτό μόνο, αλλά προσθέτει και δύο προσδιορισμούς· «όταν η κατηγορία είναι ψευδής» και «όταν γίνεται εξαιτίας της πίστεώς μας προς τον Θεό». Και κάνει γνωστό συγχρόνως ότι δεν ωφελεί η κακολογία μόνο, αλλά ωφελούν πολύ και οι έπαινοι, διότι η δόξα μεταβαίνει προς τον Θεό. Και έτσι τους δημιουργεί καλές ελπίδες. «Διότι», λέγει, «δεν έχουν τόση δύναμη οι συκοφαντίες των κακών ανθρώπων, ώστε να τυφλώσουν τους άλλους και να τους κάνουν να μη δουν το δικό σας φως. Τότε μόνο λοιπόν θα σας καταπατήσουν, όταν απομακρυνθείτε από τον ηθικό δρόμο, όχι όταν ενεργείτε ηθικά και σας συκοφαντούν. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση μάλιστα θα σας θαυμάζουν πολλοί και όχι μόνο εσάς, αλλά, με τη δική σας συμβολή, και τον Πατέρα σας. Και δεν είπε τον Θεό, αλλά τον Πατέρα, διότι ήθελε να ρίξει από τώρα τα σπέρματα της ευγενείας την οποία επρόκειτο να λάβουν». Έπειτα, για να δείξει την ομοτιμία Του με τον Πατέρα, ενώ είπε παραπάνω: «μη στενοχωριέστε όταν σας κακολογούν. Διότι σας είναι αρκετό ότι σας κακολογούν εξαιτίας μου»· εδώ αναφέρει τον Πατέρα και κάνει γνωστό ότι η ισοτιμία ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις [πρβλ. Ματθ. 5, 16].

Αφού λοιπόν γνωρίσαμε το κέρδος που θα αποκομίσουμε από την προθυμία αυτήν και τον κίνδυνο που περικλείει η τυχόν ραθυμία μας (διότι πολύ χειρότερο από τη δική μας απώλεια είναι το να βλασφημείται ο Κύριός μας εξαιτίας μας) ας μη γινόμαστε αφορμή σκανδαλισμού και αιτία πτώσεως για τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες και την Εκκλησία του Θεού, παρέχοντας τη ζωή μας πιο λαμπρή και από τον ήλιο, και αν κάποιος θέλει να μας κατηγορεί, να μη λυπόμαστε όταν άδικα μας κατηγορούν, αλλά όταν δίκαια μας κατηγορούν. Διότι εάν ζούμε μέσα στην πονηρία, και αν ακόμη δε μας κατηγορεί κανένας, θα είμαστε πιο άθλιοι από όλους, ενώ εάν φροντίζουμε για την αρετή, και αν ακόμη η οικουμένη ολόκληρη μας κατηγορεί, τότε θα είμαστε οι πιο αξιοζήλευτοι από όλους και θα προσελκύσουμε όλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν τη σωτηρία· διότι δε θα προσέξουν την κατηγορία των πονηρών, αλλά την αρετή της δικής μας ζωής. Διότι πραγματικά η απόδειξη που γεννιέται από τα ενάρετα έργα μας είναι πιο ηχηρή από τη φωνή κάθε σάλπιγγας, και από το ίδιο το φως είναι πιο λαμπερός ο καθαρός ηθικός βίος, έστω και αν είναι αναρίθμητοι οι συκοφάντες.

Συνεπώς, εάν έχουμε όλες τις ανωτέρω αρετές, τότε θα είμαστε και πράοι και ταπεινοί και ελεήμονες και καθαροί και ειρηνοποιοί και δε θα ανταποδίδουμε τις ύβρεις, όταν υβριζόμαστε, αλλά και θα χαιρόμαστε, διότι θα προσελκύσουμε εκείνους που μας βλέπουν περισσότερο από όσο τους προσελκύουν τα θαύματα, και ακόμη, όλοι θα διατεθούν ευνοϊκά προς εμάς, είτε είναι άγριοι σαν θηρία ή σαν δαίμονες ή σαν οτιδήποτε άλλο. Εάν όμως υπάρχουν και μερικοί που θα μας κατηγορούν να μη φοβηθείς καθόλου και να μη θορυβηθείς, και να μη λάβεις υπόψη σου ότι σε υβρίζουν δημόσια, αλλά ερεύνησε το βάθος της ψυχής τους και θα διαπιστώσεις ότι σε επιδοκιμάζουν και αισθάνονται θαυμασμό και πολύ σε επαινούν.

Κοίταξε, λοιπόν, με ποιο τρόπο επαινεί ο Ναβουχοδονόσορας τους τρεις παίδες που έβαλε μέσα στο καμίνι, μολονότι ήταν εχθρός και διώκτης τους. Αλλά, όταν είδε ότι κράτησαν γενναία στάση, τους επαινεί και τους στεφανώνει, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά για το γεγονός ότι παράκουσαν αυτόν και υπάκουσαν τον νόμο του Θεού [βλ. Δαν. 3, 1-23]. Πραγματικά, ο διάβολος, όταν αντιληφθεί ότι δεν κατορθώνει τίποτε, τότε πλέον απομακρύνεται, επειδή φοβάται μήπως γίνει αίτιος μεγαλύτερων στεφάνων για εμάς. Όταν όμως απομακρυνθεί εκείνος, και αν ακόμη κάποιος είναι μιαρός και διεφθαρμένος, θα αναγνωρίσει την αρετή, αφού διαλυθεί το σκοτάδι εκείνο. Μα και όταν οι άνθρωποι κυριευτούν από παραλογισμό και εξαπατηθούν, θα σε επαινέσει και θα σε θαυμάσει περισσότερο ο Θεός, και αυτό είναι που έχει μεγάλη αξία.

Επομένως να μη λυπάσαι, ούτε να χάνεις το θάρρος σου. Διότι και οι απόστολοι για άλλους μεν ήσαν μυρωδιά θανάτου, για άλλους όμως ήσαν άρωμα ζωής [βλ. Β΄ Κορινθ. 2, 14-16: «Τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι᾿ ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ· ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις, οἷς μὲν ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον, οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν. καὶ πρὸς ταῦτα τίς ἱκανός; (: Ας είναι ευλογημένο και δοξασμένο το όνομα του Θεού, ο οποίος μας δίνει χάρη και δύναμη και μας κάνει να νικούμε και να θριαμβεύουμε εν τω Χριστώ, και ο οποίος κάνει φανερή και αισθητή μέσω εμάς σε κάθε τόπο τη ζωογόνο ευωδία της αληθινής γνώσεως. Διότι εμείς, οι εργάτες του Ευαγγελίου, είμαστε ευωδία Χριστού ευχάριστη στον Θεό· ευωδία και μεταξύ των σωζομένων και μεταξύ εκείνων, που βαδίζουν τον δρόμο της αιωνίας απώλειας. Σε άλλους μεν είμαστε οσμή που φέρει τον θάνατο, διότι αυτοί δε θέλουν να δεχθούν την σωτήρια αλήθεια· σε άλλους δε, τους καλοπροαίρετους, ζωογόνος ευωδία, που δίνει ζωή. Και ποιος είναι ικανός από μόνος του να πραγματοποιήσει αυτά τα καλά έργα; Όντως, κανένας άλλος παρά μόνον ο Θεός»). Πραγματικά, εάν εσύ δε δίνεις καμία αφορμή προς κατηγορία, έχεις απαλλαγεί από όλες τις κατηγορίες και μάλλον είσαι πιο μακάριος. Να ακτινοβολείς, λοιπόν, με τη ζωή σου και να μη δίνεις καμία σημασία στους κατηγόρους. Διότι δεν είναι δυνατό, οπωσδήποτε δεν είναι δυνατόν, να μην έχει πολλούς εχθρούς όποιος φροντίζει για την αρετή. Αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτε για τον ενάρετο, διότι διαμέσου όλων αυτών θα δοξασθεί πολύ περισσότερο.

Αφού λοιπόν σκεφτούμε αυτά, ας φροντίζουμε για ένα πράγμα μόνο, δηλαδή να ρυθμίζουμε με ακρίβεια τη ζωή μας με γνώμονα την ηθική, διότι έτσι θα κατευθύνουμε προς την ηθική ζωή όσους κάθονται στο σκοτάδι. Διότι η ηθική μας συμπεριφορά έχει τόση δύναμη, ώστε να μην περιορίζεται εδώ η λάμψη της, αλλά και να οδηγεί επιπλέον στη λύτρωση όσους την ακολουθούν. Πραγματικά, όταν θα μας δουν να περιφρονούμε όλα τα εγκόσμια και προετοιμαζόμαστε για τη μέλλουσα ζωή, θα επηρεαστούν από τα έργα μας περισσότερο παρά από τα λόγια μας. Διότι ποιος είναι τόσο ανόητος, ώστε να βλέπει εκείνο που καλοπερνούσε και ήταν πλούσιος μέχρι χθες και προχθές, να περιφρονεί όλα αυτά και να αποκτά πτερά και να είναι έτοιμος να αγωνιστεί προς κάθε ταλαιπωρία και πείνα και ανέχεια και κινδύνους και θάνατο και σφαγή και προς όλα όσα θεωρούνται φοβερά και να μη βεβαιωθεί εξαιτίας αυτών για τα μέλλοντα αγαθά; Αν ασχολούμαστε όμως υπέρμετρα με τα παρόντα και βυθιζόμαστε βαθύτερα μέσα σε αυτά, πώς είναι δυνατόν να πιστέψουν ότι φροντίζουμε για την άλλη ζωή;

Τι θα απολογηθούμε λοιπόν, όταν δεν υπερισχύει σε εμάς τόσο ο φόβος του Θεού, όσο υπερίσχυσε στους Έλληνες φιλοσόφους η ανθρώπινη δόξα; Διότι μερικοί [εδώ εννοεί ασφαλώς τον Σωκράτη (469-399 π.Χ.) και μερικούς άλλους, όπως π.χ. τον παλαιότερο Πυθαγόρα (570-496 π.Χ.), τον κυνικό Αντισθένη (445-365 π. Χ.) κ.λπ.] από αυτούς και για τα χρήματα αδιαφόρησαν και τον θάνατο καταφρόνησαν, για να εντυπωσιάσουν τους ανθρώπους. Για τούτο οι ελπίδες τους δεν καρποφόρησαν. Ποια δικαιολογία λοιπόν θα μας σώσει αν, παρά το ότι περιμένουν τόσο μεγάλες αμοιβές και έχουμε ενώπιόν μας τη θαυμάσια διδασκαλία του Χριστού, δεν κατορθώσουμε να πράξουμε ούτε όσα εκείνοι οι φιλόσοφοι, αλλά επιπλέον καταστρέφουμε και τους εαυτούς μας και τους άλλους; Και δε βλάπτει τόσο ο ειδωλολάτρης όταν αμαρτάνει, όσο βλάπτει ο Χριστιανός. Και είναι τούτο πολύ λογικό. Διότι η δική τους δόξα στερείται ηθικού μεγαλείου και η πίστη τους είναι διεφθαρμένη, ενώ τη δική μας τη σέβονται με τη χάρη του Θεού και την αναγνωρίζουν ακόμη και οι εχθροί της πίστεως. Για τον λόγο αυτόν, όταν θέλουν να μας δείξουν μεγάλη περιφρόνηση και να μας προσβάλουν περισσότερο, προσθέτουν και τον χαρακτηρισμό «ο Χριστιανός». Τον χαρακτηρισμό αυτόν δε θα τον έλεγαν, αν δεν έδιναν μεγάλη σημασία στην πίστη μας.

Άκουσες πόσες και πόσο σπουδαίες εντολές έδωσε ο Χριστός. Πότε λοιπόν θα κατορθώσεις να εκτελέσεις μία από αυτές τις εντολές; Όταν αδιαφορείς για τα πάντα και τρέχεις για να εισπράττεις τόκους, να χορηγήσεις δάνεια, να κάνεις διαπραγματεύσεις, να αγοράσεις κοπάδια, να εφοδιαστείς με ασημικά, να προμηθευτείς χωράφια και σπίτια και χιλιάδες έπιπλα; Και μακάρι να έφθανε έως εδώ το κακό. Πότε θα βρεις όμως τον καιρό να εκτελέσεις μία από αυτές τις εντολές, όταν μάλιστα συνοδεύει και η αδικία τις εφάμαρτες αυτές ενέργειές σου, αφού σφετερίζεσαι ξένα χωράφια, παίρνεις διά της βίας σπίτια, ταλαιπωρείς τους πτωχούς και αυξάνεις την πείνα τους;
Αλλά κάποτε- κάποτε δίνεις και ελεημοσύνη στους πτωχούς. Μου είναι γνωστό. Αλλά και η ενέργειά σου αυτή 
σου προξενεί μεγάλη βλάβη. Διότι τη χαρακτηρίζει ο εγωισμός ή η ματαιοδοξία, με αποτέλεσμα να μην ωφελείσαι ούτε από τις καλές πράξεις σου. Και δεν υπάρχει τίποτα λυπηρότερο από το να ναυαγείς ακόμη και μέσα στο λιμάνι.

«Για να μη συμβεί λοιπόν αυτό, μη ζητείς να σου ανταποδώσω το καλό που μου έκανες», λέγει ο πτωχός, «για να σου το ανταποδώσει ο Θεός». Διότι λέγει ο Κύριος: «πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς (: Αλλά εσείς να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευεργετείτε και να δανείζετε, χωρίς να αποβλέπετε σε καμιάν ανταπόδοση και θα είναι ο μισθός σας πολύς και θα είστε στη βασιλεία των ουρανών παιδιά του Υψίστου, διότι και Αυτός είναι αγαθός και ευεργετικός και προς αυτούς ακόμη τους αχάριστους και πονηρούς)» [Λουκ. 6, 36]. «Υπάρχει Εκείνος που θα σε πληρώσει. Γιατί λοιπόν Τον λησμονείς και απαιτείς να σε πληρώσω εγώ ο πτωχός και το ταλαίπωρος άνθρωπος;» Μήπως αγανακτεί ο οφειλέτης σου όταν Του ζητάς; Μήπως δεν έχει; Μήπως αρνείται να σε πληρώσει; Δε βλέπεις τους απείρους θησαυρούς Του; Δε βλέπεις την άπειρη γενναιοδωρία Του; Κέρδισε λοιπόν την αγάπη Του και ζήτησέ Του. Διότι είναι χαρά Του να Του ζητείς με αυτόν τον τρόπο. Αν δει όμως ότι ζητείς από άλλον αυτά που σου οφείλει Εκείνος, σε θεωρεί υβριστή Του. Και όχι μόνο δε σε πληρώνει, αλλά δικαίως διατυπώνει και κατηγορία εναντίον σου. «Γιατί», λέγει «με θεώρησες αγνώμονα; Πώς σχημάτισες τη γνώμη ότι είμαι πτωχός και με περιφρονείς και τρέχεις να ζητείς από άλλους; Σε άλλον δάνεισες και από άλλον ζητείς να πληρωθείς;». Άνθρωπος βέβαια εισέπραξε, αλλά ο Θεός έδωσε την εντολή να του τα δώσεις. Και Αυτός θέλει να είναι μοναδικός χρεώστης και εγγυητής και για τον λόγο αυτόν σου παρέχει άπειρες ευκαιρίες να Του ζητείς. «Μην αφήνεις λοιπόν τόση προθυμία και τόσο πλούτο από τον Θεό και ζητείς να σε πληρώσω εγώ που δεν έχω τίποτε», λέγει ο φτωχός χρεώστης. «Γιατί επιδεικνύεσαι σε εμένα όταν ελεείς τους πτωχούς; Μήπως σου είπα εγώ να δώσεις; Μήπως σου έδωσα εγώ την εντολή, ώστε να ζητείς να σε πληρώσω εγώ;». Ο Κύριος είπε: «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν (: Όποιος ελεεί τον πτωχό δανείζει τον Θεό)» [Παροιμ. 19, 17]. Στο Θεό δεν έδωσες τα δανεικά; Σε Αυτόν θα απευθυνθείς. Αλλά δε θα σου επιστρέψει τα πάντα τώρα. Και αυτό το κάνει προς το συμφέρον σου. Διότι είναι τέτοιος οφειλέτης. Ρυθμίζει και εκτελεί τα πάντα όχι όπως οι άλλοι, οι οποίοι φροντίζουν μόνο να επιστρέψουν τα χρέη τους, ενώ Εκείνος φροντίζει και να είναι εξασφαλισμένα τα επιστρεφόμενα. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς άλλα επιστρέφει κατά την παρούσα ζωή, ενώ άλλα τα επιστρέφει στην άλλη ζωή.

Αφού λοιπόν γνωρίζουμε αυτά, ας ελεούμε πλουσιοπάροχα και ας αποδείξουμε και με χρήματα και με πράγματα τη φιλανθρωπία μας. Και αν δούμε να βασανίζουν και να δέρνουν κάποιον στην αγορά και έχουμε τη δυνατότητα να πληρώσουμε, ας το κάμουμε. Και αν είναι δυνατόν να φέρουμε τη συμφιλίωση με τα λόγια, ας μη διστάσουμε. Διότι υπάρχει αμοιβή και για τα λόγια μας και περισσότερο για τους αναστεναγμούς μας. Αυτήν την αμοιβή ζητεί ο μακάριος Ιώβ: «ἐγὼ δὲ ἐπὶ παντὶ ἀδυνάτῳ ἔκλαυσα, ἐστέναξα ἰδὼν ἄνδρα ἐν ἀνάγκαις (: Εγώ ο οποίος άσπλαχνα σήμερα έχω εγκαταλειφτεί από όλους, όταν έβλεπα βασανιζόμενο κάποιον αδύνατο άνθρωπο, έκλαιγα και στέναζα για την δυστυχία του)» [Ιώβ, 30, 25]. Και αφού υπάρχει αμοιβή για τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς μας, σκέψου πόσο αυξάνεται η αμοιβή, όταν προστεθούν και τα λόγια και οι φροντίδες και άλλα πολλά. Είναι γνωστό ότι και εμείς δεν είχαμε αγαθές σχέσεις με τον Θεό. Και ότι μας συμφιλίωσε ο Μονογενής Υιός, αφού μεσολάβησε αυτοπροσώπως και δέχτηκε να Του προκαλέσουν πληγές για τη σωτηρία μας και ανέχτηκε να σταυρωθεί για τη σωτηρία μας. Ας φροντίσουμε λοιπόν και εμείς να απαλλάσσουμε από τα κακά όσους συναντούμε και ας μην κάνουμε ό, τι κάνουμε τώρα που, όταν δούμε κάποιους να μαλώνουν μεταξύ τους και να συμπλέκονται, στεκόμαστε και διασκεδάζουμε με την κακή συμπεριφορά τους και σχηματίζουμε γύρω τους διαβολικό θέατρο. Υπάρχει τίποτε περισσότερο απάνθρωπο από αυτό; Βλέπεις ανθρώπους που υβρίζονται, μαλώνουν, σχίζουν τα ρούχα τους, χτυπιούνται στα πρόσωπα, και έχεις τη δύναμη να στέκεσαι ήσυχος εκεί κοντά; Μήπως είναι αρκούδες αυτοί που μαλώνουν; Μήπως είναι θηρία; Μήπως είναι φίδια; Άνθρωποι είναι και αυτοί, αδελφοί σου είναι, μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας. Μην τους βλέπεις αμέτοχος, αλλά συμφιλίωσέ τους. Μη διασκεδάζεις με τον καβγά τους, αλλά συνέτισέ τους. Μην παρακινείς τους άλλους σε κακή συμπεριφορά, αλλά απομάκρυνε και διάλυσε τους συγκεντρωμένους από περιέργεια και διάθεση περίγελου. Διότι την ιδιότητα να χαίρονται για τα λυπηρά αυτά γεγονότα την έχουν οι αδιάντροποι και οι άνθρωποι που είναι υπόδουλοι στα προσωπικά τους πάθη, και τα καθάρματα και οι άλογοι όνοι. Κάθεσαι και βλέπεις άνθρωπο που ασχημονεί και δε νομίζεις ότι ασχημονείς ο ίδιος; Και δεν επεμβαίνεις και δε διαλύεις την διαβολική συγκέντρωση και δε φροντίζεις να σταματήσει η κακή συμπεριφορά των ανθρώπων;

«Για να χτυπήσουν κι εμένα; Εσύ μου δίνεις αυτή τη συμβουλή;» Αυτό θα ρωτούσε κάποιος. Πρώτα-πρώτα δε θα σου συμβεί αυτό· αλλά και αν σου συμβεί, θα δοκιμάσει τη δύναμη της πίστεώς σου ο Θεός. Διότι κακοπάθησες προς χάριν του Θεού. Αλλά αν διστάζεις επειδή φοβάσαι μήπως χτυπηθείς κι εσύ, σκέψου ότι ο Κύριός σου δε δίστασε να υποστεί τη σταύρωση προς χάριν σου. Εκείνοι εξάλλου, αυτός που αδικεί και αυτός που αδικείται, είναι μεθυσμένοι και έχουν πάθει σύγχυση, διότι τους κυβερνά και τους κατευθύνει η οργή, και έχουν ανάγκη κάποιου συνετού να τους βοηθήσει. Ο ένας, για να πάψει να βασανίζεται, ο άλλος για να πάψει να βασανίζει. Προχώρησε λοιπόν εσύ που έχεις τα λογικά σου και πρόσφερε τη βοήθειά σου στον μεθυσμένο. Διότι το μεθύσι, που οφείλεται στην οργή, είναι χειρότερο από το μεθύσι που οφείλεται στην οινοποσία. Δε βλέπεις τους ναύτες, οι οποίοι ανοίγουν τα πανιά και τρέχουν πολύ βιαστικοί όταν δουν ότι άλλοι ναυάγησαν, για να σώσουν από την καταστροφή τους συναδέλφους τους; Και αφού δείχνουν αυτοί τόση διάθεση να σώσουν τους συναδέλφους τους, πόσο είναι ορθότερο να κάνουμε το ίδιο για τους συνανθρώπους μας; Αφού μάλιστα έχουμε και εδώ ναυάγιο και χειρότερο από το πρώτο. Διότι πραγματικά ο άνθρωπος είτε εξύβρισε και δεν παρέλειψε καμία ύβρη, επειδή κάποιοι τον ενόχλησαν· είτε επιόρκησε, επειδή έγινε δούλος της οργής του, οπότε και πάλι υπέπεσε σε μεγάλη αμαρτία· ή χτυπά κάποιον και προσπαθεί να τον σκοτώσει, έχουμε πάλι ακριβώς το ίδιο ναυάγιο.

Πρέπει λοιπόν να τρέξεις και να σταματήσεις το κακό, να κατεβείς μέσα στο τρικυμισμένο πέλαγος και να σώσεις αυτούς που πνίγονται. Και αφού διαλύσεις όσους συγκέντρωσε ο διάβολος και καλέσεις ιδιαιτέρως τον καθένα, συμβούλευσέ τους να σβήσουν τη φωτιά και να εξαφανίσουν τα κύματα. Και μη φοβηθείς αν ανάψει περισσότερο η φωτιά και γίνει φοβερότερο το καμίνι. Διότι, αν κάνεις αρχή, είναι πολλοί εκείνοι που θα συνεργαστούν μαζί σου και θα σε βοηθήσουν, και προπάντων ο Θεός της ειρήνης. Αν καταστείλεις πρώτος τη φωτιά, θα σε ακολουθήσουν και πολλοί άλλοι και θα αμειφθείς εσύ για τα έργα εκείνων. Άκουσε τι συμβουλή έδωσε ο Χριστός στους Ιουδαίους που κυλιόντουσαν μέσα στην αμαρτία: «ἐὰν δὲ ἴδῃς τὸ ὑποζύγιον τοῦ ἐχθροῦ σου πεπτωκὸς ὑπὸ τὸν γόμον αὐτοῦ, οὐ παρελεύσῃ αὐτό, ἀλλὰ συναρεῖς αὐτὸ μετ᾿ αὐτοῦ (: Εάν δεις το υποζύγιο του εχθρού σου να έχει πέσει υπό το βάρος του φορτίου του, δεν θα το προσπεράσεις με αδιαφορία, αλλά μαζί με αυτόν θα το σηκώσεις)» [Εξ. 23, 5]. Και βέβαια είναι πολύ πιο ασήμαντο να σηκώσεις επάνω το ζώο του εχθρού σου που έπεσε από το πολύ φορτίο, από να χωρίσεις και να συμφιλιώσεις ανθρώπους που φιλονικούν μεταξύ τους. Αφού έχεις καθήκον λοιπόν να βοηθήσεις το υποζύγιο των εχθρών σου, έχεις πολύ μεγαλύτερο να σηκώνεις τις ψυχές των φίλων σου, αφού μάλιστα η πτώση είναι τρομερότερη. Διότι οι ψυχές δεν πέφτουν μέσα στη λάσπη, αλλά στην αιώνια κόλαση, επειδή δεν αντέχουν το φορτίο της οργής. Εσύ όμως προσπερνάς εντελώς αδιάφορος και ασυγκίνητος, αν και βλέπεις ότι τον έχει σκεπάσει το φορτίο και ότι στέκεται επάνω του ο διάβολος και του ανάπτει τη φωτιά. Αυτή η αδιαφορία ενέχει κινδύνους ακόμη και όταν πρόκειται για ένα υποζύγιο.

Ο Σαμαρείτης όταν είδε ένα τραυματία που του ήταν εντελώς άγνωστος και δεν είχαν καμία σχέση, σταμάτησε και τον ανέβασε στο ζώο του και τον μετέφερε σε ξενοδοχείο και μίσθωσε γιατρό και του έδωσε χρήματα και του υποσχέθηκε και άλλα [βλ. Λουκά 10, 33 κ.ε.]. Εσύ, αντιθέτως, αν και δε βλέπεις άνθρωπο που έπεσε σε ενέδρα ληστών, αλλά σε ενέδρα μιας ομάδας διαβόλων, και τον πολιορκεί η οργή του, όχι σε έρημο τόπο, αλλά στο μέσο της αγοράς, εσύ που δεν πρόκειται να ξοδέψεις χρήματα, ούτε να νοικιάσεις ζώο, ούτε να συνοδεύσεις σε μακρινό δρόμο, αλλά να απευθύνεις λίγες συμβουλές, διστάζεις και αλλάζεις δρόμο και προσπερνάς απάνθρωπα και χωρίς οίκτο. Πώς περιμένεις λοιπόν και εσύ, όταν επικαλεστείς τον Θεό, να σε ευσπλαχνιστεί ποτέ;

Θα απευθυνθώ τώρα και προς εσάς, οι οποίοι συμπεριφέρεστε κακώς και μάλιστα ενώπιον πολλών ανθρώπων, προς εκείνους που προσβάλλουν και αδικούν. Απάντησέ μου. Χτυπάς και κλωτσάς και δαγκώνεις; Έγινες αγριόχοιρος και όνος άγριος; Και δεν ντρέπεσαι ούτε κοκκινίζεις που γίνεσαι θηρίο και προδίδεις την ανθρώπινη φύση σου; Μπορεί να είσαι πτωχός, αλλά είσαι ελεύθερος άνθρωπος. Μπορεί να είσαι ένας απλός τεχνίτης, αλλά είσαι Χριστιανός. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, διότι είσαι πτωχός, πρέπει να είσαι ήσυχος. Οι φιλονικίες είναι χαρακτηριστικό των πλουσίων, όχι των πτωχών· των πλουσίων, που έχουν μεγάλη ανάγκη των φιλονικιών. Εσύ που δεν έχεις τις απολαύσεις του πλούτου, περιφέρεσαι και συγκεντρώνεις για τον εαυτό σου τα κακά του πλούτου, τα μίση και τις φιλονικίες και τις μάχες. Και αγωνίζεσαι να πνίξεις τον αδελφό σου και να τον απαγχονίσεις και να τον εξευτελίσεις ενώπιον όλων. Και δε συναισθάνεσαι ότι συμπεριφέρεσαι πολύ κακώς, διότι μιμείσαι τα κακά ένστικτα των θηρίων και γίνεσαι πολύ χειρότερος από αυτά. Διότι τα θηρία έχουν κοινά τα πάντα και βόσκουν μαζί και περιφέρονται μαζί. Εμείς, αντιθέτως, δεν έχουμε τίποτε από κοινού, αλλά είναι τα πάντα άνω-κάτω. Εμείς αντιπαθούμε, φιλονικούμε, υβρίζουμε, μισούμε και προσβάλλουμε. Και δεν ντρεπόμαστε ούτε τον ουρανό, στον οποίο μας κάλεσε όλους μαζί ο Θεός, ούτε τη γη την οποία πρόσφερε κοινή σε όλους, ούτε την ανθρώπινη φύση μας, αλλά όλα τα πήραν μαζί τους και έφυγαν η οργή και η φιλαργυρία μας. Δεν είδες πόσα κακά έπαθε και πώς ρίχτηκε στην αιώνια κόλαση εκείνος που χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα και αφού του τα χάρισε ο δανειστής του, εκείνος βασάνισε σκληρά ένα συνάνθρωπό του, επειδή του χρωστούσε εκατό δηνάρια [Ματθ. 18, 28 κ.ε.]; Δε σε φοβίζει το παράδειγμα; Δε φοβάσαι μήπως πάθεις και εσύ τα ίδια; Διότι και τα δικά μας χρέη προς τον Κύριο είναι πολλά και μεγάλα. Εκείνος όμως δε μας ενοχλεί και αναμένει με υπομονή και ούτε μας πιέζει, όπως πιέζουμε εμείς τους συνανθρώπους μας, ούτε μας ταλαιπωρεί ούτε μας βασανίζει. Αν και θα είχαμε εξοντωθεί από καιρό, αν αποφάσιζε να ζητήσει να Του επιστρέψουμε μικρό μέρος από τα χρέη μας.

Ας έχουμε, λοιπόν, αυτά υπόψη μας, αγαπητοί, ας γίνουμε ταπεινόφρονες και ας δείχνουμε μεγάλη επιείκεια προς τους οφειλέτες μας. Διότι αν αντιμετωπίζουμε με σύνεση τα πράγματα, αυτοί γίνονται αιτία να μας συγχωρηθούν πολλά και κερδίζουμε πολλά με την προσφορά λίγων. Γιατί λοιπόν τον πιέζεις να σου τα επιστρέψει, ενώ έπρεπε να του τα χαρίσεις ακόμη και αν εκείνος ήθελε να σου τα επιστρέψει, για να σου χαρίσει ο Θεός τα πάντα; Τώρα όμως κάνεις το παν και εκβιάζεις και φιλονικίες, για να μη σου χαριστεί τίποτε από τα χρέη σου. Και έχει την εντύπωση ότι ενοχλείς τον πλησίον σου, αλλά η αλήθεια είναι ότι χτυπάς με το ξίφος τον εαυτό σου και πολλαπλασιάζεις την αιώνια τιμωρία σου. Αν δείξεις όμως λίγη σύνεση εδώ, εξαφανίζεις σχεδόν τις ευθύνες σου. Διότι ο Θεός θέλει να δείξουμε αυτήν τη φιλότιμη συμπεριφορά, για να Του δώσουμε τη χαρά να μας ανταποδώσει περισσότερα. Άφησε λοιπόν ελεύθερους όλους, όσοι σου οφείλουν χρήματα ή αμαρτήματα και ζήτησε από τον Θεό να αμείψει τη μεγαλοψυχία σου αυτήν. Διότι έως ότου σου οφείλουν εκείνοι, δεν σου οφείλει ο Θεός. Μόλις όμως τους τα χαρίσεις, θα μπορέσεις να απευθυνθείς προς τον Θεό και να ζητήσεις με πολύ σεβασμό να σε αμείψει για την τόση ευσέβειά σου. Αν περνούσε π.χ. ένας άνθρωπος και σε έβλεπε να έχεις στην εξουσία σου τον οφειλέτη σου και σε παρακαλούσε να τον αφήσεις και να ζητείς από αυτόν ό,τι οφείλει ο άλλος, δε θα δεχόταν ποτέ να φανεί αχάριστος, αφού ανέλαβε εκείνος την ευθύνη για όλα. Πώς είναι δυνατόν να μη μας καταβάλει ο Θεός πολύ περισσότερα, χιλιάδες περισσότερα, όταν, πιστοί στην εντολή Του, αφήσουμε να φύγουν και χαρίσουμε όλες τις οφειλές σε εκείνους που μας χρωστούν, χωρίς να τους ζητήσουμε καμία, μικρή ή μεγάλη, ευθύνη; Ας μη λογαριάζουμε λοιπόν την πρόσκαιρη ευχαρίστηση που θα αισθανθούμε από τις απαιτήσεις μας προς τους χρεώστες μας, αλλά τη ζημία, την οποία θα υποστούμε εκ της διαγωγής μας αυτής στη μέλλουσα ζωή, αφού η ζημία μας θα αναφέρεται στα αιώνια αγαθά.

Ας ανεβούμε λοιπόν σε υψηλά ηθικά επίπεδα και ας χαρίσουμε στους οφειλέτες μας τα χρήματα και ας συγχωρήσουμε τα πλημελήμματά τους απέναντι σε μας, για να εφοδιάσουμε τους εαυτούς μας με καλή απολογία ενώπιον του Θεού. Και αφού επιτύχουμε με την επιείκειά μας προς τους συνανθρώπους μας ό,τι δεν κατορθώσαμε να επιτύχουμε με τις άλλες αρετές μας, ας απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 5, 17-19
«
Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας (: Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμο του Μωυσή ή την διδασκαλία των προφητών)» [Ματθ. 5, 17]

Ποιος εξέφρασε αυτήν την υποψία ή ποιος διατύπωσε αντίστοιχη κατηγορία εναντίον του Ιησού, ώστε να δώσει την απάντηση αυτήν; Διότι όσα προηγουμένως είχαν ειπωθεί δεν δημιουργούσαν βέβαια αυτήν την υποψία. Διότι οι εντολές να είμαστε πράοι και επιεικείς και ελεήμονες και καθαροί από κάθε αμαρτία και να αγωνιζόμαστε για τη δικαιοσύνη, δεν περιείχαν καμία τέτοια ένδειξη, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Γιατί λοιπόν είπε αυτά; Όχι τυχαία, ούτε χωρίς λόγο, αλλά επειδή επρόκειτο να καθιερώσει σπουδαιότερες από τις παλαιές εντολές με τα εξής λόγια: «Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ φονεύσεις· ὃς δ᾿ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῆ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ῥακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός (: Ακούσατε ότι ελέχθη από τον Θεό στους αρχαίους, στους προγόνους σας• Δεν θα φονεύσεις• εκείνος που θα φονεύσει, θα είναι ένοχος και θα παραπεμφθεί στο μικρό επταμελές συνέδριο, που λέγεται ‘’κρίσις’’. Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας που οργίζεται αδίκως και χωρίς σοβαρό πνευματικό λόγο εναντίον του αδελφού του, έχει την ιδία ενοχή, όπως εκείνος που δικάζεται για φόνο στο επταμελές συνέδριο. Εκείνος δε που θα υβρίσει τον αδελφό του και θα του πει με περιφρόνηση “ανόητε, τιποτένιε”, είναι ένοχος εγκλήματος βαρυτέρου, από εκείνα που δικάζει το μεγάλο συνέδριο, το ανώτατο δηλαδή δικαστήριο των Εβραίων. Εκείνος δε που θα πει με μίσος στον αδελφό του “άμυαλε, τρελέ”, είναι βαρύτατα ένοχος και άξιος να τιμωρηθεί με την στον Άδη γέεννα του πυρός)» [Ματθ. 5, 21-22].

Επρόκειτο ακόμη να ανοίξει το δρόμο προς μία θεία και ουράνια ζωή. Για να μην καταπλήξει ο πρωτάκουστος λόγος Του τις ψυχές των ακροατών Του και τους κάνει να αντιμετωπίζουν με καχυποψία τα λεγόμενα, προβαίνει σε αυτήν την προειδοποίηση. Διότι, αν και δεν εφάρμοζαν τον Μωσαϊκό νόμο, είχαν μεγάλη ευθιξία γι’ αυτόν και, αν και τον παρέβαιναν καθημερινά με τις πράξεις τους, ήθελαν να παραμένει απολύτως αμετάβλητο το γράμμα του και να μην προσθέσει κανείς τίποτε σε αυτό. Ορθότερο είναι όμως ότι δεν είχαν αντίρρηση να προσθέτουν οι αρχηγοί της συναγωγής, όχι όμως προς το καλύτερο, αλλά προς το χειρότερο. Έτσι π.χ. μείωναν με τις προσθήκες τους τον σεβασμό προς τους γονείς. Και πολλές άλλες από τις διατάξεις του καταργούσαν με τις ακατάλληλες αυτές προσθήκες. Επειδή λοιπόν ο Χριστός δεν ανήκε σε κανένα ιερατικό γένος, και όσα επρόκειτο να διδάξει, αποτελούσαν προσθήκη, η οποία βεβαίως δεν ελάττωνε, αλλά αύξανε την αρετή, επειδή γνώριζε εκ των προτέρων ότι επρόκειτο να τους ενοχλήσουν και τα δύο αυτά, προσπαθεί, προτού να κάνει τις θαυμαστές προσθήκες Του, να εξαφανίσει ό,τι επρόκειτο να δημιουργήσει στην ψυχή τους υποψίες.

Αλλά τι ήταν εκείνο που δημιουργούσε υποψίες και αντιδράσεις; Νόμιζαν ότι με τη διδασκαλία Του αυτήν ενεργούσε για την κατάργηση του Μωσαϊκού νόμου. Αυτήν την υποψία λοιπόν επιθυμεί να θεραπεύσει. Και δεν το κάνει μόνο εδώ, αλλά και αλλού. Επειδή π.χ. Τον θεωρούσαν ότι είναι ασεβής για τον λόγο ότι δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου, ήθελε να σβήσει αυτήν την υποψία τους και φροντίζει να παρουσιάσει δικαιολογίες, άλλοτε σύμφωνες με τη θεία φύση Του, όπως π.χ. όταν λέγει: «« ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι (: “ο Πατήρ μου εργάζεται ακατάπαυστα έως τώρα (διότι δεν δημιούργησε μόνο, αλλά και κυβερνά τον κόσμο). Και εγώ ο Υιός Του εργάζομαι συνεχώς για τη σωτηρία των ανθρώπων (χωρίς να διακόπτω το έργο μου ούτε και το Σάββατο)”)» [Ιω. 5, 17]· άλλοτε με μεγάλη συγκατάβαση, όταν π.χ. όταν φέρει ως παράδειγμα πρόβατο που χάθηκε το Σάββατο και αποδεικνύει ότι παραβαίνεται ο νόμος, για να σωθεί εκείνο, και υπενθυμίζει την περιτομή, που οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα [Η περιτομή γινόταν την ογδόη ημέρα από τη γέννηση, έστω και αν συνέπιπτε να είναι Σάββατο (βλ. Ιω. 7, 22: «Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὴν περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ Μωϋσέως ἐστίν, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν πατέρων, καὶ ἐν σαββάτῳ περιτέμνετε ἄνθρωπον (: Ο Μωυσής σας έδωσε την περιτομή. Για την ακρίβεια, δεν έχει καθιερωθεί από τον Μωυσή η περιτομή, αλλά από την παράδοση των παλαιοτέρων προγόνων σας. Και εάν τύχει η ογδόη ημέρα από την γέννηση του βρέφους να είναι Σάββατο, και τότε κάνετε περιτομή στον άνθρωπο)»].

Για να αντικρούσει λοιπόν την ψευδή γνώμη ότι είναι ασεβής, χρησιμοποιεί πολλές φορές απλά λόγια [π.χ. βλ. [Ματθ. 12, 11-12]: «ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τίς ἔσται ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος ὃς ἕξει πρόβατον ἕν, καὶ ἐὰν ἐμπέσῃ τοῦτο τοῖς σάββασιν εἰς βόθυνον, οὐχὶ κρατήσει αὐτὸ καὶ ἐγερεῖ; πόσῳ οὖν διαφέρει ἄνθρωπος προβάτου; ὥστε ἔξεστι τοῖς σάββασι καλῶς ποιεῖν (: Ο δε Ιησούς τους είπε• “ποιος άνθρωπος από σας, που θα έχει ένα πρόβατο, εάν πέσει το πρόβατο κατά την ημέρα του Σαββάτου σε λάκκο, δεν θα το πιάσει και δεν θα το βγάλει από εκεί; Πόσο, λοιπόν, διαφέρει ο άνθρωπος από το πρόβατο; Ασυγκρίτως περισσότερο. Ώστε εάν επιτρέπεται να κάνουμε καλό στα ζώα κατά την ημέρα του Σαββάτου, πόσο μάλλον στον άνθρωπο;”)»]. Για τον λόγο αυτό Αυτός που ανέστησε χιλιάδες νεκρούς με μία λέξη μόνο, πρόσθεσε και προσευχή όταν κάλεσε τον Λάζαρο να σηκωθεί από τον τάφο του [Ιω. 11, 41: «ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου (: Σήκωσαν, λοιπόν, τον λίθο από την είσοδο του σπηλαίου, όπου είχε τεθεί ο πεθαμένος Λάζαρος. Ο δε Ιησούς σήκωσε τα μάτια του επάνω και είπε• “Πάτερ μου, σ’ ευχαριστώ, διότι με άκουσες και θα γίνει και τούτο το θαύμα)»]. Έπειτα, για να μη θεωρηθεί κατώτερος από τον Πατέρα, φρόντισε να εξουδετερώσει την υποψία και πρόσθεσε ότι: «ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας (: Εγώ γνώριζα πολύ καλά ότι πάντοτε με ακούς, αλλά είπα αυτό, για να ακούσει ο λαός που στέκεται εδώ γύρω και να πιστέψουν ότι Εσύ με έχεις στείλει”)» [Ιω. 11, 42].

Ωστόσο δεν ενεργεί πάντα σαν να είναι αυτεξούσιος, για να θεραπεύσει την ασθένειά του. Ούτε ενεργεί πάντα κατόπιν προσευχής, για να μη δώσει αφορμή στους μεταγενέστερους να υποψιασθούν ότι στερείτο δυνάμεως και εξουσίας, αλλά χρησιμοποιεί πότε τον ένα και πότε τον άλλο τρόπο. Και δεν το κάνει ούτε αυτό κατά τύχη, αλλά με τη σύνεση που Του ταιριάζει. Διότι απευθύνεται προς τον ουρανό όταν κάνει κάτι μικρό, ενώ για τα μεγαλύτερα ενεργεί με απόλυτη εξουσία. Όταν π.χ. συγχωρεί αμαρτίες και αποκαλύπτει μυστικά και ανοίγει τον παράδεισο και διώχνει τα δαιμόνια και θεραπεύει λεπρούς και χαλιναγωγεί τον θάνατο και επαναφέρει στη ζωή χιλιάδες νεκρούς, ενεργεί με μία απλή προσταγή σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Όταν όμως πολλαπλασίαζε τους ολίγους άρτους, πράγμα πολύ κατώτερο από τα προηγούμενα, τότε απευθυνόταν στον ουρανό και έκανε κατανοητό ότι ενεργεί έτσι όχι από αδυναμία. Διότι πώς είναι δυνατόν να χρειάζεται να προσευχηθεί για τα μικρά, αφού μπορούσε να κάνει τα μεγαλύτερα με απόλυτη εξουσία; Αλλά, όπως είπα, αυτό το κάνει, για να χαλιναγωγήσει την αναισχυντία τους. Πρέπει λοιπόν να σκέπτεσαι τα ίδια και για τα λόγια Του, όταν Τον ακούς να διδάσκει με απλά λόγια. Διότι είναι πολλά τα αίτια των λόγων και των πράξεών Του, όπως π.χ. να μη θεωρείται ότι δεν είναι ίδιος με τον Θεό, να διδάσκει και να θεραπεύει τους πάντες, να διδάσκει την ταπεινοφροσύνη, να έχει ανθρώπινο σώμα, να μην μπορούν οι Ιουδαίοι να διδαχθούν τα πάντα συγχρόνως, να τους διδάσκει να μην περιαυτολογούν ποτέ. Για τον λόγο αυτόν είπε πολλές φορές ο ίδιος πολλά ταπεινά για τον εαυτό Του και άφησε να λέγουν άλλοι τα μεγάλα.

Αυτός π.χ. απευθυνόμενος προς τους Ιουδαίους έλεγε: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι (: “σας διαβεβαιώνω, ότι πριν λάβει ύπαρξη ο Αβραάμ εγώ υπάρχω (: δηλαδή προαιώνια υπάρχω)”)» [Ιω. 8, 58]. Ο μαθητής Του όμως δε λέγει έτσι, αλλά: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος (: Στην αρχή της πνευματικής και υλικής δημιουργίας, άναρχος και προαιώνιος, υπήρχε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Και ο Λόγος ήταν πάντοτε αχώριστος από τον Θεό και πλησιέστατα προς Αυτόν, και ο Λόγος ήταν Θεός απειροτέλειος, όπως ο Πατήρ και το Άγιο Πνεύμα)» [Ιω. 1, 1]. Επίσης ο Ίδιος δεν είπε πουθενά σαφώς ότι Αυτός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα τα ορατά και τα αόρατα. Ο μαθητής όμως το λέγει και μία και δυο και πολλές φορές, με πολλή σαφήνεια, χωρίς κανένα δισταγμό. Γράφει: «πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν (: Όλα τα δημιουργήματα έγιναν δι’ Αυτού και χωρίς Αυτόν δεν έλαβε ύπαρξη κανένα, από όσα έχουν γίνει)» [Ιω. 1, 3]. Και παρακάτω: «ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω (: Ήταν εξαρχής στον κόσμο, ως δημιουργός και κυβερνήτης, και ο κόσμος όλος, ορατός και αόρατος, έλαβε ύπαρξη δι’ Αυτού. Και όμως όταν το φως, ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, ο κόσμος δεν Τον ανεγνώρισε και δεν Τον δέχθηκε)» [Ιω. 1, 10].

Γιατί σου κάνει εντύπωση ότι άλλοι είπαν γι’ Αυτόν περισσότερα από όσα είπε ο Ίδιος, αφού είναι γνωστό ότι ενώ έδειχνε συχνά τη δύναμή Του με τα έργα Του, δεν την παρουσίαζε καθαρά με τα λόγια Του; Με τη θεραπεία του τυφλού π.χ. έδειξε σαφώς ότι Αυτός έπλασε τον άνθρωπο. Όταν όμως ομιλούσε για τη δημιουργία του ανθρώπου γενικώς, δεν είπε «Εγώ τον έπλασα», αλλά: «οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι ὁ ποιήσας ἀπ᾿ ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ κολληθήσεται τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν; (: “δεν διαβάσατε στο πρώτο βιβλίο της Γραφής ότι ο Δημιουργός ευθύς εξαρχής έπλασε άνδρα και γυναίκα, ως ένα ανδρόγυνο και είπε•’’ Ένεκα τούτου θα εγκαταλείψει ο άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του και θα είναι οι δύο μία σάρκα, ένα σώμα;)» [Ματθ. 19, 4] και: «καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς (: Και πράγματι ο απειροτέλειος Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, τον οποίο προίκισε με δικά Του χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ώστε να είναι με αυτά εικόνα του Θεού. Δημιούργησε απ’ αρχής άνδρα και γυναίκα)» [Γεν. 1, 27].

Απέδειξε επίσης με τα θαύματα του πολλαπλασιασμού των ιχθύων, της μεταβολής του νερού σε κρασί, του πολλαπλασιασμού των άρτων, της γαληνεύσεως της θάλασσας, των ακτίνων του ηλίου, που τις ανάγκασε, όταν βρισκόταν επάνω στο σταυρό, να μη φωτίζουν τη γη, και πολλών άλλων, ότι δημιούργησε τον κόσμο και όλα τα εγκόσμια. Με λόγια όμως δεν το είπε πουθενά καθαρά, αλλά οι μαθητές το λέγουν πολλές φορές, και ο Ιωάννης και ο Παύλος και ο Πέτρος. Αφού λοιπόν εκείνοι, που Τον άκουγαν ημέρα και νύκτα να ομιλεί και Τον έβλεπαν να κάνει θαύματα, και τους έλυσε ειδικότερα πολλές απορίες και τους έδωσε τόση δύναμη, ώστε και νεκρούς να επαναφέρουν στη ζωή, και τους κατήχησε τόσο, ώστε να εγκαταλείψουν τα πάντα γι΄ Αυτόν, δεν είχαν τη δύναμη προτού να φωτιστούν από το άγιο Πνεύμα, παρά την τόση αρετή και πίστη τους, να κατανοήσουν τα πάντα, πώς θα επείθετο ο Ιουδαϊκός λαός, ο οποίος δεν είχε την απαιτούμενη νοημοσύνη και δεν είχε τόση αρετή και παρευρισκόταν σποραδικά και κατά τύχη κατά τις ομιλίες και τα θαύματά Του, ότι Αυτός δεν είναι άλλος από τον Θεό του παντός, αν δεν κατέβαλλε με κάθε τρόπο τόση προσπάθεια για να Τον κατανοήσουν; Για τον λόγο αυτόν ακριβώς και, όταν δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου, δε διετύπωσε αμέσως αυτήν την εντολή, αλλά παρουσιάζει πολλές και ποικίλες δικαιολογίες. Και αφού χρησιμοποιεί τόσο μετρημένα λόγια προκειμένου να κάνει να τονίσει μία εντολή, για να μην ερεθίσει τους ακροατές Του ήταν επόμενο να ενεργήσει με περισσότερη λεπτότητα και προσοχή όταν πρόσθετε ολόκληρη άλλη νομοθεσία σε όλο τον Μωσαϊκό νόμο, για να μην αντιδράσουν οι ακροατές Του.

Είναι φανερό ότι γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο δε διδάσκει παντού με σαφήνεια για τη θεϊκή φύση Του. Διότι, αφού τους ενοχλούσε τόσο πολύ κάθε προσθήκη στον Μωσαϊκό νόμο, θα τους ενοχλούσε πολύ περισσότερο να παρουσιάσει τη θεϊκή φύση Του. Για τον λόγο αυτόν λέγει πολλά κατώτερα από την αξία Του. Και στο σημείο αυτό, που πρόκειται να συμπληρώσει τον νόμο, λαμβάνει πολλά προφυλακτικά μέτρα. Για τον λόγο αυτόν δεν είπε μία φορά «Δεν καταργώ τον νόμο», αλλά το επανέλαβε και για δεύτερη φορά. Αφού δηλαδή είπε «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας (: Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμο του Μωυσή ή την διδασκαλία των προφητών)», πρόσθεσε: «οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι (: Δεν ήλθα να καταλύσω αυτά, αλλά να τα τηρήσω, να τα εκπληρώσω και να τα ολοκληρώσω σε ένα τέλειο νόμο)». Αυτό δεν εξουδετερώνει μόνο την αναίδεια των Ιουδαίων, αλλά κλειδώνει και τα στόματα των αιρετικών εκείνων που λέγουν ότι της Παλαιάς Διαθήκης συντάκτης είναι ο διάβολος. Διότι, αφού ήλθε στον κόσμο ο Χριστός για να εξαφανίσει την εξουσία του διαβόλου, πώς όχι μόνο δεν την καταργεί ο Χριστός, αλλά και τη συμπληρώνει; Για τον λόγο αυτόν δεν είπε απλώς: «Δεν την καταλύω», αν και αυτό ήταν αρκετό, αλλά είπε: «Τη συμπληρώνω». Αυτό αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν την καταπολεμούσε, αλλά και ότι τη δεχόταν.

«Αλλά πώς δεν την κατήργησε;», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. «Με ποιον τρόπο συμπλήρωσε τον νόμο και τους προφήτες;». Τους προφήτες, διότι επιβεβαίωσε εμπράκτως όλα όσα είπαν γι΄Αυτόν. Για τον λόγο αυτόν έλεγε σε κάθε περίπτωση ο ευαγγελιστής: «Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος (: Και όλο αυτό το θαυμαστό και μοναδικό γεγονός έγινε, για να πραγματοποιηθεί και επαληθεύσει αυτό, που είχε λεχθεί από τον Κύριο δια του προφήτου)». Και πρόσθετε αυτό το συμπλήρωμα και όταν γεννήθηκε [βλ. Ματθ. 1, 22-23: «Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος: ‘’ Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός’’ (: Και όλο αυτό το θαυμαστό και μοναδικό γεγονός έγινε, για να πραγματοποιηθεί και επαληθεύσει αυτό, που είχε λεχθεί από τον Κύριο δια του προφήτου Ησαΐου: “Ιδού η αγνή και άμωμος παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει υιό, χωρίς να γνωρίσει άνδρα, και θα ονομάσουν Αυτόν Εμμανουήλ, όνομα που σημαίνει: ‘’Ο Θεός είναι μαζί μας”)» και όταν έψαλλαν τα παιδιά τον θαυμαστό εκείνον ύμνο προς Αυτόν [Ματθ. 21, 9: «ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυΐδ· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις (: “δόξα και ύμνος στον ένδοξο απόγονο του Δαυίδ• ευλογημένος ας είναι αυτός που έρχεται εν ονόματι του Κυρίου, δια να σώσει τον λαό• δοξολογίες και ύμνους στον Μεσσία ας ψάλλουν οι στρατιές των αγγέλων, που είναι στους ουρανούς”)» — Ματθ. 21, 16: «καὶ εἶπον αὐτῷ· ἀκούεις τί οὗτοι λέγουσιν; ὁ δὲ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· ναί· οὐδέποτε ἀνέγνωτε ὅτι ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον; (: και είπαν σε Αυτόν• “ακούς, τι λέγουν αυτά τα παιδιά;” Ο δε Ιησούς τους είπε• “ναι, ακούω• αλλά γιατί εσείς ενοχλείστε; Δεν έχετε, λοιπόν, ποτέ αναγνώσει στη Γραφή, που προλέγει ότι από στόμα νηπίων και βρεφών, που θηλάζουν ακόμη, συνέθεσες, ω Θεέ, δοξολογία;”)»] και όταν κάθισε επάνω στο γαϊδουράκι [βλ. Ματθ. 21, 5: τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· εἴπατε τῇ θυγατρὶ Σιών, ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι πραΰς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον υἱὸν ὑποζυγίου (: Όλο δε αυτό έγινε, για να εκπληρωθεί εκείνο που ελέχθη δια του προφήτου Ζαχαρίου, ο οποίος είπε: “να πείτε στη θυγατέρα Σιών, την Ιερουσαλήμ: ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται προς εσένα, πράος και ταπεινός, καθήμενος επάνω σε όνο και σε πουλάρι, γέννημα υποζυγίου”)» και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Αυτά όλα θα έμεναν απραγματοποίητα, αν δε λάμβανε ανθρώπινη μορφή.

Τον νόμο εξάλλου τον τελειοποίησε όχι μόνο με ένα τρόπο, αλλά και με δεύτερο και με τρίτο. Ο πρώτος είναι ότι δεν παρέβη καμία διάταξή του. Άκουσε τι λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή, για να δεις ότι τον εφάρμοσε πάντοτε: «ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην· τότε ἀφίησιν αὐτόν (: “έτσι είναι, αλλά άφησε τώρα τις αντιρρήσεις και μη φέρνεις δυσκολίες στο βάπτισμά μου, διότι έτσι πρέπει, και για μένα και για σένα, να εκπληρώσω κάθε εντολή του Θεού• μία από τις εντολές είναι και αυτή”. Τότε ο Ιωάννης τον άφησε να βαπτιστεί)» [Ματθ. 3, 15]. Και στους Ιουδαίους έλεγε: «τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας; εἰ δὲ ἀλήθειαν λέγω, διατί ὑμεῖς οὐ πιστεύετέ μοι; (: Ποιος από σας είναι δυνατόν να με ελέγξει έστω και για την παραμικρότερη αμαρτία; Εάν δε εγώ, καθόσον είμαι αναμάρτητος, λέγω πάντοτε την αλήθεια, γιατί εσείς δεν με πιστεύετε;)» [Ιω. 8, 46]. Και στους μαθητές επίσης: «οὐκέτι πολλὰ λαλήσω μεθ᾿ ὑμῶν· ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν (: Δε θα πω πλέον πολλά μαζί σας. Δεν έχω τον καιρό. Διότι τώρα ο διάβολος, που κυριαρχεί στον αμαρτωλό κόσμο, έρχεται με μανία και λύσσα εναντίον μου, για να εξαπολύσει τον μεγαλύτερο πειρασμό και πόλεμο. Αλλά σε εμένα δεν έχει καμία απολύτως εξουσία, κανένα απολύτως δικαίωμα)» [Ιω. 14, 30]. Και ο προφήτης έλεγε παλαιότερα ότι ο Εμμανουήλ δεν επρόκειτο να κάνει καμία αμαρτία: «καὶ δώσω τοὺς πονηροὺς ἀντὶ τῆς ταφῆς αὐτοῦ καὶ τοὺς πλουσίους ἀντὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ὅτι ἀνομίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ (: Εγώ δε σε εκδίκηση του αδίκου θανάτου και της ταφής Του, θα τιμωρήσω και θα παραδώσω σε θάνατο τους κακούς ανθρώπους και για τον θάνατο Αυτού θα παραδώσω τους πονηρούς πλουσίους και άρχοντας. Διότι ο Παις μου Αυτός δεν διέπραξε καμία παρανομία, ούτε βρέθηκε ποτέ δόλος και ψεύδος στο στόμα Του)» [Ησ. 53, 9].

Αυτός λοιπόν είναι ο ένας τρόπος συμπληρώσεως. Άλλος είναι το ότι τον συμπλήρωσε και μέσω εμάς. Το σπουδαίο δηλαδή είναι ότι όχι μόνο ο Ίδιος τον εφάρμοσε, αλλά ζήτησε να κάνουμε και εμείς το ίδιο. Τούτο διδάσκει και ο Παύλος με τα εξής λόγια: «τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι (: Διότι σκοπός του Νόμου αλλά και τέρμα της αποστολής του Νόμου είναι ο Χριστός, ο οποίος δίδει την δικαίωση στον καθένα, που πιστεύει σε Αυτόν)» [Ρωμ. 10, 4]. Και για την αμαρτία λέγει: «ἵνα τὸ δικαίωμα τοῦ νόμου πληρωθῇ ἐν ἡμῖν τοῖς μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα (: Για να εκπληρωθούν πλέον με την χάρη του Θεού όλες οι διατάξεις του Νόμου και από εμάς, οι οποίοι ζούμε και φερόμαστε τώρα, όχι σύμφωνα με τις αμαρτωλές επιθυμίες της σαρκός, αλλά σύμφωνα προς τα παραγγέλματα του Ευαγγελίου και τις υπαγορεύσεις του Αγίου Πνεύματος)» [Ρωμ. 8, 4]. Και αλλού: «νόμον οὖν καταργοῦμεν διὰ τῆς πίστεως; μὴ γένοιτο, ἀλλὰ νόμον ἱστῶμεν (: Λοιπόν, θα ρωτήσει κανείς, καταργούμε τον Νόμο εν ονόματι της πίστεως; Μη γένοιτο! Όχι μόνο δεν καταργούμε τον Νόμο, αλλά αντιθέτως τον στηρίζουμε και του δίδουμε κύρος (διότι ακριβώς δια του Χριστού πραγματοποιήθηκαν προς σωτηρία μας οι προφητείες και οι επαγγελίες του Νόμου και αποδείχθηκε έτσι αυτός αληθής)»[Ρωμ. 3, 31]. Επειδή δηλαδή ο νόμος είχε σκοπό να κάνει δίκαιο τον άνθρωπο, αλλά δεν εφαρμοζόταν, ήλθε ο Κύριος, μας δίδαξε ότι η αρετή έχει θεμέλιο την πίστη και έδωσε ισχύ στις εντολές του νόμου. Και κατόρθωσε δια της πίστεως ό,τι δεν κατόρθωσε ο νόμος με τις εντολές του. Για τον λόγο αυτόν λέγει: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον (: Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμο του Μωυσή)».

Αν εξετάσει κανείς με προσοχή, θα βρει και τρίτο τρόπο, με τον οποίο έγινε αυτό. Ποιος είναι αυτός; Η μέλλουσα νομοθεσία, την οποία επρόκειτο να καθιερώσει. Διότι η διδασκαλία Του δεν καταργούσε τα προηγούμενα, αλλά τα επεξέτεινε και τα συμπλήρωνε. Διότι η εντολή να μην οργιζόμαστε δεν καταργεί την εντολή να μη φονεύουμε, αλλά τη συμπληρώνει και την τελειοποιεί. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις άλλες. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, επειδή έριχνε τότε απλώς τον σπόρο των νέων εντολών χωρίς να δημιουργείται καχυποψία, φροντίζει να προλάβει την παρεξήγηση, διότι επρόκειτο να Τον υποψιάζονται αργότερα, ένεκα της συγκρίσεως των νέων προς τις παλαιές εντολές, ότι θέλει να καταργήσει τις δεύτερες. Έριξε λοιπόν από τώρα έμμεσα τον σπόρο με τη διδασκαλία Του αυτή. Διότι η εντολή: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι (: “Μακάριοι και τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι, που συναισθάνονται την πνευματική πτωχεία τους (και εξαρτούν τον εαυτό τους με ταπείνωση και πίστη από τον Θεό)» [Ματθ. 5, 3] ισοδυναμεί με την εντολή: «Να μην οργίζεσθε». Και η εντολή: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ (: Μακάριοι όσοι έχουν καθαρά και αμόλυντη την καρδιά τους)» ισοδυναμεί με την εντολή: «Να μη στρέψεις το βλέμμα σου προς γυναίκα με πόθο σαρκικό». Και η εντολή να μη συγκεντρώνουμε θησαυρούς επί της γης ισοδυναμεί με το «μακάριοι οἱ ἐλεήμονες (: Μακάριοι οι ευσπλαχνικοί και ελεήμονες, που συμπονούν και ελεούν τον πάσχοντα)[Ματθ. 5, 7]». Και οι εντολές να πενθούμε, να καταδιωκόμαστε, να υβριζόμαστε, ισοδυναμούν με την εντολή να περνούμε από τη στενή πύλη. Και η εντολή να πεινούμε και να διψούμε τη δικαιοσύνη δε σημαίνει τίποτε άλλο, παρά εκείνο που λέγει στη συνέχεια: «Πάντα οὖν ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιῆτε αὐτοῖς· οὗτος γάρ ἐστιν ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται (: Λοιπόν, όσα θέλετε να κάνουν σε σας οι άνθρωποι, παρόμοια και εσείς να κάνετε σε αυτούς. Διότι αυτός είναι ο νόμος και οι προφήτες, (δηλαδή να αγαπάτε τους άλλους και να φέρεσθε με αγάπη, όπως θέλετε να σας αγαπούν και να φέρονται προς εσάς οι άλλοι)» [Ματθ. 7, 12].

Kαι όταν μακάρισε τον ειρηνοποιό, είπε πάλι το ίδιο σχεδόν με τις εντολές που έδωσε να αφήσουμε το δώρο μας κοντά στο θυσιαστήριο και να τρέξουμε να συμφιλιωθούμε με εκείνον που αδικήσαμε και να είμαστε επιεικείς προς τους αντιπάλους μας. Αλλά εκεί καθόρισε την αμοιβή εκείνων που εκτελούν τις εντολές, εδώ δε την τιμωρία εκείνων που τις παραβαίνουν. Για τον λόγο αυτόν έλεγε εκεί ότι, όσοι διακρίνονται για την αυτοκυριαρχία τους, θα λάβουν ως κληρονομία τη γη της επαγγελίας, εδώ δε ότι, όποιος υβρίσει τον αδελφό του, θα τιμωρηθεί με την αιώνια κόλαση. Έλεγε ακόμη εκεί ότι οι αναμάρτητοι θα δουν τον Θεό. Εδώ δε λέγει ότι είναι τέλειος μοιχός, όποιος απλώς κοιτάξει με πονηρία μια γυναίκα. Και ενώ εκεί χαρακτήρισε τους ειρηνοποιούς ‘’παιδιά του Θεού’’, εδώ αντιθέτως φοβερίζει με τα εξής λόγια: «μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ».

Το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους που πενθούν για τις αμαρτίες τους και καταδιώκονται για την αρετή τους, που τους μακαρίζει πρώτα και έπειτα προσπαθεί να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα και τους απειλεί με αφανισμό αν δεν ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο. Διότι λέγει ότι όσοι βαδίζουν στην ευρεία λεωφόρο, καταστρέφονται μέσα σε αυτήν. Και η εντολή «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (: Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί συγχρόνως δύο κυρίους• διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλον ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Και εσείς δεν είναι δυνατό να υπηρετείτε τον Θεό και τον πλούτο• ή θα αγαπήσετε τον Θεό και θα περιφρονήσετε τους επιγείους θησαυρούς ή θα υποδουλωθείτε σε αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεό)» [Ματθ. 6, 24], νομίζω ότι ισοδυναμεί με την εντολή «μακάριοι οἱ ἐλεήμονες (: Μακάριοι οι ευσπλαχνικοί και ελεήμονες, που συμπονούν και ελεούν τον πάσχοντα)[Ματθ. 5, 7]» και «οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην (: όσοι πεινούν και διψούν για να αποκτήσουν οι ίδιοι, να επικρατήσει δε και στον κόσμο η δικαιοσύνη και η αρετή)» [Ματθ. 5, 6]. Αλλά επειδή πρόκειται να μιλήσει καθαρότερα, όπως είπα και παραπάνω, και όχι μόνο καθαρότερα, αλλά να προσθέσει και άλλα ακόμη (διότι π.χ. δε ζητεί απλώς να είμαστε ελεήμονες, αλλά αξιώνει να προσφέρουμε ακόμη και τα ενδύματά μας. Ούτε να είμαστε απλώς ήρεμοι, αλλά να στρέφουμε και το άλλο μάγουλο σε όποιον θέλει να μας κτυπήσει) φροντίζει να απαλείψει εκ των προτέρων τη γνώμη ότι καταπολεμεί τον Μωσαϊκό νόμο. Για τον λόγο αυτόν, όπως είπα και παραπάνω, δεν το λέγει μία φορά, αλλά και δεύτερη. Αφού είπε δηλαδή: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον», πρόσθεσε: «ἀλλὰ πληρῶσαι».

«Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται (: Διότι σας διαβεβαιώνω με κάθε επισημότητα, ότι έως ότου υπάρχει ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα ή ένα κόμμα, δεν θα παραπέσει από τον νόμο, μέχρι την στιγμή που όλα θα επαληθεύσουν και θα πραγματοποιηθούν στη ζωή και το έργο μου)». Εκείνο που εννοεί είναι το εξής: «Είναι αδύνατον να μείνουν ανεκτέλεστα αυτά, αλλά θα εφαρμοσθούν και οι μικρότερες λεπτομέρειες του νόμου». Τούτο ακριβώς εφάρμοσε ο Ίδιος, αφού μάλιστα τον συμπλήρωσε με κάθε λεπτομέρεια. Εδώ μάλιστα μας γνωστοποιεί εμμέσως και ότι θα αλλάξει μορφή ο κόσμος όλος. Και δεν το αναφέρει αυτό άνευ λόγου, αλλά για να παρακινήσει τον ακροατή και να του αποδείξει ότι ορθώς εισηγείται νέο τρόπο ζωής, αφού βεβαίως πρόκειται να μεταβληθεί προς το καλύτερο όλη η κτίση και να προσκληθεί το ανθρώπινο γένος σε άλλη πατρίδα και να προετοιμαστεί για ηθικότερη ζωή.


ΠΗΓΕΣ:

• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΙΣΤ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 9, σελίδες 522-537.

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΙΕ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 9, σελίδες 489-521.

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 75-85 (ή: 34- 39 του PDF) και σελ. 58-74 (ή: 26- 34 του PDF).

• https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view

• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

• Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr