ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΠΑΛΛΑΔΑΣ: ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ!


 Άγιος Γεράσιμος ο Παλλαδάς
Λόγος στην Υπαπαντή του Κυρίου 

Στον συγκεκριμένο λόγο ο άγιος Γεράσιμος αναφέρεται στην προέλευση της εορτής της Υπαπαντής, η οποία ανάγεται στην απόφαση του Θεού να πλήξει όλα τα πρωτότοκα αρσενικά τέκνα των Αιγυπτίων, προκειμένου να ελευθερωθούν οι Εβραίοι από τη δουλεία του Φαραώ. Έκτοτε ο Θεός ζήτησε από τους Ιουδαίους να προσάγουν στον ναό προς αγιασμό όλα τα αρσενικά πρωτότοκα, ανθρώπων και ζώων, ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης για τη σωτήρια εκείνη παρέμβασή του.

Η τεσσαρακονθήμερη χρονική περίοδος που μεσολαβούσε από τη γέννηση ενός τέκνου μέχρι τον εξιλασμό στον ναό, ήταν αναγκαία προκειμένου η μητέρα και το νεογέννητο να «καθαρισθούν» από τις συνέπειες του τοκετού. Αυτή τη διαδικασία δεν θα είχε λόγο να την υποστεί ο Θεός Λόγος -ούτε η πάναγνη Μητέρα του-, την υπέστη όμως: «ένα μεν διά να μην το γράψουσιν ευθύς οι Εβραίοι πως δεν υποτάσσεται εις τον νόμο, άλλο, διά να μην σκεφτούν και πουν ότι δεν είναι αληθής άνθρωπος».

Στο κείμενο αναφέρονται διάφοροι συμβολισμοί, όπως αυτός του προσαχθέντος Ιησού στη θέση του αμνού που -προσφερόταν κατά παράδοση την ημέρα αυτή-, ο οποίος εν προκειμένω έμελλε να θυσιαστεί αργότερα υπέρ των ανθρώπων. Τονίζεται βέβαια ότι ο Ιησούς είναι ο πάντων πρωτότοκος, ο καθολικός άγιος, άρα στο πρόσωπό του δύναται να «καθαγιαστεί» κάθε ύπαρξη που έρχεται στη ζωή. Υπάρχει επίσης ο συμβολισμός των δύο τρυγόνων, που προεικονίζουν την Εκκλησία λόγω της καθαρότητάς τους, και αυτός των δύο περιστεριών, που συμβολίζουν την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.

Παρακάτω μεταφέρεται στην νεοελληνική το μεγάλο μέρος του λόγου, που μακαρίζεται από τον συγγραφέα ο πνευματοφόρος πρεσβύτης Συμεών, που αξιώθηκε να κρατήσει στα χέρια του το βρέφος Ιησού. 

****

 Αυτήν την προφητευόμενη και σκιαγραφούμενη λύτρωση ο Κύριός μας θέλοντας να δείξει, φανερώνεται στην αγκαλιά της ευλογημένης μητέρας του και από τη μητρική αγκαλιά στη γεροντική αγκαλιά του Συμεών.

Αλλά κοιτάξτε και τι καλοτυχία είχε ο πρεσβύτης Συμεών, τον οποίον φωτίζοντάς τον το Πνεύμα το Άγιο, ήλθε στο ιερόν εκείνη την ίδια ώρα και τον δέχθηκε στην αγκαλιά του. Ω ευλογημένε Συμεών, πολύ τολμηρός φάνηκες, γιατί είσαι γέροντας και αδύναμος, μεγαλωμένος άνθρωπος· αυτό το παιδί είναι βαρύ σαν να είναι ολόκληρος ο κόσμος. Μην το θεωρείς μικρό, όπως το βλέπεις, είναι μεγάλος γίγαντας. Αυτού του παιδιού η κεφαλή φθάνει μέχρι τον ουρανό, τα πόδια του βρίσκονται στη γη και την θάλασσα, το άνοιγμα των αγίων του χεριών φθάνει στα πέρατα του κόσμου· «ο ουρανός μοι θρόνος, η δε γη υποπόδιον των ποδών μου» (Ησαΐας 66, 1).

Γέροντα Συμεών, αυτό το παιδί είναι ο μεγάλος ήλιος και εσένα τα μάτια σου είναι αδύναμα, από τα γεράματα, και δεν μπορείς να κοιτάξεις και να το δεις. Γύρισε το πρόσωπο του παιδιού προς την μητέρα του και εσύ βλέπε κάτω, στο τέλος της ζωής σου, και μόνο λέγε: «νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα».

Ω γέροντα Συμεών, αυτό το παιδί είναι ο ωκεανός και εσύ με τόση τόλμη τόλμησες να απλώσεις τα χέρια σου, να βλέπεις πάνω στους απέραντους ώμους του παιδιού! Δεν γνωρίζεις ότι είσαι βαρύς από τα γεράματα και δεν μπορείς να πλέεις σε τόσο μεγάλη θάλασσα; Δεν φοβάσαι μην καταποντισθείς; Κάνε γρήγορα να πατήσεις στην γη, μέσα στους τάφους της, με τον θάνατο και λέγε: «νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη».

Γέροντα Συμεών, αυτό το παιδί είναι το δυνατό στοιχείο του αέρα και εσύ έκανες φτερά στον λογισμό σου μέσα και νομίζω ότι προσπαθείς να πετάς στα ύψη του. Αυτά είναι τα χέρια σου που τα έχεις απλωμένα πάνω στο παιδί. Άνθρωπε, δεν φοβάσαι -και είναι από κερί τα φτερά σου- να μην λιώσουν από τις καυτές ακτίνες του ήλιου της δικαιοσύνης και πέσεις; Άφησε, μη θέλεις τα ψηλά, μόνον τα κάτω στην γη. Λέγε το γρηγορότερο: «νυν απολύεις τον δούλον σου».

Ω γέροντα Συμεών, αυτό το παιδί είναι το μεγάλο στοιχείο του πυρός, και φυλάξου, μην πλησιάσεις το πρόσωπό σου στο πρόσωπο του παιδιού, μήπως και βγει φωτιά από το πρόσωπό του και κάψει τα αισθητήριά σου. Άλλο· δεν είναι τα χείλη σου για ασπασμό σε τέτοιο παιδί, επειδή είναι γεροντικά, και μόνον φθάνει να του μιλάς με το στόμα και να του λες: «νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα». Ω γέροντα, αυτό το παιδί είναι η αστραπή της αγίας θεότητος, που κατακαίει τα όρη, τρομάζει τη γη, σχίζει τις θάλασσες· και φυλάξου, επειδή και συ είσαι γη και μόνον στη γη να επιθυμείς να επιστρέψεις· «νυν απολύεις».

Άγιε πρεσβύτα, αυτό το παιδί είναι που έστειλε τον άγγελό του και συντρόφευσε τον Αββακούμ να φέρει φαγητό στον άγιο Δανιήλ και που κράτησε τα θηριώδη στόματα των λεόντων και δεν τον έφαγαν, και ο βασιλιάς βλέποντας το θαύμα το ονόμασε Θεό· «μέγας ο Θεός του Δανιήλ», έλεγε!

Μακάριε Συμεών, αυτό το παιδί είναι που χαρίτωσε τον Δανιήλ, ενώ ήταν ακόμη μικρό παιδί. Και με την φρόνηση και χάρη αυτού του παιδιού ελευθέρωσε την Σωσάννα από τον θάνατο των δύο κακών δικαστών. Αυτό θα ελευθερώσει και εσένα από την κοσμική ζωή, που είναι θάνατος της ψυχής, και να σε ανεβάσει, πραγματικά, στην αληθινή ζωή, την αιώνια. Μόνον να λες, με πόθο και πολλή ευλάβεια: «νυν απολύεις τον δούλον σου».

Άγιε Συμεών, αυτό το παιδί είναι εκείνο για το οποίο προφήτευε ο προφήτης Βαρούχ ότι θα είναι ειρήνη και δόξα· και έλεγε στην Ιερουσαλήμ να χαίρεται γιατί τη θυμήθηκε αυτό το ευλογημένο παιδί και ήλθε και γεννήθηκε σ’ αυτήν και έδωσε ελεημοσύνη και δικαιοσύνη· «ηγήσεται γαρ ο Θεός συν ελεημοσύνη και δικαιοσύνη τη παρ’ αυτού». (Διότι ο ίδιος ο Θεός θα οδήγηση μαζί με το θείον του έλεος και την θεία του δικαιοσύνη). Γι’ αυτό ζήτησε και συ αυτήν την ειρήνη από αυτό και λέγε: «νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη».

Μακάριε Συμεών, αυτό το παιδί είναι που ο ιερέας Σειράχ ονόμαζε αστέρι εωθινό, ήλιο και σελήνη αστραφτερή σαν πανσέληνο και λαμπρό τόξο στον ουρανό, και άνθος ρόδου και κρίνον και ο βλαστός του αρωματώδους δένδρου λιβάνου προς το οποίο και οι υιοί Ααρών σάλπιζαν και υμνούσαν. Αλλά και συ με την σάλπιγγά σου, το γεροντικό στόμα, ύμνησε το παιδί και λέγε: «νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη».

Τρισευτυχισμένε Συμεών, αυτό το παιδί είναι για το οποίο ο Σολομών λέει ότι με την αγία του δεξιά δίνει το διάδημα του κάλλους στους δικαίους και τους σκεπάζει και τους βοηθά· «διά τούτο λήψονται το βασίλειον της ευπρεπείας και το διάδημα του κάλλους εκ χειρός Κυρίου, ότι τη δεξιά σκεπάσει αυτούς». Λοιπόν, και συ έχεις τώρα την αγία του δεξιά και την αγία του αριστερά· πες του να σου χαρίσει εκείνην την ομορφιά της βασιλείας του· «νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα».

Τρισμακάριε Συμεών, αυτό το παιδί είναι που ελευθέρωσε το γένος των Εβραίων από τον αφανισμό, που ο Αμάν ήταν έτοιμος να τους κάνει, με την προσευχή της βασίλισσας Εσθήρ, τον δε διαβολικό Αμάν τον κρέμασε στην αγχόνη.

Αυτό το παιδί είναι που έδωσε δύναμη στη χήρα Ιουδίθ και βγαίνοντας έξω από την πόλη Βεθουλώνα στους Ασσυρίους, έκοψε τη βρωμερή κεφαλή του Ολοφέρνου και ελευθέρωσε την πατρίδα της από τα χέρια των Ασσυρίων.

Αυτό το παιδί έστειλε παλαιά τον αρχάγγελό του Ραφαήλ και συντρόφευσε τον Τωβία και του βρήκε ψάρι στον ποταμό Ευφράτη και με την καρδιά του έδιωξε το δαιμόνιο τον Ασμοδαίον από την Σάρρα και με το συκώτι θεράπευσε τα τυφλωμένα μάτια του Τωβίτ.

Αυτό το παιδί είναι εκείνο το λαμπρό παιδί που άγγελος Κυρίου έδειχνε του προφήτου Ζαχαρίου πάνω στη λυχνία, που είχε επτά λύχνους. Λυχνία δε είναι η υπεραγία Παρθένος, οι δε επτά λύχνοι είναι τα επτά χαρίσματα του Πνεύματος, με τα οποία φωτίζει όλο τον κόσμο.

Αυτό το παιδί είναι που έβλεπε ο Αββακούμ ο προφήτης ότι έμελλε να γεννηθεί τώρα σε αυτούς τους καιρούς, και φοβήθηκε. Προφήτευε και ότι θα ανακλιθεί σε φάτνη ανάμεσα σε δύο ζώα· «Κύριε, άκουσα εκείνο, το οποίον συ με έκανες να ακούσω, και φοβήθηκα. Κύριε, παρατήρησα με προσοχή τα έργα σου, τα κατανόησα, καταλήφθηκα από έκπληξη μεγάλη. Ανάμεσα σε δύο όντα, που έχουν ζωή, θα γίνεις γνωστός στους ανθρώπους. Όταν πλησιάζουν τα έτη, που θα αποκαλυφθεί η αγαθότητά σου, θα γνωριστείς ακόμα καλύτερα. Όταν έλθει ο καιρός ο ορισμένος, θα ανεδείχθη η δύναμή σου».

Αυτό το παιδί είναι για το οποίο προφήτευε ο προφήτης Μιχαίας ότι θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ και έλεγε: «Και συ Βηθλεέμ, μικρή είσαι μεταξύ των πόλεων του Ιούδα. Δεν έχεις ούτε χιλίους κατοίκους. Αλλά από σε θα προέλθει ένας άνδρας ο οποίος θα γίνει άρχοντας».

Αυτό το παιδί είναι εκείνο που ελευθέρωσε τον Ιωνά από την κοιλία του ψαριού και λυπήθηκε τόσο πλήθος ανθρώπων και ζώων στην πόλη Νινευί, και δεν τους αφάνισε.

Αυτό το παιδί είναι εκείνο που ο προφήτης Δανιήλ αφού πρώτα νήστεψε πολύ το είδε σε οπτασία σαν ένα μεγάλο γίγαντα, που τα μάτια του ήσαν σαν λαμπάδες και το πρόσωπό είχε τη λάμψη της αστραπής και ο ήχος των λόγων του ήταν σαν τον ήχο πολυάριθμων ανθρώπων, και του προέλεγε αυτήν την ώρα, που εσύ, τρισμακάριε Συμεών, αξιώθηκες να δεις!

Αυτό το παιδί είναι εκείνο που προφήτευε στον Ησαΐα και του έλεγε: «Πνεύμα Κυρίου είναι και μένει σε μένα, διότι με αυτό με έχρισε ο Κύριος και με έστειλε να κηρύξω στους πτωχούς από πίστη ανθρώπους· να θεραπεύσω αυτούς, των οποίων η καρδία έχει συντριβεί από το βάρος της αμαρτίας· να κηρύξω στους δούλους της αμαρτίας την άφεση και να χαρίσω ανάβλεψη στους τυφλούς».

Αυτό το παιδί είναι εκείνο για το οποίο ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει, ότι προτού να μεγαλώσει θα υποτάξει την δύναμη της Δαμασκού και τα λάφυρα της Σαμάρειας, τους βασιλείς των Περσών, μπροστά στον βασιλιά Ηρώδη· «διότι πριν ακόμη το παιδί μάθη να λέει την λέξη “πατέρα” και “μητέρα”, θα κυριεύσει ενώπιον του βασιλέως των Ασσυρίων τον στρατό της Δαμασκού και θα πάρει τα λάφυρα της Σαμάρειας».

Αυτό το παιδί είναι, ο αληθινός Θεός, ο οποίος ζητούσε στον παράδεισο τον αγαπημένο του Αδάμ, και όταν τον βρήκε, λέει στο Άσμα των Ασμάτων: «Θα σηκωθώ από το κρεβάτι μου, θα τριγυρίσω την πόλη, τις αγορές και τις πλατείες, και θα αναζητήσω εκείνον, που έχει αγαπήσει η ψυχή μου».

Αυτό το παιδί είναι ο αληθινός Θεός, τον οποίον εσύ, ω ιερέ γέροντα, επιθύμησες να δεις σαν άλλη πηγή της σωτηρίας, να πιεις τον σωτηριώδη θάνατο· γι’ αυτό και έλεγες: «Δίψασε η ψυχή μου, για το Θεό, τον ισχυρό, τον ζώντα. Πότε θα έλθω για να παρουσιαστώ μπροστά σου;»

Αυτό το παιδί, είναι εκείνο για το οποίον έλεγες: «Θα σε αγαπώ πάντοτε Κύριε, εσένα που είσαι η δύναμή μου. Ο Κύριος είναι το ακλόνητο στήριγμά μου, το καταφύγιό μου και ο λυτρωτής μου».

Αυτό είναι το παιδί που το έβλεπε ο Ιακώβ και επαναπαυόταν επάνω στην κλίμακα, και το περικύκλωναν οι μακάριοι άγγελοι που ανέβαιναν και κατέβαιναν σ’ αυτήν. Αυτό είναι, το οποίον για σαράντα ημέρες και σαράντα νύκτες έβρεχε, και κατάπνιξε όλη τη γη, και μόνον τον άγιο Νώε κράτησε ζωντανό, φυλαγμένο μέσα στην κιβωτό.

Αυτό το παιδί είναι που δημιούργησε όλον τον κόσμο, ουρανό και γη, θάλασσα και τους αέρες, τον αιθέρα και όλα τα ουράνια σώματα.

Αυτό το παιδί είναι που έπλασε τον Αδάμ και την Εύα και φύτευσε παράδεισο στην Εδέμ και έβαλε και τους δύο εκεί για να υμνούν τον Θεό.

Αυτό το παιδί είναι που μπήκε στην άχραντη κοιλία της Παναγίας Παρθένου, σαν σε άλλον παράδεισο, και πήρε αυτήν την ευλογημένη σάρκα που βλέπεις, για να σώσει τον άνθρωπο από το βάρος της αμαρτίας.

Αυτό το παιδί θα βαφτισθεί στον ποταμό Ιορδάνη, λεπρούς θα καθαρίσει, αρρώστους θα θεραπεύσει και νεκρούς θα αναστήσει.

Αυτό το παιδί θα ανέβη στον άγιο Σταυρό, θα θανατωθεί, θα γίνει θυσία στον άναρχο Πατέρα του για να εξιλεώσει τον Θεό για τη σωτηρία του κόσμου.

Αυτό το παιδί θα κατέβη στον Άδη, να φωτίσει όλους τους προπάτορες, για να γίνει και σωτηρία στους νεκρούς.

Αυτό το παιδί θα αναστηθεί σε τρεις ημέρες, θα ολοκληρωθούν όλα τα μυστήρια, θα απονεκρωθεί τότε ο αιώνιος θάνατος, η αμαρτία και ο κόσμος και περισσότερο ο διάβολος.

Αυτό το παιδί θα αναληφθεί στους ουρανούς και θα καθίσει στα δεξιά του ουράνιου Πατέρα του –επειδή είναι ομοούσιος με τον Πατέρα του.

Αυτό το παιδί πρόκειται να έλθει με μεγάλη δόξα καθισμένο επάνω στις νεφέλες του ουρανού, να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, να στείλει τους μεν αμαρτωλούς στην αιώνια κόλαση, τους δε δίκαιους στην ουράνια βασιλεία του.

Σου είναι αρκετός, τρισμακάριε Συμεών, ο πολύς και αμέτρητος αγιασμός που έλαβες. Αυτόν, που όλος ο κόσμος δεν μπορεί να χωρέσει, τον χώρεσες εσύ στη γεροντική σου αγκαλιά. Δώσε το τώρα το παιδί της χάριτος στην ευλογημένη του μητέρα. Σκύψε κατά γης, προσκύνησέ το αυτό και την μητέρα, και μόνον εσύ ετοιμάσου για την έξοδό σου, αν έχεις πόθο να το βλέπεις παντοτινά, διότι έτσι που έχει βαρύνει το σώμα σου δεν θα σε κρατήσει, καθώς και στον μακάριο Μωυσή το ίδιο έλεγε: «διότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αντικρύσει όλη τη δόξα μου και να ζήσει, αλλά λύσε και βγάλε τα υποδήματά σου και τότε θα με δεις εκ των όπισθεν». Έτσι και συ, φεύγοντας απ’ αυτήν την ζωή και αναβαίνοντας στην άλλη, εκεί θα τον χαίρεσαι ακατάπαυστα, μαζί με τους χορούς των μακαρίων και αγίων αγγέλων, υμνώντας και ευλογώντας το υπερύμνητο όνομά του μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα του, στους απέραντους αιώνες, αμήν. 

(Πηγή: Αγίου Γερασίμου Παλλαδά, Άπαντα, τ. Β΄, έκδ. Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2018, σ.σ. 177- 192. Μεταφορά στη νεοελληνική: Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος)

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ!


 Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας
Για την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου 

(Λουκ. 18, 9-14)
[…] Για να μάθεις όμως πόση ζημία προκαλεί το να κατακρίνουμε τους άλλους και να μη μετανοούμε για τα δικά μας πταίσματα, θα σου το επιβεβαιώσω και από τα ίδια τα Ευαγγέλια. Λέγει πράγματι αυτός ο μακάριος Λουκάς για τον Σωτήρα μας Χριστό· «Εἶπε δὲ καὶ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾿ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς, τὴν παραβολὴν ταύτην: Είπε δε και προς μερικούς, που είχαν την αλαζονική αυτοπεποίθηση ότι είναι δίκαιοι και περιφρονούσαν τους άλλους, την παραβολή αυτή» [Λουκ.18, 9]. Και ποια είναι η παραβολή;

«ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται: Δυο άνθρωποι ανέβησαν στο ιερόν να προσευχηθούν, ο ένας Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά για να προκαλεί εντύπωση• και για να δοξάσει τον εαυτό του, αυτά προσευχόταν• Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και ωσάν αυτός ο τελώνης. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, Δευτέρα και Πέμπτη, δίδω το δέκατο από όλα γενικώς όσα αποκτώ. Εγώ είμαι ενάρετος. Και ο τελώνης, που στεκόταν κάπου μακριά από το θυσιαστήριο, δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του λέγοντας• Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό και συγχώρησέ με. Σας διαβεβαιώνω, ότι αυτός ο περιφρονημένος από τον Φαρισαίο τελώνης κατέβηκε στο σπίτι του με συγχωρημένες τις αμαρτίες του, αθώος και δίκαιος ενώπιον του Θεού, παρά ο Φαρισαίος εκείνος. Διότι κάθε ένας που υψώνει τον εαυτό του, θα ταπεινωθεί από τον Θεό και θα καταδικαστεί, ενώ εξ αντιθέτου εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί και θα δοξαστεί από τον Θεό» [Λουκ. 18, 9-14]

Εδώ λοιπόν μας διδάσκει με ποιον τρόπο να κάνουμε τις προσευχές μας προς Αυτόν, για να μη βρεθούν χωρίς ανταπόκριση τα αιτήματα όσων τις χρησιμοποιούν για να επικοινωνήσουν με τον Θεό, ούτε και με αυτά που κάποιος νομίζει ότι μπορεί να ωφελείται, με αυτά τα ίδια να στρέφει ενάντια στον εαυτό του τον χορηγό των ουρανίων χαρισμάτων Θεό· διότι έχει γραφεί: «ἔστι δίκαιος ἀπολλύμενος ἐν δικαίῳ αὐτοῦ: υπάρχει δίκαιος ο οποίος χάνεται κατά την αυτοδικαίωσή του» (Εκκλ. 7, 15). Διότι ιδού εδώ για τον Φαρισαίο έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση, επειδή δεν έκανε την προσευχή του με επίγνωση και σύνεση. Διότι ήταν πολλές οι εναντίον του κατηγορίες· πρώτον είναι ενοχλητικός και άμυαλος, γιατί αισθανόταν θαυμασμό ο ίδιος για τον εαυτό του, αν και η αγία Γραφή φωνάζει· «ἐγκωμιαζέτω σε ὁ πέλας καὶ μὴ τὸ σὸν στόμα, ἀλλότριος καὶ μὴ τὰ σὰ χείλη: Ας σε επαινεί ο άλλος, ο πλησίον, και όχι το δικό σου στόμα, ο ξένος και όχι τα δικά σου χείλη» (Παροιμ. 27, 2). Έπειτα αγνόησε ότι το να είναι ανώτερος από τα κακά, δεν κάνει κάποιον πάντοτε και οπωσδήποτε αξιοθαύμαστο, ενώ το να αγαπά να αντιπαρατίθεται με εκείνους που συνήθως χαίρουν της εκτιμήσεως των άλλων, τον κάνει λαμπρό και διαπρεπή και τον συγκαταλέγει δίκαια μεταξύ εκείνων που έχουν γίνει αντικείμενο θαυμασμού.

Ο τελώνης λοιπόν στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο, χωρίς να τολμά να σηκώσει ούτε στον ουρανό τα μάτια του, αλλά με το κοκκινισμένο βλέμμα του έδειχνε ότι δεν είχε η ψυχή του καμία παρρησία ενώπιον του Θεού. Βλέπεις ότι περιορίζοντας την παρρησία του, επειδή δεν την είχε, δέχεται τα πλήγματα από τους ελέγχους της συνειδήσεώς του; Γιατί φοβόταν ακόμα και μόνο να εμφανισθεί ενώπιον του Θεού, επειδή λίγο είχε φροντίσει για την εφαρμογή των νόμων Του, και με την ίδια τη στάση του στο ναό κατηγορεί τη φαυλότητά του· χτυπά το στήθος του, ομολογεί τα εγκλήματά του, δείχνει σαν σε γιατρό την ασθένειά του, και παρακαλεί να τον κατευσπλαχνισθεί. Όπως ακριβώς λοιπόν ούτε ο τελώνης (περιφρονήθηκε)- γιατί τι λέγει γι΄αυτόν που ομολόγησε τις δικές του αμαρτίες, ο Κριτής των όλων, Αυτός που γνωρίζει καλά τις καρδιές, Αυτός που δέχεται τις προσευχές όλων: «λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος: Σας διαβεβαιώνω ότι αυτός ο περιφρονημένος από τον Φαρισαίο τελώνης κατέβηκε στο σπίτι του με συγχωρημένες τις αμαρτίες του, αθώος και δίκαιος ενώπιον του Θεού, παρά ο Φαρισαίος εκείνος » [Λουκ. 18,14].

Και αν κάποιος λοιπόν γίνει καλός και ενάρετος, να μην κυριευθεί εξαιτίας αυτού από υπεροψία, αλλά μάλλον να θυμάται τον Χριστό που λέγει στους αγίους αποστόλους: «οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν: Έτσι και σεις, και όταν ακόμα εκτελέσετε όλα όσα σας διέταξε ο Θεός, πρέπει να λέτε ότι ‘’είμαστε άχρηστοι δούλοι, διότι απλώς κάναμε ό,τι είχαμε χρέος να κάνουμε’’» [Λουκ. 17, 10]. Οφείλουμε όμως σαν από έναν αναγκαίο ζυγό, στον Θεό των όλων τη δουλεία και την υποταγή σε καθετί. Βλέπεις πώς ο τελώνης απαλλάχθηκε από τα αμαρτήματά του, επειδή υπέμεινε την κατηγορία του Φαρισαίου με πραότητα; Και εκείνος βέβαια από τη δόξα έπεσε στο βάραθρο της ατιμίας, ενώ ο τελώνης από την ατιμασμένη ζωή του επανήλθε στη μακάρια κατάσταση· και ο ένας αποχωρίσθηκε πολύ από την εγγύτητα προς τον Θεό και βρέθηκε αμέτρητα μακριά, ενώ ο άλλος ανυψώθηκε προς τον τόπο της παρρησίας. Ο ένας εξαιτίας της έπαρσης ταπεινώθηκε, ενώ ο άλλος εξαιτίας της ταπείνωσης ανυψώθηκε. 

ΠΗΓΕΣ:

• Αγίου Κυρίλλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Εξήγησις υπομνηματική εις το κατά Λουκάν ευαγγέλιον, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ερευνητικό έργο «Οι δρόμοι της πίστης: Ψηφιακή Πατρολογία»
(https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/commentarii-in-lucam_.pdf,
σελ. 134-135)

• Κυρίλλου Αλεξανδρείας Άπαντα τα έργα, Πατερικές εκδόσεις « Γρηγόριος Παλαμάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον»,Θεσσαλονίκη 2005, «Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Β΄», σελ. 149-151

• Παν. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997

• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

• http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

• http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm 

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

 alopsis.gr 

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ - ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΓΑΠΗ!

 Όσιος Εφραίμ ο Σύρος
Για την αγάπη - Για εκείνους που δεν έχουν αγάπη 

Για την αγάπη 

Είναι μακάριος ο άνθρωπος εκείνος που έχει αγάπη Θεού, γιατί περιφέρει με την παρουσία του τον Θεό, διότι ο Θεός είναι αγάπη, και αυτός που μένει μέσα στην αγάπη, μένει « ἐν τῶ Θεῶ». Εκείνος που έχει αγάπη υπερέχει, με τη βοήθεια του Θεού, από όλους. Εκείνος που έχει αγάπη δε φοβάται, διότι η αγάπη βγάζει έξω από την ψυχή το φόβο.
Εκείνος που έχει αγάπη δεν αποστρέφεται ποτέ κανέναν, ούτε μικρό, ούτε μεγάλο, ούτε ένδοξο, ούτε άδοξο, ούτε φτωχό, ούτε πλούσιο, αλλά γίνεται ακάθαρτο αποσπόγγισμα όλων. Όλα τα σκεπάζει, όλα τα υπομένει. Εκείνος που έχει αγάπη δεν αλαζονεύεται εναντίον κάποιου, δεν ξιππάζεται, κανέναν δεν κακολογεί, αλλά και αυτούς που κακολογούν τους αποφεύγει.
Εκείνος που έχει αγάπη δε σκέφτεται με πανουργία, δε θέλει να υποσκελίσει, ούτε υποσκελίζει τον αδελφό.
Εκείνος που έχει αγάπη δε ζηλεύει, δε φθονεί, δεν κατατρέχει, δε χαίρεται με την πτώση των άλλων, δεν εξευτελίζει αυτόν που έπεσε σε σφάλμα, αλλά τον συλλυπείται και τον συμπαραστέκεται και τον ανακουφίζει, δεν παραβλέπει τον αδελφό στην ανάγκη του, αλλά τον συμπαραστέκεται, και πεθαίνει μαζί του.
Εκείνος που έχει αγάπη εκτελεί το θέλημα του Θεού, και είναι μαθητής του, διότι ο ίδιος ο καλός μας Δεσπότης είπε « Από αυτό θα ξέρουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν αγαπάτε ο ένας τον άλλο». Εκείνος που έχει αγάπη ποτέ δεν αποκτά κάτι για τον εαυτό του, δε θεωρεί τίποτε δικό του, αλλά όλα όσα έχει τα προσφέρει κοινά σε όλους. Εκείνος που έχει αγάπη κανέναν δε θεωρεί ξένο, αλλά όλους τους έχει δικούς του.

Εκείνος που έχει αγάπη δεν παροργίζεται, δεν ξιππάζεται, δε φουντώνει από οργή, δε χαίρεται για την αδικία που γίνεται, δεν εξακολουθεί να ψεύδεται, κανέναν δε θεωρεί εχθρό, παρά μόνο τον Διάβολο. Εκείνος που έχει αγάπη όλα τα υπομένει, είναι ευεργετικός, είναι μακρόθυμος.
Λοιπόν, είναι μακάριος αυτός που έχει αποκτήσει την αγάπη, και με αυτήν ως κτήμα αναχωρεί προς τον Θεό, διότι ο Θεός, αναγνωρίζοντας τον δικό του άνθρωπο, θα τον δεχθεί στους κόλπους του, θα ζει δηλαδή ο εργάτης της αγάπης μαζί με τους Αγγέλους, και θα βασιλεύσει μαζί με τον Χριστό.
Διότι την αγάπη έχοντας ήρθε και ο Θεός Λόγος επάνω στη γη,  μ’ αυτήν και ο παράδεισος έχει ανοιχθεί για μας, και η ανάβαση στον ουρανό διακηρύχθηκε για όλους.
Ενώ ήμασταν εχθροί με τον Θεό, με την αγάπη συμφιλιωθήκαμε μ’ αυτόν. Ορθά λοιπόν είπαμε ότι η αγάπη είναι ο Θεός, και αυτός που μένει μέσα στην αγάπη, μένει « ἐν τῶ Θεῶ».

Για εκείνους που δεν έχουν αγάπη

Είναι άθλιος και ταλαίπωρος εκείνος που ζει μακριά από την αγάπη, διότι αυτός περνά τις μέρες της ζωής του ονειροπολώντας. Και ποιος δε θα πενθήσει τον άνθρωπο εκείνο που είναι μακριά από τον Θεό, και στερείται από το φως, και ζει στο σκοτάδι;
Διότι, σας λέω, αδελφοί μου, ότι εκείνος που δεν έχει την αγάπη του Χριστού, είναι εχθρός του. Δεν ψεύδεται ο Απόστολος που είπε, ότι αυτός που μισεί τον αδελφό του είναι φονιάς, και περιπατεί στο σκοτάδι, και εύκολα κυριεύεται από κάθε αμαρτία. Γιατί εκείνος που δεν έχει αγάπη, έντονα θυμώνει, έντονα παροργίζεται, έντονα μισεί.
Εκείνος που δεν έχει αγάπη χαίρεται με την αδικία των άλλων, δε συμπάσχει μ’ αυτόν που έπεσε σε σφάλμα, δεν απλώνει για βοήθεια το χέρι του στον πεσμένο, δε συμβουλεύει αυτόν που παρασύρθηκε, δε στηρίζει αυτόν που κλονίζεται.
Εκείνος που δεν έχει αγάπη είναι ανάπηρος στο νου, είναι φίλος του Διαβόλου, είναι εφευρέτης κάθε πονηρίας, είναι δημιουργός συγκρούσεων, είναι φίλος των υβρεολόγων, είναι σύντροφος αυτών που κακολογούν τους άλλους, σύμβουλος αυτών που αυθαδιάζουν, συντελεστής στη χειροτέρευση αυτών οι οποίοι φθονούν, εργάτης της υπερηφάνειας, σκεύος της αλαζονείας.
Και με ένα λόγο, αυτός που δεν απέκτησε την αγάπη είναι όργανο του Εχθρού, και πλανιέται σε όλα τα μονοπάτια της ζωής του, και δεν ξέρει ότι βαδίζει μέσα στο σκοτάδι.

Του Οσίου Εφραιμ του Σύρου, έργα τόμος Α΄

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΑΝΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ!

 
ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΑΝΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ 

Οι Μακαρισμοί του Κυρίου βρίσκονται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (5,3-12) και αποτελούν τη διδασκαλία προς τους μαθητές του στην επί του όρους ομιλία. Χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Χρυσόστομος πως οι μαθητές του κάθονταν γύρω από το Χριστό θέλοντας να ακούσουν κάτι το σπουδαίο και δεν έμεναν μόνο στα θαύματα που έβλεπαν όλοι. Ο Χριστός απευθύνεται στους μαθητές του, ωστόσο οι μακαρισμοί αφορούν όλους τους ανθρώπους, τους συγχρόνους του αλλά και τους μεταγενέστερους.  

1ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών 

Στον πρώτο λοιπόν μακαρισμό ο Χρυσόστομος τονίζει πως με την φράση ‘πτωχοί τω πνεύματι’ εννοούνται εκείνοι που έχουν ταπεινοφροσύνη. ‘Πνεύμα’ δε σημαίνει ‘ψυχή’ , αλλά ‘βούληση’. Πρέπει ο άνθρωπος να αισθάνεται ‘πτωχός τω πνεύματι’ και έτσι μακαρίζει αυτούς που ενσυνειδήτως είναι ταπεινόφρονες και υπακούουν στις εντολές του Θεού.

          Ο Χριστός είπε ‘πτωχοί’ και όχι ταπεινοί, συνεχίζει ο άγιος Χρυσόστομος, γιατί το πρώτο είναι εντονότερο και εννοεί όσους σέβονται τις εντολές. Τονίζει τη σημασία της ταπεινοφροσύνης επειδή η αλαζονεία ήταν η κορυφή των κακών (εδώ δίνει παράδειγμα την αλαζονεία του Αδάμ και της Εύας), και βρήκε λοιπόν το αντίδοτο που είναι η ταπεινοφροσύνη.

2ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται 

          Με την λέξη ‘πενθούντες’ δεν εννοούνται όσοι έχουν θλίψεις και βάσανα, αλλά όσοι πενθούν για τις αμαρτίες τους. Και μάλιστα αυτούς που λυπούνται πολύ, γι’ αυτό δε λέει απλώς ‘λυπημένοι’. Αυτοί λοιπόν, είναι εκείνοι που θα παρηγορηθούν από το Θεό (‘ότι αυτοί παρακληθήσονται’) στο μέγιστο βαθμό. Τονίζει λοιπόν ο Χρυσόστομος πως ο Χριστός μας ζητά να πενθούμε όχι μόνο για τις δικές μας αμαρτίες, αλλά και των άλλων. 

3ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσιν την γην 

          Για το λόγο ότι επικρατεί η αντίληψη ότι ο πράος χάνει όλα του τα αγαθά, ο Χριστός μας βεβαιώνει για το αντίθετο. Αυτός που συγκρατείται, κατέχει σταθερά τα αγαθά, ενώ ο εγωιστής θα χάσει πιθανότατα όσα κληρονόμησε από τον πατέρα του, ακόμα και την ψυχή του, τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Ακόμη, ο Χριστός ορίζει αμοιβές επίγειες, αλλά ταυτόχρονα και ουράνιες. 

4ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες τη δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται 

          Εδώ ο Χρυσόστομος τονίζει πως με τη λέξη δικαιοσύνη δεν τη χρησιμοποιεί ως έννοια γενικώς, αλλά ως έννοια αντίθετη της πλεονεξίας, επειδή στη συνέχεια θα μιλήσει για την ελεημοσύνη. Η φράση ‘πεινώντες και διψώντες’ χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η ολόψυχη προσήλωση στη δικαιοσύνη που πρέπει να έχει ο άνθρωπος. Τέλος, στον μακαρισμό αυτό ο Χριστός καθορίζει υλική επιβράβευση. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται ότι θα γίνει φτωχός αν είναι δίκαιος, γιατί όσοι μοιράζονται τα δικά τους αγαθά, θα αποκτήσουν πολύ περισσότερα. 

5ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται 

          Με τον μακαρισμό αυτό εκφράζεται η ανάγκη ελεημοσύνης με κάθε δυνατό τρόπο προς τους ανθρώπους και όχι μόνο με χρήματα, τονίζει ο Άγιος Χρυσόστομος. Όσο για την απολαβή, φαινομενικά είναι ίση (ελεήμονες- ελεηθήσονται), όμως δεν είναι διότι οι ελεήμονες ελεούν ως άνθρωποι, αλλά οι ίδιοι ελεούνται από τον Θεό. 

6ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι καθαροί την καρδία, ότι αυτοί τον Θεό όψονται 

          Καθαρούς, σύμφωνα με το Χρυσόστομο, ονομάζει εκείνους που είναι γενικώς ενάρετοι με καθαρή συνείδηση ή εκείνους που οι ενέργειές τους είναι ευσεβείς. Τονίζει τη σημασία της αρετής αυτής, ώστε να δεί ο άνθρωπος το Θεό. Επισημαίνει πως δεν είναι αρκετή η ελεημοσύνη, γι’ αυτό και προσθέτει αυτόν το μακαρισμό. 

7ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται 

          Με τον μακαρισμό αυτό έχει σκοπό να καταπολεμήσει τα μίση και τις έριδες και να συμφιλιωθούν όσοι φιλονικούν. Η αμοιβή που καθορίζεται είναι πνευματική. Πράγματι, αυτή ήταν η αποστολή του Υιού του Θεού, να συμφιλιώσει τους ανθρώπους. 

8ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών 

          Με τον όρο ‘δικαιοσύνη’ εννοείται η χριστιανική τελειότητα, σχολιάζει ο Χρυσόστομος. Μιλά για αυτούς που διώχθηκαν και τιμωρήθηκαν για την αφοσίωσή τους στο Χριστό. 

9ος Μακαρισμός: Μακάριοι έστε, όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσιν και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι, ένεκεν εμού. Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς 

          Εδώ ο Χριστός μιλά για όσους δέχονται κατάκριση και κακολογία από άλλους, όταν όμως πρόκειται για ψεύτικες κατηγορίες. Ο μισθός πάντοτε είναι η βασιλεία των ουρανών, ακόμα και όταν δεν το λέει. Καθορίζει διάφορες αμοιβές στους μακαρισμούς του, αλλά ορίζει ότι όλοι αυτοί θα εισέλθουν στη βασιλεία των ουρανών. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί τη λέξη ‘μακάριοι’. Δεν γίνεται να θεωρείται μακάριος αυτός που αμοίβεται με υλικό τρόπο, δηλαδή σε αυτή την ζωή που όλα τελειώνουν γρήγορα. Όσοι κακολογούν βλάπτονται οι ίδιοι, συνεχίζει ο άγιος Χρυσόστομος, γιατί το κάνουν από δική τους κακία και δεν ευθύνονται αυτοί που το υπομένουν. Δίνει το παράδειγμα των προφητών, που υπέμειναν και εκείνοι το ίδιο. Ο Χριστός υποδηλώνει την ισοτιμία του με τον Πατέρα του λέγοντας πως όπως οι προφήτες εκδιώχθηκαν για τον Πατέρα, έτσι θα διωχθούν όλοι οι άνθρωποι για το Χριστό.

          Τέλος, καθορίζει μεγάλη αμοιβή όχι μόνο για τη δίωξη και το θάνατο, αλλά και για την κακολογία. Κι αυτό, γιατί όταν κινδυνεύει κάποιος πολλοί τον στεφανώνουν, τον ανακηρύσσουν ήρωα, τον ενθαρρύνουν. Όταν τον κακολογούν όμως, η ενθάρρυνση σταματά και ο άνθρωπος λυγίζει, σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος.

         Είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως με τη διδασκαλία αυτή ανατρέπονται όλες οι κοσμικές αντιλήψεις που θεωρούν ευτυχισμένους όσους έχουν χρήματα, απολαμβάνουν υλικά αγαθά και δόξα. Αντίθετα, ο Χριστός εγκαινιάζει μια καινούρια εποχή κατά την οποία ευτυχισμένοι είναι οι πράοι, οι θλιμμένοι, οι έχοντες πίστη και αγάπη για το Θεό, όσοι ανέχονται κακολογίες και όσοι διώκονται. Με αυτά τα λόγια λοιπόν, συμβουλεύει ο Χριστός τους μαθητές του, τα οποία αποτελούν διδασκαλία μεγάλης σημασίας για την είσοδο κάθε πιστού στη βασιλεία του Θεού.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Η Προσευχή είναι το οξυγόνο της ψυχής! 

Το πρώτο και κύριο που έχουμε να πούμε για την προσευχή είναι ότι όποιος προσεύχεται συνομιλεί με το Θεό. Τι θα πει να είσαι άνθρωπος και να μιλάς στο Θεό ποιος δεν το ξέρει. Να εκφράσει όμως με λόγια αυτή την τιμή κανείς δεν το μπορεί.

Η προσευχή σε χωρίζει από τα άλογα ζώα και σε ενώνει με τους αγγέλους. Κι ο άνθρωπος που αφιερώνει όλη του τη ζωή με επιμέλεια στις προσευχές και στη λατρεία του Θεού γρήγορα θα μετατεθεί στην πολιτεία των αγγέλων, στη δική τους την τιμή, την ευγένεια , τη σοφία και τη σύνεση.
Τι πιο άγιο, πιο καλό, πιο ευγενικό και γεμάτο σοφία από τους συνομιλητές του Θεού; Αν αυτούς που μιλούν με τους σοφούς τους κάνει η συνεχής συναναστροφή να πάρουν γρήγορα κάτι από τη σοφία τους, τι θα μπορούσαμε να πούμε για κείνους που μιλούν με το Θεό και προσεύχονται; Πόση σοφία, πόση αρετή, και σύνεση και αγνότητα, πόση γλυκύτητα συμπεριφοράς τους γεμίζει η προσευχή και η δέηση;

Νομίζω πως λέει την αλήθεια όποιος πει πως οι προσευχές είναι τα νεύρα της ψυχής. Το σώμα συγκρατείται με τα νεύρα και τρέχει και στέκεται όρθιο και ζωντανό και στέρεο. Αν κάποιος κόψει τα νεύρα, τότε καταστρέφει κάθε ισορροπία του σώματος. Έτσι και οι ψυχές στερεώνονται με τις άγιες προσευχές και στήνονται όρθιες και τρέχουν με ευκολία το δρόμο του Θεού.

Κι αν αποστερήσεις τον εαυτό σου από την προσευχή, είναι σαν να βγάζεις ένα ψάρι από το νερό. Όπως για το ψάρι ζωτικός χώρος είναι το νερό, για σένα ζωτικός χώρος είναι η προσευχή. Όπως το ψάρι γλιστράει στο νερό, έτσι και συ με την προσευχή μπορείς να πετάξεις, να διαπεράσεις τους ουρανούς και να βρεθείς κοντά στο Θεό.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος - Από το βιβλίο «Μικρή φιλοκαλία της καρδιάς»

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ- ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΖΑΚΧΑΙΟΝ ΤΟΝ ΤΕΛΩΝΗΝ!

 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Ομιλία εις τον Ζακχαίον τον Τελώνην 

Ὅσοι ἐπιθυμοῦν τὰ καλά, δέ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς διψασμένους, ἀγαπητοί. Ὅσο δὲ βρίσκουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦνε, τόσο ἀνάβει ἡ δίψα τους γιὰ ὅ,τι ποθοῦν. Καὶ τὴ νύχτα ὀνειρεύονται σὰ διψασμένοι τίς πηγές τῶν πόθων τους. Κι ὅταν ξημερώση πηγαίνοντας ἀπό τόπο σέ τόπο, μέ ἀεικίνητα μάτια βλέποντας γύρω, ἀναζητοῦν αὐτά πού ποθεῖ ἡ καρδιά τους. Κι ὅπως ὁδοιπόροι, πού σέ ὥρα μεσημεριοῦ διασχίζουν ἄνυδρο τόπο, ἀναγκασμένοι ἀπὸ τὴ δίψα βλέπουν γύρω τους πηγές· καὶ πολλὲς φορὲς θὰ τοὺς δῆς ν’ ἀνεβαίνουν καὶ βουνὰ ὅπου ὑπάρχει πηγή· κι ὅταν ἀπό μακριὰ τὴ δοῦν, χαίρονται καὶ συνεχίζουν τὴν πορεία τους πρὸς αὐτὴ μέ βιάση· ἔπειτα φθάνουν στὴν πηγὴ καὶ σβήνουν μὲ τὸ νερὸ τὴ δίψα τους· τέτοιοι εἶναι κι οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἡμέρα ἀναζητοῦν τὸν ποθητό τους Χριστὸ μὲ καλά ἔργα καὶ τὴ νύχτα εἶναι κοντά του μὲ τὴν προσευχή κι ὅταν κοιμοῦνται βλέπουν στὸ ὄνειρό τους ὅτι περπατοῦν μαζί του.

Ὅταν στὰ ὁράματά τους τὸν ἰδοῦν ἀπὸ μακριά χαίρονται κι ἀναγαλλιάζουν καθὼς οἱ διψασμένοι, ὅταν βροῦν τὶς πηγὲς ποὺ ποθοῦν. Κι ὅταν ξυπνήσουν θέλουν νά ξανακοιμηθοῦν, γιὰ ν’ ἀντικρύσουν στὸν ὕπνο τους τὴν ἴδια πάλι ὁπτασία. Τέτοιος καὶ ὁ Ζακχαῖος ποὺ διαβάσαμε πρὶν ἀπὸ λίγο στὸ Εὐαγγέλιο. Δῆτε τον ποὺ τρέχει καὶ ὁ θεῖος πόθος τὸν πυρπολεῖ· σκαρφαλώνει στὸ δένδρο καὶ ψάχνει γύρω τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ δῆ τὴ ζωοδότρα πηγή. Κι ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἀντίκρυσε τὸν Κύριο, ξεκούρασε τὴν ὅραση του, περισσότερο ὅμως ἀναρρίπισε τὸν πόθο στὴν καρδιά του· «Μπῆκε λοιπόν ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱεριχὼ καὶ περιπατοῦσε στὸν δρόμο. Βρῆκε κάποιον λεγόμενο Ζακχαῖο. Ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. Ἤθελε πολὺ νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ». Πρόσεξε, ἀγαπητέ μου, τόν πόθο τῆς ψυχῆς του. Δέν μποροῦσε ὅμως νὰ δῆ ἀπὸ τὸ πλῆθος, γιατὶ ἦταν μικρὸ τὸ ἀνάστημά του. Τρέχει λοιπὸν μπροστά κι ἀνεβαίνει σὲ μιὰ μουριὰ γιὰ νὰ δῆ τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ. Ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸ μικρὸ ἀνάστημα καὶ τὴν πολλὴ γνώση ζητοῦσε νὰ δῆ τὸν Χριστὸ, ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ μέσα στοὺς ἀνθρώπους πού χάριζε τὸν οὐρανό, ἤθελε νὰ δῆ τὸ δημιουργὸ τῶν ἀγγέλων, νὰ δῆ νὰ βαδίζη μὲ βήματα ἀνθρώπου ὁ φωτοδότης τοῦ οὐρανοῦ, ὑπέργειου φωτός. Ζητοῦσε νὰ δῆ πῶς ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καθισμένος στὸ νέφος πλημμύρισε μὲ φῶς τῶν πιστῶν τὰ ψυχικὰ μάτια. Ζητοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ Ἰησοῦ, τὸν ὡραῖο, τὸν ποθητὸ, τὸ γλυκύ, ποὺ μὲ τὄνομά του δηλώνει καὶ τὴν πράξη. Νὰ δῆ τὸ πορφυρόμαλλο πρόβατο, ποὺ τὸ αἶμα του ἔγινε τὸ τίμημα τῆς οἰκουμένης καὶ τὸ μαλλί του ἔντυσε τοὺς γυμνοὺς ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὡς τὸ τέλος. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ ὁ αἰχμάλωτος στρατιώτης τὸ βασιλιά του, τὸ πρόβατο τὸ βοσκό του, ὁ παραπλανημένος τὸ δρόμο του, ὁ σκοτισμένος τὸ φῶς. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν κήρυκα τῆς εὐσεβείας, αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε γευτῆ τὴ γλυκύτητα τῆς θεογνωσίας.

Ζητοῦσε νὰ δῆ ὁ ἄρρωστος τὴν ὑγεία του, ὁ πεινασμένος τὴν οὐράνια τροφή, ὁ διψασμένος τὴν ζωοδότρα πηγή. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν ἐμψυχωτὴ τῶν ἱερέων καὶ τὸν ξυπνητὴ τοῦ Λαζάρου. Ὤ, τὸ θεϊκὸ ἔρωτα! Ὤ, τὴν ἐπιθυμία! Ὤ, τὸ χρυσόφτερο ἔρωτα, ἤ καλύτερα τὸν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀνεβάζει στὸν οὐρανὸ τὴν ψυχὴ ποὺ τὸν ἔχει. Ὁ θεϊκὸς ἔρωτας ποὺ τὸν ἐσήκωσε ἀπὸ τὴ γῆ, τὸν ἔκαμε κιόλα ν’ ἀνεβῆ στὸ δένδρο. Δὲν τὸν ἄφησε νὰ ἐξακολουθήση νὰ βλέπη τὰ πράγματα τῆς γῆς, οὔτε καὶ νὰ συναστρέφεται τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ τὴ θεία ἀγάπη ποθῶντας στρέφει τὸ βλέμμα στὰ οὐράνια ἀγαθά. Ἀπὸ τὰ γήινα τρέχει πρὸς τὰ οὐράνια, ποὺ προκαλοῦσαν τὴν προθυμία του κι ἀφοῦ σκαρφάλωσε στὸ δέντρο ἔψαχνε γύρω ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ μὲ φαντασία βρισκόταν στὸν οὐρανό. Κι ὅταν εἶδε ὁ Ζακχαῖος τὸ Χριστὸ τοῦ μίλησε ταιριαστά. Σ’ ἐσένα σήκωσα τὰ μάτια μου ποὺ κατοικεῖς στὸν οὐρανό. Εἶδε τὸν Κύριο ὁ Ζακχαῖος καὶ δυνάμωσε ἡ ἐπιθυμία του περισσότερο. Τὸν ἄγγιξε στὴν ψυχή κι ἔγινε διαφορετικὸς ἄνθρωπος· ἀπὸ τελώνης ζηλωτής, ἀπὸ ἄπιστος πιστός, ἀπὸ λύκος πρόβατο σφραγισμένο γιὰ τὴ σφαγή. Ποιός νιώθει τέτοια ἐπιθυμία γιὰ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του, ποιός ἀγάπησε τὴ γυναίκα ἤ τὰ παιδιὰ του, ὅπως ὁ Ζαχκαῖος τὸν Κύριο, ὅπως φανερώνουν τὰ ἴδια τὰ πράγματα; Μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ τετραπλάσια ἔδωσε σ’ ὅποιους ἐσυκοφάντησε. Συμπεριφορὰ ἄριστη μαθητοῦ, καὶ δασκάλου ἐπιείκεια καὶ δύναμη θεϊκή· ἀπὸ τὴ θέα του μόνο ὁ Ἰησοῦς ὁδηγεῖ στὴν πράξη. Κανένα διδακτικό λόγο δὲν εἶχε πεῖ ὁ Κύριος στὸ Ζακχαῖο, παρουσιάστηκε μόνο σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε καὶ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του τραβιόταν ἐπάνω ἡ δύναμη τῆς πίστεως. Παρόμοιο ἔγινε καὶ στὴν αἱμορροοῦσα· ἦρθε κοντὰ στὸν Κύριο καὶ ζητοῦσε νὰ τὴ θεραπεύση, μὰ δὲ δεχόταν νὰ τοῦ ἀγγίξη τὸ χέρι. Κι ἐκείνη τοῦ ἀγγίζει κρυφά τὴν ἄκρη ἀπ’ τά ροῦχα του. Καὶ τῆς θεραπείας τὴ δύναμη σὰ σφουγγάρι μὲ τὸ ἄγγιγμά της τὴν τράβηξε. Κι ὁ Ζαχκαῖος ἐνεργοῦσε ἀσυναίσθητα, κινημένος ἀπὸ βία θεϊκὴ καὶ ἀπὸ πνευματικὸν ἔρωτα ἀναμμένος ἀνέβαινε στὴ μουριὰ. Ὁ Κύριος ὅμως ἀνακαλύπτοντας κάποιο μυστικὸ τοῦ λέει, κατέβα. Γνώρισα τὴν ψυχή σου, γνώρισα τὸν ἱερὸ ἔρωτά σου· Κατέβα. Θυμήσου ὅτι κι ὁ Ἀδὰμ ὅταν ἔνιωσε τὴ γυμνότητά του, κρύφτηκε πίσω ἀπὸ τὴ συκιά. Καὶ σὺ ποὺ θέλεις νὰ σωθῆς, μὴν τρέχῃς πάνω στὴ μουριά. Πρέπει νὰ τὴν ξηράνω αὐτὴ τὴ μουριὰ καὶ νὰ φυτέψω ἄλλη, τὸ σταυρό. Ἐκεῖνος εἶναι τὸ εὐλογημένο δέντρο καὶ σ’ αὐτὸ νὰ ὁδηγῆς τὰ βήματα τῆς ψυχῆς σου. Ἀπὸ αὐτὸ ἀκοντίζεσαι ἀμέσως στὸν οὐρανό. Ἐνῶ στῆς μουριᾶς τὰ φύλλα καὶ τὸ φίδι περιπλέκεται, καὶ σ’ αὐτὴ κρύβεται καὶ σ’ αὐτὴν ἐκλώσσησε τὰ μικρά του. Κατέβα γρήγορα, προτοῦ ἀρχίση νὰ ψιθυρίζη στὴν ψυχή σου, ὅπως καὶ στὴν Εὔα ποὺ τὴν ἔπεισε νὰ δοκιμάση τὴ γλυκειὰ ἡδονή. Κατέβα γρήγορα. Ὅσο στέκομαι ἐγώ, κατέβα ἀπ’ αὐτή· ὅταν τὸ βλέπω ἐγώ, ἐκεῖνο φιμώνεται. Κατέβα γρήγορα, δὲ θέλω νὰ σ’ ἀφήσω πάνω στὴ μουριά, δὲ θέλω νὰ χαθῇς. Δικὸ μου πρόβατο εἶσαι, σ’ ἐμένα ἔτρεξες. Κατέβα γρήγορα καὶ περίμενέ με στὸ σπίτι σου. Πρέπει νὰ ξεκουραστῶ ἐκεῖ. Ὅπου ὑπάρχει πίστη, ἐκεῖ ξεκουράζομαι. Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ πηγαίνω. Ξέρω τί θὰ κάμης σὲ λιγο· ξέρω ὅτι θὰ δώσης ὅλα τὰ ὑπάρχοντά σου στοὺς φτωχοὺς καὶ πρῶτα ὅτι θὰ ἐπιστρέψης τὸ τετραπλάσιο σ’ ὅσους ἐσυκοφάντησες. Σὲ τέτοιους ἀνθρώπους μ’ εὐχαρίστηση φιλοξενοῦμε. Κι ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε βιαστικός, πῆγε στὸ σπίτι του κι ὑποδέχτηκε τὸν Ἰησοῦ. Καὶ γεμᾶτος χαρά, εἶπε ἀφοῦ στάθηκε –οὔτε περπατῶντας, οὔτε καθισμένος ἀλλὰ ἀφοῦ στάθηκε, γιὰ νὰ δείξη τὴν ἀμετάθετη ἀπόφασή του- καὶ ἀφοῦ στάθηκε μίλησε, ὅταν μὲ θερμὴ ψυχὴ κι ἀμεταμέλητη ἀπόφαση ἀποδυόταν στὸν ἀγῶνα. Ἤξερε ποῦ σπέρνει καὶ ποῦ ἦταν νὰ θερίση καὶ εἶπε· Δίνω στοὺς φτωχοὺς τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ γυρίζω τὸ τετραπλάσιο σ’ ὅσους ἐσυκοφάντησα. Ὤ ἄδολη ἐξομολόγηση, ποὺ βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ καθαρή. Ἐξομολόγηση ἀθάμπτωτη –μπροστὰ στὴν ἀθάμπωτη δόξα τοῦ θεοῦ- πού εἶναι ἡ πίστη ἡ πνοή της κι ἡ δικαιοσύνη τὸ ἄνθος της. Αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης ἄς μᾶς κάμη ἄξιους ὁ Θεὸς τῶν ὅλων μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 

(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου, “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ. 114-118)

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ: Ο ΠΗΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΡΙ!

 Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
Ο πηλός και το κερί 

«Ο Θεός είναι ο Ήλιος της δικαιοσύνης, όπως έχει γραφεί, σκορπώντας σ’ όλους γενικά τις ακτίνες της καλοσύνης του, και η ψυχή γίνεται στο φρόνημα είτε κερί όταν αγαπά τον Θεό ή πηλός όταν αγαπά την ύλη.
Όπως λοιπόν σύμφωνα με τη φύση του ο πηλός ξεραίνεται από τον ήλιο, ενώ το κερί κατά φύση μαλακώνει, έτσι και ψυχή που αγαπά την ύλη και τον κόσμο ακούοντας τις νουθεσίες του Θεού κι αντιδρώντας με το φρόνημα καθώς ο πηλός σκληραίνει κι όπως ο Φαραώ, σπρώχνει τον εαυτό της στην καταστροφή. 

Αλλά κάθε ψυχή που αγαπά το Θεό σαν κερί που είναι μαλακώνει και με την εισδοχή των θεϊκών σημείων και τύπων γίνεται πνευματικό κατοικητήριο του Θεού.Όποιος καταφώτισε το νου του με τα θεία νοήματα και συνήθισε την γλώσσα του να δοξολογεί αδιάκοπα τον Δημιουργό με θείους ύμνους και εξαγίασε τις αισθήσεις του με τις αγνές φαντασίες, αυτός στο κατ’ εικόνα θείο καλό, πρόσθεσε το καθ’ ομοίωση αγαθό της γνώμης του.

Φυλάει κανείς ακηλίδωτη την ψυχή του για το Θεό, αν εξαναγκάσει το πνεύμα του να διανοείται μόνο για το Θεό και τις αρετές του, αν καταστήσει το λόγο του εξηγητή κι ερμηνευτή των ιδίων αρετών, κι αν διδάξει την αίσθησή του να φαντάζεται με ευλάβεια τον ορατό κόσμο κι όλα όσα περιέχει πληροφορώντας την ψυχή του για το μεγαλείο των λόγων που αυτά περικλείουν.

Ο Θεός, αφού μας ελευθέρωσε από τη σκληρή δουλεία των δαιμόνων που μας εξουσιάζουν, μας χάρισε φιλάνθρωπο ζυγό της θεοσέβειας την ταπεινοφροσύνη· δαμάζει αυτή κάθε διαβολική δύναμη και σ’ όποιους την προτιμήσουν χτίζει κάθε αγαθό και το φυλάει ανάλωτο από τις ραδιουργίες.

Όποιος πιστεύει φοβάται, κι όποιος φοβάται ταπεινοφρονεί, κι όποιος ταπεινοφρονεί γίνεται πράος κρατώντας μέσα του άπρακτα τα παρά φύση κινήματα του θυμού και της επιθυμίας. Ο πράος φυλάει τις εντολές· όποιος φυλάει τις εντολές γίνεται καθαρός· όποιος γίνει καθαρός φωτίζεται εσωτερικά, κι όποιος φωτιστεί γίνεται άξιος να συγκοιμηθεί με το νυμφίο Λόγο στον κοιτώνα των Μυστηρίων». 

Από τα ‘’Θεολογικά κεφάλαια’’, σελ. 451- 453, Έργα αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, ΕΠΕ 14. 

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ: ΜΗ ΞΕΠΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

 Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
Μη ξεπέσεις από την αγάπη του Θεού
Από τη Φιλοκαλία 

Έργο αγάπης είναι η προς τον πλησίον ολόψυχη ευεργεσία και μακροθυμία και υπομονή, και η χρήση των πραγμάτων με ορθό λόγο. 

Όποιος αγαπά το Θεό, δεν λυπεί κανέναν, ούτε λυπάται από κανέναν για πρόσκαιρα πράγματα. Μια μόνο λύπη προξενεί και δοκιμάζει, τη σωτήρια λύπη, την οποία ο μακάριος Παύλος και δοκίμασε και προξένησε στους Κορίνθιους (Β’ Κορ. 7:8-11). 

Εκείνος που αξιώθηκε να λάβει τη θεία γνώση και απόκτησε δια μέσου της αγάπης τον φωτισμό της, δε θα παρασυρθεί ποτέ από το πνεύμα της κενοδοξίας. Εύκολα όμως παρασύρεται από αυτήν όποιος δεν αξιώθηκε την θεία γνώση. Αλλά αν ο άνθρωπος αυτός σε κάθε τι που πράττει έχει στραμμένο το βλέμμα του στο Θεό, με την αίσθηση ότι όλα τα πράττει γι’ Αυτόν, εύκολα με τη βοήθεια του Θεού θα απαλλαγεί από την κενοδοξία. 

Όποιος δεν απόκτησε ακόμη τη θεία γνώση, που εκδηλώνεται με την αγάπη, έχει μεγάλη ιδέα για όσα έργα κάνει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Εκείνος όμως που αξιώθηκε και την απόκτησε, λέει με βαθιά συναίσθηση τα λόγια που είπε ο Πατριάρχης Αβραάμ όταν είδε τον Θεό: «Εγώ είμαι χώμα και στάχτη» (Γεν. 18:27). 

Εκείνος που φοβάται τον Κύριο, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη, και με τις ενθυμήσεις που αυτή προκαλεί, φτάνει στην θεία αγάπη και ευχαριστία. Φέρνει στο νου του τη ζωή που έκανε πρωτύτερα στον κόσμο, και τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς που αντιμετώπισε από τον καιρό της νεότητάς του, και πώς απ’ όλα εκείνα τον γλύτωσε ο Κύριος, και τον μετέφερε από την ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο· και μαζί με το φόβο, αποκτά και την αγάπη, ευχαριστώντας πάντοτε με πολλή ταπεινοφροσύνη τον Ευεργέτη και Κυβερνήτη της ζωής μας. 

Μη λερώσεις το νου σου ανεχόμενος λογισμούς επιθυμίας και θυμού, για να μην ξεπέσεις από την καθαρή προσευχή και περιπέσεις στο πνεύμα της ακηδίας. 

Τότε ο νους χάνει την οικειότητα που έχει με το Θεό, όταν δέχεται πονηρούς ή ακάθαρτους λογισμούς να παραμένουν. 

Αν θέλεις να μην ξεπέσεις από την αγάπη του Θεού, μήτε τον αδελφό να αφήσεις να κοιμηθεί στενοχωρημένος από σένα, μήτε συ να κοιμηθείς στενοχωρημένος εναντίον του. Συμφιλιώσου με τον αδελφό σου και τότε πήγαινε και πρόσφερε στο Χριστό με καθαρή συνείδηση το δώρο της αγάπης (Ματθ. 5:24), με ένθερμη προσευχή. 

Από το βιβλίο: ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ, Τόμος Β’. Εκδόσεις “Το περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 1998. Άγιος Μάξιμος Ομολογητής, Κεφάλαια περί αγάπης, Α’ εκατ., σελ. 52 (§§ 40-41, 46-50, 53).

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ: ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ!


Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
Αποκάλυψη Αγγέλου περί της ψυχής του ανθρώπου μετά θάνατον 

Καθὼς ὁ ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος βάδιζε μέσα στὴν ἀχανῆ ἔρημο, τὸν ἀκολούθησε ἕνας ῎Αγγελος. ῎Εστρεψε νὰ δεῖ, κ᾿ ἐκεῖνος τὸν χαιρέτησε πολὺ σεβαστικά:

– Εὐλόγησον, ἅγιε Γέροντα!

῾Ο ἀββᾶς Μακάριος τὸν πέρασε γιὰ κάποιον ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς τῆς ἐρήμου καὶ τοῦ εἶπε, ἀνταποδίδοντας τὸν χαιρετισμό:

– ῾Ο Κύριος νὰ σ᾿ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ συγχωρήσει, τέκνο μου.

Περπάτησαν ἔτσι μαζὶ κάμποσο διάστημα. Καὶ ὁ ἅγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν ὅλη παρουσία, ποὺ ἄστραφτε ἀπὸ φῶς καὶ ὡραιότητα, τοῦ λέει κάποια στιγμή:

– Τέκνον μου, σὲ βλέπω καὶ ἀπορῶ, θαυμάζοντας τὴ μορφή σου ποὺ ἀστραποβολεῖ καὶ τὴν ὡραιότητά σου τὴν ἀπαρομοίαστη. Καί ἐπειδή, ὡς ἄνθρωπος, δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ δῶ τόσην ὀμορφιά σὲ ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, ἀρχίζω καὶ ἀναρωτιέμαι μήπως δὲν εἶσαι ἄνθρωπος; Σε ἐξορκίζω, λοιπόν, στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ μοῦ πεῖς τὴν ἀλήθεια.

Τότε ὁ ῎Αγγελος ἔβαλε μετάνοια στὸν ἅγιο Μοναχό, καὶ τοῦ λέει:

– Εὐλόγησον, ἅγιε πάτερ. ῞Οπως καλὰ τὸ διέκρινες, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶμαι ῎Αγγελος· καί ἦρθα νὰ σὲ διδάξω τά ἄγνωστα μυστήρια ποὺ δὲν ξέρεις καί ἔχεις τόσην ἐπιθυμία νὰ μάθεις. ᾿Αφοῦ, λοιπόν, γι᾿ αὐτὸ ἦρθα, ρώτησε με γιὰ ὅ,τι θέλεις νὰ μάθεις κ᾿ ἐγὼ θὰ σοῦ ἀποκριθῶ.

Καὶ ὁ ἅγιος Μοναχός, μὲ τὴ σειρά του, ἔβαλε κι αὐτὸς μετάνοια στὸν ἅγιον ῎Αγγελο, ἔστρεψε τὰ χέρια καὶ τό βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε:

– Σ᾿ εὐχαριστῶ, πανάγαθε Κύριε, ποὺ μὲ λυπήθηκες καὶ μοῦ ἔστειλες ὁδηγὸ καὶ διδάσκαλο, γιὰ νὰ μὲ διδάξει ὅσα δὲν ξέρω κ᾿ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τ᾿ ἀπόκρυφα καὶ ἄρρητα μυστήρια τῆς πίστεως!

Καὶ μὲ μιὰ πολὺ εὐγενικὴ προθυμία ὁ ῎Αγγελος λέει στὸν ἀββᾶ Μακάριο:

– ῎Ελα, λοιπόν, ἅγιε Γέροντα καὶ πάτερ· ἄρχισε τὶς ἐρωτήσεις σου.   

– Πές μου, σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε: οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀναπαύονται καὶ μετὰ τὸ θάνατό τους φεύγουν ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο, ἐκεῖ στὸν ἄλλο, τὸν αἰώνιο, ἀναγνωρίζουν ἄραγε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο; 

– ῎Ακουσε, ἅγιε πάτερ, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος. ῞Οπως ἀκριβῶς συμβαίνει σέ αὐτό τὸν κόσμο, ὅπου κοιμοῦνται τὸ βράδυ καὶ ξυπνοῦνε τὸ πρωΐ, καὶ ὅταν σηκώνονται ἀναγνωρίζουν αὐτοὺς ποὺ εἶχαν συναντήσει τὴν προηγούμενη μέρα, καὶ συνομιλοῦν μαζί τους, ἤ τρῶνε καὶ πίνουν καί εὐφραίνονται ἀντάμα, ρωτώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ διάφορα θέματά τους, ἔτσι γίνεται καὶ στὸν ἄλλον κόσμο· ὁ ἕνας βλέπει καὶ ἀναγνωρίζει τὸ συνάνθρωπό του, εὐφραίνεται μὲ τὴ συντροφιά του καὶ συνομιλεῖ μαζί του, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει κ᾿ ἐδῶ κάτω, ποὺ ὅταν βγαίνει κανεὶς ἔξω ἀπ᾿ τὸ σπίτι του ἤ πάει στὴν ἀγορά, καί ἐκεῖ βλέπει φτωχοὺς ἤ ἄρχοντες καὶ ρωτάει, «ποιὸς εἶναι αὐτὸς» καὶ «ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος», καὶ ρωτώντας μαθαίνει καὶ γνωρίζει καὶ κείνους ποὺ δὲν εἶχε τύχει ποτὲ νὰ συναντήσει, ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει κ᾿ ἐκεῖ ψηλὰ μὲ τοὺς δικαίους· ὑπογραμμίζω τοὺς δικαίους, γιατὶ αὐτὸ τὸ προνόμιο δὲν τό ᾿χουν οἱ ἁμαρτωλοί.

Προχωρώντας, ὁ ἀββᾶς Μακάριος ξαναρωτάει τὸν ῎Αγγελο: 

– ᾿Απάντησέ μου καὶ σὲ τοῦτο, σὲ παρακαλῶ: μετὰ τὸν τόσο δύσκολο χωρισμὸ της ψυχής από το σώμα τί γίνεται; Και, αφού ο χωρισμός έχει γίνει και η ψυχή έχει πάρει το δρόμο της, γιατί κάνουμε τόσα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους; 

Ο Άγγελος πήρε βαθειά ανάσα και άρχισε την απόκρισή του:

– Άκουσε, άγιε πάτερ μου. Μετά το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, έρχονται οι άγιοι Άγγελοι και την τρίτη μέρα την παίρνουν και την πηγαίνουν στον ουρανό, για να προσκυνήσει τον Κύριο μας, τον Ιησού Χριστό.

Πρέπει, όμως, να σου πω εδώ πως σε τούτο το διάστημα, δηλαδή από τη γη ως τον ουρανό, υπάρχει μια μεγάλη Σκάλα, με πολλά σκαλιά και σε κάθε σκαλί, βλέπει κανείς ένα τάγμα δαιμόνων, που λέγονται τελώνια. Αυτά τα τελώνια και πονηρά πνεύματα, μόλις αντικρύσουν την ψυχή, κουβαλούν αμέσως τα πολλά και γεμάτα με τις αμαρτίες χειρόγραφα κι αυτά τα χειρόγραφα τα δείχνουν στους Αγγέλους λέγοντας:

– »την τάδε χρονιά, τη δείνα ώρα και τις τόσες του μηνός, η ψυχή αυτή έκαμε τούτο κ’ εκείνο, δηλαδή έκλεψε, είπε ψέματα, πόρνεψε, διέπραξε το δείνα έγκλημα, έπεσε σε μοιχεία»

και ό,τι τέλος πάντων αμάρτημα έκαμε, κ’ είναι λεπτομερώς από τους δαίμονες γραμμένο.

Τότε και οι άγιοι Άγγελοι παίρνουν άλλες περγαμηνές και άλλα χειρόγραφα, όπου είναι γραμμένες όλες οι αγαθοεργίες της ψυχής εκείνης: ελεημοσύνες, προσευχές, λειτουργίες, νηστείες και ό,τι άλλο καλό είχε κάνει στην επίγεια ζωή της.

Ζυγίζουν τότε και αντισταθμίζουν οι Άγγελοι και οι Δαίμονες τα έργα της ψυχής: και αν βρεθούν περισσότερα τ’ αγαθά, τότε παίρνουν την ψυχή πάλι οι Άγγελοι και την ανεβάζουν στο επόμενο σκαλί, ψηλότερα.

Όταν, όμως, βλέπουν οι δαίμονες πως ξέφυγε η ψυχή από τα χέρια τους και αρχίζει να ανεβαίνει σε ψηλότερο σκαλί, τρίζουν τα δόντια τους απ’ το θυμό σαν τα λυσσασμένα σκυλιά και ρίχνονται καταπάνω στους Αγγέλους να την αρπάξουν, έστω και την τελευταία στιγμή από τα χέρια τους.

Σ’ αυτό το μεταξύ, φοβισμένη και κατατρομαγμένη η ψυχή απ’ όλα αυτά, πάει να κρυφτεί κάτω από τα φτερά των Αγγέλων, για να γλυτώσει.

Και εκεί γίνεται μια μεγάλη λογομαχία και πάλη ανάμεσα στους Αγγέλους και στους Δαίμονες, ώσπου να ελευθερωθεί πέρα για πέρα εκείνη η ταλαίπωρη ψυχή από τα λυσσασμένα νύχια των Δαιμόνων.

Ανεβαίνουν τελικά οι Άγγελοι με την ψυχή και προχωρούν προς το επόμενο σκαλί.

Μα κι εκεί βρίσκουν άλλο τελώνιο, πιο άγριο και πιο φοβερό. Κ’ εδώ οι Δαίμονες κάνουν μεγάλη φασαρία και ταραχή απερίγραπτη, για το ποιος θα κερδίσει την κατατρομαγμένη ψυχή. Αρχίζουν οι Δαίμονες πάλι να κραυγάζουν άγρια και να ελέγχουν την ψυχή, ρωτώντας επιδεικτικά:

– Πού πας ν’ ανέβεις εκεί ψηλά; Δεν είσ’ εσύ που έπεσες στην πορνεία και καταμόλυνες το μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος; Δεν είσ’ εσύ που βρώμισες με τις πράξεις σου το αγγελικό σχήμα; Και τώρα για που κίνησες να πας, αφού δεν σου αξίζει ο τόπος εκείνος; Γύρνα πίσω! Έλα πάλι κάτω! Πάρε το δρόμο και κατέβα στον σκοτεινό τον «Άδη! Πήγαινε στο πυρ το εξώτερον και στα σκουλήκια που άγρυπνα ροκανίζουν τα θύματά τους!..

Και τότε, αν η ψυχή εκείνη με τα έργα της είναι άξια για την αιώνια καταδίκη, την παίρνουν οι πονηροί και ανάλγητοι Δαίμονες και την κατεβάζουν στα καταχθόνια της γης, σε τόπο φοβερό και κατασκότεινο. Και, αλλοίμονο πια στην ταλαίπωρη εκείνη ψυχή! Ουαί και αλλοίμονο στην ψυχή εκείνη, που θα καταριέται την ώρα που γεννήθηκε… Τότε είναι να σε πιάνει λύπηση να βλέπεις τις ψυχές που είναι καταδικασμένες για κείνον τον τόπο και να τις βλέπεις, άγιε πάτερ, να έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη και να μην έχουν νa πιαστοῦν ἀπὸ πουθενά… Θλίψη ἀπερίγραπτη καὶ ἀβάσταχτος πόνος, ἀσήκωτος!…

Αν, ὡστόσο, ἡ ψυχὴ βρεθεῖ καθαρὴ καὶ δίχως ἁμαρτίες, τότε ἀνεβαίνει συντροφιὰ μὲ τοὺς Αγγέλους στὸν οὐρανὸ κ᾿ αἰσθάνεται πολὺ μεγάλη χαρά: κάθε τόσο συναντάει καὶ ἄλλους ᾿Αγγέλους, ποὺ κρατοῦν, ὅπως οἱ Διάκονοι στὴν ᾿Εκκλησία, λαμπάδες ἀναμμένες καὶ θυμιάματα μυροβόλα, καὶ τὴν κατασπάζονται μὲ ἀγάπη.

Μετὰ πᾶνε στὸ δεσποτικὸ θρόνο· ἐκεῖ προκυνάει τὸν Κύριο καὶ Θεό μας, τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό. Καὶ τότε ἀντικρύζει τοὺς χοροὺς τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων, τῶν ἁγίων Μαρτύρων, τῶν ἁγίων Πατέρων, τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αγίων ᾿Αγγέλων, μὲ τὴν ἄρρητη ἐκείνη λαμπρότητα, καὶ ἀκούει τὴν ἀγγελικὴ ἐκείνη μελωδία καί εὐφραίνεται ἀπὸ τὸ ἀπερίγραπτο κάλλος καὶ τὴν ἀσύλληπτη ὡραιότητα!

Ο Αββάς Μακάριος ρωτάει πάλι, σε λίγο:

– ῞Αγιε ῎Αγγελε, σὲ ρώτησα κάτι καὶ γιὰ τὰ μνημόσυνα: πῶς καὶ γιατί γίνονται; ᾿Απάντησέ μου, σὲ παρακαλῶ.

– ῎Ακουσέ με, λοιπόν, ἅγιε πάτερ μου. Τὰ μνημόσυνα ποὺ ὀνομάζονται «τρίτα», γίνονται ὅπως ἔχουμε ξαναπεῖ ὥσπου νὰ περάσουν οἱ τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ τὴν κοίμηση· γιατί, βέβαια, ἴσαμε νὰ περάσουν τρεῖς μέρες, ἡ ψυχὴ δὲν ἀνεβαίνει νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό. ῎Ετσι, λοιπόν, γίνονται αὐτὰ τὰ μνημόσυνα σὰν ἕνα δῶρο πρὸς τὸν Χριστὸ γιὰ κείνη τὴν ψυχὴ ποὺ πάει νὰ Τὸν προσκυνήσει.

Μετὰ τὴν προσκύνηση στὸν δεσπότη Χριστό, οἱ ῎Αγγελοι παίρνουν πάλι τὴν ψυχὴ καὶ τὴν κατεβάζουν στὴ γῆ. ᾿Εδῶ πιὰ τὴν περπατᾶνε στὰ διάφορα μέρη καὶ τοὺς τόπους ὅπου ἔζησε τὴν ἐπίγεια ζωή της καὶ τῆς θυμίζουν τὶς καλὲς καὶ τὶς κακὲς πράξεις της, λέγοντας:

– Θυμήσου πὼς ἐδῶ ἔκλεψες· ἐκεῖ ἔπεσες στὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας· ἐδῶ ἔπεσες στὴν καταλαλιά· ἐκεῖ σκότωσες· ἐδῶ ἔγινες ἐπίορκος· ἐκεῖ βλαστήμησες· ἐδῶ καταχράστηκες μὲ ὑπέρογκους τόκους· ἐκεῖ μέθυσες· ἐδῶ λογομάχησες ἁμαρτωλά· ἐκεῖ σκανδάλισες τοὺς ἀδελφούς σου – κ᾿ ἕνα σωρὸ ἄλλα, ποὺ ἡ κάθε ψυχὴ μπορεῖ νὰ διέπραξε.

῞Υστερα, πάλι, τὴν περνᾶνε ἀπὸ τοὺς ἄλλους τόπους, ὅπου ἔπραξε ἀγαθὰ ἔργα, λέγοντάς της:

– Θυμήσου πὼς ἐδῶ ἔκανες ἐλεημοσύνη· ἐκεῖ ἐνήστεψες· ἐδῶ ἔδειξες πραγματικὴ μετάνοια, μὲ δάκρυα καὶ συντριβή· ἐκεῖ ἔκανες λειτουργίες· ἐδῶ ἔκανες παρακλήσεις· ἐκεῖ ἔκανες ἀγρυπνίες· ἐδῶ προσευχές· ἐκεῖ γονάτισες καί ἔκανες μετάνοιες· ἐδῶ ἔδειξες σταθερότητα στὴν ἀρετὴ καὶ ἀντίσταση στὸν πειρασμό· ἐκεῖ ἔδειξες ἐγκράτεια – καὶ ὅλα τά ἄλλα καλὰ ἔργα ποὺ ἔκανε ἡ ψυχή.

Αὐτὸς ὁ περίπατος, σὲ ὅλα τὰ μέρη ποὺ ἔζησε ἡ ψυχή, κρατάει ἐννιὰ μέρες. Τὴν ἔνατη μέρα ἡ ψυχὴ ἀνεβαίνει πάλι νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη – δηλ. ὥς ἐκείνη τὴν ἡμέρα – γίνονται καὶ τὰ «ἔνατα» ὅπως τὰ ὀνομάζουμε, μνημόσυνα, τὰ ὁποῖα γίνονται καὶ στέλνονται σὰν δῶρο καὶ σὰν ἐνθύμηση στὸν Κύριο, γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ ἔρχεται, νὰ τὴν ὑποδεχθεῖ μὲ ἱλαρὸ βλέμμα καί εὐμενῆ διάθεση.

Οἱ παρακλήσεις ποὺ γίνονται μὲ τὰ μνημόσυνα, εἶναι γραμμένο πὼς γίνονται «πρὸς ὠφέλειαν». Καὶ λέγονται συχνὰ πὼς ὠφελοῦν τὴν ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου οἱ ἐλεημοσύνες, οἱ λειτουργίες, τὰ μνημόσυνα. ᾿Ενίοτε βοηθοῦν τόσο πολύ, ποὺ μποροῦν ν᾿ ἀπαλλάξουν τὴν ψυχὴ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν κόλαση!

Αὐτά, ὅμως, δὲν ὠφελοῦν τὸν πολὺ κόσμο νὰ τὰ ξέρει, γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ λεπτομέρειες σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα δὲν εἶναι γιὰ ὅλους, καθὼς συγκρούεται μὲ τὴ γνωστὴ ἀλήθεια πὼς «ἐν τῷ ῞Αδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια»…

῞Υστερ᾿ ἀπὸ τὴ δεύτερη αὐτὴ προσκύνηση στὸν δεσπότη Χριστό, οἱ ῎Αγγελοι παίρνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ξαναφέρνουν στὸν κόσμο.

Στὴ συνέχεια, τῆς δείχνουν τὸν Παράδεισο, τὸν ἀπέραντον ἐλαιῶνα μὲ τοὺς κόλπους τοῦ ᾿Αβραάμ, τὶς σκηνὲς ὅπου ἀναπαύονται οἱ δίκαιοι… Κι ὅταν ἡ ψυχὴ βλέπει τὴν ἀπερίγραπτη ἐκείνη χαρὰ στὰ πρόσωπα τῶν δικαίων, αἰσθάνεται κ᾿ ἐκείνη μιὰ βαθειὰ κι ἀπέραντη χαρὰ καὶ παραμυθία, καὶ παρακαλεῖ τοὺς ᾿Αγγέλους νὰ τὴν ἀφήσουν ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς δικαίους!

Μετὰ τὴν πηγαίνουν νὰ δεῖ τὴν κόλαση, μὲ τὶς ποικίλες τιμωρίες τῶν ἁμαρτωλῶν, λέγοντας:

– Αὐτὸς ἐκεῖ ποὺ βλέπεις εἶναι ὁ πύρινος ποταμός· αὐτὸς ἐκεῖ, ὁ ἀκοίμητος ἑσμὸς τῶν σκουληκιῶν· τοῦτο ἐδῶ, τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· αὐτὸ ἐκεῖ, τὸ σκότος τὸ ἐσώτερον· αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων – καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα κολαστήρια τῶν ἁμαρτωλῶν…

῾Ο ἀββᾶς Μακάριος ἄκουγε προσεχτικὰ ὅτι ἔλεγε ὁ ῎Αγγελος, ὁ ὁποῖος σὲ μιὰ στιγμὴ στρέφει πρὸς τὸν ἅγιο Μοναχὸ καὶ τοῦ λέει:

– Ξέρεις, ἅγιε πάτερ, ὅτι δὲν ὑπάρχει σκληρότερη καὶ φοβερότερη τιμωρία στὴν κόλαση ἀπὸ κείνη ποὺ ζοῦν οἱ πόρνοι καὶ οἱ κλέφτες. ᾿Ιδιαίτερα, μάλιστα, ὅταν αὐτοὶ ποὺ ἔπεσαν στὴν πορνεία τυχαίνει νὰ εἶναι Μοναχὸς ἤ Μοναχή, ῾Ιερεὺς ἤ Πρεσβυτέρα…

῞Οταν πιὰ ἡ ψυχὴ γνωρίσει ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ τῆς δείχνουν οἱ ῎Αγγελοι, καὶ ἀφοῦ συμπληρωθοῦν οἱ σαράντα μέρες, τὴν ἀνεβάζουν πάλι νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὥς τὶς σαράντα γίνονται τὰ «τεσσαρακοστὰ» λεγόμενα μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων. Αὐτὴ ἡ μέρα εἶναι πολὺ σημαντική, γιατὶ αὐτὴ τὴ μέρα θά ἀποφασίσει ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς γιὰ τὸ ποῦ πρέπει νὰ πάει πιὰ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα καὶ τὶς πράξεις της. Καὶ ὅπου πάει τώρα ἡ ψυχή, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ θὰ μείνει ὥς τὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὁπότε θ᾿ ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα καὶ θ᾿ ἀπολαύσει τοὺς καλοὺς ἤ κακοὺς καρποὺς τῶν ἔργων του.

᾿Ακούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἅγιος Γέροντας, στέναξε βαθιά, δάκρυσε πικρὰ καὶ εἶπε:

– Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο στὴ μαύρη μέρα ἐκείνη, ὅπου γεννήθηκε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἁμαρτωλός…

– Ναί, τοῦ λέει ὁ ῎Αγγελος· ναί, τίμιε Γέροντα, εἶναι σωστὸ αὐτό, γιὰ τὸν κάθε ἁμαρτωλό. ᾿Αλλὰ γιὰ τὸν ἀγαθὸ καὶ τὸν δίκαιο πρέπει νὰ πεῖς: «Εὐτυχισμένη καὶ μακάρια ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα ποὺ γεννήθηκε»!

Τότε ὁ Γέροντας ξεθαρρεύτηκε καὶ κάνει ἄλλο ἕνα σχετικὸ ἐρώτημα:

– Σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, νὰ μοῦ ξεδιαλύνεις καὶ τούτη τὴν ἀπορία μου: μπορεῖ νὰ αἰσθανθεῖ κάποτε ἄνεση ὁ ἁμαρτωλός, νὰ τελειώσει ἡ τιμωρία του; 

– ῎Οχι, ἅγιε πάτερ μου, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος. Οὔτε ἡ οὐράνια βασιλεία τῶν δικαίων ἔχει τελειωμό, οὔτε ἡ τιμωρία καὶ ἡ κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν. ῎Αν κάποιος ἔπαιρνε κάθε χίλια χρόνια ἕνα σπυρὶ ἀπὸ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας καὶ τὸ ἔβαζε κάπου ἀλλοῦ, θὰ ὑπῆρχε ἐλπίδα ἴσως κάποτε νὰ τελειώσει· μὰ ἡ κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν τέλος δὲν ἔχει!…

῾Ο ἅγιος Γέροντας ἐπιμένει καὶ συνεχίζει τὶς ἐρωτήσεις:

– ῞Αγιε ῎Αγγελε, πές μου σὲ παρακαλῶ: ποιοί ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους μας εἶναι πιὸ φιλεύσπλαγχνοι γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ τοὺς ξέρει καὶ νὰ τοὺς ἱκετεύει ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ πρεσβεύουν στὸ Θεὸ καὶ νὰ Τὸν παρακαλοῦν γι᾿ αὐτόν;

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος, εἶναι φιλάνθρωποι καὶ σπλαγχνικοὶ γιὰ ὅλους σας, καὶ σᾶς βλέπουν μὲ ἀγάπη κ᾿ εὐμένεια. ῾Ωστόσο, ἡ ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων ἀγνωμοσύνη καὶ ἀχαριστία τοὺς θυμώνει καὶ τοὺς ἐξοργίζει.

᾿Ακόμη, πρέπει νὰ σοῦ πῶ, ἅγιε Γέροντα, πὼς καὶ οἱ ἅγιοι ῎Αγγελοι ἔχουν πολλὴ ἀγάπη καί εὐσπλαγχνία γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ ἐξαιτίας καὶ χάρη στὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων εἶδαν κι αὐτοὶ καὶ γνώρισαν τὰ μεγάλα παράδοξα τοῦ Θεοῦ.

᾿Εκτὸς ἀπ᾿ αὐτούς, ὅμως, ἡ Κυρία καὶ Δέσποινά μας, ἡ Θεοτόκος, φροντίζει πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους τὸ ἀνθρώπινο γένος. Θὰ ἔπρεπε, ἅγιε πάτερ μου, ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ ἔχει συνεχῶς στὸ στόμα του τὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου, μ᾿ εὐχαριστία καί εὐγνωμοσύνη. Μὰ ὁ διάβολος τὸν ξεγέλασε καὶ τὸν ἔριξε στὰ βάραθρα τῆς ἀχαριστίας, τόσο ποὺ νὰ ξεχνᾶ πώς, ἄν ὑπάρχει ὁ κόσμος σήμερα καὶ στέκεται ὅπως στέκεται, αὐτὸ σίγουρα ὀφείλεται στὶς πρεσβεῖες καὶ τὶς ἱκεσίες τῆς Θεοτόκου!

Δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι ἔδειξαν περιφρόνηση καὶ καταφρόνησαν τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ῾Αγίους Του, πράγμα ποὺ εἶχε σὰν συνέπεια βέβαια καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ῞Αγιοι νὰ τοὺς δείξουν, μὲ τὴ σειρά τους, καταφρόνηση…

῾Ο ῞Αγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν πρόθυμη συγκατάβαση τοῦ ᾿Αγγέλου ν᾿ ἀπαντάει σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα, θέλησε νὰ ἐπιμείνει στὴ διάκριση ἀνάμεσα στὶς ἁμαρτίες καὶ ρώτησε: 

– Σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, πές μου ἄν θέλεις: ποιά εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος;

– ῞Αγιε Γέροντα, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος, κάθε ἁμαρτία ποὺ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος, τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸ Θεό· φαίνεται, ὅμως, πὼς μερικὲς ἁμαρτίες, ὅπως π.χ. ἡ μνησικακία καὶ ἡ βλασφημία, στέκονται πάνω πάνω καὶ κυριαρχοῦν· γιατί, βέβαια, καὶ μόνες τους αὐτὲς μποροῦν νὰ κατεβάσουν τὸν ἄνθρωπο στὰ βασίλεια τοῦ ῞Αδη, στὰ καταχθόνια, κάτω ἀπ᾿ τὴ γῆ καὶ κάτω ἀπ᾿ τὴ θάλασσα.

῾Ο Γέροντας ἔδειξε σὰ νὰ μὴν ἱκανοποιήθηκε. Θέλησε νὰ κάμει σχεδὸν τὸ ἴδιο ἐρώτημα, μὲ ἄλλη μορφή: 

– Πές μου, ἅγιε ῎Αγγελε: ποιό ἁμάρτημα μισεῖ ὁ Θεὸς πάνω ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα; 

– Τὴν κενοδοξία, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος. Ξέρεις πὼς μοναχή της αὐτὴ ἡ ἁμαρτία ὁδήγησε τὸν κόσμο στὴν πτώση καὶ τὴν ἀπώλεια, μιὰ κι ἐξαιτίας της ὁ πρωτόπλαστος ᾿Αδὰμ ἐξορίστηκε ἀπ᾿ τὸν Παράδεισο· ἐξαιτίας της ὁ ἀρχιδαίμονας γκρεμίστηκε ἀπ᾿ τὴν περίοπτη θέση ποὺ εἶχε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Αγγέλους, κ᾿ ἐξαιτίας της ὁ Φαρισαῖος ἔχασε τοὺς κόπους ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν καλῶν ἔργων του. Κι αὐτό, γιατὶ ἄν πέσει ὁ ἄνθρωπος στὸ πάθος καὶ τὸ ἁμάρτημα τῆς κενοδοξίας, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ σηκωθεῖ.

Τότε ὁ Γέροντας βάζει ἄλλο ἐρώτημα, πάλι γιὰ τὴν τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν: 

– Ποιοί ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ τιμωροῦνται περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους στὴν κόλαση; 

– Σοῦ εἶπα, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος: πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους κολάζονται ὁ πόρνος καὶ ὁ βλάσφημος.

῾Ωστόσο, πρέπει νὰ προσθέσω πὼς κάτω ἀπ᾿ ὅλα τὰ καταχθόνια καὶ ὅλες τὶς κολάσεις ὑπάρχει καὶ μιά ἄλλη φοβερὴ καὶ τρομερή, ποὺ τὴν ὀνομάζουν ἀφάνεια: ἐκεῖ τιμωροῦνται νὰ ὑποφέρουν οἱ ἁμαρτωλοὶ κληρικοί, μαζὶ μὲ τοὺς καλόγερους καὶ τὶς καλόγριες ποὺ ἔπεσαν στὴν πορνεία.

Γι᾿ αὐτό, ἅγιε Γέροντα, εἶναι γραμμένο πὼς τὸ τάγμα τῶν ᾿Αγγέλων ποὺ ἔπεσε κ᾿ ἔγινε δαιμονικό, αὐτὸ θά ἀνακαινιστεῖ καὶ θά ἀναπληρωθεῖ, καὶ θά ἀνέλθει σὲ μεγάλη δόξα καὶ τιμή, ἀπό τοὺς καλοὺς καὶ ἁγίους κληρικοὺς καὶ μοναχούς·

ἐνῶ, βέβαια, ὅπως σοῦ εἶπα, οἱ κακοὶ καὶ πονηροὶ καὶ ἁμαρτωλοὶ μοναχοὶ πέφτουν σὲ ἔσχατη ἀτιμία καὶ ἐξαποστέλλονται στὴν κόλαση, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ κληρικοὶ ποὺ παραβαίνουν τοὺς θείους νόμους: ὅσοι δέχονται τὴν παρανομία καὶ τοὺς παρανόμους ἐπειδὴ τοὺς γεμίζουν τὶς ἱερατικὲς τσέπες μὲ δῶρα καὶ χαρίσματα πολλαπλᾶ, καὶ ὅσοι καταφρονοῦν καὶ παραλείπουν τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες τους γιὰ χάρη τῶν κοσμικῶν ἤ ἄλλων κοινωνικῶν φροντίδων τοῦ βίου, γιὰ τὰ ὁποῖα καὶ θὰ δώσουν κάποτε λόγο στὸ Θεό…

Καὶ τί νὰ πῶ καὶ γιὰ τοὺς ἱερεῖς ἐκείνους ποὺ μεθᾶνε; Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονό τους, γιὰ τὸ πόσο φοβερὴ κόλαση τοὺς περιμένει!…

Πές μου, ξαναρωτάει ὁ Γέροντας,

– τί γίνεται μ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν λογαριάζουν καὶ δὲν τιμοῦν τὴ μέρα τῆς Κυριακῆς;

Καὶ ὁ ῎Αγγελος ἀποκρίνεται:

– Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο καὶ σ᾿ αὐτούς, ἅγιε Γέροντα, γιατὶ τοὺς περιμένει φρικτὴ κόλαση καὶ τιμωρία. ῞Οποιος δὲν λογαριάζει καὶ καταφρονεῖ τὴν Κυριακή, εἶναι σὰν νὰ καταφρονεῖ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν καταφρονήσει, γιατὶ ἡ μέρα τῆς Κυριακῆς εἶναι ἡ μέρα τοῦ Κυρίου: ὅποιος τὴν τιμᾶ, τὸν τιμᾶ καὶ ὁ Κύριος καὶ τὸν προστατεύει.

Κατὰ τὸν ἴδιο πάλι τρόπο: ὅποιος τιμᾶ καὶ σέβεται καὶ γιορτάζει τὶς μνῆμες τῶν ῾Αγίων, δέχεται μεγάλη βοήθεια στὸ βίο του ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους, γιατὶ ἐκεῖνοι ἔχουν μεγάλη παρρησία καὶ θάρρος νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸ Θεὸ κάτι, καί ᾿Εκεῖνος τοὺς τὸ δίνει. ῎Ετσι, μέσω τῆς ἱκεσίας καὶ τῆς πρεσβείας τῶν ῾Αγίων οἱ φιλάγιοι ἄνθρωποι ἀπολαμβάνουν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ πολλὰ εὐεργετήματα καὶ χαρίσματα.

῾Ωστόσο, ἄς τὸ ὁμολογήσουμε, ἅγιε Γέροντα: οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουνε διώξει ἀπὸ μέσα τους τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, κι ἔτσι οὔτε τὸν Θεὸ ἔχουν πιὰ φίλο τους, οὔτε καὶ κάποιον ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους, παρὰ ἔχουν προσκολληθεῖ στὰ βιοτικὰ καὶ κοσμικὰ πράγματα, ποὺ φθείρονται καὶ χάνονται. ᾿Αλλοίμονό τους!

Νὰ ξέρεις, ἅγιε Γέροντα, πὼς κάθε ἄνθρωπος ποὺ δὲν τιμᾶ καὶ δὲν σέβεται τὴν ἅγια μέρα τῆς Κυριακῆς, -εἴτε εἶναι ἱερέας, εἴτε μοναχός, εἴτε ὁποιοσδήποτε ἁπλὸς λαϊκὸς ἄνθρωπος τοῦ κόσμου- δὲν πρόκειται νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, μήτε κι ἔχει κάποια ἐλπίδα σωτηρίας…

Κύλησαν λίγες στιγμὲς μ᾿ ἕνα βάρος πολυσήμαντης σιωπῆς. Τὶς σκέψεις καὶ τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἀββᾶ Μακαρίου διέκοψε ὁ ἅγιος ῎Αγγελος:

– ῎Αν ἔχεις καὶ κάτι ἄλλο νὰ ρωτήσεις, ἅγιε Γέροντα, ρώτησε με, γιατὶ τώρα ἦρθε ἡ ὥρα νά ἀνεβῶ πάλι στὸν οὐρανό, κοντὰ στὸν Κύριό μου.

Τότε, βαριαναστέναξε ὁ ἀββᾶς καὶ ψιθύρισε, χύνοντας πικρὰ δάκρυα: «ἀλλοίμονο καὶ τρισαλλοίμονο σ᾿ ἐμᾶς! ῾Ο καλὸς καὶ ἅγιος δοῦλος τοῦ Κυρίου μου, ὄντας ῎Αγγελος, ἀσώματος καὶ ἀναμάρτητος, βιάζεται νὰ πάει ψηλὰ καὶ νὰ δώσει τὴ δοξολογία καὶ τὸν αἶνο του στὸν Κύριο, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ σωματικοί, ὑλόφρονες καὶ ἁμαρτωλοὶ δὲν φροντίζουμε γιὰ τὴν ψυχή μας καὶ καταφρονοῦμε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μποροῦν νὰ φέρουν τὴ σωτηρία μας…».

Κι ὕστερα, φωναχτά, ρώτησε τὸν ῎Αγγελο:

– Πές μου, σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, ποιά προσευχὴ ταιριάζει πιὸ πολὺ στοὺς Μοναχούς;

– ῎Αν κάποιος ξέρει γράμματα, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος, μπορεῖ νὰ λέει τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαβίδ· ἄν, ὅμως, εἶναι ἀγράμματος, μπορεῖ νὰ προσεύχεται μὲ τὸ «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Αὐτὴ ἡ προσευχὴ θαρρῶ πὼς εἶναι ἡ πιὸ δυνατή, μὰ καὶ ἡ πιὸ εὔκολη, γι᾿ αὐτὸ καὶ πολλοὶ Μοναχοί, ἄν καὶ ξέρουν γράμματα, ἐγκατέλειψαν ὅλες τὶς ἄλλες προσευχὲς καὶ κρατώντας μόνο αὐτὴ τὴν προσευχή, δίχως σταματημό, ἔσωσαν τὴν ψυχή τους. Αὐτή, τὴν τόσο ἁπλῆ, μὰ καὶ τόσο ἀποτελεσματικὴ προσευχή, μποροῦν νὰ τὴν κρατήσουν καὶ νὰ τὴ λένε συνεχῶς καὶ οἱ νέοι καὶ οἱ γέροντες, καὶ οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ καλόγεροι καὶ οἱ καλογριές, καὶ οἱ γραμματισμένοι καὶ οἱ ἀγράμματοι, καὶ οἱ πολὺ ἔμπειροι μὰ καὶ οἱ ἄπειροι καὶ ἀμάθητοι. ῞Οποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ψυχή του, μπορεῖ νὰ τὴν κρατήσει αὐτὴ τὴν προσευχὴ στὰ χείλη του καὶ στὴν καρδιά του, μέρα καὶ νύχτα, εἴτε στὸ κελλί του βρίσκεται εἴτε στὸ δρόμο, εἴτε εἶναι ὄρθιος κι ἐργάζεται, εἴτε κάθεται καὶ ἀναπαύεται. ᾿Ακόμη καὶ ἄν βρίσκεται στὸ δρόμο ἤ ταξιδεύει ἤ κάνει κάποιο ἔργο, ἄς ἔχει μὲ πόθο καὶ προθυμία στὰ χείλη καὶ στὴν καρδιὰ τούτη τὴν προσευχή, ποὺ εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσει τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, σ᾿ ὅποιον τὴν ἐπιθυμεῖ πολὺ θερμά.

῾Ο Γέροντας ἔδειχνε πολὺ εὐχαριστημένος. ᾿Αλλὰ δὲν ἤθελε νὰ σταματήσει καὶ τὶς ἐρωτήσεις. Λέει, λοιπόν, στὸν ῎Αγγελο: 

– ᾿Επειδή, ἅγιε ῎Αγγελε, ἦρθες νὰ μὲ διδάξεις, ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, πές μου σὲ παρακαλῶ καὶ τοῦτο: ἄν κάποιος ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τύχει νὰ βρεῖ κατάλληλη περίσταση καὶ νὰ διδάξει ἕναν ἄλλο ἁμαρτωλό, καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο τοῦ δείξει τὸν καλὸ δρόμο καὶ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, αὐτὸ τὸ πράγμα θὰ τοῦ δώσει κάποιο πνευματικὸ κέρδος καὶ ὄφελος;

῾Ο ῎Αγγελος, τοῦ ἀπαντᾶ.

– ῞Οποιος διδάξει κάποιον ἄλλο ἁμαρτωλὸ καὶ καταφέρει νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἁμαρτίας, βάζοντάς τον στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς, αὐτὸς ὄχι μόνο θὰ βγάλει τὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου ἀπ᾿ τὴν Κόλαση, μὰ καὶ τὴ δική του θὰ σώσει, μιὰ ποὺ θὰ «καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν», καθὼς λέει καὶ ἡ ῾Αγία Γραφή.

῞Οπως ἀκριβῶς καί ἕνας ἄλλος, ποὺ συμβουλεύει πρὸς τὸ κακὸ κάποιον ἄνθρωπο, ὄχι μονάχα ἐκεῖνον ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, μὰ καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ψυχή του παραδίνει στὸ διάβολο. ῎Ετσι, λοιπόν, μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία χειρότερη ἀπ᾿ τὸ νὰ συμβουλεύει κάποιος ἕναν ἄνθρωπο πρὸς τὸ κακὸ καὶ τὴν ἀπώλεια·

ὅπως, ἀκριβῶς, δὲν ὑπάρχει καλύτερο ἔργο ἀπ᾿ τὸ νὰ συμβουλεύει κανεὶς πρὸς τὸ καλὸ καὶ τὴ σωτηρία ἕναν ἄνθρωπο.

Καὶ τελειώνοντας αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ῎Αγγελος, ἔκλινε σεβαστικὰ τὸ κεφάλι του πρὸς τὸν ἅγιο Γέροντα, λέγοντάς του:

– Εὐλόγησέ με καὶ συγχώρεσέ, ἅγιε πάτερ μου!

Τότε ὁ Γέροντας, προσπέφτοντας στὸν ἅγιο ῎Αγγελο, τὸν προσκύνησε καὶ τοῦ λέει:

– Πορεύου ἐν εἰρήνῃ, ἅγιε ῎Αγγελε! Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ θὰ βρίσκεσαι κοντὰ στὴν ῾Αγία Τριάδα, πρέσβευε καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μου, σὲ παρακαλῶ.

῎Ετσι, ὁ ἅγιος ῎Αγγελος ἄνοιξε τὰ φτερά του καὶ πέταξε πάλι πρὸς τὸν οὐρανό· ἐνῶ ὁ ἀββᾶς Μακάριος, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸ Θεό, ἐπέστρεψε πάλι στὸ κελλί του. Κι ἐκεῖ ἀφηγήθηκε ὅλα ὅσα εἶδε καὶ ἄκουσε στὸν πιστὸ ἀδελφὸ καὶ συνασκητή του, δοξάζοντας κ᾿ εὐλογώντας τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Θεοῦ. 

(Περιοδικό Άγιος Κυπριανός. Αριθμός 330, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2006, σελ. 260-262 / Αριθμός 331, Μάρτιος – Απρίλιος 2006, σελ. 278-279 /  Αριθμός 332, Μάιος – Ιούνιος 2006, σελ. 293-295)

(Π. Β. Πάσχος. Ο γέροντας και άλλες αποκαλυπτικές ιστορίες, σελ. 76-89, εκδ. Ακρίτας)