ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Κυριακή Γ’ Ματθαίου: Ερμηνεία ευαγγελικής περικοπής 

(Ματθ. 6, 22-33)
Eπιλεγμένα αποσπάσματα από τον υπομνηματισμό του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου (ομιλίες Κ΄ και ΚΑ’ από το υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο) 

Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 6, 22-23

«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; (: Ο λύχνος, που φωτίζει και εξυπηρετεί το σώμα, είναι το μάτι [λύχνος που φωτίζει την ψυχή είναι ο νους, το λογικό που σας έχει δώσει ο Θεός]. Εάν λοιπόν το μάτι είναι γερό και καθαρό, όλο το σώμα θα φωτίζεται, θα είναι φωτεινό [έτσι θα φωτίζεται και η ψυχή σου, εάν ο νους και η καρδιά σου δεν έχουν τυφλωθεί από την προσκόλληση στους επίγειους θησαυρούς]. Εάν όμως το μάτι σου είναι κατεστραμμένο και ανίκανο να δει το φως, όλο το σώμα σου θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν λοιπόν το φως, που σου έδωσε ο Θεός [ο νους δηλαδή και η συνείδηση, εξαιτίας της προσκολλήσεως στα υλικά αγαθά] είναι σκοτάδι, τότε το ηθικό σκοτάδι της ψυχής σου πόσο πυκνό και αδιαπέραστο θα είναι;)» [Ματθ. 6, 22-23] [ερμην. απόδοση Ιω. Κολιτσάρα].

Επειδή προηγουμένως είχε αναφέρει τον νου και είπε γι’ αυτόν ότι γίνεται ολότελα υπόδουλος και αιχμάλωτος, αλλά αυτό δεν ήταν εύκολα κατανοητό από τους πολλούς ανθρώπους, γι’ αυτό στρέφει τη διδασκαλία προς τα εξωτερικά και τα πράγματα που βρίσκονται που είναι περισσότερο αντιληπτά με τις αισθήσεις μας και τα καθημερινά μας βιώματα, ώστε διαμέσου αυτών να κατανοήσουν και τα πνευματικά θέματα. «Εάν λοιπόν, δεν αντιλήφθηκες», λέγει, «τι είναι τέλος πάντων η βλάβη του νου, να το καταλάβεις από τα υλικά πράγματα, διότι ό, τι είναι ο οφθαλμός για το σώμα, αυτό είναι ο νους για την ψυχή».

Όπως λοιπόν δε θα προτιμούσες να στολίζεσαι με χρυσά κοσμήματα και να φορείς μεταξωτά ενδύματα, όμως τα μάτια σου να έχουν χάσει την όρασή τους, αλλά θεωρείς την υγεία αυτών πιο ποθητή από την αφθονία όλων αυτών των αγαθών (διότι εάν χάσεις και καταστρέψεις την όρασή σου, δεν έχεις πλέον καμία ωφέλεια από την υπόλοιπη ζωή σου. Όπως δηλαδή όταν τυφλωθούν τα μάτια σου, χάνουν ως επί το πλείστον την ενεργητικότητά τους και τα υπόλοιπα μέλη του σώματος, αφού θα σβήσει γι’ αυτά το φως, έτσι και όταν διαφθαρεί η διάνοιά σου, θα γεμίσει η ζωή σου από αμέτρητα κακά). Συνεπώς, όπως στη φροντίδα του σώματος, αυτό θέτουμε ως προτεραιότητα και αυτό κυρίως προσέχουμε, το να είναι υγιή τα μάτια μας, έτσι και στην φροντίδα της ψυχής πρέπει ως προτεραιότητα να θέτουμε να διατηρείται ο νους υγιής.

Εάν όμως τυφλώσουμε αυτόν, ο οποίος οφείλει να δίνει φως και στα άλλα μέλη του σώματος, τότε πώς θα βλέπουμε πλέον; Όπως εκείνος, που στέρεψε την πηγή, ξήρανε και τον ποταμό, κατά όμοιο τρόπο και εκείνος που αφάνισε τον νου του, έριξε στο σκοτάδι κάθε πράξη της επίγειας ζωής του. Γι’ αυτό ο Κύριος λέγει: «εάν το εσωτερικό σου φως είναι σκοτάδι, σε πόσο μεγάλο σκοτάδι θα βυθιστείς;». Πραγματικά όταν ο κυβερνήτης του πλοίου πνιγεί, όταν ο λύχνος σβήσει και όταν ο αρχηγός αιχμαλωτιστεί, τότε ποια ελπίδα θα έχουν οι υπήκοοι;

Για τον λόγο αυτόν, λοιπόν, αφού παρέλειψε να αναφέρει τώρα τους κινδύνους, τις διαμάχες και τις δίκες, οι οποίες προκαλούνται εξαιτίας του πλούτου (τις είχε υπονοήσει, βέβαια, αυτές και παραπάνω, όταν είπε: «Ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτη, καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ (: συμβιβάσου και συμφιλιώσου γρήγορα με τον αντίδικό σου, εφόσον βρίσκεσαι μαζί του στον δρόμο, που οδηγεί στο δικαστήριο. Πρόλαβε μήπως σε παραδώσει ο αντίδικος στον δικαστή και ο δικαστής σε παραδώσει ως ένοχο στον εκτελεστή των ποινών και ριφθείς έτσι στη φυλακή)» [Ματθ. 5, 25], με το να αναφέρει τώρα τα χειρότερα από όλα, που συμβαίνουν, απομακρύνει με τον τρόπο αυτόν από την πονηρή επιθυμία. Πραγματικά, είναι πολύ χειρότερο το να υποδουλωθεί ο νους στο πάθος αυτό, παρά να κλειστεί στη φυλακή. Και το τελευταίο δε συμβαίνει οπωσδήποτε, ενώ το πρώτο είναι συνδεδεμένο με την επιθυμία των χρημάτων. Γι’ αυτό και θέτει την υποδούλωση του νου, επειδή είναι βαρύτερο κακό, μετά τη φυλάκιση, που οπωσδήποτε βέβαια συμβαίνει. «Διότι ο Θεός», λέγει, «μας έδωσε τον νου, για να εξαλείψουμε την άγνοιά μας και να κρίνουμε ορθά τα πράγματα και χρησιμοποιώντας τον νου σαν ένα όπλο και φως εναντίον του καθενός που μας λυπεί και μας βλάπτει, να παραμένουμε σε ασφάλεια». Εμείς, όμως, σπαταλούμε την δωρεά αυτή για περιττά και ανώφελα πράγματα.

Πραγματικά, τι ωφελούνται οι χρυσοντυμένοι στρατιώτες, όταν ο στρατηγός τους σύρεται στην αιχμαλωσία; Ποιο το κέρδος για ένα όμορφα διακοσμημένο πλοίο, όταν πνιγεί ο κυβερνήτης του; Τι αξία έχει ένα σώμα δυνατό, όταν τα μάτια έχουν στερηθεί την οπτική τους ικανότητα; Δηλαδή, όπως ακριβώς εάν κάποιος, τον γιατρό, ο οποίος οφείλει να παραμένει υγιής για να θεραπεύει τις ασθένειες, αφού τον κάνει να ασθενήσει, ορίσει έπειτα να τον ξαπλώσουν σε αργυρό κρεβάτι και να βρίσκεται μέσα σε χρυσό θάλαμο, δε θα μπορεί πλέον άρρωστος ο γιατρός να προσφέρει καμία ωφέλεια στους ασθενείς, κατά όμοιο τρόπο, αν και εσύ, αφού διαφθείρεις τον νου, ο οποίος έχει τη δύναμη να διαλύει τα πάθη, καθίσεις έπειτα κοντά στον θησαυρό σου, όχι μόνο δε θα έχεις καμία ωφέλεια, αλλά θα πάθεις μεγάλη ζημία και την ψυχή ολόκληρη θα βλάψεις.

Είδες ότι διαμέσου εκείνων, με τα οποία επιθυμούν σε κάθε περίπτωση οι άνθρωποι την πονηρία, απομακρύνει αυτούς από αυτήν και τους επαναφέρει στην αρετή; «Για ποιο λόγο», λέγει, «θέλεις τα χρήματα; Όχι για να απολαύσεις την ηδονή και την τρυφή; Αυτό λοιπόν δε θα το επιτύχεις με τα χρήματα, αλλά με την τελείως αντίθετη κατάσταση». Πραγματικά, εάν όταν τυφλωθούμε, δεν αισθανόμαστε κανένα από τα ευχάριστα εξαιτίας της συμφοράς αυτής, πολύ περισσότερο θα πάθουμε το ίδιο, όταν διαστραφεί και διαφθαρεί ο νους μας. «Γιατί, πάλι, τα κρύβει μέσα στη γη; Για να προφυλάσσονται εκεί με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια; Αλλά και εδώ», λέγει, «το αντίθετο συμβαίνει. Όπως δηλαδή, εκείνον που νηστεύει, που ελεεί, που προσεύχεται για λόγους κενοδοξίας, διαμέσου εκείνων τα οποία προπάντων επιθυμεί, τον αποσπά από την κενοδοξία («διότι, για ποιο λόγο προσεύχεσαι και ελεείς με τέτοιο τρόπο;», λέγει. «Επειδή επιθυμείς τη δόξα των ανθρώπων; Λοιπόν, μην προσεύχεσαι έτσι», λέγει, «και τότε θα επιτύχεις την δόξα αυτήν κατά τη μελλοντική ημέρα της κρίσεως)», έτσι και τον φιλάργυρο διαμέσου εκείνων τα οποία προπάντων επιθυμεί, τον προσελκύει και τον αποσπά από το φοβερό αυτό πάθος του. «Τι θέλεις λοιπόν; Να φυλάσσονται τα χρήματά σου και να απολαμβάνεις την ηδονή; Και τα δύο αυτά θα σου τα δώσω με μεγάλη αφθονία, εάν καταθέσεις τα χρήματά σου εκεί που σε προτρέπω».

Βέβαια, πιο καθαρά απέδειξε τη ζημία του νου, που προκαλείται από την αιτία αυτή, στη συνέχεια, όταν έκανε λόγο για τα αγκάθια. Αλλά και τώρα στην προκειμένη περίπτωση δεν έθιξε τυχαία αυτό, αφού έδειξε ότι έχει βυθιστεί στο σκοτάδι ο άνθρωπος που κατέχεται από τη μανία της φιλαργυρίας. Και όπως εκείνοι που βρίσκονται και βαδίζουν στο σκοτάδι δε βλέπουν τίποτε καθαρά, αλλά εάν δουν ένα σχοινί, έχουν την πλανεμένη εντύπωση ότι είναι φίδι, κι αν πάλι δουν βουνά και χαράδρες πεθαίνουν από τον φόβο τους, έτσι και αυτοί εκείνα, που δεν προκαλούν φόβο σε όσους τα βλέπουν, τα υποψιάζονται ότι μπορεί να τους βλάψουν. Πραγματικά, φοβούνται την πενία. Μάλλον δε όχι την πενία μόνο, αλλά και την όποια ζημία θα τύχαινε να τους συμβεί. Και όταν χάσουν κάτι το ελάχιστο, λυπούνται και κλαίνε περισσότερο από εκείνους που δεν έχουν ούτε την αναγκαία τροφή. Εξάλλου, πολλοί πλούσιοι κατέφυγαν στον εκούσιο δια πνιγμού θάνατο, επειδή δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τις δυσκολίες. Επίσης, θεωρούν τόσο σοβαρό το να υβρίζονται και να αδικούνται, ώστε και εξαιτίας αυτού, πάλι, πολλοί έθεσαν τέρμα βίαια στη ζωή τους. Διότι ο πλούτος τούς κατέστησε αδύνατους για να αντιμετωπίσουν κάθε δυσχέρεια, εκτός από του να υπηρετούν τον ίδιο. Πραγματικά, όταν τους προστάζει να δουλεύουν σε αυτόν και τους φόνους αψηφούν και τις μαστιγώσεις και τις ύβρεις και κάθε προσβολή. Αυτό βέβαια είναι απόδειξη εσχάτης αθλιότητας, αφού σε εκείνα που έπρεπε να φιλοσοφούν, είναι πιο ανίσχυροι από όλους, ενώ σε εκείνα, που έπρεπε να είναι πιο προσεκτικοί, είναι πιο αναίσχυντοι και αυθάδεις. Ασφαλώς, με αυτούς συμβαίνει το ίδιο με εκείνο, το οποίο θα πάθει, όποιος ξόδεψε όλα τα χρήματά του σε ασήμαντα πράγματα. Αυτός λοιπόν όταν έλθει η στιγμή για την αναγκαία δαπάνη, επειδή δεν έχει τίποτε να ξοδέψει, υφίσταται τα ανίατα κακά, αφού όλη η περιουσία του δαπανήθηκε κακώς.

Και όπως ακριβώς οι άνθρωποι του θεάτρου γνωρίζουν τις πονηρές εκείνες τέχνες επάνω στη σκηνή και κατά την ώρα της ασκήσεώς τους υπομένουν πολλά παράδοξα και επικίνδυνα, ενώ σε άλλα πράγματα χρήσιμα και αναγκαία είναι πιο γελοίοι από όλους, έτσι και αυτοί εδώ. Πραγματικά εκείνοι που βαδίζουν επάνω στο τεντωμένο σχοινί και δείχνουν τόση ανδρεία, όταν κάποιο αναγκαίο θέμα απαιτεί τόλμη και ανδρεία, δεν είναι σε θέση ούτε να σκεφτούν κάτι, ούτε μπορούν να ανεχθούν κάτι παρόμοιο. Κατά όμοιο τρόπο και οι πλούσιοι, ενώ τολμούν τα πάντα χάριν των χρημάτων, δεν ανέχονται, ούτε μικρό ούτε μεγάλο, να υποστούν για να συνηθίσουν να ασκούνται στην πνευματική ζωή και τις θυσίες που αυτή απαιτεί. Και όπως όσοι εργάζονται σε θέατρα και σε τσίρκα ασκούν κάτι και επικίνδυνο και ανώφελο, έτσι και οι πλούσιοι υπομένουν πολλούς κινδύνους και δυσκολίες, χωρίς να φθάνουν ποτέ σε κάποιο χρήσιμο αποτέλεσμα, και συγχρόνως, βρίσκονται σε διπλό σκοτάδι, αφενός μεν το προερχόμενο από την τύφλωση, που προκαλεί η διαστροφή του νου, αφετέρου δε υπομένοντας το μεγάλο σκοτάδι που δημιουργεί η απατηλή θολούρα των βιοτικών μεριμνών. Γι’ αυτό βέβαια δεν μπορούν να βλέπουν με ευκολία. Οπωσδήποτε, όποιος βρίσκεται στο σκοτάδι, απαλλάσσεται από το σκοτάδι, μόνο όταν φανεί ο ήλιος, ενώ όποιος έχει τυφλωθεί, δεν πετυχαίνει αυτό, ούτε και όταν ανατείλει ο ήλιος. Αυτό, λοιπόν, έπαθαν και αυτοί. Διότι δεν ακούνε ούτε τον ‘Ηλιο της δικαιοσύνης, ο οποίος έλαμψε και τους συμβουλεύει, επειδή ο πλούτος τούς έκλεισε τους οφθαλμούς. Γι’ αυτό και υπομένουν διπλό σκοτάδι, το ένα από τον εαυτό τους και το άλλο επειδή δεν προσέχουν στον Διδάσκαλο.

Ας προσέχουμε, λοιπόν, σε Αυτόν με ακρίβεια, ώστε να αναβλέψουμε έστω και αργά. Και πώς είναι δυνατόν να αναβλέψεις; Εάν μάθεις το πώς τυφλώθηκες. Πώς τυφλώθηκες λοιπόν; Από την πονηρή επιθυμία. Όπως δηλαδή, ένα βλαβερό υγρό, όταν στάξει επάνω στην καθαρή κόρη ενός οφθαλμού, φέρει την τύφλωση, έτσι και ο έρωτας των χρημάτων δημιουργεί μπροστά στα μάτια μας πυκνή νεφέλη. Αλλά είναι εύκολο να διασκορπίσουμε και να διαλύσουμε τη νεφέλη αυτήν, εάν δεχθούμε την ακτίνα της διδασκαλίας του Χριστού, εάν ακούσουμε Αυτόν να μας συμβουλεύει και να λέγει: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς (: μη αποταμιεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς επάνω στη γη)»[Ματθ. 6, 19].

«Και τι θα κερδίσω», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «από την ακρόαση του λόγου του Θεού, όταν με κατέχει η επιθυμία;». Μα προπάντων η συνεχής ακρόαση του θείου λόγου θα μπορέσει να νικήσει και να εξαλείψει και κάθε εμπαθή επιθυμία. Συνεπώς, εάν επιμένεις να κατέχεσαι από το πάθος αυτό, τότε σκέψου ότι δεν πρόκειται για επιθυμία. Διότι τι είδους επιθυμία είναι αυτή να υπομένεις σκληρή δουλεία, να υφίστασαι την τυραννία, να δένεσαι από κάθε πλευρά, να παραμένεις στο σκοτάδι, να είσαι γεμάτος ταραχή, να υποβάλλεσαι σε ανωφελείς κόπους και να φυλάσσεις τα χρήματα για τους άλλους, πολλές φορές μάλιστα ακόμα και για τους εχθρούς σου; Ποιας επιθυμίας είναι άξια αυτά; Ποια φυγή ή δρόμο δεν αξίζουν; Τι επιθυμία είναι αυτή να εμπιστεύεσαι τον θησαυρό σου στους κλέπτες; Εάν βέβαια επιθυμείς υπερβολικά τα χρήματα, να τα μεταφέρεις εκεί όπου είναι δυνατόν να παραμένουν ασφαλή και απείρακτα. Διότι όσα κάνεις τώρα, δεν αποδεικνύουν άνθρωπο, ο οποίος επιθυμεί τα χρήματα, αλλά άνθρωπο που επιθυμεί τη δουλεία, την αδικία, τη ζημία και τη συνεχή οδύνη. Εσύ λοιπόν, εάν κάποιος άνθρωπος σου υποδείξει έναν τόπο ασφαλή πάνω στη γη, είτε σε οδηγήσει και στην έρημο ακόμη, υποσχόμενος ασφάλεια στη φύλαξη των χρημάτων, δε διστάζεις, ούτε αρνείσαι, αλλά έχεις εμπιστοσύνη και μεταφέρεις εκεί τα χρήματα. Όταν όμως αντί των ανθρώπων, σου το υπόσχεται αυτό ο Θεός και σου προτείνει όχι την έρημο, αλλά τον ουρανό, εσύ δέχεσαι τα αντίθετα αυτού.

Μολονότι, και αν ακόμη τα χρήματά σου βρίσκονται σε απόλυτη ασφάλεια εδώ στη γη, εντούτοις ουδέποτε θα μπορέσεις να απαλλαγείς από την φροντίδα. Και στην περίπτωση ακόμη που δεν τα χάσεις, δε θα απαλλαγείς σε καμία περίπτωση από την έγνοια και την αγωνία να μη σου τα αρπάξουν. Στον ουρανό, όμως, εάν τα αποταμιεύεις, δε θα πάθεις τίποτε από αυτά. Και επιπλέον θα ωφεληθείς, διότι δεν κρύβεις το χρυσάφι σου μόνο, αλλά και το φυτεύεις για να λάβεις εκατονταπλάσιο καρπό. Διότι το ίδιο γίνεται και θησαυρός και σπόρος, μάλλον όμως κάτι ανώτερο και από τα δύο αυτά: διότι ο μεν σπόρος δεν διατηρείται συνεχώς, ενώ αυτό μένει παντοτινά, ο δε θησαυρός δεν βλαστάνει, ενώ η ενέργεια αυτή της τήρησης των εντολών του Θεού φέρει καρπούς αθάνατους.

Εάν τώρα μου αναφέρεις τον χρόνο και την αναβολή της αποδόσεως, μπορώ και εγώ να σου δείξω και να σου πω όσα απολαμβάνεις και εδώ στη γη. Εκτός αυτών, θα προσπαθήσω να σου αποδείξω από τα ίδια τα επίγεια πράγματα και τις βιοτικές φροντίδες, ότι ματαίως προβάλλεις αυτές τις προφάσεις. Πραγματικά, πολλά πράγματα κατασκευάζεις και στην παρούσα ζωή, τα οποία δεν πρόκειται να τα απολαύσεις ο ίδιος. Και όταν σε κατηγορεί κανένας, προβάλλεις τα παιδιά σου και τα παιδιά εκείνων και έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεις ικανοποιητική δικαιολογία για τους περιττούς κόπους στους οποίους υποβάλλεσαι. Όταν λοιπόν ενώ βρίσκεσαι σε βαθύ γήρας, οικοδομείς λαμπρές οικίες, πολλές μάλιστα φορές θα αποθάνεις προτού να τελειώσουν αυτές. Επίσης, όταν φυτεύεις δέντρα τα οποία θα καρποφορήσουν ύστερα από πολλά έτη (δηλαδή, όταν φυτεύεις σε ένα χωράφι δέντρα που ο καρπός τους θα έλθει ύστερα από αναρίθμητα έτη), όταν αγοράζεις περιουσίες και κτήματα, τα οποία θα περιέλθουν στην κυριότητά σου ύστερα από πολύ χρόνο, και άλλα πολλά παρόμοια με ζήλο εκτελείς, από τα οποία δε θα λάβεις ο ίδιος την απόλαυση, άραγε για τον εαυτό σου ή για τους μεταγενέστερους τα κάνεις;

Κατά ποια λογική, λοιπόν, δεν είναι απόδειξη μεγάλης ανοησίας, εδώ από τη μια πλευρά να μην αγανακτείς καθόλου για την αναβολή του χρόνου, και μάλιστα, όταν πρόκειται με την αναβολή αυτή να χάσεις ολόκληρη την αμοιβή των κόπων σου, και από την άλλη να σε κυριεύει η αδιαφορία από την εκεί αναβολή, όταν μάλιστα σου επιφέρει μεγαλύτερο κέρδος και δε μεταβιβάζει τα αγαθά στους άλλους, αλλά μεταφέρει σε εσένα τις δωρεές;

Πέραν τούτων, και η αναβολή δεν είναι μεγάλη. Διότι τα πράγματα είναι πολύ κοντά μας, και δε γνωρίζουμε, εάν δε λάβουν τέλος όλα τα επίγεια κατά τη διάρκεια της δικής μας γενεάς και δεν έλθει η φοβερή εκείνη ημέρα, παρουσιάζοντας σε μας το φρικτό και αδέκαστο δικαστήριο. Διότι πολλά από τα σημεία, που θα προηγηθούν αυτής, ήδη πραγματοποιήθηκαν, διότι και το Ευαγγέλιο κηρύχθηκε πλέον σε όλη την οικουμένη και οι πόλεμοι και οι σεισμοί και η πείνα συνέβησαν και δε μας χωρίζει μεγάλη απόσταση από αυτήν. Αλλά δεν παρακολουθείς τα σημεία; Και αυτό είναι μέγιστο σημείο. Διότι και οι άνθρωποι της εποχής του Νώε δεν αντιλήφθηκαν τα προμηνύματα της πανωλεθρίας εκείνης, αλλά ενώ διασκέδαζαν, έτρωγαν, νυμφεύονταν και ασχολούνταν με τις συνηθισμένες εργασίες, έτσι απροετοίμαστους τους κατέλαβε η καταστροφή εκείνη. Επίσης, και οι κάτοικοι των Σοδόμων κατά όμοιο τρόπο κατακάηκαν από τους κεραυνούς που έπεσαν τότε, ενώ ζούσαν απολαμβάνοντας, χωρίς να αντιληφθούν τίποτε από τα συμβαίνοντα.

Όλα αυτά σκεπτόμενοι, λοιπόν, ας στρέψουμε την προσοχή μας στην προετοιμασία της αποδημίας μας από τη γη. Διότι και αν ακόμη δεν έλθει ποτέ η κοινή ημέρα της συντέλειας, το τέλος του καθενός είναι κοντά μας, είτε είναι γέρος κανείς, είτε νέος. Και δεν είναι δυνατόν, όταν φύγουμε από τη γη, ούτε λάδι να αγοράσουμε πλέον, ούτε να παρακαλέσουμε και να βρούμε συγνώμη, είτε παρακαλεί για εμάς ο Αβραάμ, ο Νώε, ο Ιακώβ και ο Δανιήλ. Συνεπώς, εφόσον έχουμε ακόμη καιρό, ας αποταμιεύσουμε εκ των προτέρων μεγάλη παρρησία απέναντι στον Θεό, ας συγκεντρώσουμε άφθονο λάδι, ας μεταφέρουμε τα πάντα στον ουρανό, ώστε και στον κατάλληλο καιρό, κατά τον οποίο προπάντων χρειαζόμαστε αυτά, να απολαύσουμε τα πάντα, με την χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος,τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ. 6, 24-27

«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (: Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί συγχρόνως δύο αφεντικά• διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλον ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Και εσείς δεν είναι δυνατόν να υπηρετείτε ταυτόχρονα και τον Θεό και το χρήμα• ή θα αγαπήσετε τον Θεό και θα περιφρονήσετε τους επίγειους θησαυρούς ή θα υποδουλωθείτε σε αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεό)» [Ματθ. 6, 24].

Βλέπεις με ποιο τρόπο μάς απομακρύνει σιγά-σιγά από τα υλικά πράγματα και με περισσότερα λόγια εισάγει την εντολή για την ακτημοσύνη και κατατροπώνει την τυραννία της φιλαργυρίας; Διότι δεν αρκέστηκε, βέβαια, σε όσα είπε προηγουμένως, αν και ήταν πολλά και σπουδαία, αλλά προσθέτει και άλλα περισσότερα και φοβερότερα. Διότι τι είναι πιο φοβερό από όσα τώρα έχουν λεχθεί, εάν βέβαια, επρόκειτο εμείς να σταματήσουμε να είμαστε δούλοι του Χριστού, εξαιτίας των χρημάτων; Και τι είναι πιο ποθητό, εάν, βέβαια, πρόκειται να περιφρονήσουμε την τάση μας να αποταμιεύουμε περιττά επίγεια αγαθά και να συσσωρεύουμε χρήματα, από το να διατηρήσουμε τέλεια την αφοσίωση και την αγάπη μας προς τον Κύριο; Διότι εκείνο το οποίο πάντοτε λέγω, το ίδιο θα επαναλάβω και τώρα, ότι δηλαδή, και με τα δύο παρωθεί τον ακροατή προς την υπακοή των λόγων Του και με τα ωφέλιμα και με τα βλαβερά, υποδεικνύοντας ως άριστος ιατρός και την νόσο που προέρχεται από την απροσεξία και την υγεία που χαρίζει η υπακοή.

Πρόσεξε λοιπόν με ποιον τρόπο, πάλι, καθιστά φανερό το κέρδος αυτό και πώς αποδεικνύει το συμφέρον από την αποφυγή των αντίθετων πραγμάτων. Πραγματικά, «δεν μας προξενεί, μόνο αυτήν τη βλάβη», λέγει, «ο πλούτος, επειδή εξοπλίζει τους ληστές εναντίον μας, ούτε επειδή προκαλεί μεγάλο σκοτισμό στο μυαλό μας, αλλά και επειδή μας αποκόπτει από το να είμαστε δούλοι στον Θεό και μας καθιστά αιχμαλώτους των αψύχων χρημάτων και κατά συνέπεια μας βλάπτει διπλά, με το να μας υποδουλώνει σε εκείνα, που έπρεπε να εξουσιάζουμε, και με το να μας απομακρύνει από την υπηρεσία του θελήματος του Θεού, στον Οποίον προπάντων είναι ανάγκη να είμαστε δούλοι». Όπως δηλαδή προηγουμένως απέδειξε ότι είναι διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου η φύλαξή τους είναι εξασφαλισμένη [πρβλ. Ματθ. 6, 19-20: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διαρύσσουσι καὶ κλέπτουσι·θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν (: Μη συσσωρεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς εδώ στη γη, όπου ο σκόρος και η αποσύνθεση τούς καταστρέφουν και τους αφανίζουν, και όπου κλέφτες διατρυπούν τοίχους και χρηματοκιβώτια και τους αρπάζουν. Να θησαυρίζετε όμως για τον εαυτό σας και να αποταμιεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε ο σκόρος ούτε η σαπίλα τούς αφανίζουν, και όπου κλέφτες δεν τρυπούν τοίχους και δεν κλέπτουν· διότι όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας)»], κατά όμοιο τρόπο και εδώ δείχνει διπλή τη ζημία, αναφέροντας και εκείνα που απομακρύνουν από τον Θεό και εκείνα που υποτάσσουν στον μαμμωνά.

Ωστόσο δεν το θέτει ευθέως αυτό, αλλά το παρουσιάζει σιγά- σιγά με απλούς συλλογισμούς, λέγοντας τα εξής: «Κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δύο κυρίους»· και αποκαλεί δύο διαφορετικούς «κυρίους», εκείνους οι οποίοι δίδουν αντίθετα προστάγματα. Διότι εάν δε συνέβαινε αυτό, δε θα ήσαν δύο, δεδομένου ότι «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία (: όλο εκείνο το πλήθος όσων πίστεψαν στο Ευαγγέλιο είχε μία καρδιά και μια ψυχή, ώστε να αποτελούν μία αρμονική πνευματική κοινωνία)» [Πράξ. 4, 32] και μολονότι ήσαν διαιρεμένοι σε πολλά σώματα, ωστόσο η ομόνοια έκανε τους πολλούς σαν να ήταν ένας άνθρωπος.

Έπειτα, προεκτείνοντας αυτά, λέγει: «Όχι μόνο δε θα δουλέψει στον πλούτο, αλλά θα τον μισήσει και θα τον αποστραφεί. Διότι ή τον ένα θα μισήσει», λέγει, «και τον άλλο θα αγαπήσει ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θα τον καταφρονήσει» [Ματθ. 6, 24]. Και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έχει λεχθεί το ίδιο πράγμα. Ασφαλώς, δεν το εξέθεσε τυχαία έτσι αυτό, αλλά για να αποδείξει ότι η μεταβολή προς το καλύτερο είναι εύκολη. Για να μη λες, λοιπόν,ότι «έγινα δούλος, βρίσκομαι υπό την τυραννία του χρήματος», σου υποδεικνύει ότι είναι δυνατή η αλλαγή θέσεως και όπως ακριβώς από τη μία κατάσταση πέρασες στην άλλη, έτσι και από αυτήν είναι δυνατόν να μεταπηδήσεις σε διαφορετική.

Ο πλούτος είναι τα αγαθά της Γης σε σημαντική ποσότητα, που σκοπό έχει να καλύψει τις ανάγκες του ανθρώπου. Άρα ο πλούτος έρχεται να υπηρετήσει τις ανάγκες του. Και συνεπώς αφού υπηρετεί, είναι υπηρέτης και όχι αφεντικό του ανθρώπου, που δυστυχώς μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, θεοποίησε την υλική δημιουργία εφόσον έχασε από τον οπτικό ορίζοντά του τον Θεό που ως τότε αναγνώριζε ως Δημιουργό, τροφέα και κυβερνήτη του.

Είναι επομένως διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου είναι η φύλαξή τους εξασφαλισμένη, όπως λίγο πριν σε άλλο σημείο της επί του όρους ομιλίας Του μας είχε υποδείξει. Ο πλούτος, λοιπόν, εφόσον υπάρχει, θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Δηλαδή ο πλούτος είναι θέμα χρήσεως, όχι υποδουλώσεως, αφού βεβαίως θα καλύπτει τις ανάγκες και όχι τις επιθυμίες εκείνου που κατέχει τον πλούτο.

Αφού λοιπόν μίλησε γενικά και αόριστα, για να πείσει τον ακροατή να καταστεί αμερόληπτος κριτής των όσων λέγονται και να λάβει την απόφασή του επί τη βάσει της φύσεως των πραγμάτων, όταν πλέον τον έκανε να συμφωνήσει με τους λόγους Του [με τη γενική αρχή αυτή δηλαδή που εκφράστηκε δια των λεγομένων του Κυρίου στο Ματθ. 6, 24], τότε αποκαλύπτει και την πραγματική Του σκέψη. Πρόσθεσε λοιπόν: «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (: Δεν είναι δυνατόν να υπηρετείτε τον Θεό και τον πλούτο ταυτόχρονα· ή θα αγαπήσετε τον Θεό και θα περιφρονήσετε τους επίγειους θησαυρούς ή θα υποδουλωθείτε σε αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεό)» [Ματθ. 6, 24]. Ας αισθανθούμε φρίκη, αφού αντιληφθούμε τι διαπράξαμε ώστε ο Χριστός να πει και να τοποθετήσει τον χρυσό σε ίδια θέση με τον Θεό. Εάν όμως αυτό είναι φρικτό, ασφαλώς είναι πολύ πιο φρικτό να γίνεται στην πράξη και να προτιμούμε την τυραννία του χρυσού από τον φόβο του Θεού.

Τι λοιπόν; Δεν υπήρξαν Δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης που να ήσαν πλούσιοι; Ο Αβραάμ, για παράδειγμα, ή ο Ιώβ δεν ήσαν πλούσιοι και μάλιστα πάρα πολύ; Και βέβαια. «Τότε με ποιον τρόπο», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «προόδευσαν στην αρετή ο Αβραάμ και ο Ιώβ;»; Ναι ήσαν πλούσιοι. Όμως ήσαν αφεντικά και όχι υπηρέτες του πλούτου, καταναλώνοντας τον πλούτο σε εκείνους που τον είχαν ανάγκη. Διότι και ο Ιώβ ήταν πλούσιος, αλλά δεν ήταν δούλος στον μαμμωνά, μα τον είχε υπό την εξουσία του και ήταν κύριος και όχι δούλος του. Σαν να ήταν λοιπόν διαχειριστής ξένων χρημάτων, έτσι θεωρούσε τα αγαθά του, χωρίς να αρπάζει τα χρήματα των άλλων, αλλά έδινε και τα δικά του στους φτωχούς. Και το σπουδαιότερο, βέβαια, είναι ότι δε χαιρόταν, όταν τα είχε, πράγμα το οποίο αποδείκνυε, όταν έλεγε «εἰ δὲ καὶ εὐφράνθην πολλοῦ πλούτου μοι γενομένου, εἰ δὲ καὶ ἐπ᾿ ἀναριθμήτοις ἐθέμην χεῖρά μου (: Ποτέ δεν δοκίμασα υλόφρονη χαρά και αγαλλίαση για τον πλούτο, τον οποίον απέκτησα, ποτέ δεν άπλωσα το χέρι μου προς απόκτηση αναρίθμητου πλούτου)» (Ιώβ 31, 25), γι΄ αυτό και δεν λυπήθηκε, όταν τα έχασε.

Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι από τους σημερινούς πλουσίους δεν είναι παρόμοιοι με εκείνους τους δικαίους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, αλλά έχουν γίνει χειρότεροι από κάθε δούλο, σαν να πληρώνουν φόρους σε κάποιο φοβερό τύραννο. Πραγματικά, ο έρωτας για την απόκτηση όλο και περισσότερων χρημάτων έχει κυριεύσει την διάνοιά τους, σαν να ήταν κάποια ακρόπολις, και από εκεί εκδίδει κάθε μέρα τα παράνομα διατάγματά του και δεν υπάρχει κανένας, που να τα παρακούει. Δεν μπορούν να αναβλέψουν στον ουρανό, καθώς είναι μονίμως προσηλωμένοι και αγχωμένοι για τη συγκέντρωση επιγείων και μόνο θησαυρών. Και κατά κανόνα ποτέ δεν είναι ευτυχισμένοι, εφόσον έχουν χάσει από τον οπτικό τους ορίζοντα τον Θεό και δεν αξιοποιούν το χάρισμα (διότι περί ταλάντου πρόκειται κι εδώ) που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός για ανακούφιση του πόνου του πλησίον, παρά μόνο στο να υπηρετούν αμέτρητες και βλαβερές επιθυμίες στις οποίες γίνονται ταλαίπωροι δούλοι.

Μη φιλοσοφείς λοιπόν περιττά πράγματα, καθόσον μίλησε μία φορά ο ίδιος ο Θεός και είπε ότι είναι αδύνατο να συνυπάρχουν η δουλεία προς τον πλούτο και η δουλεία προς τον Θεό. Μη λέγεις λοιπόν εσύ ότι είναι δυνατόν αυτό. Διότι πώς είναι δυνατό να συνυπάρξουν, όταν ο μεν ένας αφέντης προστάζει να αρπάζεις όσα ανήκουν στους συνανθρώπους σου, ο δε άλλος να χαρίζεις ακόμη και αυτά που εσύ έχεις στην κατοχή σου; Όταν ο ένας αφέντης σού δίνει εντολή να σωφρονείς, ενώ ο άλλος να πορνεύεις; Όταν ο μεν ένας σού δίνει εντολή να εξουσιάζεις την κοιλιά σου ενώ ο άλλος να μεθάς και να ζεις ζωή ακόλαστη; και ο μεν ένας διδάσκει να περιφρονείς τα υλικά πράγματα, ο δε άλλος να προσηλώνεσαι στα γήινα; ο μεν ένας να θαυμάζεις μάρμαρα και τοίχους και ορόφους, ενώ ο άλλος και να περιφρονείς αυτά και να τιμάς την ευσέβεια;

Σε αυτήν την περίπτωση ονόμασε τον μαμμωνά «κύριο», όχι επειδή εκ φύσεως είναι κύριος, αλλά εξαιτίας της ταλαιπωρίας αυτών που υποτάσσονται σ’ αυτόν. Κατά παρόμοιο τρόπο και την κοιλιά την ονομάζει «θεό», όχι από το αξίωμα του αφεντικού, αλλά από την αθλιότητα αυτών που γίνονται δούλοι σε αυτήν, πράγμα το οποίο είναι χειρότερο από κάθε τιμωρία και ικανό να τιμωρήσει πριν από την τελική κόλαση αυτόν που συλλαμβάνει στα δίκτυά της. Διότι από ποιους καταδίκους δε θα ήσαν αθλιότεροι αυτοί που, ενώ έχουν Κύριο τον Θεό, φεύγουν όμως οικειοθελώς από την ήμερη βασιλεία Του προς τη φοβερή και σκληρή εκείνη τυραννία, όταν μάλιστα όλα αυτά προξενούν ακόμη και σ’ αυτήν τη ζωή τόση ζημία; Διότι πράγματι είναι απερίγραπτη και ανυπολόγιστη η ζημία από αυτό το πράγμα, καθόσον λαμβάνουν χώρα εξαιτίας αυτού και δίκες και αδικίες και διαμάχες και κόποι και βλάβη της ψυχής· και το φοβερότερο από όλα είναι το ότι χάνει κανείς τα ουράνια αγαθά, που τα παρέχει η υπηρεσία στο θέλημα του Θεού.

Γι’ αυτό και συνεχίζει λέγοντας: «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε (: μη φροντίζετε με στενοχώρια και αγωνία για τη ζωή σας, δηλαδή για το τι θα φάτε και το τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας με τι θα ντυθείτε)» [Ματθ. 6, 25]. Για να μη λένε: «Τι λοιπόν; Πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε, εάν δώσουμε όλα τα χρήματά μας; Σε αυτήν λοιπόν την αντίρρηση λαμβάνει θέση κατά τρόπο πολύ κατάλληλο. Όπως δηλαδή, εάν έλεγε από την αρχή «μὴ μεριμνᾶτε», θα φαινόταν ότι είναι βαριά η εντολή, κατά όμοιο τρόπο, αφού απέδειξε τη βλάβη που προκαλείται από τη φιλαργυρία, καθιστά πλέον στη συνέχεια ευπρόσδεκτη την παραίνεση αυτή. Γι’ αυτό ακριβώς και τώρα δεν είπε μόνο «μὴ μεριμνᾶτε», αλλά πρώτα ανέφερε την αιτία, και στη συνέχεια έδωσε αυτήν την εντολή.

Πραγματικά αφού είπε: «Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι του Θεού και δούλοι του πλούτου» [Ματθ. 6, 24], πρόσθεσε: «Αφού λοιπόν η καρδιά σας θα πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, για τον λόγο αυτό σας λέγω να κόψετε τη ρίζα της πλεονεξίας και να μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε και για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε». Τι εννοεί με τη λέξη «τοῦτο» όταν λέγει «Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε»; Εννοεί το απερίγραπτο της ζημίας που προκαλούν όλα αυτά στην ψυχή μας. Διότι η ζημία δεν περιορίζεται μόνο στα χρήματα, αλλά η πληγή αναφέρεται στα σπουδαιότερα σημεία και στην απώλεια της σωτηρίας μας, επειδή μας απομακρύνει από τον Θεό, ο οποίος μας δημιούργησε, μας φροντίζει και μας αγαπά.

Επειδή λοιπόν απέδειξε ότι η ζημία είναι απερίγραπτη, επιτείνει πλέον την εντολή. Πραγματικά δε μας εντέλλεται να αποβάλλουμε τα υπάρχοντά μας μόνο, αλλά να μη φροντίζουμε ούτε για την αναγκαία τροφή, λέγοντας τα εξής: «μη μεριμνάτε για την ψυχή σας τι θα φάτε», όχι επειδή η ψυχή έχει ανάγκη από τροφή, αφού είναι ασώματη, αλλά μίλησε σύμφωνα με την κοινή συνήθεια. Διότι, μολονότι δε χρειάζεται την τροφή, δε θα μπορούσε να παραμείνει διαφορετικά στο σώμα, παρά μόνο όταν τρέφεται αυτό.

Και αφού είπε αυτό, δεν το θέτει απλώς αλλά και εδώ χρησιμοποιεί συλλογισμούς, άλλους μεν από όσα υπάρχουν σε εμάς, άλλους δε από άλλα παραδείγματα. Και από όσα συμβαίνουν σε εμάς λέγει: «οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; (: Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή και το σώμα περισσότερο από το ένδυμα;» [Ματθ. 6, 25]. Συνεπώς, Αυτός που σας έδωσε το πολυτιμότερο, δε θα σας δώσει και το κατώτερο; Αυτός που δημιούργησε που έπλασε τη σάρκα που τρέφεται, πώς δε θα δώσει την τροφή; Για το λόγο αυτό ακριβώς δεν είπε απλώς «μη μεριμνάτε τι θα φάτε και τι θα πιείτε και τι θα ντυθείτε», αλλά «για το σώμα σας» και «για την ψυχή σας» επειδή σκόπευε από αυτά να λάβει τις αποδείξεις, οδηγώντας τον λόγο επί τη βάσει της συγκρίσεως.

Αλλά την μεν ψυχή την έδωσε μία φορά και παραμένει αναλλοίωτη, ενώ το σώμα κάθε μέρα δίνει και αυξάνει. Επεξηγώντας λοιπόν αυτά τα δύο, δηλαδή και της ψυχής την αθανασία και του σώματος τη φθαρτότητα, πρόσθεσε τα εξής: «τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; (: Ποιος από εσάς, όσες πολλές και μεγάλες φροντίδες και αν καταβάλει, μπορεί να προσθέσει στο ανάστημά του ένα πήχυ;)» [Ματθ. 6, 27]. Και χωρίς να κάνει λόγο για την ψυχή, επειδή δε λαμβάνει αύξηση, μίλησε μόνο για το σώμα, καθιστώντας φανερό από αυτό και εκείνο, ότι δηλαδή δε θα το αυξήσει αυτό η τροφή, αλλά η πρόνοια του Θεού. Το ίδιο πράγμα δηλώνοντας ο Παύλος με άλλες λέξεις έλεγε: «ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός (: ώστε στην πραγματικότητα για την επιτυχία του έργου του Θεού, ούτε εκείνος που φυτεύει είναι κάτι, ούτε εκείνος που ποτίζει, αλλά ο Θεός ο οποίος με τη χάρη Του δίνει την αύξηση. Σε Αυτόν ανήκει το παν)» [Α΄Κορ. 3, 7].

Από αυτά λοιπόν που συμβαίνουν σε εμάς προέτρεψε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ από άλλα παραδείγματα προέτρεψε με τα εξής λόγια: «ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ (: παρατηρείστε προσεκτικά τα πτηνά του ουρανού)» [Ματθ. 6, 26]. Για να μη λέγει λοιπόν κανείς ότι αποκομίζουμε ωφέλεια όταν μεριμνούμε, τους αποστομώνει και με το παράδειγμα του ανώτερου και με το παράδειγμα του κατώτερου. Το σπουδαιότερο βέβαια είναι η ψυχή και το σώμα, το κατώτερο δε τα πτηνά. Εάν λοιπόν τόσο πολύ ενδιαφέρεται, λέγει, για τα ελάχιστα, γιατί δε θα δώσει σε εσάς; Και προς αυτούς μεν έτσι μίλησε (επειδή ήταν όχλος αμόρφωτος), ενώ προς τον διάβολο δε μίλησε με αυτόν τον τρόπο. Αλλά πώς; «οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ (: ο άνθρωπος δε θα ζει μόνο με άρτο, αλλά και με κάθε λόγο που προέρχεται από το στόμα του Θεού)» [Ματθ. 4, 4]. Εδώ όμως αναφέρει τα πτηνά και μάλιστα με έντονο συμβουλευτικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο έχει μεγάλη δύναμη για να είναι αποτελεσματική η παραίνεση.

[…] Ας μην νομίζουμε λοιπόν ότι είναι ανεφάρμοστα τα προστάγματα του Θεού· διότι είναι πολλοί αυτοί που τα επιτυγχάνουν και τώρα και ζουν ευσεβή και μετρημένη ζωή. Γνωρίζω πολύ καλά βέβαια ότι το φορτίο της ακτημοσύνης προς το παρόν υπερβάλλει τις δυνάμεις σας, όσο κι αν αυτό είναι το τέλειο για κάθε Χριστιανό. Αρκεί όμως για σας προς το παρόν να μάθετε τουλάχιστον να μην είστε πλεονέκτες και ότι είναι μέγιστη αρετή η ελεημοσύνη, και επιπλέον να γνωρίζετε ότι πρέπει να δίδετε με προθυμία στους φτωχούς από αυτά που έχετε. Ας απορρίψουμε, επίσης, την περιττή πολυτέλεια και να κρατήσουμε το μέτρο στη ζωή και τη συμπεριφορά μας και να μάθουμε να αποκτούμε με δικαίους κόπους όλα γενικώς εκείνα τα οποία μας είναι απαραίτητα.

Εάν όμως δεν το πράττουμε ούτε αυτό, ποιας συγχωρήσεως θα μπορούσαμε να ήμασταν άξιοι εμείς, οι οποίοι λαμβάνουμε εντολή να είμαστε άγγελοι και τέκνα πιστά του Θεού, κι εμείς να μη φροντίζουμε να είμαστε έστω άνθρωποι; Διότι το να αρπάζει κανείς και να είναι αχόρταγος δεν είναι δείγμα της ημερότητας των ανθρώπων, αλλά της αγριότητας των θηρίων· μάλιστα δε είναι χειρότεροι και από εκείνα αυτοί που επιτίθενται εναντίον ξένων πραγμάτων. Διότι στα θηρία μεν υπάρχει αυτή η ιδιότητα εκ φύσεως, εμείς όμως οι άνθρωποι, οι οποίοι τιμηθήκαμε με τη λογική και καταπίπτουμε σε αυτήν την παρά φύση άπρεπη ενέργεια να αρπάζουμε με πλεονεξία ακόμα και όσα ανήκουν στους άλλους, ποια συγχώρηση θα απολαύσουμε;

Αφού λοιπόν κατανοήσουμε το ύψος της φιλοσοφίας που βρίσκεται μπροστά μας, τουλάχιστον ας φθάσουμε στη μέση, για να αποφύγουμε τη μέλλουσα τιμωρία και βαδίζοντας αυτήν την οδό να μπορέσουμε να φθάσουμε στην κορυφή των αγαθών, τα οποία μακάρι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:
• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Κ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 9, σελίδες 713-727.

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΑ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 9-21, 25-27.

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 183- 190 (ή: 88- 92 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 191- 200 (ή: 92-95 και 96- 97 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view

• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

• Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΝΤΕΣ, ΠΟΥ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝ Σ' ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Εγκώμιο στους Αγίους Πάντες, που μαρτύρησαν σ’ όλο τον κόσμο 

Δέν πέρασαν ἀκόμη ἑπτά μέρες, ἀπό τότε πού γιορτάσαμε τήν ἱερή πανήγυρη τῆς Πεντηκοστῆς, καί πάλι μᾶς πρόφθασε χορός μαρτύρων ἤ καλύτερα στρατιά μαρτύρων καί παράταξη, πού δέν εἶναι καθόλου κατώτερη ἀπό τή στρατιά τῶν ἀγγέλων, τήν ὁποία εἶδε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ἀλλά εἶναι ἴδιας ἀξίας καί τάξης μέ αὐτή. Γιατί μάρτυρες καί ἄγγελοι διαφέρουν μόνο στά ὀνόματα, στά ἔργα τους ὅμως ταυτίζονται. Στόν οὐρανό κατοικοῦν οἱ ἄγγελοι, στόν οὐρανό καί οἱ μάρτυρες. Αἰώνιοι καί ἀθάνατοι εἶναι ἐκεῖνοι, τό ἴδιο θά γίνουν καί οἱ μάρτυρες. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι ἔλαβαν καί ἀσώματη φύση; Καί τί σημασία ἔχει αὐτό; Γιατί οἱ μάρτυρες, ἄν καί ἔχουν σῶμα, ὅμως εἶναι ἀθάνατο ἤ καλύτερα καί πρίν ἀπό τήν ἀθανασία ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ στολίζει τά σώματά τους περισσότερο ἀπό τήν ἀθανασία. Δέν εἶναι τόσο λαμπρός ὁ οὐρανός, πού στολίζεται μέ τό πλῆθος τῶν ἀστεριῶν, ὅσο εἶναι τά σώματα τῶν μαρτύρων, πού στολίζονται μέ τό λαμπρό αἷμα τῶν τραυμάτων. Ὥστε ἐπειδή πέθαναν γι᾽ αὐτό καί εἶναι ἀνώτεροι, καί βραβεύτηκαν πρίν ἀπό τήν ἀθανασία παίρνοντας τά στεφάνια ἀπό τήν ὥρα τοῦ θανάτου τους.

«Τόν ἔκανες λίγο κατώτερο ἀπό τούς ἀγγέλους, τόν στεφάνωσες μέ δόξα καί τιμή» (Ψαλμ. 8, 6), λέει ὁ Δαυίδ, γιά τή φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά καί τό λίγο αὐτό πού στεροῦνταν οἱ ἄνθρωποι σέ σχέση μέ τούς ἀγγέλους, τό συμπλήρωσε ὁ Χριστός ὅταν ἦρθε, καταδικάζοντας τό θάνατο μέ τό δικό του θάνατο. Ἐγώ ὅμως δέν ἀντλῶ ἀπ᾽ ἐδῶ τά ἐπιχειρήματά μου, ἀλλά ἀπό τό ὅτι τό μειονέκτημα αὐτό τοῦ θανάτου ἔγινε πλεονέκτημα. Γιατί ἄν δέν ἦταν θνητοί δέν θά γίνονταν μάρτυρες. Ὥστε ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος δέν θά ὑπῆρχε καί στεφάνι. Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος, δέν θά ὑπῆρχε καί μαρτύριο. Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος, δέν θά μποροῦσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά λέει: «Κάθε μέρα πεθαίνω, μά τό δικό σας καύχημα, πού ἔχω στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α’ Κορ. 15, 31). Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος καί φθορά, δέν θά μποροῦσε πάλι ὁ ἴδιος νά λέει: «Χαίρομαι στά παθήματά μου γιά σᾶς, καί ἀναπληρώνω στή σάρκα μου τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 1, 24). Ἄς μήν λυπούμαστε λοιπόν ἐπειδή γίναμε θνητοί, ἀλλά ἄς εὐχαριστοῦμε, ἐπειδή ἀπό τό θάνατο μᾶς ἀνοίχτηκε τό στάδιο τοῦ μαρτυρίου, ἀπό τή φθορά λάβαμε ἀφορμή γιά τά βραβεῖα. Ἀπό ἐδῶ ἔχουμε τήν ἀφορμή γιά ἀγωνίσματα.

Βλέπεις τή σοφία τοῦ Θεοῦ, πῶς τό πιό μεγάλο κακό τό ἀποκορύφωμα τῆς συμφορᾶς πού μᾶς ἔφερε ὁ διάβολος, ἐννοῶ τό θάνατο, τόν μετέτρεψε σέ τιμή καί δόξα μας, ὁδηγώντας μ᾽ αὐτόν τούς ἀθλητές στά βραβεῖα τοῦ μαρτυρίου; Τί θά κάνουμε ὅμως; Θά εὐχαριστήσουμε τό διάβολο γιά τό θάνατο; Ὁ Θεός νά φυλάξει. Γιατί τό κατόρθωμα δέν εἶναι ἔργο τῆς δικῆς του θελήσεως, ἀλλά εἶναι χάρισμα τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος τόν ἔφερε γιά νά μᾶς καταστρέψει καί ξαναφέρνοντάς μας στή γῆ νά ξεκόψει κάθε ἐλπίδα σωτηρίας. Ὁ Χριστός ὅμως, μέ τό δικό του θάνατο ἄλλαξε τήν πορεία καί μέ τόν ἴδιο τό θάνατο μᾶς ἀνέβασε πάλι στόν οὐρανό. Κανείς σας λοιπόν ἄς μήν μέ κατηγορήσει, ἄν ὀνόμασα τό σύνολο τῶν μαρτύρων χορό καί στράτευμα, δίνοντας δυό ἀντίθετα ὀνόματα στό ἴδιο πράγμα. Γιατί χορός καί στράτευμα εἶναι ἀντίθετα πράγματα, ἐδῶ ὅμως ἔγιναν ἕνα. Ἐπειδή βάδιζαν μ᾽ εὐχαρίστηση στά βασανιστήρια, σάν νά χόρευαν καί ἔδειξαν τόση ἀνδρεία καί ἀντοχή σάν νά βρίσκονταν σέ πόλεμο καί νίκησαν τούς ἐχθρούς. Ἄν βέβαια ἐξετάσουμε τή φύση τῶν ὅσων γίνονταν, ἦταν μάχη καί πόλεμος καί παράταξη. Ἄν ὅμως ἐξετάσεις τή διάθεση αὐτῶν πού ἔπασχαν, ἦταν χοροί, ὅσα συνέβαιναν, ἦταν διασκεδάσεις καί πανηγύρια καί ἡ πιό μεγάλη ἀπόλαυση.

Θέλεις νά μάθεις ὅτι αὐτά ἦταν πιό τρομερά ἀπό τόν πόλεμο; Ἐννοῶ τά σχετικά μέ τούς μάρτυρες. Ποιό τέλος πάντων εἶναι τό φοβερό στόν πόλεμο; Στήνονται καί ἀπό τίς δυό μεριές στρατόπεδα περιφραγμένα, πού λάμπουν ἀπό τά ὅπλα καί καταυγάζουν τή γύρω περιοχή, ρίχνοντας ἀπό παντοῦ σύννεφα τά βέλη, πού μέ τό πλῆθος τους κρύβουν τόν οὐρανό, τρέχουν αὐλάκια τά αἵματα πάνω στή γῆ καί εἶναι πολλοί ὁλόγυρα οἱ νεκροί. Ὅπως ἀκριβῶς στό θερισμό πέφτουν στή γῆ τά στάχυα, ἔτσι καί ἐδῶ εἶναι οἱ στρατιῶτες, καθώς πέφτουν ὁ ἕνας πάνω στόν ἄλλο. Ἔλα λοιπόν νά σέ ὁδηγήσω ἀπό ἐκεῖνα σ᾽ αὐτή ἐδῶ τή μάχη. Καί ἐδῶ ὑπάρχουν δυό παρατάξεις, ἡ μία τῶν μαρτύρων καί ἡ ἄλλη τῶν τυράννων. Ἀλλά οἱ τύραννοι εἶναι ὁπλισμένοι τέλεια, οἱ μάρτυρες ὅμως μάχονται μέ γυμνό τό σῶμα καί ἡ νίκη ἀνήκει στούς γυμνούς καί ὄχι στούς ὁπλισμένους. Ποιός δέν θά ἀποροῦσε, μέ τό ὅτι αὐτός πού μαστιγώνεται νικάει ἐκεῖνον πού τόν μαστιγώνει; Ὁ δεμένος νικάει τόν ἐλεύθερο; Αὐτός πού κατακαίγεται νικάει ἐκεῖνον πού τόν καίει; Αὐτός πού πέθαινει νικάει ἐκεῖνον πού τόν σκοτώνει;

Εἶδες πώς αὐτά εἶναι πιό φοβερά ἀπό ἐκεῖνα; Ἐκεῖνα ἄν καί εἶναι φοβερά, γίνονται ὅμως μέ φυσικό τρόπο, αὐτά ὅμως ξεπερνοῦν κάθε φυσικό τρόπο καί κάθε σειρά τῶν πραγμάτων, γιά νά μάθεις ὅτι τά κατορθώματα εἶναι τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἄν καί τί εἶναι πιό ἄδικο ἀπό τή μάχη αὐτή; Τί πιό παράνομο ἀπό τά ἀγωνίσματα; Γιατί στούς πολέμους καί οἱ δύο πού μάχονται προστατεύονται, ἐδῶ ὅμως δέν συμβαίνει τό ἴδιο. Ἀλλά ὁ ἕνας εἶναι γυμνός καί ὁ ἄλλος ὁπλισμένος. Στούς ἀγῶνες πάλι ἐπιτρέπεται καί στούς δυό νά σηκώνουν τά χέρια ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Ἐδῶ ὅμως ὁ ἕνας εἶναι δεμένος καί ὁ ἄλλος κτυπάει ἐλεύθερος καί πληγώνει. Καί αὐτοί πού δίκαζαν σάν νά ᾽ταν ἐξουσιαστές ἐξασφάλισαν γιά τούς ἑαυτούς τους τό δικαίωμα νά κακοποιοῦν. Στούς δίκαιους μάρτυρες ὅμως ἔδωσαν τό προνόμιο νά κακοποιοῦνται. Ἔτσι μάχονται μέ τούς ἁγίους καί οὔτε ἔτσι τούς νικοῦν. Ἀλλά μετά τήν ἄνιση αὐτή μάχη, ἀφοῦ νικήθηκαν ὑποχώρησαν. Καί αὐτό μοιάζει σάν κάποιον πού φέρνει ἕνα πολεμιστή στόν πόλεμο, τοῦ κόβει τήν αἰχμή τοῦ δόρατος, τοῦ βγάζει τό θώρακα καί τόν διατάζει νά μάχεται ἔτσι μέ γυμνό σῶμα. Ἀλλά ὁ πολεμιστής ἄν καί χτυπιέται, πληγώνεται καί τραυματίζεται βαριά, τελικά στήνει τρόπαιο νίκης.

Καθώς ὁδηγοῦσαν τούς μάρτυρες γυμνούς, μέ δεμένα πίσω τά χέρια καί ἀπό παντοῦ τούς χτυποῦσαν καί τούς ξέσκιζαν, φαίνονταν πώς νικοῦνταν, ὅμως αὐτοί ἄν καί τραυματίζονταν, ἔστηναν τό τρόπαιο τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Καί ὅπως τό διαμάντι ὅταν χτυπιέται δέν σπάζει, οὔτε μαλακώνει, ἀλλά διαλύει τό σίδερο πού τό χτυπᾶ, ἔτσι ἀκριβῶς καί οἱ ψυχές τῶν ἁγίων, ἐνῶ βασανίζονταν τόσο πολύ, οἱ ἴδιες δέν πάθαιναν κανένα κακό, ἀλλά διέλυαν τή δύναμη ἐκείνων πού τούς χτυποῦσαν καί τούς ἔδιωχναν ἀπό τούς ἀγῶνες νικημένους, ντροπιασμένους καί βαριά τραυματισμένους. Γιατί ἔδεσαν τούς μάρτυρες καί στό ξύλο καί τρυποῦσαν τά πλευρά τους, ἀνοίγοντας βαθιά αὐλάκια, σάν νά ὄργωναν τή γῆ, ἀλλά δέν ἔσκιζαν τά σώματά τους. Καί μποροῦσε νά δεῖ κανείς λαγόνες ξεσκισμένες, πλευρά ἀνοιγμένα καί στήθη τσακισμένα. Οὔτε ἐδῶ ὅμως σταματοῦσαν τή μανία τους τά αἱμοβόρα ἐκεῖνα θηρία, ἀλλά, ἀφοῦ τούς κατέβαζαν ἀπό τό ξύλο, τούς τέντωναν σέ σιδερένια σχάρα πάνω σέ ἀναμένα κάρβουνα. Καί τότε μποροῦσες νά δεῖς ἀκόμη σκληρότερα θεάματα ἀπό τά προηγούμενα. Νά τρέχουν δηλαδή διπλές σταγόνες ἀπό τά σώματά τους, ἄλλες ἀπό τό αἷμα πού χυνόταν καί ἄλλες ἀπό τίς σάρκες πού ἔλειωναν. Οἱ ἅγιοι ὅμως πού ἦταν ξαπλωμένοι πάνω στά κάρβουνα σάν νά ἦταν ρόδα, παρακολουθοῦσαν μέ πολλή εὐχαρίστηση τά ὅσα γίνονταν.

Ἐσύ ὅμως ὅταν ἀκούσεις σιδερένια σχάρα φέρε στό νοῦ σου τή νοητή σκάλα, πού εἶδε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ νά ἁπλώνεται ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Ἀπό ἐκείνη κατέβαιναν ἄγγελοι, ἀπό αὐτήν ἀνεβαίνουν μάρτυρες, καί τίς δύο δέ τίς στηρίζει ὁ Κύριος. Δέν θά ἄντεχαν τούς πόνους αὐτοί οἱ ἅγιοι, ἄν δέν στηρίζονταν σ᾽ αὐτή τή σκάλα. Ἀπό ἐκείνη ἀνεβαίνουν καί κατεβαίνουν ἄγγελοι. Καί ἀπό αὐτή, εἶναι ὁλοφάνερο πώς ἀνεβαίνουν καί μάρτυρες. Καί γιατί αὐτό; Ἐπειδή οἱ ἄγγελοι στέλνονται γιά νά ὑπηρετήσουν αὐτούς πού θά κληρονομήσουν τή σωτηρία. Οἱ μάρτυρες ὅμως σάν ἀθλητές καί νικητές, ἀφοῦ ἀπαλλάχθηκαν ἀπό τούς ἀγῶνες, ἔφυγαν στή συνέχεια γιά τόν ἀγωνοθέτη.

Ἀλλά ἄς μήν ἀγγίζουν μονάχα τ᾽ ἀφτιά μας τά ὅσα λέγονται. Ὅταν δηλαδή ἀκοῦμε ὅτι ὑπῆρχαν κάρβουνα, κάτω ἀπό τά καταπληγωμένα σώματα, ἄς ἀναλογιστοῦμε πῶς νιώθουμε ὅταν μᾶς πιάσει ξαφνικά πυρετός. Νομίζουμε ὅτι ἡ ζωή εἶναι ἀνυπόφορη, ταραζόμαστε, δυσανασχετοῦμε, γκρινιάζουμε σάν μικρά παιδιά, θεωρώντας ὅτι ἡ φλόγα τοῦ πυρετοῦ δέν εἶναι καθόλου μικρότερη ἀπό τήν κόλαση. Αὐτοί ὅμως, χωρίς νά τούς πιάσει πυρετός, ἀλλά ἔχοντας ὁλόγυρά τους τή φλόγα νά τούς ζώνει καί τίς σπίθες νά πηδοῦν ἐπάνω στίς πληγές καί νά δαγκώνουν τά τραύματα πιό ἄγρια ἀπό κάθε θηρίο, ἦταν σάν ἀδαμάντινοι καί ἔβλεπαν τά ὅσα γίνονταν σάν νά συνέβαιναν σέ ξένα σώματα. Ἔτσι μέ πολλή γενναιότητα καί μέ πολλή ἀνδρεία στέκονταν σταθεροί στήν ὁμολογία τους, μένοντας ἀκλόνητοι σ᾽ ὅλα τά βασανιστήρια καί κάνοντας νά λάμψει καί ἡ δική τους ἀνδρεία καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔχετε δεῖ πολλές φορές ν᾽ ἀνεβαίνει ψηλά τήν αὐγή ὁ ἥλιος καί νά στέλνει τίς χρυσές ἀκτίνες του; Ἔ, τέτοια ἦταν τά σώματα τῶν ἁγίων. Σάν χρυσές ἀκτίνες τούς περικύκλωναν ἀπό παντοῦ σάν ρυάκια μέ τό αἷμα καί ἔκαναν νά λάμπει τό σῶμα τους πολύ περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι κάνει ὁ ἥλιος τόν οὐρανό.

Βλέποντας αὐτό τό αἷμα οἱ ἄγγελοι χαίρονταν, οἱ δαίμονες φοβοῦνταν καί ὁ ἴδιος ὁ διάβολος ἔτρεμε. Γιατί δέν ἦταν ἁπλῶς αἷμα αὐτό πού τώρα ἔβλεπαν, ἀλλά αἷμα σωτήριο, αἷμα ἅγιο, αἷμα ἄξιο γιά τούς οὐρανούς, αἷμα πού διαρκῶς ποτίζει τά καλά φυτά τῆς Ἐκκλησίας. Εἶδε τό αἷμα καί ἔφριξε ὁ διάβολος, γιατί θυμήθηκε ἄλλο αἷμα, τό αἷμα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Γιά χάρη ἐκείνου τοῦ αἵματος χύθηκε αὐτό. Γιατί ἀπό τότε πού κεντήθηκε ἡ πλευρά τοῦ Δεσπότου βλέπεις στή συνέχεια νά κεντοῦνται ἀμέτρητες πλευρές. Ποιός λοιπόν δέν θά ἔπαιρνε μέρος μ᾽ εὐχαρίστηση πολλή σ᾽ αὐτούς τούς ἀγῶνες, ὅταν πρόκειται νά γίνει μέτοχος τῶν παθημάτων τοῦ Δεσπότου καί νά ἔχει τόν ἴδιο θάνατο μέ τόν Χριστό; Εἶναι ἀρκετή αὐτή ἡ ἀνταπόδοση καί μεγαλύτερη ἡ τιμή. Ἡ ἀμοιβή ξεπερνάει τά κατορθώματα καί ἔρχεται πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἄς μήν φοβόμαστε λοιπόν ὅταν ἀκοῦμε ὅτι ὁ τάδε μαρτύρησε, ἀλλά ἄς τρομάζουμε ὅταν ἀκοῦμε ὅτι ὁ τάδε δειλίασε καί ἔπεσε, ἐνῶ μπροστά του εἶχε τέτοια βραβεῖα.

Καί ἄν θέλεις ν᾽ ἀκούσεις τί ἔγινε ὕστερα μάθε πώς αὐτά δέν μπορεῖ νά τά παραστήσει κανένας ἀνθρώπινος λόγος, ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Οὔτε μάτι εἶδε, οὔτε αὐτί ἄκουσε, οὔτε ἀνθρώπινος νοῦς ἀναλογίστηκε αὐτά, πού ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν» (Α’ Κορ. 2, 9). Καί κανένας ἀπό τούς ἀνθρώπους δέν ἀγάπησε τόσο τό Θεό, ὅσο οἱ μάρτυρες. Βέβαια δέν θά σιωπήσουμε, ἐπειδή τό μέγεθος τῶν ἀγαθῶν πού ἔχουν ἑτοιμαστεῖ ξεπερνᾶ καί τό λόγο καί τή σκέψη μας, ἀλλά ὅσο εἶναι δυνατόν καί ἐμεῖς νά ποῦμε καί ἐσεῖς ν᾽ ἀκούσετε, θά προσπαθήσουμε νά σᾶς δείξουμε ἀμυδρά τή μακαριότητα πού περιμένει τούς μάρτυρες στόν οὐρανό. Γιατί θά τή γνωρίσουν καθαρά μόνον αὐτοί οἱ ὁποῖοι θά τήν ἀπολαύσουν προσωπικά. Καί τά μέν δεινά αὐτά καί ἀβάστακτα τά ὑποφέρουν οἱ μάρτυρες γιά λίγο χρονικό διάστημα. Μετά ὅμως ἀπό τήν ἀπαλλαγή τους ἀπό τή ζωή αὐτή ἀνεβαίνουν στούς οὐρανούς, ἐνῶ προπορεύονται ἄγγελοι καί τούς περιστοιχίζουν ἀρχάγγελοι. Γιατί οἱ ἄγγελοι δέν ντρέπονται τούς συνδούλους τους, ἀλλά θά ἤθελαν νά κάνουν τά πάντα γι᾽ αὐτούς, ἐπειδή καί ἐκεῖνοι προτίμησαν νά δεινοπαθήσουν γιά τό Δεσπότη τους Χριστό.

Καί ὅταν ἀνεβοῦν στόν οὐρανό, ὅλες ἐκεῖνες οἱ ἅγιες δυνάμεις τρέχουν νά τούς προϋπαντήσουν. Ἄν λοιπόν, ὅταν ξένοι ἀθλητές ἔρχονται στήν πόλη, ὅλος ὁ λαός τρέχει ἀπό παντοῦ καί ἀφοῦ τούς περικυκλώσουν παρατηροῦν καλά ἀπό κοντά τή δύναμη πού ἔχουν τά μέλη τοῦ σώματός τους, πολύ περισσότερο ὅταν οἱ ἀθλητές τῆς εὐσέβειας ἀνεβοῦν στούς οὐρανούς τρέχουν νά τούς προϋπαντήσουν οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις. Τρέχουν ἀπό παντοῦ γιά νά παρατηρήσουν τά τραύματά τους καί τούς ὑποδέχονται ὅλους καί τούς ἀσπάζονται σάν ἥρωες πού γύρισαν ἀπό τόν πόλεμο καί τή μάχη καί ὕστερα ἀπό πολλά τρόπαια καί νίκες. Ἔπειτα τούς ὁδηγοῦν μέ μεγάλη συνοδεία πρός τό βασιλιά τῶν οὐρανῶν, στό θρόνο ἐκεῖνο πού εἶναι γεμάτος ἀπό πολλή δόξα, ὅπου βρίσκονται τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ. Καί ὅταν φτάσουν ἐκεῖ καί προσκυνήσουν ἐκεῖνον πού κάθεται πάνω στό θρόνο, ἀπολαμβάνουν πλέον περισσότερη τιμή ἀπό τό Δεσπότη ἀπό ἐκείνη πού ἀπολαμβάνουν ἀπό τούς συνδούλους τους ἀγγέλους. Γιατί δέν τούς δέχεται σάν δούλους – ἄν καί αὐτό θά ἦταν μεγάλη τιμή καί δέν μπορεῖ κανείς νά βρεῖ ἴση μ᾽ αὐτήν – ἀλλά σάν φίλους Του. «Γιατί ἐσεῖς», λέει ὁ Κύριος, «εἴσαστε φίλοι μου» (Ἰωαν. 15, 14). Καί πολύ σωστά τό λέει, γιατί καί ἀλλοῦ εἶπε: «Μεγαλύτερη ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη δέν ἔχει κανένας, ὥστε νά δώσει τή ζωή του γιά χάρη τῶν φίλων του» (Ἰωαν. 15, 13).

Ἐπειδή λοιπόν ἔδειξαν τήν πιό μεγάλη ἀγάπη, τούς ὑποδέχεται καί ἀπολαμβάνουν ἐκείνη τή δόξα. Ἑνώνονται μέ τούς ἀγγελικούς χορούς καί παίρνουν μέρος στήν ὑπερκόσμια δοξολογία. Ἄν λοιπόν καί ὅταν εἶχαν τό σῶμα μετεῖχαν στό χορό ἐκεῖνο μέ τήν κοινωνία τῶν μυστηρίων καί ἔψαλλαν μαζί μέ τά Χερουβίμ τόν τρισάγιο ὕμνο, καθώς γνωρίζετε ἐσεῖς οἱ πιστοί, πολύ περισσότερο τώρα πού βρέθηκαν μέ τούς ἀγγέλους, παίρνουν μέρος στή δοξολογία ἐκείνη, μέ πολλή παρρησία. Ἄραγε δέν φοβόσαστε πρίν τό μαρτύριο; Ἄραγε δέν ἐπιθυμεῖτε τώρα τό μαρτύριο; Ἄραγε δέν λυπᾶστε τώρα, πού δέν εἶναι καιρός μαρτυρίου; Ἄς γυμναζόμαστε λοιπόν γιά τόν καιρό τοῦ μαρτυρίου. Περιφρόνησαν ἐκεῖνοι τή ζωή, περιφρόνησε ἐσύ τίς ἀπολαύσεις. Ἔρριξαν ἐκεῖνοι τά σώματά τους στή φωτιά, ρίξε ἐσύ τώρα χρήματα στά χέρια τῶν φτωχῶν. Καταπάτησαν ἐκεῖνοι τά ἀναμμένα κάρβουνα, σβῆσε ἐσύ μέσα σου τή φλόγα τῆς ἐπιθυμίας. Εἶναι ἐνοχλητικά αὐτά, ἀλλά μᾶς φέρνουν κέρδος. Μήν βλέπεις τά παρόντα πού εἶναι δυσάρεστα, ἀλλά τά μέλλοντα πού εἶναι εὐχάριστα. Ὄχι τά βάσανα πού περνᾶς τώρα, ἀλλά τά ἀγαθά πού ἐλπίζεις. Ὄχι τά παθήματα, ἀλλά τά βραβεῖα. Ὄχι τούς κόπους, ἀλλά τά στεφάνια. Ὄχι τούς ἱδρῶτες, ἀλλά τίς ἀμοιβές. Ὄχι τούς πόνους, ἀλλά τίς ἀνταποδόσεις. Ὄχι τήν ἀναμένη φωτιά, ἀλλά τή βασιλεία πού σέ περιμένει. Ὄχι τούς δήμιους πού σέ περιτριγυρίζουν, ἀλλά τό Χριστό πού θά σέ στεφανώσει.

Αὐτός εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος καί ὁ εὐκολότερος δρόμος γιά τήν ἀρετή. Νά μήν βλέπει δηλαδή κανείς τούς κόπους μόνο, ἀλλά μαζί μέ τούς κόπους καί τά βραβεῖα. Καί ὄχι ξεχωριστά τό καθένα. Ὅταν λοιπόν πρόκειται νά δώσεις ἐλεημοσύνη, μήν σκέπτεσαι τά χρήματα πού θά ξοδέψεις, ἀλλά τήν ἀπόκτηση τῆς δικαιοσύνης. «Σκόρπισε χρήματα, ἔδωσε στούς φτωχούς. Ἡ δικαιοσύνη του μένει αἰώνια» (Ψαλμ. 111, 9). Μήν βλέπεις τόν πλοῦτο σου πού λιγοστεύει, ἀλλά τό θησαυρό πού πληθαίνει. Ἄν νηστεύεις, μήν σκέπτεσαι τήν καταβολή πού φέρνει ἡ νηστεία, ἀλλά τήν ἄνεση πού θά προέρθει ἀπό τή σωματική ἀδυναμία. Ἄν ἀγρυπνήσεις στήν προσευχή, μήν συλλογίζεσαι τήν ταλαιπωρία τῆς ἀγρυπνίας, ἀλλά τήν παρρησία πού θά ἀποκτήσεις ἀπό τήν προσευχή. Ἔτσι κάνουν καί οἱ στρατιῶτες. Δέν βλέπουν τά τραύματα, ἀλλά τίς ἀμοιβές. Δέν βλέπουν τίς σφαγές, ἀλλά τίς νίκες. Οὔτε βλέπουν τούς νεκρούς στό πεδίο τῆς μάχης, ἀλλά τούς ἥρωες πού στεφανώνονται. Ἔτσι καί οἱ κυβερνῆτες βλέπουν μπροστά στά κύματα τά λιμάνια, μπροστά στά ναυάγια τά ἐμπορεύματα, μπροστά στά δεινά τῆς θάλασσας τά ἀγαθά μετά τή θάλασσα.

Ἔτσι κάμε καί ἐσύ. Σκέψου πόσο μεγάλο πράγμα εἶναι μέσα στή βαθιά νύχτα, ὅταν κοιμοῦνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί τά θηρία καί τά κατοικίδια ζῶα, ὅταν ὑπάρχει ἀπόλυτη ἡσυχία, ἐσύ μόνο νά σηκωθεῖς καί νά μιλήσεις μέ τόν Κύριό μας. Εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος; Ἀλλά τίποτε δέν εἶναι πιό γλυκό ἀπό τήν προσευχή. Ἄν συνομιλήσεις μόνος μαζί Του, πολλά θά καταφέρεις. Δέν θά σέ ἐνοχλεῖ κανείς, οὔτε θά ἐμποδίσει τήν προσευχή σου. Ἔχεις καί τήν ὥρα σύμμαχο γιά νά ἐπιτύχεις αὐτά πού θέλεις. Ἐσύ ὅμως βαριέσαι νά σηκωθεῖς καί στριφογυρίζεις ξαπλωμένος στό μαλακό στρῶμα; Σκέψου τούς μάρτυρες πού εἶναι σήμερα ξαπλωμένοι στή σιδερένια σχάρα, χωρίς στρῶμα ἀπό κάτω, ἀλλά ἀναμένα κάρβουνα.

Ἐδῶ θέλω νά σταματήσω τό λόγο, γιά νά φύγετε ἔχοντας ἔντονη καί ζωηρή τή μνήμη ἐκείνης τῆς σχάρας καί νά τήν θυμᾶστε νύχτα καί μέρα. Γιατί, καί ἄν ἀκόμα μᾶς κρατοῦν ἄπειρα δεσμά, ὅταν ἔχουμε στό νοῦ μας αὐτή τή σχάρα, θά μπορέσουμε νά τά σπάσουμε ὅλα μέ εὐκολία καί νά σηκωθοῦμε γιά προσευχή. Ὄχι μόνο τή σχάρα, ἀλλά καί τίς ἄλλες τιμωρίες τῶν μαρτύρων ἄς τίς χαράξουμε στό βιβλίο τῆς καρδιᾶς μας. Ἄς σκεφτοῦμε καί ἐμεῖς σάν αὐτούς πού λαμπροστολίζουν τά σπίτια τους καί κρεμᾶνε σ᾽ ὅλα τά σημεῖα ὄμορφες ζωγραφιές. Ἄς ζωγραφίσουμε στούς τοίχους τῆς δικῆς μας ψυχῆς τίς τιμωρίες τῶν μαρτύρων. Γιατί ἐκεῖνες οἱ ζωγραφιές εἶναι ἀνώφελες, αὐτές ὅμως ἐπικερδεῖς. Αὐτή ἡ ζωγραφική δέν χρειάζεται χρώματα, οὔτε ἔξοδα, οὔτε κάποια τέχνη. Ἀλλά γιά ὅλα αὐτά φτάνει νά χρησιμοποιήσει κανείς τήν προθυμία του καί τή γενναία καί νηφάλια σκέψη του καί μ᾽ αὐτή σάν χέρι ἄριστου τεχνίτη νά ζωγραφίσει τίς τιμωρίες τῶν μαρτύρων.

Ἄς ζωγραφίσουμε λοιπόν στή ψυχή μας ἄλλους νά εἶναι στά τηγάνια, ἄλλους ξαπλωμένους σ᾽ ἀναμμένα κάρβουνα, ἄλλους ἀναποδογυρισμένους στά καζάνια, ἄλλους νά καταποντίζονται στή θάλασσα, ἄλλους νά ξεσκίζονται, ἄλλους νά τούς γυρίζουν στόν τροχό, ἄλλους νά τούς ρίχνουν στόν γκρεμό. Ἄλλους πάλι νά παλεύουν μέ θηρία, ἄλλους νά τούς ὁδηγοῦν στό βάραθρο καί ἄλλους ὅπως ἔτυχε ὁ καθένας νά τελειώσει ἡ ζωή του. Ὥστε μέ τήν ποικιλία αὐτῆς τῆς ζωγραφικῆς, ἀφοῦ λαμπροστολίσουμε τό σπίτι τῆς ψυχῆς μας, νά τό κάνουμε κατάλληλο κατάλυμα γιά τό βασιλιά τῶν οὐρανῶν. Γιατί ἄν δεῖ τέτοιες ζωγραφιές στήν ψυχή μας, θά ἔρθει μαζί μέ τόν Πατέρα καί μαζί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θά κατοικήσει μέσα μας. Καί θά γίνει στή συνέχεια ἡ ψυχή μας βασιλικό παλάτι καί κανένας κακός λογισμός δέν θά μπορέσει νά τήν πατήσει, ἀφοῦ ἡ μνήμη τῶν μαρτύρων, σάν ζωγραφιά θά ὑπάρχει πάντοτε μέσα μας καί θά σκορπᾶ πολλή λάμψη καί θά κατοικεῖ συνεχῶς μέσα μας ὁ βασιλιάς τῶν ὅλων Θεός. Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ ὑποδεχτοῦμε τό Χριστό ἐδῶ, θά μπορέσουμε μετά τήν ἀναχώρησή μας ἀπό τή γῆ νά Τόν ὑποδεχτοῦμε στίς αἰώνιες κατοικίες μας, τίς ὁποῖες εὔχομαι νά ἐπιτύχουμε ὅλοι μας μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου καί μέ τόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στόν Πατέρα καί στό ἅγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

alopsis.gr

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Κυριακή των Αγίων Πάντων 

(Ματθ. ι΄32-33, 37-38, ιθ΄27-30)
Eπιλεγμένα αποσπάσματα από τον υπομνηματισμό του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής των Αγίων Πάντων (ομιλία ΛΔ΄ από το υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)

Υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ. ι΄32-33
[…] Αφού απάλλαξε τους μαθητές Του από τον φόβο και την αγωνία που συντάρασσαν την ψυχή τους, τους ενθαρρύνει και πάλι με τα ακόλουθα λόγια, εκβάλλοντας τον φόβο με τον φόβο, και όχι μόνο με τον φόβο, αλλά και με την ελπίδα για μεγάλα έπαθλα. Και τους απειλεί με πολλή εξουσία, προτρέποντάς τους από κάθε άποψη στο να κηρύττουν με θάρρος την αλήθεια και καταλήγει με τα ακόλουθα: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (: Καθένας λοιπόν που με πίστη και θάρρος και χωρίς να φοβάται τους διωγμούς, θα με ομολογήσει σωτήρα του και Θεό του μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά στον ουράνιο πατέρα μου ως δικό μου. Όποιος όμως με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα αρνηθώ και εγώ να τον παραδεχθώ ως δικό μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου) [Μτθ. ι΄32-33]. Δεν προτρέπει, λοιπόν, μόνο με τα αγαθά, αλλά και με τα αντίθετα και καταλήγει στα δυσάρεστα. Και πρόσεξε την ακρίβεια των λόγων Του. Δεν είπε «ἐμένα» αλλά «ἐν ἐμοὶ», για να δείξει ότι αυτός που ομολογεί δεν ομολογεί με τη δική του δύναμη, αλλά με τη βοήθεια της χάριτος από τον ουρανό. Για εκείνον που το αρνείται όμως δεν είπε «ἐν ἐμοὶ» αλλά «ἐμένα», διότι αυτός, επειδή στερήθηκε τη δωρεά, Τον αρνείται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

«Ναι, αλλά για ποιο λόγο κατηγορείται», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «εάν αρνείται τον Χριστό, αφού προηγουμένως τον εγκατέλειψε η θεία χάρη;». Διότι η εγκατάλειψη αυτή οφείλεται σε εκείνον που τον εγκατέλειψε ο Κύριος εξαιτίας των πονηρών του έργων.

Για ποιο λόγο όμως ο Κύριος δεν αρκείται στη νοερή πίστη, αλλά ζητεί και την διά του στόματος ομολογία; Επειδή θέλει να μας εξασκήσει στην παρρησία και τη μεγαλύτερη αγάπη και την αγαθή διάθεση και να μας ανεβάσει σε πνευματικά υψηλότερο επίπεδο. Γι’ αυτό και απευθύνεται προς όλους γενικώς τους ανθρώπους και δεν αναφέρεται μόνο στους μαθητές Του, αλλά ήδη και τους μαθητές αυτών τους καθιστά γενναίους. Πραγματικά, εκείνος που θα μάθει αυτό δε θα διδάξει μόνο με παρρησία, αλλά και θα υποφέρει τα πάντα εύκολα και με μεγάλη προθυμία.

Η πίστη, λοιπόν, στη διδασκαλία αυτή οδήγησε πολλούς κοντά στους αποστόλους. Διότι και στην κόλαση η τιμωρία είναι πολύ μεγάλη και στα αγαθά είναι μεγαλύτερη η αμοιβή. Επειδή, δηλαδή, με την πάροδο του χρόνου βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση ο ενάρετος και παράλληλα, ο αμαρτωλός νομίζει ότι με την αναβολή της τιμωρίας κερδίζει, για τον λόγο αυτό εισήγαγε ως αντίρροπο πλεονέκτημα ή μάλλον πολύ μεγαλύτερο πλεονέκτημα, την προσθήκη των αμοιβών. «Έχεις το πλεονέκτημα», λέγει, «επειδή πρώτος εδώ στη γη με ομολόγησες ως Θεό και Σωτήρα σου; Θα υπερθεματίσω και εγώ», λέγει, «και θα σου δώσω περισσότερα, και μάλιστα κατά πολύ περισσότερα, διότι θα σε ομολογήσω εκεί στον ουρανό. Βλέπεις ότι εκεί φυλάσσονται και τα αγαθά και τα κακά; Γιατί λοιπόν βιάζεσαι και τρέχεις; Γιατί ζητείς εδώ στη γη τις αμοιβές, αφού με την ελπίδα έχεις σωθεί; [πρβλ. Προς Ρωμ. 8, 24-25: «τῇ γὰρ ἐλπίδι ἐσώθημεν· ἐλπὶς δὲ βλεπομένη οὐκ ἔστιν ἐλπίς· ὃ γὰρ βλέπει τις, τί καὶ ἐλπίζει; εἰ δὲ ὃ οὐ βλέπομεν ἐλπίζομεν, δι᾿ ὑπομονῆς ἀπεκδεχόμεθα (: Διότι τώρα έχουμε σωθεί με την ελπίδα, τη βέβαιη και ασφαλή. Ελπίδα όμως η οποία είναι αισθητή και ορατή, δεν είναι ελπίδα. Διότι εκείνο το οποίο βλέπει κανείς με τα σωματικά του μάτια, τι λόγος υπάρχει να το ελπίζει, αφού το βλέπει ως πραγματικότητα; Εάν όμως εκείνο που δε βλέπουμε, ελπίζουμε ότι θα το αποκτήσουμε στο μέλλον, τότε με πολλή υπομονή και έντονη επιθυμία το περιμένουμε)»].

Γι’ αυτό λοιπόν εάν κάνεις ένα καλό και δε λάβεις εδώ την αμοιβή, να μην ταράττεσαι, διότι στη μέλλουσα ζωή σε περιμένει η αμοιβή γι’ αυτά επαυξημένη. Και αν κάνεις κάτι πονηρό και δεν τιμωρηθείς, να μην αδιαφορείς, διότι εκεί σε περιμένει η τιμωρία, εάν δε μετανοήσεις και δε γίνεις καλύτερος. Εάν πάλι δεν πιστεύεις, σκέψου τα μέλλοντα με βάση όσα συμβαίνουν εδώ. Πραγματικά, εάν κατά τον καιρό των αγώνων είναι τόσο ένδοξοι όσοι ομολογούν την πίστη τους, συλλογίσου ποια δόξα θα έχουν στον καιρό της απονομής των στεφάνων; Εάν οι εχθροί εδώ σε χειροκροτήσουν, πώς δε θα σε θαυμάσει και δε θα σε επαινέσει ο Κύριος που είναι πιο φιλόστοργος από κάθε πατέρα; Διότι τότε θα δοθούν και οι αμοιβές για τις καλές πράξεις και οι τιμωρίες για τις κακές.

Ώστε όσοι αρνούνται τον Κύριο και εδώ στη γη, βλάπτονται και στον ουρανό επίσης. Εδώ μεν διότι ζουν με πονηρή συνείδηση και εάν δεν πεθαίνουν ακόμη, πάντως θα πεθάνουν και εκεί, διότι θα υπομένουν τη χειρότερη τιμωρία. Οι άλλοι όμως και εδώ και εκεί κερδίζουν, διότι εδώ στη γη ο θάνατος τους παρέχει ωφέλεια και αναδεικνύονται πιο ένδοξοι από τους αμαρτωλούς και στον ουρανό απολαμβάνουν τα άρρητα αγαθά. Διότι ο Θεός δεν είναι πρόθυμος μόνο να τιμωρεί, αλλά και να ευεργετεί και μάλιστα περισσότερο για τον λόγο αυτό, παρά για την τιμωρία. Αλλά γιατί την μεν αμοιβή την αναφέρει μία φορά, ενώ την τιμωρία δύο φορές; Διότι γνώριζε ότι αυτό τους έκανε περισσότερο σώφρονες. Για τον λόγο αυτό, αφού είπε «φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ (: να φοβηθείτε περισσότερο τον Θεό, ο οποίος δύναται και την ψυχή και το σώμα να καταδικάσει στην απώλεια της κολάσεως)» [Ματθ. ι΄28] λέγει πάλι «ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ (: θα τον αρνηθώ αυτόν και εγώ)» [Ματθ. ι΄33]. Το ίδιο κάνει και ο Παύλος αναφέροντας συνεχώς την κόλαση.

Αφού λοιπόν προετοίμασε τον ακροατή από κάθε άποψη (διότι και τους ουρανούς άνοιξε σε αυτόν και το φοβερό εκείνο δικαστήριο έστησε, και τον όμιλο των αγγέλων έδειξε και την ενώπιον αυτών απονομή των στεφάνων καθόρισε, διευκολύνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μεγάλο βαθμό το κήρυγμα της ευσεβείας), τώρα πλέον, για να μην εμποδιστεί η διδασκαλία και το κήρυγμα από δειλία δική τους, τούς προτρέπει να προετοιμάζονται και για σφαγή ακόμη, ώστε να μάθουν ότι όσοι επιμένουν στην πλάνη, θα τιμωρηθούν και για την επιβουλή και για τις εναντίον τους επιθέσεις.

Κατά συνέπεια, ας περιφρονήσουμε τον θάνατο, και αν ακόμη η εποχή μας δεν το απαιτεί αυτό, διότι θα μεταβούμε σε πολύ ανώτερη ζωή. Αλλά φθείρεται το σώμα; Μα γι’ αυτό πρέπει να χαιρόμαστε περισσότερο, διότι φθείρεται ο θάνατος και αφανίζεται η θνητότητα και όχι η ουσία του σώματος. Διότι, όταν θα δεις ανδριάντα να λιώνει στη φωτιά, δε θα ονομάσεις το γεγονός αυτό «καταστροφή», αλλά «καλύτερη κατασκευή». Το ίδιο λοιπόν να σκέπτεσαι και για το σώμα και να μη θρηνείς. Διότι τότε έπρεπε να θρηνούμε, εάν έμενε στην κόλαση. Αλλά έπρεπε, θα μπορούσε να πει κάποιος, να συμβαίνει αυτό χωρίς να φθείρονται τα σώματα, αλλά να παραμένουν ανέπαφα. Και ποια ωφέλεια θα είχαν από αυτό οι ζωντανοί ή οι νεκροί; Μέχρι πότε θα αγαπάτε τα σώματα; Μέχρι πότε θα μένετε προσκολλημένοι στη γη και θα στρέφετε την προσοχή σας προς τις σκιές;

Γιατί ποια ωφέλεια θα μπορούσε να προκύψει από αυτό; Ή μάλλον ποια βλάβη δε θα προξενούσε; Πραγματικά εάν δεν φθείρονταν τα σώματα, κατά πρώτον θα έμενε στους περισσότερους ανθρώπους το μεγαλύτερο από τα κακά, η υπερηφάνεια δηλαδή. Διότι ενώ, μολονότι και τα σώματα διαλύονται και γεμίζουν σκουλήκια, πολλοί εντούτοις θέλησαν να ανακηρυχθούν θεοί, σκεφτείτε τι δε θα συνέβαινε εάν το σώμα δεν υφίστατο φθορά; Δεύτερον, δε θα γινόταν πιστευτό ότι το ανθρώπινο σώμα έχει φτιαχτεί από χώμα. Διότι αφού τώρα, αν και το αποδεικνύει η κατάληξή του, πολλοί άνθρωποι έχουν αμφιβολίες ακόμη, τι δε θα φαντάζονταν εάν δεν το έβλεπαν να γίνεται χώμα; Τρίτον, θα αγαπούσαν υπερβολικά τα σώματα και οι περισσότεροι άνθρωποι θα γίνονταν πιο φιλάρεσκοι και πιο αναίσθητοι στα πνευματικά θέματα. Διότι, αφού και τώρα που τα σώματα αφανίζονται, μερικοί εναγκαλίζονται τους τάφους και τα φέρετρα, τι δε θα έκαναν εάν είχαν διαρκώς και το ίδιο το σώμα ανέπαφο; Τέταρτον, δε θα είχαν μεγάλη επιθυμία για τα μέλλοντα. Πέμπτον, εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ο κόσμος είναι αθάνατος, θα είχαν ισχυρότερα επιχειρήματα και δε θα παραδέχονταν ότι ο Θεός είναι ο δημιουργός του. Έκτον, δε θα μπορούσαν να γνωρίσουν την αξία της ψυχής και τι σημαίνει να βρίσκεται η ψυχή μέσα στο σώμα. Έβδομο, πολλοί που τους έχουν πεθάνει δικά τους πρόσωπα, θα εγκατέλειπαν τις πόλεις και θα εγκαθίσταντο στα μνήματα και θα γίνονταν σαν παράφρονες, συζητώντας διαρκώς με τους νεκρούς τους. Πραγματικά αφού τώρα κατασκευάζουν εικόνα, επειδή δεν μπορούν να κρατούν το σώμα (διότι αυτό δεν είναι δυνατόν, αλλά και χωρίς τη θέλησή τους φεύγει και διαλύεται) και παραμένουν προσκολλημένοι στις σανίδες, εάν αυτό δε διαλυόταν, ποιο ακόμη άτοπο πράγμα δε θα είχαν επινοήσει; Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι και ναούς θα κατασκεύαζαν οι περισσότεροι για τα σώματα αυτά και εκείνοι που έχουν την ικανότητα να εκμεταλλεύονται αυτά και να προβαίνουν σε μαγικές ενέργειες θα έπειθαν τους ανθρώπους ότι οι δαίμονες ομιλούν διαμέσου των σωμάτων αυτών, αφού τώρα βέβαια όσοι αποτολμούν να ασχολούνται με τις νεκρομαντείες επιχειρούν πολύ χειρότερα από αυτά. Πόσες ειδωλολατρίες δε θα δημιουργούνταν από το γεγονός αυτό; Όταν βέβαια ύστερα από τη σκόνη και τη στάχτη προσπαθούν να κάνουν τα ίδια.

Για να αφανίσει ο Θεός όλα τα παραπάνω άτοπα και να μας διδάξει να εγκαταλείπουμε και να περιφρονούμε όλα τα γήινα, αφανίζει τα σώματα από τα μάτια μας. Πραγματικά, ο φιλόσαρκος και αυτός που προσελκύεται από μια όμορφη κοπέλα, αν δε θέλει να διδαχθεί με τα λόγια την αηδία της σωματικής ουσίας, θα την γνωρίσει από την αυτοψία. Διότι πολλές συνομήλικες της ερωμένης πολλές φορές μάλιστα και νεότερες, πεθαίνουν και ύστερα από μία ή δύο ημέρες αποπνέουν δυσωδία και αίμα σάπιο και χυμούς πυώδεις, κατάλληλους για τα σκουλήκια. Συλλογίσου, λοιπόν, τι είδους κάλλος αγαπάς και από ποια ομορφιά είσαι μαγεμένος. Εάν όμως δε φθείρονταν τα σώματα, δε θα υπήρχε η δυνατότητα να το αντιληφθούμε καλά αυτό. Αλλά όπως οι δαιμονισμένοι τρέχουν στους τάφους, κατά όμοιο τρόπο και πολλοί από τους ερωτευμένους θα σύχναζαν στα μνήματα και θα δέχονταν τους δαίμονες στην ψυχή τους και γρήγορα θα καταλαμβάνονταν από τη φοβερή αυτήν μανία. Τώρα όμως μαζί με τα άλλα και αυτό παρηγορεί την ψυχή, το ότι δηλαδή δε βλέπουν το σώμα και έτσι λησμονούν το πάθος.

Εάν επίσης δε συνέβαινε αυτό, δε θα υπήρχαν μνήματα, αλλά θα μπορούσες να δεις τις πόλεις να έχουν νεκρά σώματα αντί ανδριάντων, επειδή ο καθένας θα ήθελε να βλέπει τον δικό του. Και ασφαλώς μεγάλη σύγχυση θα δημιουργούνταν από αυτά και κανείς από τους κοινούς ανθρώπους δε θα φρόντιζε για την ψυχή του και δε θα υπήρχε η δυνατότητα να επικρατήσει μέσω του κηρύγματος η διδασκαλία περί της αθανασίας της ψυχής. Αλλά και άλλα πολλά πολύ χειρότερα από αυτά θα συνέβαιναν, που δεν είναι καλό να αναφέρω.

Γι’ αυτό και σαπίζει αμέσως το σώμα, για να δεις γυμνό το κάλλος της ψυχής. Διότι εάν η ψυχή είναι πρόξενος τόσο μεγάλου κάλλους και τόσης ζωής, θα είναι η ίδια κατά πολύ ανώτερη. Εάν το τόσο δύσοσμο και άσχημο σώμα το συντηρεί, πολύ περισσότερο θα συντηρεί τον εαυτό της. Διότι το καλό δεν είναι το σώμα, αλλά η διάπλασή του και η ανθηρότητα που από την ψυχή διοχετεύεται σε αυτό. Να αγαπάς, λοιπόν, την ψυχή που κάνει το σώμα να φαίνεται όμορφο.

Αλλά γιατί ομιλώ για τον θάνατο; Αφού και στη ζωή την ίδια θα σου δείξω ότι όλα τα καλά είναι δικά της. Πραγματικά, όταν η ψυχή ευχαριστηθεί, τότε ρόδα απλώνει στο πρόσωπο, ενώ όταν λυπηθεί, αφού αφαιρέσει το κάλλος εκείνο, περιβάλλει τα πάντα με μαύρη στολή. Όταν ευφραίνεται συνεχώς η ψυχή, το σώμα γίνεται ανθεκτικό, ενώ όταν υποστεί πόνους, το κάνει περισσότερο αδύνατο και πιο ασθενικό από τον ιστό της αράχνης. Αν πάλι θυμώσει η ψυχή, το καθιστά αποκρουστικό και αισχρό. Αν δείξει ήρεμο μάτι, μεγάλο κάλλος του χαρίζει. Αν φθονεί, του δίδει μεγάλη ωχρότητα και αδυναμία. Αν αγαπά, του δωρίζει μεγάλη ομορφιά. Έτσι, λοιπόν, πολλές γυναίκες, που δεν έχουν ωραία μορφή, έχουν λάβει μεγάλη χάρη από την ψυχή τους. Αντίθετα, άλλες που ακτινοβολούν με την ομορφιά τους, επειδή έχουν άσχημη ψυχή, καταστρέφουν το κάλλος. Πραγματικά, σκέψου πώς κοκκινίζει ένα λευκό πρόσωπο και με την ποικιλία του χρώματος πόση ευχαρίστηση παρέχει, κάθε φορά που πρέπει να νιώθει ντροπή και να κοκκινίζει. Ενώ όταν η ψυχή είναι αναίσχυντη, καθιστά τη μορφή περισσότερο άγρια από κάθε άλλο θηρίο.

Χωρίς αμφιβολία, τίποτε δεν υπάρχει ωραιότερο και γλυκύτερο από την καλή ψυχή. Διότι ο πόθος που αναφέρεται στα σώματα συνοδεύεται από λύπες, ενώ η αγάπη για την ψυχή παρέχει καθαρή και ακύμαντη ηδονή. Γιατί, λοιπόν, αφήνεις τον βασιλέα και προσκολλάσαι στον κήρυκά του; Γιατί εγκαταλείπεις τον φιλόσοφο και μαγεύεσαι από τον διερμηνέα του; Είδες ωραία μάτια; Ζήτησε να μάθεις και τον εσωτερικό κόσμο και αν δεν είναι καλός εκείνος, τότε να περιφρονήσεις και τα μάτια. Διότι ασφαλώς δε θα ένιωθες καμία συμπάθεια, όταν έβλεπες μία γυναίκα άσχημη που θα είχε πρόσωπο ωραίο,όπως πάλι δε θα μπορούσες να ανεχθείς μία γυναίκα καλή και ωραία να κρύπτεται κάτω από το προσωπείο, αλλά θα ήθελες να το αφαιρέσεις, για να τη δεις ακάλυπτη στην ακμή της ομορφιάς της. Το ίδιο λοιπόν να κάνεις και για την ψυχή και αυτή να εξετάζεις πρώτα. Διότι η ψυχή περιβάλλεται το σώμα σαν προσωπείο. Γι’ αυτό και το σώμα παραμένει ως έχει, ενώ η ψυχή και όταν είναι άμορφη, έχει τη δυνατότητα γρήγορα να γίνει ωραία. Και αν έχει μάτι άσχημο, τραχύ και σκληρό, μπορεί να το κάνει καλό, ήμερο, γαλήνιο, γλυκύ και καταδεκτικό.

Αυτήν, λοιπόν, την ομορφιά ας ζητούμε, αυτήν την ωραία όψη ας επιδιώκουμε, ώστε και ο Θεός να επιθυμήσει το ψυχικό μας κάλλος και να μας προσφέρει τα ουράνια και αιώνια αγαθά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

***

(ομιλία ΛΕ΄ από το υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)
Υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ. ι΄37-38

«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος (: Εκείνος που αγαπά τον πατέρα ή τη μητέρα του παραπάνω από εμένα και με αρνείται για να μη χωριστεί από τους άπιστους γονείς του, δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Και εκείνος που αγαπά τον γιο του ή την κόρη του παραπάνω από εμένα, δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Και όποιος δεν παίρνει σταθερή την απόφαση να υποστεί κάθε ταλαιπωρία και σταυρικό ακόμη θάνατο για την πίστη του σε εμένα και δε με ακολουθεί ως αρχηγό και υπόδειγμά του, δεν είναι άξιος για μένα)» [Ματθ. ι΄37-38].

Είδες αξίωμα διδασκάλου; Είδες πώς αποδεικνύει ότι είναι γνήσιος Υιός του Πατρός Του, και δίνει εντολή να εγκαταλείψουν τα πάντα και να προτιμήσουν τη δική Του αγάπη; «Και γιατί αναφέρω», λέγει, «φίλους και συγγενείς; Διότι κι αν ακόμη προτιμήσεις τη ζωή σου από τη δική μου αγάπη, βρίσκεσαι πολύ μακριά από τους δικούς μου μαθητές».

Τι λοιπόν; Τα λόγια αυτά δεν είναι αντίθετα προς τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης; Μη γένοιτο. Όχι μόνο δεν είναι, αλλά μάλιστα και πολύ συμφωνούν προς εκείνην. Διότι και εκεί εκείνους που παρασύρονται στη λατρεία των ειδώλων, δίνει εντολή όχι μόνο να τους μισούν, αλλά και να τους λιθοβολούν. Και στο «Δευτερονόμιο» θαυμάζει αυτούς και λέγει: «ὁ λέγων τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρί· οὐχ ἑώρακά σε, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ οὐκ ἐπέγνω καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἀπέγνω· ἐφύλαξε τὰ λόγιά σου καὶ τὴν διαθήκην σου διετήρησε (: Η φυλή του Λευϊ γεμάτη ιερό ζήλο είπε κατά την κατασκευή του χρυσού μόσχου το οποίο σκόπευαν να προσκυνήσουν οι Ιουδαίοι ως θεό τους, προς τους στενότατους συγγενείς της, τα τέκνα προς τον πατέρα και την μητέρα: ‘’Δεν σε έχω δει άλλην φορά’’• προς τους αδελφούς: ‘’Δεν σας αναγνωρίζω ως αδελφούς’’• και προς τους υιούς: ‘’σας απαρνούμαι’’. Η φυλή του Λευϊ με την συμπεριφορά της αυτήν φύλαξε τα λόγια σου, τήρησε τη διαθήκη σου)» [Δευτ. 33, 9].

Εάν βέβαια ο Παύλος δίνει πολλές εντολές σχετικά με τον σεβασμό προς τους γονείς και μας προτρέπει να υπακούμε ολοκληρωτικά σε αυτούς, να μην παραξενεύεσαι, διότι σε εκείνα μόνο μας λέγει να υπακούμε, που δε ζημιώνουν την ευσέβεια. Διότι, πραγματικά, είναι αρεστό στον Θεό να αποδίδουμε στους γονείς μας όλη την οφειλόμενη τιμή. Όταν όμως απαιτούν κάτι παραπάνω από την τιμή που τους αρμόζει, τότε δεν πρέπει να υπακούμε. Γι’ αυτό και ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του μάς αναφέρει ότι ο Ιησούς είπε: «εἴ τις ἔρχεται πρός με καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητὴς εἶναι (: εάν κανείς έρχεται προς εμένα, για να γίνει οπαδός μου, και δεν απαρνείται τον άπιστο πατέρα του και τη μητέρα και τη γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τις αδελφές, εφόσον αυτοί τού είναι πρόσκομμα στη νέα ζωή του, ακόμη επίσης δεν απαρνείται και τη ζωή του, όταν η ανάγκη επιβάλει να τη θυσιάσει, αυτός δεν μπορεί να είναι μαθητής μου)» [Λουκ. 14, 26]. Δεν σε προτρέπει βέβαια να τους μισείς χωρίς αιτία, διότι αυτό είναι πάρα πολύ αντίθετο στον Νόμο του Θεού, αλλά όταν θέλουν να τους αγαπάς περισσότερο από εμένα, τότε να τους μισήσεις για την αιτία αυτή. Διότι το γεγονός αυτό και αυτόν που αγαπάται και αυτόν που αγαπά είναι ικανό να τους καταστρέψει.

Έλεγε επίσης αυτά για να καταστήσει και τα τέκνα περισσότερο γενναία, αλλά και τους πατέρες που σκόπευαν να σταθούν εμπόδιο στην πίστη των παιδιών τους να τους κάνει πιο πράους. Πραγματικά, όταν θα έβλεπαν ότι η διδασκαλία Του έχει τόση επίδραση και δύναμη, ώστε να τους αποσπά τα τέκνα τους από κοντά τους, ασφαλώς, θα έπαυαν την αντίδρασή τους, επειδή θα διαπίστωναν ότι θα επιχειρούσαν πράγματα αδύνατα. Γι’ αυτό αφού άφησε τους μαθητές, απευθύνεται προς τους άπιστους γονείς και τους διδάσκει να μη φέρουν εμπόδια, επειδή αυτά που επιχειρούν είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν.

Στη συνέχεια, για να μην αγανακτούν οι γονείς, ούτε να προβάλλουν δυσχέρειες, πρόσεξε πώς συνεχίζει τον λόγο. Αφού δηλαδή είπε: «όποιος δε μισεί τον πατέρα του και τη μητέρα του», πρόσθεσε «και τη ζωή του». Διότι «γιατί», λέγει, «μου προβάλλεις τους γονείς, τους αδελφούς, τις αδελφές και τη σύζυγο; Τίποτε σε κανέναν δεν είναι περισσότερο επιθυμητό από τη ζωή, αλλά όμως εάν δεν την μισήσεις και αυτήν, θα πάθεις τα αντίθετα από όλα εκείνα που θα απολαύσει εκείνος που με αγαπά». Και μάλιστα δεν έδωσε εντολή να τη μισήσεις μόνο, αλλά να την μισήσεις τόσο, ώστε να είσαι έτοιμος να την εκθέσεις σε πόλεμο, σε μάχες, σε σφαγές και σε αίματα. «καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος (: Και όποιος δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί, εάν χρειαστεί, ακόμη και θάνατο σταυρικό, και δεν ακολουθεί με την σταθερή απόφαση αυτή πίσω μου, μιμούμενος σε όλα το παράδειγμά μου, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου και δεν αξίζει για μένα)». Δηλαδή, δεν είπε απλώς ότι πρέπει να είναι έτοιμοι να παραταχθούν και να αγωνισθούν μέχρι θανάτου, αλλά να είναι έτοιμοι να υποστούν βίαιο θάνατο, και όχι μόνο βίαιο, αλλά και ταπεινωτικό. Και δεν κάνει ακόμη κανένα λόγο για το δικό Του πάθος, για να εκγυμνασθούν επί του παρόντος με αυτά και να δεχθούν με μεγαλύτερη ευκολία την αναγγελία του.

Άραγε δεν αξίζει να αναρωτηθούμε, πώς, ακούγοντας όλα αυτά οι μαθητές, δεν έφυγε η ψυχή τους από το σώμα τους, αφού σε κάθε περίπτωση και ανά πάσα στιγμή οι κίνδυνοι ήσαν άμεσοι, ενώ τα αγαθά ήταν μονάχα αντικείμενα ελπίδας; Λοιπόν, γιατί δεν έφυγε η ψυχή τους; Διότι ήταν μεγάλη και η δύναμη του Ομιλούντος και η αγάπη των μαθητών Του. Γι’ αυτό αν και άκουγαν φοβερότερα και βαρύτερα από όσα έπαθαν οι μεγάλοι εκείνοι άνδρες, όπως είναι ο Μωυσής και ο Ιερεμίας, εντούτοις έμεναν πιστοί και δεν διατύπωναν καμία αντίρρηση.

«ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν (: εκείνος που σε καιρό διωγμών θα αποφύγει τη θλίψη και το μαρτύριο, για να σώσει τη ζωή του, θα χάσει την αληθινή και μακαρία ζωή· και όποιος θυσιάσει τη ζωή του για μένα, θα κερδίσει την αληθινή και μακαρία ζωή)» [Ματθ. 10, 39]. Είδες πόση είναι η ζημία εκείνων που αγαπούν τα επίγεια πέρα από το επιτρεπόμενο σημείο; Και πόσο είναι το κέρδος εκείνων που τα μισούν; Επειδή όμως οι εντολές ήσαν βαριές, αφού τους προέτρεπε να έλθουν σε σύγκρουση προς τους γονείς τους, τα παιδιά τους, τη φυσική τάξη, τη συγγένεια, την οικουμένη ολόκληρη και προς την ίδια τους τη ζωή, γι’ αυτό και αναφέρει και την ωφέλεια, που είναι πολύ μεγάλη. «Διότι αυτά όχι μόνο δε θα σας βλάψουν», λέγει, «αλλά και θα σας ωφελήσουν υπερβολικά, ενώ τα αντίθετα θα σας βλάψουν». Αυτό το κάνει συχνά, δηλαδή τους προσελκύει προς τις εντολές Του βασιζόμενος σε εκείνα που επιθυμούν.

Γιατί λοιπόν δε θέλεις να περιφρονήσεις τη ζωή σου; Επειδή την αγαπάς; Λοιπόν γι’ αυτό ακριβώς να την περιφρονήσεις και τότε θα την ωφελήσεις τα μέγιστα και θα ενεργήσεις όπως ακριβώς ενεργεί εκείνος που αγαπά. Και πρόσεξε ανέκφραστη σύνεση. Διότι δεν προετοιμάζει με την εντολή αυτή τη στάση τους μόνο απέναντι στους γονείς και στα τέκνα τους, αλλά και απέναντι στη ζωή τους, που είναι το περισσότερο αγαπητό από όλα, ώστε κατ’ αυτόν τον τρόπο να γίνει αναμφισβήτητη πεποίθηση στους μαθητές εκείνο και να μάθουν ότι και τους παραπάνω με τη συμπεριφορά τους αυτήν θα ωφελήσουν περισσότερο, καθόσον βέβαια, συμβαίνει αυτό και στη ζωή, την πλέον πολύτιμη όλων.

***

(ομιλία ΞΔ΄από το υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)
Υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ. ιθ΄27-30

«Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; (: Τότε του αποκρίθηκε ο Πέτρος και του είπε: ’’ιδού εμείς τα αφήσαμε τα πάντα και σε ακολουθήσαμε. Ποια τάχα θα είναι η αμοιβή μας;)» [Ματθ. 19, 27]
Ποια «πάντα» αφήσατε, μακάριε Πέτρε; Το καλάμι του ψαρέματος; Το δίχτυ που έπιανε τα ψάρια; Το πλοίο; Την αλιευτική σας τέχνη; Αυτά εννοείς λέγοντας «τα πάντα»; «Ναι», θα απαντούσε. «Όμως δεν τα λέγω αυτά από φιλοδοξία, αλλά για να παρουσιάσω με την ερώτηση αυτή, το πλήθος των πτωχών ανθρώπων». Επειδή δηλαδή είπε ο Κύριος: «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι (: εάν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα στους φτωχούς και θα αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό και έλα ακολούθησέ με)» [Ματθ. 19, 21], για να μη λέγει κάποιος από τους φτωχούς: «Τι λοιπόν; Εάν δεν έχω υπάρχοντα για να τα μοιράσω σε φτωχούς, δεν μπορώ να γίνω τέλειος;». Γι’ αυτό ρωτά ο Πέτρος, για να πληροφορηθείς και εσύ ο πτωχός ότι δεν έχεις να ζημιωθείς σε τίποτε από την πτωχεία σου αυτήν. Ρωτά ο Πέτρος, για να μην αμφιβάλλεις καθόλου, πληροφορούμενος τούτο από τον Πέτρο (διότι ήταν ακόμη πνευματικά ατελής και δεν είχε λάβει τη χάρη του αγίου Πνεύματος), αλλά δεχόμενος την απόφαση του Διδασκάλου του Πέτρου, να πάρεις θάρρος. Όπως κάνουμε και εμείς, πολλές φορές, δηλαδή, ενώ ομιλούμε για λογαριασμό άλλων, παρουσιάζουμε ως δικά μας τα υπό συζήτηση ζητήματα, το ίδιο λοιπόν, έκανε και ο απόστολος, που ρώτησε σαν εκπρόσωπος της οικουμένης ολόκληρης. Διότι το ότι γνώριζε καλά τα σχετικά με τον εαυτό του, αποδεικνύεται από όσα ειπώθηκαν προηγουμένως. Πραγματικά, αυτός που δέχθηκε από εδώ ακόμη τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, ασφαλώς, θα είχε περισσότερο θάρρος και ελπίδα για να λάβει και τα εκεί αγαθά.

Πρόσεχε, επίσης, την ακριβή ερώτηση του Πέτρου σε αυτά που ο Χριστός ζήτησε. Διότι ο Κύριος δύο πράγματα ζήτησε από τον πλούσιο· να δώσει στους πτωχούς τα υπάρχοντά του και να τον ακολουθήσει. Γι’ αυτό και ο Πέτρος τα δύο αυτά προβάλλει, το γεγονός ότι άφησε τα πάντα και το ότι ακολούθησε τον Κύριο. «Διότι, ιδού, εμείς αφήσαμε», λέγει, «τα πάντα και σε ακολουθήσαμε». Η απάρνηση όμως των πάντων κατέστη δυνατή, επειδή Τον ακολούθησαν, αλλά και ευκολότερα Τον ακολούθησαν, επειδή άφησαν τα πάντα και τους προετοίμαζε να έχουν θάρρος και να χαίρονται για το ότι εγκατέλειψαν τα πάντα.

Και τι απάντησε ο Χριστός; «ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ (: Σας διαβεβαιώνω ότι εσείς που με έχετε ακολουθήσει εδώ στη γη, όταν στη συντέλεια των αιώνων αναδημιουργηθεί νέος κόσμος και αναστηθούν οι νεκροί και ο υιός του ανθρώπου καθίσει επάνω στον ένδοξο θρόνο Του, τότε κι εσείς θα καθίσετε επάνω σε δώδεκα θρόνους, για να κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ)» [Ματθ. 19, 28].

«Τι λοιπόν; Και ο Ιούδας», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «θα καθίσει στον θρόνο;». Όχι βέβαια. «Τότε γιατί ο Κύριος λέγει: ‘’εσείς θα καθίσετε σε δώδεκα θρόνους; Πώς θα πραγματοποιηθεί η υπόσχεση αυτή;». Άκουσε πώς και με ποιο μέσο θα εκπληρωθεί. Υπάρχει νόμος καθορισμένος από τον Θεό, που αναγνώστηκε στους Ιουδαίους μέσω του προφήτη Ιερεμία και λέγει τα ακόλουθα: «πέρας λαλήσω ἐπὶ ἔθνος ἢ ἐπὶ βασιλείαν τοῦ ἐξᾶραι αὐτοὺς καὶ τοῦ ἀπολλύειν, καὶ ἐπιστραφῇ τὸ ἔθνος ἐκεῖνο ἀπὸ πάντων τῶν κακῶν αὐτῶν, καὶ μετανοήσω περὶ τῶν κακῶν, ὧν ἐλογισάμην τοῦ ποιῆσαι αὐτοῖς. καὶ πέρας λαλήσω ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλείαν τοῦ ἀνοικοδομεῖσθαι καὶ τοῦ καταφυτεύεσθαι, καὶ ποιήσωσι τὰ πονηρὰ ἐναντίον μου τοῦ μὴ ἀκούειν τῆς φωνῆς μου, καὶ μετανοήσω περὶ τῶν ἀγαθῶν, ὧν ἐλάλησα τοῦ ποιῆσαι αὐτοῖς (: εάν προαναγγείλω και αποφασίσω το τέλος ενός έθνους ή ότι θα εξολοθρεύσω και θα εξαφανίσω μία βασιλεία και τους πολίτες της, εάν εκείνο το έθνος επιστρέψει προς εμένα εν μετανοία, και απαρνηθεί και απομακρυνθεί από όλες τις κακίες, εγώ θα αλλάξω γνώμη σχετικά με τις θλίψεις και τιμωρίες, τις οποίες είχα σκεφτεί να επιφέρω εναντίον των ανθρώπων του λαού αυτού. Εάν εξ αντιθέτου ομιλήσω και αποφασίσω περί ενός έθνους και ενός βασιλείου ότι θα ανοικοδομηθεί, θα φυτευτεί και θα προοδεύσει, ενώ οι άνθρωποι του έθνους αυτού πράξουν πονηρά ενώπιόν μου και δε θέλουν να ακούσουν και να υπακούσουν στη φωνή μου, τότε θα αλλάξω γνώμη σχετικά με τα αγαθά, που είχα προαναγγείλει,ότι θα αποστείλω σε αυτούς)» [Ιερ. 18, 7-10]. «Αυτή την ίδια μεταχείριση, λοιπόν, διαφυλλάσσω και για τους αγαθούς», λέγει. «Δηλαδή, κι αν ακόμη πω ότι θα τους αναστήσω σε έθνος μέγα, δε θα τηρήσω την υπόσχεσή μου, εάν δεν αποδειχθούν άξιοι της υποσχέσεως που τους έδωσα». Πράγμα που συνέβη και με τον άνθρωπο που έπλασε· υπόσχεται ο Κύριος στη Γένεση: «καὶ ὁ τρόμος καὶ ὁ φόβος ὑμῶν ἔσται ἐπὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς, ἐπὶ πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐπὶ πάντα τὰ κινούμενα ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἰχθύας τῆς θαλάσσης· ὑπὸ χεῖρας ὑμῖν δέδωκα (: και ας είστε τρόμος και φόβος σε όλα τα θηρία της γης, σε όλα τα πτηνά του ουρανού, σε κάθε τι που ζει και κινείται ακόμη στην ξηρά και σε όλα τα ψάρια της θάλασσας. Υπό την εξουσία σας τα έδωσα όλα αυτά)» [Γεν. 9, 2]. Και όμως δε συνέβη αυτό, διότι ο άνθρωπος απέδειξε τον εαυτό του ανάξιο της εξουσίας αυτής. Όπως ακριβώς και ο Ιούδας.

Επομένως, για να μη γίνουν μερικοί άνθρωποι σκληρότεροι από την απελπισία τους για την τιμωρία, ούτε πάλι, άλλοι να καταστούν πιο αδιάφοροι από την υπόσχεση των αγαθών, θεραπεύει και τις δύο αυτές περιπτώσεις με όσα ειπώθηκαν παραπάνω. Σαν να λέγει, δηλαδή, «εάν σε απειλήσω, να μην απελπιστείς, διότι έχεις τη δυνατότητα να μετανοήσεις και να ανατρέψεις την απόφασή μου, όπως οι Νινευίτες. Εάν πάλι σου υποσχεθώ κάποιο αγαθό, να μην επαναπαυθείς εξαιτίας της υποσχέσεως αυτής. Διότι εάν αποδειχθείς ανάξιος, δε θα σε ωφελήσει καθόλου η υπόσχεσή μου, αλλά θα γίνει αιτία να τιμωρηθείς περισσότερο. Εγώ βέβαια σου έδωσα την υπόσχεσή μου με την προϋπόθεση να φαινόσουν αντάξιος της επαγγελίας αυτής.

Για τον λόγο αυτόν και τότε ομιλώντας προς τους μαθητές Του ο Κύριος δεν τους έδωσε μία απλή υπόσχεση. Δηλαδή, δεν τους είπε, «εσείς μόνο», αλλά πρόσθεσε: «εσείς που με ακολουθήσατε», ώστε και τον Ιούδα να θέσει εκτός, και τους μεταγενέστερους ανθρώπους να προσελκύσει. Διότι αυτό δεν το είπε μόνο προς εκείνους, ούτε και προς τον Ιούδα, βέβαια, που αποδείχθηκε ανάξιος.

Στους μεν μαθητές λοιπόν, υποσχέθηκε τα μελλοντικά αγαθά, όταν τους είπε: «θα καθίσετε σε δώδεκα θρόνους», διότι είχαν περισσότερη πνευματική κατάρτιση και δε ζητούσαν τίποτε από τα επίγεια, στους άλλους όμως υποσχέθηκε και τα παρόντα, τα επίγεια αγαθά: «καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει (: και κάθε ένας, ο οποίος προς χάριν μου άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή χωράφια, θα λάβει εδώ στη γη εκατό φορές περισσότερα, και το σπουδαιότερο, θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή)» [Ματθ. 19, 29].

Για να μη νομίσουν λοιπόν μερικοί, όταν άκουσαν το «Εσείς» [Ματθ. 19, 28], ότι αυτά αναφέρονταν στους μαθητές Του και μόνο (εννοώ, δηλαδή, το ότι θα απολαμβάνουν τα μεγαλύτερα αγαθά και τα πρωτεία στη μέλλουσα ζωή), γι’ αυτό και εξέτεινε τον λόγο και άπλωσε την υπόσχεσή Του σε ολόκληρη τη γη και από τα παρόντα πράγματα διαβεβαιώνει και τα μέλλοντα. Εξάλλου και προς τους μαθητές Του στην αρχή της κλήσεώς τους, όταν ήσαν πνευματικώς ακατάρτιστοι, μιλούσε με βάση τα επίγεια αγαθά. Πραγματικά, όταν τους προσκάλεσε από τη θάλασσα και τους απομάκρυνε από την τέχνη τους και τους προέτρεψε να εγκαταλείψουν το πλοίο, δεν τους έκανε λόγο για ουρανούς, ούτε για θρόνους, αλλά ομίλησε για τα πράγματα της επίγειας ζωής και είπε: «δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων (: ακολουθείστε με και εγώ θα σας κάνω ικανούς να αλιεύετε και να προσελκύετε ανθρώπους στη βασιλεία των ουρανών με το δίχτυ του κηρύγματος)» [Ματθ. 4, 19]. Όταν όμως τους ανύψωσε πνευματικά, τότε πλέον τους ομιλεί και για τα πράγματα της άλλης, της ουράνιας και αιώνιας ζωής.

Αλλά τι σημαίνει η φράση «κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ»; Σημαίνει ότι θα τους κατακρίνουν. Διότι δεν πρόκειται βέβαια να καθίσουν ως δικαστές, αλλά όπως ακριβώς είπε ότι η βασίλισσα του νότου θα κατακρίνει τη γενεά εκείνη [«βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτήν, ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶνος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶνος ὧδε (: η βασίλισσα της χώρας Σαβά, θα αναστηθεί κατά τη μεγάλη εκείνη ημέρα της κρίσεως μαζί με τη γενεά αυτή και θα την καταδικάσει, διότι ήλθε από τα πέρατα της γης να ακούσει τη σοφία του Σολομώντα. Και ιδού ότι εδώ είναι κάτι το ασυγκρίτως ανώτερο από τον Σολομώντα, είμαι εγώ, η ενσάρκωση αυτής ακριβώς της θείας σοφίας)»: Ματθ. 12, 42], όπως και οι Νινευίτες θα τους κατακρίνουν [«ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε (: Στη μέλλουσα κρίση θα αναστηθούν μαζί με τη γενεά αυτήν άντρες Νινεύιτες και θα την καταδικάσουν, διότι εκείνοι μετενόησαν με το κήρυγμα του Ιωνά. Η σημερινή όμως γενεά μένει σκληρή και αμετανόητη, μολονότι εδώ γίνονται και λέγονται πολύ περισσότερα και ανώτερα από όσα είπε και έκανε τότε ο Ιωνάς)»: Ματθ. 12, 41], κατά όμοιο τρόπο και οι απόστολοι.

Για τον λόγο αυτόν δεν είπε ότι θα κρίνουν τα έθνη και την οικουμένη, αλλά τις φυλές του Ισραήλ. Επειδή οι Ιουδαίοι και οι απόστολοι ήσαν αναθρεμμένοι με τους ίδιους νόμους, τα ίδια έθιμα και το ίδιο πολίτευμα, όταν ισχυρίζονται οι Ιουδαίοι, ότι «γι’ αυτό δεν μπορέσαμε να πιστέψουμε στον Χριστό, διότι μας εμπόδισε ο νόμος να δεχθούμε τις εντολές Του», γι’ αυτό παρουσιάζει τους αποστόλους στο μέσο, που δέχθηκαν τον ίδιο νόμο και όμως πίστεψαν, και έτσι θα κατακρίνουν όλους εκείνους. Πράγμα που ήδη το είπε σε άλλη περίπτωση όταν έλεγε: «καὶ εἰ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, οἱ υἱοὶ ὑμῶν ἐν τίνι ἐκβαλοῦσι; διὰ τοῦτο αὐτοὶ κριταὶ ἔσονται ὑμῶν (: Και εάν εγώ βγάζω τα δαιμόνια, όπως εσείς λέγετε, με τη βοήθεια του Βεελζεβούλ, τα πνευματικά σας τέκνα -οι μαθητές μου- με τη δύναμη τίνος τα βγάζουν; Γιατί δεν τους κατηγορείτε; Για τον λόγο αυτό οι μαθητές μου θα σας καταδικάσουν για τη μοχθηρία σας και την υποκρισία) [Ματθ. 12, 27].

«Και τι το σπουδαίο», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «υποσχέθηκε σε αυτούς, εάν εκείνο που έχουν οι Νινευίτες και η βασίλισσα του νότου, το έχουν και οι απόστολοι;». Εκτός όμως από αυτά, και άλλα πολλά υποσχέθηκε σε αυτούς προηγουμένως, αλλά και στη συνέχεια υπόσχεται και άλλα· επομένως, δεν θα είναι αυτό μόνο το έπαθλό τους. Εξάλλου, και με την υπόσχεσή του αυτή στην παρούσα περίπτωση άφησε να εννοηθεί κάτι παραπάνω από εκείνους. Πραγματικά, όσον αφορά εκείνους, είπε απλώς: «Άνδρες Νινευίτες θα αναστηθούν και θα κατακρίνουν τη γενεά αυτή» και «Η βασίλισσα του νότου θα την κατακρίνει». Όμως για τους αποστόλους δε μίλησε έτσι. Και πώς ομίλησε; «Εσείς που με έχετε ακολουθήσει εδώ στη γη, όταν στη συντέλεια των αιώνων αναδημιουργηθεί νέος κόσμος και αναστηθούν οι νεκροί και ο υιός του ανθρώπου καθίσει επάνω στον ένδοξο θρόνο του, τότε και εσείς θα καθίσετε επάνω σε δώδεκα θρόνους, για να κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ» [Ματθ. 19, 28], λέγει, για να δηλώσει ότι θα συμβασιλεύσουν και ότι θα συμμετάσχουν στην δόξα εκείνη. «Εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν (: αν δείχνουμε υπομονή, τότε και θα βασιλέψουμε μαζί με Εκείνον)» [Β΄ Τιμοθ. 2, 12], λέγει ο Παύλος. Βέβαια, οι θρόνοι δε φανερώνουν καθέδρα, διότι μόνο ο Κύριος κάθεται στην έδρα και κρίνει, αλλά με τους θρόνους άφησε να φανεί η απερίγραπτη τιμή και η δόξα.

Στους αποστόλους λοιπόν αυτά είπε ο Ιησούς, ενώ σε όλους τους άλλους ανθρώπους υποσχέθηκε ζωή αιώνια και εκατονταπλασίονα αγαθά στην παρούσα ζωή. Εάν όμως αυτά τα υποσχέθηκε στους άλλους, πολύ περισσότερο τα υποσχέθηκε στους αποστόλους και αυτά και όλα τα πράγματα της επίγειας ζωής. Και αυτό άλλωστε εκπληρώθηκε. Διότι άφησαν οι μαθητές το ψαροκάλαμο και τα δίκτυα και εξουσίαζαν καθ’ ολοκληρίαν τις περιουσίες όλων των Χριστιανών, την αξία των σπιτιών και των χωραφιών και αυτά τα σώματα των πιστών. Πραγματικά, πολλές φορές οι πιστοί προτίμησαν και να σφαγούν ακόμη για χάρη των αποστόλων, όπως μαρτυρεί για πολλούς ο Παύλος, όταν λέγει: «μαρτυρῶ γὰρ ὑμῖν ὅτι εἰ δυνατὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν ἐξορύξαντες ἂν ἐδώκατέ μοι (: διότι μαρτυρώ για σας ότι αν ήταν δυνατόν, τα μάτια σας θα βγάζατε και θα μου τα δίνατε)» [Γαλ. 4, 15].

Όταν λοιπόν ο Κύριος λέγει: «καθένας που άφησε τη γυναίκα του» [Ματθ. 19, 29], δεν το λέγει για να διαλύονται εύκολα και χωρίς λόγο οι γάμοι, αλλά όπως εκείνο που έλεγε για την ψυχή, ότι «εκείνος που θα χάσει τη ζωή του για την πίστη του σε εμένα, θα κερδίσει αυτήν» [Ματθ. 10, 39], δεν το έλεγε για να φονεύουμε τους εαυτούς μας, ούτε για να χωρίζουμε την ψυχή μας από εδώ από το σώμα, αλλά για να θέτουμε την ευσέβεια υπεράνω πάντων, το ίδιο λέγει και για τη γυναίκα και τους αδελφούς. Νομίζω όμως ότι εδώ υπαινίσσεται και τους διωγμούς. «Επειδή δηλαδή υπήρχαν πολλοί πατέρες που παρέσυραν τα παιδιά τους στην ασέβεια και γυναίκες τους άντρες τους, γι’ αυτό όταν» λέγει, «δίνουν παρόμοιες συμβουλές να μην τους θεωρείτε ούτε συζύγους, ούτε πατέρες». Πράγμα βέβαια που και ο Παύλος έλεγε: «εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωριζέσθω. οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἢ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις. ἐν δὲ εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός (: εάν όμως ο άπιστος σύζυγος επιθυμεί και θέλει χωρισμό, ας χωρίζεται από αυτόν η Χριστιανή γυναίκα. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι υποδουλωμένος και δεσμευμένος ο πιστός ή η πιστή. Ο Θεός μάς έχει καλέσει να ζούμε με ειρήνη εσωτερική και με ειρήνη προς τους γύρω μας και δεν είναι ορθό να ταλαιπωρείται ο πιστός σύζυγος από τις έριδες και τις μάχες της άπιστης συζύγου)» [Α΄Κορ. 7, 15].

Αφού λοιπόν εξύψωσε το φρόνημα όλων και τους έπεισε να έχουν θάρρος και για τους εαυτούς τους και για την οικουμένη ολόκληρη, πρόσθεσε: «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι (: Πολλοί που στον κόσμο αυτόν, εξαιτίας των αξιωμάτων τα οποία κατέχουν και όχι εξαιτίας της αρετής τους, είναι πρώτοι, στη βασιλεία των ουρανών θα είναι τελευταίοι και πολλοί που στον κόσμο αυτόν θεωρούνται τελευταίοι, θα είναι εκεί πρώτοι)» [Ματθ. 19, 30]. Αυτό αν και ειπώθηκε αόριστα και αναφέρεται σε πολλές κατηγορίες ανθρώπων, εντούτοις ειπώθηκε και για αυτούς και για τους Φαρισαίους που δεν πίστευαν. Το ίδιο είπε και προηγουμένως: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων (: αληθινά σας λέγω ότι από τις χώρες της Ανατολής και της Δύσεως, από όλα τα μέρη της οικουμένης, θα έλθουν πολλοί και θα παρακαθίσουν στο πνευματικό δείπνο μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στη βασιλεία των ουρανών. Οι κληρονόμοι όμως της βασιλείας των ουρανών, [οι απόγονοι δηλαδή των πατριαρχών που έχουν τις επαγγελίες του Θεού], θα εκδιωχθούν και ριφθούν στο πυκνότατο σκοτάδι του Άδη. Εκεί θα είναι ο κλαυθμός και το τρίξιμο των δοντιών)» [Ματθ. 8, 11-12].

ΠΗΓΕΣ:

• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΛΔ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 477-491 .

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΛΕ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 499-507 .

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΞΔ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 234-245.

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 65, σελ. 180-196 (ή: 91-95 του PDF) και τόμος 65, σελ. 201-203 (ή: 97- 98 του PDF) και τόμος 67, σελ.208-213 (ή: 101 – 103 του PDF).

• https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLVHVFMUh0ODd6QzA/view

• https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLc00xQlk2TnZfbVE/view

• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

• Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr