ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.
Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026
Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025
ΟΣΙΟΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ, Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ!
Στάρετς Ιωνάς του Κιέβου
Η Θεοτόκος, η Αγία Βαρβάρα και
η Αγία Αλεξάνδρα
«Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς». Ή φωνή είναι γυναικεία λεπτή και καθαρή. Ακούω και σωπαίνω. Ξέρω ότι – καμιά γυναίκα δεν έρχεται ποτέ στο κελί μου και γι’ αυτό σωπαίνω. Ακούω την ευχή δεύτερη φορά• σωπαίνω. Τρίτη φορά, πάλι σωπαίνω. Τότε, η πόρτα ανοίγει μόνη της, ενώ εγώ πάντοτε είχα τη συνήθεια να την κλείνω από μέσα με το γάντζο, και εισέρχονται στο κελί μου τρεις γυναίκες. Μόλις μπήκαν, στάθηκαν μπροστά στην εικόνα της, Παναγίας της Τριχερούσας, έκαναν τον σταυρό τους και τρεις μετάνοιες. Εγώ συνεχίζω να κάθομαι, χωρίς να τούς δίνω προσοχή. Σκέπτομαι με θυμό: πώς τόλμησαν αυτές οι γυναίκες να έλθουν σε μένα το μοναχό και μάλιστα άγνωστες: Αυτές, αφού προσευχήθηκαν λίγο, γυρίζουν και μου λένε:
—Να σε σώζει ό Κύριος, πάτερ.
Βλέπω πώς είναι ντυμένες απλά και φορούν μαντήλι στο κεφάλι τους, όπως όλες οι γυναίκες του λαού. Ή μεγαλύτερη απ’ αυτές μου λέει:
—Ήλθαμε, πάτερ, να σε πάρουμε μαζί μας, για να πάμε στην Κριμαία να περιποιηθούμε τούς πληγωμένους και βασανισμένους στρατιώτες.
Τότε πια σηκώθηκα και τούς είπα:
—Μα πώς μπορώ να πάω τόσο μακριά, και μάλιστα, χωρίς να έχω διαβατήριο;
—Μόνο να έχεις την αγάπη προς το Θεό και ό Θεός μπορεί να τα κάνη όλα, μου απάντησε ή πρώτη δεν χρειάζονται χαρτιά. Πάμε να τούς ανακουφίσουμε λίγο και μην παίρνεις τίποτε μαζί σου τα έχουμε φροντίσει όλα. Πάρε μόνο δύο- τρεις πετσέτες για να πλένεις, να σκουπίζεις και να περιποιέσαι τις πληγές τους. Όλα τ’ άλλα τα έχουμε.
—Πώς όμως, θα γίνει αυτό; Γιατί αν οι αδελφοί με δουν μαζί με γυναίκες, θα σκανδαλιστούν.
—Όχι, δεν θα μάς δη κανείς. Θα κάνουμε το έργο της άγιας υπακοής, θα υπηρετήσουμε τούς αρρώστους και θα γυρίσουμε απόψε.
Ας προσευχηθούμε λοιπόν στον Κύριο και Θεό για να μάς δώσει τη δύναμη και βοήθεια να τον υπηρετήσουμε στο πρόσωπο των δούλων του, πού είναι στρατιώτες και πολεμάνε για το άγιο όνομά Του και την άγια πίστη Του. Λέγε εσύ την προσευχή, μου είπε.
Κι εγώ είπα το «’Άξιον εστί», ενώ όλες έκαναν τον σταυρό τους και μετάνοιες. Συνέχισα «Δόξα Πατρί και Υίώ και Άγίω Πνεύματι και νυν…» μέχρι τέλος και πάλι βάλαμε μετάνοια. «Κύριε ελέησον» τρεις φορές, «εύλόγησον», μετάνοια. “Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών…», μετάνοια, αμήν. Ή πρώτη λέει «Κύριε εύλόγησον την οδόν». Όλες πάλι έκαναν τον σταυρό τους και βγήκαν έξω. «Έκλεισα το κελί και τις ακολούθησα. Βγήκαμε στην αυλή κι αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Σε λίγο γύρισα πίσω και δεν είδα πιάτο κελί μου. Κοιτάζω μπροστά και βλέπω ένα μεγάλο κτίριο, στον τοίχο τού όποιου ήταν γραμμένο: Εδώ είναι το νοσοκομείο των στρατιωτών, πού πληγώθηκαν για το Χριστό, την πίστη την άγια και τη θεοφύλακτη πατρίδα μας Ρωσία».
—Δόξα τω Θεώ, φθάσαμε, είπε ή πρώτη.
Μπήκαμε, σ’ ένα φωτεινό και μακρύ διάδρομο, πού δεξιά κι αριστερά του υπήρχαν θάλαμοι με κρεβάτια καθαρά και μαλακά. Στον πρώτο θάλαμο βρίσκονταν οι βαριά πληγωμένοι: άλλος δεν έχει χέρι, άλλος πόδι, άλλος έχει ανοιγμένα σπλάγχνα, άλλος είναι χωρίς σαγόνι, μύτη, μάτι, κάποιου το κεφάλι είναι ανοιγμένο…
Μόλις μπήκαμε στον πρώτο θάλαμο ή μεγάλη μου λέει: «Πρόσεξε, ότι θα κάνουμε εμείς να κάνης και εσύ σκοπός μας είναι να ανακουφίσουμε και να παρηγορήσουμε τούς πληγωμένους».
Ετοιμάσθηκε πρώτη, πλησίασε έναν τραυματία, έβαλε στη λεκάνη νερό, κι αφού έπλυνε τις πληγές μ’ ένα σφουγγάρι, τις σκούπισε με την καθαρή πετσέτα την όποια είχε μαζί της. Έπειτα έβγαλε από την σακούλα της κάποια αλοιφή και άλειψε τις πληγές. Τέλος τού έπλυνε το πρόσωπο, τον σκούπισε και τον χτένισε. Όλα τα έκανε επιδέξια και γρήγορα, κι αμέσως πηγαίνει σε άλλον άρρωστο. Τα ίδια κάνει και μ’ αυτόν. Αν κάποιος έχει σπασμένο χέρι ή πόδι, το διορθώνει• αν έχει βγαλμένα έξω τα εντόσθια, τα πλένει με καθαρό νερό και τα βάζει στη θέση τους. Αφού περιποιηθεί κάθε τραυματία, τον σταυρώνει, του δίνει να πιει καθαρό νερό, του λέει λίγα λόγια παρηγοριάς και πηγαίνει σ’ άλλον. “Όταν έχει τελειώσει τον τρίτο, γυρίζει και μου λέει:
—Είδες, πώς κάνω; Στάσου εδώ ανάμεσα σε μένα και τη μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα, κοίτα κι ότι κάνουμε εμείς, κάνε και σύ. Μη σιχαίνεσαι και μην περιφρονείς κανέναν, αλλά να παρηγορείς όλους τούς, πληγωμένους ανεξαιρέτως.
Τότε στρέφεται σ’ εκείνη πού ονόμασε άγια Βαρβάρα και της λέει:
-Αγία μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, να τον παρακολουθείς, να τον βοηθάς και να τον διορθώνεις στην άγνοιά του, για να υπηρετήσει καλά τούς τραυματίες εις δόξα θεού.
Μου υπέδειξε στη συνέχεια κάποιον πληγωμένο εγώ τον πλησίασα, τον ξεσκέπασα, έβγαλα το πουκάμισό του και είδα έντρομος ότι ήταν όλος σχισμένος από πάνω μέχρι κάτω και τα εντόσθια του χυμένα έξω τόσο φοβήθηκα, πού έχασα τις αισθήσεις μου. Αμέσως ή μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έπιασε το αριστερό χέρι μου και λέει στην πρώτη: «Πολυέλεη Δέσποινα, μητέρα τού Θεού και Κυρία όλων μας, βλέπεις ότι λιποθύμησε• δυνάμωσέ τον, για να υπηρετεί τον Κύριο, τον γλυκύτατο νυμφίο μου Ιησού Χριστό, πού αγάπησα με όλη την καρδιά μου και τού παρέδωσα ολόκληρο τον εαυτό μου».
Τότε εγώ κατάλαβα ποια ήταν αυτή ή πρώτη και ποια ή δεύτερη και σκίρτησε ή καρδιά μου. Τα είχα χαμένα. Δεν καταλάβαινα, που βρίσκομαι. Στρέφεται λοιπόν, ή Παναγία και λέει προς την τρίτη:
—Αγία Μεγαλομάρτυς Αλεξάνδρα, βοήθησε λίγο και σύ αυτό το μικρόψυχο μοναχό, πού Θέλει να δώσει τη ζωή του για το όνομα τού Κυρίου Ιησού Χριστού, και για την εκκλησία. Ήλθε μαζί μας εδώ να υπηρετήσει τούς τραυματίες, αλλά μόλις είδε τις πληγές τους φοβήθηκε κι έσβησε.
—Δεν υπάρχει, Δέσποινά μου, απάντησε ή αγία Αλεξάνδρα, άνθρωπος, πού να έχει τη Χάρι τού Κυρίου Ιησού Χριστού, την όποια έχεις εσύ. Όλοι είναι φτωχοί και αδύναμοι. Εσύ λοιπόν, ευλόγησε και ενίσχυσε τον δώσε του άφθονη Χάρι, δύναμη, διάκριση, υπομονή και σοφία.
Τότε ή Δέσποινά μας με πλησίασε, με σταύρωσε τρεις φορές και μού είπε:
—Από δώ και πέρα θα είναι μαζί σου και με όλα τα έργα σου ή Χάρι μου, για να υπηρέτης με αγάπη και ευσέβεια το Θεό και τον πλησίον, επειδή αγαπά πολύ εκείνους πού υπηρετούν τούς πονεμένους και Θλιμμένους ανθρώπους. Κάνε, λοιπόν, τον κόπο αυτής της διακονίας μαζί μας και ό Θεός να σ’ ευλόγηση.
Γρήγορα λοιπόν, και με επιτυχία τελειώσαμε αυτό το θάλαμο, περιποιηθήκαμε όλους τούς αρρώστους και πήγαμε σ’ άλλον, έπειτα σε άλλον και σε άλλον και τέλος στο θάλαμο αναρρώσεως. Εκεί ή Δέσποινα, αφού τούς ευλόγησε όλους τούς παρότρυνε να έχουν πίστη στο Θεό, υπακοή στην Εκκλησία και να αγωνίζονται για τη σωτηρία του πλησίον τους. Στη συνέχεια επισκέφτηκε όλα τα συντάγματα, όπου ευλόγησε και παρηγόρησε όλους τους φιλόχριστους στρατιώτες. Επισκέφτηκε ακόμη τη Σεβαστούπολη, τη Συμφερούπολι, το Μπαχτσισαράι και το Καρασουμπαζάρι, κοντά στο μαύρο ποταμό, όπου οι στρατιώτες μας ήταν στα χαρακώματα.
Έπειτα απ’ όλα αυτά επιστρέψαμε στο Κίεβο. Μπήκαμε στο κελί μου και ή άγια μεγαλομάρτυς Βαρβάρα είπε:
—Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα. Προσευχηθήκαμε στον Κύριο και βάλαμε τρεις μετάνοιες.
—Να τα θυμάσαι όλα αυτά, μου είπε τότε ή Δέσποινα μην τα ξεχάσεις, θα σου χρειαστούν. Όταν έλθει ό καιρός, το Πνεύμα το Άγιο θα έμπνευση τις ψυχές και καρδιές πολλών ανθρώπων, ανδρών και γυναικών διαφόρων ηλικιών, τάξεων, αξιωμάτων και θρησκευμάτων να έλθουν σ’ εσένα. Μην αρνηθείς τη βοήθειά σου σ’ αυτούς και μην απεχθάνεσαι κανέναν, επειδή κεφαλή όλων είναι ό Χριστός και όλοι είναι δικά Του μέλη. Να υπηρέτης με αγάπη το Θεό και τον πλησίον να συμπονάς όλους, να παρηγορείς τούς βασανισμένους και απελπισμένους ανθρώπους. αφού και εσύ έχεις περάσει πολλά να έχεις ταπεινοφροσύνη και υπομονή και να ευχαριστείς για όλα τον Κύριο. Φρόντισε να εκτελείς πιστά το καθήκον σου επειδή γι’ αυτό το έργο σε κάλεσε. Ή ειρήνη τού Θεού να είναι μαζί σου», μου ευχήθηκε και με σταύρωσε τρεις φορές.
Τότε έκθαμβος είδα την Κυρία Θεοτόκο με τις δύο αγίες, όχι πια με απλά και φτωχικά. αλλά μέσα σε δόξα, ομορφιά κι ολόλαμπρο φως πού δεν μπορεί να τα περιγράψει ή ανθρώπινη γλώσσα.
Ζήτησα τις ευχές και το έλεος της Δέσποινας για μένα και για όλα τα έργα μου, καθώς και των δύο μεγαλομαρτύρων Βαρβάρας και Αλεξάνδρας.
—Ξέρουμε την αδυναμία σου, μου απάντησαν εκείνες, γι’ αυτό να καταφεύγεις στον Κύριο και στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο, πού είναι ή μητέρα όλων και δίνει τη σκέπη, τη Χάρι και την παρηγοριά. Έχεις διαβάσει στους βίους μας, πώς υπομείναμε τα βάσανα από το διάβολο και τούς υπηρέτες του για την αγάπη του Χριστού. Είδες πώς ό Κύριος των δυνάμεων δοξάσθηκε στ’ αδύνατα γυναικεία σώματά μας και στις ροές του αίματος μας. Αλήθεια, θαυμαστός είναι ό Κύριος εν τοις άγίοις αυτού! Αμήν.
Ή Δέσποινα μού έδωσε και πάλι την ειρήνη και εύλογία και βγήκε από το κελί μου μαζί με τις δύο άγιες- τις συνοδέυσα λίγο κι εγώ.
—Στην εκκλησία τελείται ή πρωινή δοξολογία του Θεού.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της Παναγίας…
Καθώς επέστρεφα στο κελί, σκεπτόμουν πόσο αφηρημένος ήμουν, ώστε από την έκπληξη μου δεν άναψα το κερί, ενώ ήταν νύκτα. Μόλις μπήκα όμως, είδα το κελί μου πολύ φωτισμένο το κερί ήταν στη θέση του, αλλά σβηστό κι όμως, το φως στο δωμάτιό μου ήταν λαμπερό. Πόσο φτωχός ήμουν στο μυαλό, πού δεν μπορούσα τότε να καταλάβω… Θεωρώ τώρα και θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου ανόητο σε όλα. Ό Κύριος και Θεός μου, ή Παναγία μητέρα Του και όλοι οι άγιοι δείχνουν σε μένα τα μεγάλα τους ελέη και τη Χάρι τους, μα εγώ είμαι αχάριστος σ’ αυτούς. Φόρεσα το μανδύα και πήγα στην εκκλησία. Ήταν δύο ή ώρα τα μεσάνυχτα».
«Λίγο μετά την επίσκεψι της Παναγίας στις 9 Μαρτίου έλαβα ένα δέμα. Ανοίγω το κουτί και βλέπω μια ιερή εικόνα της Αγίας Τριάδος. Μαζί ήταν κι ένα γράμμα με το εξής περιεχόμενο:
«Πάτερ Ιωνά, σάς παρακαλούμε να δεχτείτε αυτή την εικόνα της Αγίας Τριάδος στην ιερά μονή σας. Σχετικά με αυτή πρέπει να σάς διηγηθούμε ένα θαυμαστό γεγονός, πού είχε συμβεί σ’ ένα συμπατριώτη μας, πρώην ταγματάρχη, ό όποιος είχε βαρειά πληγωθεί στον τουρκικό πόλεμο. Ή μάχη διαρκούσε μέρες. Δεν υπήρχε δυνατότητα να μεταφέρουν τούς τραυματίες ούτε καν να τούς προσφέρουν κάποια μικρή βοήθεια, αλλά ούτε και να θάψουν τούς νεκρούς. Οι τραυματίες ήταν εγκαταλελειμμένοι στο έδαφος, υπέφεραν φοβερά, αιμορραγούσαν, διψούσαν και πολλοί απ’ αυτούς πέθαιναν. Αυτός ό ταγματάρχης βρισκόταν πεσμένος ανάμεσα στους νεκρούς και τούς πληγωμένους μ’ ένα βαρύ τραύμα στο κεφάλι. Για ένα διάστημα έχασε τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, υπέφερε πολύ και ικέτευε το Θεό και την Παναγία να τον βοηθήσουν και να τον σώσουν.
Την πέμπτη ή έκτη ήμερα βλέπει το πρωί κάποιες γυναίκες, πού περνούσαν απ’ όλους τούς αρρώστους. Ήταν ντυμένες σαν απλές αγρότισσες και σκεπασμένες με λευκά μαντήλια. Πλησίαζαν τους πληγωμένους, περιποιούνταν τις πληγές τους, τους έδινα να πίνουν καθαρό και δροσερό νερό και ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Πάνω στους νεκρούς έκαναν το σημείο του σταυρού. Ό ταγματάρχης τα έβλεπε όλα αυτά και σκεπτόταν: Από που να είναι αυτές οι γυναίκες: Εδώ κοντά δεν υπάρχει κανένα χωριό• και πόσο καλά περιποιούνται τούς άρρωστους!.
«Έπειτα, μάς διηγήθηκε ό ταγματάρχης, πλησίασαν και προς εμένα και μου είπαν: «Να έχεις ειρήνη και να σου δώσει ό Κύριος την υγεία. Μου έπλυναν τα χέρια, το πρόσωπο και τις πληγές στο σώμα και στο κεφάλι. Μου φόρεσαν καθαρά ρούχα και μού έδωσαν να πιώ νερό και να φάω ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Μετά ή μεγαλύτερη μού λέει: «Να τα υπομένετε όλα με καρτερία για την αγάπη του Θεού και θα λάβετε τη βασιλεία των ουρανών.
Συνέχισαν να έρχονται κάθε μέρα. Όταν ρώτησα τα ονόματα τους, δεν μου απάντησαν, μόνο ή πρεσβύτερη μού είπε: «Να ευχαριστείτε την Παναγία και όλους τούς άγιους.
Μετά από επτά ημέρες μάς πήραν στο νοσοκομείο. Όταν έγινα καλά, αποστρατεύτηκα και πήγα στο σπίτι μου. Θυμόμουν πάντοτε αυτό το γεγονός και ήθελα από ευγνωμοσύνη ν’ αγοράσω μια εικόνα. Πέρασε αρκετός καιρός. Κάποτε ήλθαμε μαζί με τη γυναίκα μου στο Κίεβο για προσκύνημα. Εδώ ήθελα να αγοράσω την εικόνα, αλλά δεν ήξερα ποια ακριβώς. Επισκεφτήκαμε όλα τα εκκλησιαστικά μ« γαζιά τού Κιέβου, μα πουθενά δεν μπορέσαμε να βρούμε την εικόνα τού θα μας άρεσε ούτε στη Λαύρα βρήκαμε.
Κάποια μέρα λοιπόν, μετά τη θεία Λειτουργία στη μεγάλη εκκλησία βγήκαμε για να πάμε στο ξενοδοχείο μας. Ξαφνικά κοντά στην πύλη της Λαύρας μια γυναίκα μάς πλησιάζει και μάς λέει: Έχω μια ωραία εικόνα, Θέλετε να την αγοράσετε;
Την είχε τυλιγμένη σε μια λευκή και καθαρή μανδήλα όμοια με αυτή την οποία φορούσε στο κεφάλι της. Ήταν ντυμένη πολύ απλά. Την κοιτάζω και σκέπτομαι: «Κάπου την έχω ξαναδεί αυτή τη γυναίκα”. Κι αυτή πάλι κοιτάζει εμένα και μου λέει: “Θέλετε να πάρετε την άγια Εικόνα;”.
Την ξετύλιξε αμέσως κι εγώ την περιεργάσθηκα. Μού άρεσε πάρα πολύ, σαν να ήταν αυτή ακριβώς την οποία έψαχνα ν’ αγοράσω. Τη ρώτησα για την τιμή. Μου είπε ότι της αρκεί ότι θα της δώσω. Αυτή ή εικόνα επίσης, άρεσε πολύ και στη σύζυγό μου πού με παρότρυνε να την αγοράσω. Παρακάλεσα τη γυναίκα να έλθει μαζί μας στο ξενοδοχείο για να της δώσουμε τα χρήματα. Μόλις όμως, φθάσαμε, εκείνη εξαφανίσθηκε. Την έψαξα παντού, μα δεν τη βρήκα. Μετά από μερικά χρόνια αυτή ή γυναίκα μού εμφανίσθηκε πάλι στον ύπνο και μού είπε: “Μην παραξενεύεσαι• ησύχασε και μη με ψάχνεις. Είμαι μία απ’ αυτές πού διακονούσαν εσένα και τούς άλλους πληγωμένους στον πόλεμο”.
Μετά απ` αυτό το γεγονός ηρέμησα. Ή εικόνα όμως, παραδόξως άρχισε να αλλάζει όψη: το πρόσωπο, ή μύτη, τα μάτια, τα δάκτυλα μεταμορφώνονταν και γίνονταν σαν του ζωντανού ανθρώπου. Αυτή η βαθμιαία αλλαγή κράτησε για ένα ορισμένο διάστημα. Όλοι το είδαν. Αργότερα, από κάποιο δάκτυλο άρχισε να βγάζει κάτι σαν λάδι ή μύρο. Στην αρχή δεν δώσαμε καμιά προσοχή και το λάδι έσταζε στο προσκυνητάρι. Μετά αρχίσαμε να το μαζεύουμε με βαμβάκι, το δίναμε στοάς άρρωστους και όλοι θεραπεύονταν.
Κρύβαμε όμως, τα θαύματα της εικόνος. Εν τω μεταξύ γεράσαμε εγώ και ή γυναίκα μου κι αρχίσαμε να προβληματιζόμαστε που να την αφήσουμε. Αυτή ή σκέψη μάς βασάνιζε. Κάποτε πού προσευχόμασταν ακούσαμε με έκπληξη και φόβο να βγαίνει από την εικόνα μια φωνή: Μη στενοχωρείστε• αυτή ή εικόνα θα βρει τη θέση της και θα τιμάται.
Εμείς πάντως ησυχάσαμε με την απόφαση ότι, όταν κάποιος από τούς δύο πεθάνει, ό άλλος θα βρει μεταξύ των συγγενών μας μια καλή και θεοφιλή οικογένεια και θα της παραδώσει την εικόνα, μέχρι πού ό Κύριος να δείξει το θέλημά του.
Πρώτος κοιμήθηκε ό άνδρας. Τότε ή γυναίκα βρήκε μια ευσεβή παρθένο και της έδωσε την εικόνα, αφού της διηγήθηκε την ιστορία και τα θαύματά της. Αυτή ή παρθένος φύλαγε με ευλάβεια την εικόνα, ή οποία έκανε πολλά νέα θαύματα. Όταν γέρα σε και αισθάνθηκε ότι πλησιάζει ό θάνατος, την παρέδωσε στον εφημέριό της μαζί μ’ ένα γράμμα πού περιείχε όλη την ιστορία της. Ό ιερέας τοποθέτησε την εικόνα μέσα στην εκκλησία και ό πιστός λαό, την τιμούσε πολύ. Κάποια μέρα μετά το χερουβικό ύμνο ακούστηκε μια δυνατή φωνή και όλος ο κόσμος κατάλαβε ότι -προερχόταν από την εικόνα. Η φωνή έλεγε: “Στείλε αυτή την αγία εικόνα μου στο Κίεβο και δώσε την στον ιερομόναχο Ιωνά, πού μένει πιο πάνω από το μοναστήρι Βύντουμπιτσκυ στον κήπο. Εκεί θα κτιστή μονή στο όνομα της Ζωοποιού Τριάδος. Πρέπει να την τοποθέτηση μέσα στο ιερά βήμα στην αγία πρόθεση. Στείλε την αμέσως’.
Όλοι άκουσαν τη φωνή του ό ιερέας δεν ήταν βέβαιος από ποια εικόνα προερχόταν. Οι άνθρωποι φοβήθηκαν, αλλά ό ιερέας τούς καθησύχασε. Τέλεση μια δέηση στην αγία Τριάδα, ωστόσο δεν την έστειλε.
Πέρασε λίγος καιρός και πάλι μια Κυριακή κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, όταν ό ιερέας διά βάζε την όπισθάμβωνο ευχή ό εύλογών τούς ευλογούντος σε, Κύριε…, ξανακούσθηκε ή φωνή:
—Γιατί καθυστερείς και δεν στέλνεις την εικόνα μου εκεί πού σού υπέδειξα; Στείλε την, σου είπα, στον “ιερομόναχο Ιωνά πού μένει στον κήπο, πιο πάνω από το Βύντουμπιτσκυ.
Τότε ή εικόνα έλαμψε κι έτσι όλοι είδαν από πού προήλθε ή φωνή.
“Ύστερα από τη θεία λειτουργία, αφού έκαναν μια δέηση στην αγία Τριάδα και προσκύνησαν την εικόνα, ό “ιερέας την έστειλε ταχυδρομικούς σε μένα μαζί με όλη την ιστορία και τα θαύματά της. Τώρα βρίσκεται μέσα στο ιερό της εκκλησίας στην προσκομιδή, όπως όρισε ή θεία φωνή».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΚΑΛΑΜΟΣ 1998.
Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025
Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΟΛΑ ΝΑ ΤΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!
Π.
Συμεών Κραγιόπουλος
Όλα να τα βλέπουμε κάτω από την πρόνοια του Θεού
Έχουμε σήμερα, 28η Οκτωβρίου, την εορτή της αγίας Σκέπης. Η όλη εορτή είναι συνδεδεμένη με τον αγώνα που εκλήθη σαν σήμερα η Ελλάδα να κάνει πριν ακριβώς 60 χρόνια, εναντίον μιας υπερτέρας δυνάμεως, που ήθελε να κατακτήσει και την Ελλάδα. Οι παλαιότεροι βέβαια ενθυμούμαστε πολύ ζωντανά και πολύ συγκεκριμένα τα γεγονότα εκείνων των ημερών, και έχουμε οπωσδήποτε εμπειρίες και βιώματα.
Κανονικά η εορτή της αγίας Σκέπης εορτάζετο την 1η Οκτωβρίου. Μετετέθη όμως και συνεδέθη με αυτήν εδώ την επέτειο και εορτάζεται στις 28, επειδή η Εκκλησία, ζυγίζοντας τα πράγματα, βρήκε ότι ήταν καλό να γίνει έτσι, καθώς ήταν βεβαία ότι τότε η Παναγία σκέπασε την όλη χώρα, τους κατοίκους, την Ελλάδα, το όλο έθνος. Βέβαια, έτσι έδειχναν τα πράγματα έως τον Απρίλιο του ’41. Πέντε μήνες κράτησε ο πόλεμος αυτός καθ’ εαυτόν εκεί στα αλβανικά μέρη, και έπειτα ήρθε το μεγάλο κακό. Επετέθη και ο άλλος εχθρός, και έγινε εκείνο που έγινε, και βρεθήκαμε υπό κατοχήν για τέσσερα χρόνια· υπό την κατοχήν των Γερμανών, των Ιταλών – οι οποίοι είχαν νικηθεί, αλλά τελικά έγιναν και κατακτητές – και των Βουλγάρων. Και έγιναν σ’ εκείνα τα τέσσερα χρόνια πολλά κακά.
Γιορτάζουμε βέβαια το «ΟΧΙ», το ότι δηλαδή εμείς δεν δεχθήκαμε αυτό που μας είπαν, αυτό που ζήτησαν οι εχθροί, αλλά αντιδράσαμε· μπορέσαμε να αντισταθούμε. Και πιστεύουμε ότι το πετύχαμε αυτό με τη βοήθεια του Θεού και ειδικότερα με την όλη σκέπη της Παναγίας, και γι’ αυτό συνεδέθη η εορτή της Παναγίας με το γεγονός αυτό.
Έπειτα όμως τι έγινε; Τι έγινε μετά;
Δεν ξέρω πώς να το πω. Έχω μέσα μου, αν θέλετε, μια απορία. Μιλώντας για τη σκέπη της Παναγίας φθάνουμε ως ένα σημείο και μετά το αφήνουμε το θέμα; Δηλαδή ως ένα σημείο μας σκέπασε η Παναγία και μετά μας άφησε; Τι έγινε μετά; Δεν μας σκέπαζε έπειτα η Παναγία; Δεν έβλεπε ο Θεός αυτά που γίνονταν; Ή ήταν αδύναμος ο Θεός μετά; Ως ένα σημείο δηλαδή είχε τη δύναμη να βοηθήσει και από ένα σημείο και πέρα δεν μπορούσε να αντέξει; (Αν επιτρέπεται να το πούμε αυτό· γιατί μοιάζει με βλασφημία το να σκεπτόμαστε έτσι.) Και όμως, το κακό έγινε. Και οι Γερμανοί μπήκαν μέσα στην Ελλάδα και οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι, και έμειναν ούτε λίγο ούτε πολύ τέσσερα χρόνια, και έγινε μακελειό. Κι αν δεν εσφάγησαν άνθρωποι, κι αν δεν σκοτώθηκαν, κι αν δεν πέθαναν από την πείνα! Και σαν να μην έφθανε αυτό, οι ίδιοι οι Έλληνες έσφαζαν Έλληνες. Τους βασάνιζαν μάλιστα πρώτα και μετά τους εκτελούσαν· οι ίδιοι οι Έλληνες. Είναι κάτι που συνεχίσθηκε, και αφού έφυγαν οι κατακτητές και ελευθερώθηκε η πατρίδα. Πώς θα τα δούμε όλα αυτά; Εμείς μένουμε σε μερικά καλά που έγιναν, και από κει και πέρα ύστερα τα άλλα τα αφήνουμε έτσι, χωρίς να τα προσέξουμε.
Δεν ξέρω αν εσείς συμφωνείτε με αυτό που θα πω τώρα. Λέμε διάφορα ακόμη και από καθαρώς χριστιανικής απόψεως, και από καθαρώς πλευράς Θεού, δηλαδή για το πώς ενεργεί ο Θεός, αλλά μου φαίνεται ότι δεν βλέπουμε το καθετί κάτω από το όλο θέλημα του Θεού, κάτω από την όλη πρόνοια και οικονομία του Θεού. Δεν το βλέπουμε έτσι.
Για παράδειγμα, γιορτάζουμε σήμερα. Διερωτόμαστε μέσα μας πώς θα ήθελε ο Θεός να γιορτάσουμε; Πώς θα ήθελε ο Θεός να δούμε όλο αυτό το θέμα, όλα αυτά τα γεγονότα που άρχισαν – για να μην πάμε αλλού – την 28η Οκτωβρίου 1940, και συνέβησαν από τότε μέχρι σήμερα; Να τα δούμε όλα αυτά τα γεγονότα, αλλά να τα δούμε κάτω από την πρόνοια του Θεού, κάτω από το θέλημα του Θεού, κάτω από το τι θέλει ο Θεός. Δηλαδή, τι θα ήθελε ο Θεός; Αν τον ρωτούσαμε, τι θα μας έλεγε ότι θα ήθελε να σκεφθούμε; Πώς θα ήθελε να τα πάρουμε όλα αυτά; Πώς θα ήθελε να τα καταλάβουμε; Ποια θα έπρεπε να είναι η στάση μας και ποια η ανταπόκρισή μας;
Εμείς τώρα είμαστε χριστιανοί, είμαστε χριστιανικό έθνος, χριστιανικό γένος· είμαστε αυτοί οι οποίοι πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε κάτω από τη σκέπη της Παναγίας, και πως ό,τι έχει να κάνει η Παναγία, ό,τι έχει να κάνει ο Θεός, για να μας προστατεύσει, το κάνει. Αλλά έπειτα τι γίνεται; Φεύγει η σκέπη, και έρχονται όλα τα δεινά; Και καθόλου, καθόλου δεν διερωτόμαστε μήπως κάτι δεν πηγαίνει καλά από τη δική μας πλευρά, και μήπως περιμένει ο Θεός να δει κάποια μετάνοια, κάποια συναίσθηση, κάποια επιστροφή, κάποια αλλαγή. Τίποτε. Καθόλου δεν μας απασχολεί αυτό το θέμα.
Αλλά και ο καθένας προσωπικά να διερωτόμαστε στο καθετί: Τι θέλει ο Θεός; Ποιο είναι το θέλημα του Θεού; Και μάλιστα να διερωτόμαστε όχι με την έννοια: τι θέλει, τέλος πάντων, ο Θεός, σαν να μας φταίει ο Θεός, αλλά να διερωτόμαστε, έχοντας μια τέτοια διάθεση στην καρδιά μας και μια τέτοια στάση ψυχής: ο Θεός είναι ο πατέρας μας, είναι αυτός που μας αγαπάει, και το όλο πνεύμα του Θεού είναι όχι απλώς να κάνουμε τούτο κι εκείνο ή να επιτύχουμε τούτο κι εκείνο, αλλά να έχουμε τη συναίσθηση ότι αυτός είναι Θεός, εμείς είμαστε τα πλάσματά του. Είμαστε αμαρτωλοί, ήρθε όμως και μας καλεί σε μετάνοια, μας είπε και μας λέει την όλη αλήθεια και προσέφερε τον ίδιο τον εαυτό του θυσία, για να μας σώσει από την αμαρτία. Και στο να σωθούμε από την αμαρτία συντελούν και όλα τα βάσανα που περνούμε· τα οποιαδήποτε βάσανα.
Πόσο διαφορετικά κανείς αρχίζει να βλέπει τα πάντα – και τα προσωπικά του και τα οικογενειακά του και τα πιο πέρα και όλα αυτά που συμβαίνουν στη γη – όταν τα βάλει κάτω από την πρόνοια του Θεού, την όλη οικονομία του Θεού, το θέλημα του Θεού, κάτω από το τι θέλει ο Θεός! Ακόμη και τα θρησκευτικά πράγματα που κάνουμε – τα πολύ θρησκευτικά, τα πολύ πνευματικά, αν επιτρέπεται να πούμε – άραγε έτσι τα θέλει ο Θεός, ή μήπως τα κάνουμε έτσι όπως εμείς νομίζουμε;
Μήπως λοιπόν είμαστε πολύ φίλαυτοι και σκεπτόμαστε και ενεργούμε απλώς όπως μας οδηγεί η φιλαυτία μας; Οπότε, μπορεί να ταιριάζει σ’ εμάς αυτό που λέει ο ίδιος ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη: «Δεν είστε ευθείς μαζί μου, δεν είστε ειλικρινείς. Δεν είστε οι άνθρωποί μου, τα παιδιά μου, ώστε να ακούτε τι λέω, να καταλαβαίνετε και να ανταποκρίνεσθε. Έτσι που ενεργείτε, τελικά κάνετε πονηριές, κινείστε πλάγια. Επειδή λοιπόν εσείς πάτε πλάγια, και εγώ πλάγια θα σας φερθώ» (βλ. Λευϊτ. 26:23-24, 27-28). Δεν κάνει ο Θεός πλάγια πράγματα, αλλά θέλει να πει ότι θα γίνει τελικά ό,τι μας αξίζει. Όχι βέβαια διότι θέλει να πονέσει τον άνθρωπο ο Θεός ή διότι θέλει να τον βασανίσει ή διότι σαν να θέλει να εκδικηθεί. Δεν κάνει τέτοια ο ανεξίκακος Κύριος. Δεν θυμώνει ούτε εκδικείται ο Θεός. Αλλά είναι φοβερό πράγμα το λογικό πλάσμα του Θεού να μην καταλαβαίνει τον Θεό του, να μη θέλει να ακούσει τον Θεό του, να μη θέλει να υποταχθεί στον Θεό του και να κάνει τις ζαβολιές του.
Τα λέω με μια επιφύλαξη, μήπως είναι κάπως έτσι τα πράγματα. Οπότε, μήπως κάνουμε λάθος, καθώς τα παίρνουμε αλλιώς, και παίρνοντας αφορμή από αυτό το ενδεχόμενο, αλλά και από το όλο γεγονός που γιορτάζουμε απόψε, να δούμε την όλη ζωή μας. Και θα διαπιστώσουμε ότι όντως σε πάρα πολλές περιπτώσεις κάνουμε λάθος, καθώς δεν λογαριάζουμε καθόλου το θέλημα του Θεού ούτε διερωτόμαστε ποιο είναι, ώστε να υποταχθούμε σ’ αυτό. Και μάλιστα να υποταχθούμε εκουσίως και με χαρά· όχι σαν να παραπονιόμαστε, που δεν αφήνει ο Θεός να γίνει το δικό μας θέλημα, αλλά σαν να θέλει να μας επιβάλει το δικό του.
Ας τα σκεφθούμε, παρακαλώ, αυτά έστω και έτσι – με τη σκέψη δηλαδή μήπως είναι έτσι – και νομίζω ότι θα ωφεληθούμε.
28-10-2000
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Θέλεις να αγιάσεις;”, Οκτώβριος, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2018, σελ. 314 (αποσπάσματα).
ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟ ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ!
Ασκητές μέσα στον κόσμο:
Εμφάνιση της Παναγίας στο Αλβανικό Μέτωπο
Όπως εἶναι γνωστό ἡ Παναγία μας ἐμφανίστηκε σέ πολλούς στρατιῶτες στό Ἀλβανικό Μέτωπο. Ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς ἦταν καί ὁ εὐλαβέστατος Ἀνθυπασπιστής τότε κ. Νικόλαος Γκάτζαρος. Μέ δάκρυα συγκινήσεως διηγεῖτο τό θαυμαστό περιστατικό. Παρατίθεται ἡ ἀναφορά του γιά τήν ἐμφάνιση τῆς Παναγίας:
Ἐν Τ.Τ. 712 τῇ 3η Μαρτίου 1941
Ὁ Ἀνθυπασπιστής Γκάτζαρος Νικόλαος
Πρός τό 1/40 Τάγμα Εὐζώνων
Ἐνταῦθα.
Περί ἐμφανίσεως τῆς Παναγίας καί τῶν δοθεισῶν μοι ὑπ᾿ Αὐτῆς ἐντολῶν.
Λαμβάνω τήν τιμή νά ἀναφέρω ὑμῖν ὅτι χθές τήν Κυριακήν 2 Μαρτίου ἐ.ἔ. καί περί ὥραν 8ην μ.μ. μετέβην εἰς τό παρακείμενον τοῦ καταυλισμοῦ 2ου Λόχου τοῦ Τάγματος ἡμῶν μικρόν ὕψωμα ἀπέχον περί τά 300 μέτρα, χάριν περιπάτου, αἰσθανθείς τήν ἀνάγκην κινήσεως.
Μία μυστηριώδης δύναμις ὡσάν νά μέ ὤθη πρός ἐκεῖ. Ὁ ἀήρ εἶχε παύσει ἤδη νά φυσᾶ καί ὁ οὐρανός ἦτο ἀστερόεις. Κατά τήν ἐπιστροφήν μου εἰς τήν σκηνήν δέν εἶχον ἀριθμήσει δέκα βήματα, ὅτε αἰφνιδίως ἐνεφανίσθη ἐμπρός μου καί μοῦ ἀνέκοψε τόν δρόμον μία γυνή μαυροφόρα ἔχουσα σεμνήν τήν ἐμφάνισίν της. Τό πρόσωπό της διεκρίνετο χαρακτηριστικῶς εἰς τό βραδινόν ἡμίφως. Εἰς τό θέαμα τοῦτο καταληφθείς ἐξ ἀπροόπτου κατ᾿ ἀρχάς ἐξεπλάγην, κατόπιν ὅμως αὐτοστιγμεί συνῆλθον ἐκ τοῦ τρόμου, ἐπειδή ἐγνώριζον ὅτι πολλάκις ἡ Παναγία ἐνεφανίσθη εἴτε εἰς ὅραμα εἴτε καθ᾿ ὕπνον κατά τάς πολεμικάς ἐπιχειρήσεις τοῦ Στρατοῦ μας. Ἐγώ ὅλως μηχανικῶς ἔλαβον θέσιν ἡμιγονυπετῆ, ἵνα ἀσπασθῶ τήν δεξιάν της. Ἐκ τῆς συγκινήσεως οἱ ὀφθαλμοί μου ἐδάκρυζον, οἱ πόδες καί τά χείλη μου ἔτρεμον ἐπί πολλήν ὥραν.
Ἤκουσα νά ὁμιλῆ: «Εἶμαι ἡ Παναγία. Μή φοβᾶσαι, παιδί μου. Ἐγώ ἐνεφανίσθην νά σοῦ εἰπῶ τρεῖς λόγους, τούς ὁποίους νά μή λησμονήσῃς.
1) »Ὁ παρών πόλεμος ἐκηρύχθη ἀπροκαλύπτως καί ἀναιτίως ὑπό τῆς Ἰταλίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά θελήματί μου ἡ Ἑλλάς θά ἐξέλθῃ τούτου νικηφόρος.
2) »Ὁ πόλεμος οὗτος ἐκηρύχθη ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, ἵνα γνωρίσῃ ὁ κόσμος ὅτι ἀφορμή τούτου εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσίς του ἐκ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας, καθ᾿ ἥν ὕβριζεν, ἐβλασφήμει τά θεῖα της καί ἔρρεπε πρός τόν ἐκφυλισμόν καί τήν ἀκολασίαν, καί οὕτω συμμορφωθῇ, ἵνα μάθῃ ὅτι ὑπάρχει καί προΐσταται μία ἀνωτέρα δύναμις κυβερνῶσα καί διέπουσα τά πάντα καί τούς νόμους τοῦ Σύμπαντος, ὁ Θεός, τρανότατα δέ τεκμήρια τῆς ὑπάρξεως ταύτης εἶναι τά συχνά θαύματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
3) »Ἔδει νά μάθῃ ὁ κόσμος ὅτι τό δίκαιον πάντοτε ὑπερισχύει τῆς βίας.
»Ἀνάφερε λοιπόν ταῦτα καί ἐγγράφως εἰς τόν Διοικητήν σου, ἵνα μή πτοηθῇ πρό οὐδενός κωλύματος, καθότι ὑπό τήν προστασίαν Μου ὁ Ἑλληνικός Στρατός θά νικήσῃ».
Μεθ᾿ ὅ ἐν τῇ ἐξαφανίσει Της οἱ ὀφθαλμοί μου ἐθαμβήθησαν. Ἐν τέλει συνῆλθον ἐν μέρει καί κατηυθύνθην ἀμέσως εἰς τήν σκηνήν, ὅπου ἔξωθεν ταύτης ἀνέφερον ὑμῖν τό συμβάν προφορικῶς.
Ἀνθυπασπιστής Γκάτζαρος Νικόλαος.
Στήν συνέχεια παρατίθεται ἡ κοινοποίηση τοῦ Στρατηγοῦ:
ΤΜΗΜΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ
ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ. 7448
Ἐν Τ.Τ. 718 τῇ 10 η Μαρτίου 1941
Η ΧΙΙΙ ΜΕΡΑΡΧΙΑ
ΠΡΟΣ ΤΟ Α΄ ΣΩΜΑ ΣΤΡΑΤΟΥ
(Γραφεῖον 1ον)
Τ.Τ. 825
“Περί ἀνεγερθησομένου ἱεροῦ Ναοῦ τῆς ΠΑΝΑΓΙΑΣ εἰς θέσιν παρά τῷ Χωρίῳ Γκολέμι“.
Λαμβάνω τήν τιμήν νά ὑποβάλω προσαρτημένως ἀλληλογραφίαν μετ᾽ ἀναφορᾶς τοῦ Ἀνθ/στοῦ Πεζικοῦ τοῦ 1/40 Τάγματος εὐζώνων Γκατζάρου Νικολάου καί ν᾽ ἀναφέρω ὅτι, κατόπιν καί τοῦ αὐθορμήτου ἐράνου μεταξύ τῶν Ἀξιωματικῶν καί ὁπλιτῶν διά τήν ἀνέγερσιν Ἐκκλησίας[1], ἐξέδωκα τάς ὑπ᾿ ἀριθμ. 6188/6–3–41 καί 6948/15–3–41 διαταγάς μου, ὧν ἀντίγραφον ὑποβάλλω, περί ἐγκρίσεως τοῦ ἐνεργουμένου ἐράνου καί ἐπεκτάσεως τούτου ἐφ᾽ ὅλων τῶν Μονάδων καί Σχηματισμῶν τῆς Μεραρχίας. Τό προϊόν τούτου, μή περαιωθέντος, ἀνῆλθεν ἤδη εἰς τό ποσόν τῶν ἑκατόν χιλιάδων δραχμῶν.
Ἐπειδή ἔχω τήν γνώμην ὅτι ἡ εὐρεῖα κοινοποίησις τοῦ γεγονότος καθ᾽ ἅπαν τό Στράτευμα ἡμῶν θέλει ἑδραιώσει ἔτι μᾶλλον τήν πίστιν του ἐπί τήν Νίκην, παρακαλῶ ὅπως, εὐαρεστούμενοι, ἐνεργήσητε κατά τήν Ὑμετέραν κρίσιν καί ἀντίληψιν.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΙΣ
Τ. Διοικητικοῦ ΧΑΡΑΛ. ΚΑΤΣΙΜΗΤΡΟΣ Ὑποστράτηγος
____________________
[1]. Τελικά τό Ἐκκλησάκι μέ τόν ἔρανο τῶν στρατιωτῶν κτίσθηκε στήν θέση πού ἐμφανίστηκε ἡ Παναγία, στό χωριό Γκολέμι βορείως τοῦ Ἀργυροκάστρου. Σήμερα εἶναι κατεδαφισμένο. Ἐλπίδα καὶ εὐχή ὅλων εἶναι ἡ ἐπανέγερση καὶ λειτουργία του.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2008, Ι. Ησυχαστήριον Αγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκηδικής)
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΝΑ ΨΕΛΝΕΙΣ ΤΟ "ΠΑΝΤΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙΣ , ΑΓΑΘΗ" ΚΑΙ ΤΟ "ΠΑΝΤΩΝ ΘΛΙΒΟΜΕΝΩΝ Η ΧΑΡΑ"!
Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Να ψέλνεις το "Πάντων προστατεύεις, αγαθή" και το "Πάντων θλιβομένων η χαρά". Αυτό να το κάνεις σαν κανόνα, και η Παναγία θα σε βοηθήσει. Η Παναγία δεν μας αφήνει μας κουβαλάει στην πλάτη Της, αρκεί κι εμείς να το θέλουμε και να μην κλωτσάμε, όπως κάνουν τα άτακτα παιδιά.
Κυριακή 31 Αυγούστου 2025
ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑ...
Αρχιμ. Βασίλειος Μπακογιάννης
Τα Εγκώμια είναι σύμπτωμα…
Καί φέτος ἀνά τήν Ἑλλάδα ψάλθηκαν τά Ἐγκώμια τῆς Παναγίας, «βγῆκε» καί Ἐπιτάφιος. Μέ κριτήρια κοσμικά, κρίνεται ὡς πράξη εὐλαβείας-τιμῆς πρός τήν Παναγία· ὅμως, μέ κριτήρια ὀρθόδοξα, πνευματικά, θεολογικά, εἶναι σύμπτωμα πνευματικῆς νόσου· τῆς νέας ἐποχῆς, πού ἄρχισε ἤδη νά εἰσέρχεται στήν Ἐκκλησία· «ἡ νέα ἐποχή», ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος, «δέν θά ἀδειάσει τίς ἐκκλησίες ἀπό κόσμο, ἀλλά θά ἀλλάξει τά μυαλά τοῦ κόσμου πού ἔρχεται στήν ἐκκλησία»· κάτω τά παλιά· νέα τάξη πραγμάτων· μέ πάντα «καλό» σκεπτικό.
Τό βλέπουμε καθημερινῶς στήν πράξη· Λειτουργία στό προαύλιο τῆς ἐκκλησίας (τί χρειάζεται ἡ ἐκκλησία;), ἤ στό σολέα τοῦ Ναοῦ (οὔτε τό Ἱερό χρειάζεται…)· συνεχῆ «Εὐχέλαια», χωρίς νά ὑπάρχει λόγος σοβαρός· Θ. Κοινωνία μετά ἀπό φαγοπότι· Παρακλήσεις σέ Ἁγίους, καί ὄχι στήν Παναγία, κατά τά ἄλλα ἄς κάνουμε Ἐγκώμια πρός τιμή της!
«Πῶς βλέπετε τά Ἐγκώμια τῆς Παναγίας;», ρώτησα, ὅταν ἄρχισαν νά εἰσέρχονται στήν Ἐκκλησία, ἕναν ρεαλιστή, συνειδητοποιημένο Γέροντα· «γυναικεῖες ὑστερίες…!», ἀπάντησε εὐθέως καί ἀκαριαίως. Ὑπερβολή; Προκατάληψη;
Ἐγκώμια στήν Παναγία, αἰῶνες πρίν, ἔχουν γράψει διάφοροι ὑμνογράφοι, ἀλλά παρέμεναν κλειδωμένα στά συρτάρια· δέν εἰσήχθησαν δηλαδή στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὅταν κάποιοι, μέσα 19ου αἰ., τό προσπάθησαν, ἐπενέβη δυναμικῶς ἡ Ἐκκλησία καί ἔβαλε στόπ. (Ἐγκύκλιος 135/4319.21.4.1865).
Καί τοῦτο, γιατί οὐσία τῆς γιορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, εἶναι ἡ μετάσταση· ὅτι τό σῶμα της δέν ἔμενε στόν τάφο, ἀλλά μετέστη, ἑνωμένο μέ τήν ἁγία της ψυχή στόν οὐρανό. Πρόκειται γιά θαῦμα· μεγαλεῖο, δόξα τῆς Παρθένου. Ὅμως, τά Ἐγκώμια καί ὁ Ἐπιτάφιος δέν βοηθοῦν τόν λαό νά κατανοήσει αὐτό τό μεγαλεῖο.
Στίς ἡμέρες μας, ἡμέρες ἀσεβείας, καί κατά παράβαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας τάξεως, τείνουν νά ἐπικρατήσουν σ’ ὅλες τίς ἐνορίες ἀνά τήν Ἑλλάδα· τάχα ἀπό εὐλάβεια καί τιμή στήν Παναγία· ἡ ὁποία τηροῦσε ἐπακριβῶς, ὄχι μόνο τό νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τά ἤθη τοῦ τόπου της.
Τέλος πάντων. Θέλεις τόσο πολύ νά τιμήσεις τήν Παναγία (τιμή ἁγίου μίμηση ἁγίου…), καί νά ψάλλεις τά Ἐγκώμια; Τήρησε τήν τάξη τῶν Ἐγκωμίων, ἡ ὁποία ὁρίζει: νά ψέλνονται ἀνήμερα τῆς Κοιμήσεως, στόν ὄρθρο, μετά τήν θ΄ ὠδή.
Τά Ἐγκώμια τοῦ Χριστοῦ λέγονται τή Μ. Παρασκευή, τή μέρα τῆς ταφῆς Του· δέν λέγονται οὔτε Κυριακή τῶν Βαϊων, οὔτε Μ. Δευτέρα, οὔτε Μ. Πέμπτη, οὔτε στήν Ἀποκαθήλωση. Θά ἦταν ἀδικαιολόγητο, ἀδιανόητο, νά γιορτάζεται ἡ ταφή τή Μ. Παρασκευή, καί μεῖς νά λέμε τά Ἐγκώμια τῆς ταφῆς Του, τήν Κυριακή τῶν Βαϊων!
Καί ὅμως τά Ἐγκώμια τῆς Παναγίας λέγονται σέ ἄσχετο χρόνο, ἐκτός τῆς γιορτῆς, τῆς ταφῆς· καί δύο, καί τρεῖς, καί τέσσερις, καί πέντε μέρες πρίν· «κατά τό βούλεσθαι»· ἄλλη ἐνορία τά λέει σέ Ἑσπερινό, ἄλλη σέ Παράκληση, ἄλλη σέ ἀγρυπνία, ἄσχετη μέ τή γιορτή. Εἶναι ἀμφίβολο ἄν ὑπάρχει ἐνορία, πού νά λέει τά Ἐγκώμια στόν ὄρθρο τῆς γιορτῆς, μετά τήν θ΄ὠδή!
Καί εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς θεολόγοι, Μοναχοί, Ποιμένες καί λοιποί ἀνεχόμαστε ἤ στηρίζουμε μιά τέτοια κατάσταση;! Σύμπτωμα…!
Καί ἄν οἱ Μητροπολῖτες οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ἔνορκη διαβεβαίωση-δέσμευση (ὅρκο!) ὅτι θά τηροῦν «ἀπαρασαλεύτως τάς ἱεράς Παραδόσεις», δέν σεβασθοῦν τόν ὅρκο τους, στό κρασί, κάθε τόσο θά προστίθεται νερό, καί ἀπό τό πολύ νερό, τό κρασί θά γίνει νερουλό, καί θά καμαρώνουμε, ὅτι ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί διαθέτουμε τό καλύτερο κρασί….






