ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ!

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Κυριακή Δ΄ Ματθαίου: Η μεγάλη πίστη του εκατόνταρχου

(Ματθ. η’ 5-13)

Όταν ο άνθρωπος δεν έχει μεγάλη ταπείνωση, πραότητα, υποταγή και υπακοή στο Θεό, πώς μπορεί να σωθεί; Πώς θα μπορούσε να σωθεί ένας άπιστος κι αμαρτωλός άνθρωπος, όταν κι ο δίκαιος «μόλις σώζεται» (Α’ Πέτρ. δ’ 18); Το νερό δε μαζεύεται στα ψηλά κι απόκρημνα βουνά, αλλά σε χαμηλά, επίπεδα και βαθιά μέρη. Το έλεος του Θεού δεν κατοικεί στους υπερήφανους, που κομπάζουν και αντιτίθενται στο Θεό, αλλά στους ταπεινούς και τους πράους, που η καρδιά τους είναι ταπεινωμένη κι ειρηνική, που είναι υποταγμένοι στο μεγαλείο του Θεού κι υπάκουοι στο θέλημά Του.

Όταν κάποια αρρώστια προσβάλλει ένα κλήμα που έχει φυτέψει ο οικοδεσπότης και το φροντίζει προσεκτικά για χρόνο πολύ, το κόβει και το καίει και στη θέση του φυτεύει ένα αγριόκλημα. Όταν οι γιοι ξεχνούν την αγάπη του πατέρα τους κι επαναστατούν εναντίον του, τί θα τους κάνει; Θ’ απομακρύνει τα παιδιά από το σπίτι του και στη θέση τους θα προσλάβει μισθωτούς.

Όπως συμβαίνει στη φύση, έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους. Λένε οι άπιστοι: Έτσι γίνεται σύμφωνα με τους νόμους της φύσης και τους νόμους των ανθρώπων. Οι πιστοί όμως δε μιλάνε έτσι. Εκείνοι τραβούν το παραπέτασμα των φυσικών και των ανθρώπινων νόμων, ατενίζουν με φλογερά μάτια το μυστήριο της αιώνιας ελευθερίας και μιλούν διαφορετικά. Λένε: Έτσι γίνεται με το θέλημα του Θεού και για το καλό μας. Ο Θεός τα γράφει αυτά με το χέρι Του. Εκείνοι που μπορούν να διαβάζουν αυτά που χαράζει ο Θεός με φωτιά και πνεύμα τόσο στη φύση όσο και στους ανθρώπους, μόνο αυτοί θα καταλάβουν τη σημασία τους. Εκείνοι που μπροστά στα μάτια τους η φύση κι η ανθρώπινη ζωή ανακατεύονται όπως ένας μεγάλος σωρός από γράμματα, χωρίς πνεύμα και νόημα, λένε πως όλα είναι «τυχαία». «Όλα όσα βλέπουμε γύρω μας, λένε, έγιναν τυχαία». Με αυτό εννοούν πως όλος αυτός ο σωρός με τα γράμματα κινείται κι ανακατεύεται από μόνος του, κι απ’ αυτή την ανόητη μίξη προκύπτει το ένα γεγονός ή το άλλο. Αν ο Θεός δεν ήταν ελεήμων και εύσπλαχνος, θα γελούσε μ’ αυτούς τους ερμηνευτές του κόσμου και της ζωής. Υπάρχει όμως και κάποιος που γελάει και χαίρεται με την ανοησία αυτού του συλλογισμού: το πονηρό πνεύμα, ο εχθρός της ανθρώπινης φύσης, που δεν έχει ούτε έλεος ούτε συμπάθεια προς τον άνθρωπο.

Όταν μια χήνα περιπλανιέται σ’ έναν πολύχρωμο τάπητα που είναι απλωμένος σε λιβάδι, ίσως σκεφτεί πως όλ’ αυτά τα σχέδια και τα χρώματα του τάπητα βρέθηκαν εκεί τυχαία, πως ο τάπητας ξεπήδησε ξαφνικά από τη γη, όπως το γρασίδι – κατά το σκεπτικό της χήνας. Η υφάντρα όμως, που ύφανε και έβαψε τον τάπητα, γνωρίζει πως δε βρέθηκε τυχαία εκεί. Ξέρει τι σημαίνει κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου και των χρωμάτων, γιατί τα σχέδια και τα χρώματα παρουσιάζονται με τον τρόπο που έχουν συνδυαστεί. Μόνο η υφάντρα μπορεί να διαβάσει και να εξηγήσει τον τάπητα, εκείνη που τον ύφανε με το χέρι της, καθώς κι εκείνοι στους οποίους το διηγείται. Το ίδιο κάνουν κι οι άπιστοι. Περιφέρονται γύρω από τον πανέμορφο τάπητα του κόσμου και λένε πως όλα έγιναν «τυχαία». Ο Θεός μόνο, που ύφανε αυτόν τον κόσμο, γνωρίζει τη σημασία που έχει κάθε κλωστή στο στημόνι και στο υφάδι, καθώς και κείνοι στους οποίους Εκείνος το αποκαλύπτει.

Ο Ησαΐας είδε και έγραψε: «Κύριος Ύψιστος εν αγίοις αναπαυόμενος και ολιγοψύχοις διδούς μακροθυμίαν και διδούς ζωήν τοις συντετριμμένοις την καρδίαν» (Ησ. νζ’ 15). Ο Θεός βρίσκεται στη γη ανάμεσα σε κείνους που έχουν καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην. Ο Θεός αποκαλύπτει τα μυστήρια του κόσμου και της ζωής σ’ εκείνους στους οποίους «ενοικεί». Σ’ αυτούς εξηγεί τα πνευματικά βάθη όλων εκείνων που ο ίδιος έγραψε μέσα από τα πράγματα και τα γεγονότα. Ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωϋσής κι ο Δαβίδ είχαν συντετριμμένη καρδιά, ταπεινό πνεύμα. Γι’ αυτό κι ο Θεός κατοικούσε μέσα τους και υποσχέθηκε πως θα είναι μαζί τους και με τους απογόνους τους, εφόσον εκείνοι εξακολουθούν να έχουν συντετριμμένη καρδιά και ταπεινό πνεύμα. Όταν όμως η συχνή επαφή με το Θεό κάνει κάποιον άνθρωπο υπερήφανο, τότε εκείνος βλάπτεται περισσότερο απ’ αυτούς που δε γνώρισαν τον αληθινό Θεό και δεν είχαν επαφή μαζί Του.

Το καλλίτερο και σαφέστερο παράδειγμα σ’ αυτό το θέμα μας το δίνουν οι Ισραηλίτες. Ήταν απόγονοι των μεγάλων και θεαρέστων προπατόρων που προαναφέραμε. Η επαφή τους όμως με τον αληθινό Θεό τους δημιούργησε οίηση. Έτσι το έθνος αυτό άρχισε να βλέπει όλα τ’ άλλα έθνη με περιφρόνηση, σα νά ‘ταν σκύβαλα πεταμένα. Με τη συμπεριφορά τους αυτή όμως προκάλεσαν τη δική τους καταστροφή. Η υπερηφάνεια τους τύφλωσε τόσο πολύ, ώστε το μόνο που κράτησαν απ’ όλα όσα τους αποκάλυψε ο Θεός με τους προφήτες και τους άλλους δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν πως αυτοί αποτελούσαν τον εκλεκτό λαό του Θεού, τον περιούσιο. Το πνεύμα και το νόημα της αρχαίας αποκάλυψης του Θεού γι’ αυτούς είχε ολότελα χαθεί. Η Αγία Γραφή χόρευε μπροστά στα μάτια τους σαν ένα συνοθύλευμα με ακατανόητα γράμματα.
Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο με μια νέα αποκάλυψη, εκείνοι με την τυφλότητά τους αγνοούσαν το θέλημα του Θεού, είχαν φτάσει στο επίπεδο των ειδωλολατρών. Με τη σκοτισμένη πνευματική τους όραση και την τραχύτητα της καρδιάς τους, είχαν καταντήσει πολύ χειρότεροι κι από τους ειδωλολάτρες.

***

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας αποδείχνει την αλήθεια αυτών που είπαμε παραπάνω. Μας περιγράφει ένα γεγονός που μας δείχνει πως κάποιοι άνθρωποι είναι υγιείς ανάμεσα στους ασθενείς κι άλλοι είναι άρρωστοι ανάμεσα στους υγιείς. Πως υπάρχει πίστη ανάμεσα στους ειδωλολάτρες και απιστία ανάμεσα σε κείνους που υπερηφανεύονται για την καθαρότητα της πίστης τους, κομπάζουν ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Η περικοπή αυτή γράφτηκε σαν μια διδαχή για όλες τις εποχές και για όλους τους λαούς και εφαρμόζεται και σε μας μέχρι σήμερα. Η διδαχή αυτή είναι τόσο οξεία, όσο και το ξίφος των χερουβίμ, καθαρή σαν τον ήλιο, φρέσκια κι αναπάντεχη όπως τα λουλούδια του αγρού. Κι αυτό για να μας δημιουργήσει δέος με την οξύτητά της, να μας φωτίσει με την καθαρότητά της και να μας αφυπνίσει από την πνευματική νάρκωση κι αδράνειά μας. Κυρίως όμως καταγράφηκε για να προειδοποιήσει όλους εμάς τους χριστιανούς να μην ξεχαστούμε και πέσουμε στην οίηση επειδή εκκλησιαζόμαστε, προσευχόμαστε στο Θεό και ομολογούμε το Χριστό. Γιατί τότε στην τελική Κρίση του Θεού θα συναντήσουμε μπροστά μας ανθρώπους που βρίσκονται έξω από την Εκκλησία, αλλ’ έχουν μεγαλύτερη πίστη και περισσότερα καλά έργα.

«Εισελθόντι δε αυτώ εις Καπερναούμ προσήλθεν αυτώ εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν και λέγων Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος» (Ματθ. η 5,6). Ο εκατόνταρχος ήταν αξιωματικός στα στρατόπεδα της Καπερναούμ, που ήταν η πιο σπουδαία πόλη στα παράλια της Γαλιλαίας. Δεν ξέρουμε, αλλ’ έχει και δευτερεύουσα σημασία, αν υπαγόταν απ’ ευθείας στη Ρώμη ή βρισκόταν στην εξουσία του Ηρώδη Αντίπα, μάλλον όμως αναφερόταν απ’ ευθείας στη Ρώμη. Αυτό που αξίζει να επισημάνουμε είναι ότι ήταν ειδωλολάτρης, όχι Ιουδαίος. Είναι ο πρώτος Ρωμαίος αξιωματικός που αναφέρεται στο ευαγγέλιο ότι πίστεψε στο Χριστό. Δεύτερος ήταν ο εκατόνταρχος που βρισκόταν σε υπηρεσία στη σταύρωση του Χριστού, εκείνος που σαν είδε τα υπερφυσικά φαινόμενα τη στιγμή που ο Κύριος παρέδιδε το πνεύμα Του, αναφώνησε: «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος» (Ματθ. κζ’ 54). Μετά αναφέρεται κι ο εκατόνταρχος Κορνήλιος στην Καισάρεια, εκείνος που τον βάφτισε ο απόστολος Παύλος (βλ. Πράξ. κεφ. ι’). Αν κι οι αξιωματικοί αυτοί ήταν ειδωλολάτρες, γνώρισαν την αλήθεια και τη ζωή του Χριστού και πίστεψαν σ’ Αυτόν πιο γρήγορα από τις ορδές των σοφών αλλά τυφλών Ιουδαίων γραμματέων.

Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος. Ο «παις» του εκατόνταρχου πρέπει να ήταν δούλος του. Κι ο υψηλόβαθμος αξιωματικός, ο εκατόνταρχος, μίλησε σαν απλός στρατιώτης που ζητάει βοήθεια. Η παράλυση είναι τρομερή πάθηση. Ο νεαρός στρατιώτης βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου, όπως διηγείται ο ευαγγελιστής Λουκάς. Και φαίνεται πως ο εκατόνταρχος τον αγαπούσε πολύ. Έτσι μόλις άκουσε πως ο Χριστός έφτανε στην Καπερναούμ, ξεκίνησε να πάει να τον συναντήσει και να του ζητήσει βοήθεια για τον αγαπημένο του δούλο.

Όποιος διαβάζει το περιστατικό αυτό στους δύο ευαγγελιστές, το Ματθαίο και το Λουκά, θα σχηματίσει την εντύπωση πως οι δυο αφηγητές διαφωνούν μεταξύ τους. Ο Ματθαίος γράφει πως ο εκατόνταρχος πλησίασε ο ίδιος το Χριστό και του παρουσίασε το αίτημά του. Ο Λουκάς γράφει πως ο εκατόνταρχος πρώτα έστειλε τους Ιουδαίους πρεσβυτέρους για να ζητήσουν από το Χριστό να βοηθήσει το δούλο του. Μετά, όταν ο Κύριος πλησίαζε στο σπίτι του, έστειλε τους φίλους του να τον συναντήσουν και να του ζητήσουν να μην πάει στο σπίτι του, επειδή εκείνος (ο εκατόνταρχος) ήταν αμαρτωλός. Έφτανε να πει ένα λόγο ο Κύριος κι ο δούλος του θα γινόταν καλά. «Αλλά μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8).

Είναι αλήθεια πως ανάμεσα στις δυο διηγήσεις υπάρχει μια διαφορά, αλλ’ όχι αντίφαση. Η διαφορά συνίσταται στο ότι ο Ματθαίος παραλείπει τους δυο αγγελιαφόρους που έστειλε αρχικά ο εκατόνταρχος στον Κύριο, ενώ ο Λουκάς δεν αναφέρει το γεγονός ότι ο ίδιος ο εκατόνταρχος, παρά την ταπείνωση που ένιωθε μπροστά στο μεγαλείο του Χριστού, πήγε να τον συναντήσει. Η όμορφη και αμοιβαία αυτή φιλοφρόνηση που έχουν οι δύο ευαγγελιστές, ο ένας για τον άλλον, δημιουργεί θαυμασμό και χαρά στον πνευματικό άνθρωπο. Αν, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όλα τα γεγονότα είχαν καταγραφεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο από τους ευαγγελιστές, ο καθένας θα σκεφτόταν πως ο ένας αντιγράφει τον άλλον. Τί χρειάζονταν τότε τέσσερις ευαγγελιστές και τέσσερα ευαγγέλια; Σε όλα τα δικαστήρια στη γη η μαρτυρία δύο μαρτύρων απαιτείται για ν’ αποδειχτεί ένα γεγονός, να γίνει πιστευτό. Ο Θεός μας έδωσε δύο φορές τη διπλή μαρτυρία με τους τέσσερις ευαγγελιστές, ώστε όσοι επιδιώκουν τη σωτηρία τους να πιστέψουν όσο το δυνατό πιο εύκολα και πιο γρήγορα, αλλά και όσοι δεν πιστέψουν και οδεύουν προς την απώλεια να είναι αναπολόγητοι. Ο Θεός μας έδωσε τους τέσσερις ευαγγελιστές αν και θα μπορούσε να δώσει όλη τη σοφία Του για τη σωτηρία μας στο ένα μόνο ευαγγέλιο. Κι αυτό για να δούμε την αμοιβαία φιλοφρόνησή τους και να μάθουμε απ’ αυτό πως πρέπει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο στη ζωή μας, ανάλογα με τα διαφοροποιημένα πνευματικά χαρίσματα που έδωσε ο Θεός στον καθένα μας, ως μέλη του ενός Σώματος που είμαστε. Έτσι πρέπει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον ανάλογα με τις δυνάμεις και τις ικανότητές μας.

Έχοντας μπροστά μας τις δύο διηγήσεις, μπορούμε να βγάλουμε ακριβή συμπεράσματα και να καθαρίσει η εικόνα του γεγονότος που μας απασχολεί. Ακούοντας για τη δόξα και τη δύναμη του Κυρίου Ιησού και αισθανόμενος την ανθρώπινη αμαρτωλότητα κι αναξιότητά του, ο εκατόνταρχος ζήτησε πρώτα από τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων να πάνε εκείνοι στον Κύριο και να τον παρακαλέσουν να πάει στο σπίτι του. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως ο Κύριος θά ‘θελε να τον επισκεφτεί. Ίσως να σκεφτόταν: «Εγώ είμαι ειδωλολάτρης κι αμαρτωλός. Εκείνος είναι διορατικός. Με το που θ’ ακούσει το όνομά μου θα καταλάβει αμέσως πως είμαι αμαρτωλός. Ποιός ξέρει τότε αν θα θελήσει να έρθει στο σπίτι μου; Είναι καλύτερα να στείλω τους Ιουδαίους κι αν αρνηθεί, η άρνηση θα είναι σ’ αυτούς, αν δεχτεί…θα δούμε». Όταν διαπίστωσε πως ο Κύριος δέχτηκε, τά ‘χασε, βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία. Τότε έστειλε τους φίλους του να πουν στο Χριστό να μην έρθει στο σπίτι του, γιατί ήταν αμαρτωλός και ανάξιος. Έφτανε μόνο να πει ένα λόγο κι ο δούλος του θα γινόταν καλά.

Με το που έφτασαν οι δούλοι του όμως στο Χριστό και του έδωσαν το μήνυμα του εκατόνταρχου, έφτασε κι ο εκατόνταρχος. Ήταν τόσο θλιμμένος, που δεν άντεχε να μείνει στο σπίτι του. Να ερχόταν ο ίδιος ο Κύριος στο σπίτι του; Όχι, όχι. Οι φίλοι του δεν ήξεραν ακόμα ποιός ήταν ο Κύριος. Όσο για τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, ο εκατόνταρχος θα είχε μάθει από πριν πως μερικοί απ’ αυτούς λειτουργούσαν ανταγωνιστικά στο Χριστό, δεν πίστευαν σ’ Αυτόν. Έτσι έτρεξε να τον συναντήσει ο ίδιος, αφού τώρα ήξερε πως δε θ’ αρνιόταν κι επομένως δε θα τον ταπείνωνε μπροστά στους ανθρώπους, επειδή ήταν και αξιωματικός.

Είναι αλήθεια πως οι Ιουδαίοι μίλησαν με καλά λόγια στο Χριστό για τον εκατόνταρχο. «Άξιός εστιν ω παρέξει τούτο, αγαπά γαρ το έθνος ημών, και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν ημίν» (Λουκ. ζ’ 4-5). Όλα όσα κι αν είπαν όμως δεν αγγίζουν την ουσία του θέματος. Πρόβαλαν την καλοσύνη του εκατόνταρχου για δικό τους όφελος. Αγαπά γαρ το έθνος ημών, είπαν. Άλλοι Ρωμαίοι αξιωματικοί κι αξιωματούχοι περιφρονούσαν τους Ιουδαίους, αυτός όμως τους αγαπούσε. Και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν ημίν.
Ήταν σα νά ‘λεγαν δηλαδή: Αυτός ξοδεύει τα δικά του χρήματα και μεις γλιτώνουμε τα δικά μας. Μας οικοδόμησε έναν οίκο προσευχής που τον είχαμε ανάγκη, αλλιώς θ’ αναγκαζόμασταν να τον οικοδομήσουμε και να τον πληρώσουμε μόνοι μας». Τα είπαν όλ’ αυτά σα ν’ απευθύνονταν στον Καϊάφα, όχι στο Χριστό. Ο Χριστός δεν τους έδωσε καμιά απάντηση σ’ αυτά, έμεινε σιωπηλός και επορεύετο συν αυτοίς. Τότε οι φίλοι του εκατόνταρχου πήγαν να συναντήσουν το Χριστό και στο τέλος πήγε κι ο ίδιος ο εκατόνταρχος.

Όταν ο εκατόνταρχος βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με το Χριστό, έπρεπε βέβαια να του εξηγήσει για μια ακόμα φορά όλο το πρόβλημα, αν κι ο Χριστός είχε ήδη πληροφορηθεί γι’ αυτό. «Και λέει αυτώ ο Ιησούς· εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν» (Ματθ. η’ 5). Προσέξτε πως μιλάει εκείνος που έχει εξουσία και δύναμη! Δεν είπε «θα δούμε», ούτε τον ρώτησε όπως έκανε με άλλους: «Πιστεύεις πως μπορώ να το κάνω αυτό;» Έβλεπε ήδη στην καρδιά του εκατόνταρχου την πίστη του. Έτσι είπε αποφασιστικά, μ’ έναν τρόπο που κανένας γιατρός δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει: Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν.

Ο Κύριος μίλησε σκόπιμα με τέτοια αποφασιστικότητα, για να προκαλέσει από το στόμα του εκατόνταρχου την απάντηση μπροστά στους Ιουδαίους. Όταν ο Θεός επιτελεί ένα έργο, το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπηρετεί μια μόνο περιοχή, αλλά πολλές. Ο Κύριος ήθελε το γεγονός αυτό να ωφελήσει πολλούς: να θεραπεύσει τον άρρωστο, ν’ αποκαλύψει τη μεγάλη πίστη του εκατόνταρχου, να επιτιμήσει τους Ιουδαίους για την απιστία τους και να κάνει μια μεγάλη προφητεία για τη βασιλεία Του· να μιλήσει δηλαδή για κείνους που νομίζουν πως είναι άξιοι να μπουν στη βασιλεία Του, που ουδέποτε θα μπουν, καθώς και γι’ αυτούς που δεν έχουν καμιά ελπίδα, αλλά τελικά θα μπουν. «Και αποκριθείς ο εκατόνταρχος έφη· Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό
την στέγην εισέλθης· αλλά μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Τί τεράστια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη φλογερή αυτή πίστη και την ψυχρή, νομικίστικη πίστη των Φαρισαίων!
Η πίστη του εκατόνταρχου μοιάζει με φωτιά που καίει, ενώ των Φαρισαίων η πίστη είναι σαν εικόνα της φωτιάς. Όταν κάποιος Φαρισαίος κάλεσε στο σπίτι του το Χριστό για δείπνο, με τη νομικίστικη νοοτροπία του σκέφτηκε πως, με το να τον καλέσει στο σπίτι του, τιμούσε πολύ το Χριστό. Δε διανοήθηκε καθόλου πως ο Χριστός τιμούσε αυτόν και το σπίτι του με την επίσκεψή Του. Με την αλαζονεία και την υπέρμετρη υπερηφάνειά του, ο Φαρισαίος αμέλησε ακόμα και τις συνηθισμένες φιλοφρονήσεις και τις πράξεις φιλοξενίας, δηλαδή δεν έφερε νερό στο φιλοξενούμενο για να πλύνει τα πόδια Του, δεν τον υποδέχτηκε με εναγκαλισμό ούτε και έχρισε το κεφάλι Του με μύρο (βλ. Λουκ. ζ’ 44-46).

Προσέξτε τώρα πόσο ταπεινός ήταν ο ειδωλολάτρης αυτός, πόσο συντετριμμένος στάθηκε μπροστά στον Κύριο, αν και δεν είχε διαβάσει το νόμο του Μωυσή και τους προφήτες. Είχε μόνο τον κοινό νου, το μοναδικό φως για να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, το καλό από το κακό. Ήξερε πως οποιοσδήποτε άλλος κάτοικος της Καπερναούμ θα το λογάριαζε μεγάλη τιμή να δεχτεί τον εκατόνταρχο στο σπίτι του. Στο Χριστό όμως ο εκατόνταρχος δεν έβλεπε ένα συνηθισμένο άνθρωπο, αλλά τον ίδιο το Θεό. Γι’ αυτό και είπε: ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης.

Τί μεγάλη, τί υπέροχη πίστη στο Χριστό και τη δύναμή Του! Μόνον ειπέ λόγω και η αρρώστια θα ξεπεραστεί, ο δούλος μου θα γίνει καλά. Ούτε ο απόστολος Πέτρος δεν μπορούσε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, να φτάσει σε τόσο μεγάλη πίστη. Στην παρουσία του Χριστού ο εκατόνταρχος ένιωσε την παρουσία, το πυρ και το φως του ουρανού. Γιατί έπρεπε να μπει τόσο μεγάλη φωτιά στο σπίτι του, όταν και μια σπίθα θα ήταν αρκετή; Γιατί να βάλει ολόκληρο τον ήλιο στο σπίτι του, όταν αρκούσε και μια μόνο ακτίνα του; Αν ο εκατόνταρχος γνώριζε τις Γραφές, όπως εμείς σήμερα, ίσως να έλεγε στο Χριστό: «Εσύ, που μόνο με το λόγο Σου δημιούργησες τον κόσμο και τον άνθρωπο, μπορείς μ’ ένα Σου λόγο να θεραπεύσεις τον άρρωστο. Μία μόνο λέξη Σου είναι αρκετή, γιατί είναι πιο δυνατή από τη φωτιά, πιο λαμπερή από την ακτίνα του ήλιου. Μόνον ειπέ λόγω! Πόση ντροπή πρέπει να προξενήσει σε πολλούς από μας σήμερα η μεγάλη αυτή πίστη, σε μας που γνωρίζουμε τις Γραφές, αλλά η πίστη μας είναι εκατό φορές μικρότερη!

Ο εκατόνταρχος δεν τέλειωσε με τα λόγια αυτά. Συνέχισε για να εξηγήσει πού στήριζε τόσο πολύ την πίστη του στη δύναμη του Χριστού: «Και γαρ εγώ άνθρωπός ειμι υπό εξουσίαν, έχων υπ’ εμαυτόν στρατιώτας, και λέγω τούτω, πορεύθητι, και πορεύεται, και άλλω, έρχου, και έρχεται, και τω δούλω μου, ποίησον τούτο, και ποιεί» (Ματθ. η’ 9).

Τί ήταν ο εκατόνταρχος; Ένας άνθρωπος που είχε στην εξουσία του εκατό στρατιώτες και υπήρχαν άλλοι εκατό που τον εξουσίαζαν. Εκείνοι που βρίσκονταν στην εξουσία του ήταν υποχρεωμένοι να τον υπακούν. Όταν λοιπόν αυτός, που είχε και ανωτέρους να τον εξουσιάζουν, αλλά που είχε κι ο ίδιος μικρότερη εξουσία, μπορούσε να δίνει διαταγές στους στρατιώτες και τους δούλους του, πόση μεγαλύτερη εξουσία είχε ο Χριστός, που δεν εξουσιάζεται από κανέναν άνθρωπο, που είναι ο ίδιος η υπέρτατη εξουσία στη φύση και στον άνθρωπο. Όταν τόσοι άνθρωποι υποτάσσονται στην αδύναμη φωνή του εκατόνταρχου, πώς να μην υποτάσσονται τα πάντα στο λόγο του Θεού, που είναι δυνατός σαν τη ζωή, οξύς σαν ξίφος και φοβερός σαν την καταιγίδα;

Ποιοί είναι οι στρατιώτες και οι δούλοι του Χριστού; Δεν είναι κάθε λογική ύπαρξη ενταγμένη στο στρατό του Χριστού; Οι άγγελοι, μαζί με τους αγίους και τους θεοφοβούμενους ανθρώπους, δεν είναι στρατιώτες του Χριστού; Όλες οι δυνάμεις της φύσης, των ασθενειών και του θανάτου, δεν είναι δούλοι Του; Ο Κύριος διατάζει τη ζωή. Λέει: «πήγαινε σ’ αυτήν ή την άλλη ύπαρξη» και πηγαίνει. Λέει «έλα πίσω» και γυρίζει. Στέλνει ζωή, επιτρέπει την αρρώστια και το θάνατο. Θεραπεύει τους αρρώστους και ανασταίνει τους νεκρούς. Στο λόγο Του, οι αγγελικές δυνάμεις κάμπτουν όπως η φλόγα στον ισχυρό άνεμο. «Αυτός είπε και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. λβ’ 9). Κανένας δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στη δύναμή Του, δεν τολμά ν’ αμφισβητήσει το λόγο Του. «Ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιωάν. ζ’ 46). Δε μιλούσε σαν άνθρωπος που εξουσιάζεται, αλλά ως άρχοντας, «ως εξουσίαν έχων» (Ματθ. ζ’ 29). Είχε τέτοιο πρόσωπο που έκανε τον εκατόνταρχο να τον ικετεύσει: ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου. Θεραπεία παραλυτικού δεν μπορεί να κάνει κανένας θνητός άνθρωπος στη γη, για το Χριστό όμως ήταν εντελώς συνηθισμένο πράγμα. Δε χρειαζόταν να καταβάλει κάποια μεγάλη προσπάθεια για να κάνει τη θεραπεία, ούτε καν να πάει στο σπίτι του εκατόνταρχου. Δεν είχε ανάγκη ούτε καν να δει τον άρρωστο. Δε χρειαζόταν να τον πιάσει από το χέρι και να τον σηκώσει. Μόνο ειπέ λόγω και το έργο θα γίνει. Αυτό ήταν το μέτρο της πίστης του εκατόνταρχου, της από μέρους του αποδοχής του Χριστού.

«Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε και είπε τοις ακολουθούσιν· αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον» (Ματθ. η’ 10). Γιατί θαύμασε ο Χριστός, αφού γνώριζε από πριν ποιά θα ήταν η απάντηση του εκατόνταρχου; Δεν προκάλεσε την απάντηση αυτή με τα λόγια Του, εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν; Γιατί λοιπόν τώρα θαυμάζει; Απλά για να διδάξει εκείνους που ήταν μαζί Του. Θαυμάζει για να τους δείξει τί αξίζει να θαυμάζεται σ’ αυτόν τον κόσμο. Θαυμάζει τη μεγάλη πίστη του ανθρώπου αυτού, για να διδάξει τους πιστούς πως πρέπει να εκτιμούν τη μεγάλη πίστη. Και πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που ν’ αξίζει τόσο θαυμασμό όσο η μεγάλη πίστη κάποιου ανθρώπου. Ο Χριστός δε θαύμαζε την ομορφιά της θάλασσας της Γαλιλαίας, επειδή τέτοια ομορφιά σε σύγκριση με τα κάλλη του ουρανού, που απλωνόταν μπροστά στα μάτια Του, δεν άξιζε τίποτα. Ούτε και τη μεγάλη σοφία των ανθρώπων θαύμαζε, ούτε τα πλούτη και τη δύναμή τους. Όλ’ αυτά είναι μηδαμινά μπροστά στη σοφία, τον πλούτο και τη δύναμη της βασιλείας των ουρανών, που του ήταν τόσο οικεία. Αλλ’ ούτε και τις μεγάλες εθνικές συναθροίσεις που γίνονταν στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή θαύμαζε. Τέτοιες συναθροίσεις ήταν εντελώς ασήμαντες σε σύγκριση με τη σύναξη των αγγέλων στον ουρανό, που γίνονταν από καταβολής κόσμου. Όταν οι άλλοι θαύμαζαν το περίφημο κάλλος του ναού του Σολομώντα, Εκείνος μιλούσε για την ισοπέδωσή του. Το μόνο που άξιζε να θαυμάζει κανείς ήταν η μεγάλη πίστη κάποιου ανθρώπου.
Είναι το μέγιστο και κάλλιστο γεγονός στη γη. Με την πίστη ο σκλάβος ελευθερώνεται, ο μισθωτός γίνεται υιός Θεού, ο θνητός άνθρωπος μεταβάλλεται σε αθάνατο. Όταν ο δίκαιος Ιώβ κείτονταν πληγωμένος στις στάχτες και τα ερείπια όλης του της περιουσίας, όταν είχε χάσει και τα παιδιά του ακόμα, η πίστη του στο Θεό παρέμεινε αναλλοίωτη, ακλόνητη. Ενώ υπόφερε από τις πληγές και τους πόνους, έκραζε: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α’ 21).

Σε ποιούς εκφράζει ο Κύριος Ιησούς το θαυμασμό Του; Τοις ακολουθούσιν. Οι ακολουθούντες ήταν οι άγιοι απόστολοι. Θαύμαζε, για να διδαχτούν εκείνοι. Οι άλλοι Ιουδαίοι που είχαν πάει μαζί Του στο σπίτι του εκατόνταρχου, άκουσαν τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για να διατυπώσει το θαυμασμό Του: ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον. Τους είπε δηλαδή ο Κύριος πως τέτοια πίστη δε συνάντησε ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, που έπρεπε να είχαν μεγαλύτερη πίστη απ’ όλους τους άλλους λαούς στη γη, αφού ο Κύριος τους είχε αποκαλύψει από την αρχή τη δύναμη και την εξουσία Του, τη μέριμνα και την αγάπη Του με αμέτρητα σημεία και θαύματα, καθώς και με τα πύρινα λόγια των προφητών Του. Στον Ισραήλ όμως η πίστη είχε σχεδόν ολότελα αφυδατωθεί, είχε στεγνώσει. Ο εκλεκτός λαός είχε επαναστατήσει ενάντια στον Πατέρα. Τόσο η καρδιά όσο κι ο νους τους τυφλώθηκαν, πέτρωσαν. Ακόμα κι οι απόστολοί Του στην αρχή – για παράδειγμα ο Πέτρος – δεν είχαν τόση πίστη στο Χριστό όση ο Ρωμαίος αυτός αξιωματικός. Ούτε και οι αδελφές του Λάζαρου, που επισκέφτηκε ο Χριστός στο σπίτι τους, ούτε κι οι συγγενείς κι οι φίλοι Του στη Ναζαρέτ, που μεγάλωσαν μαζί.

Τώρα ο Κύριος, που βλέπει με το πνεύμα Του ως τη συντέλεια του κόσμου, προφητεύει τις δυσμενείς εξελίξεις για τους Ιουδαίους, αλλά και τις ευχάριστες ειδήσεις για τον ειδωλολατρικό κόσμο: «Λέγω δε υμίν ότι πολλοί από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών, οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον· εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ. η’ 11,12). Η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε και εκπληρώνεται ως τις μέρες μας στο ακέραιο.

Στα ανατολικά και τα δυτικά των Ιουδαίων ζούσαν ειδωλολατρικοί λαοί. (Ο Θεοφύλακτος λέει: «Ο Κύριος δε λέει “πολλοί ειδωλολάτρες” αλλά “πολλοί…από ανατολών και δυσμών”, αν και είναι φανερό πως εννοούσε τους ειδωλολάτρες. Γιατί δεν κατονομάζει τους ειδωλολάτρες; Για να μη σκανδαλίσει τους Ιουδαίους. Γι’ αυτό και είπε από ανατολών και δυσμών»). Πολλοί απ’ αυτούς προσήλθαν στην πίστη ως ολόκληρα έθνη, όπως οι Αρμένιοι, οι Αιθίοπες, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, καθώς και οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης. Σε μερικές χώρες ένα μέρος του λαού ασπάστηκε την πίστη, όπως στην Αραβία, την Αίγυπτο, την Ινδία, την Περσία, την Ιαπωνία κ.ά. ενώ οιυιοί της βασιλείας (οι Ιουδαίοι), στους οποίους προσφέρθηκε πρώτα η βασιλεία του Θεού, έμειναν άκαμπτοι στην απιστία τους μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο λόγος που διασκορπίστηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αποσπάστηκαν από τις εστίες τους, περιφρονήθηκαν και μισήθηκαν από τους λαούς ανάμεσα στους οποίους έζησαν ως μετανάστες. Η ζωή τους στη γη έγινε σκότος εξώτερον, κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων. Στον άλλο κόσμο, στο αθάνατο τραπέζι των προπατόρων τους Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, θα βρεθούν άλλοι άνθρωποι από κάθε γωνιά της γης, απ’ όλες τις φυλές και τις γλώσσες, εκτός από τους Ιουδαίους. Σ’ εκείνον τον κόσμο, για τους άπιστους υιούς της βασιλείας θα υπάρξει σκότος, κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων.

Ο γεωργός ξεριζώνει και καίει το μαραμένο κλήμα και στη θέση του τοποθετεί βλαστάρια από παλιά κλήματα. Θα ξεχωρίσει τους επαναστατημένους γιούς του ουράνιου Πατέρα Του για πάντα, αιώνια, και θα υιοθετήσει τους μισθωτούς Του. Οι εκλεκτοί Του θα γίνουν απόβλητοι κι οι απόβλητοι εκλεκτοί. Οι πρώτοι θα γίνουν έσχατοι κι οι έσχατοι πρώτοι. Κι ο Ιησούς συνέχισε και είπε στον εκατόνταρχο: «Και είπεν Ιησούς τω εκατοντάρχω· ύπαγε, και ως επίστευσας γενηθήτω σοι. και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη» (Ματθ. η’ 13). Προφήτευσε πρώτα κι έπειτα έκανε το θαύμα, όχι μόνο για να επιβραβεύσει την πίστη του εκατόνταρχου, αλλά και για να επιβεβαιώσει την προφητεία Του.
Είπε ένα λόγο κι ο δούλος θεραπεύτηκε. Όπως στην πρώτη δημιουργία ο Θεός είπε και εγενήθησαν, έτσι και τώρα στην Καινή Κτίση, ο Κύριος λέει και γίνεται. Ο παράλυτος άνθρωπος, που δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει ολόκληρη η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, θεραπεύτηκε και σηκώθηκε αμέσως μ’ ένα θεϊκό λόγο του Σωτήρα μας. Η αρρώστια είναι υπηρέτης του Θεού. Όταν ο Κύριος λέει «πήγαινε», πηγαίνει· όταν λέει «έλα», έρχεται. Ο άρρωστος άνθρωπος έγινε καλά δίχως φάρμακα και
αλοιφές, επειδή ο υπηρέτης (η αρρώστια) αναγνώρισε τη φωνή του Αφέντη του κι αναχώρησε.
Τα φάρμακα κι οι αλοιφές δε θεραπεύουν. Ο Θεός θεραπεύει. Ο Θεός θεραπεύει είτε άμεσα με το λόγο Του είτε με τα φάρμακα και τις αλοιφές, ανάλογα με την πολλή ή λίγη πίστη του αρρώστου. Δεν υπάρχει σ’ ολόκληρο τον κόσμο φάρμακο για κάθε περίπτωση, που θα μπορούσε να διώξει την αρρώστια και ν’ αποκαταστήσει την υγεία χωρίς τη βοήθεια του Θεού, τη δύναμη, την παρουσία και το λόγο Του.

***

Ας έχει δόξα ο Θεός για τις αμέτρητες θεραπείες που κάνει στους πιστούς με το δυναμικό Του λόγο, τόσο στα αρχαία χρόνια όσο και σήμερα. Προσκυνούμε τον άγιο και παντοδύναμο λόγο Του, με τον οποίο αναδημιουργεί, θεραπεύει τους αρρώστους, ανασταίνει όσους έπεσαν, δοξάζει τους περιφρονημένους, επιβραβεύει τους πιστούς και προσηλυτίζει τους απίστους. Κι όλ’ αυτά μέσω του Ιησού Χριστού, του Μονογενούς Του Υιού, του Κυρίου και Σωτήρα μας, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Μαζί με τις χορείες των αγγέλων και των αγίων, προσκυνούμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΙΤΩΝΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ!

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς- Για τους χιτώνες τού Κυρίου

Μὲ ῥωτᾶς, σεβαστὴ ἀδελφή, γιά τοὺς τρεῖς χιτῶνες μὲ τοὺς ὁποίους ἦταν ντυμένος καὶ σκεπασμένος ὁ Κύριος κατά τὸ διάστημα ἀρκετῶν ὡρῶν τή Μεγάλη Παρασκευή. Γιατὶ ὁ Πιλᾶτος τὸν ἔντυσε μὲ πορφυρὸ χρῶμα; Γιατὶ ὁ Ἡρώδης τὸν ἔντυσε μὲ λευκὸ χρῶμα; Καὶ γιατὶ οἱ ἐκτελεστὲς ἐπίσης λίγο πρὶν Τὸν θανατώσουν Τὸν ἔντυσαν πάλι μὲ τὸν δικὸ Του χιτῶνα;
Ὅλα ὅσα συνέβησαν κατά τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ἔχουν μεγάλη σημασία, ὅλα ἀποκαλύπτουν κάποια ἀλήθεια καὶ χρησιμεύουν ὡς δίδαγμα στούς ἀνθρώπους. Κάποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ διδάγματα εἶναι ἄμεσα καὶ ἐμφανῶς ἀντιληπτά, ἐνῶ κάποια ἄλλα εἶναι ἔμμεσα καὶ μὲ παραστάσεις πού χρήζουν ἑρμηνείας. Τὸ σκέπασμα τοῦ Χριστοῦ μὲ τρεῖς χιτῶνες ἀνήκει σ’ αὐτὴν τή δεύτερη κατηγορία διδαγμάτων.

 Ὁ Πορφυρὸς χιτῶνας εἶναι ὁ χιτῶνας τοῦ Ῥωμαίου αὐτοκράτορα. Ὅταν ὁ Κύριος εἶπε στόν Πιλάτο ὅτι τὸ βασίλειό Του “οὔκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου” (Ἰωά. 18, 36) αὐτὸ φάνηκε στό ὑλιστικὸ πνεῦμα τοῦ Ῥωμαίου ἀξιωματούχου ὡς ἀνοησία καὶ ὡς ἐμπαιγμὸς τῆς αὐτοκρατορικῆς ἀξιοπρέπειας. Γι’ αὐτὸ οἱ στρατιῶτες τοῦ Πιλάτου ἔντυσαν τὸν Χριστὸ μὲ πορφυρὸ χιτῶνα ‒δηλαδή μὲ τὸν πιὸ εὐτελῆ πού μποροῦσαν νά βροῦν‒ γιά νά τὸν χλευάσουν ἀποκαλώντας Τον βασιλιά. Ἀλλὰ καὶ μόνον αὐτὸς ὁ χιτῶνας αὐτοκρατορικοῦ χρώματος μαρτυρεῖ γιά τὸν Κύριο, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι πράγματι Βασιλιάς. Οἱ παλικαράδες τοῦ Πιλάτου, λοιπόν, κοροϊδεύοντας στήν πραγματικότητα ἀνακήρυξαν τὸν Κύριο σ’ αὐτό πού πράγματι ἦταν! Κανεὶς ἀπ’ ὅλους αὐτοὺς δέν μποροῦσε νά διανοηθεῖ ὅτι τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ θὰ κυριαρχήσει πάνω στή Ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία καὶ σὲ κάθε ἄλλη αὐτοκρατορία τοῦ κόσμου.

Ὁ βρώμικος βασιλιὰς Ἡρώδης, περίμενε πώς ὁ Χριστὸς θὰ κάνει κάποιο θαῦμα μπροστὰ του. Δέν ἐπιθυμοῦσε, βέβαια, κάποιο χρήσιμο καὶ φιλάνθρωπο θαῦμα, ἀλλὰ ἕνα βάρβαρο θαῦμα τὸ ὁποῖο θὰ χρησίμευε μόνο γιά τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἐν τῷ μεταξύ, μπροστὰ του στεκόταν τὸ μεγαλύτερο θαῦμα τοῦ κόσμου: ἄνθρωπος καθαρὸς καὶ ἀναμάρτητος. Ἡ ἀκριβὴς ἀντίθεση τοῦ βασιλιᾶ τῆς γενοκτονίας καὶ τοῦ δολοφόνου τοῦ Ἰωάννη τοῦ προδρόμου. Ἐγὼ κρατῶ ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ἀκάθαρτος ἀπόγονος τοῦ Ἠσαῦ μποροῦσε νά πιστέψει σὲ ὅλα τὰ θαύματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μὲ τίποτα καί ποτέ στό θαῦμα τῆς ἁγνότητας καὶ τοῦ ἀναμάρτητου ἑνὸς ἀνθρώπου. Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ μέγιστο καὶ σπάνιο θαῦμα στάθηκε μπροστὰ του.

Ἀλλὰ αὐτὸς βρώμικος στή ψυχὴ δέν μποροῦσε νά τὸ δεῖ. Ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὶς προσδοκίες του ὁ Ἡρώδης ἔντυσε μὲ λευκὸ χιτῶνα τὸν Χριστό. Τὸ λευκὸ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθαρότητας καὶ τῆς ἀθωότητας. Θὰ διάβασε, βέβαια, ὅτι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐμφανίζονται μὲ λευκοὺς χιτῶνες. Κι ἔτσι λοιπόν, ὁ ἀκάθαρτος Ἡρώδης πού σκέφτηκε ὅτι ὁ Χριστὸς δεν εἶναι καθαρὸς ὅπως καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι, Τοῦ φόρεσε λευκὸ χιτῶνα, σύμβολο τῆς καθαρότητας καὶ τῆς ἁγνότητας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ στίς δύο περιπτώσεις ἀναγνώριση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς Του, ἔστω κι ἂν αὐτὸ ἔγινε ἄθελά τους καὶ ἀσυνείδητα.

Τέλος, μόνο πρὶν τή σταύρωση ὁ Κύριος ντύθηκε μὲ τὸν δικὸ Του χιτῶνα. Ἦταν ὁ χιτῶνας πού τοῦ εἶχε ὑφάνει ἡ δικὴ Του Ἁγία Μητέρα, ἡ Θεοτόκος. Εἶναι ὁ ἴδιος χιτῶνας μὲ τὸν ὁποῖο περπάτησε στή γῆ καί πάνω στόν ὁποῖο οἱ στρατιῶτες στόν Γολγοθᾶ ῥίχνουν τὰ ζάρια. Ἀλλὰ δέν βλέπεις σ’ ὅλα αὐτὰ ἕνα μεγάλο δίδαγμα γιά μᾶς; Οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ἀποφαίνονται γιά τὸ ἂν εἴμαστε καλοὶ ἢ κακοί. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἀπόφασή τους μᾶς ἐκτιμοῦν, μᾶς θαυμάζουν ἢ μᾶς κατακρίνουν. Οἱ διάφορες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων δέν μοιάζουν γιά μᾶς μὲ χιτῶνες; τή μία μᾶς ντύνουν μὲ τὸν χιτῶνα τοῦ σοφοῦ, τὴν ἄλλη μὲ τὸν μαδνύα τοῦ τρελλοῦ. Τή μία μᾶς περιβάλλουν μὲ τὸν μανδύα τῆς ἀνδρείας, τὴν ἄλλη μᾶς σκεπάζουν μὲ τὰ κουρέλια τῆς ἀπαξίωσης. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ χιτῶνες γρήγορα βγαίνουν κι ἀλλάζουν, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀσταθεῖς καί συχνὰ ἐναλλασσόμενες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων. Ὅμως, ἐν τέλει, τὴν ὥρα τοῦ θανάτου ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς θὰ φανεῖ μὲ τὸ δικὸ του χρῶμα, μὲ τὸν δικὸ του χιτῶνα.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΠΩΣ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΩ ΤΟ ΘΕΟ;

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς 
Πως να αποδείξω το Θεό; 

Τι αξία έχει αδελφοί μου, εάν μιλώ αιώνια για τον Θεό και ο Θεός αιώνια σιωπά; Μπορώ άραγε να υπερασπιστώ το δίκαιο του Θεού εάν ο Θεός δεν το θέσει υπό την προστασία Του; Μπορώ να αποδείξω τον Θεό στους άθεους εάν ο Θεός κρύβεται; Μπορώ να αγαπώ τα παιδιά Του εάν Αυτός είναι αδιάφορος απέναντι στα παθήματά τους; Όχι. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορώ. Οι λέξεις μου δεν έχουν φτερά για να μπορούν να υψώσουν στον Θεό όλους τους πεσμένους και ξεπερασμένους από τον Θεό Ούτε έχουν φωτιά για να ζεστάνουν τις παγωμένες καρδιές των παιδιών έναντι του Πατέρα τους. Οι λέξεις μου δεν είναι τίποτα αν δεν είναι απήχηση και επανάληψη αυτού που ο Θεός με τη δική του δυνατή γλώσσα λέει.
Τι είναι ο ψίθυρος στα βότσαλα της ακτής μπροστά στο φοβερό βουητό του ωκεανού; Έτσι είναι και οι λέξεις μου απέναντι στους λόγους του Θεού. Πώς μπορεί να ακούσει κάποιος τον ψίθυρο στα βότσαλα τα σκεπασμένα από τον αφρό του μανιώδους στοιχείου όταν είναι κουφός μπροστά στο βουητό του ωκεανού; Πως θα δει τον Θεό στα λόγια μου εκείνος που δεν μπορεί να τον δει στη φύση και στη ζωή; Πως οι αδύναμες ανθρώπινες λέξεις μπορούν να πείσουν εκείνον που ούτε οι κεραυνοί δεν είναι σε θέσει να πείσουν; Πως θα ζεσταθεί με μία σπίθα εκείνος που άφησε τη φωτιά πίσω του; Δεν σιωπά ο Θεός αδελφοί μου, αλλά μιλά δυνατότερα από όλες τις θύελλες και τους κεραυνούς.
Δεν εγκαταλείπει ο Θεός τον δίκαιο, αλλά τον παρακολουθεί στα παθήματά του και απαλά τον οδηγεί στον θρόνο. Δεν εξαρτάται ο Θεός από οποιουδήποτε την καλή θέληση, αλλά πράττει τα πάντα εξαρτώμενα από τη δική Του καλή θέληση. Θα ήταν κακόμοιρος ο Θεός μας, εάν εξαρτιόταν από τις δικανικές υπερασπίσεις ενός θνητού ανθρώπου.
Ο Θεός είναι αυτός που είναι, είτε εμείς τον μεγαλύνουμε είτε τον υποτιμούμε. Ο Θεός θα υπάρχει , φωτεινός και μεγάλος όπως και σήμερα. Και τότε που οι ακτίνες του ηλίου μάταια θα αναζητούν ένα ανθρώπινο πλάσμα στη γη και αντί ζωντανών θα ζεσταίνουν μόνον τους τάφους των νεκρών…
Το ζήτημα της υπάρξεως του Θεού και της Θείας του Οικονομίας θα καταστρεφόταν αν εξαρτιόταν από τους λόγους μου και από τις δικές σας συνήθειες. Αλλά το ζήτημα του Θεού, ανεξάρτητα απ’ όλους εμάς θα πετύχει και θα νικήσει. Εκείνος του οποίου τα χρόνια δεν έχουν αριθμό και η οντότητά του δεν έχει αρχή και τέλος δεν μπορεί να αφήσει το «επίγειο σπίτι» του στις διαθέσεις μας, στα αδύναμα δημιουργήματά του, των οποίων η αρχή και το τέλος σχεδόν συναντιόνται σε ένα σημείο, και των οποίων η οντότητα είναι μία κουκκίδα. Δεν είναι ο άνθρωπος φερέγγυος αλλά ο Θεός και πιστός εγγυητής της Βασιλείας της αγάπης στη γη…

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Από το βιβλίο "Αργά βαδίζει ο Χριστός"

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ, Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!

 Ο Άγιος Γέροντας, τον οποίο συνάντησε,
ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς στο Άγιον Όρος 

Υπάρχουν αληθινοί άγιοι σήμερα;
Απάντηση στο Μοναχό Βαραχία 

Παρατηρείς τον κόσμο όπως είναι σήμερα και αναρωτιέσαι με κατάπληξη: Υπάρχουν αληθινοί άγιοι σήμερα; Εγώ θα σου γράψω για έναν απ' αυτούς, πού είχα την καλή τύχη να συναντήσω τελευταία. Αυτός είναι ό γέροντας Μιχαήλ πού ζει στη σκήτη της Θεοτόκου στον Άγιο Όρος. Τον επισκέφτηκα με μια ομάδα προσκυνητών κατά την επιστροφή μου από τούς Αγίους Τόπους.
Φτάσαμε στη σκήτη την ώρα του εσπερινού.
Ό γέροντας Μιχαήλ μας υποδέχτηκε σαν πατέρας, πολύ καλόκαρδα, κι αυτό μας γοήτευσε όλους. Μας οδήγησε πρώτα στην παλιά εκκλησία, μια από τις τρεις πού υπάρχουν στη σκήτη. Μας πήγε να προσκυνήσουμε την πολύ γνωστή εικόνα της Παναγίας, την ονομαζόμενη Γλυκοφιλούσα, μια θαυματουργή εικόνα, πού έχει και μεγάλη καλλιτεχνική αξία. 

Σε καμιά άλλη εικόνα δεν έχει Ιστορηθεί ή Παναγία τόσο χλωμή όσο σ' αυτήν εδώ. Γλυκοφιλούσα ονομάζεται επειδή εικονίζει την Παναγία ν' ασπάζεται το χέρι του Ουράνιου Νυμφίου, του Χριστού. Πλησιάσαμε όλοι κι ασπαστήκαμε ένας ένας την εικόνα. 
-Θα σας ασπαστεί κι Εκείνη!
Θα σάς ασπαστεί κι Εκείνη! είπε ήρεμα ό γέροντας Μιχαήλ, καθώς τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα στο πρόσωπο του. 

Αργότερα μας είπε:
-Έχω εδώ μαζί μου δεκαπέντε αδελφούς. Είναι όλοι τους ηλικιωμένοι κι αδύναμοι. Σήμερα οι Έλληνες δεν επιτρέπουν στους Σλάβους να έρχονται στο Άγιο Όρος. Πρέπει να φροντίζω τούς δεκαπέντε αυτούς αδελφούς σα να 'μουν κατά κάποιο τρόπο αντιπρόσωπος της Παναγίας σ' αυτόν τον τόπο, αυτή την εποχή. Για δύο πράγματα μόνο προσεύχομαι στο Θεό: Να κρατήσουμε την αγάπη, και μαζί μ' αυτήν, να μη μας λείψει το ψωμί.

Ό π. Μιχαήλ κατάγεται από τις Σέρρες. Από μικρό παιδί είχε την επιθυμία να γίνει μοναχός. Όταν του παρουσιάστηκε σε μια εκκλησία ό άγιος Νικόλαος και του είπε πώς θα γίνει πραγματικά μοναχός, ή χαρά του ήταν μεγάλη. Αμέσως άφησε τη μητέρα του και την οικογένεια του και πήγε στο Άγιο Όρος. Εκεί ζει ως σήμερα. Συνήθιζε να μας επισκέπτεται στην Αχρίδα. Μάζευε δωρεές για να συντηρήσει τους δεκαπέντε ηλικιωμένους μοναχούς του.

-Είμαι γέροντας στους γέροντες και πατέρας στους πατέρες, μας έλεγε. Πρέπει να τους διδάσκω, μα και να τους τρέφω, μ' όλο πού είμαι κι εγώ αγράμματος και αδύναμος. Πρέπει οπωσδήποτε όμως να τούς διδάσκω την αγάπη και να 'χω να τούς δίνω τουλάχιστο ψωμί. Αυτό είναι όλο πού κάνω, με τη βοήθεια της Παναγίας μας. Και δε θα μας εγκαταλείψει ή Γλυκοφιλούσα μας! 

Έκανε τη λειτουργία για μας. Μετά του είπα:
-π. Μιχαήλ, πες κάτι στους ανθρώπους. Στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη και είπε:

-Θα σάς πω τρία διδάγματα: 
α. Ό δρόμος πού οδηγεί στη σωτηρία είναι πιο στενός, απ' ότι είναι το φάρδος μιας τρίχας.
β. Όπου είναι ό νους σας, εκεί είναι κι ή πατρίδα σας.
γ. Στον κόσμο αυτόν ήρθαμε σαν σε αγορά, ν' αγοράσουμε κάτι καλό και να το πάρουμε μαζί μας στην πατρίδα μας. Αμήν. 

Ή παρέα ενθουσιάστηκε με τη σύντομη αυτή διδαχή κι έτρεξαν όλοι να πάρουν την ευλογία του άγιου γέροντα. Για τον εαυτό του δεν τον ένοιαζε καθόλου. Όλη του ή φροντίδα κι ή μέριμνα ήταν για τούς αδελφούς και το μοναστήρι. Αγωνιζόταν γι' αυτούς, τούς πρόσφερε πολλή αγάπη και λίγο ψωμί, δαπανούσε τις σωματικές του δυνάμεις και πέθανε σε μεγάλη ηλικία. Ή ψυχή του αναπαύεται τώρα στη βασιλεία των ουρανών, εκεί πού βασιλεύει ή Γλυκοφιλούσα. 

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Η τραγωδία της πίστεως.
Οι επτά αμαρτίες που μαραίνουν την πίστη
Εκδόσεις Πέτρου Μπότση

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΣΟΥ ΛΕΝΕ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ. ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ, ΘΑ ΤΟΥΣ ΕΛΕΓΑ ΤΑ ΕΞΗΣ...!

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Σου λένε δεν υπάρχει Θεός. Αν ήμουν στη θέση σου, θα τους έλεγα τα εξής …»

Ένας συνάδελφός σου, σού επαναλαμβάνει συνεχώς: “Δεν υπάρχει Θεός !” Και αισθάνεσαι σα να σε χτυπά με μαστίγιο. Κι εσύ αγωνιάς για την ψυχή του και τη ζωή του. Και καλά σκέφτεσαι.

Αν δεν υπάρχει ο Ζών κι ο Παντοδύναμος Θεός κι αν δεν είναι ισχυρότερος από το θάνατο, τότε ο θάνατος είναι ο μοναδικός κυρίαρχος. Και η κάθε ζωντανή ύπαρξη δεν είναι παρά ένα κλοτσοσκούφι τού θανάτου. Ένα ποντικάκι στο στόμα της γάτας.

Μία φορά, αντικρούοντας τον, τού είπες: “Ο Θεός υπάρχει. Για σένα δεν υπάρχει”. Και δεν έσφαλες. Γιατί εκείνοι πού αποκόπτονται από τον Αιώνιο και Ζωοδότη Κύριο εδώ στην Γη, αποκόπτονται από τη ζωή την πραγματική. Καί έτσι ούτε εδώ, ούτε στήν άλλη ζωή θά γευθούν τό μεγαλείο του Θεού καί τής πλάσης Του. Και καλύτερα να μην είχαμε γεννηθεί, παρά να είμαστε αποκομμένοι από τον Θεό.

Αν ήμουν στη θέση σου, θα του έλεγα τα εξής:
– Κάνεις λάθος, φίλε μου! Ορθότερο θα ήταν, αν έλεγες: «Εγώ δεν έχω Θεό». Διότι το βλέπεις, ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι γύρω σου, που έχουν Θεό και γι’ αυτό διακηρύττουν ότι υπάρχει Θεός. Λοιπόν, μη λες: «Δεν υπάρχει Θεός»! Περιορίσου να λες: «Εγώ δεν έχω Θεό»!
– Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν τον άρρωστο, που λέει ότι δεν υπάρχει πουθενά υγεία!
– Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον τυφλό που λέει: «Δεν υπάρχει φως στον κόσμο». Όμως φως υπάρχει. Και είναι διάχυτο παντού. Αυτός ο δυστυχής δεν έχει το φως του.

Και θα μιλούσε σωστά αν έλεγε: «Εγώ δεν έχω μάτια και δεν βλέπω φως».

– Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν το ζητιάνο, που λέει: «Δεν υπάρχει χρυσάφι στη γη». Μα χρυσάφι ὑπάρχει! Και επάνω στή γη! Καί μέσα στή γη! Αυτός δεν έχει χρυσάφι! Το σωστό θα ήταν να έλεγε: «Εγώ δεν έχω χρυσό»!
– Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον παλιάνθρωπο που λέει: «Δεν υπάρχει καλωσύνη στόν κόσμο». Ενώ θα έπρεπε να πει: «Εγώ δεν έχω ίχνος καλοσύνης μέσα μου».

Αυτό να του πεις κι εσύ: Συνάδελφε, κάνεις λάθος! Λάθος διακηρύττεις ότι δεν υπάρχει Θεός! Γιατί, όταν κάτι δεν το έχεις εσύ και δεν το γνωρίζεις εσύ, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πουθενά κι ότι δεν το έχει κανείς! Ποιός σου έδωσε το δικαίωμα να μιλάς εκ μέρους όλου του κόσμου; Ποιός σου έδωσε την άδεια να διακηρύττεις, ότι την δική σου αρρώστια την έχουν όλοι; Ότι όλοι έχουν την δική σου πλάνη;

Φωνάζεις ότι δεν υπάρχει Θεός! Το διακηρύττεις σε όλον τον κόσμο! Πολεμάς την αλήθεια! Εκείνοι που δεν θέλουν να ζουν με τον Θεό είναι ελάχιστοι. Αλλά και γι’ αυτούς ο Θεός υπάρχει! Τους περιμένει. Μέχρι την τελευταία πνοή σ’ αυτή τη γη! Και μόνο αν δεν φροντίσουν να μετανοήσουν, έστω στην τελευταία τους στιγμή, μόνο τότε ο Θεός στην άλλη ζωή θα πάψει να υπάρχει γι’ αυτούς. Και θα τους διαγράψει από το βιβλίο της ζωής.

Γι’ αυτό πές του, σε παρακαλώ φίλε μου. Γιά το καλό της ψυχῆς σου. Για τα επουράνια αγαθά. Για τα δάκρυα που έχυσε ὁ Χριστός και τις πληγές πού δέχθηκε γιά όλους μας. Άλλαξε μυαλό! Μετανόησε! Διορθώσου! Καί γύρισε στην Εκκλησία μας!

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Aπό το βιβλίο «Δρόμος χωρίς Θεό δεν αντέχεται», Δάκρυα Μετανοίας.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΔΕΝ ΣΙΩΠΑ Ο ΘΕΟΣ!

   Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Δὲν σιωπᾶ ὁ Θεὸς!

Τί ἀξία ἔχει ἀδελφοί μου, ἐὰν μιλῶ αἰώνια γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς αἰώνια σιωπᾶ; Μπορῶ ἄραγε νὰ ὑπερασπιστῶ τὸ δίκαιο τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν τὸ θέσει ὑπὸ τὴν προστασία Του; Μπορῶ νὰ ἀποδείξω τὸν Θεὸ στοὺς ἄθεους, ἐὰν ὁ Θεὸς κρύβεται; Μπορῶ νὰ ἀγαπῶ τὰ παιδιὰ Του, ἐὰν Αὐτὸς εἶναι ἀδιάφορος ἀπέναντι στὰ παθήματά τους;
Ὄχι. Τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν μπορῶ.
Οἱ λέξεις μου δὲν ἔχουν φτερὰ γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ὑψώσουν στὸν Θεὸ ὅλους τοὺς πεσμένους καὶ ξεπερασμένους ἀπὸ τὸν Θεό, οὔτε ἔχουν φωτιὰ γιὰ νὰ ζεστάνουν τις παγωμένες καρδιὲς τῶν παιδιῶν ἔναντι τοῦ Πατέρα τους. Οἱ λέξεις μου δὲν εἶναι τίποτα, ἂν δὲν εἶναι ἀπήχηση καὶ ἐπανάληψη αὐτοῦ, ποὺ ὁ Θεὸς μὲ τὴν δική του δυνατὴ γλῶσσα λέει.
Τί εἶναι ὁ ψίθυρος στὰ βότσαλα τῆς ἀκτῆς μπροστὰ στὸ φοβερὸ... βουητὸ τοῦ ὠκεανοῦ; Ἔτσι εἶναι καὶ οἱ λέξεις μου ἀπέναντι στοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ. Πῶς μπορεῖ νὰ ἀκούσει κάποιος τὸν ψίθυρο στὰ βότσαλα τὰ σκεπασμένα ἀπὸ τὸν ἀφρὸ τοῦ μανιώδους στοιχείου, ὅταν εἶναι κουφὸς μπροστὰ στὸ βουητὸ τοῦ ὠκεανοῦ;
Πῶς θὰ δεῖ τὸν Θεὸ στὰ λόγια μου ἐκεῖνος, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ στὴ φύση καὶ στὴ ζωή;
Πῶς οἱ ἀδύναμες ἀνθρώπινες λέξεις μποροῦν νὰ πείσουν ἐκεῖνον, ποὺ οὔτε οἱ κεραυνοὶ δὲν εἶναι σὲ θέσει νὰ πείσουν; Πῶς θὰ ζεσταθεῖ μὲ μία σπίθα ἐκεῖνος, ποὺ ἄφησε τὴ φωτιὰ πίσω του;
Ὁ Θεὸς θὰ ὑπάρχει, φωτεινὸς καὶ μεγάλος, ὅπως καὶ σήμερα καὶ τότε, ποὺ οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου μάταια θὰ ἀναζητοῦν ἕνα ἀνθρώπινο πλάσμα στὴ γῆ καὶ ἀντὶ ζωντανῶν θὰ ζεσταίνουν μόνον τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν…
Δὲν σιωπᾶ ὁ Θεὸς, ἀδελφοί μου, ἀλλὰ μιλᾶ δυνατότερα ἀπὸ ὅλες τὶς θύελλες καὶ τοὺς κεραυνούς. Δὲν ἐγκαταλείπει ὁ Θεὸς τὸν δίκαιο, ἀλλὰ τὸν παρακολουθεῖ στὰ παθήματά του καὶ ἁπαλὰ τὸν ὁδηγεῖ στὸν θρόνο.
Δὲν ἐξαρτᾶται ὁ Θεὸς ἀπὸ ὁποιουδήποτε τὴν καλὴ θέληση ἀλλὰ πράττει τὰ πάντα ἐξαρτώμενα ἀπὸ τὴν δική Του καλὴ θέληση.
Θὰ ἦταν κακόμοιρος ὁ Θεός μας, ἐὰν ἐξαρτιόταν ἀπὸ τὶς δικανικὲς ὑπερασπίσεις ἑνὸς θνητοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι, εἴτε ἐμεῖς τὸν μεγαλύνουμε εἴτε τὸν ὑποτιμοῦμε.
Ὁ Θεὸς θὰ ὑπάρχει, φωτεινὸς καὶ μεγάλος, ὅπως καὶ σήμερα καὶ τότε, ποὺ οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου μάταια θὰ ἀναζητοῦν ἕνα ἀνθρώπινο πλάσμα στὴ γῆ καὶ ἀντὶ ζωντανῶν θὰ ζεσταίνουν μόνον τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν…
Τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Θείας του Οἰκονομίας θὰ καταστρεφόταν, ἂν ἐξαρτιόταν ἀπὸ τοὺς λόγους μου καὶ ἀπὸ τὶς δικές σας συνήθειες.
Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπ’ ὅλους ἐμᾶς, θὰ πετύχει καὶ θὰ νικήσει.
Ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὰ χρόνια δὲν ἔχουν ἀριθμὸ καὶ ἡ ὀντότητά του δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, δὲν μπορεῖ νὰ ἀφήσει τὸ «ἐπίγειο σπίτι» του στὶς διαθέσεις μας, στὰ ἀδύναμα δημιουργήματά του, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος σχεδὸν συναντιόνται σὲ ἕνα σημεῖο καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὀντότητα εἶναι μία κουκκίδα.
Δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος φερέγγυος ἀλλὰ ὁ Θεὸς, καὶ πιστὸς ἐγγυητὴς τῆς Βασιλείας τῆς ἀγάπης στὴ γῆ.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΛΟΥΚΑ- ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΑΣΗΣ!

 
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Κυριακή Γ’ Λουκά: Το θαύμα της νεκρανάστασης 

(Λουκ. ζ’ 11-16)

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που αυτοτιτλοφορούνται «Σωτήρες της ανθρωπότητας». Ποιος απ’ όλους τους όμως θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ήταν δυνατό να σώσει ανθρώπους από το θάνατο; Στην ιστορία έχουμε δει πολλούς καταχτητές. Κανένας τους όμως δε νίκησε το θάνατο. Στη γη γνωρίσαμε πολλούς βασιλιάδες που είχαν εκατομμύρια υποτελείς. Κανένας τους όμως δεν μπόρεσε να μετρήσει στους υποτελείς του και τους νεκρούς μαζί με τους ζωντανούς.

Κανένας, εκτός από τον μοναδικό Ένα, τον Κύριο Ιησού Χριστό, Εκείνον που μαζί Του δεν μπορεί να συγκριθεί κανένας. Δεν είναι μόνο ο Νέος Άνθρωπος. Είναι ο Νέος Κόσμος, ο Δημιουργός Του. Όργωσε τον αγρό ζώντων και νεκρών κι έσπειρε και στους δυό τον καινούργιο σπόρο της ζωής. Οι νεκροί μπροστά Του είναι όπως κι οι ζωντανοί, οι ζωντανοί όπως οι νεκροί. Ο θάνατος δεν είναι εμπόδιο στη βασιλεία Του. Παραμέρισε το εμπόδιο αυτό κι άνοιξε τη βασιλεία Του στην ιστορία, από τον Αδάμ και την Εύα ως τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί στη γη. Κοίταξε τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι βλέπουμε εμείς οι θνητοί. Κοίταξε και είδε πως η ζωή δεν τελειώνει με το σωματικό θάνατο, πως η πραγματικότητα του θανάτου για μερικούς ανθρώπους έρχεται πριν από το σωματικό τους θάνατο. Πολλούς ζωντανούς τούς βλέπει στον τάφο, πολλούς νεκρούς σε σώματα ζωντανά. «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι’ 28), είπε ο ίδιος στους αποστόλους Του. Ο σωματικός θάνατος δεν συνεπάγεται και τον ψυχικό θάνατο. Αυτός προκαλείται μόνο από τη θανάσιμη αμαρτία πριν ή και κατά το σωματικό θάνατο, ξέχωρα απ’ αυτόν.

Με την πνευματική ματιά Του ο Κύριος διαπερνά το χρόνο όπως η αστραπή τα σύννεφα. Οι ζωντανές ψυχές τόσο εκείνων που πέθαναν προ πολλού όσο και αυτών που δε γεννήθηκαν ακόμα εμφανίζονται μπροστά Του. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε σε όραμα μια πεδιάδα γεμάτη οστά νεκρών και δεν μπορούσε να κατανοήσει αν τα οστά αυτά θα μπορούσαν να αναζωογονηθούν, ωσότου του το αποκάλυψε ο Κύριος. «Υιέ ανθρώπου, ει ζήσεται τα οστέα ταύτα;», τον ρώτησε ο Κύριος, «και είπα· Κύριε Κύριε, συ επίστη ταύτα» (Ιεζ. λζ’ 3). Ο Χριστός δεν έβλεπε νεκρά οστά, αλλά τα ζωντανά πνεύματα που είχαν μέσα τους. Το σώμα και τα οστά του ανθρώπου δεν είναι παρά το περίβλημα κι ο εξοπλισμός της ψυχής. Το περίβλημα αυτό γερνάει και γίνεται σαν φθαρμένο ρούχο. Ο Θεός όμως θα το ανακαινίσει και θα ξαναντύσει με αυτό την ψυχή που αναχώρησε.

Ο Χριστός ήρθε για ν’ απαλλάξει τον άνθρωπο από τον αρχαίο φόβο, αλλά και να δημιουργήσει έναν καινούργιο φόβο σ’ αυτούς που αμαρτάνουν. Ο αρχαίος φόβος του ανθρώπου ήταν ο σωματικός θάνατος. Ο καινούργιος φόβος είναι ο πνευματικός θάνατος. Και τον φόβο αυτόν ο Χριστός τον ενίσχυσε, τον έκανε πιο δυνατό. Ο φόβος του σωματικού θανάτου οδηγεί τον άνθρωπο στην αναζήτηση βοήθειας απ’ αυτόν τον κόσμο. Οι άνθρωποι εγκαθίστανται σ’ αυτόν τον κόσμο, σκορπίζονται σ’ αυτόν και πιάνονται απ’ αυτόν, μόνο και μόνο για να σιγουρέψουν τη μεγαλύτερη δυνατή διαμονή για το σώμα τους, να διανύσουν ένα ταξίδι όσο μεγαλύτερο και αβασάνιστο γίνεται. Ο Κύριος όμως λέει σ’ εκείνον που ήταν πλούσιος ολικά αλλά φτωχός πνευματικά: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ’ 20). Τον άνθρωπο που φροντίζει για το σώμα του αλλά αδιαφορεί για την ψυχή του, ο Κύριος τον αποκαλεί άφρονα, ανόητο. «Ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού έστιν εκ των υπαρχόντων αυτού» (Λουκ. ιβ’ 15), είπε επίσης ο Κύριος. Σε τι συνίσταται λοιπόν η ζωή του ανθρώπου; Στην εξάρτησή του από το Θεό, που ζωοποιεί την ψυχή με το λόγο Του και μαζί με την ψυχή ζωοποιεί και το σώμα.

Με το λόγο Του ο Κύριος ανάστησε κι ανασταίνει ψυχές αμαρτωλές, ψυχές που πέθαναν πριν από το σωματικό θάνατο. Υποσχέθηκε πως θ’ αναστήσει τα νεκρά σώματα εκείνων που έχουν ήδη αποβιώσει. Με την άφεση των αμαρτιών, με τα ζωοποιά λόγια Του και με τα τίμια δώρα, το πάναγνο Σώμα και το Αίμα Του, ανέστησε κι ανασταίνει και σήμερα ακόμα νεκρούς. Και θα το κάνει αυτό ως τη συντέλεια του κόσμου. Μας το επιβεβαίωσε αυτό όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα, αφού ανάστησε αρκετούς στη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, καθώς και με την Ανάστασή Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν έστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Πολλοί νεκροί άκουσαν τη φωνή του Υιού του Θεού και αναστήθηκαν. Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε από το σημερινό ευαγγέλιο.

Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς «επορεύετο εις πόλιν καλουμένην Ναΐν και συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί και όχλος πολύς» (Λουκ. ζ’ 11). Το περιστατικό αυτό έγινε λίγο μετά τη θαυματουργική θεραπεία του δούλου του Ρωμαίου εκατόνταρχου στην Καπερναούμ. Ο Κύριος είχε σφοδρή επιθυμία και βιαζόταν να κάνει όσο το δυνατό περισσότερα καλά έργα και να δώσει έτσι υπέροχο παράδειγμα στους πιστούς Του. Μ’ αυτόν το σκοπό ξεκίνησε από την Καπερναούμ με κατεύθυνση το όρος Θαβώρ. Εκεί, πέρα από το όρος, στις πλαγιές του όρους Ερμών, βρίσκεται ως τις μέρες μας η Ναΐν, που κάποτε ήταν οχυρωμένη πόλη. Ο Κύριος ταξίδευε με τη συνοδεία πολλών μαθητών και πλήθους λαού. Είχαν δει όλοι τους πολλά θαύματα στην Καπερναούμ κι έλπιζαν να δουν και ν’ ακούσουν περισσότερα, γιατί τα θαύματα του Χριστού δεν είχαν ακουστεί ως τότε στον Ισραήλ, ενώ τα λόγια Του ήταν σαν ποτάμια που έρρεαν μέλι και γάλα.

«Ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή ην χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ην συν αυτή» (Λουκ. ζ’ 12). Ο Κύριος μόλις είχε προσεγγίσει την πύλη της πόλης μαζί με το πλήθος που τον ακολουθούσε, όταν συνάντησε μια πομπή να βγαίνει από την πόλη, συνοδεύοντας ένα νεκρό παιδί. Έτσι συναντήθηκαν ο Κύριος με το δούλο. Ο χορηγός της ζωής συνάντησε το νεκρό. Ο νεκρός ήταν ένα νεαρό παιδί, όπως βλέπουμε από τη διήγηση, ότι ο Κύριος τον παρέδωσε στη μητέρα του, αφού τον επανέφερε στη ζωή. Η μητέρα του παιδιού πρέπει να προερχόταν από πλούσια κι επιφανή οικογένεια, όπως φαίνεται από το μεγάλο πλήθος που την συνόδευε στην κηδεία.

«Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ’ αυτή και είπεν αυτή· μη κλαίε» (Λουκ. ζ’ 13). Το μεγάλο πλήθος που συνόδευε τη χήρα φαίνεται πως τό ‘κανε για χάρη της, λόγω της κοινωνικής της θέσης, αλλά και για το ισχυρό χτύπημα που δέχτηκε με το θάνατο του μοναχογιού της. Η θλίψη των ανθρώπων γύρω της πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη. Κι αυτό πρέπει να έκανε μεγαλύτερη τη θλίψη της μητέρας και αύξησε τα δάκρυα απόγνωσης και τον οδυρμό της. Αν κι αναζητούμε άλλους για να μοιραστούν τη θλίψη μας, όταν ο θάνατος αποσπά βίαια κάποιον δικό μας άνθρωπο, η συμμετοχή τους συνεισφέρει πολύ λίγο στο να μειώσει τη θλίψη και τον πόνο μας. Όταν η αδυναμία παρηγορεί την αδυναμία, τότε κι η παρηγοριά θά ‘ναι αδύναμη. Όλοι όσοι παραστέκονται σ’ ένα νεκρό σώμα, κυριεύονται από ένα περίεργο συναίσθημα που δύσκολα εξωτερικεύεται. Κι αυτό είναι η ντροπή. Οι άνθρωποι όχι μόνο φοβούνται το θάνατο, αλλά και ντρέπονται γι’ αυτό. Η ντροπή αυτή είναι απόδειξη – πολύ μεγαλύτερη από το φόβο – πως ο θάνατος είναι συνέπεια της αμαρτίας του ανθρώπου. Όπως ο άρρωστος άνθρωπος ντρέπεται ν’ αποκαλύψει στο γιατρό τις κρυφές πληγές του, έτσι κι όσοι έχουν συνείδηση ντρέπονται τη θνητότητά τους. Η ντροπή αυτή για το θάνατο μας οδηγεί στην απόδειξη της αθάνατης καταγωγής μας και του αθάνατου προορισμού μας. Τα ζώα όταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σα να νιώθουν ντροπή που είναι θνητά. Φανταστείτε πόση είναι η ντροπή εκείνων που είναι πνευματικά καλλιεργημένοι!

Σε τι χρησιμεύουν όλα τα κλάματα και τα μοιρολόγια μας, όλη η ματαιότητά μας, όλες οι τιμές και οι δόξες μας, την ώρα που νιώθουμε ότι κομματιάζεται το επίγειο δοχείο όπου κατοικήσαμε όσο ζούσαμε; Μας κατέχει ντροπή τόσο για το εύθραυστο του δοχείου μας όσο και για την άφρονα ματαιότητα με την οποία γεμίσαμε τη ζωή μας. Σε τι χρησιμεύει να το κρύβουμε; Η ντροπή μας κατέχει λόγω της βρωμιάς που γεμίσαμε το γήινο σαρκίο μας και που εξέρχεται μετά το θάνατό μας, όχι μόνο προς τη γη αλλά και προς τον ουρανό. Η ουσία του πνεύματος δεν αναδίδει ούτε άρωμα ούτε δυσοσμία στο σώμα μας. Ανάλογα με την ποιότητά μας ως ανθρώπων και με τα υλικά που έχουμε σωρεύσει μέσα μας όσο ζούμε, αναδίδουμε το άρωμα του ουρανού ή τη βρωμιά της αμαρτίας.

Ο Κύριος έχει αγάπη και ανοχή γι’ αυτούς που βρίσκονται σε απόγνωση. Αυτό το διαπιστώνουμε συχνά στις αδυναμίες των ανθρώπων. «Ιδών δε τους όχλους εσπλαγχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’ 36). Όταν τα πρόβατα βλέπουν τον ποιμένα δεν λιποψυχούν, ούτε και σκορπίζονται. Αν οι άνθρωποι είχαν το Θεό πάντα μπροστά στα μάτια τους δε θα λιποψυχούσαν, ούτε και θα σκορπίζονταν. Μερικοί όμως τον βλέπουν, άλλοι τον αναζητούν για να τον δουν, ενώ άλλοι είναι τυφλοί ή εμπαίζουν εκείνους που ψάχνουν για να τον δουν. Έτσι οι άνθρωποι λιποψυχούν, διασκορπίζονται, γίνεται ο καθένας οδηγός στον εαυτό του κι ακολουθεί το δικό του δρόμο.

Αν οι άνθρωποι είχαν έστω και το μισό φόβο για τον πανταχού παρόντα Θεό, απ’ αυτόν που έχουν για το θάνατο, δε θα φοβούνταν τον τελευταίο. Και μάλιστα δε θα γνώριζαν το θάνατο σ’ αυτόν τον κόσμο. Στην περίπτωσή μας ο Κύριος ένιωσε ιδιαίτερη συμπάθεια για τη θλιμμένη μητέρα και γι’ αυτό της είπε: μη κλαίε. Κοίταξε βαθιά μέσα στην ψυχή της και διάβασε όλα όσα γίνονταν εκεί. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει, δεν είχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ο μοναχογιός της και βρέθηκε ολομόναχη. Πού ήταν ο ζωντανός Θεός; Μπορεί να νιώθει μόνος του κανείς όταν έχει συντροφιά το Θεό; Μπορεί ο αληθινός άνθρωπος να βρει καλλίτερη συντροφιά, πιο εγκάρδια, από τη συντροφιά του Θεού; Δεν είναι πιο κοντά μας ο Θεός ακόμα κι από τον πατέρα και τη μητέρα μας, από τους αδελφούς και τις αδελφές μας, από τους γιους και τις θυγατέρες μας; Μας δίνει παιδιά κι ύστερα μας τα παίρνει, μα δε μας εγκαταλείπει. Το μάτι Του δεν κουράζεται να μας παρακολουθεί, ούτε κι η αγάπη Του για μας έχει αλλοιωθεί. Όλη η δυσοσμία του θανάτου μας βοηθάει να προσκολληθούμε περισσότερο στο Θεό, τον ζώντα Θεό.

Μη κλαίε! Ο Κύριος προσπαθεί να παρηγορήσει την απαρηγόρητη μητέρα. Αυτό το λέει Εκείνος που δε σκέφτεται, όπως πολλοί από μας, πως η ψυχή του νεκρού αγοριού κατεβαίνει στον τάφο, μαζί με το νεκρό σώμα του. Το λέει Εκείνος που γνωρίζει αυτά που αφορούν στην ψυχή του νεκρού αγοριού, που κρατά την ψυχή αυτή στη δική Του εξουσία. Κι εμείς παρηγορούμε αυτούς που θρηνούν με τα ίδια λόγια, αν κι οι καρδιές μας είναι γεμάτες δάκρυα.

Εκτός από τη συμπάθειά μας όμως νιώθουμε αδύναμοι να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο σ’ εκείνους που θρηνούν. Η δύναμη του θανάτου έχει τόσο πολύ ξεπεράσει τη δύναμή μας, ώστε σερνόμαστε σαν έντομα στη σκιά του. Και καθώς γεμίζουμε τον τάφο και σκεπάζουμε το νεκρό με χώμα, νιώθουμε πως ενταφιάζουμε μαζί κι ένα μέρος από τον εαυτό μας μέσα στο νεκρικό σκοτάδι του τάφου.

Ο Κύριος δεν είπε μη κλαίε στη γυναίκα για να δείξει πως δεν πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς. Ο ίδιος δάκρυσε για το Λάζαρο (βλ. Ιωάν. ια’ 35). Θρήνησε προκαταβολικά γι’ αυτούς που θα υπόφεραν με την πτώση της Ιερουσαλήμ (βλ. Λουκ. ιθ’ 41-44). Τέλος μακάρισε αυτούς που πενθούν, «ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’ 4). Τίποτα δεν ηρεμεί και δεν καθαρίζει τόσο, όσο τα δάκρυα.

Στην ορθόδοξη μεθοδολογία της σωτηρίας, τα δάκρυα είναι ανάμεσα στα πρώτα μέσα κάθαρσης της ψυχής, της καρδιάς και του νου. Όχι μόνο πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς, αλλά και για τους ζωντανούς και ιδιαίτερα για τον εαυτό μας, όπως συνέστησε ο Κύριος στις γυναίκες της Ιερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε επ’ εμέ, πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα υμών» (Λουκ. κγ’ 28).

Υπάρχει όμως μια διαφορά από δάκρυα σε δάκρυα. Ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει τους Θεσσαλονικείς: «ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α’ Θεσσ. δ’ 13). Δεν πρέπει να θλιβόμαστε όπως οι ειδωλολάτρες κι οι άθεοι, που κλαίνε τους νεκρούς τους σα να χάθηκαν εντελώς. Οι χριστιανοί δεν πρέπει να κλαίνε τους νεκρούς σαν χαμένους αλλά σαν αμαρτωλούς. Η θλίψη τους επομένως πρέπει να συνοδεύεται με προσευχές στο Θεό για να συχωρήσει τις αμαρτίες του αποβιώσαντα και να τον ελεήσει, να τον οδηγήσει στην ουράνια βασιλεία Του.

Ο χριστιανός πρέπει να κλαίει και να θρηνεί επίσης για τον εαυτό του, για τις αμαρτίες του. Κι όσο πιο συχνά το κάνει αυτό τόσο καλύτερα. Όχι να συμπεριφέρεται σαν κι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στο Θεό και δεν ελπίζουν στο έλεός Του και στην αιώνια ζωή.

Όταν τα δάκρυα έχουν το χριστιανικό αυτό νόημα κι αυτή τη χρήση, τότε γιατί ο Κύριος είπε στη μητέρα του νεκρού αγοριού μη κλαίε; Εδώ είναι άλλη περίπτωση. Η γυναίκα έκλαιγε σαν κι αυτούς που δεν έχουν ελπίδα. Δεν έκλαιγε για τις αμαρτίες του παιδιού της ούτε και για τις δικές της. Έκλαιγε για τη σωματική απώλεια, για το χαμό και την ολοκληρωτική εξαφάνιση του παιδιού, για τον αιώνιο αποχωρισμό της απ’ αυτό. Εκεί όμως βρισκόταν ο Υιός του Θεού, ο Κύριος ζώντων και νεκρών. Δεν είχε λοιπόν λόγο να κλαίει μπροστά Του, όπως δεν έχει λόγο και να νηστεύει κανείς όταν ο Κύριος είναι παρών. Όταν οι Φαρισσαίοι κατηγόρησαν τον Κύριο πως οι μαθητές Του δε νήστευαν, όπως ο Ιωάννης, τους απάντησε: «Μη δύνασθε τους υιούς του νυμφώνος, εν ω ο νυμφίος μετ’ αυτών εστι, ποιήσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε’ 34). Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, μπορεί να θρηνεί κάποιος όταν βρίσκεται μαζί του ο Ζωοδότης, που στη βασιλεία Του δεν υπάρχουν νεκροί, αλλ’ όλοι είναι ζωντανοί;

Η θλιμμένη χήρα όμως δε γνώριζε ούτε το Χριστό ούτε τη δύναμη του Θεού. Θρηνούσε το μοναχογιό της χωρίς ελπίδα, όπως όλοι οι Ιουδαίοι τότε, που είτε δεν είχαν ολότελα πίστη στην ανάσταση των νεκρών είτε την είχαν χάσει.

Σ’ αυτήν την ανώφελη λόγω άγνοιας θλίψη της, ο Κύριος ανταποκρίθηκε με τα λόγια: Μη κλαίε! Δεν της είπε να μην κλάψει με την έννοια που το κάνουν πολλοί σήμερα, που εννοούν: «Μην κλαίς! Τα δάκρυά σου δε θα τον φέρουν πίσω. Αυτή είναι η μοίρα. Όλοι τον ίδιο δρόμο θ’ ακολουθήσουμε». Αυτή που δίνουμε εμείς είναι μια απαρηγόρητη παρηγοριά. Δεν παρηγορεί κανέναν, είτε την δίνει κανείς είτε την παίρνει. Άλλο πράγμα σκεφτόταν ο Χριστός όταν έλεγε μη κλαίε. Ήθελε να πει: Μην κλαίς, γιατί Εγώ είμαι εδώ. Είμαι ο ποιμένας όλων των προβάτων. Κανένα πρόβατο δεν μπορεί να κρυφτεί από Εμένα, δε γίνεται να μη γνωρίζω που βρίσκεται. Ο γιος δεν πέθανε με τον τρόπο που νομίζεις εσύ. Μόνο η ψυχή του έφυγε από το σώμα. Εγώ έχω εξουσία στην ψυχή του, όπως και στο σώμα του. Λόγω της θλίψης σου, που προέρχεται από άγνοια και απιστία τόσο τη δική σου όσο κι εκείνων που βρίσκονται γύρω σου, θα ενώσω ξανά την ψυχή του παιδιού με το σώμα του και θα τον ξαναφέρω στη ζωή. Και θα το κάνω αυτό όχι τόσο για δική του χάρη όσο για σένα και για τους δικούς σου, για να πιστέψετε πως ο Θεός είναι ζωντανός και παρακολουθεί όλους τους ανθρώπους. Για να βεβαιωθείτε πως Εγώ είμαι ο Μεσσίας που ήρθε, ο Σωτήρας του κόσμου».

Μ’ αυτήν την έννοια είπε στη μητέρα ο Κύριος μη κλαίε! Και μετά απ’ αυτό προχώρησε στο έργο.

«Και προσελθών ήψατο της σορού, οι δε βαστάζοντες έστησαν, και είπε· νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι» (Λουκ. ζ’ 14). Το άγγιγμα των νεκρών ή των πραγμάτων που βρίσκονταν κοντά του απαγορευόταν από τους Ιουδαίους, γιατί λογαριαζόταν ακάθαρτο. Η καθιέρωση αυτή είχε νόημα τότε που ο Θεός και η ανθρώπινη ζωή ήταν περισσότερο σεβαστά στον Ισραήλ από οτιδήποτε άλλο. Όταν όμως η πραγματική ευλάβεια προς το Θεό μειώθηκε, όπως κι ο σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, τότε πολλές εντολές, ανάμεσά τους κι αυτή για το άγγιγμα των νεκρών, έγιναν δεισιδαιμονίες και κέρδισαν προτεραιότητα από τις μέγιστες εντολές του Θεού. Σ’ αυτήν την περίπτωση, για παράδειγμα, ανήκαν η περιτομή και η αργία του Σαββάτου. Το πνεύμα των εντολών αυτών χάθηκε και στη θέση του έμεινε το πνεύμα μιας θεοποίησης της βερμπαλιστικής μορφής του Νόμου.

Ο Χριστός αποκατέστησε το πνεύμα και τη ζωή των νόμων αυτών. Οι καρδιές των αρχόντων του λαού όμως, των τηρητών του Νόμου, είχαν τόσο πολύ σκοτιστεί και σκληρυνθεί, ώστε αναζητούσαν να θανατώσουν το Χριστό επειδή θεράπευε τους αρρώστους το Σάββατο. Γι’ αυτούς η τήρηση της αργίας του Σαββάτου άξιζε περισσότερο από τον άνθρωπο, περισσότερο κι από τον ίδιο τον Υιό του Θεού. Ο Κύριος δεν αντιδρούσε στην οργή των πρεσβυτέρων. Συνέχισε ν’ αξιοποιεί κάθε ευκαιρία για να τονίσει πως η ανθρώπινη ζωή και η σωτηρία της ψυχής αξίζουν περισσότερο από τις νεκρές παραδόσεις και τα έθιμα. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παραβίασε το Νόμο και άγγιξε το φέρετρο όπου κείτονταν το νεκρό παιδί. Το θαύμα της νεκρανάστασης που έκανε ο Χριστός σ’ αυτήν την περίπτωση όμως ήταν τόσο αποστομωτικό, ώστε οι απορημένοι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι δεν τόλμησαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και να διαμαρτυρηθούν.

Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι! Ο Κύριος έδωσε την εντολή στο νεκρό παιδί στο όνομά Του, είπε σοι λέγω, όχι όπως οι προφήτες Ηλίας και Ελισαίος, που προσευχήθηκαν στο Θεό και του ζήτησαν ν’ αναστήσει τους νεκρούς. Εκείνοι ήταν δούλοι του Θεού, ο Ιησούς όμως ήταν ο μονογενής Υιός Του. Με τη θεϊκή εξουσία που είχε ο Κύριος έδωσε εντολή στο παιδί να σηκωθεί και να ξαναγυρίσει στη ζωή. Σοι λέγω! Με τα λόγια αυτά που δεν είχε χρησιμοποιήσει ο Κύριος σε άλλη περίπτωση ανάστασης νεκρού, ήθελε να δείξει και να ξεκαθαρίσει πως έκανε το έργο αυτό μόνο με τη δική Του δύναμη. Ήθελε να δείξει μ’ αυτό το θαύμα πως έχει εξουσία και στους νεκρούς, όπως στους ζωντανούς. Το θαύμα αυτό δεν έγινε με την πίστη της μητέρας του παιδιού, όπως στην περίπτωση της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου. Αλλά και κανένας στην πομπή της κηδείας δεν περίμενε να δει τέτοιο μεγάλο θαύμα, όπως και στην περίπτωση της Ανάστασης του Λαζάρου. Όχι, το θαύμα αυτό δεν έγινε λόγω της δικής της πίστης ούτε κι από την αναμονή κάποιων, αλλ’ αποκλειστικά από το δυναμικό λόγο του Κυρίου Ιησού.

«Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού» (Λουκ. ζ’ 15). Το πλάσμα άκουσε τη φωνή του Δημιουργού και υπάκουσε την εντολή Του. Η ίδια θεϊκή δύναμη που παλιά έδωσε πνοή ζωής στον πηλό κι από τον πηλό έγινε ο άνθρωπος, τώρα έδινε πνοή και ξανάφερνε στη ζωή στο νεκρό παιδί. Έκανε πάλι το αίμα να κυκλοφορεί, τα μάτια να βλέπουν, τ’ αυτιά ν’ ακούν, τη γλώσσα να μιλάει, τα κόκκαλα και το σώμα να κινούνται. Εκεί που βρισκόταν η ψυχή του νεκρού παιδιού άκουσε τη φωνή του Κυρίου Της και γύρισε αμέσως στο σώμα της, υπακούοντας στην εντολή Του.

Ο υποτελής άκουσε τη φωνή του Βασιλιά κι ανταποκρίθηκε. Το παιδί ανακάθησε στο φέρετρο και ήρξατο λαλείν. Γιατί άρχισε αμέσως να μιλάει; Για να μη νομίσουν οι άνθρωποι πως αυτό ήταν κάποιο μαγικό δράμα ή πως κάποιο φάντασμα μπήκε στο σώμα του νεκρού παιδιού και τον ανασήκωσε στο φέρετρο. Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι τα λόγια του αναστημένου παιδιού, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία πως ήταν πραγματικά το ίδιο το παιδί κι όχι κάποιος άλλος μέσα του.

Για τον ίδιο λόγο ο Κύριος πήρε το παιδί από το φέρετρο και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού, το παρέδωσε στη μητέρα του. Όταν η μητέρα κατάλαβε τι έγινε και πήρε το παιδί στην αγκαλιά της, τότε απαλλάχτηκαν κι εκείνοι που ήταν στην πομπή από το φόβο και την αμφιβολία. Ο Χριστός πήρε από το χέρι το παιδί και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως της το έδινε χάρισμα τώρα, όπως κι όταν το γεννούσε. Η ζωή είναι δώρο του Θεού. Ο Θεός δίνει ζωή σε κάθε άνθρωπο με το δικό Του χέρι. Δε διστάζει να πάρει κάθε πλασμένο άνθρωπο χωριστά από το χέρι και να τον στείλει σ’ αυτήν την επίγεια, την πρόσκαιρη ζωή. Ο Κύριος λοιπόν πήρε και το παιδί που ανάστησε και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως δεν της είπε μη κλαίε μάταια. Όταν της το είπε αυτό είχε κατά νου να την παρηγορήσει, όχι μόνο με τα λόγια αυτά, που η θλιμμένη μητέρα θα τα είχε ακούσει ίσως κι από πολλούς γνωστούς της, αλλά και με μια πράξη που είχε σαν αποτέλεσμα μια απρόβλεπτη και τέλεια παρηγοριά.

Τελικά ο Κύριος το έκανε αυτό για να διδάξει και μας πως, όταν κάνουμε ένα καλό έργο, πρέπει να το κάνουμε όσο μπορούμε προσωπικά, προσεχτικά και με την καρδιά μας, όχι μέσω άλλων, απρόσεχτα και βαριεστημένα. Προσέξτε πόση αγάπη και στοργή υπάρχει σε κάθε λέξη και κάθε κίνηση του Κυρίου μας! Σ’ αυτήν την περίπτωση, όπως και σ’ όσες ανάλογες προηγήθηκαν ή ακολούθησαν, δείχνει πως όχι μόνο είναι τέλειο κάθε χάρισμα και δώρο του Θεού, αλλά κι ο τρόπος που τα δίνει είναι επίσης τέλειος.

«Έλαβε δε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες ότι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού» (Λουκ. ζ’ 16). Με την προσεχτική συμπεριφορά Του προς το παιδί και τη μητέρα του ο Κύριος κατόρθωσε να διώξει το φόβο για τέρατα και μαγείες, ο φόβος όμως εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα τους. Αλλά ο φόβος αυτός ήταν καλός, γιατί ήταν φόβος Θεού και προκαλούσε τη δοξολογία στο Θεό. Ο λαός ονόμασε το Χριστό μεγάλο προφήτη που ο Θεός είχε υποσχεθεί από παλιά πως θα στείλει στον Ισραήλ (βλ. Δευτ. ιη’ 18). Ο λαός δεν μπορούσε να κατανοήσει ακόμα πως ο Χριστός ήταν Υιός του Θεού. Ήταν καλό όμως που το πνεύμα τους, που ήταν σκοτισμένο και καταπιεσμένο από ξένους κατακτητές, μπορούσε να βλέπει το Χριστό ως μεγάλο προφήτη. Αν οι πρεσβύτεροι του λαού στην Ιερουσαλήμ, που είχαν δει τα πολυάριθμα θαύματα του Χριστού, είχαν φτάσει σ’ αυτό το σημείο κατανόησης που είχαν οι απλοί αυτοί άνθρωποι, θα είχαν γλιτώσει από τα φοβερά εγκλήματα της καταδίκης και του θανάτου του Υιού του Θεού. Ο καθένας όμως ενεργεί όπως εκείνος θεωρεί φυσικό, ακολουθεί το δικό του πνεύμα και τη δική του καρδιά. Ο Χριστός επανέφερε το νεκρό στη ζωή, ενώ οι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι αφαίρεσαν τη ζωή από τον Ζώντα. Εκείνος αγαπούσε τον άνθρωπο, αυτοί ήταν δολοφόνοι των ανθρώπων – και του Θεού.

Εκείνος ήταν θαυματουργός καλών έργων, αυτοί ήταν εκτελεστές εγκλημάτων. Στο τέλος όμως οι κακούργοι πρεσβύτεροι δεν μπόρεσαν να πάρουν άλλη ζωή, εκτός από τη δική τους. Όλοι οι προφήτες που είχαν θανατωθεί, ζούσαν παντοτινά με το Θεό και με ανθρώπους, ενώ οι φονευτές κρύβονταν σαν φίδια στη σκιά των προφητών αυτών από γενιά σε γενιά και δέχονταν από κάθε γενιά την κατάκριση και το ανάθεμα. Έτσι λοιπόν, με το θάνατο του Χριστού δεν σκότωσαν Εκείνον, αλλά τον εαυτό τους.

Εκείνος που ανάστησε τόσο εύκολα εκ νεκρών άλλους, ανάστησε και τον εαυτό Του. Φανερώθηκε στον ουρανό και στη γη ως μέγιστο Φως, που όσο φαίνεται πως σβήνει, μετά αστράφτει και λάμπει πολύ περισσότερο. Σ’ αυτό το φως ζούμε όλοι, αναπνέουμε και ευφραινόμαστε. Το Φως αυτό θ’ αποκαλυφθεί και πάλι και μάλιστα σύντομα, σε νεκρούς και ζωντανούς. Αυτό θα γίνει όταν ο Κύριος Ιησούς έρθει στη συντέλεια του κόσμου και της ιστορίας για ν’ αναστήσει τους νεκρούς από τους τάφους και να κρίνει όλους τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, που έζησαν στη γη από τον Αδάμ ως το τέλος του κόσμου. Τότε θ’ αποδειχτεί για μια ακόμα φορά και μάλιστα στην πληρότητά της, η αλήθεια των λόγων του Σωτήρα μας: «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Το θαύμα της ανάστασης του υιού της χήρας στη Ναΐν έγινε τόσο από αγάπη για τη θλιμμένη μάνα, όσο και για να ενισχύσει την πίστη στην έσχατη και καθολική ανάσταση, στο Θαύμα των θαυμάτων, στην κρίση των κρίσεων, στη χαρά κάθε χαράς.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΜΗ ΔΙΩΧΝΕΤΕ ΤΟ ΘΕΟ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ!

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Μη διώχνετε το Θεό από τα παιδιά σας

Τα παιδιά και οι άγιοι αφοσιώνονται σε Σένα Κύριε. Οι άλλοι επαναστατούν εναντίον Σου. Τα παιδιά και οι άγιοι είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη βασιλεία των ουρανών (η φωτεινή ύπαρξη) και στο σκόταδι της ανυπαρξίας (Ματθ. 18. 2-5).
Οι φύλακες των παιδιών ονομάζουν τους εαυτούς των, γονείς και εγκαταλείπουν τα παιδιά Σου στο χάος.
Οι φύλακες παρουσιάζονται ως γονείς και γι᾽ αυτό καθοδηγούν τα παιδιά Σου σαν να είναι προσωπική τους ιδιοκτησία. Ακριβώς γι᾽ αυτό παρεκτρέπονται και διασπούν το ρόλο τους.
Τα παιδιά που εσείς οι φύλακες έχετε απαγάγει ανήκουν σε κάποιον άλλον και σεις ευθύνεστε για κλοπή και ληστεία.
Δεν σας ανήκει ούτε η δική σας ζωή, ούτε η ζωή των παδιών σας για την οποία εσείς έχετε μόνο το ρόλο του αγωγού. Όλα ανήκουν σε κάποιον άλλον, εκτός από την εσωτερική κακία σας και την αδυναμία που είναι μόνο δική σας. Για ότι άλλο κατέχετε θα θεωρηθείτε υπεύθυνοι κλοπής. Δηλαδή ευθύνεστε για ληστεία γιατί οικειοποιηθήκατε αυτά που στην ουσία δεν είναι δικά σας αλλά ανήκουν σε κάποιον άλλον. Θα ευθύνεστε για ληστεία επειδή έχετε ακρωτηριάσει εκείνα που ανήκουν σε άλλον.
Πάνω στη γη, υπάρχουν μόνο φύλακες, όχι δημιουργοί. Φύλακες της δημιουργίας του Θεού, και αυτό είναι μέγιστη τιμή.
Ο Θεός σας έχει εμπιστευτεί την προστασία, την κηδεμονία του πολυτιμότερου θησαυρού Του.
Και αυτό είναι ανυπολόγιστη τιμή.
Εκείνος που δεν έχει γεννηθεί και επομένως δεν του έχουν εμπιστευθεί την προστασία κανενός θα είναι ποιό ευλογημένος από σένα, αν η κηδεμονία που ασκείς είναι βδελυγμία και απονέκρωση των ψυχών (Ματθ. 18. 6).
Γιατί άλλο να χαίρεστε που έχετε παιδιά παρά μόνο για να αγρυπνείτε γι᾽ αυτά και να τα φυλάγετε σαν να είναι άγγελοι, από τον ουρανό; Γιατί να λυπάστε γι᾽ αυτά όταν φεύγουν νωρίς και πετούν με τους αγγέλους στον παράδεισο; Απολαμβάνετε η στεναχωρείστε για κάτι που ανήκει σε άλλον.
Μη φροντίζετε μόνο να διατηρείτε το σώμα των παιδιών σας ασφαλές γιατί ακόμα και οι αλεπούδες το ίδιο κάνουν για τα μικρά τους. Αλλά βασικά ενδιαφερθείτε για την παρουσία του Θεού στη ζωή των παιδιών σας. Εάν εσείς ενδιαφέρεστε για την παρουσία του Θεού, Εκείνος θα φρόντισει για όλα τα υπόλοιπα. Και ο,τι εσείς συσσωρεύετε με πόνο και κόπο για τα παιδιά σας Εκείνος τους τα παρέχει άνετα και ταχύτητα. (Ματθ 6: 33).
Μη διώχνετε το Θεό από τα παιδιά σας, γιατί θα τους στερήσετε την ειρήνη, την ευτυχία, την υγεία και την ευημερία τους.
Σε ανθρώπους που έχουν εγκαταλείψει το Θεό, και ολόκληρο τον κόσμο να τους αφήσετε, είναι σαν να τον αφήνετε σε πεινασμένους που θα τον καταβροχθίσουν ολόκληρο και ακόμη θα πεινούν και θα πεθάνουν από την πείνα.
Πολλές φορές κάνετε το παν για να εξασφαλίσετε ένα κομμάτι ψωμί για τα παιδιά σας αλλά αδιαφορείτε τελείως έστω και για την παραμικρή ποσότητα τροφής της ψυχής και της συνειδήσεώς τους. Μόνο μ᾽ αυτή την τροφή εξασφαλίζετε απόλυτα το μέλλον των παιδιών σας και εσείς ελκύετε την ευλογία του Θεού.
Ο Βασιλιάς Θεός εμπιστεύετε τα παιδιά Του στην κηδεμονία σας. Θα ανταμείψει δε βασιλικά εκείνους που αληθινά προστατεύουν την «πριγκιπική γενιά» και δεν σβύνουν με τον τρόπο τους το Όνομα του Πατέρα από τη μνήμη των παιδιών Του.
Μέσω των παιδιών Του ο Βασιλιάς παρακολουθεί εσάς που τα φροντίζετε και περιμένει την ανταπόκρισή σας. Αν η απάντησή σας είναι «νεκρή» αυτό θα σημαίνει ότι φροντίζετε….πτώματα!.
Τα παιδιά – πολύτιμες ύπαρξεις για το Θεό – μαζί με τους αγίους είναι στραμένα απόλυτα και ειλικρινά προς το Θεό… Τα παιδιά και οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο.
Εμείς οι άλλοι είμαστε επαναστάτες….
Πρόσεχε, ψυχή μου, πρόσεχε και μην κάνεις λάθη.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΕΙΔΩΛΑ- ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ!

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Τα πέντε είδωλα: Ποιες είναι οι αιτίες του μελλοντικού πολέμου
 

Η κουλτούρα ως είδωλο ανήκει στις μέρες μας στα πιο τυφλά είδωλα. Απορρίπτοντας το Θεό που είναι ο μοναδικός εμπνευστής και υποκινητής του πλέον ευγενούς πολιτισμού τόσο της ψυχής όσο και του σώματος, οι αθεϊστές άρχισαν να λατρεύουν τα έργα και τις κατασκευές τους τα oποία ονομάζουν με μία λέξη – κουλτούρα. Όμως το να λατρεύεις τα ανθρώπινα έργα είναι το πλέον μισητό πράγμα ενώπιον του Θεού. Αφού ο Θεός στις εντολές Του απαγόρευσε αυστηρά στους ανθρώπους να λατρεύουν τα έργα και την κτίση Του, από τα οποία και το πλέον ασήμαντο είναι τελειότερο από την τελειότερη ανθρώπινη κουλτούρα. Και εφόσον ο πολιτισμός τοποθετήθηκε σε εξάρτηση με τα υπόλοιπα είδωλα που αναφέραμε εδώ, ιδιαίτερα με τα υλικά αγαθά, είναι επειδή κι αυτός υπηρετεί δυναμικά την κουλτούρα των πολεμικών μικροβίων που πριν ή μετά οδηγούν στη γέννηση της πολεμικής ανάφλεξης.

Από αυτά τα πέντε είδωλα τα δύο μπορούν να ονομαστούν ανόητα και τα τρία υποκριτικά. Ανόητα είναι ο εθνικισμός και η κουλτούρα, επειδή πολλοί φωνάζουν και αυτοδηλώνονται, ενώ υποκριτικά είναι ο υλισμός, ο ιμπεριαλισμός και ο εγωισμός, αφού κρύβονται και ψεύδονται παρουσιαζόμενοι κάτω από άλλα ονόματα. Όλα αυτά τα είδωλα θα μπορούσαν να αποκαλεστούν στη γλώσσα τού Ντοστογιέφσκι μανιακά.

Φυσικά αυτά και τα πέντε κάποτε αποτελούσαν πραγματικές αξίες και πάλι θα μπορούσαν να γίνουν. Αυτές είναι πραγματικές αξίες, όταν φωτίζονται από την πίστη στο Θεό, τον Έναν και Ζώντα και όταν βρίσκονται υπό το νόμο τού Θεού, με μία λέξη, όταν τελούν στην απόλυτη υπεξουσιότητα του Θεού και υπηρετούν τη δόξα τού ονόματος του Θεού. Η ύλη προέρχεται από το Θεό και δόθηκε στους ανθρώπους για να τούς υπηρετεί και όχι για να κυριαρχεί στις ψυχές τους. Αυτοκρατορίες παρέχει ο Θεός σε κάποιους χαρισματικούς λαούς που ως δυνατότεροι αδελφοί υπηρετούν τους πιο αδύναμους και λιγότερο χαρισματικούς λαούς, όπως ο δυνατότερος αδελφός τον ασθενέστερο. Το έθνος είναι ένα περιορισμένο, αλλά εξαιρετικά όμορφο και ορθό πεδίο υπηρεσίας προς το Θεό και τους ανθρώπους. Το πρόσωπο (το εγώ) είναι δηλαδή μία λογική ψυχή, το δώρισε ο Θεός σε κάθε άνθρωπο ώστε με τη διακονία και την αγάπη να το υψώσει στο καθ’ ομοίωση μ’ Αυτόν, το δημιουργό του. Την κουλτούρα ο Θεός την εμπνέει, ώστε μέσω αυτής η ανθρώπινη ψυχή να εκφράσει την κυριαρχία της πάνω στον υλικό κόσμο και την υποταγή της στην υπηρεσία του Θεού. Και τα πέντε αυτά λαμβάνουν αγγελικό πρόσωπο μέσω της διακονίας και της αγάπης όπως διευθέτησε και πρόσταξε ο Κύριος Χριστός. Αλλά όμως, όπως το σεραφείμ που έπεσε από το Θεό, κάποτε ονομαζόταν Εωσφόρος και μεταμορφώθηκε ακαριαία σε διάβολο, έτσι κι όλες αυτές οι πέντε άξιες αποκομμένες από το Θεό καθίστανται είδωλα και μανίες.

Προσέξτε τώρα πώς ο σχετικός κορεσμός αυτών των πέντε ειδώλων οδηγεί τους ανθρώπους ως την οκνηρία, την αλλοίωση, τη σήψη και την απέχθεια προς όλα, την ανοησία και την αυτοκτονία (όπως και λίγο πριν το τέλος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας). Μα όμως αυτή η αδηφαγία οδηγεί τους ανθρώπους μέχρι τα έσχατα της πικρίας, της ζήλιας, της μεμψιμοιρίας, της ασυνειδησίας και της κάθε είδους βίας και πάλι στην αυτοκτονία. Και στις δύο περιπτώσεις όλα τα είδωλα αποπνέουν μίσος και περιφρόνηση για τον πράο και αγαθό Κύριο Χριστό και συνεπώς οδηγούν τους ανθρώπους στον πόλεμο.

Καλύτερα να μην εισέλθουμε στην απαρίθμηση όλων των βαριών τραυμάτων που άνοιξε στον οργανισμό της Ευρώπης και της Αμερικής αυτή η πενταπλή ειδωλολατρία, γιατί θα επαναλαμβάναμε μέρα με τη μέρα αυτό που επαναλαμβάνεται στις στήλες εγκλημάτων και εγκλημάτων, καθώς και σε άλλες στήλες που θα μπορούσαν να αποκαλεστούν: αδιαφορία για το Χριστό και τις εντολές Του. Είναι σαφές από όσα μέχρι τώρα είπαμε, ότι οι χριστιανικοί λαοί οι οποίοι βρίσκονταν σε πνευματικό γάμο με το Χριστό, απίστησαν και παραδόθηκαν σε χαμηλούς δεσμούς με τη μηδαμινότητα, με τη σκόνη, με τις στάχτες και τις σκιές. Όμως καθένας που απιστεί δε ζει άραγε υπό συνεχή φόβο και στην ανησυχία για την υπεράσπιση και την εξασφάλιση της ζωής του; Αυτή είναι η εικόνα και ο καρπός της σύγχρονης ειδωλολατρίας – ο φόβος, και λόγω του φόβου ο ακραίος εγωισμός, η σπασμωδική προσκόλληση στην ύλη και η αρπαγή των υλικών αγαθών. Και επειδή για το ένα και το ίδιο υλικό ανταγωνίζονται πολλοί αυτό αναπόφευκτα σημαίνει σύγκρουση και πόλεμο. 

(ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, “ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΟΣ”. ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΠΑΡΡΗΣΙΑ”)