Αββάς Σισώης
Είδα πολλούς κοσμικούς να
εισέρχονται στη Βασιλεία του Θεού
ΠΗΓΗ : "ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ", ΕΤΟΣ ΙΒ΄, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 1947, Αριθ. 125 - 130 , ΕΝ ΒΟΛΩ 1947, σ. 28.
ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.
Αββάς Σισώης
Είδα πολλούς κοσμικούς να
εισέρχονται στη Βασιλεία του Θεού
ΠΗΓΗ : "ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ", ΕΤΟΣ ΙΒ΄, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 1947, Αριθ. 125 - 130 , ΕΝ ΒΟΛΩ 1947, σ. 28.
Ένας αδελφός που είχε αδικηθεί από άλλον αδελφό πήγε στον αββά Σισώη και του είπε: «Κάποιος αδελφός με αδίκησε και θέλω να βρω το δίκιο μου». Ο γέροντας τον παρακαλούσε: «Μη, παιδί μου· καλύτερα άφησε την υπεράσπισή σου στον Θεό». Εκείνος επέμενε: «Δεν θα σταματήσω μέχρι να βρω το δίκιο μου». Είπε τότε ο γέροντας: «Ας προσευχηθούμε, αδελφέ», και αφού σηκώθηκε είπε: «Θεέ, δεν έχουμε πια την ανάγκη της φροντίδας σου, γιατί εμείς μόνοι μας βρίσκουμε το δίκιο μας». Όταν το άκουσε αυτό ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του γέροντα και είπε: «Δεν αντιδικώ άλλο με τον αδελφό· συγχώρησέ με, αββά».
***
Πολλές φορές έλεγε στον αββά Σισώη ο μαθητής του: «Αββά, σήκω να φάμε», και εκείνος τον ρωτούσε: «Δεν φάγαμε, παιδί μου;» «Όχι, πάτερ», αποκρινόταν ο μαθητής, και έλεγε ο γέροντας: «Αν δεν φάγαμε, φέρε να φάμε».
***
Τρεις γέροντες άκουσαν για τον αββά Σισώη και πήγαν να τον δουν. Τον ρώτησε ο πρώτος: «Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από τον πύρινο ποταμό;» Ο γέροντας δεν του απάντησε. «Πάτερ», τον ρώτησε ο δεύτερος, «πώς μπορώ να σωθώ από το τρίξιμο των δοντιών και από το ακοίμητο σκουλήκι;» Τον ρώτησε και ο τρίτος: «Πάτερ, τι να κάνω που η μνήμη του εξωτέρου σκότους με σκοτώνει;» Τότε ο γέροντας τους είπε: «Εγώ τίποτε από αυτά δεν σκέφτομαι. Ελπίζω ότι ο Θεός, που είναι σπλαχνικός, θα με ελεήσει».
Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια οι γέροντες έφυγαν λυπημένοι. Ο γέροντας όμως, μη θέλοντας να τους αφήσει να φύγουν λυπημένοι, τους κάλεσε πίσω και είπε: «Είστε μακάριοι, αδελφοί· σας ζήλεψα. Γιατί ο πρώτος από εσάς είπε για τον πύρινο ποταμό, ο δεύτερος για τα τάρταρα και ο τρίτος για το εξώτερο σκότος· αν λοιπόν ο νους σας θυμάται διαρκώς αυτά τα πράγματα, είναι αδύνατο να αμαρτήσετε. Τι θα κάνω όμως εγώ ο σκληρόκαρδος, που ούτε βάζω στον νου μου ότι υπάρχει κόλαση για τους ανθρώπους και γι’ αυτό όλη την ώρα αμαρτάνω;» Οι γέροντες τότε του έβαλαν μετάνοια και είπαν: «Όπως ακούσαμε, έτσι και είδαμε».
Από το βιβλίο: Το Γεροντικό, τόμος Α’, μετάφραση. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 309 (Αββάς Σισώης 1, 4, 19).
Οδηγίες ψυχής από τον αββά
Ποιμένα
Από το Γεροντικό
Είπε ο αββάς Ποιμήν: «Οι δοκιμασίες κάνουν καλό, γιατί διδάσκουν τον άνθρωπο και τον κάνουν έμπειρο».
Είπε ακόμη: «Ο άνθρωπος που διδάσκει, αλλά δεν εφαρμόζει αυτά που διδάσκει, μοιάζει με βρύση που όλους τους ποτίζει και τους πλένει, τον εαυτό της όμως δεν μπορεί να καθαρίσει».
Άλλοτε είπε: «Υπάρχει άνθρωπος που φαίνεται πως σιωπά, και η καρδιά του κατακρίνει τους άλλους· αυτός ο άνθρωπος πάντοτε μιλά. Και υπάρχει άλλος που μιλά από το πρωί ως το βράδυ και κρατά τη σιωπή· δηλαδή δεν λέει τίποτε που δεν είναι ωφέλιμο».
Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα: «Τι είναι το να μην ανταποδώσεις το κακό με κακό;» Ο γέροντας του απάντησε: «Το πάθος αυτό αντιμετωπίζεται σε τέσσερα στάδια· πρώτα στην καρδιά, έπειτα στην όψη, μετά στη γλώσσα· τέταρτο είναι το να μην κάνεις κακό για το κακό που σου έκαναν. Αν μπορείς να καθαρίσεις την καρδιά σου, δεν φτάνει στην όψη. Αν έρθει στην όψη, φυλάξου να μη μιλήσεις. Αν όμως μιλήσεις, κόψε γρήγορα ώστε να μην κάνεις κακό για το κακό που σου έκαναν».
Είπε ο αββάς Ποιμήν: «Το να φυλαγόμαστε, το να προσέχουμε τον εαυτό μας και η διάκριση, αυτές οι τρεις αρετές, είναι οδηγοί της ψυχής».
Άλλοτε είπε: «Το να ρίξει κανείς τον εαυτό του μπροστά στον Θεό, το να μην υπολογίζει τον εαυτό του και το να απορρίπτει το δικό του θέλημα είναι εργαλεία της ψυχής».
Είπε ακόμη: «Κάθε δοκιμασία που θα σου έρθει, θα την νικήσεις με τη σιωπή».
Είπε ο αββάς Ποιμήν: «Και αν ακόμη ο άνθρωπος δημιουργήσει καινούργιο ουρανό και καινούργια γη, δεν μπορεί να μείνει αμέριμνος».
Επίσης είπε: «Το θέλημα του ανθρώπου είναι τείχος χάλκινο ανάμεσα σε αυτόν και στον Θεό και βράχος που επιστρέφει το χτύπημα. Αν λοιπόν ο άνθρωπος το εγκαταλείψει, τότε θα πει και αυτός· “Με τη δύναμη του Θεού μου θα δρασκελίσω το τείχος” (Ψαλ. 17:30). Αν όμως η αυτοδικαίωση συμμαχήσει με το θέλημα, ο άνθρωπος καταβάλλεται».
Από το βιβλίο: Το Γεροντικό, τόμος Α’, μετάφραση. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013 (Αββάς Ποιμήν §§ 24. 25. 27. 34-37. 48. 54).
Μια προφητεία του Αββά Παμβώ για τους έσχατους καιρούς
"Εκείνο τον καιρό θα ψυχρανθεί η αγάπη των πολλών* και θα πέσει μεγάλη θλίψη. θα γίνουν επιδρομές Εθνών, μετακινήσεις λαών, αστάθεια στους βασιλείς, ανωμαλία στους κυβερνήτες, οι ιερείς θα γίνουν άσωτοι και οι μοναχοί θα ζουν με αμέλεια. Οι ηγούμενοι θα αδιαφορούν για τη δική τους σωτηρία αλλά και του ποιμνίου τους. θα είναι όλοι τους πρόθυμοι και πρώτοι στα τραπέζια και εριστικοί. οκνηροί στις προσευχές αλλά πρόθυμοι στην καταλαλιά, έτοιμοι για κατηγόρια. δεν θα θέλουν ούτε να μιμούνται ούτε να ακούνε βίους και λόγους Γερόντων, αλλά κυρίως θα φλυαρούν και θα λένε "αν ζούσαμε κι εμείς στις μέρες τους, θα αγωνιζόμασταν κι εμείς".
Οι επίσκοποι πάλι των καιρών εκείνων θα δείχνουν δουλικότητα στους ισχυρούς, θα βγάζουν τις αποφάσεις ανάλογα με τα δώρα που θα παίρνουν και δεν θα υπερασπίζονται τους φτωχούς, όταν θα κρίνονται. θα θλίβουν τις χήρες και θα καταταλαιπωρούν τα ορφανά.
Ακόμη
θα εισχωρήσει και στο λαό απιστία,
ασωτία, μίσος, έχθρα, ζήλεια, φιλονικία,
κλεψιά, μέθη, έξαλλες διασκεδάσεις,
μοιχεία, πορνεία, φόνοι και διαρπαγές".
Είπε τότε ο αδελφός : "Και τί θα μπορεί
να κάνει κανείς σε τέτοιους δύσκολους
καιρούς;" Και απάντησε ο Γέροντας :
"Παιδί μου, σε τέτοιες μέρες θα σωθεί
εκείνος που θέλει και προσπαθεί να σώσει
την ψυχή του και αυτός θα ονομαστεί
μέγας στη Βασιλεία των Ουρανών".
*Πρβλ. Ματθ. 24, 12
ΠΗΓΗ: ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ, ΤΟΜ. Α΄, ΕΚΔ. Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ "ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ", ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1994, σ. 115 κ.ε.
Όσιος Ησαΐας ο Αναχωρητής: Τη σιωπὴ νὰ τὴν ἀγαπᾷς περισσότερο ἀπὸ τὸ λόγο. Γιατὶ ἡ σιωπὴ φέρνει θησαυρό, ἐνῷ ἡ ὁμιλία τὸν διασκορπίζει.
Γέρων Ζωσιμάς: Ο Θεός δεν κρύβεται. Έρχεται και σε βρίσκει κάθε φορά που συγχωρείς κάποιον που σε έβλαψε, κάθε φορά που βοηθάς κάποιον που βρίσκεται σε ανάγκη. Έλκεται η Θεία Χάρις, δεν εκβιάζεται.
83. Ἕνας ἀδελφὸς συμβουλεύθηκε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Διέπραξα -εἶπε- μεγάλη ἁμαρτία καὶ θέλω νὰ μπῶ σὲ κανόνα μετανοίας γιὰ τρία χρόνια».
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Πολύ εἶναι».
«Μήπως γιὰ ἕνα χρόνο;» ρωτάει ὁ ἀδελφός.
«Πολύ εἶναι» ἀπαντᾷ πάλι ὁ Γέροντας.
Αὐτοὶ ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ εἶπαν:
«Μέχρι σαράντα μέρες;»
Καὶ πάλι ὁ Γέροντας εἶπε:
«Εἶναι πολύ».
Καὶ πρόσθεσε:
«Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἐὰν ὁ ἄνθρωπος μετανοήσει μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ καὶ δὲν συνεχίσει νὰ κάνει τὴν ἁμαρτία, καὶ μέσα σὲ τρεῖς μέρες τὸν δέχεται ὁ Θεός».
96. Κάποιος ἀδελφὸς εἶπε στὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Ἂν δῶ κάτι, τὸ βλέπεις σωστὸ νὰ μιλήσω γι᾿ αὐτό;»
Ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Εἶναι γραμμένο ὅτι ὅποιος ἐκφράσει γνώμη, πρὶν τοῦ δώσουν τὸν λόγο, προδίδει ἀμυαλοσύνη καὶ εἶναι ντροπή του. Ἂν σὲ ρωτήσουν, μίλησε, ἀλλιῶς σώπαινε».
102. Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Ἐὰν βρεθεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ κάνει κάποια ἁμαρτία καὶ μετανοήσει, θὰ τὸν συγχωρήσει ὁ Θεός;»
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Μά, ὁ Θεὸς ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους νὰ κάνουν αὐτό, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ τὸ κάνει ὁ ἴδιος; Εἶναι γνωστὸ ὅτι στὸν Πέτρο ἔδωσε ἐντολή: Μέχρι ἑβδομήντα φορὲς τὸ ἑφτὰ νὰ συγχωροῦμε».
111. Ρώτησε κάποιος ἀδελφὸς τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Τί εἶναι μετάνοια γιὰ τὴν ἁμαρτία;»
Καὶ ὁ Γέροντας ἀπάντησε: «Τὸ νὰ μὴν κάνει κανεὶς στὸ ἑξῆς τὴν ἁμαρτία. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο οἱ δίκαιοι ὀνομάσθηκαν ἄμεμπτοι, γιατὶ ἔπαυσαν νὰ ἁμαρτάνουν καὶ ἔγιναν δίκαιοι».
121. Ἄλλος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Εἶναι προτιμότερο τὸ νὰ μιλάει κανεὶς ἢ νὰ σιωπᾷ;»
Ὁ Γέροντας εἶπε: «Ἐκεῖνος ποὺ μιλάει, ἐπειδὴ τὸ θέλει ὁ Θεός, καλὰ κάνει. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ σιωπᾷ, γιατὶ τὸ θέλει ὁ Θεός, ἐπίσης καλὰ κάνει».
Mεταξύ των άλλων που μας διηγήθηκε ο Αββάς Θεωνάς, ήταν και τούτο πού συνέβη στα χρόνια του Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας Παύλου.
Εκεί, λοιπόν στην Αλεξάνδρεια, όταν ένα ζευγάρι πολύ πλουσίων αναπαύτηκε ξαφνικά, έμεινε ορφανή μια μικρή κόρη τους, αβάφτιστη ακόμη.
Μια μέρα, εκεί πού περιποιόταν τον κήπο της, βλέπει έναν άντρα που ετοίμαζε κι έδενε το σκοινί, για να κρεμαστεί. Πανικοβλήθηκε η κόρη, τρέχει κοντά του και τον ρωτάει :
- Τί κάνεις εδώ, άνθρωπέ μου ;
- Άφησε με, κόρη μου, της άπαντα εκείνος, γιατί με έχει γονατίσει πραγματικά μεγάλη θλίψη.
- Πες μου όλη την αλήθεια, του λέει εκείνη και φαντάζομαι πως μπορώ σε κάτι να σε βοηθήσω. Καταστενοχωρημένος εκείνος της λέει :
- Δυστυχώς, κόρη μου, χρωστώ πολλά χρήματα και οι δανειστές μου με πνίγουν για να τους τα δώσω τώρα· γι’ αυτό κι εγώ αποφάσισα να πεθάνω το γρηγορότερο και να μη ζω τέτοια δυστυχισμένη ζωή …
Εκείνη στοργικά του λέει :
- Σε παρακαλώ, πάρε ό,τι έχω και δώσε πίσω αυτά που χρωστάς· μα, μην κάνεις κακό στον εαυτό σου.
Ανακουφισμένος, με την απρόσμενη πρόταση, πήρε εκείνος τα απαραίτητα χρήματα, ξεχρεώθηκε κι αισθάνθηκε πάλι τον εαυτό του ελεύθερο. Στενεμένη, όμως, η κόρη, που της έλειψαν τα χρήματα και πεντάρφανη καθώς ήταν, αναγκάστηκε να δοθεί στην πορνεία για να ζήσει. Τότε ακουστήκανε και μερικοί να λένε:
- Ανεξερεύνητες οι βουλές του Κυρίου ! Ποιός ξέρει άραγε, για ποιους λόγους συγχωρεί ο Θεός σε κάποια ψυχή να πειράζεται και να ξεπέφτει τόσο πολύ…
Όμως, ύστερα από λίγο καιρό, η κόρη αρρώστησε. Άρχισε να συλλογίζεται σοβαρά την περιπέτεια του βίου και η ψυχή της πλημμύρισε ξάφνου ένα κύμα κατανύξεως. Φώναξε, λοιπόν, τούς γείτονες και τούς παρακάλεσε :
- Για τ’ όνομα του Κυρίου, λυπηθείτε την ψυχή μου ! Παρακαλέστε τον Πάπα και Πατριάρχη να με βαπτίσει και να με κάμει χριστιανή !
Εκείνοι γυρνούσαν την πλάτη κι έλεγαν με περιφρόνηση :
- Και ποιός να καταδεχτεί να γίνει ανάδοχος, βαφτίζοντας μια πόρνη;
Η θλιβερή αυτή κατάσταση τη γέμιζε πόνο και θλίψη. Κι ενώ ζούσε σ’ αυτήν τη μαύρη ατμόσφαιρα, παρουσιάζεται άγγελος Κυρίου, με τη μορφή εκείνου του ανθρώπου, τον οποίο είχε γλυτώσει εκείνη κάποτε απ’ την αυτοκτονία και της λέει:
-Τί έχεις και είσαι τόσο στενοχωρημένη; Κι εκείνη του απαντά :
- Επιθυμώ να βαφτιστώ και να γίνω χριστιανή, μα κανείς δε βρέθηκε να μιλήσει στον Πατριάρχη και να με βοηθήσει…
- Μη στενοχωριέσαι καθόλου, της λέει εκείνος – εγώ θα φέρω μερικούς φίλους μου και θα σε μεταφέρουμε. Και πράγματι, ο άγγελος που είχε παρουσιαστεί εμπρός της, παίρνει άλλους δύο αγγέλους και, υποβαστάζοντάς την, την μεταφέρουν στην εκκλησία. Εκεί μετασχηματίζονται και παίρνουν τη μορφή σπουδαίων προσώπων του τόπου, της τάξεως των αριστοκρατών. Φωνάζουν τους αρμοδίους κληρικούς, πρεσβυτέρους δηλαδή και διακόνους και όσους ήταν ταγμένοι για το μυστήριο της βαπτίσεως. Κι εκείνοι τούς ρωτάνε :
- Η αγάπη σας, μπορείτε να εγγυηθείτε γι’ αυτήν και την πνευματική της κατάσταση ;
- Ναι, απαντούν με μια φωνή εκείνοι. εμείς γινόμαστε εγγυηταί γι’ αυτήν.
Πήραν λοιπόν οι κληρικοί την άρρωστη και τη βαφτίσανε. Μετά την πήραν οι ανάδοχοί της, με την ηγεμονική παρουσία των προυχόντων της περιοχής και την πήγαν στο σπίτι της, λευκοφορεμένη. Εκεί, την άφησαν κι αμέσως έγιναν άφαντοι. Ωστόσο, οι γείτονες, που τους έφαγε η περιέργεια, πήγαν και τη ρωτούσανε, όταν έφυγαν οι επίσημοι εκείνοι :
- Σε βλέπουμε λευκοφορεμένη. Ποιος έγινε ανάδοχός σου και σε βάφτισε ;
Κι εκείνη, απλά τους διηγήθηκε την ιστορία : Ήρθαν μερικοί, με πήραν και με πήγαν στην εκκλησιά. κι εκεί είπαν στους κληρικούς και με βαφτίσανε.
- Μα ποιοί, τέλος πάντων, ήταν αυτοί ; Τούς ξέρεις ; Τη ρωτούσανε. Κι όταν εκείνη δεν έβρισκε τί να τους απαντήσει, εκείνοι πήγαν και ρώτησαν τον Πατριάρχη. Εκείνος εκκάλεσε τους κληρικούς, που ήταν υπεύθυνοι για το άγιο Βάπτισμα και τούς ρωτάει :
- Την δείνα κόρη εσείς τη βαφτίσατε ;
- Ναι απαντούν εκείνοι, γιατί ήρθαν και μας παρακάλεσαν ο δείνα και ο δείνα, γνωστοί από τους άρχοντες του τόπου μας και τη βαφτίσαμε.
Ο Πατριάρχης έστειλε και κάλεσε τους άρχοντες εκείνους, κατά Θείαν οικονομία και τους ρωτούσε αν έγιναν ανάδοχοι στη βάφτιση της τάδε κόρης και αν εγγυηθήκαν εκείνοι γι’ αυτήν.
Εκείνοι, απορημένοι, απάντησαν :
- Εμείς δεν ξέρουμε τίποτε, κι ούτε θυμόμαστε να ‘χουμε κάνει ποτέ κάτι τέτοιο.
Τότε ο Πατριάρχης άρχισε να πληροφορείται μέσα του, πως το πράγμα ήταν ένα θαύμα, που οφείλονταν στη Θεία οικονομία. Έστειλε, λοιπόν, να φωνάξουν τη νεοφώτιστη κόρη και τη ρώτησε :
- Πές μου, κόρη μου, τί καλό πράγμα έχεις κάνει στη ζωή σου ;
- Εγώ, – απαντά εκείνη, συμμαζεμένα – μία πόρνη και θεόφτωχη, σαν τί καλό θα μπόραγα να κάμω;
Ο πατριάρχης την ξαναρωτά, επίμονα :
- Για σκέψου λίγο, κόρη μου· δε θυμάσαι να ‘χεις κάνει κάποτε κάποιο καλό στη ζωή σου ;
Εκείνη απάντησε :
- Όχι. Εκτός μονάχα τούτο, αν ενδιαφέρει : πως κάποτε είδα έναν άνδρα, έτοιμο να αυτοκτονήσει, γιατί τον έπνιγαν οι δανεισταί του για τα χρέη τα μεγάλα, κι εγώ του έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα, για να τον γλυτώσω και να τον ελευθερώσω από τα δεινά του. Και λέγοντας αυτά τα λόγια, έγειρε και αναπαύτηκε εν Κυρίω.
Ο Πατριάρχης, θαυμάζοντας αναφώνησε :
- Δίκαιος είσαι, Κύριε και δίκαιες οι κρίσεις σου !
Ἄς ὑποθέσουμε, σημειώνει, ὅτι πάνω στόν φλοιό τῆς γῆς εἶναι χαραγμένος μέ διαβήτη ἕνας κύκλος. Ὁ κύκλος αὐτός μάλιστα ἀγκαλιάζει ὅλο τόν κόσμο. Τό κέντρο τοῦ κύκλου εἶναι ὁ Θεός. Οἱ ἀκτίνες του εἶναι οἱ δρόμοι τῶν ἀνθρώπων. Ὅσο οἱ ἄνθρωποι ἐπιδιώκουν νά πλησιάσουν πρός τό κέντρο, δηλαδή πρός τόν Θεό, ἀναπόφευκτα πλησιάζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἀντίθετα, ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπό τό κέντρο τοῦ κύκλου, ἀπό τόν Θεό, τόσο ἀποξενώνεται ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο.
Αὐτή εἶναι «ἡ φύση τῆς ἀγάπης», συμπεραίνει ὁ ἅγιος Δωρόθεος. Ὅσο λοιπόν κανείς μένει μακριά ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τόσο ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἀγάπη στόν συνάνθρωπο. Ὅσο πλησιάζει καί ἀγαπᾶ τόν Θεό, τόσο ἑνώνεται μέ τόν συνάνθρωπο καί τόν ἀγαπᾶ ἀληθινά.