ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

ΠΩΣ ΑΦΙΕΡΩΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ ΣΤΗ ΠΑΝΑΓΙΑ

 
Πως αφιερώθηκε το Άγιο Όρος στη Παναγία

Σύμφωνα με τις μοναχικές παραδόσεις, η Θεοτόκος επισκέφθηκε το Όρος, όταν, πλέοντας για την Κύπρο μαζί με τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή για να επισκεφθούν τον Λάζαρο, αναγκάστηκαν εξαιτίας μιας μεγάλης τρικυμίας, από τις συνηθισμένες στη ΒΑ.
Πλευρά του Άθω, να προσορμιστούν στη θέση όπου αργότερα ιδρύθηκε η Μονή των Ιβήρων.  Στην περιοχή τότε δεν υπήρχαν άλλοι οικισμοί παρά τα ερείπια ενός ναού του Απόλλωνος.  Η Παναγία, κατά την παράδοση, ενθουσιάστηκε με το μοναδικό τοπίο του Άθω και ζήτησε από τον Γιο της να της δωρίσει τη χερσόνησο.  Τότε η παράδοση αναφέρει ότι ακούστηκε η φωνή του Χριστού, που αφιέρωνε αιώνια τον Άθω στην Παναγία: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σος και περιβόλαιον σον και παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι».  Από τότε αφιερώθηκε το Όρος ως «κλήρος και περιβόλι της Παναγίας».

Κατά τις ίδιες πάντα μοναχικές παραδόσεις, τα παλαιότερα μοναστήρια ιδρύθηκαν στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου.  Τα μοναστικά αυτά κέντρα κατέστρεψε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, αλλά τα ανίδρυσαν μεγαλοπρεπέστερα ο Θεοδόσιος ο Μέγας και η Πουλχερία (Γ. Σωτηρίου, Το Άγιον Όρος σ.18,19. Κ. Βλάχου, Η χερσόνησος του Αγίου Όρους σ.13).  Μια άλλη παλαιά αγιορείτικη παράδοση αναφέρει πως ο Μέγας Κωνσταντίνος έδιωξε από τον Άθω τους Τσάκωνες και τους εγκατέστησε στην Πελοπόννησο, για να παραδώσει τον τόπο στους μοναχούς (Π.Ι. Παναγιωτάκου, Αρχείον Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου).  Η παράδοση αυτή ίσως απηχεί μεταγενέστερα γεγονότα, που έχουν σχέση με την εγκατάσταση του στρατιωτικού σώματος των Τσακώνων στην περιοχή της Ανατολικής Λακωνίας, της Μονεμβασίας και του Έλους, που αργότερα ονομάστηκε Τσακωνιά.

Φαίνεται πως η τόση για την εγκατάλειψη των εγκοσμίων και την καταφυγή στην έρημο παρατηρήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα ως αντίδραση, ως μια διαμαρτυρία στη δομή της τότε κοινωνίας.  Η φυγή μεμονωμένων ατόμων και αργότερα, μετά τους διωγμούς, ομάδων χριστιανών δημιούργησε τις πρώτες μοναχικές κοινωνίες σε ερημικά και απροσπέλαστα μέρη, κοντά σε κάποιες πηγές, που αποτελούσαν  μοναδικό στήριγμα στη ζωή των πρώτων αναχωρητών.  Το ιδανικό της μοναχικής ζωής, όπως διαμορφώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, ήταν η παρθενία, η ακτημοσύνη και η υπακοή, μέσα για την πραγμάτωση τους η συνεχής σωματική και ψυχική άσκηση και η αέναη μυστική προσευχή προς τον Θεό.  Με την απόλυτη απομόνωσή του και τη συνεχή προσευχή, ο μοναχός προσπαθεί να σώσει την ψυχή του, αφιερώνοντας ολοκληρωτικά την ύπαρξή του στον Θεό.

Τίποτε δεν είναι γνωστό με ασφάλεια για τον χρόνο εγκατάστασης των πρώτων αναχωρητών στον Άθω.  Για το θέμα αυτό έχουν υποστηριχθεί διαφορετικές απόψεις.  Είναι πάντως γνωστό ότι, μετά την οριστική εγκατάσταση των Αράβων στις επαρχίες της Αιγύπτου, της Συρίας και της Παλαιστίνης, πολλοί αναχωρητές των περιοχών αυτών (της Νιτρίας, της Θηβαΐδας, του Σινά, της Παλαιστίνης και του Καλάτ-Σιμάν) κατέφυγαν σε μέρη ερημικά και απροσπέλαστα της Μικράς Ασίας, λ.χ στον Λάτμο (Λάτρο), τον Σίπηλο ή τον Βιθυνικό Όλυμπο, ο οποίος στα χρόνια κιόλας των Ισαύρων ονομαζόταν Άγιον Όρος.  Φαίνεται όμως πως οι περιοχές αυτές κατοικήθηκαν από ερημίτες ήδη από τον 7ο αιώνα, ίσως στην αρχή από Σιναΐτες μοναχούς (πρβλ. Reallexikon zur Byzantinischen Kunste, J. Draeseke, Vom Dionysios Κloster auf dem Athos, στο Byzantinische Zeitschrift).

Τον 8ο αιώνα ή στις αρχές του 9ου κατά την περίοδο της εικονομαχίας, ιδίως στα χρόνια που εντάθηκαν οι διωγμοί, ίσως κατέφυγαν στον Άθω ομάδες εικονολατρών μοναχών.  Τίποτα όμως δεν είναι βέβαιο. Η πρώτη θετική πληροφορία που μνημονεύει Αθωνίτες μοναχούς υπάρχει στα Πεπραγμένα της Συνόδου κατά της Εικονομαχίας, στα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.  Και ο ιστορικός όμως του l0ου αιώνα Ιωσήφ Γενέσιος αναφέρει ότι ασκητές από τον Βιθυνικό Όλυμπο, την Ίδη και τον Άθω πήραν μέρος στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (843) που αναστήλωσε τις εικόνες: «κατίασιν εκ του περιωνύμου Όρους Ολύμπου, Άθω τε και της Ίδης, αλλά μην και του κατά Κυμινάν συμπληρώματος (θεοφόροι άνδρες) περιφανώς την ορθοδοξίαν κηρύττοντες…».  Η μαρτυρία αυτή είναι θετική και μπορεί να στηριχθεί η άποψη ότι στα μέσα του 9ου αιώνα υπήρχαν στον Άθω εξέχοντες αναχωρητές και μοναχοί, που η φήμη τους είχε ξεπεράσει τα όρια του «τόπου της μετανοίας» τους, ώστε να προσκληθούν από τη βασίλισσα να λάβουν μέρος στη σύνοδο που καταδίκασε την εικονομαχία.  Για να έχουν όμως αναδειχθεί ήδη στα μέσα του 9ου αιώνα (843) ασκητές περίφημοι, λόγιοι, διδάσκαλοι, φημισμένοι για την αρετή και την πίστη τους στην Ορθοδοξία, ώστε να τους προσκαλέσουν στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, ακριβώς για να κατακυρώσουν με την αυθεντία και το κύρος τους στα θεολογικά ζητήματα την καταδίκη της εικονομαχίας, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αρκετά χρόνια πριν θα ανθούσε ο ασκητισμός εκεί ότι θα είχαν καταφύγει εκεί αρκετοί μοναχοί από πολύ παλαιότερα χρόνια, ώστε να προσελκύσει ο τόπος εξέχοντες μοναχούς να αναδείξει ο Άθως, μεταξύ πολλών, τους αρίστους, που με τον καιρό απέκτησαν φήμη.

Το αρχαιότερο αυτοκρατορικό έγγραφο για τον Άθω είναι ένα σιγίλλιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Α” του Μακεδόνα (872), που όμως δεν σώθηκε και που αναφέρεται στον Ιωάννη Κολοβό, τον ιδρυτή της ομώνυμης μονής κοντά στην Ιερισσό, στη διώρυγα του Ξέρξη (στον Πρόβλακα).  Και σε δεύτερο έγγραφο του ίδιου αυτοκράτορα, του έτους 883, διαβάζουμε την πρόνοια του βασιλιά για τους μοναχούς: «αθορύβους και αταράχους διάγειν, εύχεσθαί τε υπέρ της ημών γαληνότητος και υπέρ παντός των χριστιανών συστήματος, όθεν και εξασφαλιζόμεθα πάντας, από τε στρατηγών, βασιλικών ανθρώπων και έως έσχατου ανθρώπου του δουλείαν καταπιστευομένου, ότι δε και ιδιώτας και χωριάτας, και έως του εν τω μύλωνι αλήθοντος, ίνα μη επηρεάση τις τους αυτούς μοναχούς, αλλά μηδέ καθώς εστί του Ερισσού η ενορία, και την έσω προς το του Άθωνος Όρους εισέρχεσθαι τίνας, μήτε ποιμένας μετά των ποιμνίων αυτών μήτε βουκόλους μετά των βουκολίων».

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 9ου αιώνα υπήρχε μεγάλο πλήθος ερημιτών και σκήτες και μικρά κοινόβια και λαύρες γύρω από τον Ισθμό, τον Πρόβλακα.  Ήδη την εποχή αυτή διαπιστώνουμε πως σε κάποιο σημείο της περιοχής πιθανότατα ανάμεσα στο Ιβηρήτικο μετόχι «Πυργούστα» και την «Κομίτσα», λειτουργούσε ένα μοναστικό διοικητικό κέντρο, πού είναι γνωστό με τον τίτλο «καθέδρα γερόντων», όπου εξασκούσε ένα είδος εποπτείας και διοικήσεως των μοναστικών κοινοτήτων μια ομάδα μοναχών εκπροσώπων των διαφόρων κοινοβίων και των ασκητών, με επικεφαλής τον Πρώτο.  Στη θέση αυτή, τρεις φορές τουλάχιστο τον χρόνο, συνεδρίαζαν οι γέροντες επικεφαλής διαφόρων μοναχικών σχημάτων, για να αποφασίσουν για βασικά προβλήματα της μοναστικής πολιτείας.

Ανάμεσα στις σκήτες και τις μικρές μονές ιδιαίτερη δύναμη είχε αποκτήσει η Μονή Κολοβού κοντά στην Ιερισσό, με την απόσπαση, το 886, χαριστικών σιγιλλίων από τον γιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα, τον Λέοντα ΣΤ΄ τον Σοφό.  Με τα σιγίλλια αυτά οι μοναχοί της Μονής Κολοβού έγιναν κύριοι όχι μόνο του Άθω, άλλα και της περιοχής των Σιδεροκαυσίων και των Χλομουτλών τα μοναστήρια του Μουστάκωνος, του Καρδιογνώστου, του Αθανασίου και του Λουκά προσαρτήθηκαν επίσης στη Μονή Κολοβού, στην οποία υπαγόταν ακόμη και η Γερόντων Καθέδρα.  Τον ίδιο χρόνο όμως κατόρθωσαν oι Αθωνίτες μοναχοί να επανορθώσουν την αδικία και να λάβουν νέο διορθωτικό σιγίλλιο από τον αυτοκράτορα, που ακύρωνε τα προηγούμενα που αποσπάστηκαν «κατά πανουργίαν».

Η ιστορία έχει διασώσει δύο μεγάλα ονόματα του πρώιμου μοναχικού βίου στον Άθω.  Ο πρώτος είναι ο Πέτρος ο Αθωνίτης και ο δεύτερος ο Ευθύμιος Θεσσαλονίκης.  Βιογραφία του Πέτρου του Αθωνίτη έγραψαν ο Νικόλαος Σιναΐτης και ο Γρηγόριος ο Παλαμάς.  Από τον βίο του οσίου Πέτρου μαθαίνουμε ότι, εκτός από τα άλλα μοναστήρια που μνημονεύσαμε, υπήρχε και η Μονή Κλήμεντος, από τις αρχές τουλάχιστον του 9ου αιώνα.  Ο Όσιος Πέτρος ήταν στρατιωτικός και υπηρετούσε στα αυτοκρατορικά τάγματα των Σχολαρίων.  Αίχμαλωτίστηκε όμως από τους Άραβες και οδηγήθηκε στο φρούριο της Σαμάρα, στη Μεσοποταμία, από όπου ύστερα από περιπέτειες κατόρθωσε να ελευθερωθεί.  Μοναχός εκάρη στη Ρώμη, αλλά γρήγορα κατέφυγε σε απροσπέλαστες τοποθεσίες του Άθω, όπου εμόνασε 53 χρόνια έχοντας για τροφή άγρια χόρτα, χωρίς να συναντήσει άνθρωπο μέχρι λίγο πριν από τον θάνατο του.  Η δεύτερη φυσιογνωμία του αθωνίτικου ασκητισμού είναι ο Άγιος Ευθύμιος «ο εν Θεσσαλονίκη», που καταγόταν από τα μέρη της Άγκυρας (γεννήθηκε το 823).  Όταν καταστράφηκε η μονή της ασκήσεως του στον Όλυμπο της Μυσίας, στα χρόνια του Σχίσματος, κατέφυγε στον Άθω (859).   Εκεί έζησε τρία χρόνια ως ερημίτης μέχρι το 862, οπότε τον βλέπούμε να ιδρύει λαύρα.  Οι πειρατικές επιδρομές όμως των Σαρακηνών, που είχαν ορμητήριο την Κρήτη, ήταν μια φοβερή μάστιγα για τους ασκητές, που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τη χερσόνησο του Άθω και να καταφύγουν στο εσωτερικό της Χαλκιδικής, στη Βρασταμού.  Εκεί ο Ευθύμιος ίδρυσε μια καινούργια λαύρα. Ανάμεσα στους μαθητές του Ευθυμίου ήταν και ο Ιωάννης Κολοβός, που είδαμε ότι ίδρυσε τη λαύρα κοντά στην Ιερισσό, στη διώρυγα του Ξέρξη (869-873).  Η παράδοση θεωρεί ότι και η ερειπωμένη σήμερα Μονή του Αγίου Βασιλείου, που βρίσκεται στην παραλία της Μονής Χελανδαρίου, σε μικρή απόσταση ΒΑ του Αρσανά, πλάι στο νεκροταφείο της αρχαίας Χρυσής, ανιδρύθηκε από τον Άγιο Βασίλειο, έναν άλλο μαθητή του οσίου Ευθυμίου, επίσης τον 9ο αιώνα.

Σε σιγίλλιο του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού βλέπουμε ότι η έδρα του Πρώτου, η «Καθέδρα των Γερόντων», κοντά  στη διώρυγα (ή δίολκο) του Ξέρξη, ονομάζεται ήδη το 911 «Παλαιά».  Είχε συνεπώς μεταφερθεί στη νέα της θέση, στο κέντρο της χερσονήσου, στη «Μέση», όπως ονόμαζαν τότε τις Καρυές.  Αυτό σημαίνει ότι στις αρχές του l0ου αιώνα ο μοναχισμός είχε απλωθεί σε όλο τον Άθω και δεν εξυπηρετούσε τους μοναχούς και τους ασκητές ή παλιά θέση του Πρώτου στη διώρυγα, κοντά στην Ιερισσό, που εξυπηρετούσε αρχικά το εκεί γύρω συγκεντρωμένα παλαιά κοινόβια και λαύρες.  Στη Μέση κατοικούσε αρχικό μόνον ο Πρώτος, που τον εξέλεγαν οι μοναχοί όλων των μοναστηριών, και αυτός διοικούσε πνευματικά τον τόπο.  Τρεις φορές τον χρόνο (τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου), συνέρχονταν εκεί oι αντιπρόσωποι των μοναστηριών στην εκκλησία της καθέδρας του Πρώτου, το περίφημο «Πρωτάτον».  Ο Πρώτος του Όρους είχε εξουσία εκκλησιαστική και δικαίωμα να φοράει πολυσταύριο φελόνι, όπως οι αρχιερείς.  Είχε δικαίωμα επίσης να μετέχει στις συνόδους και τις συνελεύσεις των πατριαρχών, να χειροτονεί υποδιακόνους και αναγνώστες και να αποκαθιστά ηγουμένους και πνευματικούς στα μοναστήρια του Όρους.

ellasnafs.blogspot.com

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025

ΒΡΕΘΗΚΕ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΕ ΠΑΠΥΡΟ ΤΟΥ 3ου ΑΙΩΝΑ!

Μεγάλη αρχαιολογική ανακάλυψη στην Αίγυπτο:
Βρέθηκε προσευχή στην Παναγία σε πάπυρο του 3ου αιώνα!!! 

Αιγύπτιοι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν έναν πάπυρο σε κοπτική και ελληνική γραφή του 3ου αιώνα στην περιοχή της Αλεξάνδρειας.

Ο πάπυρος περιέχει την αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία μιας προσευχής των Χριστιανών προς την Παναγία.

Το κείμενο  του αρχαίου χειρογράφου έχει πλήρως αναγνωσθεί και  η επίκληση γίνεται με  την παράκληση της συγχώρεσης  και της προστασίας των πιστών από την Παναγία, όπως σημειώνει το δημοσίευμα του Πατριαρχείου Αντιοχείας.
 

Οι αρχαιολόγοι τονίζουν ότι το εύρημα αποτελεί διάψευση των σκεπτικιστών που θέτουν σε αμφισβήτηση την πρακτική της προσευχής προς τους Αγίους και την Παναγία κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού.
 

proskynitis.blogspot.com

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑ ΠΑΝΤΟΤΕ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΑΣ;

 Γιατί δεν απαντά πάντοτε η Παναγία στις προσευχές μας; 

Πολλοί χριστιανοί, και από αυτούς που συμμετέχουν πολύ συχνά στη Λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, θέτουν το εξής ερώτημα: Γιατί δεν απαντάει πάντοτε η Παναγία μας, στις θερμές και επίμονες παρακλήσεις που τις κάνουμε.

Την απάντηση μας την δίνει ένας από τους στίχους της Παρακλήσεως .«Κάθε πιστός, λέει, λαμβάνει το δώρημα, δηλ. την απάντηση, ανάλογα με το συμφέρον της αιτήσεως».

Ζητούμε πολλά, πάρα πολλά από την Παναγία μας. Όμως όλα τα αιτήματά μας δεν είναι προς το συμφέρον μας. Εμείς, σαν άνθρωποι που είμαστε έχουμε μάτι περιορισμένο. Μάτι που βλέπει μόνο το παρόν. Γι’ αυτό ζητούμε πράγματα που στην πρώτη όψη τους φαίνονται σωστά και δίκαια, στην ουσία τους είναι ψεύτικα και επιζήμια. Δεν συντελούν δηλ. στην σωτηρία μας.

Για παράδειγμα θα αναφέρω ένα γεγονός μέσα από την Αγ. Γραφή. Οι Ισραηλίτες ζήτησαν από τον Θεό να τους γλιτώσει από την αιχμαλωσία των Αιγυπτίων και την φτώχεια. Ο Θεός τους άκουσε και τους δώρισε την ελευθερία και πολλά αγαθά. Οι Ισραηλίτες όμως απ’ όλα βλάφτηκαν. Αφού γεύθηκε όλα τα αγαθά του Θεού ο λαός του Ισραήλ, στην συνέχεια απέρριψε τον αληθινό Θεό και άρχισε να προσκυνάει τα είδωλα. Να λοιπόν γιατί δεν λαμβάνουμε πάντοτε την απάντηση που θέλουμε στις Παρακλήσεις μας. Γιατί δεν είναι πάντα προς το αιώνιο συμφέρον μας. Ο Ι. Χρυσόστομος λέει ότι όταν δεν μας απαντάει ο Θεός, τότε μας δίνει την ωραιότερη απάντηση. Γιατί τότε έχει να μας δώσει στον Ουρανό κάτι πολύ ανώτερο από αυτό που ζητούμε εδώ στη γη.

Γι’ αυτό να δείξουμε εμπιστοσύνη στον Θεό, και στην Παναγία Μητέρα Του και να ζητούμε μόνον «Τα καλά και συμφέροντα ταις ψυχαίς ημών…» Αμήν.

ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ: ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΛΕΞΗ ¨ΑΜΗΝ";

Τι σημαίνει η λέξη «Αμήν»; 

ΑΜΗΝ: Είναι ένα είδος συνεργασίας, συμφωνίας με τον Θεόν.

Λέγοντας τη λέξη “ΑΜΗΝ” δηλώνουμε την λαχτάρα, την θέλησή μας για την σωτηρία που μας προσφέρει ο Θεός!

Όλοι ξέρουμε την λέξη «Αμήν» καί συχνά την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή. Πότε έτσι και πότε αλλιώς. Δεν ξέρουμε όμως την πραγματική σημασία της και ας είναι μια από τις πιο σημαντικές λέξεις στο ανθρώπινο λεξιλόγιο.

Άλλοι νομίζουν ότι σημαίνει τέλος καί έτσι την χρησιμοποιούν και λένε “φτάσαμε στο αμήν”, δηλαδή στα άκρα του ζητήματος. Άλλοι την θεωρούν σαν ευχή και έτσι την χρησιμοποιούν. “Αμήν και πότε” λένε συχνά. Άλλοι την εννοούν και λένε “αυτό γίνεται μέχρι να πεις αμήν”, ενώ άλλοι δίνουν διαφορετικό νόημα στη λέξη…

Μπορεί να έχει όλες αυτές τις σημασίες και άλλες και κυρίως το νόημα, που έχει μέσα στο Ευαγγέλιον καί σημαίνει την βεβαίωσιν “αληθινά, πραγματικά, χωρίς αμφιβολία”. Έχει επίσης και την ευχετικήν σημασία, που χρησιμοποιείται και κατά την Θεια Λατρεία και μάλιστα στο τέλος των προσευχών,

Έχει όμως καί άλλην πολύ πιο σημαντικήν σημασία, πολύ πνευματικήν και βοηθόν της σωτηρίας μας. Με αυτήν την απορίαν πήγαμε να επισκεφθούμε τον σοφόν Γέροντα Ασκητήν π. Ισαάκ στο Κελί του, ο φίλος μου ο Γιάννης κι εγώ. Ο φίλος μου κρατούσε πάντοτε μαζί του και ένα μικρό μαγνητόφωνο για να καταγράφει με ακρίβεια τις πνευματικές συνομιλίες με Ασκητές. Με την βοήθεια του μικρού αυτού μαγνητοφώνου θα μεταφέρω τώρα μερικά αποσπάσματα των λόγων του π. Ισαάκ, ο οποίος μας είπε:

– Όποιο λεξικόν και αν ανοίξετε, παιδιά μου, θα δείτε να γράφει ότι η λέξη “Αμήν” προέρχεται από ξένη γλώσσα και έχει νόημα βεβαιωτικόν και ευχετικόν. Την αποδίδουν νοηματικώς με τις λέξεις “αλήθεια, ναι, είθε, γένοιτο” και όντως αυτό είναι το λογικόν της νόημα και αυτό το νόημα δίνουν στην λέξη και οι περισσότεροι άνθρωποι.

Στην πνευματική πραγματικότητα, σε αυτό που λέμε πνευματική ζωή, το “Αμήν” είναι μια πολύ σπουδαία λέξη, μια ιερή λέξη θα έλεγα, μια λέξη από τις σπουδαιότερες, που μπορεί να πει ο άνθρωπος. Και θυμάμαι αυτήν την ώρα έναν μεγάλον ερημίτην, που προσευχόταν συνεχώς με τις λέξεις “Χριστέ μου, αμήν. Χριστέ μου, αμήν, Χριστέ μου, αμήν” και με αυτές τις τρεις λέξεις έλεγε τα πάντα στον Θεόν.

– Ποια είναι η σημασία της, πάτερ μου; ρώτησε ο Γιάννης.

– Θα πρέπει να το δούμε προσεκτικά μέσα στη γλώσσα της Εκκλησίας, που εκφράζει με ακρίβεια την πίστη μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει ποτέ να μεταφρασθούν τα λειτουργικά κείμενα, γιατί θα αλλοιωθούν και θα αλλάξει το νόημά τους. Είναι, άλλωστε κατανοητά σε όλους κατά το μέγα τους μέρος. Διότι λ.χ. δεν χρειάζεται μετάφραση το “Κύριε, ελέησαν” ή Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού αθάνατος υπάρχων”. Έτσι λοιπόν και το “Αμήν”, που τόσον συχνά το χρησιμοποιεί η Εκκλησία, υποδηλώνει και αναφέρει και βεβαιώνει την ανθρώπινη συμμετοχή στο έργον της σωτηρίας του.

Γιατί όλην την σωτηρίαν μας την ενεργεί, την βοηθά και την ολοκληρώνει το θείον έλεος, αλλά χρειάζεται απαραιτήτως και η προσωπική συμφωνία του ανθρώπου, με το να καταθέτει ολόκληρη την θέλησή του λέγοντας με επίγνωση το “Αμήν”. Δεν έχει η λέξη αυτή μόνον την λογικήν σημασίαν και την ευχετικήν διάθεσιν, αλλά πρωτίστως την ολοκληρωτικήν θέλει να θυμόμαστε πάντοτε, ότι στην κάθε προσευχή μας να λέμε το όνομα του Χριστού. Μας το είπε καθαρά: “Εάν τι αιτησητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω” (Ιω. ια 14).

– Αν κατάλαβα καλά, είπε πάλι ο Γιάννης, είναι σαν να ρωτά ο Θεός τον κάθε πιστόν “θέλεις να σε σώσω;”, όπως ρωτούσε τότε τους ασθενείς “Θέλεις υγιής γενέσθαι”, και ο άνθρωπος απαντά με το “Αμήν”, δηλαδή θέλω και εύχομαι και παρακαλώ να σωθώ, Αυτό είναι το νόημα, πάτερ μου;

– Πλησίασες πολύ κοντά, φίλτατε, στην αλήθεια του “Αμήν”, απάντησε ο Γέροντας. Το δύσκολον είναι ότι πλησιάζουν πολλοί την αλήθειαν με την κοινήν λογικήν, που είναι αντιληπτόν από την κοινήν λογικήν. Είναι ωσάν να κάνουμε μια συμφωνία με τον Θεόν, ένα είδος συνεργασίας, και ο Θεός βάζει στην κοινή αυτή προσπάθεια τα δισεκατομμύρια της αιωνιότητας του και ο άνθρωπος μόνον μια δραχμή, που είναι η θέλησή του. Συμφωνείς ελεύθερα και υπογράφεις αυτήν την σύμπραξη με το “Αμήν”.

Αυτό μόνον κάνουμε τελείως ελευθέρα και από τότε γινόμαστε συνεταίροι με τον Θεόν για την σωτήρια μας. Είναι πια όχι μόνον μια λέξη ιερή, αλλά και μια πράξη ιερή. Να θυμηθούμε την παραβολή των Ταλάντων, που είναι σχετική με το “Αμήν” και την συμφωνία μας με τον Θεόν;

– Συμφωνία με τον Θεόν; Πρώτη φορά την ακούω και ομολογώ την έκπληξη μου, ξανάπε με θαυμασμόν ο φίλος μου. Ο Θεός μας θέλει ελευθέρους κοντά του. Είναι αυτό που γράφει ο Απόστολος Παύλος: “Υμείς γαρ επ’ ελευθερία εκλήθητε, αδελφοί” (Γαλ. Ε΄ 13). Τώρα καταλαβαίνω την σημασίαν της ελευθερίας εν Χριστώ. Γιατί ο Απόστολος συνεχίζει την φράση του λέγοντας: “Μόνον μη την ελευθερίαν εις αφορμήν τη σαρκί, αλλά δια της αγάπης δουλεύετε αλλήλοις. Ο γαρ πάς νόμος εν ενί λόγω πληρούται, εν τω, αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν”.

– Θα σου φέρω και ένα άλλο παράδειγμα και αυτό από την εκκλησιαστική γλώσσα, συνέχισε ο π. Ισαάκ. Λέμε κατά την Θ. Λατρείαν το “Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Με αυτό το “Αμήν”, δεν λέμε ότι δίνουμε στον Τριαδικόν Θεόν την αιώνια δόξα, διότι ήδη την έχει υπεράφθονη. Εμείς λέμε και ευχόμαστε να ζήσουμε κι εμείς κοντά σε αυτήν την δόξα, “όπου πάντες οι άγιοι αναπαύονται”, και καταθέτουμε την θέλησή μας ελεύθερα, ευχετικά και παρακλητικά. Γιατί μόνον αυτό έχουμε να δώσουμε στον Θεόν, την ελεύθερη θέλησή μας. Μόνον αυτή είναι δική μας, τίποτε άλλο. Και οι αμαρτίες μας.

– Είπατε, αγαπητέ μου πάτερ Ισαάκ, ότι μόνον η θέλησή μας είναι δική μας και αυτήν μπορούμε να προσφέρουμε στον Θεόν. Αλλά και αυτήν την ελευθερία ο Θεός δεν μας την έδωσε;

– Βεβαίως, ο Θεός μας έδωσε και την ύπαρξη και την ζωήν και την ελευθερία, με τρόπον οριστικόν και αμετάκλητον και την σέβεται απολύτως, για να μπορούμε να διαλέγουμε ανάμεσα στο καλό και στο κακό, που μας περιβάλλει. Καί με το “Αμήν” επιβεβαιώνουμε, λόγω και έργω την θέλησή μας αυτή. Γι’ αυτό και όταν το λεμε, πρέπει να βάζουμε σε αυτό την ψυχή μας ολόκληρη και την θέληση και την λαχτάρα μας, ότι θέλουμε να ζήσουμε παντοτινά κοντά στον Θεόν, μαζί με τον Θεόν, σύμφωνα με την θέληση του Θεού, ο οποίος “πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν” (Α’ Τιμ. β΄ 4), Και ο τρόπος της σωτηρίας μας είναι το όνομα του Χριστού και η εντολή του η μια και μοναδική της σταυρικής αγάπης.

– Και τι είναι η σταυρική αγάπη, πάτερ μου;

– Είναι η αγάπη σε σχήμα σταυρού. Το “καθώς ηγάπησα υμάς”. Η κάθετη διάσταση του σταυρού, εξήγησε ο Γέροντας, είναι η αγάπη προς τον Θεό, με την πλήρη υπακοή μας στο δικό του θέλημα, και η οριζόντια διάσταση είναι η αγάπη σε όλους τους ανθρώπους. Χωρίς την αγάπη αυτή δεν υπάρχει πνευματική ζωή, αλλά μόνον σαρκική ζωή. Η σταυρική αγάπη ανοίγει την πόρτα του Θεού και μας χαρίζει την αληθινή πίστη, που κάνει θαύματα και μας φωτίζει, μας καθαρίζει και μας αγιάζει. Έτσι λυτρωνόμαστε από την αμαρτία και τον θάνατο και ζούμε την αληθινή ζωή.

– Και το Αμήν τι σχέση έχει με την αγάπη, π. Ισαάκ;

– Αν το “Αμήν” το καταλάβουμε σωστά και το βιώσουμε και κρατηθούμε από την αλήθεια, που εκφράζει, τότε γίνεται το κλειδί, που ανοίγει την μεγάλη πύλη της αγάπης. Και εδώ πρέπει να λεχθεί ότι η αγάπη αρχίζει πάντοτε από τον Θεόν, διότι Εκείνος είναι η πηγή της αγάπης της αληθινής και όχι ο δικός μας εγωιστικός συναισθηματισμός, με τον οποίον αγαπούμε αυτούς, πού μας αγαπούν και όχι όλους τους ανθρώπους. “Από Θεού άρχεσθε και εις Θεόν καταλήγειν”, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, και με το “Αμήν” αυτό πράττουμε. Αρχίζουμε από τον Θεόν, ζητώντας την αγάπη του και πάλι με την αγάπη καταλήγουμε στον Θεόν. Και αυτό το μέγα μυστήριον μας το απεκάλυψε η Σταυρική θυσία του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.

– Θέλω να υποβάλλω άλλη μια ερώτηση για το “Αμήν”, πάτερ μου. Πολλοί λένε την λέξη αυτή τυπικά και χωρίς να γνωρίζουν την σημασία, που εσείς μας εξηγήσατε. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μετέχουν σε αυτήν την διαδικασία και δεν έχουν πνευματική συμμετοχή στη θ. Λατρεία και στην προσευχή;

– Όλοι έχουν συμμετοχή, αγαπητέ μου. Αρκεί να βρίσκονται στην ιερή σύναξη. Όλοι μετέχουν ομοθυμαδόν, αποκρίθηκε ο Γέροντας. Διότι ο Θεός δεν εξετάζει τι ξέρουμε, άλλα τι νοιώθουμε και τι λαχταρούμε, και ανάλογα μας επιβραβεύει. Εδώ θα πρέπει να θυμίσουμε τον λόγον της ευαγγελικής Παραβολής περί των ταλάντων: “Ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ. Επί ολίγα ης πιστός, επί την χαράν του Κυρίου σου” (Ματθ. κε’ 21). Ο Θεός είναι δίκαιος και φιλάνθρωπος για όλους. Μακάριοι όσοι λένε το Αμήν με επίγνωσιν της σημασίας του.

Ύστερα μας κάλεσε στο ναίδριον, που βρίσκεται δίπλα στο Κελλί του, για να προσευχηθούμε και να πούμε το “Αμήν” με συναίσθηση και κατάνυξη και να χτυπήσουμε την πόρτα του Θεού, όπου βρίσκεται η πηγή της αγάπης και το άπειρον έλεός του για όλους τους ανθρώπους. Και είπαμε πολλές φορές το “Αμήν”, όπως μας το εξήγησε ο μακαριστός πλέον Γέροντας Ισαάκ. Αμήν, Γέροντα, την ευχή σου να έχουμε. 

Του Π.Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΥ
Από το περιοδικό «Ποιμήν» της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης