ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

«ΔΩΣΤΕ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΔΥΝΑΤΕΙ. ΔΩΣΤΕ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ»

Τι χρειάζονται τα παιδιά σήμερα;

«Δώστε στα παιδιά σας αρχές γιατί το σημερινό σχολείο αδυνατεί. Δώστε τους Χριστό και πατρίδα».Μια προτροπή στην ομιλία ενός μητροπολίτη. Και σκέφτομαι τώρα σαν εκπαιδευτικός.. Παλιά μας έλεγαν οι γονείς μας και οι παππούδες μας:«Μάθε παιδί μου γράμματα, για να γίνεις καλός άνθρωπος».Και μαθαίναμε. Γιατί στους γονείς μας χρωστούσαμε το ζην και στους δασκάλους μας το ευ ζην. Το θυμήθηκα κι αυτό και γύρισα πάλι χρόνια πίσω. Οι δάσκαλοι πάλευαν κάτω από μύριες δυσκολίες όχι να γίνουν πλούσιοι, αλλά να πλουτίσουν εμάς σε σοφία, γνώση και αξίες! Δε θα ξεχάσω τον συντοπίτη δάσκαλο, το Βασίλη Μπουρνάκη, που άκουγε τις θλιμμένες φωνές των παιδιών..»Τα κεραμίδια στάζουν δάσκαλε. Η βροχή μπαίνει μέσα, κρυώνουμε»..



Στην προσπάθειά του να ανέβει στη στέγη να τα φτιάξει γλιστρά και σκοτώνεται.. Και η γυναίκα του η κυρία Ματίνα δασκάλα κι αυτή στο δημοτικό μας έλεγε..»Ο δάσκαλος πρέπει να θυσιάζεται για τους μαθητές. Να έχετε Χριστό και αξίες πάντα».Αυτά τα λόγια άφησαν αποτύπωμα στην ψυχή μας.. Είχαμε καλύτερη παιδεία. Μια παιδεία που συνδύαζε τη γνώση η οποία όμως εξισώνονταν με την καλλιέργεια του χαρακτήρα. Με τη διάπλαση της προσωπικότητας. Με την ψυχική καλλιέργεια.

Και σήμερα; Σήμερα που έχουμε όλα τα μέσα στη διάθεσή μας, ποιό είναι τελικά το ζητούμενο; Μάλλον η γνώση κάποιου αντικειμένου. Η εξειδίκευση. Αυτά που θα κάνουν το παιδί μορφωμένο, επιστήμονα, αντάξιο των προσδοκιών των γονιών. Αυτό μετρά. Ένα σύστημα που καλλιεργεί την παπαγαλία και όχι την κριτική σκέψη. Ένα σύστημα που δίνει έτοιμες γνώσεις, άκοπα, με τόσα βοηθήματα, με την παραπαιδεία και στο τέλος τι; Δε λέω. Και η κατάρτιση είναι καλή και η επιστημοσύνη. Αλλά η σημερινή εκπαίδευση βάζει τον μαθητή σε ένα τρυπάκι. Να είναι άριστος, να μπει στο πανεπιστήμιο, να κάνει και μεταπτυχιακά, και εράσμους και όλα αυτά τα καλά και τα άγια, για να πετύχει μια καλύτερη θέση εργασίας, περισσότερα χρήματα & υλικά αγαθά. Καλό αλλά όχι αρκετό. Γιατί η εκπαίδευση εστιάζει στον πλουτισμό της τσέπης, και όχι της ψυχής και του πνεύματος. Είναι αποκαρδιωτικό να βλέπουμε μορφωμένους και επιστήμονες να διακατέχονται από ένα πνεύμα αλαζονείας, κολακείας διαφθοράς, μικροπρέπειας, επίδειξης και συναλλαγών προκειμένου να προβληθούν.

Για ποια μόρφωση μιλάμε; Για ποια πνευματική, ηθική, πολιτισμική ανέλιξη του ανθρώπου; Που είναι εκείνοι φωτισμένοι δάσκαλοι να δώσουν αρχές και αξίες; Δεν τα ισοπεδώνω όλα. Υπάρχουν και σήμερα άξιοι δάσκαλοι.. Δεν ξέρω όμως αν καταπίνονται από το σύστημα.. Υπάρχουν και σήμερα δάσκαλοι πνευματικοί και σωστοί που προσπαθούν να προσφέρουν πολλά. Αυτή είναι η σωστή εκπαίδευση. Αυτή που δίνει γνώσεις, αλλά παράλληλα διαπλάθει ανθρώπους. Καλή η μόρφωση αλλά να μη γίνει παραμόρφωση. Και καλή είναι η μόρφωση όταν αξιοποιείται για το καλό του συνόλου. Διότι λιγότερο επικίνδυνος είναι ένας αγράμματος κακός, από έναν μορφωμένο κακό.. Και σαν δάσκαλοι κι εμείς ας αφουγκραστούμε λίγο..

Τα παιδιά θέλουν να ακούσουν κάτι άλλο από τα τετριμμένα. Διψά η ψυχή τους. Άς τα ακούσουμε. Μπορεί να μη μας πουν ότι «τα κεραμίδια στάζουν» μας λένε όμως και το γράφουν και στα θρανία «βαριέμαι»…Και ξέρετε τι σημαίνει αυτό, Έχουν πλήξη.. Θέλουν σίγουρα κάτι άλλο που θα γεμίσει την ψυχή τους. Ας προσπαθήσουμε..

της Τρισεύγενης Καπράνου

ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΘ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ
ΕΝΩΣΕΩΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ Ν. ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
       

Μετά από δυο ακυρωτικές αποφάσεις : την 660 και την 926/ 2018 της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), οι οποίες αφορούν το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών (ΝΠΣ) για το μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ) στα Δημοτικά -Γυμνάσια και στα Λύκεια (αντίστοιχα), το ΝΠΣ στο ΜτΘ κρίθηκε τελεσίδικα και επισήμως πλέον  Αντισυνταγματικό.

       Στην ενημερωτική ημερίδα που διοργάνωσε στις 10/6/18 η Πανελλήνιος Ένωσις Θεολόγων (ΠΕΘ) στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα «Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Θρησκευτικά: Νέα δεδομένα – προοπτικές», παρουσιάστηκαν και αναλύθηκαν διεξοδικά (οι αποφάσεις αυτές, 660 και 926) από πλειάδα ακαδημαϊκών - συνταγματολόγων και χαρακτηρίστηκαν ως «μνημεία νομικής τεκμηρίωσης». Με αδιάσειστα νομικά επιχειρήματα διατυπώθηκε ρητά και κατηγορηματικά ότι, σύμφωνα με το Ελληνικό Σύνταγμα, την ισχύουσα εκπαιδευτική νομοθεσία,  και το Διεθνές Δίκαιο,  η επιβολή στην Εκπαίδευση του ΝΠΣ των Θρησκευτικών -το 2016- είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Παράλληλα δικαιώθηκε η ΠΕΘ, η οποία από την αρχή της επιβολής των ΝΠΣ αγωνίστηκε  εναντίον τους  με  Θεολογικά και Παιδαγωγικά επιχειρήματα προς κάθε κατεύθυνση. 
       Ως παράρτημα της ΠΕΘ Κορινθίας διοργανώσαμε κι εμείς ημερίδα στις 20/1/2018 στο Δημοτικό Θέατρο Κορίνθου, με τίτλο «Γιατί λέμε ΟΧΙ στα νέα Θρησκευτικά» και ομιλητές τον καθηγητή Παιδαγωγικής- Χριστιανικής παιδαγωγικής του ΑΠΘ  και πρόεδρο της ΠΕΘ κ. Ρεράκη Ηρακλή, τον δάσκαλο- θεολόγο και συγγραφέα Δημήτρη Νατσιό και την καθηγήτρια Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ κα Μαντουβάλου Μαρία. Σκοπός, η ενημέρωση των γονέων και της ευρύτερης κοινωνίας για την προβληματική δομή,  ύλη,  μεθοδολογία  και στοχοθεσία των νέων «πολυθρησκειακών» Θρησκευτικών.
       Το παράρτημα της ΠΕΘ Κορινθίας, αισθάνεται δικαιολογημένα ικανοποίηση, δικαίωση και ανακούφιση για την εξ’ αρχής δυναμική αντίδρασή του και τον μετέπειτα συνεχή αγώνα του για την ενημέρωση των συναδέλφων εκπαιδευτικών και της κοινής γνώμης, όσον αφορά τον Θεολογικά (πρωτίστως), παιδαγωγικά  (δευτερευόντως) και νομικά (τέλος), «απαράδεκτο και επικίνδυνο», χαρακτήρα του ΝΠΣ στα Θρησκευτικά. Θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλους τους συναδέλφους, τους φορείς, τους απλούς πολίτες και συνανθρώπους μας, που μας εμψύχωσαν και μας ώθησαν να αγωνιστούμε για ένα συμβατό με την Ορθόδοξη πίστη μας θρησκευτικό μάθημα στα σχολεία. Παράλληλα διαμηνύουμε προς κάθε κατεύθυνση ότι ο αγώνας συνεχίζεται. Επίσης, καλούμε όλους τους συναδέλφους θεολόγους, να σταθούν θαρραλέα απέναντι σε κάθε προσπάθεια  υπονόμευσης του έργου τους, απ΄όπου κι αν προέρχεται και να μη λυγίσουν σε θρασύδειλες πιέσεις, κατά τη άσκηση  του καθήκοντός τους.

ΚΑΛΟΥΜΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ:
 Α. Να αποδείξει ότι σέβεται τους πυλώνες της Ελληνικής  Δημοκρατίας, συμμορφούμενος άμεσα με τις αποφάσεις 660 και 926/18 του ΣτΕ.  
B.Να επαναφέρει -το συντομότερο- το αμέσως προηγούμενο, συμβατό με το Σύνταγμα και τους νόμους, Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών και τα διδακτικά εγχειρίδια που το συνόδευαν στην Α΄θμια και Β΄θμια Εκπαίδευση.
Γ. Να προχωρήσει σε διάλογο συνεργασίας με την Εκκλησία της Ελλάδος την ΠΕΘ και την εκπαιδευτική κοινότητα για την βελτίωση του Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών (που ίσχυε πριν το ΝΠΣ) , ως «τη μόνη νόμιμη και ρεαλιστική πρόταση». Πρόταση η οποία είχε και την ομόφωνη γνώμη της Ιεραρχίας  της Εκκλησίας της Ελλάδος (απόφαση Μαρτίου του 2016), αλλά και των δυο τότε κοσμητόρων των Θεολογικών Σχολών, όπως  είπε και στην εισήγησή του ο πρώτος εισηγητής στην Ακαδημία Αθηνών (10/6/18), Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος.
     Σε κάθε περίπτωση πάντως, καλούμε όλους τους συνάδελφους εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (με το νέο σχολικό έτος από το Σεπτέμβριο του 2018), να αναλογιστούν τις ιστορικές ευθύνες που έχουν ως Έλληνες πολίτες απέναντι στο λειτούργημά τους, στη δημοκρατία, στο Νόμο, στο Σύνταγμα, μα πάνω απ΄όλα στο Θεό και να πράξουν κατά τη συνείδησή τους.
     Τελειώνοντας θέλουμε να σας θυμίσουμε τα πιο επίκαιρα σήμερα -όσο ποτέ άλλοτε- λόγια του μεγάλου λογοτέχνη, αγιογράφου και πατριώτη κυρ Φώτη Κόντογλου του Κυδωνιέως (Ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Πονεμένη Ρωμιοσύνη», τῶν ἐκδόσεων «Ἀστήρ»:
«Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ  στὴν παράδοση,  ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε,  ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος  ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε την Ἑλλάδα  ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή,  ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά. Κουράγιο, ὁ καιρὸς θὰ δείξει ποιὸς ἔχει δίκιο, ἂν καὶ δὲ χρειάζεται ὁλότελα αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη.»

ΚΌΡΙΝΘΟΣ  20 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018
Για τη διοικούσα επιτροπή του παραρτήματος ΠΕΘ Ν. Κορινθίας

Ο πρόεδρος                                                       Η γραμματέας

ΜΕΤΖΑΚΗΣ  ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ                             ΤΟΓΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

ΗΡΑΚΛΗΣ ΡΕΡΑΚΗΣ: ΠΑΙΔΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ;

Παιδεία χωρίς ανάπτυξη της εθνικής
και θρησκευτικής συνείδησης;
Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Παιδαγωγικής –Χριστιανικής Παιδαγωγικής στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε ότι εξοβελίζονται συστηματικά από το Υπουργείο Παιδείας όλα τα δομικά πνευματικά υλικά που έκτισαν σταδιακά τις απαραίτητες θεμελιακές αρετές και αξίες

για να μπορεί να διατηρηθεί ο πολιτισμός, η γλώσσα, η πίστη και η ιστορία του ελληνικού λαού, δηλαδή οι ρίζες της ελληνορθόδοξης ταυτότητας και κληρονομιάς.


Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, πριν λίγα χρόνια, αφαίρεσε από τον τίτλο του τον συμβολικό όρο «Εθνικής»  και έγινε Υπουργείο Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων.
Τον περασμένο Φεβρουάριο, επίσης, μετέτρεψε το άρθρο του Οργανισμού του, που αναφέρεται στον σκοπό του Υπουργείου Παιδείας και, ενώ μέχρι τώρα είχε οριστεί, ως σκοπός του Υπουργείου,  «η ανάπτυξη της Εθνικής και Θρησκευτικής συνείδησης», από τώρα και μετά ο σκοπός του Υπουργείου κολοβώθηκε και έμεινε μόνον «η ανάπτυξη της Εθνικής συνείδησης», αφού αφαιρέθηκε ο όρος «Θρησκευτικής».
Το 2016 το ίδιο Υπουργείο ενέκρινε και επέβαλε νέα πολυθρησκειακά Προγράμματα Σπουδών και Βιβλία στα Θρησκευτικά Δημοτικού –Γυμνασίου –Λυκείου, χωρίς να λάβει υπόψη τις έγκυρες και νομικά κατοχυρωμένες διαμαρτυρίες και θέσεις της Εκκλησίας, της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων και τόσων άλλων Φορέων, που αποδείκνυαν τη θεολογική και παιδαγωγική ακαταλληλότητα των παραμορφωμένων αυτών Θρησκευτικών.
Ωστόσο, πριν λίγες μέρες, το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), μετά από σχετικές προσφυγές, με δύο αριστουργηματικές Αποφάσεις του ακύρωσε τα Προγράμματα αυτά, διότι έκρινε ότι με το περιεχόμενό τους «δεν υπηρετείται ο συνταγματικός σκοπός, η ανάπτυξη δηλαδή της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως, αλλά επιχειρείται ο κλονισμός ή και η μεταβολή αυτής»
 Επεσήμανε μάλιστα ότι «σχολική διδασκαλία, που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή ή την αλλοίωση της θρησκευτικής  συνειδήσεως των μαθητών, όπως αυτή διαμορφώνεται στο πλαίσιο της οικογενείας, θα συνιστούσε μορφή ομαδικού προσηλυτισμού ιδιαιτέρως σοβαρή, ως επέμβαση στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών, που δεν διαθέτουν την κριτική αντίληψη και ωριμότητα των ενηλίκων, κατά παράβαση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 του Συντάγματος».
Το ΣτΕ, μάλιστα, στις αποφάσεις του έκανε σαφές ότι «η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως επιτελείται κυρίως με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, το οποίο για να υπηρετεί τον εν λόγω σκοπό, πρέπει να διδάσκεται επί ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως και να περιλαμβάνει οπωσδήποτε, με σαφήνεια και πληρότητα, τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χωρίς να καλλιεργεί αμφιβολίες ως προς τα εν λόγω στοιχεία που συγκροτούν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη, ούτε να προκαλεί σύγχυση με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών».
Επίσης, αποφάσισε ότι η διδασκαλία των πολυθρησκειακών θρησκευτικών «δεν είναι ικανή να αναπτύξει, ήτοι να εμπεδώσει και να ενισχύσει, όπως επιβάλλεται από την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος, την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση των μαθητών, διότι η διδασκαλία αυτή α) είναι ελλιπής κατά περιεχόμενο, β) δεν είναι αυτοτελής, αμιγής και διακριτή σε σχέση με την διδασκαλία στοιχείων αναφερομένων σε άλλα δόγματα ή θρησκείες, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στους μαθητές ως προς το περιεχόμενο της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας, και γ) δεν είναι επαρκής από την άποψη του χρόνου που διατίθεται για αυτήν».
Παρά ταύτα, το Υπουργείο Παιδείας διακήρυξε ότι δεν θα υπακούσει στις αποφάσεις του ΣτΕ και ότι θα συνεχίσει να εφαρμόζει τα ακυρωμένα από το ΣτΕ πολυθρησκειακά Προγράμματα που αποδομούν την ορθόδοξη θεολογική και πολιτισμική παράδοση και συνέχεια της χώρας αλλά και την υπαρξιακή δομή των ορθόδοξων μαθητών.
Η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, με αυτήν την απέχθεια που επιδεικνύει έναντι της οικείας ορθόδοξης παραδόσεως των μαθητών/τριών, αντιτίθεται στην εκπαιδευτική ιστορία και στο διαχρονικό πολιτισμικό τοπίο της Ελλάδος. Διότι η πνευματική δομή της χώρας δεν κτίζεται τώρα εξ αρχής. Έχει ήδη κτιστεί από πολύ σημαντικές προσωπικότητες της ιστορίας μας. Ο Καποδίστριας έλεγε: «Η βελτίωση της κοινής Πατρίδας της Ελλάδας εξαρτάται εκ του έργου της καλής εκπαιδεύσεως των τέκνων της…, καλής υπό την ηθικήν και χριστιανικήν έννοιαν, καλής επίσης και υπό την φιλολογικήν και γλωσσικήν έννοιαν». Αισθανόταν ότι υπηρετεί ταπεινά το «θυσιαστήριον της Πατρίδος». 
Την ιστορική και πνευματική σύνδεση της Ελλάδας με την ορθοδοξία, την  οποία η σημερινή πολιτική ηγεσία περιφρονεί, την σεβόταν ο Καποδίστριας, θέτοντας τις βασικές της αρχές. Η πρώτη ήταν η διαφύλαξη της πίστεως και της ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διότι: «Οι Έλληνες ... ηνωμένοι δια της εις Χριστόν και εις την Αγίαν του Εκκλησίαν σταθεράς πίστεώς των ... υποστάντες την οθωμανικήν δυναστείαν, υπό μόνην την σκέπην της Εκκλησίας των διεσώθησαν. Άμα δε τώ ανεγερθήναι εις σώμα Έθνους, οι αυτών αντιπρόσωποι ανεκήρυξαν την Ελληνικήν θρησκείαν, θρησκείαν της επικρατείας... και η δεύτερη η διάσωση της ταυτότητας του Έθνους».
Η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου, μέσω της πολυθρησκείας που επιβάλλει, σχεδιάζει να πετύχει ένα ουδετερόθρησκο σχολείο και κράτος, Η θέση του Καποδίστρια ήταν ότι «Αποτελεί θεία τιμή το να αναθρέψει κάποιος Ελληνόπαιδες, με τις γνώσεις της ιεράς μας θρησκείας».

Ο Θ. Κολοκοτρώνης, επίσης, είπε μεταξύ άλλων σε νέους στις 8 Οκτωβρίου 1833 στην Πνύκα: «Αφού ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό Του και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό, τι ημπορούσαν , διά να αλλάξει ο λαός την πίστη του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος τον Σταυρό του έκαμε. Παιδιά μου! Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να τη στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστες και έπειτα υπέρ Πατρίδος».
Ολοι σχεδόν οι κυβερνήτες της Ελλάδας σεβάστηκαν την Ορθοδοξία και το ορθόδοξο μάθημα των Θρησκευτικών. Η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας δεν θέλει να στηρίξει την ορθόδοξη παιδεία, διότι το σχέδιό του είναι να μην διατηρήσει την ορθόδοξη χριστιανική του ταυτότητα ούτε ο λαός συλλογικά ούτε ο καθένας νέος προσωπικά.
Ωστόσο, στην Ευρώπη και αλλαχού, ο Χριστιανισμός ως κομμάτι της ιστορικά διαμορφωμένης Εθνικής ταυτότητας, και τα χριστιανικά σύμβολα, ως αναπόσπαστα μέρη της εθνικής ιδιοπροσωπίας, διατηρούνται και γίνονται σεβαστά, από σύγχρονους προοδευμένους και δημοκρατικούς λαούς. Το μάθημα των Θρησκευτικών στη συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών είναι χριστιανικό. Σε κανένα λαό δεν θεωρείται η πίστη «κώλυμα» για την κοινωνική πρόοδο.
Αυτό που συμβαίνει στην Πατρίδα μας, με αυτήν την ιδεοληπτική ηγεσία που έχει το Υπουργείο Παιδείας, να ξεριζώνεται η πίστη του λαού, αποτελεί διεθνή πρωτοτυπία. Όλες οι χώρες που προοδεύουν σέβονται την ταυτότητά τους. Δεν προσπαθούν να την… αποδομήσουν και να την εξαφανίσουν.
Η ηγεσία του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας, υποτιμώντας και αγνοώντας το Σύνταγμα και τους νόμους, το διεθνές δίκαιο των γονέων, τη θρησκευτική συνείδηση των μαθητών/τριών και το θρησκευτικό και πολιτισμικό τοπίο της Ελλάδας διώκει και απωθεί την ορθόδοξη πίστη του λαού και των παιδιών μας, επιβάλλοντας αντί μιας πίστεως ένα μείγμα πίστεων, αντί του ενός Θεού, πολλούς Θεούς, αντί της χριστιανικής θρησκευτικής ταυτότητας, μια πολλαπλή θρησκευτική ταυτότητα.
Τα σχεδιασμένα μαθησιακά αποτελέσματα που επιδιώκει να πετύχει, μέσα από αυτήν τη δίωξη των ορθοδόξων μαθητών/τριών, είναι η θρησκευτική σύγχυση, ο θρησκευτικός συγκρητισμός και ο μηδενισμός. Όμως, μάλλον, λογαριάζουν χωρίς τον Ξενοδόχο και Ξενοδόχος είναι ο Ιησούς Χριστός και ο ορθόδοξος Ελληνικός λαός!

Ορθόδοξη Αλήθεια, 06.06.2018

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

ΠΕΝΤΕ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΔΗΘΕΝ ΑΝΤΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ


«Ας μη στερήσουμε στα παιδιά τη γνωριμία με την»… πανθρησκείαν!
Πέντε επιγραμματικαί απαντήσεις εις δήθεν αντεπιχειρήματα υπερασπίσεως του νέου συγκρητιστικού μαθήματος των θρησκευτικών:

«Είναι δυνατόν οι εκπαιδευτικοί να μεταβληθούν εν μια νυκτί σε «συγκρητιστές θρησκειολόγους» και να κάνουν τέτοιου είδους μάθημα;». Ουδείς ισχυρίσθη ότι οι θεολόγοι θα μεταβληθούν εις θρησκειολόγους, αλλά ότι το προσφερόμενον διδακτικόν υλικόν έχει τοιαύτην δομήν και περιεχόμενον.


«Οι φάκελοι υλικού δεν είναι διδακτικά βιβλία κι ούτε διδακτέα ύλη ο,τι υπάρχει μέσα σε αυτούς». Οι φάκελοι δίνονται εις σχήμα βιβλίου εις τους μαθητάς και δύνανται τα ίδια η το οικογενειακόν τους περιβάλλον να τα αναγνώση ως οποιοδήποτε βιβλίο. Ο,τι υπάρχει εντός των φακέλων είναι διδακτέα ύλη απλώς δεν σημαίνει ότι θα διδαχθή όλη.
«Οι επικριτές μη μπορώντας να αποδεχθούν το γεγονός ότι πλέον το ΜτΘ δεν έχει κατηχητικό χαρακτήρα, περνάνε στο άλλο άκρο βαφτίζοντάς το «συγκρητιστικό» κ.α.

Το νέο ΠΣ θρησκευτικών δίνει στα παιδιά τη δυνατότητα να γνωρίσουν την ορθόδοξη πίστη και παράδοση αυτού του Τόπου ως γνωστικό  μορφωτικό αγαθό». Οι θιασώται των νεόκοπων θρησκευτικών αρνούνται πεισματικά οποιαδήποτε κριτική αν και τους υποδεικνύεται επιστημονικά ότι το μάθημα είναι πολυθρησκειακόν. Μέμφονται ψευ­δώς όσους αντιτίθενται ότι τάχα ζητούν κατηχητικόν χαρακτήρα, ενώ το αίτημα είναι σαφώς δια ομολογιακόν μάθημα. Ωστόσον ακόμη και ο γνωστικός χαρακτήρ είναι πολύ κατώτερος του κατηχητικού χαρακτήρος, αφού η πίστις και ταυτότης των Ορθοδόξων μαθητών δεν είναι δυνατόν να υποβιβάζεται εις εγκυκλοπαιδικόν νοησιαρχικόν αγαθόν.
«Πανθρησκειακόν μάθημα σημαίνει ότι διδάσκω ισότιμα τα πάντα γύρω από όλες τις θρησκείες και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο που αναμειγνύω κιόλας πράγματα από τη μία η την άλλη, για να δημιουργήσω κάτι νέο π.χ. φτιάχνω μία προσευχή που έχει μέσα επίκληση και στο Χριστό και στην ινδουιστικοβουδιστική φιλοσοφία και στον Αλλάχ».

Ναι οι ίδιοι ομολογούν ότι διδάσκονται ισότιμα όλα απ’ όλες τις θρησκείες. Ο υποστηρικτής των νέων θρησκευτικών κ. Ν. Γκούνας («Χριστιανική», φ. 1006/ 22.03.2018) γράφει «αυτό που κάνουν τα νέα θρησκευτικά είναι απλά να διδάσκουν το τι λέει η κάθε θρησκεία για κάθε θέμα»! Επίσης εις την Δ  Δημοτικοῦ γράφεται ότι «Με την προσευχή οι άνθρωποι προσπαθούν να επικοινωνούν με τον Θεό που πιστεύουν.

Ωστόσο, καθώς ο Θεός είναι «πανταχού παρών», μπορούν να προσεύχονται όποτε και όπου το θελήσουν». Εις την Στ  Δημοτικοῦ έχει φωτογραφίες από προσευχή Ορθοδόξων εις τον Χριστόν και Μουσουλμάνων εις τον Αλλάχ εις την Λέσβον και γράφει «Ζούμε και προσευχόμαστε μαζί. Διαθρησκειακή προσευχή». Εις την Γ  Γυμνασίου υπάρχει φωτογραφία από την διαθρησκειακή προσευχή της Ασσίζης του 2011. Αυτά δεν είναι συγκρητιστικά η σκοπίμως αποσιωπώνται;
«Ακόμη αναπαράγουν το ψεύδος ότι οι αλλόδοξοι/θρήσκοι διδάσκονται τη δική τους μόνο πίστη. Αυτό συμβαίνει μόνο στη Θράκη και σε ορισμένα δημόσια σχολεία της Αθήνας και των Κυκλάδων». Επομένως ισχύει ότι μουσουλμάνοι και παπικοί διδάσκονται την πίστιν τους, αν επιλέξουν κάποιο από αυτά τα σχολεία η αν μελλοντικώς ιδρυθούν και άλλα παρόμοια σχολεία…


ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΒΑΣΙΣΤΗΚΕ Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

Αναίρεση της επιχειρηματολογίας 
στην οποία βασίστηκε η αλλαγή του μαθήματος των Θρησκευτικών
του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου

Ήδη από το καλοκαίρι του 2008 με τις τρεις εγκυκλίους για τις απαλλαγές από τα Θρησκευτικά, ξεκίνησε η εφαρμογή του σχεδίου μετατροπής του μαθήματος των Θρησκευτικών από ορθόδοξο θεολογικό σε πανθρησκειακό.

Οι εγκύκλιοι Στυλιανίδη αποτέλεσαν το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η θεωρία ότι αν τα Θρησκευτικά δεν αλλάξουν χαρακτήρα τότε θα χαθεί η υποχρεωτικότητά τους. Δεν είναι λίγοι μάλιστα αυτοί που πιστεύουν ότι οι εγκύκλιοι εκείνες προετοιμάστηκαν και προωθήθηκαν από τα ίδια πρόσωπα που λίγο καιρό αργότερα ανέλαβαν το έργο της αλλαγής του χαρακτήρα των Θρησκευτικών με στόχο, όπως έλεγαν, τη διάσωση της υποχρεωτικότητας του μαθήματος. Ούτε λίγο ούτε πολύ οι επίδοξοι αναμορφωτές της θρησκευτικής εκπαίδευσης ισχυρίζονταν ότι εάν το μάθημα των Θρησκευτικών πάψει να είχε χαρακτήρα αποκλειστικά ορθόδοξο και χριστιανικό και ανοιχτεί στις άλλες ομολογίες και θρησκείες, θα αφορά όλους τους μαθητές ανεξαρτήτως θρησκεύματος και θα οδηγήσει στην πλήρη κατάργηση του δικαιώματος απαλλαγής.

    Και οι μεν εγκύκλιοι Στυλιανίδη καταργήθηκαν μετά από πολυετή αγώνα, κυρίως δε με την απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, την οποία πέτυχαν με επίπονες και επίμονες προσπάθειες αγωνιστές Θεολόγοι της Κρήτης. Το Υπουργείο Παιδείας, έστω και με καθυστέρηση επτά ετών, το 2015, επί Υπουργίας Ανδρέα Λοβέρδου, επανέφερε το καθεστώς των απαλλαγών στο σημείο που αρμόζει, χορηγώντας τέτοιο δικαίωμα μόνο σε μαθητές αλλόθρησκους, ετερόδοξους ή άθεους μέσω σχετικής υπεύθυνης δήλωσης. Ωστόσο οι σχεδιαστές της "αναβάθμισης" του θρησκευτικού μαθήματος συνέχισαν το έργο τους, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι εξ αρχής στόχευαν στην αλλαγή του χαρακτήρα του μαθήματος και όχι στην επίλυση του ζητήματος των απαλλαγών, για τις οποίες σημειωτέον ουδεμία πρωτοβουλία ανέλαβαν ώστε να επιλυθούν σε επίπεδο διοικητικό και πριν εξαναγκαστούν λόγω της αναγκαίας, όπως αποδείχτηκε, παρέμβασης της δικαιοσύνης. Καρπός του σχεδιασμού τους υπήρξαν τα νέα Προγράμματα Σπουδών τα οποία αρχικά εφαρμόστηκαν πιλοτικά και κατόπιν γενικευμένα, ακολουθούμενα από τους γνωστούς Φακέλους Μαθήματος. Όλα αυτά μαζί, Προγράμματα Σπουδών και Φάκελοι Μαθήματος κρίθηκαν φέτος με δύο αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ αντισυνταγματικά, ωστόσο αυτοί που τα εκπόνησαν επιμένουν στην εφαρμογή τους μέχρι τελικής πτώσεως παραβλέποντας τις τελεσίδικες αποφάσεις της δικαιοσύνης. Αν όμως εκείνοι έχουν επιμονή, μεγαλύτερη υπομονή, επιμονή και αγωνιστικότητα επιδεικνύουν όσοι αγωνίζονται για τη διάσωση του ορθόδοξου χριστιανικού μαθήματος.
    Έτσι τα νέα Θρησκευτικά για όλους τους μαθητές ήρθαν στα σχολεία, ποτέ όμως δεν ήρθε η κατάργηση του δικαιώματος των απαλλαγών που είχαν υποσχεθεί οι "αναμορφωτές" του μαθήματος. Αντιθέτως κανείς δεν τολμά πλέον να αγγίξει την εγκύκλιο Λοβέρδου που συνεχίζει να ισχύει και στην οποία παραπέμπουν ακόμη και τα νέα Προεδρικά Διατάγματα που αφορούν τη λειτουργία των σχολείων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Στον συνεχιζόμενο διάλογο Εκκλησίας - Πολιτείας για τα Θρησκευτικά συχνά πυκνά επανέρχεται το επιχείρημα από την πλευρά της Πολιτείας ότι αλλάξαμε τα Θρησκευτικά και έτσι πετύχαμε να διατηρήσουμε την υποχρεωτικότητα του μαθήματος. Ατυχώς οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας δείχνουν να έχουν πεισθεί και να αποδέχονται τη θεωρία αυτή.
    Αποκαλυπτική ωστόσο για το θέμα μας ήταν η τοποθέτηση του κ. Θεοδώρου Παπαγεωργίου, Νομικού Συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος σε πρόσφατη ημερίδα. Είχε προηγηθεί εισήγηση του κ. Σταύρου Γιαγκάζογλου, κύριου σχεδιαστή των νέων Θρησκευτικών και επί σειρά ετών Συμβούλου του ΙΕΠ και του Υπουργείου Παιδείας για το μάθημα των Θρησκευτικών. Παίρνοντας το λόγο μετά τον κ. Γιαγκάζογλου, ο κ. Παπαγεωργίου τόνισε μεταξύ άλλων: "Από το 2015 ήταν διακηρυγμένος πολιτικός και παιδαγωγικός στόχος του Υπουργείου Παιδείας και του ΙΕΠ ότι το δικαίωμα της απαλλαγής έχει να κάνει με την ομολογιακότητα του μαθήματος. Έχει επαναληφθεί δύο - τρεις φορές η παρεμπίπτουσα κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε αποφάσεις για τουρκικές υποθέσεις και στην περίφημη Folgerο κατά Νορβηγίας ότι παρότι ένα μάθημα είναι καθαρά γνωσιολογικό, παιδαγωγικό, ενδεχομένως και ουδέτερο στην έκθεση των γνώσεων, δεν αποκλείει σε καμία περίπτωση το δικαίωμα των γονέων να θεωρήσουν ότι το παιδί τους δοκιμάζει μία συνειδησιακή σύγκρουση μεταξύ των αξιών που ακούει στο σχολείο και των αξιών που είναι μεταδιδόμενες σε αυτό από την οικογένειά του. Άρα ο στόχος του Υπουργείου ότι θέλουμε να αλλάξουμε το μάθημα των Θρησκευτικών για να αποφύγουμε τις απαλλαγές - και πρέπει να πω ότι αυτό είναι κάτι που το έχει πιστέψει και η πλευρά της Εκκλησίας της Ελλάδος, ότι αλλάζουμε το μάθημα και σώσαμε την υποχρεωτικότητα - αυτό είναι μια χίμαιρα. Δεν υπάρχει κανένα είδος μαθήματος, έστω και εγκυκλοπαιδικό, στο οποίο μπορείς να αποφύγεις τις απαλλαγές".

   Συμπερασματικά, η μετατροπή του χριστιανικού θεολογικού μαθήματος των Θρησκευτικών σε πολυθρησκειακό στα ελληνικά σχολεία που υλοποιήθηκε σταδιακά τα τελευταία χρόνια δεν βρίσκει επαρκή αιτιολόγηση σε κανένα από τα προβληθέντα κατά καιρούς επιχειρήματα των σχεδιαστών της.
      Ένα "μάθημα για όλους" δεν ζητήθηκε από κανέναν γονέα ή μαθητή ούτε ορθόδοξο ούτε άλλης ομολογίας ή θρησκείας. Καμία θρησκευτική κοινότητα στην Ελλάδα δεν ζήτησε ποτέ ένα μάθημα θρησκειολογικό ή  "ανοιχτό στις άλλες θρησκείες".
     Οι γνωμοδοτήσεις των Ανεξάρτητων Αρχών που περιέπλεξαν το ζήτημα των απαλλαγών και χρησιμοποιήθηκαν ως επιχείρημα για την δήθεν ανάγκη αλλαγής του περιεχομένου του μαθήματος, μπορούσαν εξαρχής να απαντηθούν με βάση την εγχώρια και ευρωπαϊκή νομολογία, πράγμα που τελικά έγινε, μετά από ταλαιπωρία ετών, από το Διοικητικό Εφετείο Χανίων. Η αντίστοιχη νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, σε αντίθεση με όσα γενικόλογα υποστηρίζονται στη χώρα μας, δεν συνάδει με απροϋπόθετες απαλλαγές ούτε πολύ περισσότερο επιτάσσει διδασκαλία πολυθρησκευτικού μαθήματος Θρησκευτικών.
     Η σύγχρονη κοινωνία που αλλάζει, η πολυπολιτισμικότητα που αποτελεί πλέον γνώρισμα της ελληνικής κοινωνίας και παρεμφερή επιχειρήματα "εκσυγχρονιστών" θεολόγων απαντήθηκαν οριστικά και αμετάκλητα από το ΣτΕ που είχε όμως και στο παρελθόν εκφράσει την ίδια ακριβώς θέση περί των δικαιωμάτων της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων Ορθοδόξων μαθητών να έχουν μάθημα Θρησκευτικών που θα καλλιεργεί την ορθόδοξη χριστιανική συνείδησή τους.
    Επομένως, αναμένει απάντηση το ερώτημα ποιους σχεδιασμούς εξυπηρετούσαν όσοι μεθοδικά εργάστηκαν για την μετατροπή του μαθήματος των Θρησκευτικών σε πολυθρησκευτικό. Είναι βέβαιο ότι δεν έσπευδαν να διασώσουν την υποχρεωτικότητά του ούτε να πετύχουν τον ανέφικτο στόχο της πλήρους κατάργησης των απαλλαγών ούτε να το εμπλουτίσουν θεολογικά. Ποιον λοιπόν στόχο εξυπηρέτησαν και συνεχίζουν να υπηρετούν;
   Ο επικεφαλής της προσπάθειας αλλαγής του θρησκευτικού μαθήματος και πολλοί συνεργάτες του ακολουθούν εδώ και λίγο καιρό διαδρομές προσωπικής καταξίωσης και καριέρας άλλοι επιλεγέντες και άλλοι μεταταγέντες σε θέσεις των Θεολογικών Σχολών ενώ πολλοί από τους μέχρι πριν λίγα χρόνια πρωτοστατούντες στην προσπάθεια, μάλιστα δε μετά φωνών και ερίδων, έχουν πλέον αποσυρθεί. Το ΣτΕ με τις δύο πρόσφατες αποφάσεις του ακύρωσε εξολοκλήρου τα Προγράμματά τους και όσοι τώρα απέμειναν γραφικοί συνεχιστές αυτής της προσπάθειας μάλλον άδικα χάνουν το χρόνο και τον "καιρό" τους.
     Ήρθε επιτέλους η ώρα να κλείσει αυτός ο φαύλος κύκλος και να εργαστούμε με την πεποίθηση ότι οι μαθητές μας θα πλουτίσουν πραγματικά εάν τους προσφέρουμε ανόθευτη την Παράδοσή μας εμπλουτίζοντάς την με τους νέους ευώδεις καρπούς των συγχρόνων αγίων όπως των Οσίων Παϊσίου του Αγιορείτου, Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου, Ιακώβου του εν Ευβοία και άλλων, μακριά από τα θολά νερά της μεταπατερικής εκκοσμικευμένης ψευτοθεολογίας. 

Ορθόδοξος Τύπος, 01.06.2018

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΟΓΙΑΤΖΗ: ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ 660/2018 ΤΟΥ ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΟΓΙΑΤΖΗ
Θεολόγου Καθηγητή του 3ου ΓΕΛ Υμηττού,
Γραμματέα του Εποπτικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ 660/2018 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

Είναι γνωστό ότι εδώ και κάποιες δεκαετίες εξελίσσεται η προσπάθεια της υποβάθμισης και της ουσιαστικής κατάργησης του μαθήματος των Θρησκευτικών στο ελληνικό σχολείο.
Το έργο αυτό έχει αναλάβει μια φαινομενικά ετερόκλητη συμμαχία, αριστερών, κεντρώων και δεξιών οπαδών του κοσμοπολιτισμού και της αποδόμησης των εθνικών παραδόσεων, που εργάζεται εντατικά για να αποδυναμώσει τους πυλώνες της ελληνικής ταυτότητας, την ελληνική ιστορική και ορθόδοξη συνείδηση και τη γλώσσα. Οι κατά τα άλλα ιδεολογικοί και πολιτικοί αντίπαλοι, ομονοούν όταν με πάθος επιτίθενται στα θέσμια του έθνους, άλλοι με την ταυτότητα του αριστερού, άλλοι ως ευρωπαϊστές και κάποιοι ως ανανεωτές και εκσυγχρονιστές[1].

Στην ανίερη αυτή σύναξη αυτή προχώρησαν, δυστυχώς, εδώ και κάποια χρόνια, μερικοί θεολόγοι και ορισμένοι αρχιερείς.Τα κίνητρα των νεόκοπων αυτών μελών δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν, όμως η ιδεολογική τους ταύτιση και συμπόρευση με τους αποδομητές, παρά τις φαιδρές αντιπαραθέσεις για τα μάτια του κόσμου, έχει πια αποκαλυφθεί και προκαλεί θλίψη και αγανάκτηση σε κάθε πολίτη που αγαπά και νοιάζεται για την Εκκλησία και την πατρίδα.
Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση 660/2018 που κατήργησε το ισχύον πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών αποτελεί μια σημαντική νίκη στον αγώνα για την αποτροπή της υποβάθμισης και της διάλυσης του. Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε και θα σχολιάσουμε τα βασικά σημεία της αποφάσεως και εκτενέστερα τις απόψεις της μειοψηφίας του ΣτΕ.


Α. ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ

Τα κυριότερα σημεία του σκεπτικού είναι τα εξής:
1. Βασικό στοιχείο της συνταγματικής παράδοσης της Ελλάδος είναι η επίκληση της Αγίας Τριάδος και η αναφορά στο πραγματικό γεγονός της επικρατούσας θρησκείας δηλαδή της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας.
2. Η έννοια της πρόβλεψης του αρ. 16, παρ. 2,  είναι η καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων, δηλαδή της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης. Αυτό συνάγεται:
α. Από το πραγματικό γεγονός της επικρατούσας θρησκείας.
β. Από την εφαρμογή του παραπάνω άρθρου του Συντάγματος του 1975 στους νόμους που ακολούθησαν την ψήφισή του. Συγκεκριμένα οι βασικοί νόμοι της εκπαίδευσης 309/1976 και 1566/1985 (που ισχύει μέχρι σήμερα) ορίζουν ως σκοπό της παιδείας την καλλιέργεια της ορθόδοξης συνείδησης.
γ. Από το συνδυασμό της πρόνοιας του Συντάγματος με την πρόβλεψη του άρθρου 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης  της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (ΕΣΔΑ) που κατοχυρώνει το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Συνεπώς η ερμηνεία του άρ. 16 παρ. 2 του Συντάγματος κατά την πρόσφατη και παλιότερη νομολογία δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Όπως τονίζουν ορισμένοι δικαστές της πλειοψηφίας «η έννοια του ιερού ως έγκυρης πρότασης νοηματοδότησης του βίου εμφανίζεται ιστορικά στην Ελλάδα με τη χριστιανική ορθοδοξία».
3. Η θρησκευτική συνείδηση γεννάται και διαμορφώνεται σταδιακά, πριν από την έναρξη της σχολικής ζωής, στους κόλπους της οικογένειας. Κατά συνέπεια σκοπός της παιδείας είναι η ανάπτυξη της ήδη δεδομένης συνείδησης. Η προσπάθεια αλλοίωσης και κλονισμού της συνείδησης αυτής «συνιστά μορφή ομαδικού προσηλυτισμού ιδιαιτέρως σοβαρή».
4. Το μάθημα των Θρησκευτικών απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους μαθητές και όχι στους ετερόδοξους αλλόδοξους ή άθεους, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα της απαλλαγής, εφόσον το επιθυμούν. Για τους Ρωμαιοκαθολικούς, Ιουδαίους και Μουσουλμάνους μαθητές προβλέπεται διδασκαλία του οικείου δόγματος (ν. 4386/2016). Το δικαστήριο σημειώνει σχετικά ότι «σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της ισότητος (άρθρο 4 παρ. 1 του Σ/τος) και τις διατάξεις των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του ΠΠΠ αυτής, το Κράτος δεν μπορεί ρυθμίζοντας το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, να στερήσει από τους μαθητάς που ασπάζονται ορισμένη θρησκεία το δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζει σε μαθητάς που ανήκουν σε άλλες θρησκείες, να διδάσκονται αποκλειστικά τα δόγματα της πίστεώς των (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών)». Η διάκριση αυτή παραβιάζει κάθε έννοια δικαίου και εισάγει διαφορετική μεταχείριση των ορθοδόξων και ετεροδόξων μαθητών.
5. Η προστασία του δικαιώματος των γονέων να εκπαιδεύουν τα παιδιά τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις εκτείνεται σε όλο το φάσμα των μαθημάτων, όπου οι θρησκειολογικές και φιλοσοφικές αναφορές δεν πρέπει να έχουν χαρακτήρα κατηχητικό ή προσηλυτιστικό σε κάποια άλλη θρησκεία ή ιδεολογία.
6. Το ισχύον πρόγραμμα δεν υπηρετεί τους σκοπούς που το Σύνταγμα θέτει γιατί: α. Είναι ελλιπές κατά το περιεχόμενο. β. Η διδασκαλία του Χριστιανισμού δεν είναι αυτοτελής, αμιγής και διακριτή σε σχέση με αυτή των άλλων δογμάτων και θρησκειών και γ. δεν είναι επαρκής από την άποψη του χρόνου που διατίθεται. Δηλαδή το δικαστήριο διαπιστώνει την ακαταλληλότητα της θεματικής διάρθρωσης που έχει ως αποτέλεσμα τη σύγχυση και την αποδυνάμωση της συνοχής της διδασκαλίας της ορθόδοξης πίστης. Σχετικά η ελάσσων πλειοψηφία διαπιστώνει στο σκεπτικό της ότι στο πρόγραμμα κυριαρχεί η θρησκειολογική ενημέρωση και ως εκ τούτου παραβιάζεται η υποχρέωση της μετάδοσης «του βιώματος του ιερού αντλουμένου, κατά πρόσφορο τρόπο, από τη χριστιανική ορθοδοξία».
7. Για το ζήτημα των απαλλαγών τόσο η πλειοψηφία, όσο και η μειοψηφία του δικαστηρίου αναγνωρίζουν το δικαίωμα αυτό μόνο στους ετερόδοξους, τους αλλόδοξους και τους άθεους και θεωρούν θεμιτή την αποκάλυψη του θρησκεύματος για την άσκηση του δικαιώματος αυτού.

Β. ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ

Η μειοψηφία του Δικαστηρίου, 5 στους 20 δικαστές, προβάλλει ορισμένα από τα γνωστά επιχειρήματα των αντιπάλων του μαθήματος, τα οποία θα σχολιάσουμε εκτενέστερα στη συνέχεια:
1. Οι μειοψηφήσαντες δικαστές υποστηρίζουν ότι η προμετωπίδα του Συντάγματος και η πρόβλεψη για την επικρατούσα θρησκεία δεν επηρεάζουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και δεν υπονοούν προνομιακή μεταχείριση των ορθοδόξων ως προς αυτό. Και τα δύο αυτά είναι σωστά, αλλά δεν έχουν σχέση με την υπόθεση που συζητείται.
Οι ίδιοι ερμηνεύουν το άρ. 16 παρ. 2 με διαφορετικό τρόπο και σημειώνουν ότι ως “ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως” νοείται η εξοικείωση των μαθητών με το θρησκευτικό φαινόμενο στην ιστορική του πορεία και στη σύγχρονη πραγματικότητα, με έμφαση βεβαίως στην παρουσίαση των διδαγμάτων και των αρχών της Ορθοδοξίας, δηλαδή της “επικρατούσας” θρησκείας με την προεκτεθείσα έννοια».
Η θέση αυτή της μειοψηφίας για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης έχει διατυπωθεί, εδώ και πολλά χρόνια, από συνταγματολόγους του κεντροαριστερού χώρου, όπως οι Δ.Τσάτσος, Γ.Κουμάντος και Γ. Σωτηρέλλης και επαναλαμβάνεται από τους υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ[2]. Πέρα από τις απόψεις της πλειοψηφίας που παραθέσαμε προηγουμένως και συνιστούν την ορθή ερμηνεία του Συντάγματος, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το «θρησκευτικό φαινόμενο» είναι μια έννοια γενική της οποίας η πραγματική έκφραση είναι τα διάφορα θρησκεύματα. Προφανώς, η «εξοικείωση» με μια ποικιλία θρησκευμάτων και ηθικών συμπεριφορών νοείται όχι μόνο ως γνωστική, αλλά και βιωματική. Όπως, όμως, υποστηρίζει η επικρατούσα σήμερα επιστημονική θεώρηση, οι θρησκείες είναι διακριτά και αυτόνομα συστήματα που συγκροτούνται από δόγματα και διδασκαλίες, διηγήσεις, λατρευτικές πράξεις, έθιμα, καλλιτεχνικά έργα, καθημερινές συνήθειες, ηθικές εντολές και συνοπτικά από ποικίλες μορφές ζωής. Επιπλέον σε όλες τις μεγάλες θρησκείες υπάρχουν, όπως και στον Χριστιανισμό, κλάδοι και σχολές με αποκλίνουσες και σε μερικές περιπτώσεις διαμετρικά αντίθετες διδασκαλίες και ηθικές πρακτικές. Με βάση τη διαπίστωση αυτή εξοικείωση, γνωστική και βιωματική, με μια θρησκεία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ένταξη του ατόμου στον κόσμο της και οπωσδήποτε δεν μπορεί να είναι αντικείμενο σχολικού μαθήματος η εξοικείωση με πολλές διαφορετικές θρησκείες και τις παραλλαγές τους. Το εγχείρημα αυτό, το οποίο προτείνει η μειοψηφία του Σ.τ.Ε. στηρίζοντας το ισχύον πρόγραμμα, είναι επιστημονικά και παιδαγωγικά απαράδεκτο και το μόνο αποτέλεσμα που έχει είναι η πρόκληση σύγχυσης και κλονισμού στους μαθητές και η υποβάθμιση χρονικά και ουσιαστικά της διδασκαλίας της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ορθή επιστημονικά και παιδαγωγικά μέθοδος είναι για το ελληνικό σχολείο, η διδασκαλία του ορθόδοξου χριστιανικού βιώματος του ιερού που συμπληρώνεται με τη μετάδοση αξιόπιστων γνώσεων και πληροφοριών για τις άλλες θρησκείες και φιλοσοφικές θεωρήσεις (θρησκευτικός γραμματισμός-μάθηση για τη θρησκεία), με κύριο στόχο τη γνωριμία, την αλληλοκατανόηση και την ειρηνική συνύπαρξη με τους πιστούς τους και σε ένα δεύτερο επίπεδο την ενθάρρυνση της συνεργασίας σε κοινές δραστηριότητες για τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων.
2. Παρατηρούν, επίσης, ότι «η ανάπτυξη της “εθνικής συνειδήσεως” κατά το Σύνταγμα δεν εξαρτάται από την ανάπτυξη “θρησκευτικής συνειδήσεως” ούτε από την πίστη σε συγκεκριμένο θρήσκευμα, διότι ελληνική εθνική συνείδηση απολύτως θεμιτώς μπορεί να έχουν και όσοι ασπάζονται διαφορετικό ή δεν ασπάζονται κανένα θρήσκευμα». Αν έτσι συμβαίνει θα πρέπει να διερωτηθούμε ποιά είναι τα κριτήρια της ελληνικότητας και πώς μπορεί αυτά να διαχωριστούν από την ορθόδοξη παράδοση. Γιατί οι δικαστές αυτοί, ενώ ορθά αποδέχονται ότι «ως ανάπτυξη της “εθνικής συνείδησης” νοείται η συνειδητοποίηση της συμμετοχής στην εθνική κοινότητα που προσδιορίζεται διαχρονικά ως ελληνική με πολιτιστικά και γλωσσικά κριτήρια», αρνούνται το ίδιο για τη θρησκευτική συνείδηση των Ελλήνων και ζητούν αυτή να αναπτυχθεί και να καλλιεργηθεί με την «εξοικείωση» με πολλές διαφορετικές θρησκείες και πολιτισμούς και όχι με τη συνειδητοποίηση της μετοχής στην οικεία θρησκευτική κοινότητα, της οποίας, άλλωστε οι μαθητές είναι ενεργά μέλη;
3. Η μειοψηφία υποστηρίζει, ακόμα, ότι το «Κράτος κατά την παροχή της εκπαίδευσης, περιλαμβανομένου του μαθήματος των θρησκευτικών, που απευθύνεται σε όλους τους μαθητές και όχι μόνον σε ορθοδόξους μαθητές δεν επιτρέπεται να επιβάλλει συγκεκριμένη “κοσμοθεωρία” ως την μόνη αποδεκτή ή αληθινή, αλλά οφείλει τηρώντας την αρχή της ουδετερότητας, να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μαθητές να διαμορφώσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να επιλέξουν κριτικά την κοσμοαντίληψη της αρεσκείας τους». Απορούμε σε ποιά χώρα του κόσμου και σε ποιό εκπαιδευτικό σύστημα δεν διδάσκονται κοσμοθεωρίες, αξίες και συμπεριφορές ως μόνες αληθινές ή τουλάχιστον οι καλύτερες σε σύγκριση με άλλες. Στους στόχους της εκπαίδευσης δεν συμπεριλαμβάνεται και η καλλιέργεια δημοκρατικής συνείδησης; Οι δημοκρατικές αξίες δεν προβάλλονται ως οι μόνες αποδεκτές; Μήπως οι μαθητές εξοικειώνονται με τις φασιστικές και τις ναζιστικές, τις κομμουνιστικές και τις ολιγαρχικές αξίες και μετά καλούνται να επιλέξουν κριτικά την κοσμοαντίληψη της αρεσκείας τους; Ένας μαθητής με ρατσιστικές ιδέες και συμπεριφορά γίνεται ανεκτός ή μήπως αποδοκιμάζεται ή και τιμωρείται στο σχολείο;  Όταν οι μαθητές διδάσκονται την πίστη στην πατρίδα και το σεβασμό στη σημαία τηρείται η αρχή της ουδετερότητας; Υπάρχει ένας όχι ευκαταφρόνητος αριθμός Ελλήνων πολιτών που εμφορούνται από διαφόρων αποχρώσεων αντιδημοκρατικές αντιλήψεις. Άλλοι απεχθάνονται την αξία της πατρίδας και καίνε τις σημαίες. Μήπως οι απόψεις τους διδάσκονται στο σχολείο παράλληλα με τις δημοκρατικές και πατριωτικές αξίες;
Αλλά και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ υποθ. Kjeldsen,  7.12.1996, σκ. 53) αναγνωρίζεται ότι «στην πράξη είναι πολύ δύσκολο για πολλά από τα μαθήματα που διδάσκονται, να μην έχουν, λιγότερο ή περισσότερο, αποχρώσεις και επιρροές φιλοσοφικού χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει και για το θρησκευτικό χαρακτήρα, αν λάβει κανείς υπόψη την ύπαρξη θρησκειών που συγκροτούν ένα ευρύ σύνολο δογματικών και ηθικών οντοτήτων, που έχει ή μπορεί να έχει απαντήσεις σε κάθε ερώτηση φιλοσοφικής, κοσμολογικής ή ηθικής φύσεως».
4. Στη συνέχεια της προηγούμενης άποψης οι δικαστές της μειοψηφίας υποστηρίζουν ότι: «Το Σύνταγμα και οι διεθνείς συμβάσεις που προαναφέρθηκαν ουδόλως υποχρεώνουν τον νομοθέτη να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών αμιγώς ομολογιακό ή κατηχητικό χαρακτήρα, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε όχι με ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά με “επιβολή θρησκευτικής συνείδησης” συγκεκριμένου περιεχομένου, όπερ αντίκειται στις αρχές της θρησκευτικής ουδετερότητας και της πολυφωνίας που διέπουν την παροχή της εκπαίδευσης από το Κράτος και ματαιώνουν το δικαίωμα του μαθητή να επιλέξει και να διαμορφώσει κριτικά ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητάς του και της αντίληψής του για τον κόσμο και τον άνθρωπο». Όπως, όμως, παρατηρεί το σκεπτικό της πλειοψηφίας ο χώρος γέννησης της θρησκευτικής συνείδησης δεν είναι το σχολείο αλλά η οικογένεια. Επομένως, είναι παράλογο το επιχείρημα ότι το ορθόδοξο μάθημα στο σχολείο «επιβάλλει» θρησκευτική συνείδηση στους βαπτισμένους χριστιανούς. Εξάλλου, όσοι απομακρύνονται από την Εκκλησία ή ανήκουν σε άλλες θρησκευτικές κοινότητες ή είναι άθεοι διατηρούν το δικαίωμα της απαλλαγής, που προστατεύει τη θρησκευτική τους ελευθερία. Γιατί, όμως, οι δικαστές δεν εξηγούν πως γίνεται να είναι κακή η «επιβολή συνείδησης» για τους ορθόδοξους και καλή για τις τρεις άλλες θρησκευτικές κοινότητες; Σε ποιο κράτος του κόσμου υπάρχει διπλό καθεστώς διδασκαλίας των θρησκευτικών;
Οι ίδιοι, ως επιφανή μέλη της ελληνικής κοινωνίας, όφειλαν να γνωρίζουν ότι το ορθόδοξο  μάθημα των Θρησκευτικών είναι πλουραλιστικό και καλλιεργεί την κριτική σκέψη, αφού η μέθοδος και ο τρόπος διδασκαλίας του, έτσι όπως στοιχειοθετείται και προσφέρεται στα μαθήματα της Γενικής Παιδαγωγικής και της Διδακτικής των Θρησκευτικών, στις αποκλειστικά αρμόδιες για την κατάρτιση των καθηγητών Θεολογικές μας σχολές, δεν έχει καμιά σχέση με οποιαδήποτε λογική κατηχητισμού ή δογματικού διαποτισμού ή με πρακτικές επιβολής συγκεκριμένων θρησκευτικών δοξασιών[3]. Οι διδάσκοντες το μάθημα διέπονται από το ήθος του διαλόγου και της ανοιχτής συνείδησης[4], όπως επιβάλλεται σε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα.
5.Σε συνέχεια των προηγουμένων σκέψεων η μειοψηφία υποστηρίζει ότι «ναι μεν οι κείμενες διατάξεις παρέχουν την δυνατότητα εξαίρεσης του μαθητή από μάθημα που αντίκειται στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή τις πεποιθήσεις των γονέων του, πλην η άσκηση της δυνατότητας αυτής αποτελεί έσχατο μέσο διότι δημιουργεί στεγανά μεταξύ των μαθητών και ενισχύει το αίσθημα του αποκλεισμού εις βάρος του ομαδικού πνεύματος που πρέπει να καλλιεργεί το σχολείο, της ενσωμάτωσης στο σχολικό περιβάλλον και της κοινωνικοποίησης του παιδιού (ΕΔΔΑ προαναφερθείσα απόφαση Osmanoglu, σκ.103). Ακριβώς αυτόν τον σκοπό εξυπηρετεί ένα μάθημα θρησκευτικών πολυφωνικό και αξιολογικά ουδέτερο κατά τα εκτεθέντα». Η ασαφής αυτή παράγραφος μπορεί να έχει δύο ερμηνείες: α. Ότι οι απαλλαγές πρέπει να καταργηθούν. Αυτό όμως δεν είναι δυνατό, όπως έχει επανειλημμένα αποφασίσει το ΕΔΔΑ και γι’αυτό δεν προτείνουν την κατάργησή τους. β. Ότι με το ισχύον πρόγραμμα θα μειωθούν οι απαλλαγές. Πώς όμως θα γίνει αυτό, αφού το διαθρησκειακό μάθημα δεν μπορεί, ως ουδέτερο, να είναι υποχρεωτικό ούτε για τους ορθόδοξους;
6. Η πρόταση των δικαστών είναι «ένα μάθημα θρησκευτικών πολυφωνικό και αξιολογικά ουδέτερο». Το ορθόδοξο μάθημα είναι πολυφωνικό, αλλά δεν είναι αξιολογικά ουδέτερο, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει αξιολογικά ουδέτερο μάθημα. Είναι φανερό ότι στις παραπάνω σκέψεις οι μειοψηφίσαντες δικαστές αντιφάσκουν χαρακτηριστικά. Από τη μια αποφαίνονται ότι το μάθημα πρέπει να είναι «ουδέτερο» και από την άλλη παραβλέπουν ότι οι προσδοκώμενες επάρκειές του υποχρεώνουν τους μαθητές να υποστούν μια κοσμική ιδεολογική και ηθική αγωγή με στόχο τη διαμόρφωση μιας συγκρητιστικής οικουμενικής συνείδησης. Η αγωγή του μαθήματος αυτού, το οποίο επιπλέον διδάσκεται αποκλειστικά με βιωματικές μεθόδους, πραγματοποιείται με τη διαθρησκειακή μέθοδο, με την οποία τα παιδιά βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα νεφέλωμα σκόρπιων ιδεών, εννοιών και πρακτικών από διάφορες θρησκείες, των οποίων τις διδασκαλίες και τις πρακτικές  καλούνται να αφομοιώσουν, να αξιολογήσουν και να βρουν απαντήσεις σε δικά τους υπαρξιακά και ηθικά ερωτήματα. Με άλλα λόγια οι μαθητές ασχολούνται με πολλές θρησκείες και στη συνέχεια καλούνται να αναπτύξουν τη δική τους «προσωπική» θρησκεία. Όπως είναι φανερό το ισχύον μάθημα όχι μόνο δεν είναι ουδέτερο, αλλά βασίζεται σε ιδεολογικές αρχές και αξίες που αντιστρατεύονται τη χριστιανική διδασκαλία και επομένως συνιστά σοβαρή περίπτωση προσηλυτισμού σε μια αντιχριστιανική σχετικιστική κοσμική ιδεολογία και πρόταση ζωής.
Ένα σύγχρονο ελληνικό μάθημα Θρησκευτικών δεν μπορεί να έχει σχέση τον συγκρητισμό, τον σχετικισμό και τον μηδενισμό, που καλλιεργείται με την ισοπεδωτική και ουδέτερη διαθρησκειακή  διδασκαλία, αλλά αποσκοπεί στο να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε ο μαθητής, αφού αναπτύξει και διαμορφώσει πρωτίστως τις δικές του πεποιθήσεις και αξίες, να μπορεί να αξιολογεί, να κρίνει, και να διαλέγεται με άλλες θρησκευτικές, ηθικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις και στάσεις ζωής. Το μάθημα μέσω του διαλόγου αποκρούει τόσο τη σχετικοκρατία όσο και τον φονταμενταλισμό και παρέχει στους μαθητές τα κατάλληλα εφόδια για να μπορέσουν να αναπτύξουν, στο σύγχρονο πλουραλιστικό περιβάλλον, τη δική τους προσωπικότητα και τη δική τους συνείδηση ταυτότητας.
7. Στις απόψεις της μειοψηφίας δεν αποφεύγεται η συνηθισμένη στην ιδεολογική συμμαχία διαστρέβλωση της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Συγκεκριμένα, παραπέμπουν αποσπασματικά στην απόφαση Kjeldsen γράφοντας: «Ειδικότερα, το πρόγραμμα θρησκευτικής εκπαίδευσης μπορεί μεν να περιλαμβάνει “πληροφορίες ή γνώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα” πλην η μετάδοσή τους πρέπει να είναι “αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική” και να μην επιδιώκει “κατηχητικό σκοπό” (ΕΔΔΑ7.12.1996, Kjeldsen,σκ. 53). Όμως, ολοκληρωμένο το παραπάνω παραθέμα αναδεικνύει ένα διαφορετικό νόημα: «Το κράτος για να εκπληρώσει την εκπαιδευτική του αποστολή πρέπει να φροντίζει ώστε οι πληροφορίες ή οι γνώσεις που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα να μεταδίδονται με ένα τρόπο κριτικό, πολυφωνικό και αντικειμενικό. Τo κράτoς απαγορεύεται να προωθεί ένα κατηχητικό σκοπό, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι δε σέβεται τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων». Όπως είναι φανερό, η παράγραφος αυτή δεν αναφέρεται σε κατήχηση στο μάθημα των Θρησκευτικών, αλλά στα υπόλοιπα μαθήματα, αφού η υπόθεση Kjeldsen για την οποία γίνεται λόγος αφορά τη διδασκαλία του μαθήματος της Σεξουαλικής αγωγής στη Δανία[5].
8. Τέλος, στο σκεπτικό της μειοψηφίας δεν γίνεται καθόλου λόγος για την παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος των ορθοδόξων μαθητών.Η σιωπή αυτή είναι εύλογη, γιατί η αντίφαση με τις προτάσεις της για το μάθημα είναι κραυγαλέα. Αν, δηλαδή, στα Θρησκευτικά πρέπει να τηρείται η αρχή της ουδετερότητας, τότε γιατί διδάσκεται στους Καθολικούς ο Ρωμαιοκαθολικισμός, στους Εβραίους ο Ιουδαϊσμός και στους Μουσουλμάνους ο Ισλαμισμός, ενώ στους Ορθόδοξους ο συγκρητισμός της «οικουμενικής συνείδησης»; Προφανώς η αρχή της δήθεν ουδετερότητας εφαρμόζεται μόνο για τους ορθόδοξους πολίτες και λειτουργεί ως πρόσχημα για  την παραβίαση των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας και ως μέσο επιβολής της αθεϊστικής ιδεολογικής ατζέντας του ισοπεδωτικού των συνειδήσεων κοσμοπολιτισμού.

Γ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι κοινωνικές, πολιτικές και εκπαιδευτικές επιπτώσεις της απόφασης 660/2018 του ΣτΕ είναι ιδιαίτερα σημαντικές σε πολλά επίπεδα:
1. Η κατοχύρωση του μαθήματος και της εργασίας των Θεολόγων Καθηγητών.
Σύμφωνα με την απόφαση:
α. Το μάθημα είναι υποχρεωτικό για τους ορθόδοξους μαθητές και το παρακολουθούν και όσοι άλλοι το επιθυμούν.
β. Πρέπει να διδάσκεται επί ικανό αριθμό ωρών.
γ. Δικαίωμα απαλλαγής έχουν οι ετερόδοξοι, οι αλλόδοξοι και οι άθεοι.
Αντίθετα με το ισχύον πρόγραμμα:
α. Το μάθημα, ως ουδέτερο-διαθρησκειακό είναι στην ουσία προαιρετικό, αφού όλοι οι μαθητές (και οι ορθόδοξοι) έχουν δικαίωμα απαλλαγής[6].
β. Οι ώρες του μαθήματος μπορούν να μειώνονται κατά τη βούληση του Υπουργού, όπως συνέβη με τη μείωση των ωρών στο Δημοτικό από τον Ν. Φίλη.
γ. Τα θρησκευτικά δεν είναι κανονικό μάθημα, αφού δεν έχουν εγχειρίδια, διδακτέα και εξεταστέα ύλη και γι’αυτό σε τυχόν επαναφορά ενός πανελλαδικού συστήματος εξετάσεων, τύπου τράπεζας θεμάτων, θα περιθωριοποιηθούν και σταδιακά, σε συνδυασμό με τις ελεύθερες απαλλαγές,  θα εξαφανιστούν.
Όπως αβίαστα συνάγεται ο ορθόδοξος προσανατολισμός είναι ο μόνος που μπορεί να κατοχυρώσει την ισχυρή θέση του μαθήματος στο ελληνικό σχολείο και συνακόλουθα τη θέση των Θεολόγων Καθηγητών. Όσο για το επαναλαμβανόμενο παραμύθι, ότι δήθεν, ως διαθρησκειακό, το μάθημα μπορεί να είναι υποχρεωτικό για όλους, αυτό κατέρρευσε με την εφαρμογή του ισχύοντος προγράμματος, όπως και τα υπόλοιπα παραμύθια του ΣΥΡΙΖΑ.

2. Οι κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις.
Με την απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου επαναβεβαιώθηκε η βούληση του ελληνικού λαού σχετικά με το περιεχόμενο της ελληνικής παιδείας. Όπως γράφαμε σε προηγούμενο κείμενο μας για το, τότε πιλοτικό, πρόγραμμα σπουδών: «Η εισαγωγή αυτού του τύπου της θρησκευτικής παιδείας στην Ελλάδα είναι αντίθετη, όχι μόνο με τις συνταγματικές και νομικές πρόνοιες για τον χαρακτήρα του μαθήματος, αλλά και με τη θρησκευτική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας μας. Ο κύριος σκοπός της ελληνικής θρησκευτικής παιδείας είναι σήμερα, και πρέπει να συνεχίσει να είναι, η καλύτερη γνωριμία και η βιωματική προσέγγιση των μαθητών/τριών με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία και πρόταση ζωής και η παρουσίαση στους νέους μας της συμβολής της Εκκλησίας στην ιστορία, τον πολιτισμό, τη διαμόρφωση της ταυτότητας και της ατομικής και κοινωνικής ζωής των Ελλήνων. Κι αυτό γιατί η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση είναι η ζωντανή πίστη της πλειοψηφίας των Ελλήνων και όχι απλά η πολιτισμική τους παράδοση. Συνεπώς η διδασκαλία των Θρησκευτικών στο σχολείο, στους μαθητές που είναι Ορθόδοξοι και σε όσους άλλους το επιθυμούν, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ελληνικής παιδείας και αγωγής, ως βασικός συντελεστής της διαμόρφωσης της ταυτότητας και της ιδιοπροσωπία τους»[7].
Το προηγούμενο ορθόδοξο πρόγραμμα παρακολουθούσε η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών, ενώ οι περισσότερες από τις λίγες απαλλαγές ήταν προσχηματικές. Αυτό και μόνο το γεγονός αποδεικνύει ότι το μάθημα ήταν ανοιχτό και πλουραλιστικό, χωρίς να χάνει τον ορθόδοξο χριστιανικό προσανατολισμό του. Επιπρόσθετα, η τάση που επικρατεί σήμερα στη νομολογία του ΕΔΔΑ τονίζει ότι η φιλελεύθερη ισορροπία και η ουδετερότητα του κράτους απέναντι στις θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν εξασφαλίζεται με την επιβολή της αθεϊστικής ουδετερόθρησκης ιδεολογίας πάνω στις υπόλοιπες θρησκευτικές αντιλήψεις και μάλιστα στις πεποιθήσεις της πλειοψηφίας του λαού. Ο πλουραλισμός δεν εξασφαλίζεται με την απαγόρευση της προβολής των θρησκευτικών πεποιθήσεων, αλλά αντίθετα με τη διευκόλυνση της έκφρασής τους στο Δημόσιο σχολείο[8].Συνεπώς, η απόφαση του ΣτΕ όχι μόνο δεν αποτελεί οπισθοδρόμηση, αλλά μας εναρμονίζει με τις τελευταίες εξελίξεις του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτές εκφράστηκαν από το δικαστήριο του Στρασβούργου, βάσει των οποίων το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της ατομικής θρησκευτικής συνειδήσεως του κάθε παιδιού ανήκει στους γονείς και στο ίδιο και όχι στο κράτος, στα κόμματα,  στις ιδεολογίες ή στους «προοδευτικούς»και μη πανεπιστημιακούς.

Η απόφαση 660/2018 του ΣτΕ επιβεβαίωσε την προηγούμενη νομολογία του, δηλ. τις αποφάσεις 3356/1995 και 2176/1998, καθώς και την απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων. Για πρώτη φορά σε ολομέλεια και με μεγάλη πλειοψηφία 20 προς 5, απέρριψε τις παρερμηνείες του Συντάγματος των «προοδευτικών» συνταγματολόγων, πολιτικών και θεολόγων και επιβεβαίωσε ως υποχρεωτικό το ορθόδοξο θεολογικό μάθημα των Θρησκευτικών. Κατανοούμε την ταραχή των αποδομητών. Θλιβερές καρικατούρες του χρεοκοπημένου «προοδευτισμού» κατηγορούν και υβρίζουν, ενώ συγχρόνως αρνούνται την εφαρμογή της αποφάσεως, δηλαδή τη νομιμότητα. Έτσι αποκαλύπτονται σε όλους ως εχθροί του λαού και της δημοκρατίας, απομεινάρια ενός  ιδεοληπτικού παρελθόντος που έφερε τη χώρα στο σημερινό της αδιέξοδο. Μαζί τους και οι μηδίσαντες ιεράρχες συνεχίζουν, μοιραίοι και άβουλοι, το «διάλογο» για το καταργημένο πρόγραμμα και τα παιχνίδια εξουσίας. Στους τελευταίους ταιριάζουν οι στίχοι από την προφητεία Ιεζεκιήλ (κεφ. 34), τους οποίους ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης επέλεξε ως προοίμιο στο πάντοτε επίκαιρο διήγημα του «Η επίσκεψις του Αγίου Δεσπότη»: «Τάδε λέγει Κύριος Κύριος. Ὦ ποιμένες Ἰσραήλ. Μὴ βόσκουσι ποιμένες ἑαυτούς; οὐχὶ τὰ πρόβατα βόσκουσιν οἱ ποιμένες;» (Ακούστε τι λέει ο Κύριος ο Θεός: Αλίμονο σ΄ εσάς ποιμένες των Ισραηλιτών, που τρέφετε τον εαυτό σας! Δε θα έπρεπε οι ποιμένες να τρέφουν τα ποίμνια;).





[1] Χαρακτηριστικό των ιδεολογικών αυτών ταυτίσεων είναι το πρόσφατο (22/4/2018) σχόλιο του «φιλελεύθερου» δημοσιογράφου Σ. Κασιμάτη, με τίτλο «Είναι η Ελλάδα»http://www.kathimerini.gr/955222/opinion/epikairothta/politikh/otan-h-vlakeia-symferei.. ««Μεσαιωνική» έκρινε την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ο Ν. Φίλης, με την οποία ανατρέπονται οι αλλαγές που είχε επιφέρει στον τρόπο διδασκαλίας των Θρησκευτικών. Τι εκπλήσσεται; Αφού μεσαιωνική είναι, ούτως ή άλλως, η Εκκλησία. Αν επιμένει τόσο πολύ στον τρόπο διδασκαλίας των Θρησκευτικών είναι επειδή γνωρίζει ότι μόνον η υποχρεωτική κατήχηση, μεταμφιεσμένη σε μάθημα Θρησκευτικών, μπορεί να συντηρεί την κοσμική εξουσία της. Αν έπαυε η επίδραση της μασκαρεμένης κατήχησης μέσω του σχολείου, μέσα σε μια γενιά η Εκκλησία θα είχε πάρει τη θέση που της αρμόζει σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτεία. Θα είχε αρθεί έτσι το μεγαλύτερο εμπόδιο της χώρας προς τον Διαφωτισμό»
[2]Βλ Δ. Βογιατζή, «Θρησκευτικών απολογία»: Πληροφορίες και σκέψεις για τη θέση του μαθήματος στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, Κοινωνία τ. 44 (2002), 341-362 &, 45 (2003), 41-59 και στην ιστ. http://agogi59.blogspot.gr/2013/01/blog-post_4937.html.
[3]Η.Ρεράκη, «Το μάθημα των Θρησκευτικών σήμερα», Κοινωνία (2009), τ.1, 28.
[4]T.Kothmann, Ο μορφωτικός χαρακτήρας του μαθήματος των Θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση (Ευρωπαϊκό πλαίσιο-Γερμανικό παράδειγμα), 19, στο http://www.pi-schools.gr.
[5] Εξάλλου, στο σκεπτικό της ίδιας απόφασης (Kjeldsenandothersv. Denmark, παρ.53-57) το δικαστήριο απαντώντας στο επιχείρημα των γονέων ότι ανάλογη με την ζητούμενη από αυτούς εξαίρεση από την Σεξουαλική Αγωγή ισχύει για το μάθημα των Θρησκευτικών παρατηρεί: «Πάνω απ’ όλα το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ διδασκαλίας των Θρησκευτικών και της σεξουαλικής εκπαίδευσης. Η πρώτη εξ’ ανάγκης διαδίδει δόγματα (tenets)  και όχι απλές γνώσεις (mereknowledge). Το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη δεύτερη»
[6] Το μέλλον του μαθήματος, όπως το ονειρεύονται οι αντίπαλοί του, το έχει περιγράψει ο Γ. Καμίνης σε πόρισμα που συνέταξε ως Συνήγορος του Πολίτη (αρ. πρωτ. 3607.02.2.3/7.6.2002) όπου υποστηρίζει ότι «το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος («Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική  … αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης») δημιουργεί υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει θρησκευτική εκπαίδευση, όχι όμως και υποχρέωση των πολιτών να την δέχονται. Συνεπώς, κατ’ αρχήν, δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών θα έπρεπε ν’ αναγνωρισθεί ακόμη και στους ορθοδόξους μαθητές».
[7]Δ.Βογιατζή, Κριτικές παρατηρήσεις για το πλαίσιο βασικών άρχων του Νέου πιλοτικού προγράμματος σπουδών των Θρησκευτικών δημοτικού –γυμνασίου, Κοινωνία, τ. 2, (2012), 175-188 και στην ιστ. http://agogi59.blogspot.gr/2013/03/blog-post.html
[8]ΕΔΔΑ, αποφ. 18-3-2011 για τη υποθ. Lautsi and others v. Italy (application no. 30814/06), 41, στην ιστοσελίδα.www.echr.coe.int/echr/en/hudoc.

http://thriskeftika.blogspot.gr