ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ- ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ!


 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν: Ερμηνεία Αποστολικής περικοπής 

[Γαλ. 1, 11-19]
«Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι’ ἀποκαλύψεως Ιησοῦ Χριστοῦ (: σας γνωστοποιώ λοιπόν αδελφοί, ότι το Ευαγγέλιο που σας κήρυξα δεν αποτελεί ανθρώπινη επινόηση· διότι όχι μόνο οι υπόλοιποι απόστολοι, αλλά κι εγώ δεν το παρέλαβα ούτε το διδάχθηκα από κάποιον άνθρωπο, αλλά το παρέλαβα με αποκάλυψη του Θεού, ο Οποίος απευθείας μου φανέρωσε και μου αποκάλυψε τον Κύριο Ιησού)» [Γαλ. 1, 11-12]. 

Πρόσεξε ότι με κάθε τρόπο υποστηρίζει αυτό θερμώς, ότι έγινε μαθητής του Χριστού, όχι με την μεσολάβηση ανθρώπου, αλλά αφού ο Ίδιος αυτοπροσώπως τον έκρινε άξιο να αποκαλύψει σε αυτόν όλη την αλήθεια. Και ποια απόδειξη υπάρχει για όσους απιστούν, Παύλε, ότι ο Θεός σου αποκάλυψε αυτοπροσώπως, και όχι διαμέσου κάποιου άλλου, εκείνα τα απόρρητα μυστήρια; «Η μεταστροφή μου από την προηγούμενη κατάσταση στην οποία βρισκόμουν», λέγει· «διότι αν εκείνος που ενήργησε την αποκάλυψη δεν ήταν ο Θεός, δεν θα δεχόμουνα τόσο ακαριαία μεταβολή· διότι εκείνοι μεν οι οποίοι διδάσκονται από ανθρώπους, όταν είναι διακαείς και φανατικοί στα αντίθετα, χρειάζονται χρόνο και επινοητικότητα πολλή για να πενθούν· εκείνος όμως ο οποίος μεταβλήθηκε τόσο ακαριαία και ανένηψε και σε αυτό ακόμη το αποκορύφωμα της μανίας στο οποίο βρισκόταν καταδιώκοντας τους Χριστιανούς, είναι ολοφάνερο ότι επειδή αξιώθηκε θεϊκής οράσεως και διδασκαλίας, για τον λόγο αυτόν αμέσως επανήλθε στην τέλεια υγεία».

Για τον λόγο αυτόν αναγκάζεται να διηγηθεί την προηγούμενή του μεταστροφή και καλεί αυτούς ως μάρτυρας των όσων έγιναν· «διότι για το ότι μεν ο μονογενής Υιός του Θεού με έκρινε άξιο για να με καλέσει ο ίδιος αυτοπροσώπως από τον ουρανό, εσείς δεν γνωρίζετε- διότι πώς είναι δυνατόν, εφόσον δεν ήσασταν παρόντες; Αλλά το ότι ήμουν φανατικός διώκτης το γνωρίζετε· διότι μέχρι και εσάς διαδόθηκε ο φανατισμός μου, αν και ήταν μεγάλη η απόσταση μεταξύ Παλαιστινίων και Γαλατών· ώστε δεν θα έφθανε τόσο μακρά η φήμη εάν αυτά που συνέβησαν δεν γίνονταν με τόση πολλή και ανυπόφορη σε όλους υπερβολή».

Για τούτο και λέγει: «Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν (: και το ότι το Ευαγγέλιο μου παραδόθηκε με υπερφυσική αποκάλυψη από τον ίδιο τον Θεό, αποδεικνύεται από τη δράση μου στο παρελθόν·, διότι ασφαλώς έχετε ακούσει για τη διαγωγή που έδειξα κάποτε, όταν ακολουθούσα τον νόμο και τα έθιμα των Ιουδαίων. Ακούσατε δηλαδή ότι καταδίωκα υπερβολικά την Εκκλησία του Θεού και προσπαθούσα να την εξολοθρεύσω)» [Γαλ. 1, 13]. Βλέπεις πως το καθένα το γράφει με έμφαση και δεν ντρέπεται; Όχι λοιπόν απλώς εδίωκε, αλλά και με κάθε υπερβολή, και όχι μόνο εδίωκε αλλά και πολεμούσε, δηλαδή επιχειρούσε να σβήσει την εκκλησία, να την καταστρέψει και να την κατακρημνίσει, να την αφανίσει· διότι αυτό είναι έργο εκείνου που πολεμάει για κάτι.

«Καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων (: και προόδευα στον ιουδαϊσμό περισσότερο από πολλούς συνομήλικους συμπατριώτες μου και έδειχνα περισσότερο ζήλο απ’ αυτούς για τις παραδόσεις που κληρονομήσαμε από τους πατέρες μας)» [Γαλ. 1, 14]. Για να μη νομίσεις λοιπόν ότι το πράγμα προερχόταν από θυμό, δείχνει ότι από ζήλο τα έκανε όλα, αν και όχι κατ’ επίγνωση, ούτε από κενοδοξία, ούτε για να εκδικηθεί κάποια έχθρα, αλλά «από υπερβολικό ζήλο για τις παραδόσεις που κληρονομήσαμε από τους πατέρες μας».

Εκείνο λοιπόν το οποίο εννοεί εδώ, είναι αυτό· «εάν όσα έκανα εναντίον της εκκλησίας, τα έκανα κινούμενος όχι από ανθρώπινα πάθη, αλλά από ζήλο θεϊκό- εσφαλμένο μεν, αλλά πάντως ζήλο-, πώς τώρα που τρέχω υπέρ της εκκλησίας και έχω γνωρίσει την αλήθεια είναι δυνατόν να ενεργώ από κενοδοξία; Διότι εάν όταν έσφαλα δεν επικρατούσε σε μένα τέτοιο πάθος, αλλά ο ζήλος του Θεού με οδήγησε σε αυτό πολύ περισσότερο, όταν γνώρισα την αλήθεια, δικαίως θα έπρεπε να απαλλαγώ από κάθε τέτοια υπόνοια· διότι συγχρόνως μεταστράφηκα προς την πίστη της εκκλησίας και αποστράφηκα κάθε ιουδαϊκή προκατάληψη, και επέδειξα εδώ πολύ περισσότερο ζήλο· πράγμα το οποίο είναι σημείο ότι αληθώς μεταστράφηκα, και ότι κατέχομαι από θείο ζήλο· διότι, εάν δεν ήταν αυτό, τι άλλο, πες μου, θα προκαλούσε τόσο μεγάλη μεταβολή ώστε να αλλάξω την τιμή με την ατιμία, την άνεση με τους κινδύνους και την ανάπαυση με την ταλαιπωρία; Τίποτε άλλο δεν είναι, παρά μόνο ο έρωτας της αλήθειας».

«Ὃτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ, ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, (: όταν όμως ευαρεστήθηκε ο Θεός, ο οποίος με ξεχώρισε και με διάλεξε από τον καιρό ακόμη που ήμουν στην κοιλιά της μητέρας μου και με κάλεσε με τη χάρη Του, χωρίς εγώ από τα έργα μου να είμαι άξιος για μια τέτοια εκλογή, να αποκαλύψει στο βάθος της ψυχής μου τον Υιό Του, για να Τον κηρύττω στα έθνη, αμέσως δεν συμβουλεύτηκα σάρκα και αίμα, δηλαδή κάποιον θνητό άνθρωπο)» [Γαλ. 1, 15-16]. Πρόσεξε τι προσπαθεί να δείξει εδώ, ότι και κατά τον χρόνο κατά τον οποίο εγκαταλείφτηκε, για κάποια απόρρητη οικονομία παραμελήθηκε· διότι εάν από την κοιλία της μητρός του προορίστηκε να γίνει απόστολος και να κληθεί σε αυτήν τη διακονία, κλήθηκε όμως τότε, και μόλις κλήθηκε υπάκουσε, είναι φανερό ότι για κάποια απόρρητη αιτία ανέβαλλε ο Θεός μέχρι τότε.

Ποια είναι λοιπόν αυτή η οικονομία; Ίσως έχοντας ακούσει το προοίμιο έχετε απορήσει γιατί δεν κάλεσε αυτόν μαζί με τους δώδεκα· αλλά για να μην κάνω μακρότερο τον λόγο, απομακρυνόμενος από εκείνο το οποίο επείγει, παρακαλώ την αγάπη σας να μη μαθαίνει τα πάντα από εμένα, αλλά και μόνοι σας να ζητείτε, και τον Θεό να παρακαλείτε να σας αποκαλύπτει. Και σε σας βέβαια έχει εκφωνηθεί κάποιος λόγος  γι’ αυτά, όταν μιλούσαμε για την αλλαγή της ονομασίας αυτού και για ποιο λόγο, ενώ ονομαζόταν Σαύλος, τον ονόμασε Παύλο· αν όμως έχετε λησμονήσει, αφού διαβάσετε εκείνο το βιβλίο, θα τα γνωρίσετε όλα αυτά. Εν τω μεταξύ όμως ας έλθουμε στη συνέχεια, και ας εξετάσουμε πώς δείχνει πάλι ότι τίποτε το ανθρώπινο δεν έγινε γύρω από αυτόν, αλλά όλα έγιναν από τον Θεό, ο Οποίος προνοούσε γι΄αυτόν με πολλή φροντίδα.

«Καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ (: και με κάλεσε με τη χάρη Του, χωρίς εγώ από τα έργα μου να είμαι άξιος για μια τέτοια εκλογή)»· «ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος (: διότι Τον διάλεξα εγώ)» έλεγε προς τον Ανανία, «τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραήλ (: για να βαστάσει και να διαδώσει το κήρυγμα για το όνομά μου και το ευαγγέλιό μου, και να το μεταφέρει με τις περιοδείες του ενώπιον εθνικών και βασιλέων και των σημερινών απογόνων του Ισραήλ)»[Πράξ. 9, 15], δηλαδή ικανός να υπηρετήσει και να επιδείξει μέγα έργο· και αυτήν την αιτία της κλήσεως εκθέτει.

Ο Παύλος, από την άλλη μεριά, παντού διακηρύττει ότι το παν είναι έργο της χάριτος και της άρρητης φιλανθρωπίας του Θεού λέγοντας έτσι: «ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται Ιησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ’ αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον (: αλλά ακριβώς γι’ αυτό ελεήθηκα, για να δείξει ο Ιησούς Χριστός σε μένα περισσότερο από κάθε άλλον όλη τη μακροθυμία, ώστε να χρησιμεύσω ως υπόδειγμα σε εκείνους που πρόκειται να πιστέψουν σε Αυτόν και να κληρονομήσουν έτσι την αιώνια ζωή)» [Α΄ Τιμ. 1, 16]. Είδες υπερβολή ταπεινοφροσύνης; «Για τον λόγο αυτόν ελεήθηκα εγώ», λέγει, «για να μην απελπιστεί κανείς, εφόσον εγώ, ο κάκιστος όλων των ανθρώπων, απόλαυσα φιλανθρωπίας από τον Θεό»· διότι αυτό φανερώνει όταν λέγει «για να δείξει την όλη μακροθυμία Του πρώτα σε εμένα και να χρησιμεύσω ως πρότυπο σε εκείνους οι οποίοι μελλοντικώς θα πιστέψουν σε Αυτόν».

«ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί (: να αποκαλύψει στο βάθος της ψυχής μου τον Υιό Του)». Αλλού επίσης λέγει ο Χριστός: «οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τίς ἐστιν ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ, καὶ τίς ἐστιν ὁ πατήρ, εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι (: κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα στο βάθος και στην ουσία Του, παρά μόνο ο Υιός. Σε κάποιο βαθμό βέβαια Τον γνωρίζει κι εκείνος στον οποίο ο Υιός θα θελήσει να του Τον αποκαλύψει)» [Λουκά 10, 22]. Είδες ότι και ο Πατήρ αποκαλύπτει τον Υιό και ο Υιός τον Πατέρα; Έτσι και ως προς τη δόξα και ο Υιός δοξάζει τον Πατέρα και ο Πατήρ τον Υιό· «δόξασόν σου τὸν υἱόν (: δόξασε τον Υιό σου και ως προς την ανθρώπινη φύση του)», λέγει, «ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε (: για να σε δοξάσει και ο Υιός σου με την απολύτρωση και τη σωτηρία των ανθρώπων, η οποία θα ολοκληρωθεί με τη θυσία Του αυτή και με την αιώνια αρχιερατική μεσιτεία του που θα ακολουθήσει μετά απ’ αυτή)» [Ιωάν. 17, 1]· και «ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω (: Εγώ γνωστοποίησα το όνομά σου στους ανθρώπους και υπάκουσα τελείως στο θέλημά σου, κι έτσι σε δόξασα πάνω στη γη· και με τη θυσία μου, την οποία θα προσφέρω σε λίγο πάνω στον σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω)» [Ιωάν. 17, 4].

Γιατί όμως δεν είπε «να αποκαλύψει τον Υιό Του σε εμένα», αλλά «στα βάθη της ψυχής μου»; Για να δείξει ότι τα της πίστεως δεν τα άκουσε μόνο με λόγια, αλλά ότι και από πολλή χάρη του Αγίου Πνεύματος έγινε πλήρης, καθώς η αποκάλυψη κατέλαμπε την ψυχή του και είχε τον ίδιο τον Χριστό ο Οποίος ομιλούσε μέσα του.

«ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν (: για να Τον κηρύττω στα έθνη)»· διότι, όχι μόνο το να πιστέψει, αλλά και η χειροτονία του από τον Θεό έγινε· «διότι μου αποκάλυψε τον εαυτό του, όχι μόνο για να Τον δω, αλλά και για να Τον φανερώσω και σε άλλους». Και δεν είπε απλώς «άλλους», αλλά «για να κηρύττω Αυτόν στα έθνη», προαναγγέλλοντας ήδη από εδώ κεφάλαιο απολογίας όχι μικρό, ενώπιον των μαθητών· διότι δεν ήταν απαραίτητο να κηρύττει παρομοίως στους Ιουδαίους και στα έθνη.

«εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι (: αμέσως δεν συμβουλεύτηκα σάρκα και αίμα, δηλαδή κάποιον θνητό άνθρωπο)». Εδώ υπαινίσσεται τους αποστόλους, αποκαλώντας αυτούς έτσι από την ανθρώπινη φύση τους. Εάν όμως και για όλους τους ανθρώπους λέγει αυτό, ούτε εμείς θα φέρουμε αντίρρηση.

«οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους (: ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσω τους αποστόλους που είχαν κληθεί πριν από μένα στο αποστολικό αξίωμα)» [Γαλ. 1, 17]. Αυτούς μεν τους λόγους, εάν τους εξετάσει κανείς αυτούς καθ’ εαυτούς, φαίνονται ότι είναι πλήρεις από πολλή μεγαλοστομία και ότι απέχουν πολύ από το αποστολικό φρόνημα· διότι το να αποφασίζει κανείς στηριζόμενος μόνο στον εαυτό του και να μη συμβουλεύεται κανένα για την απόφασή του, φαίνεται ότι είναι σημείο ανοησίας· διότι «εἶδον (: είδα)», λέει ο Παροιμιαστής, «ἄνδρα δόξαντα παρ᾿ αὑτῷ σοφὸν εἶναι, ἐλπίδα μέντοι ἔσχε μᾶλλον ἄφρων αὐτοῦ (: έναν άνθρωπο, ο οποίος φαντάστηκε τον εαυτό του ότι είναι, σοφός· μεγαλύτερη ελπίδα διορθώσεως υπάρχει για έναν άφρονα, παρά για τον αυτοθαυμαζόμενο αυτόν δοκησίσοφο)» [Παροιμ. 26, 12]· και «Οὐαὶ οἱ συνετοὶ ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες (: αλίμονο σε εκείνους οι οποίοι είναι σοφοί απέναντι στους δικούς τους οφθαλμούς και νουνεχείς κατά τη δική τους κρίση, ως τάχα τα πάντα να γνωρίζουν)» [Ησ. 5, 21]. Και ο ίδιος πάλι: «Μὴ γίνεσθε φρόνιμοι παρ᾿ ἑαυτοῖς (: μη σχηματίζετε για τον εαυτό σας την ψευδαίσθηση ότι είστε συνετοί και  ότι γνωρίζετε τα πάντα, ώστε να μη χρειάζεστε τις συμβουλές των άλλων)» [Ρωμ. 12, 16].

Αυτός λοιπόν ο οποίος τόσα άκουσε από τους άλλους, και ο ίδιος παραινεί τα ίδια σε άλλους δεν θα περιέπιπτε σε τέτοιο σφάλμα όχι επειδή ήταν ο Παύλος, αλλά ούτε ο οποιοσδήποτε άνθρωπος. Αλλά, όπως είπα, αυτή καθ’ εαυτήν εξεταζόμενη η φράση είναι δυνατόν και να κάνει να παραμονεύουν με έχθρα και να ενοχλεί μερικούς από τους ακροατές· αν όμως δείξουμε την αιτία για την οποία λέγονταν αυτά, και θα επικροτήσουν και θα θαυμάσουν όλοι εκείνον ο οποίος τα είπε.

Αυτό λοιπόν ας κάνουμε· διότι δεν πρέπει να εξετάζουμε τους λόγους καθ’ εαυτούς, διότι τότε πολλά άτοπα θα ακολουθήσουν· ούτε τη λέξη να βασανίζουμε καθ’ εαυτήν, αλλά να προσέχουμε στο πνεύμα του γράφοντος· διότι και στις δικές μας ομιλίες, εάν δεν χρησιμοποιούμε αυτόν τον τρόπο, θα υποστούμε την εχθρότητα πολλών, και όλα θα κατακρημνιστούν. Και τι χρειάζεται να λέμε για τους λόγους, εκεί όπου και για τα πράγματα, αν δεν τηρεί κανείς αυτόν τον κανόνα, όλα θα γίνουν άνω-κάτω; Διότι και οι ιατροί και κόπτουν και θραύουν ορισμένα οστά, αλλά και οι ληστές πολλές φορές κάνουν αυτά. Πόσης αθλιότητας λοιπόν θα ήταν σημείο, αν δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε τον ληστή από τον ιατρό; Επίσης οι δολοφόνοι και οι μάρτυρες τα ίδια βασανιστήρια υπομένουν· αλλά υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο. Και εάν δεν τηρούμε αυτόν τον κανόνα, δεν θα δυνηθούμε να γνωρίσουμε αυτά, αλλά και τον Ηλία θα ονομάσουμε δολοφόνο, και τον Σαμουήλ και τον Φινεές, ενώ τον Αβραάμ και παιδοκτόνο, εάν πρόκειται να εξετάζουμε τα πράγματα γυμνά, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη σε αυτά την προαίρεση εκείνων οι οποίοι τα πράττουν.

Ας εξετάσουμε λοιπόν και του Παύλου τη σκέψη, για την οποία έγραφε αυτά· ας δούμε τον σκοπό του, και ποιος ήταν γενικώς για τους αποστόλους, και τότε θα γνωρίσουμε με ποια προαίρεση λέγονταν αυτά· διότι ούτε υποτιμώντας εκείνους, ούτε εξυψώνοντας τον εαυτό του είπε αυτά ή τα προηγούμενα· διότι πώς είναι δυνατόν, εφόσον και τον εαυτό του αναθεμάτισε; Αλλά τα είπε αυτά, διαφυλάττοντας παντού την ασφάλεια του ευαγγελίου· διότι επειδή έλεγαν όσοι τον πολεμούσαν ότι έπρεπε να ακολουθεί τους αποστόλους, οι οποίοι δεν εμπόδιζαν αυτά, και όχι τον Παύλο ο οποίος τα εμποδίζει, και από αυτό το σημείο σιγά σιγά εισαγόταν η ιουδαϊκή πλάνη, αναγκάζεται να αντισταθεί γενναίως προς αυτά, όχι επειδή θέλει να πει κακό για τους αποστόλους, αλλά θέλοντας να καταστείλει την αφροσύνη εκείνων οι οποίοι εσφαλμένως εξυψώνουν τους εαυτούς τους.

Για τον λόγο αυτόν γράφει: «Δεν συμβουλεύτηκα ανθρώπους»· διότι θα ήταν η μεγίστη ατοπία, αυτός ο οποίος διδάχτηκε από τον ίδιο τον Θεό, να συμβουλεύεται ανθρώπους· διότι ο μεν διδασκόμενος από ανθρώπους, δικαιολογημένα λαμβάνει ως κοινωνούς πάλι ανθρώπους· αλλά εκείνος ο οποίος αξιώθηκε εκείνης της θείας και μακαρίας φωνής, και διδάχτηκε τη σοφία από Αυτόν ο οποίος έχει τον θησαυρό, για ποιο λόγο να συμβουλεύεται ανθρώπους; Διότι αυτός θα ήταν εύλογο όχι να μαθαίνει από ανθρώπους, αλλά να διδάσκει ανθρώπους. Δεν έλεγε αυτά λοιπόν από αφροσύνη, αλλά για να δείξει το αξίωμα του δικού του κηρύγματος.

«οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ιεροσόλυμα (: ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα)», λέγει, «πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους (: για να συναντήσω τους αποστόλους που είχαν κληθεί πριν από μένα στο αποστολικό αξίωμα)» [Γαλ. 1, 17]· διότι επειδή συνεχώς αυτό έλεγαν, ότι πριν από αυτόν ήσαν εκείνοι, ότι πριν από αυτόν κλήθηκαν, «δεν ανήλθα προς εκείνους», λέγει· διότι εάν έπρεπε να συναντήσει τους αποστόλους, Εκείνος ο οποίος του αποκάλυψε το κήρυγμα, θα έδινε εντολή στον Παύλο και γι’ αυτό. Τι λοιπόν, δεν ανήλθε εκεί; Βεβαίως και ανήλθε, και όχι απλώς ανήλθε αλλά και για να μάθει κάτι από αυτούς. Πότε; Όταν στην πόλη των Αντιοχέων, η οποία επέδειξε πολύ ζήλο, έγινε κατά θείο θέλημα σύναξη γι’ αυτό το ίδιο θέμα, για το οποίο πρόκειται και τώρα και συζητούσαν, ποιο από τα δύο πρέπει, να περιτέμνονται οι εξ εθνών προερχόμενοι πιστοί, ή να μην τους αναγκάζουν να υφίστανται τίποτε τέτοιο, τότε ανήλθε αυτός ο ίδιος ο Παύλος και ο Σίλας.

Πώς λοιπόν, λέγει, «δεν ανήλθα στα Ιεροσόλυμα, ούτε συμβουλεύτηκα τους αποστόλους»; Διότι πρώτα μεν δεν ανήλθε από μόνος του, αλλά στάλθηκε από άλλους· και δεύτερον δεν ήλθε για να μάθει, αλλά για να πείσει άλλους· διότι αυτός μεν από την αρχή αυτήν τη γνώμη είχε, την οποία μετά από αυτά επικύρωσαν και οι απόστολοι, ότι δηλαδή δεν πρέπει να περιτέμνονται· επειδή δε έως τότε δεν φαινόταν σε αυτούς ότι είναι αξιόπιστος, αλλά ακολουθούσαν αυτούς που βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα, ανήλθε, όχι για να γνωρίσει αυτός κάτι περισσότερο, αλλά για να πείσει όσους αντέλεγαν, ότι και αυτοί που βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα αυτά προτιμούν. Έτσι και από την αρχή κατανοούσε τα πρέποντα και κανένα διδάσκαλο δεν χρειαζόταν, αλλά αυτά τα οποία με πολλή διάκριση επρόκειτο να επικυρώσουν οι απόστολοι, αυτά ο Παύλος πριν από τη διάκριση είχε άνωθεν μέσα του ακλόνητα.

Και γράφοντας γι’ αυτά ο Λουκάς έλεγε, ότι απηύθυνε μακρό και διεξοδικό λόγο γι’ αυτά ο Παύλος προς αυτούς και πριν έλθει στα Ιεροσόλυμα [Πράξ. 15, 2: «γενομένης οὖν στάσεως καὶ ζητήσεως οὐκ ὀλίγης τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Βαρνάβᾳ πρὸς αὐτούς, ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρνάβαν καί τινας ἄλλους ἐξ αὐτῶν πρὸς τοὺς ἀποστόλους καὶ πρεσβυτέρους εἰς Ἱερουσαλὴμ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου (: επειδή λοιπόν δημιουργήθηκε αναστάτωση και μεγάλη συζήτηση ανάμεσα σε αυτούς και στον Παύλο και τον Βαρνάβα, για να τα αναιρέσουν αυτά, αποφάσισαν να ανεβούν ο Παύλος και ο Βαρνάβας και μερικοί άλλοι απ’ αυτούς στα Ιεροσόλυμα προς τους αποστόλους και τους πρεσβυτέρους, για να λυθεί εκεί αυθεντικά και οριστικά το ζήτημα αυτό)»]. Επειδή όμως στους αδελφούς φάνηκε καλό να μάθουν και από εκείνους, ανήλθε, όχι για τον εαυτό του, αλλά χάριν εκείνων. Και εάν λέγει «δεν ανήλθα», είναι για να πει ότι ούτε στην αρχή του κηρύγματος ανήλθε, ούτε όταν ανήλθε, ανήλθε για να μάθει. Και μάλιστα και τα δύο αυτά γνωστοποιεί, λέγοντας «εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι (: αμέσως δεν συμβουλεύτηκα σάρκα και αίμα, δηλαδή κάποιον θνητό άνθρωπο)». Δεν είπε απλώς «δεν συμβουλεύτηκα», αλλά «αμέσως». Και αν μετά από αυτά ανήλθε, δεν το έκανε για να προσλάβει κάτι.

«ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Αραβίαν (: αλλά πήγα στην Αραβία)». Κοίταξε κοχλάζουσα ψυχή· προσπαθούσε με ζήλο να κυριεύσει τους τόπους οι οποίοι ακόμη δεν είχαν καλλιεργηθεί, αλλά βρίσκονταν ακόμη σε αγριότερη κατάσταση· διότι εάν ανέμενε μαζί με τους αποστόλους, ενώ δεν είχε τίποτε να μάθει, θα εμποδιζόταν το κήρυγμα· αλλά έπρεπε αυτοί να διαδώσουν τον λόγο παντού. Για τον λόγο αυτόν αυτός ο μακάριος, κοχλάζοντας από τη χάρη του Πνεύματος, άρχιζε αμέσως τη διδασκαλία ανθρώπων βαρβάρων και αγρίων, εκλέγοντας βίο πλήρη αγωνίας και πολλού κόπου.

Και πρόσεξε την ταπεινοφροσύνη· διότι αφού είπε «ἀπῆλθον εἰς Αραβίαν (: πήγα στην Αραβία)», πρόσθεσε και «καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν (: και πάλι επέστρεψα στη Δαμασκό)». Δεν λέγει τα κατορθώματά του, ούτε ποιους κατήχησε και πόσους, αν και βεβαίως από τότε που βαπτίστηκε τόσο ζήλο έδειξε, ώστε να ταράσσονται οι Ιουδαίοι· και τόση οργή προκάλεσε σε αυτούς, ώστε να τον παραμονεύουν και να θέλουν να τον φονεύσουν και αυτοί και οι Έλληνες· πράγμα το οποίο δεν θα συνέβαινε, εάν δεν πρόσθετε πολλούς πιστούς σε εκείνους που ήδη είχαν πιστέψει. Επειδή λοιπόν ηττώντο στη διδασκαλία, οδηγούνταν σε φόνο, πράγμα το οποίο ήταν καθαρό σημείο της νίκης του Παύλου. Αλλά δεν άφησε αυτόν ο Χριστός να πεθάνει, προφυλάσσοντας αυτόν για να συνεχίζει το κήρυγμα.

Αλλά όμως τίποτε δεν λέγει από τα κατορθώματα αυτά· έτσι, όσα λέγει πάντα, δεν τα λέγει από φιλοδοξία, ούτε για να νομιστεί ο μεγαλύτερος των αποστόλων, ούτε οργιζόμενος για το ότι υποτιμάται, αλλά φοβούμενος μήπως από αυτό προκληθεί ζημία στο κήρυγμα. Και μάλιστα ονομάζει έκτρωμα τον εαυτό του, και πρώτο από τους αμαρτωλούς και τελευταίο από τους αποστόλους, και ανάξιο της προσηγορίας του αποστόλου· και αυτά έλεγε αυτός ο οποίος κοπίασε περισσότερο από όλους, πράγμα το οποίο είναι σημείο μεγάλης ταπεινοφροσύνης· διότι ο εκείνος που δεν γνωρίζει κανένα καλό στον εαυτό του και ομιλεί με ταπεινό τρόπο για τον εαυτό του, δεν είναι ταπεινόφρων, αλλά ευγνώμονας· αυτός όμως ο οποίος μετά από τόσους στεφάνους λέγει τέτοια, εκείνος είναι αυτός που γνωρίζει να μετριοφρονεί.

«Και πάλι επέστρεψα», λέγει, «στη Δαμασκό». Και όμως, πόσα θα πρέπει να κατόρθωσε αυτός εκεί; Διότι για την πόλη αυτήν λέγει ότι τη φρουρούσε ο εθνάρχης του βασιλέως Αρέτα, επειδή ήθελε να συλλάβει αυτόν τον μακάριο [Β΄ Κορ. 11, 32: «ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ (: στη Δαμασκό ο διοικητής που είχε διορισθεί από τον βασιλιά Αρέτα, φρουρούσε την πόλη των Δαμασκηνών, επειδή ήθελε να με συλλάβει. Κι από κάποιο παράθυρο με κατέβασαν κάτω μέσα σε δικτυωτό καλάθι, μέσα από κάποιο άνοιγμα του τείχους της πόλεως, και ξέφυγα από τα χέρια του)»]· πράγμα το οποίο ήταν μεγίστη απόδειξη του ότι έντονα και με όλες τους τις δυνάμεις τον κατεδίωκαν οι Ιουδαίοι. Αλλά τίποτε από αυτά δεν λέγει εδώ, ούτε θα έγραφε αυτά εκεί τότε, αν και τότε δεν έβλεπε ότι η περίσταση απαιτούσε την διήγηση, αλλά θα το αποσιωπούσε· όπως ακριβώς λοιπόν και τώρα, που λέγει ότι ήλθε και απήλθε, καθόλου δεν προβάλλει τα όσα έγιναν εδώ.

«Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον (: Έπειτα, μετά από τρία χρόνια από τότε που είχα επιστρέψει στον Χριστό, ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα για να γνωρίσω από κοντά τον Πέτρο)» [Γαλ. 1, 18]. Τι θα μπορούσε να είναι ταπεινοφρονέστερο αυτής της ψυχής; Μετά από τόσα και τέτοια κατορθώματα, μην έχοντας ανάγκη σε τίποτε τον Πέτρο, ούτε τη διδασκαλία του, αλλά ενώ ήταν ισότιμος με αυτόν, διότι δεν θα πω τίποτε περισσότερο έως εδώ, ανέρχεται παρ΄ όλ’ αυτά στον Πέτρο ως προς μεγαλύτερο και πρεσβύτερο· και αιτία της εκεί αποδημίας του είναι μόνο η γνωριμία με τον Πέτρο. Βλέπεις πώς αποδίδει σε αυτούς την πρέπουσα τιμή, και όχι μόνο καλύτερο, αλλά ούτε ίσο με εκείνους θεωρεί τον εαυτό του; Και αυτό είναι φανερό από αυτήν την αποδημία· διότι όπως ακριβώς πολλοί από τους δικούς μας αδελφούς αποδημούν προς αγίους άντρες, έτσι αισθανόταν και ο Παύλος τότε, όταν απήλθε στον Πέτρο· ή μάλλον και πολύ ταπεινότερο· διότι οι μεν σημερινοί αποδημούν για να ωφεληθούν· ενώ τότε ο μακάριος εκείνος, ούτε για να μάθει κάτι από αυτόν, ούτε για να δεχτεί κάποια διόρθωση, αλλά μόνο για τούτο, για να δει αυτόν και να τον τιμήσει με την παρουσία του· διότι «για να γνωρίσω», λέγει, «τον Πέτρο».

Και δεν είπε «να δω τον Πέτρο» αλλά «να γνωρίσω τον Πέτρο», όπως λέγουν εκείνοι οι οποίοι γνωρίζουν τις μεγάλες και λαμπρές πόλεις. Τόσο πολλού κόπου θεωρούσε ότι είναι άξιο και το να δει μόνο τον άντρα. Και τούτο είναι φανερό και από τις Πράξεις· διότι όταν ήλθε στα Ιεροσόλυμα, αφού μετέστρεψε πολλούς από τους εθνικούς και κατόρθωσε τόσα, όσα κανείς από τους άλλους, την Παμφυλία, την Λυκαονία, την Κιλικία, όλους αφού διόρθωσε στην περιοχή εκείνη της οικουμένης και αφού οδήγησε στον Χριστό, πρώτα μεν έρχεται στον Ιάκωβο με πολλή ταπεινοφροσύνη, ως προς μεγαλύτερο και άξιο μεγαλύτερης τιμής.

Ύστερα δέχεται να τον συμβουλεύει ο Ιάκωβος και ενώ συμβουλεύει αντίθετα των τωρινών· διότι λέγει: «Θεωρεῖς, ἀδελφέ, πόσαι μυριάδες εἰσὶν Ἰουδαίων τῶν πεπιστευκότων, καὶ πάντες ζηλωταὶ τοῦ νόμου ὑπάρχουσι (: Βλέπεις, αδελφέ, πόσο μεγάλος είναι ο αριθμός των Ιουδαίων που έχουν πιστέψει στον Κύριο κι έγιναν Χριστιανοί. Κι όλοι αυτοί με ζήλο υπερασπίζονται το κύρος του νόμου)» [Πράξ. 21, 20]– «τούτους παραλαβὼν ἁγνίσθητι σὺν αὐτοῖς καὶ δαπάνησον ἐπ᾿ αὐτοῖς ἵνα ξυρήσωνται τὴν κεφαλήν, καὶ γνῶσι πάντες ὅτι ὧν κατήχηνται περὶ σοῦ οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ στοιχεῖς καὶ αὐτὸς τὸν νόμον φυλάσσων (: Πάρ’ τους μαζί σου και κάνε κι εσύ μαζί τους τους αγνισμούς που ορίζει ο μωσαϊκός νόμος. Και πλήρωνε γι’ αυτούς τις δαπάνες που θα χρειαστούν για τις θυσίες που πρέπει να γίνουν για να ξυρίσουν οι άνθρωποι αυτοί τα κεφάλια τους. Κάν’ το αυτό, κι έτσι θα μάθουν όλοι ότι όσα έχουν πληροφορηθεί για σένα είναι ανυπόστατα και ότι κι εσύ βαδίζεις και συμπεριφέρεσαι σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο)» [Πράξ. 21, 24]. Και ξυρίστηκε και όλους τους ιουδαϊκούς κανόνες επιτέλεσε· διότι όπου μεν δεν βλαπτόταν το ευαγγέλιο, ήταν ταπεινότερος από όλους· όταν όμως από την ταπεινοφροσύνη έβλεπε μερικούς να αδικούνται, δεν χρησιμοποιούσε τούτο το πλεονέκτημα· διότι τούτο δεν θα ήταν ταπεινοφροσύνη, αλλά θα έβλαπτε και θα κατέστρεφε τους μαθητές.

«Καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε (: και έμεινα κοντά του δεκαπέντε ημέρες)» [Γαλ. 1, 19]. Το να αποδημήσει μεν λοιπόν ήταν γι΄αυτόν δείγμα μεγάλης εκτιμήσεως· αλλά το και να παραμείνει τόσες ημέρες, ήταν δείγμα φιλίας και σφοδρότατης αγάπης. «ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου (: άλλον από τους αποστόλους δεν είδα, παρά μόνο τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Κυρίου)» [Γαλ. 1, 19]. Πρόσεξε πόσο μεγαλύτερη φιλία αισθάνεται για τον Πέτρο· διότι γι΄αυτόν αποδήμησε και σε αυτόν διέμεινε. Αυτά λοιπόν λέγω συνεχώς και ζητώ να τα θυμάστε, ώστε όταν ακούσετε αυτά τα οποία φαίνεται ότι έχει πει εναντίον του Πέτρου, κανείς να μην υποπτευτεί τον απόστολο· διότι για τον λόγο αυτόν και αυτός, για να διορθώσει εκ των προτέρων τούτο λέγει αυτά, ώστε, όταν λέει ότι «αντιστάθηκα στον Πέτρο», κανείς να μην νομίσει ότι αυτοί οι λόγοι προέρχονταν από έχθρα και φιλονικία· «διότι σε κανέναν από τους αποστόλους δεν ανήλθα», λέγει, «παρά μόνο για αυτόν».

«Άλλον από τους αποστόλους δεν είδα», λέγει, «παρά τον Ιάκωβο». «Είδα», όχι «διδάχτηκα». Αλλά πρόσεξε με πόση εκτίμηση ονόμασε και τον Ιάκωβο. Δεν είπε απλώς «Ιάκωβο», αλλά πρόσθεσε και τον επαινετικό λόγο, τόσο απαλλαγμένος από κάθε φθόνο· διότι εάν ήθελε να δηλώσει αυτόν για τον οποίο έγραφε, ήταν δυνατόν και από άλλο γνώρισμα να κάνει τούτο φανερό, και να πει «τον υιό του Κλωπά», όπως γράφει και ο ευαγγελιστής. Δεν είπε όμως έτσι, αλλά επειδή τους επαίνους των αποστόλων αισθανόταν ως δικούς του, σαν να εξυψώνει τον εαυτό του, έτσι επαινεί εκείνον. Δεν ονόμασε λοιπόν αυτόν έτσι, αλλά πώς; «Τον αδελφό του Κυρίου». Αν και βεβαίως δεν ήταν κατά σάρκα αδελφός του Κυρίου, αλλά έτσι νομιζόταν· αλλά δεν απέφυγε ούτε γι΄αυτόν τον λόγο να αποδώσει το αξίωμα στον άντρα. Και από πολλά άλλα δείχνει ότι προς όλους τους αποστόλους συμπεριφερόταν με πολλή αγάπη, όπως ήταν πρέπον σε αυτόν. 

ΠΗΓΕΣ:

https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad galatas-commentarius.pdf

Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην προς  Γαλάτας επιστολήν, κεφ. Α΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 20, σελίδες 206-229.

Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm 

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- ΘΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου: Θυσία δικαιωμάτων
 

[Α΄Κορ. 9, 2-12]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 4-9-1994 

Ο Παύλος, αγαπητοί μου, αγαπούσε πολύ τους Κορινθίους. Εντούτοις, ήταν η Εκκλησία εκείνη, που της χάρισε βέβαια δύο μεγάλες επιστολές, με θέματα τέτοια όμως που έδειχναν ότι πολύ οι Κορίνθιοι τον είχαν λυπήσει. Και αιτία ήταν άλλοτε οι διχοστασίες τους, άλλοτε η στάση τους απέναντι εις τον αιμομίκτη συμπατριώτη τους, για την οποία υπόθεση είπε ο Παύλος: «Και δεν επενθήσατε; Και μένετε ψυχροί και αδιάφοροι;». Άλλοτε η υποτίμηση που του έκαναν, έναντι άλλων εργατών του Ευαγγελίου: «Ο Απολλώς; Α, είναι καλύτερος από τον Παύλο!». Άλλοτε ότι δεν ήταν ο Παύλος ἐκ τῶν ὑπέρ λίαν Ἀποστόλων. Επειδή –ακούσατε- ηργάζετο χειρονακτικά! Που είναι η σημερινή αποστολική περικοπή κ.ο.κ. Ένα σωρό θέματα, που τα καταγράφει στις επιστολές του και δείχνει πόσο εκείνος μεν τους αγαπούσε, εκείνοι δε διαρκώς τον ελύπιζαν. Γι’ αυτό κάπου λέει: «Πλατύνθητε, ὦ Κορίνθιοι». «Πλατύνατε την καρδιά σας, ω Κορίνθιοι. Εγώ ένας, δεν χωρώ μες στην καρδιά σας, σεις όλοι χωράτε μες στην καρδιά μου». Με πικρία τα έγραφε αυτά και με παράπονο ο Παύλος.

Έτσι, γράφει, από τη σημερινή αποστολική περικοπή: «Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι (: Μπορεί σε άλλους να μην είμαι απόστολος, αλλά για σας είμαι). Ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ (: Γιατί η σφραγίδα της δικής μου αποστολής εσείς είσαστε εν Κυρίω). Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί». Και συνεχίζει παρακάτω. «Η δική μου απολογία…» ομιλεί περί απολογίας… Διότι συχνά πυκνά τον κάθιζαν στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Τον Παύλο. Ναι! Οι Κορίνθιοι! Γι’ αυτό λέγει «η δική μου απολογία, για κείνους που με ανακρίνουν και μου λέγουν τούτο ή εκείνο, αυτή είναι». Και συνεχίζει και λέει κι άλλα πολλά. Και όλα αυτά γιατί; Γιατί οι Κορίνθιοι ήσαν πεφυσιωμένοι, ήσαν υπερήφανοι. Έτσι ο Παύλος …ίσως επειδή ήταν κάτοικοι μιας πολύ μεγάλης πόλεως της Μεσογείου, ήταν κοσμοπολίτικη η Κόρινθος και είχε πάρει το μυαλό τους αέρα. Ήσαν πραγματικά φαντασμένοι άνθρωποι.

Έτσι ο Παύλος έφθασε να γράψει, σε σχέση με υλικά πράγματα, που δεν εδέχετο, χρήματα κ.λπ. θυσιάζοντας τα δικαιώματά του, χάριν της απροσκόπτου διαδόσεως του Ευαγγελίου. Και τι γράφει; «Ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων (: Όχι· δεν έκανα χρήση απ’ όσα τυχόν θα θέλατε να μου προσφέρετε, σε τίποτα). Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα ἵνα οὕτω γένηται ἐν ἐμοί (: Και δεν τα έγραψα αυτά, για να μου γίνουν έτσι. Δηλαδή «τώρα να μου δίνετε το σιτηρέσιό μου». Περί σιτηρεσίου ο λόγος. Περί διατροφής του Παύλου και των συνεργατών του. Ο Παύλος ηργάζετο με τα χέρια του για να βγάλει το ψωμί του. Καταπληκτικό! Και δεν τα γράφω, λέει, αυτά, για να μου δώσετε τώρα το σιτηρέσιον)· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἢ τὸ καύχημά μου ἵνα τις κενώσῃ (:ε ίναι προτιμότερο να πεθάνω, παρά κανείς να μου αφαιρέσει αυτό το καύχημα, ότι δεν παίρνω χρήματα από σας, δεν παίρνω το σιτηρέσιό μου)». Και το καύχημα του Παύλου τι ήταν; Να προσφέρει αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού. Χωρίς χρήματα. Αδάπανον το Ευαγγέλιον. Και οι Κορίνθιοι, αντί να αισθάνονται καύχημα για έναν τέτοιον απόστολό τους, που ήταν ανώτερος πάντων, ακριβώς για να μη γίνεται βάρος εις αυτούς ως προς τα οικονομικά, τώρα τον κατηγορούν. Τον κατηγορούν και τι λένε; «Α, για να μην παίρνει χρήματα, πρέπει να είναι δευτέρας κατηγορίας απόστολος, γιατί η πρώτης κατηγορίας απόστολος, εκ των – έτσι ελέγοντο- υπέρ λίαν αποστόλων αν ήταν, –επειδή δε συνέπεσε η περίπτωση εκ των υστέρων ο Παύλος να κριθεί από τον Χριστόν-, γι’ αυτό δεν παίρνει χρήματα και δουλεύει. Είναι κατώτερος απόστολος». Ακούστε, ακούστε… Αλήθεια, θα έλεγε κανείς, θα απορούσε με τους Κορινθίους, πόσο απουσία ικανότητος υπήρχε σ’ αυτούς, ορθής εκτιμήσεως των πραγμάτων.

Eντούτοις ο Παύλος επιμένει: «Τίς οὖν μοί ἐστιν ὁ μισθός; (: Ποιος λοιπόν είναι ο μισθός μου; -λέει ο Παύλος)  ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ». «Ποιος είναι ο μισθός μου; Να ευαγγελίζομαι», λέγει, «εγώ θέλω μισθόν από τον Χριστόν, αδάπανον το Ευαγγέλιον, χωρίς χρήματα». Πούουου, Παύλε άγιε! Πού να σ’ ακούγαμε! «Να θέσω», λέει, «αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού, στο να μη φθάσω να κάνω ενδεχομένως κατάχρησιν της εξουσίας μου εις το Ευαγγέλιον». Τι σημαίνει «ἐξουσία»; Ναι, είχε εξουσία. Η εξουσία δεν είναι τι άλλο, παρά τα δικαιώματα. Προσέξτε, η λέξις «ἐξουσία» σημαίνει δικαιώματα. Να το ενθυμείσθε, γιατί θα το χρησιμοποιήσομε πιο κάτω αρκετά. Δηλαδή ο Παύλος παραιτείται των δικαιωμάτων του, για προσωπική του συντήρηση, ακριβώς για να μη δώσει αφορμή κατηγορίας εις το Ευαγγέλιον· «ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δώσῃ». «Ἐγκοπή», «ἐγκόπτω» θα πει «κάτι που σταματώ, κάτι που βλάπτω». Υπάρχουνε διάφορα συνώνυμα. Και λέει μάλιστα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Είδες; Όχι μόνον απλώς φοβάται την ἐγκοπήν, την βλάβη αλλά κι εκείνο το ‘’τι’’, ‘’ἐγκοπήν τινά’’, τοσοδούτσικη βλάβη να μην επιφέρω εις το Ευαγγέλιον του Χριστού. Τοσοδούτσικη. Εκείνο το ‘’τι’’, το ‘’τόσο δα’’». «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν (: Δεν δώσαμε, λέει, δεν κάναμε χρήση σ’ αυτό μας το δικαίωμα, αλλά όλα τα υποφέρομε, ‘’πάντα στέγομεν’’, όλα τα υποφέρομε), ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινά -τινά, ε;- δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ».

Εμείς τι θα λέγαμε σε όλα αυτά; Όποιος καταλαβαίνει τον Παύλο, όποιος τον ζει, θα έλεγε: «Ω αθάνατε Παύλε, γνησιότατε ερμηνευτά του Χριστού… Ω αθάνατε Παύλε!». Έτσι σήμερα, με την αποστολική περικοπή που μας δίδεται αυτή η ευκαιρία να δούμε το θέμα, ποιο θέμα; Της θυσίας των δικαιωμάτων. Της θυσίας των δικαιωμάτων… Και τα δικαιώματα, πλάι στα καθήκοντα, υπάρχουν σε πολλούς τομείς της ζωής.

Και πρώτα πρώτα στον χώρο του Ευαγγελίου. Ο Παύλος ήταν κορυφαίος στη θυσία των δικαιωμάτων του. Αναφέρεται βέβαια στα δικαιώματα που έδωσε ο Χριστός στους διακόνους Του, όπως και ο παλαιός νόμος το προέβλεπε, είναι ο μόνος απόστολος που μίλησε για τα δικαιώματα των διακόνων του Χριστού, άλλο ότι δεν έπαιρνε τίποτε- και το πόρισμα των όσων γράφει είναι τούτο- που είναι παρμένο από την Παλαιά Διαθήκη: «Ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ». «Άξιος είναι ο εργάτης του  μισθού του». Δούλεψε στο Ευαγγέλιο, θα ζήσει από το Ευαγγέλιο. Λέγει: «Δεν ξέρετε ότι εκείνοι που ηργάζοντο εις το θυσιαστήριον ετρέφοντο εκ του θυσιαστηρίου;». Στην Παλαιά Διαθήκη. Σήμερα, θα λέγαμε: «Να πάρει ο ιερεύς το πρόσφορο». Να. Τα πολλά πρόσφορα. Παράδειγμα. Και μάλιστα, με την ευκαιρία, μια που ανέφερα, που είπα αυτό, στο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, αναφέρει πόσα πρόσφορα θα πάρει ο Επίσκοπος, πόσα θα πάρει ο πρεσβύτερος ή οι πρεσβύτεροι, ο διάκονος και πάει παρακάτω. Ώστε εκ του θυσιαστηρίου θα ζήσει ο εργάτης του Ευαγγελίου.

Μάλιστα, λέγει, το λέει η Παλαιά Διαθήκη και το ερμηνεύει ο Παύλος: «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». «Δεν θα βάλεις φίμωτρο εις το βόδι που αλωνίζει». Είναι γνωστό, ότι όπως γυρίζει, στα παλιά αλώνια, αν ενθυμείσθε, σε εκείνα τα παλιά πέτρινα αλώνια και γύριζε γύρω γύρω ένα ή δύο βόδια μαζί, πατημένα, ξύλο, σανίδι από πίσω και λιάνιζαν εκεί το σιτάρι να βγει το άγανο και να μείνει ο σίτος. Για μια στιγμή το βόδι μπορούσε να σκύψει και κάτι να φάει. «Μην του βάλεις φίμωτρο. Δουλεύει. Άστο να φάει», έλεγε ο παλιός νόμος. Και λέει ο Παύλος: «Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; (: Μήπως ο Θεός ενδιαφέρεται για τα βόδια;) Οὐχί περί ἡμῶν ἐγράφη;». «Δεν εγράφησαν», λέει, «αυτά τα πράγματα για μας;». Ότι δεν θα φιμώσεις τον εργάτη του Ευαγγελίου. Θα φάει εκείνο που του ανήκει από το Ευαγγέλιο.

Ενώ κατοχυρώνει τα πράγματα έτσι, ο Παύλος δεν παίρνει τίποτα. Εδώ είναι το καταπληκτικόν. Παραιτείται από το δικαίωμά του αυτό, μόνο και μόνο για να μην πουν: «Πολλά πήρε ο Παύλος… Κατάχρηση έκανε». Χρησιμοποιήθηκε εξάλλου το ρήμα. «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ». «Δεν κάναμε κατάχρηση αυτής της εξουσίας». Όμως ο Παύλος παραιτείται από το δικαίωμα μένοντας στο αξίωμά του: «Μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία». «Σε κανέναν καμία δεν δίνομε ‘’προσκοπήν’’, σκόνταμμα, σκάνδαλο, για να μη ‘’μωμηθῇ ἡ διακονία’’, να μην κατηγορηθεί η διακονία του Ευαγγελίου».

Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες το Ευαγγέλιον; Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες τον λόγο του Θεού; Που θα ήθελες να τον πάρουν οι ακροαταί σου ατόφιον και πουθενά να μην σκοντάψουν; Ω μεγάλε Παύλε…. Ο ίδιος έγραψε ακόμη στον Τιμόθεο: «Παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας (: μη έχοντας την αλήθεια ή την χάρη του Θεού), νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν (: που νομίζουν ότι η ευσέβεια είναι πορισμός. Να πλουτίσεις, με το να είσαι ευσεβής ή να είσαι ιερεύς, να πλουτίσεις…)». Και γράφει στον Τιμόθεο: «Ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων (: Μακριά απ΄ αυτούς, μακριά απ’ αυτούς)»… Και αυτό είναι δυστυχώς, το ότι μέσα στην Ιστορία, διαμέσου των αιώνων, είχαμε και έχομε πάντοτε αυτούς τους «διεφθαρμένους τὸν νοῦν» ανθρώπους, οι οποίοι τίποτα δεν καταλαβαίνουν. Χοιρώδεις άνθρωποι. Εργάζονται εις την Εκκλησίαν για να κερδίσουν και για να πλουτίσουν. Και θα προσθέσει ο Παύλος στον Τιμόθεο, στην Α΄προς Τιμόθεο: « Ἒστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας». «Πορισμός» θα πει πλούτος. «Είναι μέγας ο πλούτος, το να έχεις την ευσέβειαν με την αυτάρκεια». Εκείνο το … «μου φθάνει να ζήσω». Ακούστε: «Μου φθάνει να ζήσω. Δεν πρέπει να πλουτίσω».

Και θα φιλοσοφήσει ο Παύλος: «Οὐδὲν γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα· ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». «Είναι φανερό», λέει, «στον κόσμο αυτόν δεν φέραμε τίποτα. Καθένας που γεννιέται, δεν φέρνει ούτε λεφτά, ούτε κουβέρτες, ούτε παπούτσια, τίποτα. Από την κοιλιά της μάνας του φέρνει τίποτα; Γυμνός γεννιέται». Φανερόν. Και ποιος δεν το ξέρει αυτό; Κι όταν φύγομε από τον κόσμον αυτόν, δεν παίρνομε πάλι τίποτα. Έτσι φιλοσοφεί ο Παύλος. Κοινός νους· που ο καθένας μπορεί αυτό να το δει. Και βγάζει το συμπέρασμά του. Έχοντες λοιπόν διατροφάς και σκεπάσματα… –σκέπασμα είναι τα ρούχα, είναι τα παπούτσια, είναι η στέγη. Κι αυτό σκέπασμα είναι. «Έχοντες», λέει, «διατροφάς και σκεπάσματα, έχοντες να ζήσομε και να σκεπαστούμε, σ’ αυτά να αρκεστούμε». Αυτά είναι για όλους. Και για τους κληρικούς, πολλῷ δέ μᾶλλον…

Εάν όμως κανείς θέλει να προσφέρει την διακονία του στην Εκκλησία, μάλιστα εάν δεν είναι κληρικός, είναι λαϊκός, και έχει άλλοθεν έσοδα, έχει χωράφια, έχει μαγαζί, ξέρω ΄γω, ποτέ μη δεχθεί αμοιβή για την διακονία του αυτή εις την Εκκλησία. Ποτέ μη δεχθεί αμοιβή. Επίτροπος; Τι κάνεις; Ερανική επιτροπή; Μην πάρεις τίποτα! Πρόσεξε αδελφέ. Μην πάρεις τίποτα! Μιμήσου τον Παύλο. Ακόμη, μην υπάρξει σε σένα καμία υστεροβουλία, σε αυτήν την διακονία του Ευαγγελίου. Ότι… «Ε, αργότερα, εις το μέλλον, κάτι θα ζητήσω, κάπου, κάπως θα ωφεληθώ», μελλοντικά οφέλη δηλαδή. Ούτε φήμη, ούτε προνόμια, ούτε δόξα. Με ταπείνωση υπηρέτησε, διακόνησε την Εκκλησία, τον λόγο του Θεού, ό,τι είναι. Το αξίωμα του Παύλου δια ένα αδάπανον Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι διαρκώς μπροστά στα μάτια μας. Να το ΄χουμε στον νου μας διαρκώς. Να ζούμε για την Εκκλησία και όχι από την Εκκλησία, όπως υπάρχει μία σύγχρονη έκφρασις. Σήμερα δυστυχώς πάσχομε. Πάσχομε, πάσχομε. Γιατί λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή καλύτερα …βλέπετε κάθε χρόνο ακούγεται η περικοπή αυτή. Ποιος την προσέχει; Ποιος την θεολογεί; Ποιος την βαθαίνει; Λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή, καλύτερα, τις επιταγές του Αγίου Πνεύματος. Και η εποχή μας έχει πολύ μεγάλη ευαισθησία. Εάν δει εσένα ή κληρικός ή λαϊκός που υπηρετεί στην Εκκλησία να αρπάζεις, το μυαλό σου, το μάτι σου να είναι στα υλικά αγαθά, πρόσεξε, γύρω σου θα σκανδαλισθούν. Γι’ αυτό σήμερα είναι πολλοί οι σκανδαλιζόμενοι.

Η θυσία των δικαιωμάτων, αγαπητοί μου, είναι το αντίθετο της φιλαυτίας. Είσαι φίλαυτος; Ουδέποτε θα θυσιάσεις τα δικαιώματά σου. Θυσιάζεις τα δικαιώματά σου; Δεν είσαι φίλαυτος. Δύο ποσά αντιστρόφως ανάλογα. Δεν ζητώ τα δικά μου, αλλά των άλλων. Όπως λέει ο Παύλος, πάλι στην Α΄προς Κορινθίους, στο επόμενο κεφάλαιο το λέει: «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω (: Κανείς να μη ζητά το δικό του), ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος (: αλλά το κέρδος του αλλουνού)». Μέχρι ενός βαθμού, βέβαια, θα κοιτάξω και το δικό μου. Αλλά όχι διαρκώς το δικό μου. Γιατί αλλιώτικα μεταβάλλομαι σε φίλαυτον, όπως σας είπα.

Συνεπώς, κίνητρον της παραιτήσεως δικαιωμάτων ποιο είναι; Η αγάπη. Η αγάπη στον Χριστό. Η αγάπη στην Εκκλησία Του. Η αγάπη στον κάθε άνθρωπο, κατά τον τύπο της παραβολής του Καλού Σαμαρείτου. Όποιος και να είναι αυτός ο άλλος άνθρωπος, δείξε του την αγάπη σου, δείξε του την εξυπηρέτηση. Έτσι, παραιτείται ο θυσιαζόμενος από χρήματα, από προνόμια, από προσωπική ανάπαυση, ακόμη και από την σωματική του υγεία. Παραιτείται. Για να προσφέρει. Να προσφέρει προσφερόμενος. Να δαπανά εαυτόν, δαπανώμενος.

Πολλάκις ακόμη, ο άνθρωπος της θυσίας, που το έχει μέσα του ή που το διδάχτηκε από το Ευαγγέλιον, πολλάκις διαλέγει επάγγελμα που να είναι προσφορά. Όπως είναι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού -Έπαψε να ΄ναι. Κάνουν απεργίες οι εκπαιδευτικοί. Ας είναι…-. Για να προσφερθεί. Το επάγγελμα του γιατρού. Για να προσφέρει -Έπαψε να είναι. Για να βγάζουν χρήματα σήμερα…-. Το επάγγελμα του νοσηλευτού, της νοσοκόμου, του νοσοκόμου. Ξέρετε τι προσφορά είναι αυτή; Ξέρετε ότι οι αδερφές νοσοκόμες είναι σαν άγγελοι μέσα εις το νοσοκομείο; Και με εκείνη την άσπρη στολή τους, νομίζεις ότι κατέβηκαν από τον ουρανό να υπηρετήσουν και πάλι να ξαναφύγουν.

Ακόμη, παραιτείται ο πιστός, αγαπητοί, και από κοινωνικά δικαιώματα, κοινωνικά δικαιώματα, προκειμένου να διατηρήσει την ειρήνη. Και από κοινωνικά δικαιώματα. Ο Ισαάκ, επί παραδείγματι, ο γιος του Αβραάμ, έκανε μια ανόρυξη φρέατος, έσκαβε, για να βρει νερό. Είχε ποίμνια κ.τ.λ. κάπου έκανε την εγκατάστασή του, έσκαβε για να βγάλει  νερό. Μόλις το έβλεπαν οι πλαϊνοί λαοί, πήγαιναν και του έπαιρναν το πηγάδι και λέγανε: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Πήγαινε πιο πέρα… ποτέ δεν μάλωσε, πήγαινε πιο πέρα, ξανάσκαβε, έβρισκε νερό, πήγαιναν άλλοι…: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Αγαπητοί μου ο Ισαάκ, τύπος του Ιησού Χριστού, πράος, ποτέ δεν στράφηκε εναντίον των ή να κάνει μία μάχη, αλλά παρητείτο από το κάθε πηγάδι που έσκαβε. Κι αυτό εγίνετο κατ’ επανάληψιν. Μόνο και μόνο για να μην έχει προστριβές με τους γειτονικούς εκεί – μικρές φυλές, μικρούς λαούς.

Ομοίως, αγαπητοί, είναι και τα λεγόμενα «κληρονομικά δικαιώματα»· που λίγο πολύ βρισκόμαστε κάτω απ’ αυτά.  Προκειμένου να διατηρήσει κανείς την ειρήνη του και την αγάπη με τα αδέλφια του και με τους στενούς συγγενείς του, δέχεται να του δώσουν ό,τι αυτοί κρίνουν. Ξέρω ΄γω, ένα οικόπεδο, το χωρίζομε στα τέσσερα, ποιος θα πάρει τη γωνία. «Να ρίξομε κλήρο». «Όχι αδερφοί, πάρτε εσείς και δώστε μου όποιο θέλετε». Ας πούμε, ένα τυφλό κομμάτι του οικοπέδου, που δεν είναι γωνιά, που δεν βλέπει σε δρόμο. Και ακόμη μπορεί να φθάσει να παραιτηθεί τελείως. Να πει: «Παραιτούμαι από την περιουσία και κάνετε ό,τι θέλετε». Ή δέχεται ό,τι του δώσουν ή παραιτείται ολότελα, όταν βλέπει ότι μαλώνουν τα αδέλφια και οι συγγενείς. Στα δικαστήρια αυτός ο άνθρωπος δεν τρέχει ποτέ. Γι’ αυτό και ο Θεός τον ευλογεί. Πόσες φορές έχω πει σε σας, στην Εξομολόγηση, που το’ χω χαρεί μέχρι τον ουρανό, να μου λέτε, άνδρες, γυναίκες: «Πάτερ μου, σκέφτηκα να παραιτηθώ». «Άγιος ο Θεός!», λέγω. «Και να δεις πόσο θα σε ευλογήσει ο Θεός. Δεν θα πεινάσεις ούτε συ, ούτε τα παιδιά σου».

Αλλά και μέσα στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, υπάρχουν θυσιαζόμενα δικαιώματα. Όπως μια προτεραιότητα κάπου, στο αυτοκίνητο, στην τράπεζα, σε ένα μαγαζί πάμε να ψωνίσομε, και προσφέρει κανείς την προτεραιότητά του, γιατί είναι κάποιος ηλικιωμένος άνθρωπος, είναι ένας ανήμπορος άνθρωπος. Θυσιάζει ακόμη την άνεσή του στο λεωφορείο, στο τρένο, δεν ξέρω πού. Αυτά είναι καθημερινά-καθημερινά. Θυσιαζόμενα δικαιώματα. Γι’ αυτό λέει ο αββάς Δωρόθεος, είναι στην πέμπτη του διδασκαλία: «Ὅταν γάρ κρατῶμεν τό ἴδιον θέλημα καί στοιχῶμεν –γιατί όταν ζητάω τα δικαιώματά μου, ζητάω το δικό μου το θέλημα- τοῖς δικαιώμασιν ἡμῶν, τότε λοιπόν ὡς καλόν πρᾶγμα ποιοῦντες ἑαυτοῖς ἐπιβουλεύομεν καί οὔτε οἴδαμεν πῶς ἀπολλύμεθα». Να σας το μεταφράσω: «Όταν μένομε δεμένοι με το θέλημά μας και ρυθμίζομε την ζωή μας με βάση τα δικαιώματά μας, υπάρχουν άνθρωποι – οι πιο πολλοί ίσως, που δεν θυσιάζουν τίποτε από τα δικαιώματά τους -‘’Τίποτε’’, σου λέει: ‘’Μου ανήκει’’, ‘’Έχω δικαίωμα’’-, τότε έχοντας την εντύπωση», συνεχίζει ο αββάς Δωρόθεος, «ότι κάνομε κάτι καλό, προετοιμάζομε άθελά μας το κακό μας και χανόμαστε χωρίς να το καταλαβαίνομε». Γιατί χωρίς να το καταλαβαίνομε; Γιατί μιλάμε για τα δικαιώματά μας εν ονόματι της δικαιοσύνης… Εκεί –επιτρέψατέ μου την λέξη- την πατάμε!

Η θυσία των δικαιωμάτων στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, εξορίζει, όπως σας είπα, την φιλαυτία. Και εγκαθιδρύει την αγάπη και την χριστιανική κοινωνικότητα.

Αγαπητοί, έφθασε ο Παύλος να πει κάποτε από αγάπη για τους συμπατριώτες του: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται». «Θα ευχόμουν – «ἀνάθεμα» θα πει χώρισμα- να χωριστώ από τον Χριστόν -Ποιος; Ο Παύλος· που αγαπούσε τόσο τον Χριστόν- για λογαριασμό των συμπατριωτών μου, προκειμένου να γνωρίσουν τον Χριστό οι Ισραηλίται». Είδατε κουβέντα; Όταν ο Χριστιανός θυσιάζει τα δικαιώματά του, τότε όλα αυτά, θα τα έχει εξασφαλίσει στη Βασιλεία του Θεού. Μην το πάρετε περίεργον. Στην Αποκάλυψη γράφει τα εξής: «Καὶ ἐδόθη αὐτῇ (: δόθηκε εις την Εκκλησία δηλαδή, εις την νύμφην) ἵνα περιβάληται βύσσινον λαμπρὸν καθαρόν· τὸ γὰρ βύσσινον -δηλαδή βυσσινί χρώμα χιτώνα- τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων ἐστί». Είναι «τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων». Παρότι, «δικαιώματα» εδώ σημαίνει η αγιότητα, οι αρετές των αγίων, όμως μπορούμε να πούμε ότι οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού διασώζουν, διασώζουν τα δικαιώματά τους. Ποια; Εκείνα που θυσίασαν εις τον παρόντα κόσμον. Εκεί ακριβώς τα απολαμβάνουν. Και μάλιστα όταν φθάνουν εις το ύψιστον δικαίωμα της ζωής και εκεί να παραιτούνται, γινόμενοι μάρτυρες για την αγάπη του Χριστού, τότε εκεί βρίσκουν και την αληθινή ζωή.

Αγαπητοί, ας συνηθίζομε, με κάποιαν ευκολία, από τα μικρά, να θυσιάζομε τα δικαιώματά μας, από τα μικρά… Πρότυπό μας αιώνιον ο Παύλος, ο αιώνιος Παύλος· που κι αυτός είχε πρότυπο τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν.  

ΠΗΓΕΣ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_615.mp3 

(Ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Ομιλία στην εορτή των κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου

Περίληψη 28ης Ομιλίας, στην περικοπή Ματθ. 16,13-19. Οι δύο απόστολοι είναι λαμπροί φωστήρες, λαμπρύνοντας την Εκκλησία με τη συνάντησή τους κατά την εορτή της 29ης Ιουνίου, η οποία δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά έκλαμψη. Υπενθυμίζοντας τις πράξεις τους τίποτε δεν προσθέτομε στα αγαθά τους, αλλ’ αυξάνομε αντίθετα τα δικά μας αγαθά. Κεντρικό σημείο της ομιλίας είναι η περιγραφή της αντιθετικής κινήσεως του πειρασμού και της μετάνοιας. Ο πειραστής έπεισε τον Πέτρο να επιδιώκει περισσότερο ζήλο από τον αναγκαίο, αλλ’ ενώ αυτός έφθασε στο σημείο όπου αρχίζει η πτώση, νίκησε τον πειραστή με την αυτοκατάγνωση, την αυτο­κριτική του. Κατέστη υπόδειγμα ειλικρινούς μετάνοιας για την πτώση του στην άρνηση του Χριστού και πατέρας του γένους των θεοσεβών. Ο Παύλος πάλι με τη μετάνοιά του για την καταδίωξη της χριστιανικής πίστεως και την μετέπειτα δραστηριότητά του κατέστη υπόδειγμα καρτερίας. Οι δύο απόστολοι είναι ισάξιοι σε λαμπρότητα, γι’ αυτό και η Εκκλησία «μίαν και την αυτήν αμφοτέροις νέμει τιμήν».

ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ 

1. Η μνήμη καθενός από τους αγίους ερχόμενη κατά την εόρτιο ημέρα αυτής, είναι κοινή αφορμή ευφρο­σύνης και στα πλήθη και στις πό­λεις και στους πολίτες και στους πολιτάρχες και γίνεται πρόξενος μεγάλης ωφέλειας σε όλους τους εορτάζοντες. Γιατί λέγει ο σοφός Σο­λομών «η μνήμη του δικαίου συνο­δεύεται από εγκώμια, και όταν εγκωμιάζεται ο δίκαιος ευφραίνονται οι λαοί» (Παροιμ. 10, 7). Γιατί, όπως κατά τη νύχτα, όταν αναφθεί λαμπάδα το φως φέγγει για την ανάγκη και την από­λαυση όλων των παρόντων, έτσι και ο θεάρεστος βίος κάθε αγίου και το μακάριο τέλος του και η δοσμένη χάρη σ’ αυτόν από τον Θεό λόγω της καθαρότητας του βίου, προβαλλόμενος στο μέσον με τη μνήμη σαν κάποιος ολόλαμπρος πυρσός, προσ­φέρει κοινή την πνευματική ευφροσύνη και την ωφέλεια στους συναθροισμένους. Και όπως ακριβώς όταν γίνει ευφορία στη γη δεν ευχαριστούνται μόνον οι γεωργοί, αλλά και όλοι οι άν­θρωποι (γιατί η απόλαυση από τους καρπούς της γης είναι κοινή σε όλους), έτσι και η προς τον Θεό καρποφορία των αγίων με την αρετή δεν ευφραίνει μόνο τον γεωργό των ψυχών, αλλά και όλους εμάς, αφού βρίσκεται μπροστά μας ως κοινή τρυφή και απόλαυση των ψυχών μας. Άλλωστε και όταν είναι ακόμη παρόντες σ’ αυτόν τον βίο οι άγιοι είναι όλοι προτροπή προς την αρετή για όλους εκείνους που τους ακούουν και τους βλέπουν με σύνεση· γιατί είναι έμψυχες εικόνες της αρετής, αυτοκίνητες στήλες κάθε καλού, βιβλία ζωντανά που ομιλούν γι’ αυτά που οδηγούν στα ανωτέρα, και όταν μεταβούν από αυτόν τον βίο με τη μνήμη των καλών σε εκείνους συντηρούν για χάρη μας αθάνατη την από αυτούς ωφέλεια. Η μνήμη επίσης των αγαθών έργων εκείνων είναι εγκώμιο εκείνων, που χρεωστείται βέβαια από εμάς σε εκείνους για την προγενέστερη ωφέλεια, είναι όμως χρήσιμο σε μας και τώρα, για το όφελος που προξενείται σ’ εμάς και τώρα από αυτούς. 

2. Δεν προσθέτομε βέβαια κάτι στα αγαθά εκείνων υπενθυμίζοντας τις πράξεις τους. Πώς δηλαδή θα μπορούσαμε να το κάνομε αυτό εμείς που δεν είμαστε ικανοί ούτε την αρετή τους να παραστήσομε ολόκληρη; Γιατί φιλοτιμήθηκαν παρακινούμενοι από τις πάνω από το λόγο αμοιβές που είχε υποσχεθεί ο Θεός, να δεί­ξουν, όσο επέτρεπε η φύση, και τρόπο ζωής που υπερβαίνει κάθε λόγο. Δεν αυξάνομε λοιπόν τα προσόντα αυτών εγκωμιάζοντάς τους, μακριά μια τέτοια σκέψη! αλλά αυξάνομε τα από εκείνους προξενούμενα σε μας αγαθά ανυψώνοντας τους εαυτούς μας προς εκείνους σαν θεοφεγγείς λυχνίες και κατανοώντας και προσδεχόμενοι περισσότερο την από εκείνους προερχόμενη καλλοποιό δύναμη. 

3. Αν η μνήμη κάθε αγίου τελείται, για τους λόγους που είπα­με, από εμάς με ύμνους και τα εγκώμια που ταιριάζουν σ’ αυτούς, πόσο περισσότερο πρέπει του Πέτρου και του Παύλου, της κορυ­φαίας ακρότητας του κορυφαίου χορού των Αποστόλων; Αυτοί είναι κοινοί πατέρες και καθοδηγητές όλων εκείνων που φέρουν το όνομα του Χριστού, αποστόλων, μαρτύρων, οσίων, ιερέων, ιεραρχών, ποιμένων και διδασκάλων, και όλων των ποιμαινομένων και διδασκομένων, ως αρχιποιμένες ή και αρχιτέκτονες της κοινής όλων ευσέβειας και αρετής, και «ως φωστήρες στον κόσμο που επέχουν θέση ζωής» (Φιλ. 2, 16), που τόσο πολύ ξεπερνούν σε λάμψη εκείνους που διέλαμψαν με την ευσέβεια και την αρετή τους, όσο υπερβαίνει τους άλλους αστέρες ο ήλιος, ή όσο οι ουρανοί τους ουρανούς, διηγούμενοι την ανώτατη δόξα του Θεού· τόσο πολύ ξεπερνούν το μέγεθος των ουρανών και το κάλλος των αστέρων και την ταχύτητα και των δύο και την τάξη και τη δύναμη, όσο αυτοί φανερώνουν και τα πάνω από την αίσθηση προς αυτά τα υπερουράνια και υπερκόσμια, και αναπέμπουν φως, «στο οποίο δεν υπάρχει παραλλαγή ή αποσκίασμα μετατροπής» (Ιακ. 1, 17), όχι μόνο εξάγοντας από το σκότος στο θαυμαστό αυτό φως, αλλά καθι­στώντας με τη μετάδοση αυτούς που μετέχουν φως και γεννήμα­τα τέλειου φωτός, ώστε και ο καθένας από αυτούς κατά τη μελλο­ντική ένδοξη παρουσία και επιφάνεια του αρχίφωτου και θεάν­θρωπου Λόγου να λάμψει σαν ήλιος.

4. Τέτοιοι φωστήρες έχοντας ανατείλει σήμερα σε μας ο ένας μαζί με τον άλλο λαμπρύνουν την Εκκλησία· γιατί η σύνοδος αυτών δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά περίσσεια φωτός· γιατί δεν συμβαίνει, περιπολώντας ο ένας επάνω, να είναι εδραιωμένος στα ύψη, και ο άλλος να είναι χαμηλότερα για να υποσκιάσει τον άλλο, ούτε ο ένας να ηγείται της ημέρας και ο άλλος της νύχτας, ώστε φερόμενος αντίκρυ να πέσει στη σκιά, ούτε ο ένας να εκπέμπει το φως και ο άλλος να παίρνει το φως από εκεί, ώστε να παθαίνει από αυτό αλλοίωση, δεχόμενος άλλοτε αλλιώς τον φωτι­σμό ανάλογα με την απόσταση, αλλά, αφού και οι δύο κατέστη­σαν εξίσου μέτοχοι του Χριστού, της αστείρευτης πηγής, του αιώ­νιου φωτός, απέκτησαν ίσο και το ύψος και τη δόξα και τη λαμπρότητα. Γι’ αυτό και είναι αλληλουχία η σύνοδος των φω­στήρων αυτών, που χορηγεί διπλάσια έλλαμψη στις ψυχές των πιστών.

5. Αλλ’ ο πρώτος αποστάτης που οδήγησε σε αποστασία από τον Θεό και τον πρώτο άνθρωπο, βλέποντας ήδη εκείνον που έπλασε τον Αδάμ πατέρα του γένους των ανθρώπων, να αναπλά­θει ύστερα τον Πέτρο πατέρα του γένους των αληθινά θεοσεβών, και όχι μόνο βλέποντας, αλλά και ακούοντας αυτόν να λέγει προς αυτόν, «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδο­μήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 18)· αφού έμαθε αυτό ο αρχέκακος από τη φθονερή κακία του πειράζει και τον Πέτρο τον αρχηγό του γένους των θεοσεβών, όπως άλλοτε και τον Αδάμ τον αρχηγό του γένους των ανθρώπων. Γνωρίζοντας όμως ότι αυτός ήταν στολισμένος με σύνεση και πυρωμένος από την αγάπη προς τον Χριστό, δεν τολμά βέβαια την κατά πρόσωπο επίθεση, αλλά παραπλανώντας τον με δόλο κατά κάποιο τρόπο από πλάγια, και μάλιστα από δεξιά, τον πείθει να πράττει πέρα από τα αναγκαία, και κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους, λέγοντας ο Κύριος προς τους μαθητές, «αύτη τη νύχτα όλοι θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους προς εμένα» (Ματθ. 26, 31), αυτός πρόβαλε με απείθεια αντίρρηση. Και όχι μόνον αυτό, αλλά έθετε και τον εαυτό του πάνω από όλους, λέγοντας ότι, και αν όλοι σκανδαλισθούν, αλλ’ εγώ όχι. Εγκαταλείπεται λοιπόν περισσότερο από τους άλλους, επειδή κυριεύθηκε από αλαζονεία, ώστε, αφού ταπεινωθεί περισσότερο από τους άλλους, να παρουσιασθεί στον κατάλληλο καιρό λα­μπρότερος, όχι όπως ο Αδάμ που πειράσθηκε και συγχρόνως νικήθηκε και καταποντίσθηκε τελείως, αλλά, αφού πειράσθηκε και παρασύρθηκε για λίγο, νίκησε τον πειράζοντα. Πώς; Με την απευθείας κατάκριση του εαυτού του και τη σφοδρή λύπη και μετάνοια, και με το δραστικό προς εξιλέωση φάρμακο, τα δά­κρυα· γιατί λέγει· «καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη ο Θεός δεν θα την εξουθενώσει» (Ψαλμ. 50, 12), και η αρεστή στον Θεό λύπη προκαλεί μετάνοια αμετάτρεπτη προς σωτηρία, και «αυτός που σπέρνει την παράκληση με δάκρυα, θα θερίσει με αγαλλίαση τη συγ­χώρηση» (Ψαλμ. 125, 5). 

6. Θα μπορούσε όμως κανείς να δει εξετάζοντας αυτόν, ότι όχι μόνο θεράπευσε με τη μετάνοια και το οδυνηρό πένθος την άρνη­ση στην οποία παρασύρθηκε, αλλά και ότι ξερρίζωσε τελείως από την ψυχή του το πάθος εξαιτίας του οποίου εγκαταλείφθηκε περισσότερο από τους άλλους. Και αυτό θέλοντας να δείξει σε όλους ο Κύριος, μετά το σαρκικό πάθος του για χάρη μας και την από τους νεκρούς τριήμερη ανάστασή του, χρησιμοποίησε προς τον Πέτρο τα λόγια που αναγνώσθηκαν σήμερα στο ευαγγέλιο, λέγοντας προς αυτόν «Σίμων υιέ του Ιωνά, με αγαπάς περισσότερο από αυτούς», δηλαδή από τους μαθητές μου. Και πρόσεχε την προς το ταπεινότερο μεταβολή αυτού. Αυτός δηλαδή που πρωτύτερα, και χωρίς να ερωτηθεί, τοποθέτησε πάνω από τους άλλους τον εαυτό του και είπε, «και αν όλοι σε αρνηθούν, όμως όχι εγώ», τώρα ερωτώμενος, εάν τον αγαπά περισσότερο από τους άλλους, συμφωνεί βέβαια ότι τον αγαπά, το περισσότερο όμως παραλείπει να το πει, λέγοντας· «ναι, Κύριε, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ». 

7. Τί λέγει λοιπόν ο Κύριος; Επειδή έδειξε αυτόν ότι ούτε από την προς αυτόν αγάπη εξέπεσε και ότι απέκτησε την ταπείνωση, εκπληρώνει την από παλαιά προς αυτόν υπόσχεση και λέγει προς αυτόν, «ποίμαινε τα αρνιά μου». Πραγματικά, όταν ονομά­ζει οικοδομή το σύνολο αυτών που πιστεύουν σ’ αυτόν υπόσχεται ότι θα τον τοποθετήσει θεμέλιο, λέγοντας «συ είσαι Πέτρος και επάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 8). Όταν ο λόγος γίνεται για την αλιεία τον κάμνει αλιέα ανθρώ­πων, λέγοντας «από τώρα θα αλιεύεις ανθρώπους» (Λουκά 5, 10). Όταν πάλι κάνει πρόβατα τους δικούς του τοποθετεί τον Πέτρο ποιμένα, λέγοντας «ποίμαινε τα αρνιά μου, ποίμαινε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21, 15-16). Μπορούμε όμως αδελφοί, να αντιληφθούμε και από εδώ, ότι όσο ποθεί τη σωτηρία μας ο Κύριος τόσο περισσότερο και από αυτούς που τον αγαπούν δεν ζητεί τίποτε άλλο, παρά να μας οδηγούν προς τη βοσκή και τη σωτήρια μάνδρα. 

8. Ας ποθήσομε λοιπόν και εμείς τη σωτηρία μας και ας δείξομε υπακοή σ’ αυτούς που με έργο και λόγο μας οδηγούν προς αυτήν· γιατί αρκεί να θελήσει καθένας από εμάς να πορευθεί τον δρόμο που οδηγεί προς τη σωτηρία, και ο καθηγητής έφτασε ετοιμασμέ­νος από τον κοινό Σωτήρα, και ο χορηγός της σωτηρίας είναι ετοι­μότατος εξαιτίας της υπερβολικής φιλανθρωπίας του ως αυτό­κλητος, ή μάλλον όντας αυτοπαράκλητος. Και ερωτά τρεις φορές, ώστε αποκρινόμενος εκείνος τρεις φορές, να δώσει την καλή ομο­λογία και με την τριπλή ομολογία να θεραπεύσει την τριπλή άρνηση· και τρεις φορές τον ορίζει επικεφαλής στα αρνιά και τα πρόβατά του, τοποθετώντας κάτω από τον Πέτρο και τις τρεις τάξεις των σωζομένων, τη δουλεία, την μισθοφορία και την υιότητα, ή την παρθενία, τη χηρεία με σωφροσύνη και τον τίμιο γάμο. Αλλά ο Πέτρος, ερωτώμενος πάλι και πάλι αν αγαπά τον Χριστό, στενοχωρήθηκε, λέγει, από τις επανειλημμένες ερωτήσεις επειδή νόμισε ότι δεν τον πίστευε. Γνωρίζοντας όμως τον εαυτό του, ότι τον αγαπά και μη αγνοώντας ούτε και αυτό, ότι γνωρίζεται από αυτόν που τον ερωτά περισσότερο από όσο ο ίδιος γνωρίζει τον εαυτό του, περισφιγμένος κατά κάποιο τρόπο από παντού, δεν ομολογεί μόνο ότι τον αγαπά, αλλά και κηρύττει, ότι ο αγαπώμενος από αυτόν είναι ο Θεός των όλων, λέγοντας· «συ, Κύριε, γνω­ρίζεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ» (Ιω. 21, 17)· γιατί το να γνωρί­ζει τα πάντα είναι γνώρισμα του Θεού των πάντων. 

9. Ο Κύριος όμως αφού αυτός έκαμε αυτή την ομολογία από την ψυχή του, όχι μόνο τον χειροτονεί ποιμένα και αρχιποιμένα όλης της Εκκλησίας του, αλλά υπόσχεται ότι θα τον περιζώσει με τόση δύναμη, ώστε να δείξει υπομονή και μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, αυτός που πριν από την υπόσχεση αυτή δεν άντεξε ούτε στην ερώτηση και λαλιά ενός κοριτσιού. «Σε διαβεβαιώνω αληθινά», είπε προς αυτόν, «ότι όταν ήσουν νεώ­τερος» και στη σωματική και στην πνευματική ηλικία, «έζωνες τον εαυτό σου», δηλαδή χρησιμοποιούσες τη δύναμή σου και περ­πατούσες όπου ήθελες, όντας αυτοκίνητος και ζώντας σύμφωνα με την προαίρεση που είχες από τη φύση σου, όταν όμως θα γε­ράσεις φθάνοντας στο άκρο της σωματικής και της πνευματικής ηλικίας, «θα απλώσεις τα χέρια σου»· με τα λόγια αυτά προδηλώνει το δια του σταυρού τέλος του και μαρτυρεί ότι το δέσιμό του πάνω σ’ αυτόν δεν θα γίνει χωρίς τη θέληση του Πέτρου. Θα απλώσεις λοιπόν ο ίδιος τα χέρια σου και άλλος θα σε ζώσει, δη­λαδή θα σε ενδυναμώσει και θα σε φέρει όπου δεν θέλεις φεύγο­ντας από τους ανθρώπους επειδή η φύση δεν θέλει τη διάλυσή της με το θάνατο· γιατί το υπερφυσικό μαρτύριο του Πέτρου δεί­χνει τη σχέση της φύσεώς μας εδώ προς τη ζωή· γιατί εκείνα, λέγει, θα υπομείνεις με καρτερία και με τη θέλησή σου για μένα και τη μαρτυρία μου παίρνοντας δύναμη από μένα, τα οποία επειδή είναι πάνω από τη φύση δεν τα θέλει ως από τη φύση της η φύση. 

10. Αλλά ο Πέτρος βέβαια τέτοιος ήταν, όσο μπορούμε από αυτά τα λίγα να γνωρίσομε. Τί ήταν όμως ο Παύλος και ποιά γλώσσα, ή μάλλον ποιές και πόσες θα μπορέσουν να παραστήσουν ακόμα και μέτρια την μέχρι θανάτου καρτερία εκείνου για χάρη του Χριστού; Αυτός καθημερινά πέθαινε, ή καλύτερα ζούσε όντας παντοτινά πεθαμένος αφού δεν ζούσε αυτός πλέον, όπως ο ίδιος λέγει, αλλ’ είχε μέσα του ζώντα τον Χριστό (Γαλ. 2, 20). Για την αγάπη του Χριστού όχι μόνο θεώρησε όλα τα παρόντα σκύβαλα, αλλά και τα μέλλοντα τα τοποθετούσε δεύτερα συγκρίνοντάς τα προς αυτόν γιατί λέγει· «είμαι πεπεισμένος, ότι ούτε ο θάνατος, ούτε η ζωή, ούτε τα παρόντα, ούτε τα μέλλοντα, ούτε ύψωμα ούτε βάθος θα μπορέσει να μας χωρήσει από την αγάπη του Θεού που μας έδειξε μέσω του Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 8, 38). Και είχε ζήλο Θεού, ώστε και να ζηλεύει εμάς με ζήλο Θεού. Και σε ποιόν άλλο θα παραχωρήσει τα ίσα, παρά μόνο στον Πέτρο; Ποιός πάλι ήταν ως προς την ταπεί­νωση άκουσε αυτόν πάλι να λέγει για τον εαυτό του· «εγώ είμαι ο ελάχιστος από τους Αποστόλους, τέτοιος που δεν είμαι ικανός να ονομάζομαι απόστολος» (Α’ Κορ. 15, 9). 

11. Τί λοιπόν; Αφού είναι ίδιος με τον Πέτρο στην ομολογία, τον ζήλο, την ταπείνωση, την αγάπη, άραγε δεν επέτυχε και τα ίδια έπαθλα από αυτόν που τα πάντα τα χορηγεί με δικαιότατο ζυγό και μέτρο και σταθμά; Γι’ αυτό στον Πέτρο βέβαια λέγει, «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου», ενώ για τον Παύλο τί λέγει προς τον Ανανία; «Αυτός είναι σκεύος εκλογής μου για να μεταφέρει το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Ποιό όνομα; Οπωσδήποτε αυτό με το οποίο ονομασθήκαμε εμείς, την Εκκλησία του Χρι­στού, την οποία ως θεμέλιο βαστάζει ο Πέτρος. Βλέπετε πόση είναι η λαμπρότητα και η ομοτιμία του Πέτρου και του Παύ­λου, και ότι και από τους δύο βαστάζεται η Εκκλησία του Χριστού; Γι’ αυτό και αυτή τώρα απονέμει μία και την ίδια τιμή και στους δύο, εορτάζοντας σήμερα και τους δύο μαζί ομότιμα. Αλλά εμείς, εξετάζοντας το τέλος αυτών, ας μιμηθούμε τον τρόπο ζωής των και αν όχι τα άλλα, τουλάχιστο την από την ταπείνωση και μετάνοια διόρθωση· γιατί τα άλλα βέβαια είναι μεγάλα και υψηλά και ταιριάζουν σε μεγάλους και είναι κατάλ­ληλα προς μίμηση από μεγάλους, μερικά ίσως είναι τελείως αμί­μητα από όλους, η διόρθωση όμως από τη μετάνοια ταιριάζει σε μας περισσότερο παρά σε εκείνους, αφού και καθημερινά διαπράττομε ο καθένας πολλά πταίσματα (Ιακ. 3, 2) και από πουθενά αλλού δεν υπάρχει για μας ελπίδα σωτηρίας, αν δεν αποσπάσομε αυτήν από τη διαρκή μετάνοια. 

12. Προηγείται όμως της μετάνοιας η αναγνώριση και κατανόη­ση των δικών μας πταισμάτων, η οποία είναι μεγάλη αφορμή προς εξιλέωση· γιατί λέγει ο Ψαλμωδός προφήτης προς τον Θεό «ελέησέ με, γιατί εγώ γνωρίζω την ανομία μου» (Ψαλμ. 50, 1-2), αποσπώντας με την επίγνωση το έλεος και με την εξαγόρευση και αυτομεψία απο­κομίζοντας τέλεια τη συγχώρηση· γιατί λέγει· «είπα, θα εξαγορεύσω εναντίον μου την ανομία μου προς τον Κύριο, και συ συγχώρη­σες την ασέβεια της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 31, 6)· γιατί την επίγνωση των αμαρτημάτων μας ακολουθεί η αυτοκατάκριση, και αυτήν η λύπη για τα αμαρτήματα, την οποία ο Παύλος ονόμασε «λύπη κατά Θεόν» (Β’ Κορ. 7, 10). Αυτήν πάλι την κατά Θεόν λύπη ακολουθεί η με συντριμμέ­νη καρδιά εξομολόγηση και παράκληση προς τον Θεό, και η υπό­σχεση της αποχής στο εξής από τις κακίες· και αυτό είναι η μετά­νοια. 

13. Και εξαιτίας αυτού ο Μανασσής εκείνος απαλλάχθηκε από την τιμωρία για τα αμαρτήματά του, αν και βέβαια περιέπεσε σε πλήθος και μέγεθος και βάθος παραπτωμάτων και κυλιόταν σ’ αυτά για περίοδο πολλών ετών (Δ’ Βασ. 21, 1-18). Του Δαβίδ πάλι όχι μόνο εξά­λειψε ο Κύριος το αμάρτημα εξαιτίας της μετάνοιάς του, αλλά και δεν του αφαίρεσε την προφητική χάρη. Αυτήν χρησιμοποιώντας και ο Πέτρος, όχι μόνο σηκώθηκε από την πτώση και επέτυχε τη συγχώρηση, αλλά και του ανατέθηκε η προστασία της Εκκλη­σίας του Χριστού. Αυτήν την προστασία θα βρεις να έχει επιτύχει και ο Παύλος μετά την επιστροφή και την προκοπή και την παρα­πάνω από τους άλλους οικείωση με τον Θεό· γιατί η μετάνοια αν είναι αληθινή και βγαίνει αληθινά από την καρδιά, πείθει τον κάτοχό της να μη συνεχίζει τις αμαρτίες, να μη προσηλώνεται πια στα φθειρόμενα, να μη χάσκει πλέον στις μη καλές ηδονές, αλλά να καταφρονεί τα παρόντα, να αφοσιώνεται στα μέλλοντα, να αγωνίζεται εναντίον των παθών, να επιδιώκει τις αρετές, να δεί­χνει εγκράτεια σε όλα, να επαγρυπνεί με τις προς τον Θεό προσευχές, να απέχει από το κέρδος από αδικίες, να είναι συγχωρητικός προς εκείνους που πταίουν σ’ αυτόν, να είναι ευμενής προς όσους τον ικετεύουν, να είναι προθυμότατος και να κάμπτεται μέσα από την ψυχή του προς όλους εκείνους που χρειάζονται τη βοήθειά του, παρέχοντας από όσα έχει, λόγια, έργα, χρήματα, ώστε με τη φιλανθρωπία να κερδίσει τη φιλανθρωπία και αντί της προς τον πλησίον αγάπης να λάβει την εκ μέρους του Θεού αγάπη και να αποσπάσει την προς τον εαυτό του θεία ευμένεια και να επιτύχει το αιώνιο έλεος και τη θεία ευλογία και χάρη που παραμένει στον αιώνα.

14. Αυτήν εύχομαι να επιτύχομε όλοι εμείς με τη χάρη του μονογενούς Υιού του Θεού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
 

(Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)