ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΑΝΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ!

 
ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΑΝΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ 

Οι Μακαρισμοί του Κυρίου βρίσκονται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (5,3-12) και αποτελούν τη διδασκαλία προς τους μαθητές του στην επί του όρους ομιλία. Χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Χρυσόστομος πως οι μαθητές του κάθονταν γύρω από το Χριστό θέλοντας να ακούσουν κάτι το σπουδαίο και δεν έμεναν μόνο στα θαύματα που έβλεπαν όλοι. Ο Χριστός απευθύνεται στους μαθητές του, ωστόσο οι μακαρισμοί αφορούν όλους τους ανθρώπους, τους συγχρόνους του αλλά και τους μεταγενέστερους.  

1ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών 

Στον πρώτο λοιπόν μακαρισμό ο Χρυσόστομος τονίζει πως με την φράση ‘πτωχοί τω πνεύματι’ εννοούνται εκείνοι που έχουν ταπεινοφροσύνη. ‘Πνεύμα’ δε σημαίνει ‘ψυχή’ , αλλά ‘βούληση’. Πρέπει ο άνθρωπος να αισθάνεται ‘πτωχός τω πνεύματι’ και έτσι μακαρίζει αυτούς που ενσυνειδήτως είναι ταπεινόφρονες και υπακούουν στις εντολές του Θεού.

          Ο Χριστός είπε ‘πτωχοί’ και όχι ταπεινοί, συνεχίζει ο άγιος Χρυσόστομος, γιατί το πρώτο είναι εντονότερο και εννοεί όσους σέβονται τις εντολές. Τονίζει τη σημασία της ταπεινοφροσύνης επειδή η αλαζονεία ήταν η κορυφή των κακών (εδώ δίνει παράδειγμα την αλαζονεία του Αδάμ και της Εύας), και βρήκε λοιπόν το αντίδοτο που είναι η ταπεινοφροσύνη.

2ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται 

          Με την λέξη ‘πενθούντες’ δεν εννοούνται όσοι έχουν θλίψεις και βάσανα, αλλά όσοι πενθούν για τις αμαρτίες τους. Και μάλιστα αυτούς που λυπούνται πολύ, γι’ αυτό δε λέει απλώς ‘λυπημένοι’. Αυτοί λοιπόν, είναι εκείνοι που θα παρηγορηθούν από το Θεό (‘ότι αυτοί παρακληθήσονται’) στο μέγιστο βαθμό. Τονίζει λοιπόν ο Χρυσόστομος πως ο Χριστός μας ζητά να πενθούμε όχι μόνο για τις δικές μας αμαρτίες, αλλά και των άλλων. 

3ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσιν την γην 

          Για το λόγο ότι επικρατεί η αντίληψη ότι ο πράος χάνει όλα του τα αγαθά, ο Χριστός μας βεβαιώνει για το αντίθετο. Αυτός που συγκρατείται, κατέχει σταθερά τα αγαθά, ενώ ο εγωιστής θα χάσει πιθανότατα όσα κληρονόμησε από τον πατέρα του, ακόμα και την ψυχή του, τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Ακόμη, ο Χριστός ορίζει αμοιβές επίγειες, αλλά ταυτόχρονα και ουράνιες. 

4ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες τη δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται 

          Εδώ ο Χρυσόστομος τονίζει πως με τη λέξη δικαιοσύνη δεν τη χρησιμοποιεί ως έννοια γενικώς, αλλά ως έννοια αντίθετη της πλεονεξίας, επειδή στη συνέχεια θα μιλήσει για την ελεημοσύνη. Η φράση ‘πεινώντες και διψώντες’ χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η ολόψυχη προσήλωση στη δικαιοσύνη που πρέπει να έχει ο άνθρωπος. Τέλος, στον μακαρισμό αυτό ο Χριστός καθορίζει υλική επιβράβευση. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται ότι θα γίνει φτωχός αν είναι δίκαιος, γιατί όσοι μοιράζονται τα δικά τους αγαθά, θα αποκτήσουν πολύ περισσότερα. 

5ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται 

          Με τον μακαρισμό αυτό εκφράζεται η ανάγκη ελεημοσύνης με κάθε δυνατό τρόπο προς τους ανθρώπους και όχι μόνο με χρήματα, τονίζει ο Άγιος Χρυσόστομος. Όσο για την απολαβή, φαινομενικά είναι ίση (ελεήμονες- ελεηθήσονται), όμως δεν είναι διότι οι ελεήμονες ελεούν ως άνθρωποι, αλλά οι ίδιοι ελεούνται από τον Θεό. 

6ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι καθαροί την καρδία, ότι αυτοί τον Θεό όψονται 

          Καθαρούς, σύμφωνα με το Χρυσόστομο, ονομάζει εκείνους που είναι γενικώς ενάρετοι με καθαρή συνείδηση ή εκείνους που οι ενέργειές τους είναι ευσεβείς. Τονίζει τη σημασία της αρετής αυτής, ώστε να δεί ο άνθρωπος το Θεό. Επισημαίνει πως δεν είναι αρκετή η ελεημοσύνη, γι’ αυτό και προσθέτει αυτόν το μακαρισμό. 

7ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται 

          Με τον μακαρισμό αυτό έχει σκοπό να καταπολεμήσει τα μίση και τις έριδες και να συμφιλιωθούν όσοι φιλονικούν. Η αμοιβή που καθορίζεται είναι πνευματική. Πράγματι, αυτή ήταν η αποστολή του Υιού του Θεού, να συμφιλιώσει τους ανθρώπους. 

8ος Μακαρισμός: Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών 

          Με τον όρο ‘δικαιοσύνη’ εννοείται η χριστιανική τελειότητα, σχολιάζει ο Χρυσόστομος. Μιλά για αυτούς που διώχθηκαν και τιμωρήθηκαν για την αφοσίωσή τους στο Χριστό. 

9ος Μακαρισμός: Μακάριοι έστε, όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσιν και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι, ένεκεν εμού. Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς 

          Εδώ ο Χριστός μιλά για όσους δέχονται κατάκριση και κακολογία από άλλους, όταν όμως πρόκειται για ψεύτικες κατηγορίες. Ο μισθός πάντοτε είναι η βασιλεία των ουρανών, ακόμα και όταν δεν το λέει. Καθορίζει διάφορες αμοιβές στους μακαρισμούς του, αλλά ορίζει ότι όλοι αυτοί θα εισέλθουν στη βασιλεία των ουρανών. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί τη λέξη ‘μακάριοι’. Δεν γίνεται να θεωρείται μακάριος αυτός που αμοίβεται με υλικό τρόπο, δηλαδή σε αυτή την ζωή που όλα τελειώνουν γρήγορα. Όσοι κακολογούν βλάπτονται οι ίδιοι, συνεχίζει ο άγιος Χρυσόστομος, γιατί το κάνουν από δική τους κακία και δεν ευθύνονται αυτοί που το υπομένουν. Δίνει το παράδειγμα των προφητών, που υπέμειναν και εκείνοι το ίδιο. Ο Χριστός υποδηλώνει την ισοτιμία του με τον Πατέρα του λέγοντας πως όπως οι προφήτες εκδιώχθηκαν για τον Πατέρα, έτσι θα διωχθούν όλοι οι άνθρωποι για το Χριστό.

          Τέλος, καθορίζει μεγάλη αμοιβή όχι μόνο για τη δίωξη και το θάνατο, αλλά και για την κακολογία. Κι αυτό, γιατί όταν κινδυνεύει κάποιος πολλοί τον στεφανώνουν, τον ανακηρύσσουν ήρωα, τον ενθαρρύνουν. Όταν τον κακολογούν όμως, η ενθάρρυνση σταματά και ο άνθρωπος λυγίζει, σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος.

         Είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως με τη διδασκαλία αυτή ανατρέπονται όλες οι κοσμικές αντιλήψεις που θεωρούν ευτυχισμένους όσους έχουν χρήματα, απολαμβάνουν υλικά αγαθά και δόξα. Αντίθετα, ο Χριστός εγκαινιάζει μια καινούρια εποχή κατά την οποία ευτυχισμένοι είναι οι πράοι, οι θλιμμένοι, οι έχοντες πίστη και αγάπη για το Θεό, όσοι ανέχονται κακολογίες και όσοι διώκονται. Με αυτά τα λόγια λοιπόν, συμβουλεύει ο Χριστός τους μαθητές του, τα οποία αποτελούν διδασκαλία μεγάλης σημασίας για την είσοδο κάθε πιστού στη βασιλεία του Θεού.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Η Προσευχή είναι το οξυγόνο της ψυχής! 

Το πρώτο και κύριο που έχουμε να πούμε για την προσευχή είναι ότι όποιος προσεύχεται συνομιλεί με το Θεό. Τι θα πει να είσαι άνθρωπος και να μιλάς στο Θεό ποιος δεν το ξέρει. Να εκφράσει όμως με λόγια αυτή την τιμή κανείς δεν το μπορεί.

Η προσευχή σε χωρίζει από τα άλογα ζώα και σε ενώνει με τους αγγέλους. Κι ο άνθρωπος που αφιερώνει όλη του τη ζωή με επιμέλεια στις προσευχές και στη λατρεία του Θεού γρήγορα θα μετατεθεί στην πολιτεία των αγγέλων, στη δική τους την τιμή, την ευγένεια , τη σοφία και τη σύνεση.
Τι πιο άγιο, πιο καλό, πιο ευγενικό και γεμάτο σοφία από τους συνομιλητές του Θεού; Αν αυτούς που μιλούν με τους σοφούς τους κάνει η συνεχής συναναστροφή να πάρουν γρήγορα κάτι από τη σοφία τους, τι θα μπορούσαμε να πούμε για κείνους που μιλούν με το Θεό και προσεύχονται; Πόση σοφία, πόση αρετή, και σύνεση και αγνότητα, πόση γλυκύτητα συμπεριφοράς τους γεμίζει η προσευχή και η δέηση;

Νομίζω πως λέει την αλήθεια όποιος πει πως οι προσευχές είναι τα νεύρα της ψυχής. Το σώμα συγκρατείται με τα νεύρα και τρέχει και στέκεται όρθιο και ζωντανό και στέρεο. Αν κάποιος κόψει τα νεύρα, τότε καταστρέφει κάθε ισορροπία του σώματος. Έτσι και οι ψυχές στερεώνονται με τις άγιες προσευχές και στήνονται όρθιες και τρέχουν με ευκολία το δρόμο του Θεού.

Κι αν αποστερήσεις τον εαυτό σου από την προσευχή, είναι σαν να βγάζεις ένα ψάρι από το νερό. Όπως για το ψάρι ζωτικός χώρος είναι το νερό, για σένα ζωτικός χώρος είναι η προσευχή. Όπως το ψάρι γλιστράει στο νερό, έτσι και συ με την προσευχή μπορείς να πετάξεις, να διαπεράσεις τους ουρανούς και να βρεθείς κοντά στο Θεό.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος - Από το βιβλίο «Μικρή φιλοκαλία της καρδιάς»

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ- ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΖΑΚΧΑΙΟΝ ΤΟΝ ΤΕΛΩΝΗΝ!

 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Ομιλία εις τον Ζακχαίον τον Τελώνην 

Ὅσοι ἐπιθυμοῦν τὰ καλά, δέ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς διψασμένους, ἀγαπητοί. Ὅσο δὲ βρίσκουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦνε, τόσο ἀνάβει ἡ δίψα τους γιὰ ὅ,τι ποθοῦν. Καὶ τὴ νύχτα ὀνειρεύονται σὰ διψασμένοι τίς πηγές τῶν πόθων τους. Κι ὅταν ξημερώση πηγαίνοντας ἀπό τόπο σέ τόπο, μέ ἀεικίνητα μάτια βλέποντας γύρω, ἀναζητοῦν αὐτά πού ποθεῖ ἡ καρδιά τους. Κι ὅπως ὁδοιπόροι, πού σέ ὥρα μεσημεριοῦ διασχίζουν ἄνυδρο τόπο, ἀναγκασμένοι ἀπὸ τὴ δίψα βλέπουν γύρω τους πηγές· καὶ πολλὲς φορὲς θὰ τοὺς δῆς ν’ ἀνεβαίνουν καὶ βουνὰ ὅπου ὑπάρχει πηγή· κι ὅταν ἀπό μακριὰ τὴ δοῦν, χαίρονται καὶ συνεχίζουν τὴν πορεία τους πρὸς αὐτὴ μέ βιάση· ἔπειτα φθάνουν στὴν πηγὴ καὶ σβήνουν μὲ τὸ νερὸ τὴ δίψα τους· τέτοιοι εἶναι κι οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἡμέρα ἀναζητοῦν τὸν ποθητό τους Χριστὸ μὲ καλά ἔργα καὶ τὴ νύχτα εἶναι κοντά του μὲ τὴν προσευχή κι ὅταν κοιμοῦνται βλέπουν στὸ ὄνειρό τους ὅτι περπατοῦν μαζί του.

Ὅταν στὰ ὁράματά τους τὸν ἰδοῦν ἀπὸ μακριά χαίρονται κι ἀναγαλλιάζουν καθὼς οἱ διψασμένοι, ὅταν βροῦν τὶς πηγὲς ποὺ ποθοῦν. Κι ὅταν ξυπνήσουν θέλουν νά ξανακοιμηθοῦν, γιὰ ν’ ἀντικρύσουν στὸν ὕπνο τους τὴν ἴδια πάλι ὁπτασία. Τέτοιος καὶ ὁ Ζακχαῖος ποὺ διαβάσαμε πρὶν ἀπὸ λίγο στὸ Εὐαγγέλιο. Δῆτε τον ποὺ τρέχει καὶ ὁ θεῖος πόθος τὸν πυρπολεῖ· σκαρφαλώνει στὸ δένδρο καὶ ψάχνει γύρω τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ δῆ τὴ ζωοδότρα πηγή. Κι ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἀντίκρυσε τὸν Κύριο, ξεκούρασε τὴν ὅραση του, περισσότερο ὅμως ἀναρρίπισε τὸν πόθο στὴν καρδιά του· «Μπῆκε λοιπόν ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱεριχὼ καὶ περιπατοῦσε στὸν δρόμο. Βρῆκε κάποιον λεγόμενο Ζακχαῖο. Ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. Ἤθελε πολὺ νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ». Πρόσεξε, ἀγαπητέ μου, τόν πόθο τῆς ψυχῆς του. Δέν μποροῦσε ὅμως νὰ δῆ ἀπὸ τὸ πλῆθος, γιατὶ ἦταν μικρὸ τὸ ἀνάστημά του. Τρέχει λοιπὸν μπροστά κι ἀνεβαίνει σὲ μιὰ μουριὰ γιὰ νὰ δῆ τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ. Ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸ μικρὸ ἀνάστημα καὶ τὴν πολλὴ γνώση ζητοῦσε νὰ δῆ τὸν Χριστὸ, ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ μέσα στοὺς ἀνθρώπους πού χάριζε τὸν οὐρανό, ἤθελε νὰ δῆ τὸ δημιουργὸ τῶν ἀγγέλων, νὰ δῆ νὰ βαδίζη μὲ βήματα ἀνθρώπου ὁ φωτοδότης τοῦ οὐρανοῦ, ὑπέργειου φωτός. Ζητοῦσε νὰ δῆ πῶς ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καθισμένος στὸ νέφος πλημμύρισε μὲ φῶς τῶν πιστῶν τὰ ψυχικὰ μάτια. Ζητοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ Ἰησοῦ, τὸν ὡραῖο, τὸν ποθητὸ, τὸ γλυκύ, ποὺ μὲ τὄνομά του δηλώνει καὶ τὴν πράξη. Νὰ δῆ τὸ πορφυρόμαλλο πρόβατο, ποὺ τὸ αἶμα του ἔγινε τὸ τίμημα τῆς οἰκουμένης καὶ τὸ μαλλί του ἔντυσε τοὺς γυμνοὺς ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὡς τὸ τέλος. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ ὁ αἰχμάλωτος στρατιώτης τὸ βασιλιά του, τὸ πρόβατο τὸ βοσκό του, ὁ παραπλανημένος τὸ δρόμο του, ὁ σκοτισμένος τὸ φῶς. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν κήρυκα τῆς εὐσεβείας, αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε γευτῆ τὴ γλυκύτητα τῆς θεογνωσίας.

Ζητοῦσε νὰ δῆ ὁ ἄρρωστος τὴν ὑγεία του, ὁ πεινασμένος τὴν οὐράνια τροφή, ὁ διψασμένος τὴν ζωοδότρα πηγή. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν ἐμψυχωτὴ τῶν ἱερέων καὶ τὸν ξυπνητὴ τοῦ Λαζάρου. Ὤ, τὸ θεϊκὸ ἔρωτα! Ὤ, τὴν ἐπιθυμία! Ὤ, τὸ χρυσόφτερο ἔρωτα, ἤ καλύτερα τὸν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀνεβάζει στὸν οὐρανὸ τὴν ψυχὴ ποὺ τὸν ἔχει. Ὁ θεϊκὸς ἔρωτας ποὺ τὸν ἐσήκωσε ἀπὸ τὴ γῆ, τὸν ἔκαμε κιόλα ν’ ἀνεβῆ στὸ δένδρο. Δὲν τὸν ἄφησε νὰ ἐξακολουθήση νὰ βλέπη τὰ πράγματα τῆς γῆς, οὔτε καὶ νὰ συναστρέφεται τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ τὴ θεία ἀγάπη ποθῶντας στρέφει τὸ βλέμμα στὰ οὐράνια ἀγαθά. Ἀπὸ τὰ γήινα τρέχει πρὸς τὰ οὐράνια, ποὺ προκαλοῦσαν τὴν προθυμία του κι ἀφοῦ σκαρφάλωσε στὸ δέντρο ἔψαχνε γύρω ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ μὲ φαντασία βρισκόταν στὸν οὐρανό. Κι ὅταν εἶδε ὁ Ζακχαῖος τὸ Χριστὸ τοῦ μίλησε ταιριαστά. Σ’ ἐσένα σήκωσα τὰ μάτια μου ποὺ κατοικεῖς στὸν οὐρανό. Εἶδε τὸν Κύριο ὁ Ζακχαῖος καὶ δυνάμωσε ἡ ἐπιθυμία του περισσότερο. Τὸν ἄγγιξε στὴν ψυχή κι ἔγινε διαφορετικὸς ἄνθρωπος· ἀπὸ τελώνης ζηλωτής, ἀπὸ ἄπιστος πιστός, ἀπὸ λύκος πρόβατο σφραγισμένο γιὰ τὴ σφαγή. Ποιός νιώθει τέτοια ἐπιθυμία γιὰ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του, ποιός ἀγάπησε τὴ γυναίκα ἤ τὰ παιδιὰ του, ὅπως ὁ Ζαχκαῖος τὸν Κύριο, ὅπως φανερώνουν τὰ ἴδια τὰ πράγματα; Μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ τετραπλάσια ἔδωσε σ’ ὅποιους ἐσυκοφάντησε. Συμπεριφορὰ ἄριστη μαθητοῦ, καὶ δασκάλου ἐπιείκεια καὶ δύναμη θεϊκή· ἀπὸ τὴ θέα του μόνο ὁ Ἰησοῦς ὁδηγεῖ στὴν πράξη. Κανένα διδακτικό λόγο δὲν εἶχε πεῖ ὁ Κύριος στὸ Ζακχαῖο, παρουσιάστηκε μόνο σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε καὶ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του τραβιόταν ἐπάνω ἡ δύναμη τῆς πίστεως. Παρόμοιο ἔγινε καὶ στὴν αἱμορροοῦσα· ἦρθε κοντὰ στὸν Κύριο καὶ ζητοῦσε νὰ τὴ θεραπεύση, μὰ δὲ δεχόταν νὰ τοῦ ἀγγίξη τὸ χέρι. Κι ἐκείνη τοῦ ἀγγίζει κρυφά τὴν ἄκρη ἀπ’ τά ροῦχα του. Καὶ τῆς θεραπείας τὴ δύναμη σὰ σφουγγάρι μὲ τὸ ἄγγιγμά της τὴν τράβηξε. Κι ὁ Ζαχκαῖος ἐνεργοῦσε ἀσυναίσθητα, κινημένος ἀπὸ βία θεϊκὴ καὶ ἀπὸ πνευματικὸν ἔρωτα ἀναμμένος ἀνέβαινε στὴ μουριὰ. Ὁ Κύριος ὅμως ἀνακαλύπτοντας κάποιο μυστικὸ τοῦ λέει, κατέβα. Γνώρισα τὴν ψυχή σου, γνώρισα τὸν ἱερὸ ἔρωτά σου· Κατέβα. Θυμήσου ὅτι κι ὁ Ἀδὰμ ὅταν ἔνιωσε τὴ γυμνότητά του, κρύφτηκε πίσω ἀπὸ τὴ συκιά. Καὶ σὺ ποὺ θέλεις νὰ σωθῆς, μὴν τρέχῃς πάνω στὴ μουριά. Πρέπει νὰ τὴν ξηράνω αὐτὴ τὴ μουριὰ καὶ νὰ φυτέψω ἄλλη, τὸ σταυρό. Ἐκεῖνος εἶναι τὸ εὐλογημένο δέντρο καὶ σ’ αὐτὸ νὰ ὁδηγῆς τὰ βήματα τῆς ψυχῆς σου. Ἀπὸ αὐτὸ ἀκοντίζεσαι ἀμέσως στὸν οὐρανό. Ἐνῶ στῆς μουριᾶς τὰ φύλλα καὶ τὸ φίδι περιπλέκεται, καὶ σ’ αὐτὴ κρύβεται καὶ σ’ αὐτὴν ἐκλώσσησε τὰ μικρά του. Κατέβα γρήγορα, προτοῦ ἀρχίση νὰ ψιθυρίζη στὴν ψυχή σου, ὅπως καὶ στὴν Εὔα ποὺ τὴν ἔπεισε νὰ δοκιμάση τὴ γλυκειὰ ἡδονή. Κατέβα γρήγορα. Ὅσο στέκομαι ἐγώ, κατέβα ἀπ’ αὐτή· ὅταν τὸ βλέπω ἐγώ, ἐκεῖνο φιμώνεται. Κατέβα γρήγορα, δὲ θέλω νὰ σ’ ἀφήσω πάνω στὴ μουριά, δὲ θέλω νὰ χαθῇς. Δικὸ μου πρόβατο εἶσαι, σ’ ἐμένα ἔτρεξες. Κατέβα γρήγορα καὶ περίμενέ με στὸ σπίτι σου. Πρέπει νὰ ξεκουραστῶ ἐκεῖ. Ὅπου ὑπάρχει πίστη, ἐκεῖ ξεκουράζομαι. Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ πηγαίνω. Ξέρω τί θὰ κάμης σὲ λιγο· ξέρω ὅτι θὰ δώσης ὅλα τὰ ὑπάρχοντά σου στοὺς φτωχοὺς καὶ πρῶτα ὅτι θὰ ἐπιστρέψης τὸ τετραπλάσιο σ’ ὅσους ἐσυκοφάντησες. Σὲ τέτοιους ἀνθρώπους μ’ εὐχαρίστηση φιλοξενοῦμε. Κι ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε βιαστικός, πῆγε στὸ σπίτι του κι ὑποδέχτηκε τὸν Ἰησοῦ. Καὶ γεμᾶτος χαρά, εἶπε ἀφοῦ στάθηκε –οὔτε περπατῶντας, οὔτε καθισμένος ἀλλὰ ἀφοῦ στάθηκε, γιὰ νὰ δείξη τὴν ἀμετάθετη ἀπόφασή του- καὶ ἀφοῦ στάθηκε μίλησε, ὅταν μὲ θερμὴ ψυχὴ κι ἀμεταμέλητη ἀπόφαση ἀποδυόταν στὸν ἀγῶνα. Ἤξερε ποῦ σπέρνει καὶ ποῦ ἦταν νὰ θερίση καὶ εἶπε· Δίνω στοὺς φτωχοὺς τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ γυρίζω τὸ τετραπλάσιο σ’ ὅσους ἐσυκοφάντησα. Ὤ ἄδολη ἐξομολόγηση, ποὺ βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ καθαρή. Ἐξομολόγηση ἀθάμπτωτη –μπροστὰ στὴν ἀθάμπωτη δόξα τοῦ θεοῦ- πού εἶναι ἡ πίστη ἡ πνοή της κι ἡ δικαιοσύνη τὸ ἄνθος της. Αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης ἄς μᾶς κάμη ἄξιους ὁ Θεὸς τῶν ὅλων μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 

(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου, “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ. 114-118)

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΣΥΝΑΞΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ!


 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Σύναξις Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού 

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, Κεφ. 1, χωρία 29 έως 34

Απόσπασμα από την ομιλία ΙΖ΄ του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, του Χρυσοστόμου, από το Υπόμνημά του στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, σχετικά με τη μαρτυρία του Τιμίου Προδρόμου για τον Αμνό του Θεού.
«Ταῦτα ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ἦν Ἰωάννης βαπτίζων. Τῇ ἐπαύριον βλέπει τὸν ᾽Ιησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτόν, καὶ λέγει, ῎Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου (: Αυτά συνέβησαν στην Βηθανία, πέρα από τον Ιορδάνη όπου βάπτιζε ο Ιωάννης. Την επομένη ημέρα βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν και λέγει· “ίδε ο αμνός του Θεού, που προφήτευσε ο Ησαΐας, ο Μεσσίας και Λυτρωτής, ο οποίος θα θυσιαστεί για να πάρει επάνω Του και να εξαλείψει την αμαρτία και την ενοχή του κόσμου)». 

Είναι μέγα αγαθό η παρρησία και η διακήρυξη της αλήθειας με ειλικρίνεια και με θάρρος, καθώς και το να τίθεται υπεράνω όλων η ομολογία πίστεως στον Χριστό, και όλα τα άλλα να έρχονται δεύτερα· τόσο μέγα και αξιοθαύμαστο, ώστε ο Υιός του Θεού ο Μονογενής, να ανακηρύσσει ως δικό Του εκείνον που έχει τέτοιο ηρωικό φρόνημα, ενώπιον του Πατρός Του (πρβλ. Ματθ. 10, 32: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (: Καθένας, λοιπόν, που με πίστη και θάρρος και χωρίς να φοβάται τους διωγμούς, θα με ομολογήσει σωτήρα του και Θεό του μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου ως δικό μου».), αν και βέβαια δεν είναι ίση η ανταπόδοση· διότι εσύ μεν δίνεις ομολογία επί της γης, Αυτός δε ομολογεί στους ουρανούς και εσύ μεν ομολογείς ενώπιον ανθρώπων, Αυτός δε ενώπιον του Πατρός και όλων των αγγέλων. Τέτοιος ήταν ο Ιωάννης, ο οποίος δε λογάριασε ούτε το πλήθος, ούτε τη δόξα, ούτε τίποτε άλλο ανθρώπινο, αλλά τα περιφρόνησε αυτά όλα και με την ανάλογη παρρησία διακήρυξε μπροστά σε όλους την αλήθεια σχετικά με τον Χριστό. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Ευαγγελιστής επισημαίνει και τον τόπο, για να δείξει την παρρησία του μεγαλόφωνου κήρυκα. Διότι δε διακήρυξε τη θαυμαστή εκείνη περί του Χριστού ομολογία του, η οποία είναι γεμάτη από τα υψηλά και μεγάλα και απόρρητα δόγματα, και το ότι δεν ήταν ικανός να λύσει ούτε το λουρί του υποδήματος του Ιησού, δεν την έκανε μέσα σε κάποιο σπίτι, ούτε σε κάποια απόμερη γωνιά, ούτε στην ερημιά, αλλά στον Ιορδάνη ενώπιον του πλήθους, ενώπιον όλων εκείνων τους οποίους εβάπτιζε (διότι οι Ιουδαίοι ήλθαν καθώς βάπτιζε).

Πώς λοιπόν το πραγματοποιεί αυτό ο Ευαγγελιστής Ιωάννης; Με το να προσθέτει και να λέει: «Αυτά έγιναν στην Βηθανία». Όσα δε από τα αντίγραφα εκθέτουν ακριβέστερα τα γεγονότα, λέγουν ότι αυτά συνέβησαν «στη Βηθαβαρά»˙ διότι η Βηθανία δε βρισκόταν πέραν του Ιορδάνου ποταμού, ούτε στην έρημο, αλλά κάπου κοντά στα Ιεροσόλυμα. Τις τοποθεσίες επίσης τις επισημαίνει και για έναν άλλο λόγο. Επειδή, δηλαδή, επρόκειτο να διηγηθεί όχι παλαιά γεγονότα, αλλά γεγονότα που συνέβησαν προ ολίγου χρόνου, επικαλείται ως μάρτυρες των λεγομένων του αυτούς, που ήσαν παρόντες σε αυτά και τα παρακολούθησαν και παρέχει κατ’ αυτόν τον τρόπο μια πρόσθετη από τις τοποθεσίες απόδειξη. Διότι επειδή ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είχε την πεποίθηση ότι τίποτε απολύτως δεν πρόσθετε από τον εαυτό του στα λεγόμενα, αλλά εξέθετε απλώς όλα τα γεγονότα όπως συνέβησαν στην πραγματικότητα, χρησιμοποιεί τη μαρτυρία των τόπων, προκειμένου να χρησιμεύσει ως απόδειξη, όπως είπα, σημαντική για την αλήθεια των λόγων του.

«Τῇ ἐπαύριον βλέπει τὸν ᾽Ιησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτόν, καὶ λέγει, ῎Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου (: Την άλλη μέρα βλέπει τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν και είπε˙Ιδού ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου)». Οι Ευαγγελιστές διαμοίρασαν τους καιρούς. Και ο μεν Ματθαίος, αφού παραλείπει τα χρονικά γεγονότα που προηγήθηκαν της συλλήψεως και της φυλακίσεως του Βαπτιστού Ιωάννου, σπεύδει να διηγηθεί ό,τι συνέβη στη συνέχεια˙ ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης όχι μόνο δεν τα παραλείπει, αλλά αντιθέτως μάλιστα ασχολείται ιδιαιτέρως με αυτά. Και ο Ματθαίος μεν μετά την επάνοδο του Ιησού από την έρημο, αφού αποσιώπησε όσα συνέβησαν ενδιαμέσως, -όπως όσα είπε ο Ιωάννης, όσα διά των απεσταλμένων τους έλεγαν οι Ιουδαίοι- και αφού συντόμευσε όλα τα άλλα, έφθασε αμέσως στο γεγονός της φυλακίσεως και του αποκεφαλισμού του Βαπτιστού, διότι λέγει: Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ᾿ ἰδίαν· καἰ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων (: Όταν δε ο Ιησούς άκουσε αυτά -ότι δηλαδή παραδόθηκε ο Ιωάννης-, αναχώρησε από εκεί με πλοίο σε έρημο τόπο, όπου έμεινε μόνος με τους μαθητές Του.)» [Ματθ. 14, 13]. Ο Ιωάννης από την άλλη πλευρά δεν εκθέτει τα γεγονότα με την ίδια σειρά, αλλά διαφορετικά, διότι αποσιώπησε μεν τη μετάβαση του Ιησού στην έρημο, επειδή είχε αναφερθεί από τον Ματθαίο ,διηγείται όμως όσα συνέβησαν μετά την κάθοδο του Ιησού από το όρος [Ιω. 3, 22- 3, 30] και αφού είπε πολλά, πρόσθεσε: «οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Ἰωάννης (: Δεν είχε δε ακόμη συλληφθεί και φυλακισθεί από τον Ηρώδη ο Ιωάννης) [Ιω. 3, 24].

Και για ποιο λόγο, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, έρχεται τώρα ο Ιησούς προς τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και μάλιστα όχι μία φορά, αλλά και δύο φορές; Διότι ο μεν Ματθαίος λέγει ότι ο ερχομός του Ιησού για το βάπτισμα ήταν αναγκαίος, γι’ αυτό ακριβώς λέγει και ο Ιησούς ότι «με έναν τέτοιο τρόπο είναι πρέπον σε μας να εκπληρώσουμε κάθε εντολή του νόμου» (Ματθ. 3, 15)˙ ο Ιωάννης όμως ο Ευαγγελιστής λέγει ότι Αυτός πήγε και πάλι μετά το βάπτισμα και τούτο το φανέρωσε με τα ακόλουθα λόγια: «καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾿ αὐτόν (: Και βεβαίωσε ο Ιωάννης λέγοντας ότι “είδα το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει ωσάν περιστερά από τον ουρανό και έμεινε σε Αυτόν μονίμως.) [Ιω. 1, 32]

Για ποιο λόγο, λοιπόν, έρχεται προς τον Ιωάννη; Διότι δεν ήλθε απλώς, αλλά πορευόταν προς αυτόν˙ διότι, λέγει, είδε τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν. Για ποιο λόγο, λοιπόν, ερχόταν; Επειδή ο Ιωάννης βάπτισε Αυτόν μαζί με πολλούς άλλους, έσπευδε προς αυτόν, για να μη φανταστεί κανείς ότι για την ίδια αιτία για την οποία πήγαιναν και οι άλλοι, πήγε και βαπτίστηκε, δηλαδή με τον σκοπό να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του και να λουσθεί σε μετάνοια στον ποταμό. Γι’ αυτό λοιπόν πάλι έρχεται για να δώσει συγχρόνως την αφορμή και στον Ιωάννη να διορθώσει αυτήν ακόμη την υποψία τους˙ και διότι με το να πει ο Ιωάννης: «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ιω. 1, 29), αναίρεσε εξ ολοκλήρου την υποψία τους αυτή.

Εκείνος λοιπόν ο οποίος είναι τόσο καθαρός, ώστε να δύναται να συγχωρεί και τα αμαρτήματα των άλλων, είναι φανερό ότι δεν έρχεται προς τον Ιωάννη με σκοπό να εξομολογηθεί αμαρτίες, αλλά για να δώσει αφορμή σε αυτόν, τον αξιοθαύμαστο κήρυκα, να εκθέσει τα λεχθέντα εκ νέου και κατά τρόπο ακριβέστερο σε εκείνους, που είχαν ακούσει τα προηγούμενα και να προσθέσει επιπλέον και άλλα ακόμη. Το δε «ἴδε» ειπώθηκε για τη συνεχή και μετά πόθου αναζήτηση Αυτού από πολλούς, εξαιτίας όσων ειπώθηκαν γι’ Αυτόν από πολύ παλιά. Γι’ αυτό ο Ιωάννης τώρα που είναι ο Μεσσίας παρών, Τον δείχνει και λέγει «ἴδε» αποκαλύπτοντας ότι Αυτός είναι που προ πολλού επιζητείται και αναμένεται, αυτός ο Αμνός.

Αποκαλεί δε Αυτόν «Αμνό», υπενθυμίζοντας στους Ιουδαίους την προφητεία του Ησαΐα και την κατά τρόπο σκιώδη προτύπωση του Αμνού του Θεού διά του πασχαλίου εκείνου αμνού του Μωυσέως, με τον σκοπό να οδηγήσει αυτούς μάλλον από τον τύπο προς την αλήθεια. Εκείνος μεν λοιπόν, ο παλαιός αμνός κανενός απολύτως δεν αφαίρεσε αμαρτία, ενώ Αυτός απομάκρυνε την αμαρτία ολόκληρης της οικουμένης. Διότι ενώ αυτή κινδύνευε να καταστραφεί, την απήλλαξε αμέσως από την οργή του Θεού.

«Οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν (: Αυτός είναι, διά τον οποίον σας είπα· ύστερα από εμέ έρχεται άνθρωπος, ο οποίος σαν αιώνιος Θεός υπάρχει πολύ πρωτύτερα από εμέ, ασύγκριτα λαμπρότερος και ενδοξότερος)» [Ιω. 1, 30]. Βλέπεις πώς και με τα εδώ λεγόμενα ερμηνεύει το «ἔμπροσθεν»; Διότι αφού ομίλησε περί του Αμνού και αφού είπε ότι σηκώνει και εξαλείφει την αμαρτία του κόσμου, τότε λέγει ότι «ἔμπροσθέν μου γέγονεν», με τον οποίο φανερώνει ότι αυτό ακριβώς σημαίνει το «ἔμπροσθεν», ότι θα αναλάβει τις αμαρτίες όλου του κόσμου, ότι θα βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο. Διότι η δική μου παρουσία δεν είχε κανένα άλλο σκοπό από το να κηρύξει τον κοινό ευεργέτη της οικουμένης και να χορηγήσει το βάπτισμα του ύδατος, ενώ η παρουσία Αυτού αποβλέπει στο να καθαρίσει ψυχικά όλους τους ανθρώπους και στο να χαρίσει την αγιαστική ενέργεια του Παρακλήτου. Αυτός «ἔμπροσθέν μου γέγονεν», δηλαδή αναδείχτηκε λαμπρότερος από εμένα «διότι υπήρχε πριν από εμένα».

Πρέπει να αισχύνονται αυτοί, που αποδέχτηκαν την παραφροσύνη του Παύλου Σαμοσατέως, αρνούμενοι την αλήθεια, η οποία είναι τόσο σαφής και φανερή. «Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν (: και εγώ δεν γνώριζα Αυτόν προηγουμένως) [Ιω. 1, 33]. Κοίταξε εδώ με ποιο τρόπο παρουσιάζει τη μαρτυρία ανυπόκριτη και ανυποψίαστη, δείχνοντας ότι αυτή δεν προέρχεται από ανθρώπινη συμπάθεια, αλλά είναι έργο θείας αποκαλύψεως: «διότι εγώ δε γνώριζα Αυτόν προηγουμένως», λέγει. Πώς λοιπόν θα μπορούσες να ήσουνα αξιόπιστος μάρτυρας; Πώς θα μπορούσες να διδάξεις και άλλους εφόσον εσύ ο ίδιος αγνοούσες; Δεν είπε: «Δε γνωρίζω Αυτόν», αλλά: «Δε γνώριζα Αυτόν», ώστε να γίνει ακριβώς για τούτο τελείως αξιόπιστος. Γιατί κατά ποιο τρόπο θα μπορούσε να χαριστεί σε κάποιον που δεν τον γνώριζε; «Ἀλλ᾽ ἵνα φανερωθῇ τῷ ᾽Ισραὴλ διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν ὕδατι βαπτίζων (: αλλά για να φανερωθεί Αυτός στους Ισραηλίτες, για τούτο ήλθα εγώ και βαπτίζω στα ύδατα του Ιορδάνου)» (Ιω. 1, 31). Δεν είχε λοιπόν Εκείνος ανάγκη βαπτίσματος, ούτε είχε κανένα άλλο σκοπό εκείνο το λουτρό, παρά τούτο μόνο, να προετοιμάσει όλους τους άλλους στην πίστη προς τον Χριστό. Διότι δεν είπε: «για να καθαρίσω όσους βαπτίζονται», ούτε: «ήλθα για να χορηγώ βάπτισμα αφέσεως αμαρτιών», αλλά «για να γίνει γνωστός και φανερός στους Ισραηλίτες». 

ΠΗΓΕΣ:

· http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

· http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

· http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Joannem.pdf

· Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», ΕΠΕ, εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΙΖ΄, τόμος 13, σελ. 227-445, Θεσσαλονίκη 1978

· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 71, σελ.254-260 (https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view) 

(Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΓΙΑ ΤΗ ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ!

 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος- Για τη σφαγή των νηπίων 

(Ματθ. 2, 13-23)
«Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων (: Τότε ο Ηρώδης, όταν είδε ότι οι μάγοι τον εξαπάτησαν και τον ξεγέλασαν, θύμωσε πολύ. Έστειλε λοιπόν στρατιώτες, οι οποίοι σκότωσαν όλα τα παιδιά που ήσαν στη Βηθλεέμ και σε όλα τα περίχωρα και τα σύνορά της, από ηλικία δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με το χρονικό διάστημα που εξακρίβωσε από τους μάγους)» [Ματθ. 2, 13]. 

Δεν έπρεπε βέβαια ο Ηρώδης να οργιστεί αλλά να φοβηθεί και να μαζευτεί και να εννοήσει ότι επιχειρεί ακατόρθωτα πράγματα. Δε συγκρατείται όμως. Όταν η ψυχή είναι αχάριστη και ανεπίδεκτη δεν υποχωρεί σε κανένα από τα φάρμακα, που δίνει ο Θεός. Ιδού, παρατήρησε και τούτον πώς συναγωνίζεται τους προηγούμενούς του σε κακία· προσθέτει φόνο στους φόνους και παντού τρέχει κατά κρημνού. Σαν να ήταν κυριευμένος από κάποιον δαίμονα της οργής αυτής και του μίσους. Δεν υπολογίζει κανένα, μανιάζει και εναντίον των μάγων που τον γέλασαν, αφήνει την οργή του να ξεσπάσει κατά των παιδιών, που δεν τον είχαν σε τίποτε βλάψει και αποτολμά στην Παλαιστίνη ένα δράμα συγγενικό με όσα είχαν τότε συμβεί στην Αίγυπτο [: αναφέρεται εδώ ο Ιερός Χρυσόστομος στη διαταγή του Φαραώ να θανατώνονται όλα τα αρσενικά παιδιά που γεννούσαν οι Ισραηλίτες: βλ. Εξοδ. 1, 15 κ.ε.]. Διότι λέγει: «καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων (: Έστειλε λοιπόν στρατιώτες, οι οποίοι σκότωσαν όλα τα παιδιά που ήσαν στη Βηθλεέμ και σε όλα τα περίχωρα και τα σύνορά της, από ηλικία δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με το χρονικό διάστημα που εξακρίβωσε από τους μάγους)».

Στο σημείο αυτό δείξτε παρακαλώ πολλή προσοχή. Πολλοί λένε πολλές φλυαρίες για τα παιδιά αυτά, και χαρακτηρίζουν ως αδικία αυτά που συνέβησαν. Και άλλοι από αυτούς διατυπώνουν μετριοπαθέστερα την απορία τους, άλλοι πάλι με μεγαλύτερο θράσος και πείσμα. Για να απαλλάξουμε λοιπόν τους μεν από το πείσμα τους και τους δε από την απορία, ζητώ να έχω την ανοχή σας, για να σας ομιλήσω για το ζήτημα αυτό.

Αν η κατηγορία τους είναι αυτή, ότι δηλαδή επιδείχτηκε αδιαφορία για τη θανάτωση των παιδιών, ας κατηγορήσουν και τη σφαγή των στρατιωτών που φύλασσαν τον Πέτρο. Εδώ όταν έφυγε το Παιδί, σφάζονται άλλα παιδιά στη θέση αυτού που ζητούσαν. Και τότε πάλι, όταν ο άγγελος ελευθέρωσε τον Πέτρο από τη φυλακή και τις αλυσίδες, ένας ομώνυμος και ομότροπος του τυράννου αυτού [: πρόκειται για τον Ηρώδη τον Αγρίπα, υιό του Αριστόβουλου και εγγονό του Μεγάλου Ηρώδου που είχε διατάξει τη σφαγή των νηπίων. Κατά τους αποστολικούς χρόνους ήταν βασιλιάς και καταδίωξε την Εκκλησία θανατώνοντας, μάλιστα, και τον αδελφό του Ιωάννου, τον Ιάκωβο (Πραξ.19,2). Το τέλος του, το 44 μ. Χ., υπήρξε οικτρότατο, καθώς πέθανε ξαφνικά γενόμενος σκωληκόβροτος (Πραξ. 12, 20-23)], όταν τον ζήτησε και δεν τον βρήκε, εξόντωσε στη θέση του τους στρατιώτες που τον φύλασσαν (βλ. Πραξ. κεφ. 12 από την αρχή και ειδικότερα Πραξ. 12, 19: «Ἡρῴδης δὲ ἐπιζητήσας αὐτὸν καὶ μὴ εὑρών, ἀνακρίνας τοὺς φύλακας ἐκέλευσεν ἀπαχθῆναι, καὶ κατελθὼν ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν Καισάρειαν διέτριβεν (: στο μεταξύ ο Ηρώδης διέταξε να ψάξουν τον Πέτρο και επειδή φυσικά δεν τον βρήκε, υπέβαλε σε ανάκριση τους φρουρούς που είχαν αναλάβει τη φύλαξή του. Και επειδή τους θεώρησε υπευθύνους για την αποφυλάκιση του Πέτρου, διέταξε και τους οδήγησαν στον τόπο της θανατικής τους εκτελέσεως, (όπου και τους εκτέλεσαν) [Οι στρατιώτες θεωρούνταν τότε απόλυτα υπεύθυνοι για τη φύλαξη των κρατουμένων και έπρεπε, σε περίπτωση δραπετεύσεώς τους, να υποστούν οι ίδιοι, κατά τον ρωμαϊκό νόμο, την ποινή, που είχε οριστεί να υποστούν οι κρατούμενοι που τους είχαν ξεφύγει]».

«Τι σχέση έχει αυτό με τη σφαγή των νηπίων;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. «Αυτό δεν αποτελεί λύση, αλλά περιπλοκή του ζητήματος».
Το γνωρίζω και εγώ και για τον λόγο αυτόν φέρω στη μέση όλα τα παρόμοια γεγονότα, για να δώσω σε όλα την ίδια λύση. Ποια είναι λοιπόν η λύση και ποια πειστική απάντηση έχουμε να δώσουμε; Ότι δεν είναι ο Χριστός αίτιος της σφαγής εκείνης των νηπίων, αλλά υπεύθυνη είναι η σκληρότητα του βασιλιά· όπως και της σφαγής των φρουρών του Πέτρου υπεύθυνος δεν είναι ο Πέτρος, αλλά η ανοησία του Ηρώδη: αν έβλεπε έναν τοίχο τρυπημένο ή πύλες να έχουν ανατραπεί, θα μπορούσε να κατηγορήσει για αμέλεια τους στρατιώτες, που φύλασσαν τον Απόστολο· τώρα όμως όλα βρίσκονταν στη θέση τους· και οι θύρες ήσαν κλεισμένες και οι αλυσίδες κλειδωμένες στα χέρια των φρουρών, διότι ήσαν δεμένοι όλοι με αυτόν [οι φύλακες τότε δένονταν μαζί με τους υποδίκους για μεγαλύτερη ασφάλεια]. Μπορούσε λοιπόν να συμπεράνει από αυτά, αν έκρινε ορθά για όσα είχαν συμβεί, ότι αυτό που είχε γίνει δεν ήταν έργο ανθρώπου ούτε πράξη κάποιου εχθρού του, αλλά ενέργεια μίας θείας και θαυματουργικής δυνάμεως. Έτσι, έπρεπε να προσκυνήσει τον αίτιο του γεγονότος και όχι να στραφεί κατά των φρουρών. Με αυτό το νόημα ο Θεός έπραξε όλα όσα έπραξε. Όχι μόνο δεν ήθελε να θυσιάσει τους φρουρούς, αλλά και τον βασιλέα να οδηγήσει με αυτά στην αλήθεια. Αν εκείνος φάνηκε αγνώμονας, τι σχέση μπορεί να έχει με τον σοφό Ιατρό των ψυχών η αταξία του ασθενούς;

Μπορούμε να πούμε και εδώ το ίδιο. Γιατί οργίστηκες, Ηρώδη, όταν σε περιγέλασαν οι μάγοι και δεν επέστρεψαν να σου πουν πού είναι το παιδί; Δεν αντιλήφτηκες ότι το παιδί αυτό που γεννήθηκε ήταν εκ Θεού; Εσύ δεν κάλεσες σε σύσκεψη τους αρχιερείς; Εσύ δε συγκέντρωσες τους γραμματείς; Μήπως εκείνοι όταν προσκλήθηκαν, δεν έφεραν μαζί τους ως μάρτυρα στο δικό σου δικαστήριο και τον προφήτη, που από παλαιά προανήγγειλε όλα αυτά με τον φωτισμό του ουρανού; Δεν είδες ότι τα παλαιά ήσαν σύμφωνα με τα νέα και ότι επρόκειτο για την εκπλήρωση μιας προφητείας που πριν από τόσους αιώνες είχε πει ο Μιχαίας; Δεν άκουσες ότι ακόμη και το άστρο υπηρέτησε το γεγονός; Δε σεβάστηκες τον ζήλο των βαρβάρων, των ειδωλολατρών αυτών μάγων; Δε θαύμασες το θάρρος τους; Δε ρίγησες από την επαλήθευση του προφήτη; Δεν αντιλήφθηκες τα πρόσφατα επί τη βάσει των προηγούμενων; Για ποιο λόγο δεν έκανες από όλα αυτά τη σκέψη ότι το γεγονός δεν ήταν μία πλεκτάνη των μάγων, αλλά ότι η θεία δύναμη οικονομούσε τα πάντα προς την ορθή κατεύθυνση; Αλλά και αν εξαπατήθηκες από τους μάγους, σε τι σου είχαν φταίξει τα παιδιά, που δεν είχαν διαπράξει καμία αδικία;

«Μάλιστα», μας λέει κάποιος. «Ωραία άφησες αναπολόγητο τον Ηρώδη και τον παρουσίασες μιαρό και αιμοχαρή φονιά. Δεν ανασκεύασες όμως ακόμη την ένσταση της αδικίας για όσα είχαν συμβεί. Αν εκείνος έπραττε άδικα, γιατί συγκατατέθηκε ο Θεός;»

Τι θα απαντήσουμε σε αυτό; Εκείνο το οποίο πάντοτε και στην εκκλησία και στην αγορά και παντού δε θα πάψω να επαναλαμβάνω. Αυτό θέλω να διατηρείτε και εσείς με ακρίβεια στη μνήμη σας· είναι ένας κανόνας που αρμόζει προς απάντηση σε κάθε τέτοια απορία σας. Ποιος είναι αυτός ο κανόνας και ποιος ο λόγος; Είναι πολλοί όσοι αδικούν, αλλά κανένας ποτέ δεν αδικείται. Και για να μην σας ταράσσει περισσότερο το αίνιγμά μου, δίνω αμέσως τη λύση. Ό,τι άδικο και αν πάθουμε από κάποιον, υπολογίζει ο Θεός την αδικία αυτή ή προς διαγραφή αμαρτημάτων μας ή για να μας δώσει ανταμοιβή.

Και για να αποσαφηνιστεί καλύτερα αυτό που σας λέω και να γίνει περισσότερο κατανοητό, ας χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι ένας υπηρέτης οφείλει πολλά χρήματα στον κύριό του. Έπειτα, ότι ο υπηρέτης αυτός δέχεται τη βία αδίκων ανθρώπων, που του αφαιρούν μέρος από τα δικά του. Αν λοιπόν ο κύριος, ο οποίος μπορούσε να εμποδίσει τους άρπαγες και τους πλεονέκτες αυτούς ανθρώπους, δε βάλει στη θέση τους τα χρήματα, αλλά υπολογίσει τα χρήματα αυτά που κλάπηκαν σε εκείνα που του οφείλει ο δούλος, μήπως στην περίπτωση αυτή ο δούλος έχει τάχα αδικηθεί; Καθόλου, βέβαια. Και ο κύριός του τού αποδώσει και ακόμη περισσότερα; Δεν θα έχει έτσι και μεγαλύτερο κέρδος ο δούλος αυτός; Είναι, νομίζω, φανερό σε όλους. Το ίδιο, κατά συνέπεια, ας σκεπτόμαστε και εμείς, για όσες αδικίες μάς γίνονται, ότι δηλαδή ή διαγράφονται αμαρτήματά μας ή κερδίζουμε λαμπρότερους στεφάνους αν δεν έχουμε ανάλογα αμαρτήματα.

Άκουσε λοιπόν για το αντιστάθμισμα αυτό των όποιων αδικιών γίνονται σε βάρος μας τον Παύλο να λέγει σχετικά με εκείνον τον Κορίνθιο που είχε πορνεύσει: «παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ (: ας παραδώσουμε αυτόν τον άνθρωπο στο σατανά, αποκόπτοντάς τον από την Εκκλησία, για να τιμωρηθεί και να ταλαιπωρηθεί σκληρά το σώμα του και να συνετιστεί και να συνέλθει με την παιδαγωγική αυτή τιμωρία, ώστε να σωθεί έτσι η ψυχή του κατά τη μεγάλη εκείνη ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας Ιησού)» [Α΄Κορ. 5, 5]. «Και ποια σχέση έχει αυτό;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Ο λόγος μας είναι για όσους αδικούνται από άλλους, όχι για όσους διορθώνουν οι διδάσκαλοι. Μάλιστα δεν υπάρχει καμία συσχέτιση μεταξύ αυτών των δύο περιπτώσεων· διότι το ζήτημά μας ήταν το αν η αδικία δεν αποτελεί πραγματική ζημία για εκείνον που αδικήθηκε.

Αλλά για να φέρω τον λόγο μου πλησιέστερα στο θέμα, θυμηθείτε τον Δαβίδ. Όταν είδε τον Σεμεΐ [: μέλος της ευρύτερης οικογένειας του Σαούλ] να ορμά εναντίον του, να του επιτίθεται στη συμφορά του και τον περιλούει με αμέτρητους εξευτελισμούς, ενώ κάποιος από τους στρατηγούς του, ο Αβεσσά, ήθελε να τον φονεύσει, τον εμπόδισε [Β΄Βασ. 16, 11-12: «καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Ἀβεσσὰ καὶ πρὸς πάντας τοὺς παῖδας αὐτοῦ· ἰδοὺ ὁ υἱός μου ὁ ἐξελθὼν ἐκ τῆς κοιλίας μου ζητεῖ τὴν ψυχήν μου, καὶ προσέτι νῦν ὁ υἱὸς τοῦ Ἰεμινί· ἄφετε αὐτὸν καταρᾶσθαι, ὅτι εἶπεν αὐτῷ Κύριος·εἴπως ἴδοι Κύριος ἐν τῇ ταπεινώσει μου καὶ ἐπιστρέψει μοι ἀγαθὰ ἀντὶ τῆς κατάρας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ (: Ο Δαβίδ είπε προς τον Αβεσσά και προς όλους τους γύρω αυλικούς του και στρατιώτες του:’’ αφού ο υιός μου, ο Αβεσσαλώμ, ο οποίος είναι δικός μου γόνος, ζητεί να πάρει τη ζωή μου, πόσο μάλλον ο Σεμεΐ, αυτός ο Βενιαμίτης; Αφήστε τον να με καταριέται, διότι είπε αυτό σε αυτόν ο Κύριος. Υπομένω τις κατάρες του, μήπως δει ο Θεός τον εξευτελισμό μου αυτόν και με ανταμείψει με αγαθά, αντί της κατάρας η οποία κατά την ημέρα αυτήν εκσφενδονίστηκε εναντίον μου)»]. Και στους Ψαλμούς του επίσης ο Δαβίδ ψάλλει: «ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον μου καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου. ἴδε τοὺς ἐχθρούς μου, ὅτι ἐπληθύνθησαν καὶ μῖσος ἄδικον ἐμίσησάν με (: δες πόσο ταπεινώθηκα, δες τον μόχθο και τους στεναγμούς μου· και για την ταπείνωση και τον κόπο μου αυτόν συγχώρησέ μου, σε παρακαλώ, όλες μου τις αμαρτίες για τις οποίες βασανίζομαι. Δες πόσο πολύ αυξήθηκαν οι εχθροί μου και πόσο άδικα με μισούν, χωρίς εγώ να τους έχω βλάψει σε κάτι)» [Ψαλμ. 24, 18-19]. Για τον λόγο αυτόν έλαβε και ο φτωχός Λάζαρος την αμοιβή του, επειδή υπέστη στη ζωή του αμέτρητα δεινά [βλ. Λουκά, κεφ. 16, παραβολή του ανοικτίρμονος πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου]. Δεν αδικούνται λοιπόν όσοι αδικήθηκαν, αν υποφέρουν με γενναιότητα, όλα όσα υφίστανται, αλλά και μεγαλύτερο κέρδος έχουν, είτε από τον Θεό παιδεύονται είτε από τον διάβολο βασανίζονται.

«Και ποια αμαρτία είχαν τα παιδιά αυτά, για να διαγραφεί;», θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος. «Έναν τέτοιον ισχυρισμό μπορεί να προβάλει κανείς για όσους είναι σε προχωρημένη ηλικία και έχουν διαπράξει πολλά σφάλματα. Όποιοι όμως είχαν ένα τέτοιο πρόωρο τέλος, ποια αμαρτήματά τους εξόφλησαν με τα δεινοπαθήματά τους;».

Δεν άκουσες να λέω ότι και αν ακόμη δεν υπάρχουν αμαρτήματα, στη μέλλουσα ζωή δίνονται αμοιβές σε αυτούς που εδώ στη γη αδικούνται και υποφέρουν; Με μία τέτοια προϋπόθεση, ποια ζημία έπαθαν τα παιδιά που φονεύτηκαν και μεταφέρθηκαν αμέσως στο ακύμαντο λιμάνι; Ίσως αν ζούσαν, θα ήσαν σε θέση να κατορθώσουν πολλά και μεγάλα πράγματα. Αλλά για τον λόγο αυτόν τους επιφυλάσσει όχι ασήμαντο μισθό, για το ότι τελείωσαν τη ζωή τους, ενώ υπήρχε μία τέτοια προοπτική. Αν ήταν αλλιώς, ούτε που θα άφηνε καθόλου ο Θεός να πεθάνουν πρόωρα αυτά τα παιδιά, αν επρόκειτο να αποβούν σπουδαίες προσωπικότητες. Αν με τόση μακροθυμία ανέχεται αυτούς που πρόκειται να ζουν αδιάκοπα μέσα στην κακία, πολύ περισσότερο δε θα επέτρεπε να πεθάνουν τα παιδιά με αυτόν τον τρόπο, αν πρόβλεπε ότι θα επιτελούσαν μεγάλα έργα.

Αυτές είναι οι δικές μας εξηγήσεις. Και δεν είναι βεβαίως μόνο αυτοί οι λόγοι που ο Κύριος επέτρεψε την σφαγή των αθώων αυτών νηπίων· υπάρχουν και άλλοι πιο απόρρητοι, που τους γνωρίζει με ακρίβεια Εκείνος που οικονομεί όλα αυτά. Ας αφήσουμε λοιπόν σε Εκείνον την ενέργεια για την ακριβέστερη κατανόηση του θέματος αυτού και εμείς ας προχωρήσουμε στη συνέχεια και από τις συμφορές στις οποίες οι άλλοι μας υποβάλλουν ας διδασκόμαστε να υποφέρουμε τα πάντα με γενναιότητα.

Πραγματικά δεν έπεσε στη Βηθλεέμ τότε μικρή τραγωδία, να αρπάζονται τα παιδιά από την αγκάλη των μητέρων και να οδηγούνται στην άδικη αυτή σφαγή. Αν όμως διατηρείς ακόμη την μικροψυχία και δεν εννοείς τη σκοπιμότητα του γεγονότος, πληροφορήσου το τέλος εκείνου που το τόλμησε και πάρε μικρή αναπνοή· διότι τον βρήκε ταχύτατη η δίκη γι’ αυτά και έλαβε την προσήκουσα και την αντάξια τιμωρία στο αποτρόπαιο έγκλημά του. Τέλειωσε τη ζωή του με σκληρό θάνατο, αθλιότερο από εκείνον που είχε τολμήσει σε βάρος των αθώων αυτών νηπίων [: πέθανε στην Ιεριχώ έπειτα από μια μακρόχρονη και εξαιρετικά επώδυνη ασθένεια]. Έπαθε και άλλα άπειρα δεινά που θα μάθετε, εάν διαβάσετε τη σχετική διήγηση του Ιώσηπου [: ο Φλάβιος Ιώσηπος ήταν ιστορικός και στρατηγός του ιουδαϊκού επαναστατικού στρατού στη Γαλιλαία κατά τον πόλεμο εναντίον της Ρώμης το 66-70μ.Χ. Έγραψε τα συγγράμματά του στα ελληνικά· πιο συγκεκριμένα, έγραψε τον ιουδαϊκό πόλεμο σε 7 βιβλία, την ιουδαϊκή Αρχαιολογία σε 20 βιβλία, τον δικό του Βίο, και τέλος τον Κατ’ Απίωνος, λόγο στον οποίο απολογείται για τις όσες κατηγορίες διατυπώνονται σε βάρος των Ιουδαίων] και την οποία δε θεωρήσαμε απαραίτητο να παρεμβάλουμε εδώ, για να μην κάνουμε τον λόγο μας μακρό και διακοπεί η συνέχειά του.

«Τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· Φωνὴ ἐν Ῥαμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν (: Τότε πραγματοποιήθηκε πλήρως εκείνο που προφήτευσε ο προφήτης Ιερεμίας: Φωνή σπαρακτική ακούστηκε στο χωριό Ραμά της φυλής Βενιαμίν, θρήνος και κλάματα και οδυρμός πολύ. Η σύζυγος του Ιακώβ Ραχήλ, που ήταν εκεί θαμμένη, κλαίει τα παιδιά της (με το στόμα των απογόνων της μητέρων που στερήθηκαν τα μικρά του) και δεν θέλει με κανένα τρόπο να παρηγορηθεί, διότι τα αθώα αυτά παιδιά δεν υπάρχουν πλέον στη ζωή)» [: στα συμφραζόμενα του παραπάνω χωρίου ο προφήτης Ιερεμίας περιγράφει τη σύζυγο του Ιακώβ Ραχήλ, τη μητέρα του Ιωσήφ και του Βενιαμίν, να κλαίει από τον τάφο της την εξορία των παιδιών της, όταν αυτά έρχονταν κοντά της οδηγούμενα στην αιχμαλωσία της Βαβυλώνας. Όμως το κεφάλαιο αυτό είναι προφητικό των χρόνων της Καινής Διαθήκης, γι’ αυτό το χωρίο αυτό αναφέρεται και στο γεγονός αυτό της ιστορίας της Καινής Διαθήκης, έστω και αν ο Ιερεμίας είχε κατά νουν τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για απλή προσαρμογή των λόγων του Ιερεμία σε ένα εντελώς διαφορετικό γεγονός. Εάν ο Ιερεμίας μπόρεσε να παραστήσει απαρηγόρητη τη Ραχήλ για την αναχώρηση των υιών της στην εξορία, η εικόνα αυτή βρίσκει πραγματική και ζωηρότερη εφαρμογή προκειμένου να περιγραφεί η λύπη των Ισραηλιτισσών μητέρων, των οποίων τα τέκνα παρέδωσε ο Ηρώδης σε σφαγή].

Επειδή πλημμύρισε με φρίκη την ψυχή του ακροατή, αφού διηγήθηκε όλα αυτά, την άγρια σφαγή, την άδικη, τη σκληρότατη, την παράνομη, τον παρηγορεί πάλι ο ευαγγελιστής· του λέγει ότι δεν έγιναν αυτά, επειδή δεν είχε τη δύναμη ο Θεός να τα εμποδίσει και επειδή δεν τα γνώριζε, αφού και από προηγουμένως τα γνώριζε και τα είχε προαναγγείλει με το στόμα του προφήτη [Ιερ. 31, 15]. Μην ταραχθείς λοιπόν και μην απογοητευθείς αποβλέποντας στην απερίγραπτη και ανεξερεύνητη πρόνοιά Του, που είναι δυνατόν άριστα να τη διαπιστώσουμε και από όσα ενεργεί και από όσα παραχωρεί να συμβούν.

Αυτό και σε άλλο σημείο του Ευαγγελίου ο Κύριος, συνομιλώντας με τους μαθητές Του άφησε να εννοηθεί. Όταν προανήγγειλε σε αυτούς τα δικαστήρια που θα αντιμετώπιζαν, τις συλλήψεις, τους πολέμους από όλη την οικουμένη, τη χωρίς ανακωχή μάχη, τότε πρόσθεσε για να ανακουφίσει την ψυχή τους και να τους παρηγορήσει: «οὐχὶ δύο στρουθία ἀσσαρίου πωλεῖται; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται ἐπὶ τὴν γῆν ἄνευ τοῦ πατρὸς (: κι αν ακόμη σας θανατώνουν, μη νομίσετε ότι ο Θεός σας εγκατέλειψε και γι’ αυτό θανατώνεστε. Όχι. Δύο σπουργίτια δεν πωλούνται στην τιμή των δέκα λεπτών; Κι όμως, ένα από αυτά δε θα πέσει νεκρό στη γη χωρίς να το επιτρέψει ο Πατέρας σας)» [Ματθ. 10, 29]. Τα έλεγε αυτά, για να δείξει σε αυτούς ότι δε γίνεται τίποτε, που Εκείνος αγνοεί· τα γνωρίζει όλα, μολονότι δεν επεμβαίνει σε όλα. Μην ταράττεστε λοιπόν και μην ανησυχείτε. Διότι Αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε και είναι σε θέση να τα εμποδίσει, είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για εσάς. Τη σκέψη αυτήν να κάνουμε και για τους δικούς μας πειρασμούς και από αυτή θα αντλήσουμε την απαραίτητη παρηγορία.

«Και τι κοινό υπάρχει μεταξύ Ραχήλ και Βηθλεέμ;», θα ρωτούσε κάποιος. Διότι λέγει: «Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς». «Και τι κοινό πάλι μεταξύ Ραμά και Ραχήλ;».

Η Ραχήλ ήταν μητέρα του Βενιαμίν και μετά τον θάνατό της την έθαψαν στον ιππόδρομο, που βρίσκεται εκεί κοντά [Γεν. 35, 19: «ἀπέθανε δὲ Ῥαχὴλ καὶ ἐτάφη ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ ἱπποδρόμου Ἐφραθᾶ (αὕτη ἐστὶ Βηθλεέμ) (: πέθανε η Ραχήλ και ενταφιάστηκε κοντά στην ευρεία οδό, όπου ανεμπόδιστα μπορούσαν να τρέχουν οι ίπποι. Η Εφραθά είναι αυτή που σήμερα λέγεται Βηθλεέμ)»]. Επειδή λοιπόν και ο τάφος ήταν κοντά, και η περιοχή ανήκε στον κλήρο του παιδιού της Βενιαμίν (διότι η Ραμά ανήκε στη φυλή του Βενιαμίν), γι’ αυτό και δίκαια αποκαλεί δικά της τα παιδιά και εξαιτίας του αρχηγού της φυλής, του γιου της δηλαδή του Βενιαμίν, και από τον τόπο της ταφής, την Βηθλεέμ, και παρουσιάζοντας στη συνέχεια το γεγονός ως πληγή αθεράπευτη και οδυνηρή, λέγει: «οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν (: δεν θέλει με κανένα τρόπο να παρηγορηθεί, διότι τα αθώα αυτά παιδιά δεν υπάρχουν πλέον στη ζωή)». Από εδώ πάλι διδασκόμαστε αυτό που έλεγα προηγουμένως· να μην ταρασσόμαστε ποτέ, όταν όσα γίνονται, φαίνονται προσκαίρως αντίθετα προς την υπόσχεση του Θεού.

Ιδού λοιπόν ποια ήσαν τα προοίμια της ελεύσεώς Του για τη σωτηρία του λαού ή μάλλον για τη σωτηρία ολόκληρης της οικουμένης. Η μητέρα Του υποχρεώνεται σε φυγή, περιπίπτει η ιδιαίτερη πατρίδα Του σε αθεράπευτα δεινά και αποτολμάται έγκλημα σκληρότερο από κάθε άλλο, θρήνος πολύς και οδυρμός και παντού κραυγές. Αλλά να μην ταραχθείς. Συνηθίζει να πραγματοποιεί τα σχέδιά Του και με τα αντίθετα και μας παρέχει έτσι μέγιστη απόδειξη της δυνάμεώς Του. Έτσι οδηγούσε και τους μαθητές Του και τους προετοίμαζε να επιτυγχάνουν τα πάντα, επιτελώντας την πραγματοποίηση των αντιθέτων με τα αντίθετα για να γίνει το θαύμα μεγαλύτερο. Και εκείνοι αν και μαστιγώνονταν και εκδιώκονταν και υπέμεναν άπειρα δεινά, νίκησαν εκείνους οι οποίοι τους μαστίγωναν και τους κατεδίωκαν.

«Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ. λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου (: Όταν πέθανε λοιπόν ο Ηρώδης, ιδού ένας άγγελος Κυρίου φάνηκε στον Ιωσήφ σε όνειρο στην Αίγυπτο και του είπε: ‘’Σήκω και πάρε το παιδί και τη μητέρα του και πήγαινε με την ησυχία σου στη χώρα των Ισραηλιτών· διότι έχουν πεθάνει πλέον εκείνοι που ζητούσαν να πάρουν τη ζωή του παιδιού’’)» [Ματθ. 2, 19]. Δεν λέγει: «Φεύγε», αλλά «πορεύου».

Είδες πάλι μετά τον πειρασμό την άνεση και μετά την άνεση τον κίνδυνο πάλι; Διότι ελευθερώθηκε μεν από την ανάγκη του εκπατρισμού, και επέστρεψε πάλι στην πατρική του γη και είδε να έχει πεθάνει ο φονιάς των παιδιών, όταν όμως επανήλθε στην πατρίδα του, βρίσκει εκεί υπόλοιπα των παλαιών κινδύνων· βρήκε να ζει δηλαδή εκεί και να έχει το βασιλικό αξίωμα ο υιός του τυράννου. Και γιατί τώρα βασίλευε στην Ιουδαία ο Αρχέλαος [: ο Αρχέλαος, αποδείχτηκε σκληρότερος από τον πατέρα του, από τον οποίο και ο φόβος του Ιωσήφ να εγκατασταθεί στην περιοχή του. Καταγγέλθηκε στη Ρώμη για τη σκληρότητά του, εξορίστηκε έπειτα από εννέα ετών ηγεμονία και πέθανε στη Βιέννη], ενώ ηγεμόνας ήταν ο Πόντιος Πιλάτος; Ήταν πρόσφατος ο θάνατος του Ηρώδη και δεν είχε ακόμη διαμοιραστεί και διαιρεθεί σε πολλά μέρη η βασιλεία. Επειδή πριν λίγο μόλις καιρό είχε πεθάνει ο Ηρώδης ο Μέγας, είχε τώρα την εξουσία ο υιός στη θέση του πατρός του. Είχε βέβαια και αδελφό ο Ηρώδης ο Μέγας με το ίδιο όνομα, γι’ αυτό ο Ευαγγελιστής προς διάκρισή τους πρόσθεσε: «ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ (: βασίλευε ο Αρχέλαος στη θέση του πατέρα του Ηρώδη)». Αν όμως ο Ιωσήφ φοβόταν να έλθει στην Ιουδαία εξαιτίας του Αρχέλαου, έπρεπε να φοβηθεί και στη Γαλιλαία εξαιτίας του νέου Ηρώδη[:πρόκειται για τον Ηρώδη τον Αντίπα, υιό του Μεγάλου Ηρώδη, τετράρχη της Γαλιλαίας και της Περσίας]. Αφού όμως άλλαξε το μέρος της εγκατάστασής τους και πήγε στη Ναζαρέτ, δημιουργούνταν κάποια σύγχυση και συσκότιση· διότι η μανία όλη και η προσοχή είχε στραφεί κατά της Βηθλεέμ και των περιχώρων της. Αφού είχε λοιπόν εκτελεστεί η σφαγή όλων των παιδιών που είχαν την επίφοβη ηλικία, νόμιζε ο νεαρός Αρχέλαος ότι είχε συντελεστεί το παν και ότι ανάμεσα στα πολλά παιδιά είχε φονευθεί και το παιδί που ζητούσαν. Αφού εξάλλου είχε δει και το κακό τέλος του πατέρα του, έγινε διστακτικότερος στο να προχωρήσει περισσότερο και να τον συναγωνιστεί στην παρανομία.

Έρχεται λοιπόν ο Ιωσήφ στη Ναζαρέτ και αποφεύγει έτσι τον κίνδυνο, ενώ συγχρόνως εγκαθίσταται στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Για περισσότερη ενθάρρυνσή του λαμβάνει και τη σχετική με αυτό πληροφορία του αγγέλου. Ο Λουκάς βέβαια δεν αναφέρει ότι ήλθε εκεί έπειτα από υπόδειξη του αγγέλου αλλά ότι αφού εκπλήρωσαν όλοι τον απαιτούμενο καθαρισμό, επέστρεψαν στη Ναζαρέτ[Λουκ.2,39: «Καὶ ὡς ἐτέλεσαν ἅπαντα τὰ κατὰ τὸν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὴν πόλιν ἑαυτῶν Ναζαρέτ (: Και όταν ο Ιωσήφ και η Μαρία τελείωσαν όλα όσα ο νόμος του Κυρίου όριζε για τον καθαρισμό και την αφιέρωση του παιδιού, γύρισαν πίσω στη Γαλιλαία, στην πατρίδα τους τη Ναζαρέτ)». Τι μπορούμε να πούμε; Ότι ο Λουκάς αναφέρεται στο χρόνο προ της καθόδου στην Αίγυπτο. Δεν ήταν δυνατό να τους οδηγήσει ο Ιωσήφ εκεί προ του καθαρμού, για να μην διαπραχθεί παράβαση του μωσαϊκού νόμου. Περίμενε να γίνει ο καθαρμός για να έλθει στη Ναζαρέτ και τότε μόνο να μεταβούν στην Αίγυπτο. Και αφού επανήλθαν από την Αίγυπτο, τους δίνει εντολή να έλθουν στη Ναζαρέτ. Πριν από το γεγονός αυτό δεν είχαν λάβει τον χρηματισμό στο όνειρό τους να μεταβούν εκεί, αλλά με την εγκατάστασή τους στην πατρίδα τους το πραγματοποιούσαν τούτο από μόνοι τους. Επειδή δηλαδή δεν είχαν μεταβεί στη Βηθλεέμ παρά για την απογραφή μόνο, και επειδή δεν είχαν πού να μείνουν, αφού ολοκλήρωσαν τον σκοπό για τον οποίο είχαν ανέλθει, επέστρεψαν στη Ναζαρέτ. Για τον λόγο αυτόν και ο άγγελος προς καθησυχασμό, τούς αποδίδει στην πατρίδα τους. Και δεν το εκτελεί και τούτο απλώς και τυχαία, αλλά το συνοδεύει με την προφητεία· διότι λέγει ο ευαγγελιστής: «ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται (: για να πραγματοποιηθεί έτσι εκείνο που είπαν οι προφήτες, ότι ο Ιησούς θα ονομαστεί περιφρονητικά από τους εχθρούς του Ναζωραίος)» [Ματθ. 2, 23].

Ποιος προφήτης είπε την προφητεία αυτήν; Μην είσαι περίεργος και μη λεπτολογείς, διότι πολλά προφητικά βιβλία έχουν εξαφανιστεί. Και αυτό δύναται να το συμπεράνει κανείς από τη διήγηση των ιστορικών βιβλίων των «Παραλειπομένων». Πραγματικά, καθώς οι Ιουδαίοι ήσαν αδιάφοροι και διαρκώς περιέπιπταν στην ασέβεια, άλλα από τα βιβλία τα άφηναν να χάνονται και άλλα τα έκαιγαν και τα έσχιζαν οι ίδιοι. Και την καύση των βιβλίων τη διηγείται ο Ιερεμίας [Ιερ. 43, 23-24: «Καὶ ἐγενήθη ἀναγινώσκοντος Ἰουδὶν τρεῖς σελίδας καὶ τέσσαρας, ἀπέτεμεν αὐτὰς τῷ ξυρῷ τοῦ γραμματέως καὶ ἔῤῥιπτεν εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐπὶ τῆς ἐσχάρας, ἕως ἐξέλιπε πᾶς ὁ χάρτης εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐπὶ τῆς ἐσχάρας. καὶ οὐκ ἐζήτησαν καὶ οὐ διέῤῥηξαν τὰ ἱμάτια αὐτῶν ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ παῖδες αὐτοῦ οἱ ἀκούοντες πάντας τοὺς λόγους τούτους (: Κατά τον χρόνο όμως που ο Ιουδίν διάβαζε τρεις και τέσσερις σελίδες, ο βασιλιάς με το μαχαιράκι του γραμματέα τις έκοβε και τις έριχνε στη φωτιά, που βρισκόταν στη σχάρα, στο πύραυνο. Έτσι λοιπόν παρέδωσε στο πυρ όλη την περγαμηνή. Ο βασιλιάς και οι αυλικοί που βρίσκονταν γύρω του δεν συγκλονίστηκαν από όσα ήταν γραμμένα στην περγαμηνή, δεν διέρρηξαν ως ένδειξη λύπης και μετανοίας τα ενδύματά τους, ακούγοντας τα λόγια αυτά)»], ενώ την καταστροφή ο συγγραφέας του τετάρτου βιβλίου των Βασιλειών, που μας λέγει ότι έπειτα από πολύ χρόνο κατά τύχη βρέθηκε το Δευτερονόμιο θαμμένο κάπου και εξαφανισμένο [Δ΄ Βασ. 21 κ.ε.]. Και αν είχαν έτσι εγκαταλείψει τα βιβλία χωρίς να υπάρχουν βάρβαροι, πολύ περισσότερο θα το έκαναν, όταν έκαναν επιδρομές βαρβάρων. Ειπώθηκαν αυτά, διότι όπως Τον προανήγγειλαν οι προφήτες, έτσι, «Ναζωραίο», Τον αποκαλούν και οι Απόστολοι σε πολλά σημεία.

«Αυτό λοιπόν μήπως έριχνε κάποια σκιά στην προφητεία για τη Βηθλεέμ;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Καθόλου. Απεναντίας αυτό ακριβώς κινεί και διεγείρει το ενδιαφέρον προς έρευνα όσων λέγονται  γι΄Αυτόν. Έτσι και ο Ναθαναήλ συμμετέχει στην αναζήτηση και όταν ο Φίλιππος του λέγει: «Ὅν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ (: Βρίσκει στο μεταξύ ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει: ’’Εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στο νόμο και προανήγγειλαν οι προφήτες, τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, και κατάγεται από τη Ναζαρέτ)»[Ιω.1,46], εκείνος απαντά: «Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; (: Από τη Ναζαρέτ, το κακό και άσημο αυτό χωριό, μπορεί να βγει τίποτε καλό;)» [Ιω.1, 47]. Και η απάντηση του Φιλίππου: «Ἔρχου καὶ ἴδε (: Έλα και όταν Τον δεις με τα  μάτια σου, θα πειστείς)» [Ιω. 1, 48]. Ήταν χωριό χωρίς σημασία και μάλιστα όχι ο οικισμός αυτός μόνο αλλά και ολόκληρη η περιοχή της Γαλιλαίας.

Για τον λόγο αυτόν οι Φαρισαίοι έλεγαν: «Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται (: Μήπως και εσύ είσαι από τη Γαλιλαία; Ερεύνησε και εύκολα θα δεις και θα πειστείς από τα πράγματα ότι κανείς προφήτης δεν έχει ως τώρα βγει από τη Γαλιλαία)» [Ιω. 7, 52]. Αυτός όμως δεν ντρέπεται να ονομάζεται Ναζωραίος, δε θεωρεί υποτιμητικό να ομολογεί ότι κατάγεται από εκεί, αποδεικνύοντας ότι δεν έχει ανάγκη από κανένα πιστοποιητικό και ότι δε χρειάζεται κανένα από τα ανθρώπινα. Ακόμη και τους μαθητές Του, από τη Γαλιλαία τούς εκλέγει. Έτσι αφαιρεί παντού τις δικαιολογίες εκείνων που επιθυμούν την ησυχία και αποδεικνύει ότι κανένα εξωτερικό γνώρισμα δε μας χρειάζεται, αν ασκήσουμε την αρετή.

Για τούτο δεν φροντίζει ούτε για το σπίτι. Λέγει: «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ (: Οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πουλιά του ουρανού έχουν μέρη που κουρνιάζουν, ενώ ο υιός του ανθρώπου[δηλαδή Εγώ που γεννήθηκα χωρίς πατέρα, αλλά μόνο από την Παρθένο και είμαι ο κατεξοχήν Άνθρωπος, γνωστός από την υπόσχεση του Θεού προς τον Αδάμ] δεν έχει πού να ακουμπήσει το κεφάλι Του)» [Λουκ. 9, 58]. Όταν Τον επιβουλεύεται ο Ηρώδης, φεύγει, και όταν γεννήθηκε, Τον ανακλίνουν στη φάτνη, μένει στο στάβλο, εκλέγει μητέρα αφανή. Μας διδάσκει έτσι κανένα από αυτά να μη θεωρούμε εξευτελιστικό, ποδοπατεί εκ προοιμίου κάθε ανθρώπινο εγωισμό, διατάζει να είμαστε διάκονοι της αρετής.

«Γιατί μεγαλοφρονείς για την πατρίδα σου, όταν σου δίνω εντολή να θεωρείς τον εαυτό σου ξένο για ολόκληρη την οικουμένη;», μας λέγει. Όταν έχεις την εξουσία να γίνεις τέτοιος, ώστε ο κόσμος ολόκληρος να μην είναι άξιός σου; Όλα αυτά είναι τόσο μηδαμινά, ώστε μήτε από τους Έλληνες φιλοσόφους να μην αποδίδεται σε αυτά καμία σημασία και να αποκαλούνται τα εκτός, και να κατέχουν την τελευταία θέση.

Αλλά βέβαια ο Παύλος τα αναγνωρίζει και ομιλεί ως εξής: «Κατὰ μὲν τὸ εὐαγγέλιον ἐχθροὶ δι᾿ ὑμᾶς, κατὰ δὲ τὴν ἐκλογὴν ἀγαπητοὶ διὰ τοὺς πατέρας (: Όσο δηλαδή αφορά το Ευαγγέλιο, οι άπιστοι Εβραίοι είναι εχθροί του Θεού και εξαιτίας του γεγονότος ότι κάλεσε εσάς τους εθνικούς σε σωτηρία ο Θεός· όσον αφορά όμως την από αιώνων εκλογή τους, είναι αγαπητοί στο Θεό και για τους προγόνους, από τους οποίους κατάγονται)» [Ρωμ. 11, 28], αντιτείνει. Αλλά πες μου, πότε το είπε και σε ποιους αναφερόμενος και προς ποιους ομιλώντας; Βέβαια προς τους προερχόμενους από ειδωλολάτρες υπερηφανευόμενους υπερβολικά για την πίστη τους και που με το να επιτίθενται σφοδρά κατά των Ιουδαίων, τους απομάκρυναν ακόμη περισσότερο κατά αυτόν τον τρόπο.

Με τον λόγο του ο Παύλος περιόριζε την υπερηφάνεια εκείνων, ενώ προσείλκυε τους Ιουδαίους και τους προέτρεπε στον ίδιο ζήλο·διότι όταν αναφέρεται στους σπουδαίους και μεγάλους εκείνους άντρες που με πίστη δέχονταν τις επαγγελίες του Θεού, άκουσε πώς ομιλεί· «Οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι. καὶ εἰ μὲν ἐκείνης ἐμνημόνευον, ἀφ᾿ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι· νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐπουρανίου. διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν· ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν (: Διότι αυτοί που έλεγαν τέτοια λόγια, φανέρωναν καθαρά, ότι δεν επαναπαύονταν στην επίγεια πατρίδα, αλλά ζητούσαν τη μόνιμη και χαρμόσυνη πατρίδα, δηλαδή τον ουρανό. Και εάν θυμούνταν εκείνη, την επίγεια πατρίδα, από την οποία είχαν εξέλθει, είχαν και τον χρόνο και την ευκαιρία να επανέλθουν σε αυτήν. Τώρα όμως επιθυμούν σφοδρά καλύτερη και τελειότερη πατρίδα, δηλαδή την επουράνια. Για τον λόγο αυτόν και ο Θεός δεν αισθάνεται εξαιτίας τους καμία ντροπή, να ονομάζεται Θεός τους. Αντιθέτως, ευαρεστείται σε αυτούς, όπως μαρτυρείται από το γεγονός ότι τους έχει ετοιμάσει επουράνια και μακάρια πατρίδα)» [Εβρ. 11, 14-16]. Και άλλη φορά: «Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόῤῥωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς (: Όλοι αυτοί πέθαναν στερεωμένοι στην πίστη και στην ελπίδα, που γεννά η πίστη, χωρίς εντούτοις να λάβουν τις επαγγελίες. Αλλά τις είδαν από μακριά και τις δέχτηκαν με όλη τους την ψυχή και ομολόγησαν με τα έργα τους και με τα λόγια τους, ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι επάνω στη γη)» [Εβρ. 11, 13].

Αλλά και ο Ιωάννης έλεγε σε όσους έρχονταν προς αυτόν: «Ποιήσατε οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, καὶ μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ (: Μόνο το βάπτισμα δεν ωφελεί. Αν θέλετε να σωθείτε από την οργή που πρόκειται σε λίγο να ξεσπάσει, κάνετε καλά έργα, τα οποία είναι άξιοι καρποί της αληθινής μετάνοιας, και δείξτε με ενάρετες πράξεις την ειλικρινή μετάνοιά σας. Και μην αρχίσετε να λέτε μέσα σας: ’’Πατέρα μας έχουμε τον Αβραάμ· διότι σας λέω ότι  ο Θεός έχει τη δύναμη και από το πλέον ακατάλληλο υλικό, ακόμη και από αυτές εδώ τις πέτρες, να αναστήσει απογόνους του Αβραάμ’’)» [Λουκά 3, 8].

Και ο Παύλος λέγει πάλι: «Οὐχ οἷον δὲ ὅτι ἐκπέπτωκεν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. οὐ γὰρ πάντες οἱ ἐξ Ἰσραήλ, οὗτοι Ἰσραήλ (: Το ότι όμως χωρίστηκαν οι Ισραηλίτες από τον Μεσσία και ξέπεσαν από τις ευλογίες που μας έφερε, δεν έχει τη σημασία που με μια πρώτη ματιά θα φανταζόταν κανείς. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι έχασε τη δύναμή του και διαψεύσθηκε ο λόγος με τον οποίο ο Θεός βεβαίωσε τη διαθήκη Του· διότι αληθινός ισραηλιτικός λαός δεν είναι όλοι όσοι κατάγονται σαρκικά από τον Ισραήλ)» [Ρωμ. 9, 6].

Τι ωφελήθηκαν λόγου χάρη τα παιδιά του Σαμουήλ από το γένος το πατρικό, αφού δεν έγιναν κληρονόμοι της πατρικής αρετής; Τι κέρδισαν επίσης τα παιδιά του Μωυσή, που δεν μιμήθηκαν την αυστηρή ευσέβεια του πατέρα τους; Δεν τον διαδέχτηκαν ούτε στην εξουσία αλλά ενώ εκείνοι την έγραφαν στο όνομά τους ως πατέρα τους, η αρχηγία του λαού μεταβιβαζόταν σε άλλον, σε εκείνον που έγινε υιός του κατά την αρετή. Τι ζημιώθηκε ο Τιμόθεος αν και καταγόταν από Έλληνα πατέρα; Και πάλι, τι κέρδισε ο γιος του Νώε[πρόκειται για τον γιο του Νώε Χαμ, ο οποίος προσέβαλε τον πατέρα του και για τον λόγο αυτόν ο Νώε τον καταράστηκε να γίνει δούλος των αδελφών του Σημ και Ιάφεθ: Γεν. 9, 18-27], από την αρετή του πατέρα του, αφού έγινε από ελεύθερος που ήταν, δούλος; Βλέπεις ότι δεν επαρκεί η ευγένεια του πατέρα για να προστατεύσει τα παιδιά; Η κακία της προαιρέσεώς τους νίκησε τους νόμους της φύσεως και δεν τον αποξένωσε μόνο από την αρετή του πατέρα του, αλλά του στέρησε και την ελευθερία. Και ο Ησαύ δεν ήταν υιός του Ισαάκ και δεν είχε προστάτη τον πατέρα του; Και ο πατέρας του φρόντιζε και επιθυμούσε να τον κάνει μέτοχο των ευλογιών του και εκείνος πάλι για τον λόγο αυτόν έπραττε όλα τα θελήματά του. Επειδή όμως ήταν κακός, τίποτε από αυτά δεν κέρδισε και ενώ ήταν μεγαλύτερος και είχε τον πατέρα με το μέρος του βοηθό σε όλα, επειδή δεν είχε με το μέρος του τον Θεό, εξέπεσε σε όλα.

Και γιατί ασχολούμαι με τους ανθρώπους; Οι Εβραίοι έγιναν υιοί του Θεού και δεν κέρδισαν τίποτε από τη μοναδική αυτήν ευγένεια. Και αν κάποιος, ο οποίος έγινε υιός του Θεού, τιμωρείται βαρύτερα, αν δεν παρουσιάσει αρετή άξια της ευγένειας αυτής, πώς μου προβάλλεις την ευγένεια των προγόνων και των παππούδων; Και δεν θα βρεις στην Παλαιά μόνο αλλά και στην Καινή Διαθήκη να επικρατεί ο κανόνας αυτός; «Καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου (: Και στη συνέχεια λέγει προς αυτόν, ώστε να ακούσουν και οι άλλοι μαθητές: ‘’Σας διαβεβαιώνω ότι από τώρα θα δείτε ανοικτό τον ουρανό και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, να συνοδεύουν και να υπηρετούν τον υιό του ανθρώπου, ο Οποίος ως Θεός είναι κύριος και των αγγέλων’’)» [Ιω. 1, 52], λέγει.

Αλλά όμως από τα παιδιά αυτά, πολλά, είπε ο Παύλος, δεν ωφελούνται τίποτε από τον πατέρα: «῎Ιδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει (: Να, εγώ ο Παύλος σας λέω ότι, αν περιτέμνεστε, ο Χριστός δεν θα σας ωφελήσει τίποτα)» [Γαλ. 5, 2]. Και αν δεν ωφελεί ο Χριστός σε τίποτε εκείνους που δεν θέλουν να προσέξουν τη ζωή τους, πώς θα τους προστατέψει ο άνθρωπος;

Ας μη μεγαλοφρονούμε λοιπόν μήτε για την ευγενή καταγωγή, μήτε για τον πλούτο μας, αλλά ας περιφρονούμε και αυτούς που μεγαλοφρονούν γι’ αυτά. Μήτε να αποθαρρυνόμαστε για την πτωχεία μας. Ας επιδιώκουμε τον πλούτο των αγαθών έργων και ας αποφεύγουμε την πτωχεία εκείνη που οδηγεί στην κακία. Εξαιτίας αυτής και ο πλούσιος εκείνος ήταν φτωχός. Για τον λόγο αυτό και δεν πέτυχε ούτε μία σταγόνα δρόσου παρά την όλη ικεσία του [βλ. Λουκά, κεφ. 16]. Μολονότι ποιος από εμάς θα ήταν δυνατόν να γίνει τόσο πτωχός, ώστε να μην έχει να απολαύσει και λίγο νερό; Κανείς βέβαια. Και αυτοί που βασανίζονται από τη μεγαλύτερη πείνα, μπορούν ωστόσο να απολαύσουν λίγο νερό. Και όχι βέβαια μία σταγόνα ύδατος μόνο, αλλά να επιτύχουν και περισσότερη ανακούφιση. Δεν συνέβαινε αυτό όμως σε εκείνον τον πλούσιο, αλλά ήταν πτωχός μέχρι του σημείου αυτού· και το βαρύτερο ότι δεν υπήρχε τρόπος να ανακουφίσει την πενία του.

Γιατί λοιπόν χάσκουμε μπροστά στα χρήματα, όταν δεν μας οδηγούν στον ουρανό; Πες μου· αν κάποιος από τους βασιλείς της γης έλεγε ότι είναι αδύνατο να διακριθεί ο πλούσιος στο βασίλειό του και να τιμηθεί κατά κάποιον τρόπο, δεν θα πετούσατε όλοι με περιφρόνηση τα χρήματά σας; Στην περίπτωση αυτή αν σας στερήσουν της τιμής στα γήινα αυτά βασίλεια, τα χρήματα θα είναι ευκαταφρόνητα. Όταν όμως ο βασιλέας των ουρανών καθημερινά βοά και λέγει, ότι είναι δύσκολο φορτωμένος με αυτά να φθάσεις στα ιερά εκείνα προπύλαια, δεν θα τα εγκαταλείψουμε όλα, δεν θα αποξενωθούμε από τα υπάρχοντά μας, για να εισέλθουμε με θάρρος στην Βασιλεία; 

ΠΗΓΕΣ:

http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Mathaeum.pdf

Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», ΕΠΕ, εκδ.οίκος «Το Βυζάντιον», ομιλία Θ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα) τομ. 9, σελ. 282-308 ,Θεσσαλονίκη 1978

Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 63, σελ. 187-202.

Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

Παναγιώτου Τρεμπέλα,Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), αδελφότης θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση Τρίτη, Αθήνα 2016

http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html 

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΥΖΥΓΙΑ!

 
Η Χριστιανική συζυγία, του Ιωάννου του Χρυσοστόμου 

Συμβουλές Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου 

Ένας σοφός άνθρωπος, που είπε πολλά με τη μορφή των μακαρισμών, είπε και τούτο: “Η γυναίκα και ο άντρας να φέρονται καλά μεταξύ τους” (Σοφ.Σειρ. 25, 1). Από την αρχή ο Θεός φρόντισε για να ζουν οι σύζυγοι με ομόνοια. Γι’ αυτό μιλάει για τους δύο σαν να πρόκειται για έναν και λέει: “Άνδρα και γυναίκα τους έκανε” (Γεν. 1, 27)· και “δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα” (Γαλ. 3, 28). Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει τόσο στενή σχέση ανάμεσα σε δύο άνδρες, όση ανάμεσα σ’ έναν άνδρα και μια γυναίκα. 

Γι’ αυτό ο Δαβίδ, πενθώντας και θρηνώντας για το θάνατο του στενού φίλου του Ιωνάθαν, που τον αγαπούσε υπερβολικά, δεν τον αποκάλεσε πατέρα η μητέρα, αδελφό η φίλο, αλλά τι είπε; “Σ’ αγάπησα περισσότερο απ’ όσο μπορεί ν’ αγαπηθεί μια γυναίκα” (Β  Βασ. 1, 26). 

Και πραγματικά. Αυτή η αγάπη είναι πιο δυνατή από κάθε άλλη. Οι άλλες έχουν σφοδρότητα, αυτή όμως είναι και σφοδρή και αμάραντη. Γιατί υπάρχει μια ερωτική ορμή που φωλιάζει στη φύση τους και, χωρίς να κατανοούμε το πως, συνδέει τα σώματά τους. Γι’ αυτό και εξαρχής από τον άνδρα προήλθε η γυναίκα, ενώ στη συνέχεια από τον άνδρα και τη γυναίκα προέρχονται άλλοι άνδρες και άλλες γυναίκες. Βλέπεις σύνδεσμο και σύμπλεγμα που δημιούργησε ο Θεός, μην επιτρέποντας μάλιστα σε άλλη ουσία να εισχωρήσει... απ’ έξω; 

Βλέπεις και πόσα άλλα έκανε συγκαταβατικά; Ανέχθηκε να γίνει γυναίκα του Αδάμ η αδελφή του· η μάλλον όχι η αδελφή του, αλλά η θυγατέρα του· ή μάλλον ούτε η θυγατέρα του, αλλά κάτι περισσότερο, η ίδια του η σάρκα. Και την ενότητά τους την καθόρισε ευθύς εξαρχής, σαν τις πέτρες, ενώνοντάς τους σε μιαν ολότητα. 

Γι’ αυτό ούτε τη γυναίκα δημιούργησε από ξένη στον Αδάμ ουσία, για να μη συνδέεται αυτός μαζί της σαν με μια ξένη, ούτε πάλι σταμάτησε το γάμο στην ένωση του Αδάμ με την Εύα, για να μη χωρίζεται αυτός, λόγω της ενώσεώς του με μια μόνο γυναίκα, από το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος. Έγινε δηλαδή εδώ ο,τι γίνεται μ’ ένα ωραίο δέντρο: Έχει ένα κορμό, που υψώνεται πάνω από τη ρίζα και μετά απλώνεται σε πολλά κλαδιά. Αν δεν είχε κορμό και τα κλαδιά βγαίνουν κατευθείαν από τις ρίζες, δεν αξίζει τίποτα· και αν έχει πολλές ρίζες, δεν το θαυμάζει κανείς. 

Έτσι, λοιπόν, ο Θεός από έναν άνθρωπο, τον Αδάμ, έκανε να προέλθει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, όπως τα κλαδιά από τον κορμό του δέντρου, κάνοντάς το αναγκαστικά αδιάσπαστο και αχώριστο. Και για να μην περιοριστεί η αγάπη, αλλά ν’ απλωθεί σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα, δεν επέτρεψε να έρχονται σε γάμο οι άνθρωποι με αδελφές και θυγατέρες, επιβάλλοντας το χωρισμό από τα δικά μας πρόσωπα. Γι’ αυτό έλεγε: “Ο δημιουργός από την αρχή έκανε άνδρα και γυναίκα” (Ματθ. 19, 4). 

Απ’ αυτό προέρχονται μεγάλα καλά αλλά και μεγάλα κακά για τις οικογένειες και τις κοινωνίες. Γιατί ο έρωτας άνδρα και γυναίκας αποτελεί, περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο, τον ισχυρότερο συνεκτικό δεσμό του βίου μας. Για χάρη του πολλοί και όπλα παίρνουν στα χέρια τους και την ψυχή τους ακόμα προδίδουν και θυσιάζουν. 

Όχι, λοιπόν, τυχαία και αναίτια αναφέρθηκε ο Παύλος σ’ αυτό το θέμα, λέγοντας: “Οι γυναίκες να υποτάσσεστε στους άνδρες σας όπως στον Κύριο” (Εφ. 5, 22). Γιατί άραγε; Γιατί, αν οι σύζυγοι συμβιώνουν με ομόνοια, τότε και τα παιδιά τους ανατρέφονται καλά και οι γείτονες απολαμβάνουν την ευωδία της χριστιανικής τους ζωής και οι φίλοι τους χαίρονται και οι συγγενείς τους καμαρώνουν. Αν, όμως, συμβαίνει το αντίθετο, όλα γίνονται άνω κάτω, όλα είναι σε σύγχυση και ταραχή. Συμβαίνει δηλαδή και εδώ ο,τι και σ’ ένα στράτευμα: Όταν οι στρατηγοί του έχουν ειρηνικές σχέσεις και συνεργάζονται αρμονικά, ο στρατός πάει καλά και έχει νίκες· όταν, όμως, αυτοί διαφωνούν και μαλώνουν, όλος ο στρατός γίνεται άνω κάτω. Γι’ αυτό, λοιπόν λέει: “Οι γυναίκες να υποτάσσεστε στους άνδρες σας όπως στον Κύριο”. 

Πως, όμως, η Γραφή σε άλλο σημείο λέει, “αν κάποιος έρχεται κοντά μου και δεν απαρνιέται γυναίκα και άνδρα, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου” (πρβλ. Λουκ. 14, 26); Αν πρέπει οι γυναίκες να υποτάσσονται στους άνδρες τους όπως στον Κύριο, πως αλλού ζητάει να τους απαρνηθούν για χάρη του Κυρίου; Αν διαβάσετε προσεκτικά και τα δύο χωρία, θα διαπιστώσετε ότι το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Ισχύουν παράλληλα και τα δύο. Τι θέλει δηλαδή να πει εδώ ο απόστολος; Η “να υποτάσσεστε στους άντρες σας, γνωρίζοντας ότι έτσι υπηρετείτε τον Κύριο” η “να υπακούτε στους άντρες σας, θεωρώντας, σαν μαθήτριες του Κυρίου, ότι κάνετε το δικό Του θέλημα”. Γιατί, αν εκείνος που δεν υποτάσσεται στην κρατική εξουσία και τις πολιτειακές αρχές, αντιστέκεται στην τάξη που έβαλε ο Θεός, πολύ περισσότερο η γυναίκα, που δεν υποτάσσεται στον άνδρα της παραβαίνει θεϊκή εντολή. 

Ας θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο άνδρας είναι το κεφάλι και η γυναίκα το σώμα, όμως όπως αποδεικνύει και τούτος ο αποστολικός συλλογισμός: “Ο άνδρας είναι η κεφαλή (δηλ. ο αρχηγός) της γυναίκας, όπως και ο Χριστός της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι και ο σωτήρας του σώματός Του, της Εκκλησίας.Όπως όμως η Εκκλησία υποτάσσεται στο Χριστό, έτσι και οι γυναίκες πρέπει σε όλα να υποτάσσονται στους άνδρες τους” (Εφ.5, 23-24) 

Εσύ, ο άντρας, ακούς τον Παύλο, που συμβουλεύει τη γυναίκα να υποτάσσεται σ’ εσένα, και τον επαινείς και τον θαυμάζεις. Άκου τι ζητάει από σένα:
«Οι άνδρες ν’ αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και πρόσφερε τη ζωή Του γι’ αυτήν» (Εφ.5, 25). Είδες προηγουμένως υπερβολή υποταγής; Δες τώρα υπερβολή αγάπης. 

Θέλεις να υπακούει σ’ εσένα η γυναίκα σου, όπως η Εκκλησία υπακούει στο Χριστό; Φρόντιζε κι εσύ γι’ αυτήν, όπως ο Χριστός για την Εκκλησία. Κι αν χρειαστεί τη ζωή σου να θυσιάσεις γι’ αυτήν, κομμάτια να γίνεις χίλιες φορές , τα πάντα να υπομείνεις και να πάθεις, μην αρνηθείς να το κάνεις. Γιατί ούτε κι έτσι θα έχεις κάνει κάτι ισάξιο μ’ εκείνο που έκανε ο Χριστός για την Εκκλησία, αφού εσύ θα έχεις πάθει γι’ αυτήν με την οποία είσαι ενωμένος, ενώ ο Κύριος έπαθε γι’ αυτήν που Τον αποστρεφόταν και Τον περιφρονούσε. 

Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός όχι με απειλές, όχι με βρισιές, όχι με φοβέρες, αλλά με πολλή αγάπη και στοργή, με φροντίδα και θυσία κατόρθωσε να εμπνεύσει την ευπείθεια σ’ εκείνην που τόσο Τον είχε λυπήσει, έτσι να κάνεις κι εσύ, έτσι να φέρεσαι στη γυναίκα σου. 

Αν δεν σε προσέχει, αν σε αντιμετωπίζει με υπερηφάνεια, αν σου δείχνει περιφρόνηση, θα μπορέσεις να τη συμμορφώσεις με την πολλή φροντίδα σου, με την αγάπη και την καλοσύνη σου, όχι με την οργή και το φοβέρισμα. Μόνο έναν υπηρέτη μπορείς να συνετίσεις έτσι, η μάλλον ούτε κι αυτόν, γιατί γρήγορα θα οργιστεί και θα φύγει από τη δούλεψή σου. Στη σύντροφο της ζωής σου, στη μάνα των παιδιών σου, στη βάση κάθε χαράς μέσα στην οικογένειά σου, δεν πρέπει με αγριάδα και απειλές να επιβάλλεσαι, αλλά με την αγάπη και τον καλό τρόπο. 

Τι συζυγική ζωή είναι αυτή, όταν η γυναίκα τρέμει τον άνδρα της; Και ποια οικογενειακή θαλπωρή θα απολαύσει ο άνδρας, όταν ζει μαζί με γυναίκα που τη μεταχειρίζεται σαν δούλα; 

Κι αν πάθεις κάτι για χάρη της, μην της το χτυπήσεις. Ούτε ο Χριστός έκανε κάτι τέτοιο. «Και τη ζωή Του», λέει, «πρόσφερε γι’ αυτήν, θέλοντας έτσι να την καθαρίσει και να την αγιάσει» (Εφ. 5, 25-26). Επομένως ήταν ακάθαρτη, είχε ελαττώματα, ήταν άσχημη και ποταπή. 

Όποια γυναίκα κι αν πάρεις, δεν θα είναι σαν την Εκκλησία, που πήρε ο Χριστός σαν νύφη Του, ούτε θα διαφέρει αυτή τόσο από σένα, όσο διέφερε εκείνη από το Χριστό. Και όμως, ο Κύριος δεν αισθάνθηκε αποστροφή γι’ αυτήν, ούτε τη σιχάθηκε για την υπερβολική της ασχήμια. Και θέλεις να καταλάβεις πόση ήταν η ασχήμια της; Άκου τι λέει ο Παύλος: «Κάποτε ήσασταν σκοτάδι» (Εφ. 5, 8). Βλέπεις πόσο μαύρη ήταν; Υπάρχει τίποτα πιο μαύρο απ’ το σκοτάδι;

Δες, όμως, και τη θρασύτητά της: «Ζούσαμε μέσα στην κακία και το φθόνο» (Τιτ. 3, 3). Δες και την ακαθαρσία της: «άμυαλοι, απείθαρχοι, πλανημένοι, υποδουλωμένοι σε κάθε λογής επιθυμίες και ηδονές» (Τιτ. 3, 3). 

Και όμως, μολονότι αυτή είχε τόσα ελαττώματα, ο Χριστός παρέδωσε τον εαυτό Του σε θάνατο για χάρη της, για μια κακιά σαν να ήταν καλή, για μιαν άσχημη σαν να ήταν ωραία, ποθητή και θαυμαστή. Απορώντας γι’ αυτό και θαυμάζοντας ο Παύλος έλεγε: «Ο Χριστός πέθανε για μας, τους ασεβείς ανθρώπους. Δύσκολα θα έδινε κανείς τη ζωή του ακόμα και για έναν δίκαιο άνθρωπο. Ο Θεός όμως, ξεπερνώντας αυτά τα όρια, έδειξε την αγάπη Του για μας, γιατί, ενώ ζούσαμε ακόμα στην αμαρτία, ο Χριστός έδωσε τη ζωή Του για χάρη μας (πρβλ. Ρωμ, 5, 6-8). 

Και ενώ τέτοια ήταν, όταν την πήρε, η νύφη Του, η Εκκλησία, την καθαρίζει, τη στολίζει, τη λούζει. «Ήθελε έτσι να την εξαγιάσει, καθαρίζοντάς την με το λουτρό του βαπτίσματος και με το λόγο, ώστε να την έχει ως νύφη την Εκκλησία με όλη της τη λαμπρότητα, την καθαρότητα και αγιότητα, χωρίς ψεγάδι, η ελάττωμα, η κάτι παρόμοιο» (Εφ. 5, 26-27). Με το υδάτινο λουτρό του βαπτίσματος την καθαρίζει. Αλλά «και με το λόγο», λέει. Με ποιό; Με το «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Και όχι μόνο τη στόλισε, αλλά και τη δόξασε, την έκανε λαμπρή, «χωρίς ψεγάδι η ελάττωμα η κάτι παρόμοιο». 

Κι εμείς, λοιπόν, αυτή την ωραιότητα ας επιζητάμε. Και αν την επιζητούμε, θα μπορέσουμε να την αποκτήσουμε. Γι’ αυτό μη ζητάς από τη γυναίκα αυτά που δεν είναι δικά της. Βλέπεις, ότι όλα από τον Κύριο τα πήρε η Εκκλησία. Απ' Αυτόν έγινε ένδοξη και λαμπρή. Μη νιώσεις αποστροφή για τη γυναίκα, επειδή έτυχε να μην είναι όμορφη. Άκουσε τι λέει η Γραφή: “Η μέλισσα είναι τόσο μικρή ανάμεσα στα φτερωτά, μα ο καρπός της είναι τόσο γλυκός!” (Σοφ. Σειρ. 11, 3). 

Θεού πλάσμα είναι η γυναίκα. Με την αποστροφή σου δεν προσβάλλεις εκείνην, αλλά το Δημιουργό της. Τι δικό της έχει; Ο Κύριος δεν της τα έδωσε όλα; Μα και την όμορφη γυναίκα μην την παινέψεις, μην την θαυμάσεις. Ο θαυμασμός της μιας και η περιφρόνηση της άλλης δείχνουν άνθρωπο ακόλαστο. Την ομορφιά της ψυχής να ζητάς και το Νυμφίο της Εκκλησίας να μιμείσαι. Η σωματική ομορφιά, πέρα από το ότι είναι γεμάτη αλαζονεία, προκαλεί ζήλεια, πολλές φορές μάλιστα και αβάσιμες υποψίες. Δεν χαρίζει, όμως ηδονή; Για λίγο, ναι· για ένα μήνα η δύο, η το πολύ για ένα χρόνο ύστερα, όχι πια. Γιατί, λόγω της συνήθειας, δεν σου κάνει πια αίσθηση η ομορφιά, η οποία όμως διατηρεί την αλαζονεία της. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση μιας γυναίκας που δεν έχει εξωτερική ομορφιά, έχει όμως εσωτερική. Εκεί είναι φυσικό η ηδονή και η αγάπη του συζύγου να παραμένουν απ’ την αρχή ως το τέλος αμείωτες, γιατί προέρχονται από ομορφιά ψυχής και όχι σώματος... 

Υπάρχει τίποτα ωραιότερο από τ’ αστέρια τ’ ουρανού; Σώμα τόσο λευκό δεν μπορείς να μου βρεις. Μάτια τόσο λαμπερά δεν μπορείς να μου δείξεις. Όταν δημιούργησε ο Θεός τ’ αστέρια, οι άγγελοι τα θαύμασαν γεμάτοι έκπληξη. Κι εμείς τώρα τα θαυμάζουμε, όχι όμως τόσο πολύ, όσο όταν τα πρωτοείδαμε. Αυτό κάνει η συνήθεια. Ελαττώνει την έκπληξη, τώρα πόσο περισσότερο ισχύει αυτό στην περίπτωση της γυναίκας. Αν μάλιστα τύχει να τη βρει και κάποια αρρώστια, αμέσως χάθηκαν όλα. Να γιατί από τη γυναίκα πρέπει να ζητάμε καλοσύνη, μετριοφροσύνη, ευθύτητα και ειλικρίνεια. Αυτά είναι τα γνωρίσματα της ψυχικής ομορφιάς. Σωματική ομορφιά να μη ζητάμε. Δεν βλέπετε τόσους και τόσους, που πήραν ωραίες γυναίκες, πως κατέστρεψαν τη ζωή τους αξιοθρήνητα; Και δεν βλέπετε άλλους, που, χωρίς να έχουν ωραίες γυναίκες, έζησαν πολύ ευτυχισμένα; 

Ούτε, όμως και για πλούσια γυναίκα να ψάχνουμε. Κανένας ας μην περιμένει να γίνει πλούσιος με το γάμο. Αισχρός και αξιοκαταφρόνητος είναι ένας τέτοιος πλουτισμός. Επιπλέον, όπως λέει ο απόστολος, “όσοι θέλουν να πλουτίσουν, πέφτουν σε πειρασμό, σε παγίδα του διαβόλου και σε πολλές επιθυμίες ανόητες και βλαβερές, που βυθίζουν τους ανθρώπους στην καταστροφή και στο χαμό” (Α  Τιμ. 6, 9). Από τη γυναίκα, λοιπόν, μη ζητάς λεφτά, αλλά αρετές. Είναι δυνατό ν’ αδιαφορείς για τα σπουδαιότερα και να φροντίζεις για τα ασήμαντα; 

Δυστυχώς, όμως σε όλα αυτό κάνουμε. Αν αποκτήσουμε παιδί, νοιαζόμαστε όχι για το πως θα γίνει καλός άνθρωπος, αλλά για το πως θα του εξασφαλίσουμε πλούτη· όχι για το πως θ’ αποκτήσει καλούς τρόπους, αλλά για το πως θα έχει πολλούς πόρους. Στο επάγγελμά μας, δεν κοιτάμε πως θα το ασκήσουμε τίμια, αλλά πως θα μας φέρει μεγάλα κέρδη. Όλα, λοιπόν, γίνονται για τα λεφτά. Μας έχει κυριέψει ο έρωτας του χρήματος, γι’ αυτό οδηγούμαστε στην καταστροφή. 

“Έτσι”, συνεχίζει ο απόστολος, “και οι άνδρες οφείλουν ν’ αγαπούν τις γυναίκες τους, όπως αγαπούν το ίδιο τους το σώμα. Όποιος αγαπάει τη γυναίκα του, αγαπάει τον εαυτό του. Κανείς ποτέ δεν μίσησε το ίδιο του το σώμα, άλλ’ αντίθετα το τρέφει και το φροντίζει· έτσι κάνει και ο Κύριος για την Εκκλησία, γιατί όλοι είμαστε μέλη του σώματός Του από τη σάρκα Του και τα οστά Του” (Εφ. 5, 28-30). Τι εννοεί μ’ αυτά τα λόγια; Μας προβάλλει πιο δυνατή εικόνα, πιο ζωηρό παράδειγμα. Συνάμα μας οδηγεί πιο κοντά και πιο ξεκάθαρα σ’ ένα ακόμα καθήκον. Για να μην πει κανείς ότι “Εκείνος Θεός ήταν και τον εαυτό Του παρέδωσε”, γι’ αυτό ο Παύλος λέει: “Έτσι και οι άνδρες οφείλουν...”. Δεν πρόκειται δηλαδή για χάρισμα, για δώρο, αλλά για οφειλή, για χρέος. Αφού είπε, “όπως αγαπούν το ίδιο τους το σώμα”, προσθέτει: Γιατί “κανείς ποτέ δεν μίσησε το ίδιο του το σώμα, αλλ’ αντίθετα το τρέφει και το φροντίζει”. Και πως είναι δικό του σώμα; Διαβάζουμε στη Γένεση, πως, όταν ο Αδάμ ξύπνησε και είδε τη γυναίκα, που έκανε ο Θεός από την πλευρά του, είπε: “Αυτό το πλάσμα είναι οστό από τα οστά μου και σάρκα από τη σάρκα μου” (Γεν. 2, 23). Όπως, λοιπόν, ο Κύριος φροντίζει στοργικά την Εκκλησία, δηλαδή όλους εμάς, γιατί είμαστε μέλη Του, σάρκα Του και οστά Του- και αυτό το γνωρίζετε καλά όσοι συμμετέχετε στα ιερά μυστήρια-, έτσι και ο άνδρας οφείλει να φροντίζει στοργικά τη γυναίκα του, γιατί δημιουργήθηκε απ' αυτόν, είναι κομμάτι του σώματός του. 

“Γι’ αυτό”, λέει η Γραφή, “θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του, για να ζήσει μαζί με τη γυναίκα του καί (με τη συζυγία) θα γίνουν οι δυό τους μια σάρκα”, ένα σώμα, ένας άνθρωπος (Γεν. 2, 24  Ἐφ. 5, 31). Να και τρίτος λόγος. Δείχνει δηλαδή ότι, αφού εγκαταλείψει ο άνδρας εκείνους που τον γέννησαν, δένεται μ’ εκείνην. Από δω κι εμπρός η σάρκα, ο πατέρας και η μητέρα, δημιουργεί το παιδί, που γεννιέται από την ένωση των σπερμάτων τους. Ώστε και οι τρεις είναι μια σάρκα, όπως κι εμείς με το Χριστό είμαστε μια σάρκα, ένα σώμα. 

Όση, λοιπόν, αγάπη έχεις στον εαυτό σου, τόση αγάπη θέλει ο Θεός να έχεις και στη γυναίκα σου. Δεν βλέπεις ότι και στο σώμα μας πολλές ατέλειες η ελλείψεις έχουμε; Ο ένας έχει πόδια στραβά, ο άλλος τα χέρια παράλυτα, ο τρίτος κάποιο άλλο μέλος άρρωστο κ.ο.κ. Και όμως, δεν το κακομεταχειρίζεται ούτε το κόβει· απεναντίας μάλιστα, το φροντίζει και το περιποιείται περισσότερο απ’ όσο τα υγιή μέλη του, και ο λόγος είναι ευνόητος. 

Όσο αγαπάς, λοιπόν, τον εαυτό σου, τόσο ν’ αγαπάς και τη γυναίκα σου. Όχι μόνο γιατί ο άνδρας και η γυναίκα έχουν την ίδια φύση, αλλά και για μιαν άλλη σπουδαιότερη αιτία:
Γιατί δεν είναι πια δύο ξεχωριστά σώματα, αλλά ένα· και ο άνδρας είναι το κεφάλι, ενώ η γυναίκα το σώμα. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος σε άλλη επιστολή του, “κεφαλή του κάθε άνδρα είναι ο Χριστός, κεφαλή της γυναίκας είναι ο άνδρας και κεφαλή του Χριστού είναι ο Θεός” (Α’ Κορ. 11, 3). Πως όμως λέει, ότι “κεφαλή του Χριστού είναι ο Θεός”; Αυτό λέω κι εγώ, ότι, όπως εμείς είμαστε ένα σώμα, έτσι είναι ένα ο Χριστός και ο Πατέρας.Επομένως και ο Πατέρας είναι κεφαλή μας. 

Δύο παραδείγματα μας φέρνει, ένα του σώματος και ένα του Χριστού. Γι’ αυτό και προσθέτει: “Σ’ αυτά τα λόγια”- δηλαδή στο ότι θα γίνουν οι δύο, ο άνδρας και η γυναίκα, μια σάρκα - “κρύβεται ένα μεγάλο μυστήριο, που εγώ σας λέω ότι αναφέρεται στη σχέση Χριστού και Εκκλησίας” (Εφ. 5, 32). Αναφέρεται στη σχέση Χριστού και Εκκλησίας, γιατί κι Εκείνος άφησε τον Πατέρα Του, φανερώθηκε ως άνθρωπος στη γη, ενώθηκε με τη νύφη - Εκκλησία, δηλαδή μ’ εμάς, κι έγινε ένα πνεύμα μαζί της - μαζί μας, αφού “όποιος συνδέεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα μαζί Του” (Α  Κόρ. 6, 17). Και είναι μυστήριο μεγάλο, γιατί ο άνθρωπος τον πατέρα του, που τον γέννησε και τον ανέθρεψε, τη μάνα του, που με φοβερούς πόνους τον έφερε στον κόσμο, τους γόνεις του, που τόσο τον ευεργέτησαν και για τόσα χρόνια τον προστάτεψαν, αυτούς τους εγκαταλείπει. Και τι κάνει; Συνδέεται με μια γυναίκα που λίγο πρωτύτερα του ήταν άγνωστη, που δεν είχε τίποτα κοινό μ’ αυτόν. Μυστήριο, πραγματικά! Και οι γονείς όχι μόνο δεν λυπούνται που γίνεται κάτι τέτοιο, αλλά και ευχαριστιούνται και χρήματα ξοδεύουν πρόθυμα για το γάμο. Μυστήριο, και μάλιστα μεγάλο! Μυστήριο ανεξιχνίαστο! Το προφήτεψε ο Μωυσής στη Γένεση (2, 23-25). Το διακηρύσει και τώρα μεγαλόφωνα ο Παύλος, λέγοντας ότι αναφέρεται στη σχέση Χριστού και Εκκλησίας. 

«Αλλά κι εσείς, ο καθένας ν’ αγαπάει τη γυναίκα του όπως αγαπάει τον εαυτό του, και η γυναίκα να σέβεται τον άνδρα της” (Εφ. 5, 33). Δεν εισηγείται μόνο αγάπη, αλλά και σεβασμό. Υπαρχηγός του σπιτιού και της οικογενείας είναι η γυναίκα. Δεν πρέπει, λοιπόν, να ζητάει ισοτιμία με τον αρχηγό, τον άνδρα, αφού είναι κάτω από την κεφαλή. 

Αλλά και ο άνδρας δεν πρέπει να περιφρονεί τη γυναίκα επειδή του υποτάσσεται, γιατί αυτή είναι σώμα· και αν η κεφαλή περιφρονεί το σώμα, θα καταστραφεί και εκείνη μαζί μ’ αυτό. Γι’ αυτό ο άνδρας πρέπει να προσφέρει στη γυναίκα την αγάπη του σαν αντίδωρο της υποταγής της. Και το κεφάλι είναι απαραίτητο και το σώμα. Το σώμα θέτει στην υπηρεσία του κεφαλιού τα χέρια, τα πόδια και όλα τα άλλα μέλη του, ενώ το κεφάλι φροντίζει και προσέχει το σώμα. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από τη συζυγία και συνεργασία αυτού του είδους: Σεβασμός από τη γυναίκα, αγάπη από τον άνδρα. Βέβαια, η γυναίκα που σέβεται τον άνδρα της, τον αγαπά κιόλας. Τον σέβεται σαν κεφαλή και τον αγαπά σαν μέλος, αφού και η κεφαλή μέλος του σώματος είναι. 

Έτσι, λοιπόν, ο Θεός όρισε να υποτάσσεται η γυναίκα στον άνδρα, για να υπάρχει ειρήνη και ομόνοια μεταξύ τους. Γιατί δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει ειρήνη, όπου υπάρχει πολυαρχία. Ένας πρέπει να είναι ο αρχηγός. Αυτό το παρατηρούμε παντού. Όπου πάντως, υπάρχουν άνθρωποι πνευματικοί, εκεί υπάρχει και ειρήνη. Για παράδειγμα, οι πρώτοι χριστιανοί των Ιεροσολύμων ήταν πέντε χιλιάδες άνθρωποι, μα είχαν μια καρδιά και μια ψυχή. Και κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά ο ένας υποτασσόταν στον άλλο. Αυτό δείχνει σύνεση και θεοσέβεια. 

Πρόσεξε, όμως, ότι ο απόστολος επιμένει πιο πολύ στην αγάπη παρά στο σεβασμό. Είναι φυσικό. Γιατί όταν υπάρχει αγάπη ανάμεσα στους συζύγους, για όλα τα προβλήματα βρίσκονται λύσεις. Ο άνδρας που αγαπάει τη γυναίκα του, κι αν ακόμη αυτή είναι ατίθαση, θα την υπομείνει. Συζυγική ομόνοια χωρίς συζυγική αγάπη δεν μπορεί να επιτευχθεί. 

Και ενώ, με την πρώτη ματιά, η θέση της γυναίκας φαίνεται μειονεκτική, γιατί προστάχθηκε να δείχνει σεβασμό στον άνδρα, στην πραγματικότητα η θέση της είναι πλεονεκτική, γιατί ο άνδρας προστάχθηκε να έχει το σπουδαιότερο, την αγάπη. 

Τι πρέπει να γίνει, όμως, αν η γυναίκα δεν σέβεται τον άνδρα; Και σε μια τέτοια περίπτωση, αυτός έχει καθήκον να την αγαπά. Αν οι άλλοι δεν κάνουν το καθήκον τους, εμείς πρέπει να το κάνουμε, Λέει, λ.χ., “να υποτάσσεστε ο ένας στον άλλο με φόβο Χριστού” (Εφ. 5, 21). Η εντολή αφορά και τους δύο. Τι σημασία έχει, λοιπόν, αν ο ένας δεν υποτάσσεται; Εσύ να υπακούσεις στο νόμο του Θεού. Η γυναίκα, και αν δεν την αγαπάει ο άνδρας της, οφείλει να τον σέβεται, για να μην παραβαίνει το καθήκον της. Ο άνδρας πάλι, και αν δεν τον σέβεται η γυναίκα του, οφείλει να την αγαπάει, για να μην παραβαίνει το δικό του καθήκον. Και όταν ο καθένας κάνει το καθήκον του, τότε ο γάμος τους είναι χριστιανικός, είναι πνευματικός, όχι σαρκικός. 

Έχε, πάντως, υπόψη σου εσύ, ο άνδρας, πως, όταν ο απόστολος προστάζει τη σύζυγό σου να σου δείχνει σεβασμό, εννοεί το σεβασμό που ταιριάζει σε ελεύθερη γυναίκα, όχι σε δούλα. Το είπαμε, σώμα δικό σου είναι η γυναίκα. Αν θέλεις να έχει σεβασμό δουλικό, τότε το σώμα σου ατιμάζεις και τον εαυτό σου προσβάλεις. Ποιο είναι, λοιπόν, το περιεχόμενο του σεβασμού αυτού; Να μη σου αντιμιλάει, να μην είναι επαναστατική, να μη θέλει να έχει την πρωτιά στο σπίτι. Είναι αρκετό να περιορίζεται σ’ αυτά ο σεβασμός της. Αν εσύ την αγαπάς, όπως έχεις εντολή από το Θεό, περισσότερα θα κατορθώσεις. Γιατί το γυναικείο φύλο είναι κάπως πιο ασθενικό και έχει ανάγκη από βοήθεια, συγκατάβαση, στοργή, φροντίδα. Όλα να της τα προσφέρεις, όλα να τα κάνεις για χάρη της, ακόμα και σε ταλαιπωρίες να υποβάλλεσαι. 

Υπαρχηγός του σπιτιού είναι η γυναίκα. Έχει και αυτή εξουσία ανάλογη μ’ εκείνη του άνδρα. Ο άνδρας, όμως έχει κάτι περισσότερο, που είναι σωτήριο για την οικογένεια. Πήρε δηλαδή το αξίωμα να είναι κεφαλή του σώματος. Όπως ο Χριστός της Εκκλησίας, όχι μόνο για ν’ αγαπά και να φροντίζει τη γυναίκα, αλλά και για να την καθοδηγεί στο καλό, “ώστε να την έχει”, λέει, “με όλη της την καθαρότητα και αγιότητα” (Εφ. 5, 27). Και αν αυτός συντελέσει στο ν’ αποκτήσει η γυναίκα καθαρότητα και αγιότητα, όλα τ’ άλλα θα έρθουν μόνα τους. Αν ζητάει τα θεία, τα ανθρώπινα θ’ ακολουθήσουν πολύ εύκολα, και στο σπίτι θα επικρατήσουν η τάξη, η ειρήνη, η ευσέβεια. 

Ο απόστολος, λοιπόν, είπε πως είναι δυνατό να τακτοποιηθούν καλά τα συζυγικά ζητήματα, προτρέποντας τον άνδρα ν’ αγαπάει τη γυναίκα και τη γυναίκα να σέβεται τον άνδρα. Δεν εξήγησε, όμως με ποιόν τρόπο θα πραγματοποιηθεί αυτό. Θα σας εξηγήσω εγώ: Περιφρονώντας τα χρήματα, αποβλέποντας στην αρετή της ψυχής και έχοντας φόβο Θεού. 

«Ο,τι θα κάνει κανείς, καλό η κακό, θ’ ανταμειφθεί ανάλογα από τον Κύριο» (πρβλ. Εφ. 6, 8). Όχι, λοιπόν, για χάρη της αλλά για χάρη του Χριστού και υπακούοντας σ’ Αυτόν ν’ αγαπάς τη γυναίκα σου. Αν σκέφτεσαι έτσι, πειρασμός η διχόνοια δεν θα ξεφυτρώσει ανάμεσά σας. Κανέναν να μην πιστεύει η γυναίκα, όταν της κατηγορεί τον άνδρα της. Μα και η ίδια δεν πρέπει καχύποπτα να παρακολουθεί που μπαίνει και από που βγαίνει ο σύντροφός της. Ο άνδρας, επίσης, δεν πρέπει να δέχεται συκοφαντίες για τη γυναίκα του, ούτε όμως και με τη δική του συμπεριφορά να της γεννάει υποψίες. Γιατί, άνθρωπέ μου, γυρίζεις από δω κι από κει όλη μέρα και μαζεύεσαι στο σπίτι σου μόνο το βράδυ, χωρίς μάλιστα να δίνεις ικανοποιητικές εξηγήσεις στη γυναίκα σου; Αν σου κάνει παράπονα, να μη σου κακοφαίνεται. Τα παράπονά της δείχνουν αγάπη, όχι θράσος και ψυχρότητα. Και η αγάπη της για σένα την κάνει να φοβάται. Φοβάται μήπως κάποια άλλη σε αρπάξει απ’ αυτήν, μήπως της πάρει ο,τι πιο πολύτιμο έχει, μήπως της κόψει τον συζυγικό δεσμό. Οφείλεις, λοιπόν, να κάνεις ο,τι μπορείς για να μην πικραίνεις τη γυναίκα σου. 

Αλλά και η γυναίκα δεν πρέπει να περιφρονεί τον άνδρα της για οποιονδήποτε λόγο, προπαντός αν είναι φτωχός. Να μη βαρυγκωμάει και να μην βρίζει λέγοντας λ.χ.: “Άνανδρε και δειλέ, τεμπέλη και ακαμάτη, ανέμελε και υπναρά! Ο τάδε, αν και καταγόταν από φτωχή οικογένεια, με πολλούς κόπους και κινδύνους έκανε μεγάλη περιουσία. Και να, η γυναίκα του φοράει πανάκριβα ρούχα, κυκλοφορεί με αμάξι, έχει τόσους υπηρέτες, ενώ εγώ πήρα εσένα, που είσαι ζαρωμένος από τη φτώχεια και ζεις άσκοπα!”. Δεν πρέπει η γυναίκα να λέει στον άνδρα της τέτοια λόγια. Το σώμα δεν εναντιώνεται στο κεφάλι, αλλά το υπακούει. Πως, όμως, θα υποφέρει τη φτώχεια; Από που θα βρει παρηγοριά; Ας σκεφτεί τις φτωχότερες γυναίκες. Ας συλλογιστεί πόσες κοπέλες από καλές οικογένειες όχι μόνο τίποτα δεν πήραν από τους άνδρες τους, αλλά και ξόδεψαν τη δική τους περιουσία γι’ αυτούς. Ας αναλογιστεί τους κινδύνους από έναν τέτοιο πλούτο, και θα προτιμήσει τότε τη φτωχική αλλά ήσυχη ζωή. Γενικά, αν αγαπάει τον άνδρα της, δεν θα ξεστομίσει ποτέ παράπονο η προσβλητικό λόγο γι’ αυτόν. Θα προτιμήσει να τον έχει κοντά της χωρίς πλούτη, παρά να είναι πλούσιος, και αυτή να ζει μέσα στην ανασφάλεια και τις ανησυχίες, που συνεπάγονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες. 

Ούτε και ο άνδρας, όμως ακούγοντας τα παράπονα η τις επικρίσεις της γυναίκας του, πρέπει να τη βρίζει η να τη χτυπάει, επειδή έχει εξουσία πάνω της. Καλύτερα να τη συμβουλεύει και να τη νουθετεί ήρεμα, χωρίς ποτέ να σηκώνει χέρι εναντίον της. Ας τη διδάσκει την ουράνια φιλοσοφία, τη χριστιανική, που είναι ο αληθινός πλούτος. Ας τη διδάσκει όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τα έργα, πως η φτώχεια δεν είναι καθόλου κακό. Ας τη διδάσκει να περιφρονεί τη δόξα και ν’ αγαπά την ταπείνωση· και τότε εκείνη ούτε παράπονο θα έχει, ούτε χρήματα θα επιθυμεί. Ας τη διδάσκει να μην αγαπάει τα χρυσά κοσμήματα και τα πολυτελή ρούχα και τα πολλά αρώματα, ούτε να θέλει για το σπίτι ακριβά έπιπλα και περιττά στολίδια. Όλα τούτα φανερώνουν ματαιόδοξο φρόνημα και κουφότητα. Και της ίδιας και του σπιτιού στολισμός ας είναι η κοσμιότητα και η σεμνότητα. Και η ίδια και το σπίτι ας μοσχοβολάνε το άρωμα της σωφροσύνης και της αρετής. 

Λοιπόν, τελείωσε η γιορτή του γάμου; Έφυγαν οι καλεσμένοι; Έμεινες μόνος με τη νύφη, τη σύζυγό σου; Μην πετάξεις αμέσως από πάνω σου τη σοβαρότητα, όπως κάνουν οι ακόλαστοι άνδρες. Διατήρησέ την για πολύ καιρό, και μεγάλο κέρδος θα έχεις. Τώρα, στο πρώτο διάστημα του γάμου, πριν ‘παραγνωριστείτε’ και αποκτήσετε ελευθεριότητα στις σχέσεις σας, όταν ακόμα η γυναίκα είναι συγκρατημένη από κάποια ντροπαλότητα και συστολή, είναι η καλύτερη ευκαιρία για να τη φέρεις στα νερά σου και να της επιβάλεις, καλότροπα και συνετά, τις αρχές σου. Γιατί όταν η γυναίκα ξεθαρρέψει, τα κάνει όλα άνω κάτω. Καλό θα είναι, λοιπόν, να διατηρήσεις την αιδημοσύνη της όσο μπορείς περισσότερο. Και πως θα το κατορθώσεις αυτό; Όταν κι εσύ δείχνεις ότι δεν έχεις λιγότερη συστολή απ’ αυτήν· όταν είσαι λιγόλογος, σοβαρός, λογικός. Έτσι θα σε ακούσει και θα δεχθεί θέλοντας και μη, όσα θα της πεις. Μα πιο πρόθυμα θα τα δεχθεί, αν της φανερώσεις πλούσια την αγάπη σου· γιατί τίποτ’ άλλο δεν συντελεί τόσο στο να πειστεί ένας άνθρωπος στα λόγιά μας, όσο το να καταλάβει ότι του τα λέμε με αγάπη και από αγάπη. 

Και πως θα της δείξεις την αγάπη σου; Αν της πεις λ.χ.: «Δεν θέλησα να πάρω άλλη γυναίκα, και μάλιστα πλουσιοκόρη η αρχοντοπούλα. Προτίμησα εσένα για τον καλό σου χαρακτήρα, τη σεμνότητα, την πραότητα, τη σωφροσύνη. Γιατί έχω μάθει να περιφρονώ τον πλούτο σαν κάτι τιποτένιο, κάτι που αποκτούν οι ληστές, οι ανήθικοι και οι απατεώνες. Εμένα με σαγήνεψε η αρετή της ψυχής σου, που την προτιμώ από κάθε πλούτο. Ένα συνετό κορίτσι, που ζει με ευσέβεια, αξίζει όσο όλη η οικουμένη. Γι’ αυτό σ’ αγάπησα, σ’ αγαπώ και πάνω απ’ τη ζωή μου σε βάζω. Τίποτα δεν είναι η παρούσα ζωή. Προσεύχομαι, λοιπόν, και παρακαλώ τον Θεό και κάνω ο,τι μπορώ για ν’ αξιωθούμε τη ζωή μας έτσι να την περάσουμε, ώστε και στη Βασιλεία των Ουρανών να είμαστε μαζί. Γιατί η παρούσα ζωή και σύντομη και προσωρινή είναι· αν όμως αξιωθούμε να την περάσουμε ευαρεστώντας το Θεό, και μαζί και με το Χριστό θα είμαστε αιώνια, μέσα σε απερίγραπτη ευφροσύνη. Εγώ πάνω απ’ όλα βάζω την αγάπή μου για σένα, και τίποτα δεν θα μου είναι τόσο δυσάρεστο και βαρύ όσο το να τα χάσω και πάμφτωχος να γίνω και σε μεγάλο κίνδυνο να βρεθώ και ο,τιδήποτε να πάθω, όλα υποφερτά και ανεκτά θα μου είναι, φτάνει οι σχέσεις μου μαζί σου να είναι καλές. Είναι, όμως ανάγκη να κάνεις κι εσύ τα ίδια. Ο Θεός θέλει να είμαστε δεμένοι αμοιβαία και αδιάσπαστα με το δεσμό της αγάπης. Άκου τι λέει η Γραφή: “Θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του, για να ζήσει μαζί με τη γυναίκα του”. Ας μην έχουμε, λοιπόν, καμιά μικρόψυχη πρόφαση. Δεν πάν’ να χαθούν τα χρήματα, οι υπηρέτες και οι τιμές! Εγώ πάνω απ’ όλα βάζω την αγάπη μου για σένα».

Από πόσα πλούτη, από πόσους θησαυρούς δεν θα είναι ποθεινότερα τα λόγια τούτα στη γυναίκα! Να της λες ότι την αγαπάς, χωρίς να φοβάσαι μήπως κάποτε το πάρει πάνω της και το εκμεταλλευθεί. Οι άσεμνες γυναίκες, που πηγαίνουν με τον ένα και με τον άλλο είναι φυσικό να το παίρνουν επάνω τους με τέτοια λόγια. Μία καλή κοπέλα, όμως όχι μόνο δεν θα ξιπαστεί, αλλά και θα ταπεινωθεί. 

Δείξε μάλιστα ότι σου αρέσει πολύ να μένεις μαζί της, ότι προτιμάς να μένεις στο σπίτι για χάρη της, παρά να βρίσκεσαι με τους φίλους σου. Να την τιμάς περισσότερο από τους φίλους σου, περισσότερο ακόμα κι από τα παιδιά σας. Και αυτά για χάρη της να τ’ αγαπάς.  Αν κάνει κάτι καλό, να την παινεύεις και να την θαυμάζεις.  Αν πέσει σε κάποιο σφάλμα, να τη συμβουλεύεις και να τη διορθώνεις με καλό τρόπο.

Προσευχές κοινές να κάνετε. Στο ναό να εκκλησιάζεστε και οι δύο.  Αν τύχει να σας βρει φτώχεια, θύμισε στη γυναίκα σου πως οι κορυφαίοι άγιοι απόστολοι Πέτρος και Παύλος, που είναι ανώτεροι απ’ όλους τους βασιλιάδες και τους πλουσίους, πέρασαν τη ζωή τους με πείνα και δίψα. Δίδαξε την, ότι καμιά συμφορά του βίου δεν είναι φοβερή, παρά μόνο η εναντίωση στο Θεό και το θέλημά Του. 

Αν έτσι πορεύεσαι στο γάμο σου και τέτοια διδάσκεις τη γυναίκα σου, δεν θα είσαι κατώτερος από έναν μοναχό. Και αν θέλεις να προσφέρεις γεύματα και να κάνεις συμπόσια, μην καλέσεις άνθρωπο άσεμνο και ανήθικο. Βρες έναν άγιο φτωχό, που, μπαίνοντας στο σπίτι σου, θα φέρει μέσα όλη την ευλογία του Θεού, και αυτόν κάλεσε. 

Να πω και κάτι άλλο; Κανείς ας μην κάνει το λάθος να πάρει γυναίκα πλουσιότερη απ’ αυτόν. Φτωχότερη να πάρει. Γιατί η πλουσιότερη, μπαίνοντας στο σπίτι, θα δημιουργήσει δυσάρεστες συνθήκες. Με τον αέρα του πλούτου της, θα μιλάει άσχημα, θα απαιτεί πολλά, θα σπαταλάει άσκοπα. Κι αν τολμήσει ο άνδρας της να της πει καμιά κουβέντα, θα του απαντήσει με αναίδεια: “Δεν ξοδεύω από τα δικά σου, αλλ’ από τα δικά μου!”.

Τι λες, κυρά μου; Τα δικά σου; Ποια δικά σου; Υπάρχει πιο αισχρός λόγος απ’ αυτόν; Τώρα, που παντρεύτηκες, δεν έχεις σώμα δικό σου, και έχεις χρήματα δικά σου; Μια σάρκα, ένας άνθρωπος έχετε γίνει με το γάμο εσύ και ο άνδρας σου, και λες ακόμα “τα δικά μου”; Τον καταραμένο και απαίσιο αυτό λόγο τον έβαλε ο διάβολος στον κόσμο. Όλα όσα είναι αναγκαία στη ζωή, μας τα έκανε κοινά ο Θεός. Κανείς δεν μπορεί να πει “το δικό μου φως”, ο δικός μου ήλιος”, “το δικό μου νερό”. Όλα είναι κοινά, και τα χρήματα να μην είναι κοινά; Αχ, αυτή η φιλαργυρία! Να χαθούν χίλιες φορές τα χρήματα· η μάλλον όχι τα χρήματα, αλλά η νοοτροπία εκείνων που δεν ξέρουν να τα μεταχειριστούν σωστά τα χρήματα και τα προτιμούν απ’ όλα τ’ άλλα πράγματα. 

Και αυτά να διδάσκεις τη γυναίκα σου, με πολλή όμως χάρη. Αυτή καθεαυτή η συμβουλή για την αρετή είναι βαριά και δύσπεπτη, γι’ αυτό πρέπει να δίνεται με τρόπο ευχάριστο. Τούτο πάνω απ’ όλα να ξεριζώσεις από την ψυχή της, το “δικό μου” και το “δικό σου”. Κι αν ποτέ σου πει, “τα δικά μου”, απάντησέ της: Ποια είναι τα δικά σου; Γιατί δεν τα ξέρω. Εγώ τίποτα δεν έχω δικό μου. Πως, λοιπόν, λες “τα δικά μου”, αφού όλα είναι δικά σου;”. Χάρισέ της τα όλα. Αυτό δεν κάνουμε και με τα παιδιά; Όταν αρπάξουν κάτι που κρατάμε και μετά θελήσουν να πάρουν και άλλο, τους λέμε με συγκατάβαση: “Ναι, και τούτο δικό σου είναι και εκείνο δικό σου είναι”. Έτσι να κάνεις και στην περίπτωση της γυναίκας, γιατί έχει μυαλό παιδιάστικο. Σου είπε, “τα δικά μου”; Πες της, “όλα δικά σου είναι, και εγώ δικός σου”. Δεν είναι λόγια κολακευτικά, αλλά λόγια συνετά. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσεις να χαλαρώσεις το θυμό της και να σβήσεις την αθυμία της. Λέγε της, λοιπόν: “Κι εγώ δικός σου!”. 

Αυτό, άλλωστε, το άφησε και σαν εντολή ο απόστολος Παύλος: “Ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του ο ίδιος, αλλά η γυναίκα του” (Α Κορ. 7, 4). Αν δεν εξουσιάζω το σώμα μου εγώ, αλλά εσύ, πολύ περισσότερο δεν είμαι κύριος των χρημάτων. Αυτά λέγοντας, την ηρέμησες, δούλα σου την έκανες, σφιχτά την έδεσες, μα και το διάβολο ντρόπιασες. 

Και ποτέ να μην της μιλάς στεγνά και με ψυχρότητα, αλλά με τρόπο γλυκό, με τιμή και με πολλή αγάπη. Αν την τιμάς εσύ, δεν θα έχει ανάγκη από την τιμή των άλλων. Να τη βάζεις πάνω απ’ όλους, να την καλοπιάνεις, να την παινεύεις. Έτσι δεν θα προσέχει παρά μόνο εσένα. Βάλε στην ψυχή της το φόβο του Θεού, και όλα τ’ άλλα θα τρέξουν άφθονα σαν από πηγή. Το σπίτι θα γεμίσει με αναρίθμητα αγαθά. Όταν ζητάτε τα άφθαρτα, θα σας έρθουν και τα φθαρτά. “Ζητάτε πρώτα απ’ όλα τη Βασιλεία του Θεού, και όλα αυτά θ’ ακολουθήσουν” (Ματθ. 6, 33). 

Αν έτσι ζείτε, και παιδιά καλά θ’ αποκτήσετε και ευάρεστοι στο Θεό θα γίνετε και τα αιώνια αγαθά θα κληρονομήσετε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας.

Τέλος και τω Θεώ δόξα! 

Από το βιβλίο «ΘΕΜΑΤΑ ΖΩΗΣ»
Ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ