ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ- ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ, ΤΗΝ ΨΗΛΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ!

 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή του Θωμά: Για την εμφάνιση του αναστημένου Κυρίου στους μαθητές,
την ψηλάφηση του Θωμά και τον σκοπό της συγγραφής του Ευαγγελίου 

(Ιω.20, 19-31)
[Υπομνηματισμός των εδαφίων Ιω. 20, 19-23]

«Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται (: όταν λοιπόν βράδιασε την ημέρα εκείνη, την πρώτη της εβδομάδος, κι ενώ οι μαθητές ήταν μαζεμένοι σε ένα σπίτι και είχαν τις θύρες κλειστές επειδή φοβούνταν τους άρχοντες των Ιουδαίων, ήλθε ο Ιησούς και στάθηκε στη μέση και τους είπε: ‘’Ας είναι ειρήνη σε σας’’. Κι αφού το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια Του και την πλευρά Του, για να δουν τα σημάδια των πληγών και να πεισθούν ότι Αυτός ήταν ο Διδάσκαλός τους που σταυρώθηκε. Αφού λοιπόν βεβαιώθηκαν γι’ αυτό με την επίδειξη των ουλών Του, χάρηκαν οι μαθητές που είδαν τον Κύριο. Όταν λοιπόν οι μαθητές ηρέμησαν κάπως από την πρώτη σφοδρή συγκίνηση που αισθάνθηκαν εξαιτίας της μεγάλης τους χαράς, τους είπε πάλι ο Ιησούς σε σχέση με τη μελλοντική τους τώρα κλήση και αποστολή: ‘’Ας είναι ειρήνη σε σας. Όπως με απέστειλε ο Πατέρας μου για το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, έτσι κι εγώ σας στέλνω να συνεχίσετε το ίδιο έργο’’. Κι αφού το είπε αυτό, προκειμένου να τους μεταδώσει την πνοή της νέας ουράνιας ζωής εμφύσησε στα πρόσωπά τους, όπως κάποτε ο Θεός στο πρόσωπο του Αδάμ, και τους είπε: ‘’Λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες κι από τον Θεό. Σε όποιους όμως τις κρατάτε ασυγχώρητες, θα μείνουν για πάντα κρατημένες)».

[…] Ανήγγειλε λοιπόν η Μαρία στους μαθητές και την εμφάνιση του αναστημένου Ιησού ενώπιόν της και τα λόγια που της είπε να τους μεταφέρει, πράγματα δηλαδή που ήσαν αρκετά για να τους παρηγορήσουν. Επειδή λοιπόν όμως ήταν φυσικό οι μαθητές, ακούγοντας αυτά ή να μην πιστέψουν στη γυναίκα ή και αν ακόμη την πίστευαν, να αισθάνονταν θλίψη που δεν αξίωσε αυτούς της εμφανίσεώς Του, αν και βεβαίως είχε υποσχεθεί ότι στη Γαλιλαία θα παρουσιασθεί σε αυτούς, για να μη θλίβονται λοιπόν σκεπτόμενοι αυτά, δεν άφησε ο Κύριος ούτε μία ημέρα να περάσει, αλλά, αφού προκάλεσε σε αυτούς τη σχετική επιθυμία και με το ότι πλέον γνώριζαν την έγερσή Του από τους νεκρούς, και με το ότι είχαν ακούσει αυτό από τη γυναίκα, να θέλουν πάρα πολύ να Τον δουν, καθώς επίσης επειδή ήταν κυριευμένοι από φόβο (πράγμα που κατεξοχήν επαύξανε πάρα πολύ την επιθυμία τους), τότε, ακόμη, ενώ ήταν εσπέρα («οὔσης οὖν ὀψίας», Ιω. 20, 18), παρουσιάστηκε σε αυτούς κατά τρόπο πάρα πολύ θαυμαστό.

Και γιατί άραγε παρουσιάστηκε σε αυτούς κατά την εσπέρα; Διότι τότε κυρίως ήταν φυσικό να κατέχονται από φόβο. Αλλά το απορίας άξιο είναι το εξής: πώς δεν Τον εξέλαβαν ως φάντασμα; Διότι εισήλθε με κλειστές τις θύρες και αμέσως. Κυρίως μάλιστα και η γυναίκα εκ των προτέρων κατέστησε μεγάλη την πίστη τους, αλλά και έπειτα έκανε στους μαθητές ο Κύριος την εμφάνισή Του με τρόπο μεγαλοπρεπή και αθόρυβο. Και δεν παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας, για να είναι όλοι συγκεντρωμένοι· διότι ήταν μεγάλη η έκπληξή τους· καθόσον ούτε τη θύρα έκρουσε, αλλά παρευθύς στάθηκε ανάμεσά τους τελείως αθόρυβα και έδειξε την πλευρά και τα χέρια Του.

Συγχρόνως επίσης και με τη φωνή Του, καθησύχασε την ταλαντευόμενη σκέψη τους, λέγοντας: «Ειρήνη να είναι μαζί σας»· δηλαδή, «μη θορυβείσθε», και τους υπενθύμισε τον λόγο εκείνο που είπε προς αυτούς προ του σταυρού Του: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω (: Φεύγω και σας αφήνω την ειρήνη. Σας δίνω τη δική μου αληθινή και βαθιά ειρήνη, την οποία ήλθα να φέρω στον κόσμο που συνταράζεται από την αμαρτία. Δεν σας δίνω εγώ μια ειρήνη υποκριτική, απατηλή και ασταθή, σαν αυτή που δίνει ο κόσμος. Ας μην ταράζεται η καρδιά σας από εσωτερικούς φόβους κι ας μη δειλιάζει από εξωτερικά φόβητρα και απειλές)» [Ιω. 14, 27]· και επίσης: «ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον (: Σας τα είπα αυτά για να έχετε ειρήνη έχοντας κοινωνία και ένωση μαζί μου. Εφόσον είστε μέσα στον κόσμο, θα έχετε θλίψη. Αλλά έχετε θάρρος. Εγώ έχω νικήσει τον κόσμο. Και με τη νίκη μου αυτή εξασφάλισα και για σας το θρίαμβο και τη δόξα).» [Ιω. 16, 33].

«ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον (: Και τότε οι μαθητές, όταν είδαν τον Κύριο αναστημένο, χάρηκαν)». Βλέπεις ότι τα λόγια γίνονται έργα; Διότι εκείνο που τους έλεγε πριν από τον σταυρό, δηλαδή ότι «πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία, καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν (: Κι εσείς λοιπόν τώρα που με αποχωρίζεσθε έχετε βέβαια λύπη. Θα σας δω όμως πάλι, όχι μόνο όταν μετά την Ανάσταση θα εμφανισθώ σε σας, αλλά κυρίως όταν θα με αισθάνεστε ενωμένο μαζί σας, καθώς θα ζείτε τη νέα ζωή και θα έχετε κοινωνία μαζί μου. Τότε λοιπόν θα χαρεί η καρδιά σας, και τη χαρά σας δεν θα μπορεί κανείς πια να σας την αφαιρέσει, αλλά θα είναι παντοτινή και διαρκής)» [Ιω. 16, 22], αυτό τώρα το πραγματοποίησε. Όλα λοιπόν αυτά οδήγησαν τους μαθητές σε απόλυτη και ακλόνητη πίστη. Επειδή δηλαδή βρίσκονταν σε άσπονδο πόλεμο με τους Ιουδαίους, συνεχώς επαναλαμβάνει το «ειρήνη σε σας», παρέχοντας ως αντιστάθμισμα του πολέμου την παρηγοριά αυτή.

Αυτό τον λόγο, λοιπόν, είπε πρώτο μετά την ανάσταση· (γι’ αυτό και ο Παύλος παντού λέγει: «χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη»)· στις γυναίκες επίσης ο Κύριος αναγγέλλει χαρά (Ματθ. 28, 9: «ὡς δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ (: Καθώς όμως πήγαιναν να τα πουν στους μαθητές Του, ξαφνικά ο Ιησούς τις συνάντησε και είπε: ‘’Χαίρετε’’. Αυτές τότε, αφού πλησίασαν, δεν τόλμησαν να Τον αγγίξουν στο σώμα, αλλά με ευλάβεια πολλή έπιασαν μόνο τα πόδια Του και Τον προσκύνησαν)», διότι το ανθρώπινο αυτό φύλο βρισκόταν μέσα στη λύπη, και αυτή είναι η πρώτη χαρά που δέχτηκαν. Ανάλογα με την περίπτωση λοιπόν, στους μεν άντρες λόγω του πολέμου τους με τους Ιουδαίους αναγγέλλει την ειρήνη, στις δε γυναίκες εξαιτίας της λύπης τους, τη χαρά. Αφού επομένως κατήργησε όλα τα λυπηρά, διακηρύσσει τα κατορθώματα του Σταυρού· αυτά λοιπόν συνίστανται στην ειρήνη.

Αφού λοιπόν κατερρίφθησαν όλα τα εμπόδια, κατέστησε τη νίκη λαμπρή, και είχαν όλα επιτευχθεί, κατόπιν στη συνέχεια λέγει: «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς (: Όταν λοιπόν οι μαθητές ηρέμησαν κάπως από την πρώτη σφοδρή συγκίνηση που αισθάνθηκαν εξαιτίας της μεγάλης τους χαράς, τους είπε πάλι ο Ιησούς σε σχέση με τη μελλοντική τους τώρα κλήση και αποστολή: ‘’Ας είναι ειρήνη σε σας. Όπως με απέστειλε ο Πατέρας μου για το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, έτσι κι εγώ σας στέλνω να συνεχίσετε το ίδιο έργο’’)» [Ιω. 20, 21]. Καμία δυσκολία δεν έχετε· και εξαιτίας των όσων συνέβησαν και λόγω της δικής μου αξίας που σας στέλνω. Εδώ ανορθώνει το φρόνημά τους και δείχνει μεγάλη αξιοπιστία στους λόγους Του, εάν βέβαια επρόκειτο να αναλάβουν το έργο Του.

Και δεν απευθύνεται πλέον παράκληση προς τον Πατέρα, αλλά με αυθεντία δίδει σε αυτούς τη δύναμη· διότι «ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται (: φύσησε στα πρόσωπά τους τη ζωογόνο πνοή της νέας ζωής και τους είπε• “λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όποιους συγχωρείτε τις αμαρτίες, θα είναι συγχωρημένες και από τον Θεό. Σε όποιους όμως τις κρατείτε άλυτες και ασυγχώρητες, θα μείνουν αιωνίως ασυγχώρητες)». Όπως δηλαδή ένας βασιλιάς αποστέλλοντας άρχοντες, δίδει εξουσία σε αυτούς και να οδηγούν ανθρώπους στη φυλακή και να απολύουν, έτσι και Αυτός, αποστέλλοντας αυτούς τούς περιβάλλει με αυτή τη δύναμη.

Πώς λοιπόν λέγει: «ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς (:Αλλά όσο κι αν λυπάστε, βεβαιωθείτε ότι εγώ σας λέω την αλήθεια. Σας συμφέρει να φύγω εγώ. Διότι εάν δεν πεθάνω επάνω στο σταυρό και δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έλθει σε σας. Αν όμως προσφέρω πάνω στο σταυρό την εξιλαστήρια θυσία μου και φύγω από τον κόσμο αυτό για να πάω στον Πατέρα μου, θα σας στείλω τον Παράκλητο)» [Ιω. 16, 7] και τώρα δίνει απευθείας σε αυτούς το Πνεύμα;

Ορισμένοι λέγουν ότι δεν έδωσε σε αυτούς το Πνεύμα, αλλά κατέστησε αυτούς δια του εμφυσήματος κατάλληλους για να υποδεχθούν αυτό. Διότι εάν ο Δανιήλ εξεπλάγη όταν είδε άγγελο [Δαν. 8, 16-17: «καὶ ἤκουσα φωνὴν ἀνδρὸς ἀναμέσον τοῦ Οὐβάλ, καὶ ἐκάλεσε καὶ εἶπε· Γαβριήλ, συνέτισον ἐκεῖνον τὴν ὅρασιν. καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐχόμενος τῆς στάσεώς μου, καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐθαμβήθην, καὶ πίπτω ἐπὶ πρόσωπόν μου, καὶ εἶπε πρός με· σύνες, υἱὲ ἀνθρώπου· ἔτι γὰρ εἰς καιροῦ πέρας ἡ ὅρασις.(: Και άκουσα την φωνή ενός ανδρός, ο οποίος στεκόταν εν μέσω του ποταμού Ουβάλ, η οποία φωνή φώναξε και είπε• “Γαβριήλ, εξήγησε σε αυτόν το όραμα εκείνο”. Αυτός ήλθε και στάθηκε πολύ κοντά μου. Όταν μάλιστα με πλησίασε, εγώ καταλήφθηκα από δέος και θαυμασμό και έπεσα αμέσως πρηνής, με το πρόσωπό μου κάτω στη γη. Εκείνος λοιπόν μου είπε• “Υιέ ανθρώπου, κατανόησε τούτο• ότι το όραμα αυτό αποκαλύπτει το τέλος του καιρού, του καιρού της βασιλείας των θηρίων”)»], τι θα ήταν δυνατόν να μην πάθουν εκείνοι που δέχονταν την απόρρητη εκείνη χάρη, αν δεν τους καθιστούσε προηγουμένως μαθητές Του; Για τον λόγο αυτόν δεν είπε: «ἐλάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», αλλά «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον».

Δε θα έσφαλλε λοιπόν κανείς εάν έλεγε ότι και τότε αυτοί έλαβαν κάποια πνευματική εξουσία και χάρη, αλλά όχι τέτοια ώστε να ανασταίνουν νεκρούς και να κάνουν θαύματα, αλλά να συγχωρούν αμαρτήματα· διότι είναι διάφορα τα χαρίσματα του Πνεύματος. Για τον λόγο αυτό και πρόσθεσε: «ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς», δείχνοντας ποιο είδος ενέργειας δίδει σε αυτούς. Εκεί δε μετά από σαράντα ημέρες έλαβαν τη δύναμη να κάνουν θαύματα· για τον λόγο αυτό λέγει: «λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς (: Θα λάβετε όμως ενίσχυση και δύναμη, όταν θα έλθει πάνω σας το Άγιο Πνεύμα. Και θα γίνετε μάρτυρες της ζωής μου και της διδασκαλίας μου και στη Ιερουσαλήμ και σε όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια και μέχρι το τελευταίο και πιο απομακρυσμένο σημείο της γης”)» [Πραξ. 1, 8]· μάρτυρες λοιπόν γίνονταν με τα θαύματα· καθόσον είναι απερίγραπτη και ανέκφραστη η χάρη του Πνεύματος και πολύμορφη η δωρεά Αυτού.

Αυτό επομένως γίνεται για να μάθεις ότι μία είναι η δωρεά και η εξουσία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος· διότι εκείνα που φαίνονται ότι είναι ιδιαίτερα γνωρίσματα του Πατρός, αυτά είναι ιδιότητες και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Πώς λοιπόν, λέγει ότι κανείς δεν έρχεται προς τον Υιό, εάν δεν τον προσελκύσει ο Πατήρ [Ιω. 6, 44: «οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ (: Ο γογγυσμός σας αυτός προέρχεται από την απιστία σας. Και απιστείτε, διότι ο Πατέρας μου σας βρήκε ανάξιους να σας ελκύσει κοντά μου. Κανείς δεν μπορεί να έλθει σε μένα πιστεύοντας στη θεϊκή μου προέλευση και αποστολή, εάν ο Πατέρας μου, που με έστειλε στον κόσμο, δεν μεταβάλει την ψυχή του και δεν τον ελκύσει με τη θεϊκή του δύναμη. Και όταν αυτός ελκυσθεί προς εμένα, εγώ θα ολοκληρώσω το έργο της σωτηρίας του και θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα της Κρίσεως)»];

Αλλά αυτό φαίνεται να είναι γνώρισμα και του Υιού, διότι λέγει: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ (: Εγώ είμαι ο μοναδικός δρόμος, από τον οποίο μπορεί να φτάσει κανείς στον ουρανό. Διότι συγχρόνως είμαι και η απόλυτη αλήθεια και η πραγματική και πηγαία ζωή. Κανείς δεν είναι δυνατόν να έλθει προς τον Πατέρα και να μετάσχει στη μακαρία ζωή Του, παρά μόνο αν περάσει από μένα˙ διότι εγώ με τη διδασκαλία μου σας γνωρίζω τον Πατέρα μου και την αλήθειά Του. Και με τη θυσία μου ως αιώνιος αρχιερεύς σας συμφιλιώνω με Αυτόν)» [Ιω. 14, 6].

Πρόσεχε επίσης αυτό που είναι και γνώρισμα του Πνεύματος: «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ (: κανείς πάλι δεν μπορεί να ομολογήσει με ειλικρινή πίστη και ευλάβεια ότι ‘’ο Ιησούς είναι ο Κύριος”, παρά μόνο με την χάρη, τον φωτισμό και την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος)» [Α΄Κορ. 12, 3]. Και πάλι, τους Αποστόλους τους βλέπουμε να δίδονται στην Εκκλησία, άλλοτε μεν από τον Πατέρα, άλλοτε δε από τον Υιό και άλλοτε από το άγιο Πνεύμα, και τις διαιρέσεις των χαρισμάτων βλέπουμε να είναι του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος.

Όλα λοιπόν ας τα κάνουμε, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε πλησίον μας το άγιο Πνεύμα, και να τιμούμε πάρα πολύ εκείνους που ορίστηκαν να μεταδίδουν την ενέργεια αυτού· διότι είναι μεγάλη η αξία των ιερέων. «Εκείνους που θα συγχωρήσετε», λέγει, «συγχωρούνται οι αμαρτίες τους». Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος έλεγε «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε (: Να υπακούτε στους πνευματικούς προϊσταμένους σας και να υποτάσσεστε τελείως σε αυτούς. Διότι αυτοί αγρυπνούν γα τη σωτηρία των ψυχών σας, καθώς θα δώσουν λόγο στο Χριστό για τις ψυχές σας. Να τους υπακούτε, για να ενθαρρύνονται με την υπακοή σας, ώστε να επιτελούν το έργο τους αυτό με χαρά και όχι με στεναγμούς. Άλλωστε δεν σας συμφέρει να στενάζουν εξαιτίας σας οι πνευματικοί σας προεστοί, επειδή ο Θεός θα σας τιμωρήσει γι’ αυτό)» [Εβρ. 13, 17] και να τους τιμάτε πάρα πολύ.

[Yπομνηματισμός των εδαφίων Ιω. 20, 24-31]

«Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ᾿ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ᾿ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν. εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες (: Ο Θωμάς όμως, που ήταν ένας από τους δώδεκα αποστόλους και τον οποίο ονόμαζαν Δίδυμο όσοι Εβραίοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, δεν ήταν μαζί τους όταν ήλθε ο Ιησούς. Όταν λοιπόν Τον είδαν, Του έλεγαν οι άλλοι μαθητές: ‘’Είδαμε τον Κύριο’’. Αυτός όμως τους απάντησε: ‘’Εάν δεν δω με τα μάτια μου στα χέρια του το σημάδι των καρφιών και δεν βάλω το δάχτυλό μου στο σημάδι των καρφιών και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά Του, ώστε όχι μόνο με τα μάτια μου αλλά και με τα δάχτυλά μου να βεβαιωθώ, δεν θα πιστέψω’’. Πράγματι λοιπόν, ύστερα από οκτώ ημέρες ήταν πάλι μέσα στο σπίτι οι μαθητές, και μαζί με αυτούς ήταν κι ο Θωμάς. Έρχεται λοιπόν ο Ιησούς, ενώ ήταν κλειστές οι θύρες, και στάθηκε ανάμεσα στους μαθητές και είπε: ‘’Ας είναι ειρήνη σε σας’’. Έπειτα λέει στον Θωμά: ‘’Φέρε το δάχτυλό σου εδώ. Ψηλάφισε και εξέτασε τα σημάδια των πληγών μου, και δες συγχρόνως με τα μάτια σου τα χέρια μου. Φέρε το χέρι σου κάτω από τα ενδύματά μου και βάλε το στην πλευρά μου που χτυπήθηκε από τη λόγχη. Και μην αφήνεις τον εαυτό σου να κυριευτεί από την απιστία, ώστε να γίνεις μόνιμα και ανεπανόρθωτα άπιστος, αλλά για να προοδεύεις και να στηρίζεσαι στην πίστη, ώστε να γίνεις αμετακίνητος και αδιάσειστος σε αυτή’’. Ο Θωμάς τότε Του αποκρίθηκε: ‘’Πιστεύω και ομολογώ ότι είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου’’. Του λέει ο Ιησούς: ‘’Πίστεψες επειδή με είδες. Μακάριοι και πιο ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να με έχουν δει με τα μάτια τους, όπως με είδες εσύ. Και θα πιστέψουν έτσι όλα τα μέλη της Εκκλησίας μου στις γενιές που θα έλθουν’’. Σύμφωνα λοιπόν με όσα εξιστορήσαμε, εκτός από το θαύμα της Αναστάσεώς Του, ο Ιησούς μπροστά στα μάτια των μαθητών Του έκανε και πολλά άλλα θαύματα που αποδείκνυαν τη θεότητά Του και τα οποία δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο αυτό. Αυτά που εκθέσαμε, γράφτηκαν για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός που προκηρύχθηκε από τους προφήτες, ο μονογενής Υιός του Θεού˙ κι έτσι πιστεύοντας να έχετε ως αναφαίρετο κτήμα σας τη νέα, θεία και αιώνια ζωή, την οποία μεταδίδει ο Ίδιος στις ψυχές των ανθρώπων που επικαλούνται το όνομά Του)» [Ιω. 20, 24-29].

Όπως ακριβώς το να πιστεύει κανείς απλώς και ως έτυχε είναι γνώρισμα επιπολαιότητας, έτσι και το να εξετάζει κανένας και να ερευνά πέραν του μέτρου είναι γνώρισμα παχύτατης και δυσκίνητης διάνοιας. Για τον λόγο αυτό και ο Θωμάς κατηγορείται· διότι στους Αποστόλους δεν πίστεψε όταν του είπαν ότι «είδαμε τον Κύριο», όχι τόσο επειδή δεν πίστεψε στα λόγια τους, όσο διότι θεωρούσε το πράγμα αυτό ότι ήταν αδύνατο· δηλαδή, την εκ νεκρών ανάσταση· διότι δεν είπε «δε σας πιστεύω», αλλά «εάν δε βάλω το χέρι μου στο σημάδι των καρφιών, δε θα πιστέψω». Πώς, λοιπόν, ενώ όλοι ήσαν συγκεντρωμένοι, αυτός μόνος απουσίαζε; Φυσικό ήταν να μην είχε ακόμη επιστρέψει από τη διασπορά που είχε ήδη γίνει. Εσύ όμως όταν δεις τον μαθητή να μην πιστεύει, σκέψου τη φιλανθρωπία του Κυρίου, ότι και χάριν μιας ψυχής δείχνει τον εαυτό Του να έχει τραύματα, και έρχεται για να σώσει και τον ένα, αν και ήταν πνευματικά πιο ατελής από τους άλλους. Για τον λόγο αυτό ζητούσε να πιστέψει μέσω της πιο χοντροειδούς και βραδυκίνητης αισθήσεως [δηλαδή της αφής] και ούτε στα μάτια του δεν πίστευε· διότι δεν είπε «εάν δεν δω», αλλά λέγει: «εάν δεν ψηλαφήσω, μήπως τυχόν και είναι αποκύημα της φαντασίας μου αυτό που βλέπω». Και όμως οι μαθητές αναγγέλλοντας αυτά, αξιόπιστοι ήταν τότε, και ο ίδιος ο Κύριος επίσης που υποσχόταν αυτά· όμως επειδή ζήτησε κάτι περισσότερο ο Θωμάς, ούτε αυτό του το στέρησε ο Χριστός.

Και για ποιο λόγο δεν εμφανίζεται σε αυτόν αμέσως, αλλά μετά από οχτώ ημέρες; Για να κυριευθεί από πιο μεγάλη επιθυμία και να γίνει μελλοντικά πιστότερος κατηχούμενος από τους μαθητές στο διάστημα που θα μεσολαβούσε και ακούγοντας τα ίδια λόγια από αυτούς.

Και από πού γνώριζε ότι και η πλευρά του Κυρίου ανοίχτηκε με τη λόγχη; Το άκουσε από τους μαθητές. Πώς λοιπόν το ένα το πίστεψε, ενώ το άλλο δεν το πίστεψε; Διότι αυτό ήταν πολύ παράδοξο και αξιοθαύμαστο.

Να προσέξεις επίσης, σε παρακαλώ, τη φιλαλήθεια των Αποστόλων, ότι τα ελαττώματα δεν τα κρύπτουν, ούτε τα δικά τους, ούτε των άλλων, αλλά τα εκθέτουν περιγράφοντάς τα με όλη την αλήθεια.

Εμφανίζεται λοιπόν πάλι ο Ιησούς και δεν περιμένει να ζητηθεί αυτό από εκείνον, ούτε να ακούσει κάτι παρόμοιο, αλλά χωρίς να πει τίποτε, ο ίδιος τον προλαβαίνει και εκπληρώνει εκείνο που ο Θωμάς επιθυμούσε, δείχνοντάς του ότι και όταν έλεγε αυτά τα λόγια δυσπιστίας προς τους άλλους μαθητές, Εκείνος ήταν παρών· εφόσον χρησιμοποίησε τα ίδια τα λόγια και κατά τρόπο πάρα πολύ επιτιμητικό και στη συνέχεια με τρόπο διδακτικό· διότι αφού είπε «Φέρε τον δάκτυλό σου και δες τα χέρια μου και βάλε το χέρι σου στην πλευρά μου», πρόσθεσε «και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός». Βλέπεις ότι η αμφιβολία ήταν αποτέλεσμα απιστίας; Όμως αυτό συνέβαινε πριν λάβουν το Άγιο Πνεύμα· μετά από αυτά όμως δε συνέβαινε πλέον αυτό, αλλά στο εξής ήταν κατηρτισμένοι.

Δεν επιτίμησε επίσης αυτόν ο Κύριος με αυτά μόνο τα λόγια, αλλά και με τα όσα λέγει στη συνέχεια. Διότι όταν εκείνος τα πληροφορήθηκε και ανέπνευσε και ανεφώνησε «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου», λέγει: «Επειδή με είδες, Θωμά, πίστεψες· μακάριοι είναι εκείνοι που δε με είδαν και πίστεψαν»· διότι αυτό είναι το γνώρισμα της πίστεως, το να αποδέχεται κανείς εκείνα που δεν είναι ορατά· διότι «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων (: η πίστη κάνει πραγματικά εκείνα που ελπίζουμε, και βέβαια και αναμφισβήτητα εκείνα που δε βλέπουμε)» [Εβρ. 11, 1].

Στην περίπτωση αυτή ο Κύριος δε μακαρίζει μόνο τους μαθητές, αλλά και εκείνους που θα πιστέψουν μετά από αυτούς αργότερα. Και όμως, λέγει, οι άλλοι μαθητές είδαν και πίστεψαν· αλλά όμως δε ζήτησαν κανένα αποδεικτικό σημείο, αλλά από τα σουδάρια αμέσως δέχθηκαν την είδηση περί της αναστάσεως, και πριν δουν το σώμα, έδειξαν όλη την πίστη τους. Όταν λοιπόν κάποιος λέει τώρα: «Ήθελα να ζούσα κατά τα χρόνια εκείνα και να έβλεπα τον Χριστό να θαυματουργεί», ας σκεφθεί τον λόγο του Κυρίου ότι «μακάριοι είναι εκείνοι που δε με είδαν και όμως πίστεψαν».

Είναι δε άξιο απορίας, πώς σώμα άφθαρτο έδειχνε τα αποτυπώματα των καρφιών και ήταν δυνατό ανθρώπινο χέρι να το αγγίξει. Όμως, μην παραξενεύεσαι· αυτό το οποίο συνέβαινε, συνέβαινε κατά συγκατάβαση, ήταν έργο προσαρμογής στα ανθρώπινα μέτρα· διότι το τόσο λεπτό και ελαφρό σώμα, που εισήλθε ενώ οι θύρες ήταν κλειστές, ήταν απαλλαγμένο από κάθε υλική σύσταση· αλλά δεικνύεται αυτό για να γίνει πιστευτή η Ανάσταση και για να μάθουν ότι Αυτός ήταν Εκείνος που σταυρώθηκε, και δεν αναστήθηκε άλλος αντί Αυτού. Για τον λόγο αυτό αναστήθηκε, έχοντας τα σημάδια του σταυρού, και για τον λόγο αυτό τρώγει.

Πράγματι οι Απόστολοι αυτό προέβαλλαν συνεχώς ως απόδειξη της αναστάσεως, λέγοντας· «τοῦτον ὁ Θεὸς ἤγειρε τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἔδωκεν αὐτὸν ἐμφανῆ γενέσθαι, οὐ παντὶ τῷ λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσι τοῖς προκεχειροτονημένοις ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ἀναστῆναι αὐτὸν ἐκ νεκρῶν (: Ο Θεός όμως Τον ανέστησε την τρίτη ημέρα από το θάνατό Του. Και επέτρεψε να γίνει ορατός και να εμφανισθεί μετά την Ανάστασή Του, όχι πλέον σε όλο τον λαό. Αλλά εμφανίσθηκε σε μάρτυρες που είχαν εκλεγεί από τον Θεό πολύ πριν σταυρωθεί και αναστηθεί ο Ιησούς. Και οι μάρτυρες αυτοί είμαστε εμείς οι απόστολοι, οι οποίοι φάγαμε και ήπιαμε μαζί Του μετά την Ανάστασή Του από τους νεκρούς)» [Πραξ. 10, 40-41].

Όπως ακριβώς λοιπόν βλέποντάς Τον προ του σταυρού να περιπατεί επάνω στα κύματα, δεν λέγαμε ότι το σώμα εκείνο ήταν άλλης φύσεως, αλλά της δικής μας, έτσι βλέποντας Αυτόν μετά την ανάσταση να έχει τα αποτυπώματα του σταυρού, δε θα πούμε πλέον ότι Αυτός είναι φθαρτός· διότι αυτά τα έδειχνε για χάρη του μαθητή.

«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ·ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ (: Σύμφωνα λοιπόν με όσα εξιστορήσαμε, εκτός από το θαύμα της Αναστάσεώς Του, ο Ιησούς μπροστά στα μάτια των μαθητών Του έκανε και πολλά άλλα θαύματα που αποδείκνυαν τη θεότητά Του και τα οποία δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο αυτό. Αυτά που εκθέσαμε, γράφτηκαν για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός που προκηρύχθηκε από τους προφήτες, ο μονογενής Υιός του Θεού˙ κι έτσι πιστεύοντας να έχετε ως αναφαίρετο κτήμα σας τη νέα, θεία και αιώνια ζωή, την οποία μεταδίδει ο Ίδιος στις ψυχές των ανθρώπων που επικαλούνται το όνομά Του”)» [Ιω. 20, 30-31].

«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ». Επειδή δηλαδή αυτός ο ευαγγελιστής ανέφερε λιγότερα από εκείνα που ανέφεραν οι άλλοι, λέγει ότι ούτε όλοι οι άλλοι τα ανέφεραν όλα, αλλά όσα ήταν ικανά να προσελκύσουν στην πίστη όσους τους άκουγαν· διότι παρακάτω λέγει: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾿ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν (: Υπάρχουν όμως και πολλά άλλα που έκανε ο Ιησούς, τα οποία, αν γράφονταν λεπτομερειακά, ένα-ένα, νομίζω ότι ούτε ολόκληρος ο κόσμος με όλες τις βιβλιοθήκες του δεν θα χωρούσε τα βιβλία που θα έπρεπε να γραφούν. Πραγματικά)» [Ιω. 21, 25].

Επομένως είναι φανερό ότι δεν τα είπαν από φιλοδοξία εκείνα που έγραψαν, αλλά μόνο εξαιτίας της χρησιμότητάς τους· διότι εκείνοι που παρέλειψαν τα περισσότερα, πώς θα ήταν δυνατόν να τα έγραφαν αυτά από φιλοδοξία; Για ποιο λόγο λοιπόν δεν τα ανέφεραν όλα; Κυρίως μεν εξαιτίας του πλήθους τους, έπειτα επίσης σκέπτονταν και εκείνο, ότι δηλαδή εκείνος που δεν πίστεψε σε όσα έχουν αναφερθεί, ούτε στα περισσότερα θα προσέξει, εκείνος όμως που τα δέχθηκε αυτά, τα οποία έχουν γραφεί, δε θα έχει ανάγκη τίποτε άλλο για να πιστέψει. Εγώ νομίζω εδώ ότι εννοεί τα θαύματα που έκανε μετά την ανάσταση· για τον λόγο αυτόν λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης τη φράση: «ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ (: μπροστά στους μαθητές Του)» [Ιω. 20, 30]· διότι όπως πριν από την Ανάσταση έπρεπε να γίνουν πολλά για να πιστέψουν ότι είναι Υιός του Θεού, έτσι και μετά την Ανάσταση, για να παραδεχθούν ότι αναστήθηκε. Γι’ αυτό και πρόσθεσε «ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ», επειδή μόνο με αυτούς συναναστρεφόταν μετά την Ανάσταση. Γι’ αυτό και έλεγε: «ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ (: Ακόμη λίγο χρόνο, και ο κόσμος που βρίσκεται μακριά από τον Θεό δεν θα με βλέπει πια, διότι δεν θα είμαι σωματικώς στη γη, όπως είμαι τώρα. Εσείς όμως θα με βλέπετε με τα μάτια της ψυχής σας και θα με αισθάνεσθε. Διότι εγώ, ενώ μετά από λίγο θα σταυρωθώ και θα πεθάνω, θα εξακολουθώ να ζω. Και σεις θα ζήσετε μια νέα, πνευματική ζωή, που θα αποκτήσετε από μένα)» [Ιω. 14, 19].

Έπειτα για να μάθεις ότι χάριν των μαθητών μονάχα επιτελούνταν όσα συνέβαιναν, ο Ευαγγελιστής πρόσθεσε: «ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ (: Αυτά που εκθέσαμε, γράφτηκαν για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός που προκηρύχθηκε από τους προφήτες, ο μονογενής Υιός του Θεού˙ κι έτσι πιστεύοντας να έχετε ως αναφαίρετο κτήμα σας τη νέα, θεία και αιώνια ζωή, την οποία μεταδίδει ο Ίδιος στις ψυχές των ανθρώπων που επικαλούνται το όνομά Του)» [Ιω. 20, 31], ομιλώντας γενικά προς τη δική μας φύση και για να δείξει ότι τα ανέφερε αυτά όχι προς χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον οποίο πιστεύουμε, αλλά προς χάρη εμάς των ίδιων· «ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ»· δηλαδή δι’ Αυτού· διότι Αυτός είναι η Ζωή.

ΠΗΓΕΣ:

• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-joannem.pdf

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΠΣΤ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα που αφορούν την ερμηνεία της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής), Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2011, τόμος 14, σελίδες 705-711.

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΠΖ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα που αφορούν την ερμηνεία της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής), Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2011, τόμος 14, σελίδες 719-725.

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 75, σελ.228-232 (ή: 111-113 του PDF) και σελ.236-240 (ή: 115-117 του PDF).

• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

• Π.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Eπιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!

 
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- Αληθώς Ανέστη!

Η πλάνη πάντα αυτοκαταστρέφεται και, παρόλο που δεν το θέλει, στηρίζει σε όλα την αλήθεια. Πρόσεξε: Έπρεπε ν’ αποδειχθεί ότι ο Χριστός πέθανε και τάφηκε και αναστήθηκε. Ε, λοιπόν όλα αυτά τα κατοχυρώνουν οι ίδιοι οι εχθροί! Εφ’ όσον έφραξαν με τον βράχο και σφράγισαν και φρούρησαν τον τάφο, δεν ήταν δυνατό να γίνει καμιά κλοπή. Αφού όμως δεν έγινε κλοπή και εν τούτοις ο τάφος βρέθηκε άδειος, εί­ναι ολοφάνερο και αναντίρρητο ότι αναστήθηκε. Είδες πως και μη θέλοντας στηρίζουν την αλήθεια;

Αλλά και πότε θα τον έκλεβαν οι μαθηταί; Το Σάββατο; Μα αφού δεν επιτρεπόταν από τον νόμο να κυκλο­φορήσουν. Κι αν υποθέσουμε ότι θα παραβίαζαν τον νόμο του Θεού, πώς θα τολμούσαν αυτοί οι τόσο δειλοί να βγουν έξω απ’ το σπίτι; Και με ποιο θάρρος θα ριψο­κινδύνευαν για ένα νεκρό; Προσμένοντας ποιάν ανταπόδοση; Ποιάν αμοιβή;
Και στ’ αλήθεια, πού στηρίζονταν; Στη δεινότητα του λόγου τους; Αλλά ήταν απ’ όλους αμαθέστεροι. Στα πολλά τους πλούτη; Αλλά δεν είχαν ούτε ραβδί ούτε υποδήματα. Μήπως στην ένδοξη καταγωγή τους; Αλλά ήταν οι ασημότεροι του κόσμου. Μήπως στο πλήθος τους; Αλλά δεν ξεπερνούσαν τους ένδεκα, που κι αυτοί σκόρπισαν.
Αν ο κορυφαίος τους φοβήθηκε τον λόγο μιας γυ­ναίκας θυρωρού κι όλοι οι άλλοι, όταν είδαν τον Διδά­σκαλό τους δεμένο, σκόρπισαν και διαλύθηκαν, πώς θα τους περνούσε καν απ’ τον νου να τρέξουν στα πέρατα της οικουμένης και να φυτέψουν πλαστό κήρυγμα ανα­στάσεως; Αφού φοβήθηκαν τη γυναικεία απειλή και τη θέα μόνο των δεσμών, πώς θα μπορούσαν να τα βάλουν με βασιλείς και άρχοντες και λαούς, όπου ξίφη και τηγά­νια και καμίνια και μύριοι θάνατοι κάθε μέρα, αν δεν είχαν απολαύσει και οικειοποιηθεί τη δύ­ναμη και την έλξη του Αναστάντος;
Αλλά γι’ αυτά πρέπει να επανέλθουμε. Ας ξαναρω­τήσουμε όμως τώρα τους Εβραίους; Πώς έκλεψαν το σώμα του Χριστού οι μαθηταί, ώ ανόητοι; Επειδή η αλή­θεια είναι λαμπρή και ολοφάνερη, το ιουδαϊκό ψέμα δεν μπορεί ούτε σαν σκιά να σταθεί. Πώς θα το έκλεβαν, πες μου; Μήπως δεν ήταν σφραγισμένος ο τάφος; Δεν τον έζωναν τόσοι φρουροί και στρατιώτες και Ιουδαίοι, που είχαν την υποψία και αγρυπνούσαν και πρόσεχαν;
Μα και για ποιο λόγο θα το έκλεβαν; Για να πλάσουν το δόγμα της Αναστάσεως; Και πώς τους ήρθε να πλά­σουν κάτι τέτοιο αυτοί οι δειλοί; Και πώς κύλησαν τον ασφαλισμένο βράχο; Πώς ξέφυγαν από τόσους άγρυ­πνους κι άγριους φρουρούς;
Πρόσεξε όμως πως με όσα κάνουν οι Εβραίοι πιά­νονται πάντα στα ίδια τους τα δίχτυα. Να, αν δεν πήγαι­ναν στον Πιλάτο κι αν δεν ζητούσαν την κουστωδία, πιο εύκολα θα μπορούσαν να λένε τέτοια ψεύδη οι αδιάν­τροποι. Μα τώρα όχι. (Υπήρχε η κουστωδία. Κανείς δεν μπορούσε να γλυτώσει απ’ την άγρυπνη προσοχή της κι απ’ τα ξίφη της). Κι έπειτα γιατί να μην κλέψουν το σώμα νωρίτερα; Ασφαλώς αν είχαν σκοπό να κάνουν κάτι τέ­τοιο, θα το έκαναν όταν δεν εφρουρείτο ο τάφος, τότε που ήταν και ακίνδυνο και σίγουρο, δηλ. την πρώτη νύ­χτα· γιατί το Σάββατο πήγαν οι Εβραίοι στον Πιλάτο και ζήτησαν την κουστωδία και φρούρησαν τον τάφο, ενώ την πρώτη νύχτα δεν ήταν κανένας εκεί.
Και τι γυρεύουν στο έδαφος τα σουδάρια τα ποτισμέ­να με τη σμύρνα, που βρήκαν, τυλιγμένα μάλιστα, ο Πέ­τρος και οι άλλοι απόστολοι; Είχε πάει πρώτη η Μαγδα­ληνή Μαρία. Κι όταν γύρισε και ανήγγειλε τα θαυμαστά συμβάντα στους αποστόλους, εκείνοι χωρίς καθυστέρη­ση τρέχουν αμέσως στο μνημείο και βλέπουν κάτω τα οθόνια. Αυτό ήταν σημείο Αναστάσεως. Γιατί αν ήθελαν κάποιοι να τον κλέψουν, δεν θα τον έκλεβαν βέβαια γυ­μνό. Αυτό θα ήταν όχι μόνο ατιμωτικό αλλά και ανόητο. Δεν θα κοίταζαν να ξεκολλήσουν τα σουδάρια, να τα τυ­λίξουν με επιμέλεια και να τα βάλουν τακτοποιημένα σ’ ένα μέρος. Αλλά τι θα έκαναν; Θ’ άρπαζαν όπως-όπως το σώμα και θάφευγαν γρήγορα.
Γι’ αυτό άλλωστε προηγουμένως ο Ευαγγελιστής Ιω­άννης είπε ότι τον έθαψαν με πολλή σμύρνα που κολλά­ει τα οθόνια πάνω στο σώμα, όπως το μολύβι τα μέταλλα, και δεν ήταν καθόλου εύκολο να ξεκολλήσουν ώστε όταν ακούσεις ότι τα σουδάρια βρέθηκαν μόνα τους, να μην ανεχθείς εκείνους που λένε ότι εκλάπη. Θα πρέπει να ήταν βέβαια πολύ ηλίθιος ο κλέφτης, ώστε να σπατα­λήσει για ένα περιττό πράγμα τόση προσπάθεια. Για ποιο σκοπό θ’ άφηνε τα σουδάρια; Και πώς ήταν δυνατό να ξεφύγει την ώρα που θα έκανε αυτή τη δουλειά; Γιατί ασφαλώς θα δαπανούσε πολύ χρόνο και ήταν φυσικό καθυστερώντας να συλληφθεί επ’ αυτοφώρω.
Αλλά και τα οθόνια γιατί κοίτονται χωριστά και χωρι­στά το σουδάριο, τυλιγμένο μάλιστα; Για να βεβαιωθείς ότι δεν ήταν έργο βιαστικών ούτε ανήσυχων κλεφτών το να τοποθετήσουν χωριστά εκείνα και χωριστά τούτο τυ­λιγμένο. Κι από εδώ λοιπόν αποδεικνύεται απίθανη η κλοπή. Άλλωστε και οι ίδιοι οι Εβραίοι τα σκέφθηκαν όλα αυτά και γι’ αυτό έδωσαν χρήματα στους φρουρούς λέγοντας: «Πείτε σεις πως τον έκλεψαν, κι εμείς θα τα κανονίσουμε με τον ηγεμόνα».
Υποστηρίζοντας ότι οι μαθηταί τον έκλεψαν επικυ­ρώνουν και μ’ αυτό πάλι την Ανάσταση, γιατί έτσι ομολογούν πάντως ότι το σώμα δεν ήταν εκεί. Όταν όμως αυ­τοί οι ίδιοι βεβαιώνουν ότι το σώμα δεν ήταν εκεί, ενώ από την άλλη μεριά η κλοπή αποδεικνύεται ψευδής και απίθανη από τη σχολαστική φρούρηση και τις σφραγί­δες του τάφου και τα οθόνια και το σουδάριο και τη δει­λία των μαθητών, αναμφισβήτητα προβάλλει και από τα δικά τους τα λόγια η απόδειξη της Αναστάσεως.
Ρωτάνε όμως πολλοί: Γιατί μόλις αναστήθηκε να μη φανερωθεί αμέσως στους Ιουδαίους; Αυτός ο λόγος είναι περιττός. Αν υπήρχε ελπίδα να τους ελκύσει στην πίστη, δεν θ’ αμελούσε να φανερωθεί σε όλους. Αλλά ότι δεν υπήρχε τέτοια ελπίδα το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου: Αν και ήταν ήδη τέσσερις μέρες νεκρός και είχε αρχίσει να μυρίζει και να σαπίζει, τον ανέστησε μπροστά στα μάτια όλων. Παρά ταύτα, όχι μόνο δεν ελκύσθηκαν στην πίστη, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον του Χριστού, ώστε ήθελαν να σκοτώσουν κι Αυτόν και τον Λάζαρο.
Αφού λοιπόν άλλον ανέστησε και όχι μόνο δεν πί­στεψαν, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον του, αν ο ίδιος μετά την Ανάστασή του τους φανερωνόταν, δεν θα εξαγριώνονταν πολύ περισσότερο τυφλωμένοι από το μίσος και την απιστία τους;
Αλλά για ν’ αφοπλίσει τον άπιστο από κάθε αμφιβο­λία, όχι μόνο σαράντα ολόκληρες ήμερες εμφανιζόταν στους μαθητάς του και έτρωγε μάλιστα μαζί τους, αλλά παρουσιάσθηκε και σε πάνω από πεντακόσιους αδελ­φούς, δηλ. σε πλήθος ολόκληρο. Στο Θωμά μάλιστα που δυσπιστούσε, έδειξε τα σημάδια απ’ τα καρφιά και το τραύμα απ’ τη λόγχη.
Και γιατί, λένε, να μην κάνει μετά την Ανάστασή του μεγάλα κι εντυπωσιακά θαύματα, αλλά μόνο έφαγε και ήπιε; Γιατί αυτή καθ’ εαυτήν η Ανάσταση ήταν το μέγιστο θαύμα, και η πιο ισχυρή απόδειξη της Αναστάσεως ήταν ότι έφαγε και ήπιε.
Μα, για σκέψου, αν οι απόστολοι δεν έβλεπαν τον Χριστό Αναστάντα, πώς τους ήρθε να φαντασθούν ότι θα κυριέψουν την οικουμένη; Μήπως τρελλάθηκαν ώστε να νομίζουν ότι θα κατώρθωναν κάτι τέτοιο;
Αν όμως ήταν στα λογικά τους, όπως έδειξαν και τα πράγματα, πώς, χωρίς αξιόπιστα εχέγγυα από τους ουρανούς και χωρίς θεία δύναμη, πώς, πες μου, θ’ αποφάσιζαν να βγουν σε τόσους πολέμους, να τα βάλουν με στεριές και θάλασσες και, δώδεκα όλοι κι όλοι, ν’ αγωνι­σθούν με τόση γενναιότητα για να μεταβάλουν όλης της οικουμένης τα έθνη, που ήταν επί τόσα χρόνια νεκρά απ’ την αμαρτία;
Και αν ακόμη ήταν ένδοξοι και πλούσιοι και δυνατοί και μορφωμένοι, ούτε τότε θα ήταν λογικό να ξεσηκω­θούν για τόσο μεγαλεπήβολα σχέδια. Αλλά επί τέλους θα είχε κάποιο λόγο η προσδοκία τους. Αυτοί όμως εί­χαν περάσει τη ζωή τους άλλοι στις λίμνες, άλλοι κατα­σκευάζοντας σκηνές κι άλλοι στα τελωνεία. Απ’ αυτά τα επαγγέλματα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε πιο άχρηστο και για τη φιλοσοφία και για να πείσεις κάποιον να σκέ­πτεται ανώτερα, όταν μάλιστα δεν έχεις να του επιδεί­ξεις ανάλογο προηγούμενο. Πόσο μάλλον που οι από­στολοι, όχι μόνο δεν είχαν ανάλογα παραδείγματα απ’ το παρελθόν, ότι θα επικρατήσουν, αλλά αντίθετα είχαν παραδείγματα, και μάλιστα πρόσφατα, ότι δεν θα επι­κρατήσουν.
Είχαν επιχειρήσει πολλοί να εισαγάγουν καινούργιες διδασκαλίες, αλλά απέτυχαν. Κι όχι με δώδεκα ανθρώ­πους, μα με πολύ πλήθος. Ο Θευδάς κι ο Ιούδας1 π.χ. έχοντας ολόκληρες μάζες ανθρώπων χάθηκαν μαζί με τους οπαδούς των.
Ο φόβος εκείνος θα ήταν αρκετός να τους διδάξει. Αλλά ας υποθέσουμε ότι περίμεναν να κυριαρχήσουν. Με ποιες ελπίδες θα έμπαιναν σε τέτοιους κινδύνους, αν δεν απέβλεπαν στα μέλλοντα αγαθά; Τι κέρδος προσδοκούσαν με το να οδηγήσουν όλους στον μη αναστάντα, καθώς ισχυρίζονται οι εχθροί; Αν τώρα άνθρω­ποι που πίστεψαν στη βασιλεία των ουρανών και στα αμέτρητα αγαθά δύσκολα δέχονται να κινδυνέψουν, πώς εκείνοι θα υπέμεναν τα πάνδεινα ματαίως ή μάλλον για κακό τους; Γιατί αν δεν έγινε η Ανάσταση, που έγινε, κι ο Χριστός δεν ανέβηκε στον ουρανό, τότε προσπα­θώντας να τα πλάσουν όλα αυτά και να πείσουν τους άλ­λους, έμελλαν οπωσδήποτε να προκαλέσουν την οργή του Θεού και να περιμένουν μύριους κεραυνούς απ’ τον ουρανό.
Άλλωστε κι αν ακόμη είχαν μεγάλη προθυμία όταν ζούσε ο Χριστός, θα έσβηνε μόλις πέθανε. Αν δεν τον έβλεπαν Αναστημένο, τί θα ήταν ικανό να τους βγάλει σ’ εκείνο τον πόλεμο; Αν δεν είχε αναστηθεί, όχι μόνο δεν θα ριψοκινδύνευαν γι’ αυτόν, μα θα τον θεω­ρούσαν απατεώνα: Τους είχε πει «μετά τρεις ημέρες θ’ αναστηθώ» και τους υποσχέθηκε τη βασιλεία των ουρα­νών. Τους είπε ότι αφού λάβουν το Άγιο Πνεύμα θα κυ­ριαρχήσουν στην οικουμένη κι ακόμη τόσα άλλα υπερ­φυσικά και ουράνια. Αν τίποτε απ’ αυτά δεν γινόταν, όσο κι αν τον πίστευαν ζωντανό, πεθαμένο δεν θα τον υπά­κουαν φυσικά, αν δεν τον έβλεπαν Αναστάντα.
Και με το δίκιο τους, γιατί θα έλεγαν: «Μετά τρεις ημέρες», μας είπε, «θ’ αναστηθώ», και δεν αναστήθηκε. Υποσχέθηκε να μας στείλει Πνεύμα Άγιο, και δεν το έστειλε. Πώς λοιπόν να τον πιστέψουμε για τα μέλλον­τα, αφού διαψεύδονται τα παρόντα;
Αλλά για πες μου, σε παρακαλώ, για ποιο λόγο, χωρίς ν’ αναστηθεί, κήρυτταν ότι αναστήθηκε; Γιατί, λέει, τον αγαπούσαν. Μα το λογικό θα ήταν να τον μι­σούν τώρα, επειδή τους εξαπάτησε και τους πρόδωσε. Ενώ τους ξεμυάλισε με χίλιες δυο ελπίδες και τους χώρισε απ’ τα σπίτια τους κι απ’ τους γονείς τους κι απ’ όλα και ξεσήκωσε κι ολόκληρο το ιουδαϊκό έθνος εναν­τίον τους, ύστερα τους πρόδωσε. Κι αν μεν ήταν από αδυναμία, θα τον συγχωρούσαν. Τώρα όμως ήταν σωστό κακούργημα: Έπρεπε να τους είχε πει την αλήθεια και όχι να τους υποσχεθεί τον ουρανό, αφού ήταν θνητός.
Ώστε λοιπόν ήταν φυσικό να κάνουν το εντελώς αν­τίθετο: Να κηρύττουν την απάτη και να τον λένε απατεώ­να και μάγο. Έτσι θα γλύτωναν κι από τους κινδύνους κι από τους πολέμους των αντιπάλων. Όλοι ξέρουν ότι οι Ιουδαίοι αναγκάστηκαν να δωροδοκήσουν τους στρα­τιώτες, για να πουν ότι έκλεψαν το σώμα· αν λοιπόν πήγαιναν οι ίδιοι οι μαθηταί κι έλεγαν, «εμείς το κλέψα­με, δεν αναστήθηκε», πόσες τιμές δεν θ’ απολάμβαναν; Ώστε ήταν στο χέρι τους και να τιμηθούν και να στεφα­νωθούν! Ε, λοιπόν δεν αναρωτιέσαι γιατί ν’ ανταλλάξουν όλα αυτά με τις ατιμίες και τους κινδύνους, αν δεν ήταν μια θεία δύναμη που τους βεβαίωνε, δυνατώτερη απ’ όλα αυτά τα γήινα αγαθά;
Κι αν με όλα αυτά δεν σε πείσαμε, σκέψου και τούτο: Έστω ότι δεν είχε γίνει η Ανάσταση. Κι αν ακόμη οι από­στολοι ήταν αποφασισμένοι να διδάξουν τον κόσμο, επ’ ουδενί λόγω θα κήρυτταν στο όνομά του. Γιατί είναι γνωστό, πως όλοι μας δεν θέλουμε ούτε τα ονόματα ν’ ακούσουμε, όσων μας εξαπάτησαν. Άλλωστε γιατί θα διατυμπάνιζαν το όνομά του; Ελπίζοντας να επικρατή­σουν μ’ αυτό; Μα θα έπρεπε να περιμένουν το αντίθετο, γιατί κι αν έμελλαν να κυριαρχήσουν θα χάνονταν φέρνοντας στη μέση το όνομα ενός απατεώνα.
Ας θυμηθούμε εξ άλλου ότι η αγάπη των μαθητών προς τον Διδάσκαλο, ενώ ζούσε ακόμη, μαραινόταν σιγά-σιγά απ’ τον φόβο του επικειμένου μαρτυρίου. Όταν τους προανήγγειλε τα δεινά που θ’ ακολουθούσαν και τον σταυρό, πάγωσαν απ’ τον φόβο τους κι έσβησαν τε­λείως. Ένας μάλιστα δεν ήθελε ούτε καν να τον ακο­λουθήσει στην Ιουδαία, επειδή άκουσε για κινδύνους και για θανάτους. Αν μαζί με τον Χριστό φοβόταν τον θάνατο, χωρίς αυτόν και τους άλλους μαθητάς, μόνος δηλ., πώς θ’ αποτολμούσε;2
Επί πλέον: Πίστευαν ότι θα πεθάνει μεν, αλλά θ’ αναστηθεί κι όμως υπέφεραν τόσο. Αν δεν τον έβλε­παν Αναστημένο, πως δεν θα εξαφανίζονταν και δεν θα ζητούσαν ν’ ανοίξει η γη να τους καταπιεί απ’ την απελπισία τους για την απάτη κι απ’ τη φρίκη για τα επερχόμενα; Θ’ αντιμετώπιζαν τώρα την κατακραυγή για την αδιαντροπιά τους. Τι θα είχαν να πουν; Το πάθος το ήξερε όλος ο κόσμος: Τον κρέμασαν σε ψηλό ικρίωμα, ήταν μέρα μεσημέρι, μέσα στην πρωτεύουσα και στην πιο μεγάλη γιορτή που κανένας δεν ήταν δυνατό ν’ απουσιάζει.
Την Ανάσταση όμως δεν την είδε κανείς απ’ τους άλ­λους. Κι αυτό δεν ήταν μικρό εμπόδιο για να τους πεί­σουν. Πώς λοιπόν θα μπορούσαν να βεβαιώσουν στεριά και θάλασσα για την Ανάσταση; Και γιατί, πες μου, αφού σώνει και καλά ήθελαν να το κάνουν αυτό, δεν εγκατέλειπαν την Ιουδαία αμέσως, να πάνε στις ξένες χώρες; Αλλά δεν θαυμάζεις ότι έπεισαν πολλούς και μέσα στην Ιουδαία;
Είχαν την τόλμη να παρουσιάσουν τα τεκμήρια της Αναστάσεως στους ίδιους τους φονείς, σ’ εκείνους που τον σταύρωσαν και τον έθαψαν, στην ίδια την πόλη όπου αποτολμήθηκε το φοβερό κακούργημα. Ώστε και όλοι οι έξω ν’ αποστομωθούν. Γιατί όταν οι «σταυρώσαντες» γίνονται «πιστεύσαντες», τότε και η παρανομία της σταυρώσεως βεβαιώνεται και λάμπει η απόδειξη της Αναστάσεως.
Για να ελκύονται όμως τα πλήθη σημαίνει πως οι μαθηταί έκαναν θαύματα. Αν όμως δεν αναστήθηκε και μένει νεκρός, πώς οι απόστολοι θαυματουργούσαν στο όνομα του; Πως πάλι, αν δεν έκαναν θαύματα, έπειθαν; Και αν μεν έκαναν -και βεβαίως έκαναν- είχαν Θεού δύ­ναμη. Αν όμως δεν έκαναν και εν τούτοις κυριαρχούσαν παντού, θα ήταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστο, θα ήταν το μέγιστο θαύμα, αν χωρίς θαύματα διέσχιζαν και κυ­ρίευαν την οικουμένη δώδεκα φτωχοί και αγράμματοι άνθρωποι.
Ασφαλώς ούτε με τα πλούτη ούτε με τη σοφία τους επεκράτησαν οι ψαράδες. Ώστε και χωρίς να θέλουν κηρύττουν ότι μέσα τους ενεργούσε η θεία δύναμη της Αναστάσεως. Γιατί είναι τελείως αδύνατο ανθρώπινη δύναμη να κατορθώσει ποτέ τέτοια εκπληκτικά πράγμα­τα.
Προσέξτε με πολύ εδώ, γιατί αυτά είναι αναμφισβή­τητες αποδείξεις της Αναστάσεως. Γι’ αυτό και θα επα­ναλάβω: Αν δεν αναστήθηκε, πώς έγιναν αργότερα στο όνομά του μεγαλύτερα θαύματα; Κανείς βέβαια δεν κάνει μετά τον θάνατό του μεγαλύτερα θαύματα απ’ όσα όταν ζούσε. Ενώ εδώ μετά τον θάνατο του Χριστού γί­νονται θαύματα μεγαλύτερα και κατά τον τρόπο και κατά τη φύση: Κατά τη φύση ήταν μεγαλύτερα, γιατί ποτέ η σκιά του Χριστού δεν θαυματούργησε. Ενώ οι σκιές των αποστόλων έκαναν πολλά θαύματα. Κατά τον τρόπο πάλι ήταν μεγαλύτερα, επειδή τότε μεν ο ίδιος ο Κύριος πρό­σταζε και θαυματουργούσε. Μετά τη Σταύρωση όμως και την Ανάστασή του οι δούλοι του επικαλούμενοι απλώς το σεβάσμιο και άγιο όνομά του μεγαλύτερα και εκπληκτικώτερα επιτελούσαν. Έτσι δοξαζόταν κι ακτι­νοβολούσε πιο πολύ η δύναμή του.
Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες όρισαν να διαβάζονται αμέ­σως μετά τον σταυρό και την Ανάστασή του, οι «Πρά­ξεις» που περιγράφουν τα θαύματα των αποστόλων και κατ’ εξοχήν επικυρώνουν την Ανάσταση, για να έχουμε σαφή και αναμφισβήτητη της Αναστάσεως την απόδει­ξη: Δεν τον είδες Αναστάντα με τα μάτια του σώματος; Αλλά τον βλέπεις με τα μάτια της πίστεως. Δεν τον εί­δες με τα «όμματα» τούτα; Θα τον δεις με τα θαύματα εκείνα. Των θαυμάτων η επίδειξη σε χειραγωγεί στης Αναστάσεως την απόδειξη.
Θέλεις όμως να δεις και τώρα θαύματα; Θα σου δεί­ξω. Και μάλιστα πιο μεγάλα απ’ τα προηγούμενα: Όχι ένα νεκρό ν’ ανασταίνεται, όχι ένα τυφλό να ξαναβλέπει, αλλά τη γη ολόκληρη να εγκαταλείπει το σκοτάδι της πλάνης.
Μεγίστη απόδειξη της Αναστάσεως είναι ότι ο Εσφαγμένος Χριστός έδειξε μετά τον θάνατο τόση δύ­ναμη, ώστε έπεισε τους ζωντανούς να περιφρονήσουν και πατρίδα και σπίτι και φίλους και συγγενείς και την ίδια τη ζωή τους για χάρη του και να προτιμήσουν μαστι­γώσεις και κίνδυνους και θάνατο. Αυτά δεν είναι κατορ­θώματα νεκρού κλεισμένου στον τάφο, αλλά αναστημέ­νου και ζωντανού.
Πρόσεξε παρακαλώ· Οι απόστολοι, όταν μεν ζούσε ο Διδάσκαλος από τον φόβο τους τον πρόδωσαν κι εξα­φανίσθηκαν όλοι. Ο Πέτρος μάλιστα τον αρνήθηκε με όρκο τρεις φορές. Όταν όμως πέθανε ο Χριστός, αυτός που τον αρνήθηκε τρεις φορές και πανικοβλήθηκε μπροστά σε μιαν υπηρετριούλα, τόσο απότομα άλλαξε, ώστε ν’ αψηφήσει ολόκληρο λαό και μέσ’ στη μέση του Ιουδαϊκού όχλου να διακηρύξει ότι ο σταυρωθείς και ταφείς αναστήθηκε εκ νεκρών την τρίτη ήμερα και ότι ανέβηκε στα ουράνια. Και τα κήρυξε όλα αυτά χωρίς να υπολογίσει τη φοβερή μανία των εχθρών και τις συνέ­πειες.
Πού βρήκε αυτό το θάρρος; Πού αλλού παρά στην Ανάσταση. Τον είδε και συνομίλησε μαζί του και άκουσε για τα μέλλοντα αγαθά, κι έτσι έλαβε δύναμη να πεθάνει γι’ Αυτόν και να σταυρωθεί με την κεφαλή προς τα κάτω.
Το εξόχως σπουδαίο είναι ότι όχι μόνο ο Πέτρος και ο Παύλος και οι λοιποί απόστολοι, αλλά και ο Ιγνάτιος, που ούτε καν τον είδε ούτε απόλαυσε τη συντροφιά του, έδειξε τόση προθυμία για χάρη του, ώστε γι’ Αυτόν πρό­σφερε θυσία τη ζωή του.
Και μόνο ο Ιγνάτιος και οι απόστολοι; Και γυναίκες καταφρονούν τον θάνατο, που, πριν αναστηθεί ο Χρι­στός, ήταν φοβερός και φρικώδης ακόμη και σε άνδρες και μάλιστα αγίους.
Ποιος τους έπεισε όλους αυτούς να περιφρονήσουν την παρούσα ζωή; Φυσικά δεν είναι κατόρθωμα ανθρώ­πινης δυνάμεως να πεισθούν τόσες μυριάδες, όχι μόνο ανδρών, αλλά και γυναικών και παρθένων και μικρών παιδιών, να πεισθούν να θυσιάσουν την παρούσα ζωή, να τα βάλουν με θηρία, να περιγελάσουν τη φωτιά, να κατα­πατήσουν κάθε είδος τιμωρίας και να σπεύσουν προς τη μέλλουσα ζωή!
Και ποιος, παρακαλώ, τα κατόρθωσε όλ’ αυτά; Ο νε­κρός; Αλλά τόσοι νεκροί υπήρξαν και κανένας δεν έκα­νε τέτοια πράγματα. Μήπως ήταν μάγος και αγύρτης; Πλήθος μάγοι και αγύρτες και πλάνοι πέρασαν, αλλά ξε­χάστηκαν όλοι, χωρίς ν’ αφήσουν το παραμικρό ίχνος· μαζί με τη ζωή τους έσβησαν κι οι μαγγανείες τους. Η φήμη όμως κι η δόξα κι οι πιστοί του Χριστού κάθε μέρα αυξάνουν κι απλώνονται σ’ όλη την οικουμένη.

Οι άπιστοι φρίττουν κι οι πιστοί διακηρύττουν:

Χριστός ανέστη! Αληθώς Ανέστη!

«Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των  αιώνων.  Αμήν».

1) Τις σχετικές πληροφορίες αντλούμε από τον περίφημο Ιουδαίο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ που ανέφερε τα εξής στο Μ. Συνέδριο του Ισ­ραήλ: «Τον τελευταίο καιρό εμφανίσθηκε ο Θευδάς που ισχυριζόταν ότι είναι κάποιος μεγάλος και του προσκολλήθηκαν περίπου τετρακό­σιοι άνδρες. Αλλά φονεύθηκε εκείνος και όλοι οι οπαδοί του διαλύθη­καν και εξαφανίσθηκαν. Μετά από αυτόν παρουσιάσθηκε ο Ιούδας ο Γαλιλαίος… και παρέσυρε αρκετό λαό πίσω του. Χάθηκε κι εκείνος, και όσοι τον πίστευαν διασκορπίσθηκαν» (Πράξ. 5, 36-37).

2) Εννοεί τον Απ. Θωμά, πρβλ. Ιωάν. 11, 16.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ!


 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- Ο Νικητής τού θανάτου

Σήμερα λοιπόν ο Κύριός μας περιοδεύει στον Άδη. Σήμερα συνέτριψε τις χάλκινες πύλες και τους σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε την ακριβολογία. Δεν είπε, άνοιξε τις πύλες, αλλά «συνέτριψε τις χάλκινες πύλες», για να αχρηστεύσει το δεσμωτήριο.Δεν αφαίρεσε τους μοχλούς, αλλά τους συνέτριψε, για να αχρηστεύσει τη φυλακή. Όπου βέβαια δεν υπάρχει ούτε μοχλός ούτε θύρα, και αν κάποιος εισέλθει, δεν εμποδίζεται να εξέλθει. Όταν λοιπόν συντρίψει ο Χριστός, ποιος θα μπορέσει να διορθώσει; Οι βασιλείς όταν πρόκειται να αφήσουν ελεύθερους τους φυλακισμένους, δεν κάνουν αυτό που έκανε ο Χριστός, αλλά δίνουν διαταγές και αφήνουν στη θέση τους και τις πόρτες και τους φύλακες, δείχνοντας μ’ αυτό πώς θα χρειαστεί να μπουν πάλι εκεί μέσα ή εκείνοι που αποφυλακίστηκαν ή κάποιοι άλλοι στη θέση τους.

Αλλά ο Χριστός δεν ενεργεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Θέλοντας να δείξει ότι καταργήθηκε ο θάνατος, συνέτριψε τις χάλκινες πύλες του. Και τις ονόμασε χάλκινες όχι επειδή ήταν από χαλκό, αλλά για να δηλώσει τη σκληρότητα και την αδιαλλαξία του θανάτου. Και για να μάθεις ότι ο χαλκός και ο σίδηρος εκφράζουν την ακαμψία και τη σκληρότητα, άκουσε τι λέει σε κάποιον αδιάντροπο: «Τα νεύρα σου είναι από σίδηρο και ο τράχηλος και το μέτωπό σου από χαλκό». Και εκφράστηκε έτσι όχι διότι είχε σιδερένια νεύρα ή χάλκινο μέτωπο, αλλά επειδή έδειχνε πως είναι αυστηρός, αδιάντροπος και σκληρός.

Θέλεις να μάθεις πόσο αυστηρός και άκαμπτος και ασυγκίνητος είναι ο θάνατος; Κανένας δεν τον κατάφερε ποτέ ν’ αφήσει ελεύθερο κάποιον από τους αιχμαλώτους του, έως ότου ήρθε και τον ανάγκασε ο Κύριος των αγγέλων. Πρώτα λοιπόν συνέλαβε και φυλάκισε εκείνον (το θάνατο) και ύστερα του πήρε ό,τι του ανήκε. Γι’ αυτό προσθέτει: «Θησαυροί που βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι κρυμμένοι και δεν φαίνονται». Αν και αναφέρεται σε ένα πράγμα, η σημασία του είναι διπλή. Υπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οι οποίοι μπορεί πολλές φορές να φωτιστούν, αν τοποθετήσουμε μέσα τους λυχνία και φως. Οι χώροι όμως του Άδη ήταν πολύ σκοτεινοί και θλιβεροί και ποτέ δεν μπήκαν μέσα του ακτίνες φωτός, γι’ αυτό και τους χαρακτήρισε σκοτεινούς και αόρατους. Επειδή ήταν στην πραγματικότητα σκοτεινοί μέχρι τη στιγμή που κατέβηκε σ’ αυτούς ο Ήλιος της δικαιοσύνης και τους κατελάμπρυνε με το φως του και έκανε τον Άδη ουρανό. Γιατί όπου βρίσκεται ο Χριστός, ο τόπος μεταβάλλεται σε ουρανό.

Εύλογα ονομάζει τον Άδη σκοτεινό θησαυροφυλάκιο, γιατί εκεί υπήρχε σωρευμένος πολύς πλούτος. Πραγματικά, όλο το ανθρώπινο γένος που αποτελούσε πλούτο του Θεού ληστεύτηκε από τον διάβολο που εξαπάτησε τον πρωτόπλαστο και τον υποδούλωσε στο θάνατο. Το ότι το ανθρώπινο γένος αποτελούσε πλούτο του Θεού, το αποδεικνύει και ο Παύλος με όσα λέει: «Ο Κύριος είναι πλούσιος σε όλους και ιδιαίτερα σ’ εκείνον που τον επικαλείται». Όπως, λοιπόν, ένας βασιλιάς, όταν συλλάβει κάποιον ληστή, που λήστευε τις πόλεις, που άρπαζε από παντού, που κρυβόταν μέσα σε σπηλιές και αποθήκευε εκεί τα κλεμμένα πλούτη, αφού φυλακίσει τον ληστή, εκείνον μεν τον παραδίνει σε τιμωρία, τους δε θησαυρούς του μεταφέρει στα βασιλικά ταμεία, έτσι έκανε και ο Χριστός, με το θάνατό Του φυλάκισε τον ληστή και τον δεσμοφύλακα, δηλαδή τον διάβολο και το θάνατο, και μετέφερε όλα τα πλούτη, εννοώ το ανθρώπινο γένος, στα βασιλικά ταμεία.

Αυτό δηλώνει και ο Παύλος λέγοντας: «Ο Κύριος μάς λύτρωσε απ’ την υποδούλωσή μας στο σκοτάδι και μάς μετέφερε στο βασίλειο της αγάπης του». Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ασχολήθηκε με το γεγονός αυτό ο Ίδιος ο βασιλιάς, τη στιγμή που κανένας άλλος βασιλιάς δεν κατδέχτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά δίνει εντολή στους υπηρέτες του να ελευθερώσουν τους φυλακισμένους. Εδώ όμως δεν συνέβη έτσι, αλλά ήρθε ο Ίδιος ο βασιλιάς στους φυλακισμένους και δε ντράπηκε ούτε τη φυλακή ούτε τους φυλακισμένους. Γιατί ήταν αδύνατο να ντραπεί το πλάσμα Του.

Και συνέτριψε τις πύλες και διέλυσε τους μοχλούς και κυριάρχησε στον Άδη και εξαφάνισε όλη τη φρουρά και, αφού συνέλαβε δέσμιο τον δεσμοφύλακα (τον θάνατο), επανήλθε σ’ εμάς. Ο τύραννος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, ο ισχυρός δεμένος. Ο ίδιος ο θάνατος πέταξε τα όπλα του και έτρεξε άοπλος και δήλωσε υποταγή στο βασιλιά.

Είδες τι αξιοθαύμαστη νίκη; Είδες τα κατορθώματα του σταυρού; Να σου πω και κάτι άλλο πιο αξιοθαύμαστο; Αν μάθεις με ποιον τρόπο νίκησε ο Χριστός, ο θαυμασμός σου θα γίνει μεγαλύτερος. Με τα όπλα δηλαδή που νίκησε ο διάβολος, με τα ίδια τον υπέταξε ο Χριστός. Αφού του άρπαξε (ο Χριστός) τα όπλα του, με εκείνα τον κατετρόπωσε. Και άκουσε πώς; Παρθένος, ξύλο και θάνατος ήταν τα σύμβολα της ήττας μας. Παρθένος ήταν η Εύα, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνδρα της. ξύλο ήταν το δέντρο και θάνατος η τιμωρία του Αδάμ. Αλλά να, και πάλι Παρθένος και ξύλο και θάνατος, αυτά τα σύμβολα της ήττας έγιναν σύμβολα της νίκης. Γιατί αντί της Εύας έχουμε τη Μαρία, αντί του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, το ξύλο του σταυρού, και αντί του θανάτου ως τιμωρία του Αδάμ, το θάνατο του Χριστού. Βλέπεις ότι ο διάβολος νικήθηκε με τα όπλα που νίκησε άλλοτε; Τον Αδάμ πολέμησε ο διάβολος και τον νίκησε κοντά στο δέντρο, τον διάβολο νίκησε ο Χριστός πάνω στο σταυρό.

Το ξύλο την πρώτη φορά έστελνε απ’ τον Άδη στη ζωή ακόμη κι όσους είχαν πάει εκεί. Το ξύλο επίσης την πρώτη φορά έκρυψε τον αιχμάλωτο που ήταν γυμνός, τη δεύτερη έδειχνε σ’ όλους γυμνό το νικητή (το Χριστό) που ήταν κρεμασμένος ψηλά. Και ακόμη, ο πρώτος θάνατος (του Αδάμ) καταδίκασε κι όλους εκείνους που γεννήθηκαν μετά από αυτόν, ενώ ο δεύτερος (του Χριστού) ανάστησε κι εκείνους ακόμη που έζησαν πριν από Εκείνον. «Ποιος μπορεί να περιγράψει με λόγια τη δύναμη του Κυρίου; Από νεκροί που ήμασταν, γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα κατορθώματα του σταυρού.

Έμαθες για τη νίκη; Έμαθες με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε; Δες τώρα πώς επιτεύχθηκες χωρίς κόπο. Δεν βάψαμε τα όπλα μας στο αίμα, δεν παραταχθήκαμε σε θέση μάχης, δεν τραυματιστήκαμε, ούτε είδαμε κανέναν πόλεμο, κι όμως νικήσαμε. Αγωνίστηκε ο Κύριος και μεις στεφανωθήκαμε. Επειδή λοιπόν είναι και δική μας η νίκη, ας ψάλλουμε όλοι σήμερα σαν στρατιώτες ύμνο επινίκιο: «Κατανικήθηκε ο θάνατος και κατατροπώθηκε. Πού είναι θάνατε η νίκη σου; Πού είναι Άδη το κεντρί σου;».

(Πηγή: enoriaka.gr)