ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- Κυριακή μετά την Ύψωσιν

Αποσπάσματα από την ομιλία ΝΕ΄ του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, σχετικά με την ανάγκη αυταπαρνήσεως για τα ουράνια αγαθά.

«Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές Του˙ όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθήσει».

[…] Και πρόσεχε πώς ομιλεί χωρίς κανένα απολύτως εξαναγκασμό. Διότι δεν είπε, ότι κι αν ακόμη θέλετε, και αν δεν θέλετε, πρέπει να το πάθετε αυτό, αλλά τι είπε: «εάν κάποιος θέλει να με ακολουθήσει». Δε σας ζητώ δια της βίας, δε σας εξαναγκάζω, αλλά τον καθένα τον αφήνω κύριο της διαθέσεώς του˙ για τον λόγο αυτό σας λέγω «αν κάποιος θέλει». Διότι σας προσκαλώ προς αγαθά, και όχι προς κακά και δυσάρεστα, όχι προς κόλαση και τιμωρία, ώστε να σας αναγκάσω. Πράγματι λοιπόν η ίδια η φύση του πράγματος είναι ικανή να προσελκύσει. Λέγοντας δε αυτά προσείλκυε ακόμη περισσότερο. Διότι εκείνος που χρησιμοποιεί βία, πολλές φορές απομακρύνει, ενώ εκείνος που αφήνει τον ακροατή να ενεργήσει μόνος του, τον προσελκύει περισσότερο. Καθόσον η φροντίδα για κάποιον έχει μεγαλύτερη δύναμη από την βία. Δια τούτο και ο Κύριος έλεγε˙ «εάν κάποιος θέλει». Διότι, λέγει, είναι μεγάλα τα αγαθά που σας δίδω και τέτοια, ώστε και να προσέρχεσθε με την θέλησή σας. Πράγματι, δε θα ήταν δυνατό να προσελκύει κανείς με την βία, πολύ περισσότερο δε συμβαίνει αυτό στα ουράνια αγαθά. Διότι, εάν δε σε πείθει να προσέλθεις η φύση του πράγματος, δεν είσαι άξιος ούτε να λάβεις αλλ΄, ούτε και αν λάβεις, θα γνωρίσεις καλά αυτό που έλαβες. Για τον λόγο αυτό, ο Χριστός, επειδή σέβεται την ελευθερία μας, δεν αναγκάζει, αλλά προτρέπει. Διότι, επειδή φαίνονταν να διαδίδουν πολλά, και ιδίως να στενοχωρούνται γι’ αυτό που ελέχθη, λέγει˙ «Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε και να ταράσσεσθε. Εάν δεν θεωρείτε το λεχθέν ως αίτιο απείρων αγαθών και σαν κάτι που συμβαίνει προς χάριν σας, δεν εκβιάζω, ούτε εξαναγκάζω, αλλά εάν κανείς θέλει να με ακολουθήσει αυτόν προσκαλώ. Αλλ΄ όμως μην έχετε την γνώμη ότι αυτό είναι το να με ακολουθείτε, αυτό που κάνετε τώρα ακολουθώντας με. Χρειάζεται να υπομείνετε πολλούς κόπους, πολλούς κινδύνους, εάν έχετε σκοπό να με ακολουθήσετε».

Πρόσεξε όμως πώς και τον λόγο κάνει ευχάριστο. Διότι δεν περιορίζει τις δυσχέρειες μόνο σε αυτούς, αλλά και παρουσιάζει την αλήθεια αυτήν κοινή για όλη την οικουμένη, λέγοντας «εάν κανείς θέλει»˙ ας βαδίζει δηλαδή αυτήν την οδό, είτε είναι γυναίκα, είτε άνδρας, είτε άρχοντας, είτε αρχόμενος. Και εκ πρώτης όψεως φαίνεται μεν ότι μία είναι η αλήθεια που είπε, αλλ’ όμως τρία είναι τα λεγόμενα˙ το «να απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του», το «να σηκώσει τον σταυρό του» και το «να με ακολουθήσει». Και τα μεν δύο είναι στενά συνδεδεμένα, το άλλο όμως ελέχθη ως κάτι το ξεχωριστό. Αλλ’ ας δούμε κατ’ αρχήν τι τέλος πάντων σημαίνει το να αρνηθούμε τον εαυτό μας. Προηγουμένως όμως ας εξετάσουμε τι σημαίνει το να αρνηθούμε άλλον και τότε θα κατανοήσουμε πλήρως τι τέλος πάντων σημαίνει να αρνηθούμε τον εαυτό μας.

Τι σημαίνει λοιπόν να αρνηθεί κανείς άλλον; Εκείνος που αρνείται άλλο, επί παραδείγματι τον αδελφό του ή τον δούλο του ή οποιονδήποτε άλλο, και αν ακόμη τον δει να μαστιγώνεται ή να φυλακίζεται ή να οδηγείται προ των δημοσίων αρχών ή να πάσχει οτιδήποτε άλλο, δεν του συμπαρίσταται, δεν τον βοηθεί, δεν ταράσσεται η ψυχή του, δεν υποφέρει κάτι προς χάριν του, επειδή αποξενώθηκε τελείως από αυτόν. Τέτοια αδιαφορία λοιπόν θέλει να δείχνουμε για το σώμα μας, ώστε είτε το μαστιγώνουν, είτε το βασανίζουν, είτε το καίουν, είτε οτιδήποτε το κάνουν, να μην το λυπούμαστε. Ο Χριστός μάλιστα δεν είπε να μη λυπάται κανείς τον εαυτό του, αλλά να αποφεύγει να τον παραδίδει στους κινδύνους, στους αγώνες, και τέτοια να είναι η όλη στάση του σαν κάποιος άλλος να έπασχε αυτά. Και δεν είπε, «ας αρνηθεί», αλλά «ας απαρνηθεί»˙ με την μικρή πάλι αυτή προσθήκη δείχνει τον υπερβολικό βαθμό της αρνήσεως. Διότι πράγματι αυτό σημαίνει περισσότερο από εκείνο.

«Και ας σηκώσει τον σταυρό του». Αυτό προκύπτει από εκείνο. Διότι για να μην νομίσεις ότι πρέπει να απαρνηθείς τον εαυτό σου μόνο ως προς τα λόγια, τις ύβρεις και τους ενδεχόμενους ονειδισμούς εναντίον σου, λέγει και μέχρι ποιου σημείου πρέπει να απαρνηθείς τον εαυτό σου· δηλαδή μέχρι θανάτου, και θανάτου επονείδιστου (σταυρικού). Για τον λόγο αυτό δεν είπε «ας απαρνηθεί τον εαυτό του μέχρι θανάτου», αλλά, «ας σηκώσει τον σταυρό του», δηλώνοντας τον αξιοκατάκριτο θάνατο· και ότι όχι μία φορά, ούτε δύο, αλλά καθ’ όλη τη ζωή μας, πρέπει να το κάνουμε αυτό. Συνεχώς δηλαδή, λέει, να σκέπτεσαι τον θάνατο αυτό και καθημερινά να είσαι έτοιμος για σφαγή. Διότι, επειδή πολλοί μεν περιφρόνησαν τα χρήματα και την τρυφή και την δόξα, δεν περιφρόνησαν όμως τον θάνατο, αλλά φοβήθηκαν τους κινδύνους· εγώ, λέγει, θέλω ο δικός μου στρατιώτης να παλεύει μέχρι αίματος, και οι αγώνες να φθάνουν μέχρι θανάτου. Ώστε και αν είναι ανάγκη και θάνατο να υπομείνουμε, είτε τον αξιοκατάκριτο θάνατο, είτε να υποφέρουμε εξαιτίας κάποιας κακής υποψίας, όλα πρέπει να τα υποφέρουμε με γενναιότητα, και κατ΄ αυτόν τον τρόπο να χαιρόμαστε πιο πολύ.

«Και ας με ακολουθεί». Επειδή είναι δυνατόν να πάσχει κανείς, χωρίς να ακολουθεί τον Χριστό, όταν κανείς δεν πάσχει χάριν Αυτού·(καθόσον οι ληστές και οι τυμβωρύχοι και απατεώνες υποφέρουν πολλά και φοβερά, για να μη νομίσεις ότι αρκεί η ύπαρξη μόνο των δεινών, προσθέτει την προϋπόθεση των δεινών. Ποια λοιπόν είναι αυτή; Όπως πραγματοποιώντας αυτά και πάσχοντας, γίνεσαι δικός Του ακόλουθος· για να υπομένεις τα πάντα χάριν Αυτού· για να έχεις και την άλλη αρετή. Καθόσον και τούτο φανερώνει το «Ας με ακολουθεί»· ώστε να μην επιδεικνύουμε μόνο ανδρεία κατά την διάρκεια των δεινών, αλλά και φρόνηση και πραότητα και κάθε φιλοσοφική διάθεση. Αυτό είναι το να ακολουθούμε τον Χριστό όπως πρέπει, το να φροντίζουμε και για την άλλη αρετή και το να υπομένουμε τα πάντα γι’ Αυτόν. Πώς λοιπόν δε είναι χαρακτηριστικό τέλειας ανοησίας, το να μην επιδεικνύουμε την ίδια ανδρεία με αυτούς οι οποίοι χάνονται και μάλιστα ενώ πρόκειται να αποκομίσουμε τόσους στεφάνους; Αν και σε μας βέβαια και ο Χριστός παρίσταται, ως βοηθός · σ΄ εκείνους όμως κανείς.

Έδωσε φυσικά και προηγουμένως αυτήν την παραγγελία όταν απέστελνε αυτούς λέγοντας· «Προς τους εθνικούς μην πηγαίνετε· (διότι σας αποστέλλω ως πρόβατα ανάμεσα στους λύκους. Και θα οδηγηθείτε ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων)», τώρα δε εκτενέστερα μάλλον και αυστηρότερα. Διότι τότε ανέφερε μόνο τον θάνατο, εδώ δε έκανε λόγο και περί του σταυρού, και μάλιστα περί συνεχούς σταυρού· διότι, λέγει, «ας σηκώσει τον σταυρό του»· δηλαδή, ας βαστάζει συνεχώς και ας φέρει τον σταυρό. Και τούτο συνηθίζει να κάνει παντού, όχι εξαρχής και προλογικά, αλλ’ ησύχως και σιγά σιγά να φέρει στο μέσο τα μεγαλύτερα από τα παραγγέλματα, για να μην παραξενεύονται οι ακούοντες.

Έπειτα, επειδή φαινόταν ότι είναι υπερβολικό αυτό που ειπώθηκε, δες πώς με τα επόμενα, τους παρηγορεί και υπόσχεται βραβεία τα οποία υπερτερούν των ιδρώτων· και όχι μόνο βραβεία, αλλά και την αντιμισθία της κακίας. Πράγματι γι΄ αυτή χρονοτριβεί περισσότερο, παρά για εκείνα, επειδή τους περισσοτέρους συνηθίζει να σωφρονίζει όχι τόσο η προσφορά των αγαθών, όσο η απειλή των φοβερών. Πρόσεχε λοιπόν πώς και από εδώ αρχίζει και σ’ αυτό καταλήγει. «Διότι εκείνος ο οποίος θέλει να σώσει την ζωή του, αυτός θα την χάσει. Εκείνος δε που θα χάσει την ζωή του εξαιτίας μου, αυτός θα την βρει. Διότι τι έχει να ωφεληθεί ο άνθρωπος εάν κερδίσει τον κόσμο όλο, ζημιωθεί δε την ψυχή του; Ή τι είναι δυνατόν να δώσει ο άνθρωπος ως αντάλλαγμα της ψυχής του;». Αυτό δε που λέγει, σημαίνει· όχι από έλλειψη λύπης προς εσάς, αλλά από υπερβολική λύπη για την ακηδία σας, καθώς και από φροντίδα παραγγέλλω αυτά. Καθόσον εκείνος ο οποίος λυπάται να τιμωρήσει το παιδί του, το καταστρέφει· εκείνος όμως ο οποίος δεν λυπείται, το διασώζει.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην περίπτωση ενός στρατοπέδου. Αν δηλαδή ο στρατηγός, λυπούμενος για τους στρατιώτες, διατάζει να παραμένουν συνεχώς μέσα σ’ αυτό, και τους ευρισκομένους μέσα, χάνει μαζί με αυτούς. Για να μη συμβαίνει λοιπόν αυτό και σε σας, λέγει, πρέπει εσείς να είστε παρατεταγμένοι συνεχώς προς θάνατο. Καθόσον και τώρα πρόκειται να ανάψει εκ νέου πόλεμος φοβερός. Μην καθίσεις λοιπόν εντός, αλλ’ ας εξέρχεσαι και ας πολεμείς· και αν πέσεις στην παράταξη της μάχης, τότε έζησες. Διότι εάν επί των πραγματικών πολέμων εκείνος που είναι έτοιμος προς σφαγή, αυτός πιο πολύ υπερισχύει των άλλων και είναι ακατάβλητος και φοβερότατος στους εχθρούς, αν και βεβαίως ο βασιλιάς, προς χάριν του οποίου πολεμεί, δεν δύναται μετά θάνατο να τον αναστήσει· πολύ περισσότερο επί των πολέμων αυτών των πνευματικών, όταν υπάρχουν και τόσο πολλές ελπίδες αναστάσεως, ο παραδίδων την ψυχήν του σε θάνατο θα την σώσει· κατ΄ένα μεν τρόπο, διότι δε θα αιχμαλωτισθεί εύκολα· κατά δεύτερον δε, διότι και αν πέσει, θα οδηγήσει αυτήν προς υψηλοτέρα ζωή.

Έπειτα, επειδή είπε, ότι «εκείνος ο οποίος θέλει να σώσει την ζωή του, θα την χάσει, εκείνος δε ο οποίος θα την χάσει, θα την σώσει»· και στην πρώτη περίπτωση ανέφερε σωτηρία και απώλεια και στη δεύτερη σωτηρία και απώλεια, για να μη νομίσει κανείς ότι είναι της ίδιας αξίας η απώλεια και η σωτηρία στην πρώτη και στην δεύτερη περίπτωση, αλλά να γνωρίσεις καλά ότι μεταξύ της σωτηρίας εκείνης και αυτής τόση είναι η διαφορά, όση μεταξύ απωλείας και σωτηρίας· και εκ των αντιθέτων αποδεικνύοντας αυτά με μιας λέγει· «διότι τι έχει να ωφεληθεί ο άνθρωπος εάν κερδίσει τον κόσμο όλο, ζημιωθεί δε την ψυχή του»; Είδες πώς η παρά το πρέπον σωτηρία της είναι απώλεια, και χειρότερη κάθε απωλείας, επειδή και αθεράπευτη είναι, εφόσον δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να την εξαγοράσει; Διότι μη μου λες αυτό, λέγει, ότι έσωσε την ζωή του εκείνος ο οποίος διέφυγε τους τόσους μεγάλους κινδύνους, αλλά μαζί με τη ζωή του συναρίθμησε (ότι κέρδισε) και όλη την οικουμένη. Και τι το περισσότερο σ’ αυτόν εκ τούτου, όταν χάνεται η ψυχή του; Πες μου, αν δεις τους δούλους σου να ζουν σε πολυτέλεια όμως τον εαυτό σου να βρίσκεται στα χείριστα κακά, άραγε θα κερδίσεις κάτι από το να είσαι κύριος; Καθόλου. Τούτο λοιπόν σκέψου και προκειμένου περί της ψυχής, όταν αυτή αναμένει την μέλλουσα καταστροφή καθ΄ ην στιγμή το σώμα διάγει εν πολυτελεία και πλούτω. «Τι είναι δυνατόν να δώσει ο άνθρωπος ως αντάλλαγμα της ψυχής του»; Πάλι επιμένει στο ίδιο. Μήπως, λέγει, έχεις να δώσεις άλλη ψυχή αντί της ψυχής σου; Αν χάσει βέβαια χρήματα, θα δώσεις χρήματα ή οικία ή δούλους, ή οτιδήποτε άλλο από τα υπάρχοντά σου· αν χάσεις όμως την ψυχή, άλλη ψυχή δε θα μπορέσεις να προσφέρεις· αλλά κι αν έχεις τον κόσμο, κι αν είσαι βασιλιάς της οικουμένης, δε θα μπορέσεις· και αν ακόμη καταβάλεις όλα τα πράγματα της οικουμένης μαζί με την ίδια την οικουμένη, να αγοράσεις μία ψυχή. Και τι το παράδοξο εάν αυτό συμβαίνει περί της ψυχής; Καθόσον και περί του σώματος θα έβλεπε κανείς να γίνεται αυτό. Και αν είσαι περιβεβλημένος αναρίθμητα διαδήματα, έχεις όμως εκ φύσεως ασθενικό σώμα και δυσθεράπευτο, δε θα μπορέσεις, κι αν ακόμη προσφέρεις όλη τη βασιλεία, να θεραπεύσεις το σώμα αυτό, κι αν ακόμη προσθέσεις αναρίθμητα σώματα και πόλεις και χρήματα. Τοιουτοτρόπως λοιπόν σκέψου και για την ψυχή· μάλλον και πολύ σοβαρότερο για την ψυχή, και αφού αφήσεις όλα τα άλλα, γι’ αυτήν να δαπανάς όλη σου την φροντίδα.

Μην λοιπόν, φροντίζοντας για τα ξένα, παύσεις να ενδιαφέρεσαι για τον εαυτό σου και τα δικά σου· αυτό κάνουν οι πολλοί τώρα, μοιάζοντας με αυτούς οι οποίοι εργάζονται στα μεταλλεία ως κατάδικοι. Εάν δε λέγεις ότι απολαμβάνεις των κόπων σου με το να πλουτίζεις, απόδειξε ότι η ψυχή σου ευφράνθηκε, ωφελήθηκε και τότε θα πεισθώ. Διότι από όσα έχουμε, κυριότερο είναι η ψυχή· εάν δε το σώμα παχύνεται, ενώ εκείνη φθείρεται, τίποτα δεν σου προσφέρει εσένα η ευεξία αυτή· αλλά θα σου πει πάλι ο Χριστός· «Τι είναι δυνατόν να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα υπέρ της ψυχής του;», προτρέποντάς σε να στρέφεσαι συνεχώς προς εκείνη (δηλαδή την ψυχή), και για μόνη αυτή να ενδιαφέρεσαι.

Αφού ενέπνευσε λοιπόν τον φόβο από εδώ, παρηγορεί τώρα και δια της υπενθυμίσεως των αγαθών. «Διότι μέλλει ο Υιός του ανθρώπου να έλθει περιβεβλημένος την δόξα του πατρός Του με τους αγγέλους Του, και τότε θα αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του». Είδες πώς είναι μία η δόξα του Πατρός και του Υιού; Εάν δε η δόξα είναι μία, φανερό ότι και η ουσία είναι μία. Διότι εάν υπάρχει διαφορά δόξης σε μία ουσία («διότι άλλη είναι η λαμπρότητα του ηλίου, και άλλη της σελήνης και άλλη η λαμπρότητα των αστέρων· διότι άστρο από άστρο διαφέρει κατά την λάμψη» αν και πρόκειται περί μιας ουσίας), πώς εκείνων των οποίων η δόξα είναι μία, η ουσία θα νομισθεί άλλη; Διότι δεν είπε, (ότι θα έλθει) σε τέτοια δόξα την οποία έχει κι ο Πατέρας, για να μην υποπτευθείς πάλι κάποια διαφορά· αλλά φανερώνοντας το ακριβές, λέγει ότι θα έλθει περιβεβλημένος αυτήν ακριβώς την δόξα (του Πατρός), ώστε μία αυτήν και να θεωρούμε. Γιατί λοιπόν φοβάσαι, Πέτρε, λέγει, με το να ακούς θάνατο; Διότι τότε θα με δεις περιβεβλημένο την δόξα του Πατρός. Εάν δε εγώ θα είμαι εν δόξη, και εσείς θα είστε. Δε θα παύσουν στην παρούσα ζωή τα δικά σας· αλλά θα σας αναμένει κάποιο άλλο καλύτερο τέλος. Ωστόσο, αν και ανέφερε τα ευχάριστα, δε σταμάτησε μέχρι το σημείο αυτό, αλλά ανέμιξε και τα φοβερά με το να φέρει στο μέσο το δικαστήριο εκείνο και τις αναπόφευκτες ευθύνες, και την αμερόληπτη απόφαση και την μη εξαπατωμένη κρίση. Ασφαλώς δεν άφησε να φανεί ο λόγος μόνον μελαγχολικός, αλλά τον συνδύασε και με ευχάριστες ελπίδες. Διότι δεν είπε, θα τιμωρήσει τότε τους αμαρτωλούς, αλλά «θα αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του». Έλεγε δε αυτά, υπενθυμίζοντας όχι μόνο την τιμωρία στους αμαρτωλούς, αλλά και στους ενάρετους τα βραβεία και τους στεφάνους.

Αλλ’ ο Κύριος μεν είπε αυτά, για να ενισχύσει τους καλούς ανθρώπους, εγώ όμως πάντοτε φρίττω ακούγοντας αυτά· διότι δεν είμαι μεταξύ των στεφανουμένων. Νομίζω δε ότι και άλλοι συμμετέχουν στον φόβο και την αγωνία μου. Διότι ποιον δεν είναι ικανός να φοβίσει αυτός ο λόγος αν τον συνειδητοποιήσει κανείς, και να τον κάνει να φρίττει, και να τον πείσει ότι έχουμε ανάγκη του σάκκου της μετανοίας, πολύ πιο μεγάλης νηστείας και από τον λαό των Νινευιτών; Διότι ο λόγος για εμάς δεν είναι περί καταστροφής μιας πόλης και του κοινού θανάτου, αλλά περί της αιωνίου κολάσεως και του ασβέστου πυρός.

Αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, που επιδεικνύουν αληθινή μετάνοια, αφού μιμηθούμε κι εμείς ας ευχαριστούμε συνεχώς τον Θεό, ας υμνούμε Αυτόν σε όλη μας τη ζωή και ας φροντίζουμε για τη σωφροσύνη και τις άλλες αρετές, για να φανούμε και στον Θεό αρεστοί και στους ανθρώπους άμεμπτοι, και να επιτύχουμε τα μελλοντικά αγαθά, δια της χάριτος και της φιλανθρωπίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δια τον οποίο και μετά του οποίου στον Πατέρα ανήκει η δόξα, η τιμή, η εξουσία, συγχρόνως στο Άγιο και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε, και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:

· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 67,σελ.63-78 (https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLc00xQlk2TnZfbVE/view)

· Ιερού Χρυσοστόμου έργα, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Πατερικές εκδόσεις ΕΠΕ «Γρηγόριος Παλαμάς», τόμος 11 ,σελ. 502-519, Θεσσαλονίκη 1990

(Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ: Ο ΓΛΥΚΥΤΑΤΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΟΥ!



Άγιος Λουκάς Κριμαίας: Ο γλυκύτατος Ιησούς να είναι πάντα στις σκέψεις σου, να είναι ένα λιμάνι στο οποίο θα επανέρχεσαι ξανά και ξανά. Επίσης μη διστάσεις να καλείς την Παναγία σε βοήθεια όποτε έχεις ανάγκη και όχι μόνο.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- ΟΜΙΛΙΑ ΜΑ' ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΠΟΥ ΚΑΛΕΙ ΣΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ ΤΟΥ ΥΪΟΥ!


 Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Κυριακή ΙΔ’ Ματθαίου: Ομιλία ΜΑ’ στην παραβολή που καλεί στους γάμους του Υιού

Δίδεται και απάντηση προς εκείνους που λένε, γιατί ο Θεός κάλεσε εκείνους που καθόλου δεν υπάκουσαν, ή δεν υπάκουσαν με έργα, και γιατί έπλασε εκείνους που θα τιμωρηθούν.

1. Της παραβολής που αναγινώσκεται σήμερα στο Ευαγγέλιο του Κυρίου (Ματθ. κβ’, 2-14), θα πω στην αγάπη σας, το τελευταίο πρώτο, ότι δηλαδή πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί. Αυτό εξ άλλου ο Κύριος το δείχνει σε κάθε παραβολή, ώστε εμείς να φροντίσουμε να μην είμαστε απλώς από τους καλεσμένους, αλλά από τους εκλεκτούς. Διότι εκείνος που δεν είναι από τους εκλεκτούς, αλλά μόνο από τους καλεσμένους, όχι μόνο ξεπέφτει από το άδυτο φως, αλλά βγαίνει έξω και από το εξώτερο φως. Και θα δεθεί χειροπόδαρα, στα πόδια γιατί δεν έτρεξαν προς τον Θεό, και τα χέρια γιατί δεν εργάστηκαν τα έργα του Θεού, και παραδίδεται στον κλαυθμό και το τρίξιμο των δοντιών.

2. Ίσως θα απορούσε κανείς πρώτα, πώς ο Κύριος είπε πολλούς τους καλεσμένους και δεν είπε όλους τους ανθρώπους. Διότι αν δεν προσκλήθηκαν όλοι δεν θα είναι δίκαιο να εκπέσουν από τα αγαθά που υποσχέθηκε ο Κύριος, ούτε θα είναι δίκαιο να δοκιμάσουν τις απειλές των βασάνων. Ίσως θα υπάκουαν αν είχαν προσκληθεί. Όμως αυτό είναι εύλογο, ότι δηλαδή δεν αποδοκιμάσθηκαν δίκαια, αν δεν προσκλήθηκαν, δεν είναι όμως αληθινό εκείνο, το ότι δεν προσκλήθηκαν όλοι. Καθώς ο Κύριος υψωνόταν προς τον ουρανό μετά την Ανάσταση από τους νεκρούς, είπε στους μαθητές Του, «πηγαίνοντας σ’ ολόκληρο τον κόσμο να διακηρύξετε το Ευαγγέλιο σε όλη την κτίση» (Μάρκ. ιστ’, 15), και «κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάξτε τους να τηρούν όλες τις εντολές που σας έδωσα» (Ματθ. κη’, 19 – 20). Και το ότι αυτή την παραγγελία την πραγματοποίησαν οι μαθητές, είναι αρκετό να το παρουσιάσει ο μέγας Παύλος, που είπε: «Μήπως, λέει, δεν άκουσαν το: Σ’ όλη τη γη αντήχησε η φωνή τους, και στα πέρατα της οικουμένης τα λόγια τους» (Ρωμ. ι, 18), δηλαδή των Αποστόλων. Ώστε προσκλήθηκαν όλοι και δικαίως όσοι δεν προσήλθαν στην πίστη, θα τιμωρηθούν. Πώς λοιπόν ο Κύριος δεν είπε ότι όλοι είναι καλεσμένοι, αλλά είπε πολλοί; Αυτό συνέβη διότι μιλούσε για όσους προσήλθαν, γι’ αυτό και το έθεσε ύστερα, μετά την παραβολή. Διότι, αν κάποιος που προσκλήθηκε, υπακούσει στην πρόσκληση, και βαπτιστεί και ονομασθεί με το όνομα του Χριστού, Χριστιανός, αλλά δεν ζήσει άξια προς την πρόσκληση, και δεν τηρήσει τις υποσχέσεις που έδωσε όταν βαπτιζόταν, ζώντας κατά Χριστόν, αυτός είναι καλεσμένος, όχι όμως εκλεκτός.

3. Αλλά και αυτό απορούν μερικοί, και μάλλον και κατηγορούν, αυτοί που είναι γη και πηλός, τον υπερουράνιο Θεό, οι χθεσινοί τον προαιώνιο. Λένε δηλαδή, γιατί ο Θεός κάλεσε εκείνους, αφού γνώριζε πως δεν θα υπάκουαν καθόλου, ή δεν θα υπάκουαν ούτε με έργα; Και γενικά, γιατί κατασκεύασε αυτούς που πρόκειται να τιμωρηθούν, και μάλιστα αφού το προγνώριζε; Και κατηγορούν χωρίς να ακούνε ούτε εκείνο, ότι, «όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο απέχουν οι σκέψεις μου από τις σκέψεις σας, λέει ο Κύριος» (Ησ. νε’, 9), αλλά ζητούν τον λόγο και ελέγχουν Εκείνον που δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητός. Εμείς πόσο διαφέρουμε από τα μυρμήγκια; Δεν έχουμε από τα ίδια υλικά αυτό το φύραμά μας, δηλαδή το σώμα; Δεν τρεφόμαστε από τα ίδια; Δεν ζούμε στους ίδιους τόπους; Δεν χρησιμοποιούμε σχεδόν τις ίδιες δυνάμεις; Σε μερικές μάλιστα από αυτές, υπερέχουν από εμάς τα μυρμήγκια, διότι πιο εύκολα προβλέπουν τα χρήσιμα γι’ αυτά, πιο εύκολα προγνωρίζουν τα επιτήδεια και είναι πιο πρόθυμα για τη συγκομιδή όλου του έτους. Αλλά υπερέχουμε κι’ εμείς από αυτά στο λογικό και στην ψυχή μας; Ποια είναι όμως αυτή η υπεροχή, όταν συγκρίνεται προς την υπεροχή του Θεού απέναντί μας;

4. Αν λοιπόν συγκεντρωνόταν όλα τα μυρμήγκια της οικουμένης και δεν θα μπορούσαν ποτέ να γνωρίσουν ούτε το παραμικρότερο έργο ή νόημα από τα δικά μας γιατί υπερέχουμε από αυτά σε όλα, πώς εμείς θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τα έργα και τον νου τού Θεού, ο Οποίος υπερέχει από εμάς απείρως άπειρες φορές και να στοχασθούμε με ακρίβεια την ακολουθία των γεγονότων χωρίς την πίστη; Γιατί, όπως ακριβώς ο μεγάλος φωστήρας στον ουρανό, ο ήλιος, δεν θα μπορούσε να κάνει ημέρα, εάν η λαμπρότητά του δεν ξεπερνούσε την όψη μας, έτσι, ούτε ο δημιουργός της φύσεώς μας Θεός, δεν θα μπορούσε να μας χορηγήσει τη σωτηρία, αν ήταν καταληπτός από εμάς και αν δεν είχε σοφία και αγαθότητα που υπερβαίνει τη διάνοιά μας.

5. Όμως, αυτοί πού κατηγορούν τον Θεό, για το πώς κάλεσε αυτούς που δεν επρόκειτο να υπακούσουν με έργα, πώς δεν θα Τον θεωρούσαν αίτιο αυτής της απώλειάς τους, αν δεν τους καλούσε; Γι’ αυτό λοιπόν τους κάλεσε, για να μην μπορεί κανείς να πει ότι Αυτός είναι αιτία της τιμωρίας τους. Και γιατί γενικά κατασκεύασε αυτούς που επρόκειτο να τιμωρηθούν; Τους κατασκεύασε όχι για να τους τιμωρήσει, αλλά για να τους σώσει, κι’ αυτό είναι φανερό απ’ την πρόσκληση. Διότι, αν ήθελε να τιμωρήσει κάποιον, δεν θα τους καλούσε όλους για σωτηρία. Και αν Εκείνος από την αγαθότητά Του με δημιούργησε και με κάλεσε σε σωτηρία, και εγώ φάνηκα κακός, έπρεπε η κακία μου, και μάλιστα που δεν ήταν παρούσα ακόμη, να νικήσει και να εμποδίσει την αγαθότητα του Θεού που υπάρχει πάντοτε; Αυτό ποια λογική μπορεί να έχει; Και όποιος δεν λέει αυτό, αλλά απλά κατηγορεί τον Θεό, αυτό ισχυρίζεται κατ’ ευθείαν, ότι δεν έπρεπε να δημιουργηθεί κάποια λογική φύση. Διότι ανάγκη θα υπήρχε του λογικού, αν δεν ήταν προαιρετικό και αυτεξούσιο; Και πώς θα μπορούσε κάποιος να είναι αυτεξούσιος και να έχει προαίρεση, όταν, αν θα το ήθελε, θα μπορούσε να είναι και κακός; Και εάν κάποιος δεν μπορεί να είναι κακός, τότε δεν μπορεί να γίνει ούτε αγαθός.

6. Όποιος λοιπόν λέει, ότι όσοι πρόκειται να τιμωρηθούν, δεν έπρεπε να δημιουργηθούν από τον Θεό, ισχυρίζεται ότι δεν έπρεπε να δημιουργηθούν ούτε όσοι πρόκειται να σωθούν, ούτε επίσης καμμιά γενικά λογική και αυτεξούσια φύση. Και εάν όλα τα άλλα δημιουργήθηκαν για χάρη της λογικής φύσης, αυτό ισχυρίζεται, ότι δεν έπρεπε ο Θεός να είναι δημιουργός. Βλέπετε πόση είναι η ουτοπία; Αλλά αφού δημιουργήθηκε από τον Θεό το λογικό και αυτεξούσιο γένος των ανθρώπων, με τη ροπή του αυτεξουσίου και τη διαφορετική κλίση του, άλλοι επρόκειτο να γίνουν κακοί και άλλοι πάλι αγαθοί, τι έπρεπε να πράξει ο πραγματικά αγαθός Θεός; Να μη φέρει στην ύπαρξη τους αγαθούς εξ αιτίας εκείνων που επρόκειτο να είναι κακοί; Τι πιο άδικο θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί από αυτό; Διότι, εάν επρόκειτο και ένας μόνο να είναι ο αγαθός, ούτε τότε θα ήταν σωστό να παραιτηθεί ο Θεός από τη δημιουργία, διότι ο ένας που πράττει το θέλημα του Κυρίου είναι ανώτερος από μύριους παράνομους. Και τι θα πούμε και σ’ εκείνους που διαλέγουν και τον χρυσό από το χρυσοφόρο χώμα; Μήπως να συγκεντρώνουν και το άχρηστο χώμα γενικά μαζί με τα ψήγματα του χρυσού; Αλλά θα ακούσουμε ότι δεν θα μπορούσε να γίνει η εκλογή, ούτε θα υπήρχαν οι εκλεκτοί, αν δεν καλούνταν και οι μη εκλεκτοί. Και πώς θα καλούνταν, αν δεν είχαν δημιουργηθεί;

7. Μάλλον ας φέρουμε τον λόγο πιο κοντά, κι’ άς ρωτήσουμε τους ίδιους που κατηγορούν τον Θεό, ο Οποίος θέλει να σωθούν όλοι, για εκείνους που δεν θέλουν τη σωτηρία τους. Αφού είμαστε θνητοί, πρέπει αναγκαστικά να τρεφόμαστε. Επειδή λοιπόν από την τροφή ένα μέρος το συγκρατεί η φύση μας για τη συντήρησή της και το κρατά για τον εαυτό της, και το άλλο καθιστώντας το δυσώδες το αποβάλλει ως άχρηστο μέσω των σχετικών οργάνων, εσείς εξ αιτίας εκείνου που πρόκειται να μεταβληθεί σε κόπρο, θα απομακρύνετε τελείως την τροφή, ή θα δεχτείτε το σύνολο της τροφής για χάρη εκείνου που εκλέγεται και εξομοιώνεται και αφομοιώνεται με την πέψη, για συντήρηση της φύσεώς μας; Ασφαλώς δεν χρειάζεται απάντηση, διότι δίνουμε απάντηση με το έργο, καθώς τρεφόμαστε καθημερινά και προσλαμβάνουμε για χάρη της κατάλληλης σ’ εμάς τροφής, και την ακατάλληλη στη φύση μας. Κι’ αυτό για ποιο λόγο το κάνουμε; Το κάνουμε για χάρη της έμφυτης αγάπης μας για τη ζωή. Έτσι λοιπόν και ο Θεός, λόγω της φυσικής χρηστότητος και αγαθότητός Του, δεν θα παρέλειπε εξαιτίας εκείνων που επρόκειτο να είναι με τη θέλησή τους κακοί, να φέρει στην ύπαρξη τους αγαθούς, αλλά εξαιτίας των αγαθών δημιούργησε κι’ αυτούς που επρόκειτο να είναι κακοί.

8. Δεν βλέπετε τους γιατρούς, που δεν επιτρέπουν να μένουν χωρίς τροφή οι άρρωστοι που έχουν ατονία του στομαχιού τους και δεν κρατούν την τροφή αλλά την κάνουν εμετό; Γιατί, λοιπόν, τους προτρέπουν να τρέφονται; Διότι ο ανθρώπινος οργανισμός κάτι συγκρατεί από την τροφή, έστω και λίγο, αν και το μεγαλύτερο μέρος των φαγητών αχρηστεύεται από τους εμετούς. Γι’ αυτό και η ιατρική δίκαια καλείται φιλάνθρωπη. Ώστε και η φιλαγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού φανερώνεται μάλλον από αυτό. Ότι δηλαδή επειδή υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τη σωτηρία τους, λίγοι βέβαια όταν συγκριθούν με το πλήθος αυτών που δεν σώζονται, ο Θεός δημιούργησε ολόκληρο το γένος και επειδή υπάρχουν λίγοι άνθρωποι που πρόκειται να είναι εκλεκτοί, Αυτός από υπερβολική φιλανθρωπία τους κάλεσε όλους.

9. Διότι λέει «η Βασιλεία των ουρανών μοιάζει με έναν βασιλιά, που έκανε τον γάμο του γιου του. Έστειλε τους δούλους του να φωνάξουν τους καλεσμένους στον γάμο, εκείνοι όμως δεν ήθελαν να έλθουν» (Ματθ. κβ’, 22). Εδώ γάμο εννοεί την ένωση του Υιού του Θεού με την ανθρώπινη φύση, και μέσω αυτής της ενώσεως με την Εκκλησία. Έτσι και ο Παύλος, λέγοντας ότι το μυστήριο του γάμου είναι μέγα, πρόσθεσε, «εγώ σας λέω ότι αναφέρεται στη σχέση Χριστού και Εκκλησίας» (Εφ. ε’, 32). Και αλλού πάλι μας λέει, «σας ένωσα με έναν άνδρα, τον Χριστό, για να σας παρουσιάσω σ’ Αυτόν σαν αγνή παρθένο» (Β’ Κορ. ια’, 2). Και γιατί δεν αναφέρει ότι ο Βασιλιάς των ουρανών, ο Ύψιστος Πατέρας, τέλεσε για τον Υιό Του ένα γάμο, αλλά λέει γάμους; Επειδή βέβαια ο Νυμφίος των καθαρών ψυχών, ο Χριστός, όταν ενώνεται μυστικά με κάθε μια ψυχή, επιτρέπει στον Πατέρα Του να παραθέτει γαμήλια χαρά γι’ αυτόν τον σκοπό. Αυτός είναι πραγματικά που λέει, ότι «γίνεται χαρά στον ουρανό για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού» (Λουκ. ιε’, 7), διότι καρπός του Αγίου Πνεύματος, που με τη μετάνοια συνδέει και ενώνει πάλι τους ζώντες που επιστρέφουν, με τον Χριστό, είναι η χαρά, σύμφωνα με όσα λέει ο Απόστολος Παύλος (Γαλ. ε’, 22) και περιβάλλει μαζί τους ένθεους που βρίσκονται στον ουρανό και επάνω στη γη. Γι’ αυτό γίνεται χαρά στον ουρανό για κάθε αμαρτωλό που μετανοεί.

10. Καθώς λοιπόν πραγματοποιείται ήδη η απερίγραπτη ένωση του Υιού του Θεού, ο Οποίος μας χάρισε τη μετάνοια, με την ανθρώπινη φύση, και εξ αιτίας αυτής της ενώσεως συγκροτείται από τον Θεό και Πατέρα μυστική χαρά στους ουρανούς, απεστάλησαν οι δούλοι του Θεού, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος του Κυρίου, ο Ζαχαρίας που τον σκότωσαν οι Ιουδαίοι μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου, ο Συμεών ο θεοδόχος, και γενικά όλοι, όσοι πριν από το σωτηριώδες Πάθος και την Ανάσταση ανάφεραν στο κήρυγμά τους ότι είχε πραγματοποιηθεί ήδη η έλευση του Κυρίου επάνω στη γη. Αυτοί, λοιπόν, απεστάλησαν για να καλέσουν τους προσκεκλημένους, δηλαδή τους Ιουδαίους (διότι αυτοί είναι οι προσκεκλημένοι, αφού προσκλήθηκαν προηγουμένως με τους προφήτες, αλλά δεν θέλησαν να έλθουν, δηλαδή να πιστέψουν και να συμμετάσχουν στην απερίγραπτη κοινωνία και χάρη, αν και πολλές φορές και προηγουμένως και τώρα προσκλήθηκαν. Λέει λοιπόν πάλι -αλήθεια, τι απερίγραπτη μακροθυμία!- απέστειλε άλλους δούλους που έλεγαν: «Έχει ετοιμασθεί το γεύμα, έχουν σφαγεί οι ταύροι και τα θρεφτάρια, και όλα είναι έτοιμα. Ελάτε στον γάμο» (Ματθ. κβ’, 4). Και αφού άκουσαν, άλλοι αμέλησαν και πήγαν στους αγρούς και σε εμπορικές δουλειές. Πόσο διαφέρουν από αυτούς σήμερα, όσοι προφασίζονται τρύγους και αμπέλια κι’ ανωμαλίες σε εμπόριο και απουσιάζουν από τις ιερές συνάξεις και δεν έχουν προθυμία να ακούνε την ιερή ψαλμωδία και διδασκαλία; Και άλλα, λέει, αφού έπιασαν τους δούλους τους έβρισαν και τους σκότωσαν. Δεν διαφέρουν πολύ από αυτούς όσοι και τώρα δείχνουν απείθεια στους προϊσταμένους της Εκκλησίας και μερικές φορές επαναλαμβάνουν εναντίον τους αυτά που λένε οι εχθροί. Εμείς όμως ας βγάλουμε δωρεάν και γι’ αυτούς το σωτηριώδες γλεύκος από αυτήν την παραβολή.

11. Λέει «έχω ετοιμάσει το άριστο γεύμα, έχω σφάξει τους ταύρους και τα θρεφτάρια, και όλα είναι έτοιμα. Ελάτε στον γάμο» (Ματθ. κβ’, 4). Πραγματικά κατά την ενανθρώπηση του Κυρίου, πραγματοποιήθηκε το άριστο από τα έργα του Θεού. Διότι όλα όσα έγιναν πριν από την ενανθρώπηση από τον Θεό κατ’ οικονομίαν για χάρη μας ήταν καλά και αγαθά, που απέβλεπαν προς αυτόν τον σκοπό. Όμως το άριστο από όλα, και μάλλον το μόνο πραγματικό και ασύγκριτο άριστο, είναι η ενανθρώπηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και μάλιστα το τέλος αυτής, δηλαδή τα σωτηριώδη Πάθη και η Ανάσταση. Φαίνεται πως πραγματικά η πρόσκληση αυτή προς τους ανθρώπους να έγινε μετά την Ανάσταση του Κυρίου από τους νεκρούς, διότι τότε είχαν ετοιμασθεί τα απαραίτητα για τη σωτηρία μας: Η τέλεια οικονομία του Υιού του Θεού με τη σάρκωση, η θεόπνευστη κατ’ αυτήν διδασκαλία, τα αποτελέσματα της θεανθρώπινης ενέργειας του Κυρίου, η μετάδοση του θεανθρωπίνου Σώματος, το μεγάλο και θείο και σωτηριώδες θαύμα, η τριήμερη Ανάσταση από τους νεκρούς, η αρχή της αιώνιας ζωής και της ένθεης ευφροσύνης κατ’ αυτήν. Οι ταύροι μου, λέει, και τα σιτευμένα μου έχουν σφαγεί. Διότι τότε έχουν ενωθεί τα παλαιά με τα νέα. Τα νέα δηλώνονται με τη θυσία των σιτευμένων (διότι ο άρτος είναι που θυσιάζεται τώρα για χάρη μας στην Εκκλησία) και τα παλαιά δηλώνονται με τους ταύρους και μεταφέρονται προς το θειότερο με την καινούργια θυσία.

12. Εστάλησαν, λοιπόν, άλλοι δούλοι, οι Απόστολοι του Κυρίου, για να τα κηρύξουν αυτά και στους Ιουδαίους, ενώ ο Δεσπότης μακροθυμούσε ακόμη γι’ αυτούς. Αλλά όταν εκείνοι τους άκουσαν, άλλοι ούτε τους πρόσεξαν, γιατί ήταν προσηλωμένοι απόλυτα σε χωράφια και εμπόριο, σε γη και στα γήινα. Άλλοι πάλι έπιασαν τους κήρυκες και άλλους τους έβρισαν και άλλους τους λιθοβόλησαν, και άλλους, όσο εξαρτιόταν από αυτούς, και τους έβρισαν και τους σκότωσαν. Λέει, λοιπόν, πως «θύμωσε ο βασιλιάς, έστειλε τον στρατό του και αφάνισε εκείνους τους φονιάδες και πυρπόλησε την πόλη τους» (Ματθ. κβ’, 7). Επειδή όμως, ακόμη και μετά το Πάθος που ετοιμάσθηκε από αυτούς, μακροθυμούσε ο Κύριος, απέστειλε αυτούς που τους καλούσαν σε μετάνοια, επαγγέλλονταν αμνηστία και υπόσχονταν χορήγηση μεγάλων αγαθών, έδιναν γι’ αυτά εγγυήσεις και προκαταβολές και ασφαλείς βεβαιώσεις. Εκείνοι όμως όχι μόνο δεν μετανόησαν και δεν έδωσαν προσοχή, αλλά και ανταπέδωσαν βρισιές και αυτούς που τους έφεραν αυτές τις καλές ειδήσεις τους αντάμειψαν με φόνους. Δίκαια μετά στέλνει εκείνους που θα τους αφανίσουν και θα πυρπολήσουν την πόλη τους. Και ποιος δεν γνωρίζει ότι αυτά έγιναν φανερά στην Ιερουσαλήμ, την οποία τώρα την ονόμασε πολύ σωστά και πόλη φονιάδων.

13. Και επειδή εκείνοι οι προσκεκλημένοι πολλές φορές και προηγουμένως και τώρα απέδειξαν τους εαυτούς τους όχι μόνο ανάξιους της προσκλήσεως, αλλά και άξιους θείας οργής και πανωλεθρίας, οι ίδιοι δούλοι, δηλαδή οι Απόστολοι του Κυρίου, με εντολή του Βασιλιά, βγήκαν στους δρόμους και μάζεψαν, λέει, όσους βρήκαν στους δρόμους, κακούς και καλούς και γέμισε η αίθουσα από συνδαιτυμόνες. Αυτοί είναι όσοι προσκλήθηκαν από τα έθνη, διότι τότε μία πόλη του Θεού υπήρχε, η Ιερουσαλήμ, και ένας οίκος Του, του Ισραήλ, και όσοι ήταν έξω από αυτόν τον οίκο, που κάποτε ήταν οι εθνικοί, ήταν σαν πεταμένοι στους δρόμους που ήταν πολλοί και διάφοροι, διότι πολλά και διάφορα ήταν και τα δόγματά τους. Και ονομάζει κακούς και καλούς αυτούς που βρέθηκαν στους δρόμους και από εκεί περιμαζεύτηκαν, εξ αιτίας της διαφοράς της προαιρέσεώς τους, από την οποία άλλοι γίνονται εκλεκτοί, δείχνοντας τρόπο και βίο σύμφωνο με την πίστη, και άλλοι απομακρύνονται από τους εκλεκτούς, έχοντας ζήσει βίο αισχρό και πονηρό και αταίριαστο προς την πίστη.

14. Το δείχνει αυτό και με τη συνέχεια: «Μπήκε, λέει, μέσα κι’ ο βασιλιάς για να δει τους συνδαιτυμόνες», δηλαδή όσους από τους προσκεκλημένους ήλθαν. Η είσοδός του για να δει και ανακρίνει τους συνδαιτυμόνες είναι η παρουσία του Κυρίου κατά τον καιρό της μελλοντικής κρίσεως. Λέει «όταν μπήκε ο βασιλιάς… είδε κάποιον που δεν ήταν ντυμένος με τη γαμήλια φορεσιά» (Ματθ. κβ’, 11). Ένδυμα του πνευματικού γάμου είναι η αρετή, την οποία όποιος δεν τη φόρεσε από εδώ, όχι μόνο θα βρεθεί ανάξιος του θείου εκείνου νυφικού θαλάμου, αλλά θα δοκιμάσει και απερίγραπτα δεσμά και μαστιγώματα. Και αν για κάθε ψυχή υπάρχει ως ένδυμα το ενωμένο μ’ αυτήν σώμα, όποιος δεν το φύλαξε και δεν το καθάρισε εδώ με εγκράτεια και αγνότητα και σωφροσύνη, θα το λάβει τότε άχρηστο και ανάξιο για εκείνον τον νυφικό θάλαμο, και αίτιο να βγει έξω από αυτήν. Λέει, αφού έλεγξε και καταντρόπιασε ο βασιλιάς εκείνον τον ντυμένον ανάξια προς την πρόσκληση, είπε προς τους υπηρέτες: «δέστε του τα χέρια και τα πόδια και πάρτε τον», δηλαδή αφού τον περιβάλετε με αναπόφευκτα δεινά, απομακρύνετέ τον από την κατοικία και τη συναυλία των ευφραινομένων, «και βγάλτε τον έξω στο σκοτάδι. Εκεί θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του» (Ματθ. κβ’, 13). Δίκαια λοιπόν, δένεται χειροπόδαρα αυτός που και από τα εδώ σκοινιά των αμαρτιών σφιγγόταν, και διώχνεται έξω στο σκοτάδι, οδηγούμενος μακρύτερα από τον Θεό, αφού εδώ δεν έπραξε έργα φωτός. Εκεί, λέει, θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του. Διότι δεν είναι μόνο σκοτάδι, αλλά και άσβηστη φωτιά εκείνο το σκοτάδι. Και επί πλέον και γεμάτο με ακοίμητα σκουλήκια.

15. Είναι, λοιπόν, εκεί κλάμα και τρίξιμο των δοντιών από τις αφόρητες οδύνες που επιβάλλονται, οι οποίες εγγίζουν και την ψυχή και το σώμα, από τις ατέλειωτες θρηνητικές κραυγές, από την ατέλειωτη και ανώφελη εκεί μεταμέλεια. Και αφού είπε αυτά ο Κύριος πρόσθεσε: «Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί» (Ματθ. κβ’, 14), δείχνοντας ότι δεν είναι ένας αυτός που θα αποκτήσει εκεί την πείρα εκείνων των δεινών, αλλά γενικά όποιος ντύνεται την όμοια από τα έργα φαυλότητα. Με αυτόν τον ένα ο Κύριος παρέστησε ποιοι είναι οι πονηροί από αυτούς που προσκλήθηκαν και προσήλθαν και βαπτίστηκαν και δεν μεταμελήθηκαν προς το καλύτερο, ούτε απέβαλαν με τη μετάνοια την ακαθαρσία από τις πονηρές ηδονές και τα πάθη.

16. Όμως εμείς, αδελφοί, ας ξεντυθούμε τον χιτώνα που είναι σκισμένος από τη μέθη και τον κορεσμό της κοιλίας και κηλιδωμένος από τη σάρκα και τη σχετική μ’ αυτήν ανεγκράτεια, κι’ ας ντυθούμε όπως λέει ο Ησαΐας ιμάτιο σωτηρίας (Ησ. ξα’, 10) και χιτώνα ευφροσύνης, που προέρχεται από την εγκράτεια και τη σωφροσύνη. Ας ξεντυθούμε τον παλαιό άνθρωπο που φθείρεται από τις απατηλές επιθυμίες και ας ντυθούμε τον νέο άνθρωπο που κτίσθηκε κατά τον Θεό με οσιότητα και δικαιοσύνη. Ας ξεντυθούμε κάθε είδους ενδυμασία του βίου, που προέρχεται από αρπαγή και πλεονεξία, ως άσχημη και αξιοκατάκριτη μπροστά στα μάτια του Θεού, και ας ντυθούμε ως εκλεκτοί του Θεού, σπλάχνα όλο έλεος, ταπείνωση, μετριοφροσύνη, πραότητα. Και ας φροντίσουμε με κάθε τρόπο, σύμφωνα με την προτροπή του Αποστόλου Παύλου, να κάνουμε βεβαία την πρόσκληση και την εκλογή. Διότι κάνοντας έτσι δεν θα αστοχήσουμε να δεχτούμε τις υποσχέσεις των μελλοντικών αγαθών και να βρεθούμε μαζί με τους ευφραινομένους αιώνια.

17. Αυτή την από κοινού απόλαυση είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με τη χάρη και φιλανθρωπία του αιώνιου και ουράνιου Νυμφίου των ψυχών μας Χριστού, μαζί με τον Οποίον αρμόζει δοξολογία στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα, στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

(Πηγή: PG151, 513-524. “ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ”, ΚΑΛΥΒΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΙΕΡΑΣ ΣΚΗΤΗΣ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ, Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης)