ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ!

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Κυριακή Ιʼ Ματθαίου: Η δύναμη της πίστης

(Ματθ. ιζ 14-23)

Από τη δημιουργία του κόσμου και του χρόνου όλοι οι λαοί της γης πίστευαν πως υπάρχει πνευματικός κόσμος, αόρατα πνεύματα. Πολ­λοί άνθρωποι όμως απομακρύνθηκαν από τη θεωρία αυτή κι αποδίδουν μεγαλύτερη δύναμη στα πονηρά πνεύματα, παρά στα αγαθά. Με την πάροδο του χρό­νου θεοποίησαν τα πονηρά πνεύματα, έχτισαν ναούς προς τιμή τους, προσέφεραν θυσίες και προσευχές και κατέφευγαν σ’ αυτά για κάθε πρόβλημά τους. Όσο περνούσαν τα χρόνια πολλοί άνθρωποι εγκατέλειψαν τελείως την πίστη τους στα αγαθά πνεύματα κι αφέ­θηκαν να πιστεύουν μόνο στα πονηρά, στους «κακούς θεούς», όπως τα ονόμαζαν. Ο κόσμος αυτός έμοιαζε πια με στάδιο, όπου άνθρωποι και πονηρά πνεύματα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Τα πονηρά πνεύματα βασάνιζαν τους ανθρώπους όλο και περισσότερο, τους τύφλωναν πνευματικά, μόνο και μόνο για να σβήσουν από τη μνήμη τους την ιδέα του καλού Θεού και της μέγιστης και θεόσδοτης δύναμης των αγαθών πνευ­μάτων.

Στις μέρες μας όλοι οι λαοί της γης πιστεύουν στα πνεύματα. Η πίστη αυτή από μόνη της είναι ορθή. Εκείνοι που απορρίπτουν τον πνευματικό κόσμο, το κάνουν επειδή η όρασή τους είναι μόνο σωματική κι έτσι δεν μπορούν να τον δουν. Ο πνευματικός κό­σμος όμως δε θα ήταν πνευματικός, αν ήταν ορατός στα σωματικά μάτια. Ο άνθρωπος που ο νους του δεν έχει τυφλωθεί και την καρδιά του δεν την έχει κάνει αναίσθητη η αμαρτία, μπορεί κάθε μέρα και κάθε ώρα να νιώσει με όλη του την ύπαρξη, πως στον κόσμο αυτόν δεν είμαστε μόνοι μας. Συντροφιά μας δεν είναι μόνο η βουβή και άλαλη φύση, οι βράχοι, τα φυτά, τα ζώα και τ’ άλλα πλάσματα, στοιχεία και φαινόμενα. Οι ψυχές μας βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τον αόρατο κόσμο, με αόρατες υπάρξεις. Εκείνοι που από τη μια απορρίπτουν τα αγαθά πνεύματα κι από την άλλη θεοποιούν και προσκυνούν τα πονηρά, είναι πλανεμένοι.

Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο, όλοι σχεδόν οι λαοί πίστευαν πως τα πονηρά πνεύ­ματα ήταν δυνατά και τα αγαθά πνεύματα ανίσχυρα. Οι πονηρές δυνάμεις κυριαρχούσαν πραγματικά στον κόσμο, γι’ αυτό και ο Χριστός ονόμασε τον αρχηγό τους άρχοντα αυτού του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο που κι οι άρχοντες των Ιουδαίων απέδιδαν όλη τη θεϊκή δύναμη του Χριστού στο διάβολο και τους αγγέλους

Ο Κύριος Ιησούς ήρθε στον κόσμο για να ξεριζώσει την πίστη των ανθρώπων στο πονηρό και να σπείρει στις ψυχές τους την πίστη στο αγαθό, στην παντοδυ­ναμία τού καλού και την ακατανίκητη δύναμή του. Ο Χριστός δεν κατήργησε, αλλ’ επιβεβαίωσε την αρχαία και παγκόσμια πίστη στα πνεύματα. Αποκάλυψε όμως τον πνευματικό κόσμο όπως πραγματικά είναι κι όχι όπως φαινόταν στους ανθρώπους με τη φθοροποιό επιρροή των δαιμόνων. Ο ένας, αγαθός, σοφός και πα­ντοδύναμος Θεός, είναι ο Κύριος τόσο του πνευματικού όσο και του φυσικού κόσμου, ορατού και αοράτου. Τα αγαθά πνεύματα είναι οι άγγελοι κι ο αριθμός τους είναι αμέτρητος. Τα αγαθά πνεύματα, οι άγγελοι, είναι απείρως πιο δυνατά από τα πονηρά πνεύματα, που στην πραγματικότητα δεν έχουν εξουσία να κάνουν τίποτα, αν ο παντεπόπτης Θεός δεν το επιτρέψει.

Τα πονηρά πνεύματα είναι πολυάριθμα. Σ’ ένα μόνο δαιμονισμένο στα Γάδαρα, που τον θεράπευσε ο Κύριος, κατοικούσε ολόκληρη λεγεώνα, δηλαδή μερικές χιλιάδες δαίμονες. Τα πονηρά αυτά πνεύματα πλα­νούσαν τους ανθρώπους, λαούς ολόκληρους, εκείνο τον καιρό, όπως και σήμερα πλανούν πολλούς αμαρτωλούς, προσπαθούν να τους πείσουν πως είναι παντοδύναμα· πως είναι στην ουσία οι μόνοι θεοί, πως εκτός απ’ αυτούς δεν υπάρχουν άλλοι θεοί, αγαθά πνεύματα δεν υπάρχουν. Όπου κι αν εμφανίστηκε ο Κύριος Ιησούς όμως, εκείνα έφευγαν μακριά έντρομα. Αναγνώριζαν πως ο Κύριος είχε εξουσία και δύναμη, πως μπορούσε να τους διώξει απ’ αυτόν τον κόσμο και να τους στείλει στην άβυσσο της κόλασης. Προκαλούσαν αναταραχή σ’ αυτόν τον κόσμο μόνο με την παραχώρηση του Θεού. Πολεμούσαν το ανθρώπινο γένος με τόση ορμή, όπως τα όρνια πέφτουν στα θνησιμαΐα. Τον κόσμο αυτόν τον λογάριαζαν καταφύγιο, κρησφύγετό τους.

Ξαφνικά ο φορέας του αγαθού, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εμφανίστηκε μπροστά τους. Τρέμοντας από φόβο εκείνοι έκραξαν: «Τί ημίν και σοι, Ιησού υιέ του Θεού; ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;» (Ματθ. η’ 29). Κανένας δε φοβάται τόσο πολύ, όσο εκείνος που βασανίζει τους άλλους. Τα πονηρά πνεύ­ματα βασάνιζαν τους ανθρώπους για χιλιάδες χρόνια, έβρισκαν ικανοποίηση στα βασανιστήρια αυτά. Όταν όμως είδαν το Χριστό, τρόμαξαν μπροστά στο μέγι­στο Κριτή τους. Ήταν έτοιμα να εγκαταλείψουν τον άνθρωπο και να μπουν στα γουρούνια ή και σε άλλα πλάσματα, φτάνει να μην τα εξόριζε ο Χριστός απ’ αυτόν τον κόσμο. Ο Χριστός όμως δεν είχε τέτοια πρόθεση. Ο κόσμος αυτός είναι γεμάτος με ανάμικτες δυνάμεις. Είναι ένα πεδίο μάχης, όπου οι άνθρωποι έχουν να διαλέξουν εντελώς συνειδητά και ελεύθερα: Ή θ’ ακολουθήσουν το Νικητή Χριστό, ή θα πάνε μαζί με τ’ ακάθαρτα και νικημένα πνεύματα. Ο Χριστός ήρθε στους ανθρώπους ως Αγάπη, για να δείξει τη δύ­ναμη του καλού πάνω στο κακό και να στερεώσει την πίστη των ανθρώπων στο αγαθό – μόνο στο αγαθό.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα μόνο περιστατικό από αναρίθμητα άλλα ανάλογα. Μας λέει πώς ο Κύριος, με την αγάπη Του για τους ανθρώπους, έδειξε για μια ακόμα φορά τη δύναμη του καλού πάνω στο κακό και πώς προσπά­θησε να στερεώσει την πίστη στο παντοδύναμο και νικηφόρο αγαθό.

«Και ελθόντων αυτών προς τον όχλον προσήλθεν αυτώ άνθρωπος γονυπετών αυτόν και λέγων· Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει· πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ» (Ματθ. ιζ’ 14-15). Το περιστατικό αυτό το αναφέρουν κι άλλοι δυο ευαγγελιστές: ο Μάρκος (θ’ 9-17) κι ο Λουκάς (θ’ 37-42). Κι οι δυό τους αναφέρουν κάποιες λεπτομέρειες για την αρρώστια τού παιδιού. Ήταν ο μοναδικός γιος τού πατέρα και τον κατείχε πνεύμα άλαλο. Όταν το ακάθαρτο πνεύμα έμπαινε μέσα του, «εξαίφνης κράζει και σπαράσσει αυτόν μετά αφρού, και μόλις αποχωρεί απ’ αυτού συντρίβων αυτόν» (Λουκ. θ’ 39). Το πονηρό πνεύμα κυριεύει το παιδί κι αυτό έξαφνα κραυγάζει, συγκλο­νίζεται με σπασμούς όλο του το σώμα, συντρίβεται και βγάζει αφρούς από το στόμα. Πολύ δύσκολα φεύγει από μέσα του.

Τα βέλη τού πονηρού στόχευαν ταυτόχρονα τρεις στόχους: τον άνθρωπο, την κτίση του Θεού και τον ίδιο το Θεό. Το παιδί «σεληνιαζόταν». Πώς θα μπορούσε να ενοχοποιηθεί η σελήνη για την αρρώστια κάποιου ανθρώπου; Αν η σελήνη έχει τη δύναμη να προκαλέσει σ’ έναν άνθρωπο αλαλία ή παραφροσύνη, γιατί δεν το κάνει σε όλους; Το κακό δε βρίσκεται στη σελήνη αλλά στο πονηρό και ακάθαρτο πνεύμα που πλανά τον άνθρωπο, ενώ το ίδιο κρύβεται. Ενοχοποιεί τη σελήνη, ώστε οι άνθρωποι να μη κατηγορήσουν το ίδιο. Μ’ αυτόν τον τρόπο θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο στη σκέψη πως όλη η κτίση του Θεού είναι κακή, πως το κακό έρχεται στον άνθρωπο από τη φύση κι όχι από τα πονηρά πνεύματα που εξέπεσαν από το Θεό. Τα θύματά τους ενεργοποιούνται στις αλλαγές φάσης της σελήνης, ώστε οι άνθρωποι να σκεφτούν: «Ορίστε, το κακό αυτό προέρχεται από τη σελήνη!» Κι αφού τη σελήνη τη δημιούργησε ο Θεός, σημαίνει πως το κακό προέρχεται από το Θεό. Έτσι πλανιούνται οι άνθρωποι από τ’ άγρια και πανούργα αυτά θηρία.

Όλα όσα έκανε ο Θεός είναι καλά λίαν. Αυτό είναι πέρα για πέρα αληθινό. Όλη η κτίση έγινε για να υπηρετήσει τον άνθρωπο, να τον βοηθήσει, όχι να τον βλάψει. Αν και υπάρχουν πράγματα που εμποδίζουν τη φυσική ικανοποίηση του ανθρώπου, ακόμα κι αυτά λειτουργούν για το καλό της ψυχής του, να την χαρο­ποιούν και να την εμπλουτίζουν. «Σοί εισιν οι ουρανοί και σή εστιν η γη· την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής συ εθεμελίωσας» (Ψαλμ. πη’ 12), αναφωνεί ο ιερός Ψαλμωδός. Κι ο ίδιος ο Θεός μάς λέει με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «πάντα γάρ ταύτα εποίησεν η χειρ μου» (ξστ’ 2).

Οτιδήποτε λοιπόν είναι του Θεού, είναι καλό. Η πηγή βγάζει μόνο ό,τι περιέχει, όχι ό,τι θέλει. Δεν υπάρχει κακό στο Θεό. Πώς λοιπόν μπορεί να προκύ­ψει κακό από Εκείνον, τη μοναδική πηγή του καλού; Πολλοί αδαείς κι απερίσκεπτοι άνθρωποι ονομάζουν μεγάλο κακό την αρρώστια. Είναι αλήθεια όμως πως δεν είναι κακή κάθε αρρώστια. Μερικές αρρώστιες είναι έργο του πονηρού κι άλλες είναι θεραπεία του κακού. Κακό είναι το πονηρό πνεύμα που ενεργεί σ’ έναν παράφρονα ή παρανοϊκό άνθρωπο.

Οι αρρώστιες κι οι δυστυχίες που βρήκαν πολλούς από τους βασιλιάδες του Ισραήλ, επειδή έπραξαν το κακό ενώπιον του Κυρίου (βλ. Α7 Βασ. 25, 30), ήταν συνέπεια της αμαρτίας τους. Οι αρρώστιες κι οι δυστυχίες όμως που επιτρέπει ο Κύριος να επισκεφτούν τους δίκαιους, δεν είναι έργο του πονηρού αλλά φάρμακο, τόσο για τους ίδιους τους δίκαιους όσο και για τους δικούς τους, που κατανοούν πως τα βάσανα τα στέλνει ο Θεός για το καλό τους. Τα βάσανα που έρχονται από τις επιθέσεις των πονηρών πνευμάτων στον άνθρωπο ή είναι συνέπεια της αμαρτίας, είναι κακά. Εκείνα τα βάσανα που επιτρέπει ο Θεός, για να καθαρίσει τελείως τον άνθρωπο από την αμαρτία, να τον ελευθερώσει από την τυραννία του πονηρού και να τον φέρει κοντά Του, είναι καθαρκτικά. Αυτά δεν προέρχονται από το διάβολο ούτε και είναι από μόνα τους κακά. Προέρχονται από το Θεό και λειτουργούν για το καλό τού ανθρώπου. «Αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλμ. ριη’ 71), λέει ο προφητάνακτας Δαβίδ.

Ο πονηρός είναι κακός. Δρόμος του πονηρού είναι η αμαρτία. Εκτός από τον πονηρό και την αμαρτία, δεν υπάρχει κανένα κακό. Το πονηρό πνεύμα είναι ένοχο για τα βάσανα του παιδιού αυτού, όχι η σελήνη. Αν ο Θεός με την αγάπη Του για τον άνθρωπο δεν περι­όριζε τα πονηρά πνεύματα και δεν προστάτευε τον άνθρωπο απ’ αυτά, είτε άμεσα είτε έμμεσα με τους αγγέλους Του, τα πονηρά πνεύματα θα εξολόθρευαν όλους τους ανθρώπους αστραπιαία, σωματικά και ψυχικά, όπως εξολοθρεύουν οι ακρίδες τους σπόρους στους αγρούς.

«Και προσήνεγκα αυτόν τοις μαθηταίς σου και ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύσαι» (Ματθ. ιζ’ 16), είπε στον Κύριο ο πατέρας του άρρωστου παιδιού. Εκείνη τη στιγμή έλειπαν τρεις από τους μαθητές του Κυρίου: ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, που είχαν ακολουθήσει τον Κύριο στο όρος Θαβώρ, τότε που μεταμορφώθηκε μπροστά τους. Όταν κατέβηκαν από το όρος μαζί με τον Κύριο, βρήκαν εκεί το πλήθος συγκεντρωμένο γύρω από τους άλλους αποστόλους, καθώς και το άρρωστο παιδί. Αφού δε βρήκε το Χρι­στό, ο δύστυχος πατέρας έφερε το παιδί στους μαθητές Του, εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν. Δεν είχαν τη δύναμη να το κάνουν αυτό για τρεις λόγους: πρώτο, επειδή οι ίδιοι δεν είχαν αρκετή πίστη· δεύτερο, επειδή κι ο πατέρας του παιδιού δεν είχε πίστη· και τρίτο, επειδή η πίστη έλειπε κι από τους γραμματείς που παρευρίσκονταν εκεί και συζητούσαν με τους μα­θητές, όπως αναφέρει ο Μάρκος (θ’ 16). Η απιστία του πατέρα τού παιδιού είναι φανερή από τα λόγια που είπε στο Χριστό. Δε μίλησε όπως ο λεπρός, που είπε: «Κύριε, εάν θέλης δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η’ 2). Τότε μίλησε ένας άνθρωπος που είχε δυνατή πίστη. Δε μίλησε όπως ο Ιάειρος, όταν κάλεσε το Χριστό για ν’ αναστήσει την κόρη του: «ελθών επίθες επ’ αυτήν την χείρά σου και ζήσεται» (Ματθ. θ’ 18). Κι εδώ μίλησε ένας άνθρωπος με δυνατή πίστη. Πολύ λιγότερο μίλησε όπως ο εκατόνταρχος στην Καπερναούμ, που ήταν άρρωστος ο δούλος του: «μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Εδώ μίλησε η πολύ μεγάλη πίστη. Εκείνη που είχε τη μεγαλύτερη πίστη όμως, η αιμορροούσα γυναίκα, δεν είπε τίποτα. Σύρθηκε στα πόδια τού Χριστού και άγγιξε το ιμάτιό Του.

Ο πατέρας του παιδιού δε μίλησε σαν κι αυτούς. Αυτός είπε στο Χριστό: «εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν» (Μάρκ. θ’ 22). Εί τι δύνασαι! Αν μπορείς, κάνε κάτι. Ταλαίπωρος άνθρωπος! Θα πρέπει να είχε μάθει πολύ λίγα για το Χριστό και τη δύναμή Του για να μιλάει έτσι σ’ Εκείνον, που μπορεί να κάνει τα πάντα. Κι η αδύναμη πίστη του εξασθένησε ακόμα περισσότερο τη δύναμη των αποστόλων να τον βοηθή­σουν. Έτσι οι σκόπιμες συκοφαντίες των γραμματέων εναντίον του Χριστού και των μαθητών Του, βοήθησαν για να διατυπώσει με τόση αμφιβολία ο πατέρας του παιδιού την ερώτηση: εί τι δύνασαι. Η ερώτηση αυτή προδίδει μόνο μια αμυδρή ακτίνα πίστης, πολύ πολύ μικρής, έτοιμης να σβήσει.

«Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! έως πότε έσομαι μεθ’ υμών; έως πότε ανέξομαι υμών;» (Ματθ. ιζ’ 17). Ο Κύριος απευ­θύνθηκε επιτιμητικά σ’ όλους γενικά: στους άπιστους και τους ολιγόπιστους του Ισραήλ, καθώς και σ’ όλους εκείνους που ήταν μπροστά Του: στον πατέρα του άρρωστου παιδιού, στους μαθητές Του και κυρίως στους γραμματείς. Ω, γενεά άπιστος! Γενεά που έχεις υποταχθεί στον πονηρό, στο διάβολο, που πιστεύ­ει σταθερά στη δύναμη του πονηρού, που υπηρετεί δουλικά τον πονηρό και αρνείται το καλό, που αντι­τίθεται στο Θεό· γενεά που έχει λίγη ή και καθόλου πίστη στο καλό, που επαναστατεί στο καλό! Γι’ αυτό και πρόσθεσε τη λέξη διεστραμμένη ο Κύριος. Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δείξει από πού προέρχεται η απιστία: από τη διαστροφή, τη διαφθορά ή -ακόμα πιο καθαρά- από την αμαρτία. Η απιστία είναι συνέπεια. Αιτία είναι η διαφθορά. Η απιστία είναι κοινωνία με το διάβολο. Η αμαρτία -διαφθορά- είναι ο δρόμος που οδηγεί στην κοινωνία αυτή. Διαφθορά είναι η κατάσταση αποστασίας από το Θεό. Απιστία είναι το σκοτάδι, η αδυναμία κι ο τρόμος όπου βυθίζεται ο άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό.

Αξίζει να επισημάνουμε πόσο προσεχτικές εκφρά­σεις χρησιμοποιεί ο Κύριος. Μιλάει γενικά, δεν κατο­νομάζει κανέναν. Δεν τον ενδιαφέρει να κάνει κριτική στους ανθρώπους, αλλά να τους ευαισθητοποιήσει. Δε θέλει να τους προσβάλει ή να τους ταπεινώσει, αλλά να ξυπνήσει τη συνείδησή τους, να τους βοηθήσει να ξεπε­ράσουν τον εαυτό τους. Πόσο υπέροχη είναι η διδαχή Του για την εποχή μας, για τη γενιά μας, που είναι τόσο πρόθυμη στα λόγια, τόσο γρήγορη να προσβάλει! Αν οι άνθρωποι μπορούσαν σήμερα να περιορίσουν τη γλώσσα τους και να μετρήσουν τα λόγια τους, να σταματήσουν να προσβάλουν ο ένας τον άλλο, τότε το μισό κακό στον κόσμο θα εξαφανιζόταν, τα μισά πονηρά πνεύματα θα εγκατέλειπαν τους ανθρώπους. Ο απόστολος Ιάκωβος, που διδάχτηκε το καλό από το παράδειγμα του Διδασκάλου Του, λέει: «Πολλά γαρ πταίομεν άπαντες. εί τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ, δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα. ίδε των ίππων τους χαλινούς εις τα στόματα βάλλομεν προς το πείθεσθαι αυτούς ημίν, και όλον το σώμα αυτών μετάγομεν» (Ιάκ. γ’ 2-3).

Τί σημαίνουν τα λόγια τού Χριστού, έως πότε έσομαι μεθ’ υμών; έως πότε ανέξομαι υμών; Φαντα­στείτε έναν ευγενή και φωτισμένο άνθρωπο, να τον έχουν αναγκάσει να ζήσει ανάμεσα σε αγρίους. Ή ένα βασιλιά που αφήνει το θρόνο του και κατεβαίνει στους αγύρτες κι απατεώνες, όχι μόνο για να ζήσει μαζί τους και να μάθει τον τρόπο ζωής τους, αλλά να τους διδάξει πώς να σκέφτονται, να εργάζονται και να νιώθουν σαν βασιλιάδες, με ευγένεια και μεγαλοκαρδία. Όταν περνούσαν τρεις μέρες, ακόμα κι ένας Βασιλιάς θα φώναζε: «Πόσο καιρό μπορώ να μείνω μαζί σας;». Θα μπούχτιζε από την υπερβολική αγρι­ότητα, την ανοησία, την ακαθαρσία και τη δυσωδία αυτών των τριών ημερών. Ο Κύριος Ιησούς όμως, ο «Βασιλεύς των βασιλέων», εβγάλε τέτοια φωνή μετά από τριάντα τρία ολόκληρα χρόνια που ζούσε ανά­μεσα σε ανθρώπους, που απείχαν από την αρχοντιά Του πολύ περισσότερο απ’ όσο απέχουν οι αγριότεροι των ανθρώπων από τον ευγενέστερο ανάμεσά τους, απ’ όσο διαφέρει ο πιο βρώμικος αγύρτης από τον μέγιστο των επίγειων βασιλιάδων.

Σίγουρα ο Κύριος δε θα μετρούσε το χρόνο σε μέρες και έτη, αλλά με τα έργα και τα θαύματα που είχε κάνει μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους, με τη δι­δασκαλία Του που είχε διαδοθεί σε πολλές χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές. Μετά από τόσα έργα και θαύματα, μετά από τόσες διδαχές και άπειρα θαυμαστά πε­ριστατικά που θα μπορούσαν να καλύψουν χιλιάδες χρόνια, ξαφνικά είδε πως οι μαθητές Του δεν μπο­ρούσαν να θεραπεύσουν έναν επιληπτικό νέο και να βγάλουν ένα δαιμόνιο από τον άνθρωπο, μ’ όλο που τους είχε διδάξει με λόγια και με το παράδειγμά Του πώς να εκβάλουν λεγεώνες δαιμόνων. Κι άκουσε έναν αμαρτωλό με πολύ αδύναμη πίστη να του λέει: εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν.

Αφού ο Κύριος επιτίμησε εκείνους που ήταν μπρο­στά για την απιστία τους, μετά τους έδωσε εντολή να φέρουν το άρρωστο παιδί μπροστά Του: φέρετέ μοι αυτόν ώδε. Τότε επιτίμησε το δαιμόνιο κι εκείνο βγήκε αμέσως από το σώμα του παιδιού. Την ίδια στιγμή το παιδί έγινε καλά. Αυτά αναφέρει ο Ματθαίος. Οι άλλοι δύο ευαγγελιστές δίνουν λεπτομέρειες για όσα έγιναν πριν από την πραγματική θεραπεία του παιδιού. Οι τρεις αυτές λεπτομέρειες είναι οι εξής: πρώτη, πως ο Χριστός ρώτησε τον πατέρα από πότε είναι άρρωστο το παιδί· δεύτερη, πως έδωσε έμφαση στην πίστη, ως προϋπόθεση της θεραπείας· και τρίτη, πως την ώρα που οδηγούσαν το παιδί μπροστά στο Χριστό, τρομοκρατη­μένος ο διάβολος εγκατέλειψε το παιδί κι έφυγε.

«Πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ;», ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα του άρρωστου παιδιού (Μάρκ. θ’ 21). Και βέβαια δεν έκανε την ερώτηση αυτή για τον εαυτό Του, αλλά για να την ακούσουν οι συγκε­ντρωμένοι άνθρωποι. Ο ίδιος το ήξερε καλά, γνώριζε πως η αρρώστια του παιδιού ήταν μακροχρόνια. Ο πατέρας απάντησε: «παιδιόθεν». Ας αναλογιστεί ο καθένας πόσα τρομερά βάσανα προκαλούνται από τα πονηρά πνεύματα και πόσο μεγάλη είναι η προστασία τού Θεού. Χωρίς την προστασία Του, τα πονηρά πνεύ­ματα σίγουρα θα είχαν κυριολεκτικά αφανίσει τόσο το σώμα όσο και την ψυχή τού παιδιού. Και τελικά ας σκεφτούμε πόσο μεγάλη είναι η δύναμη του Υιού τού Θεού πάνω στα πονηρά πνεύματα. Βοήθησον ημίν, είπε στο Χριστό ο πατέρας τού παιδιού. Δεν ανέφερε μόνο το παιδί, γιατί τα βάσανα του παιδιού ήταν και του πατέρα του βάσανα, όπως και όλης της οικογέ­νειας. Αν το παιδί θεραπευόταν, θα ελευθερώνονταν από το βάρος πολλές ανθρώπινες ψυχές. Κι ο Χριστός τού απάντησε: «ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ’ 23).

Όπως συνήθιζε να ενεργεί ο Κύριος, ήθελε να κάνει κι εδώ το μέγιστο δυνατό καλό με μια πράξη. Ένα καλό ήταν ν’ αποκαταστήσει την υγεία του παιδιού. Αλλά γιατί να μην ωφελήσει και τους άλλους; Γιατί να μην ενισχύσει και να σταθεροποιήσει την πίστη του πατέρα; Γιατί να μην κάνει ταυτόχρονα κι ένα τρίτο καλό, να δείξει δηλαδή τη δύναμή Του όσο πιο καθαρά γινόταν, ώστε να τον πιστέψουν οι άνθρω­ποι; Και γιατί να μην κάνει κι ένα τέταρτο καλό, να καταγγείλει την απιστία και τη διαφθορά, καθώς και τη χαμερπή τάση των ανθρώπων προς το κακό, προς τα πονηρά πνεύματα και την αμαρτία; Και γιατί να μην επιτύχει κι έναν πέμπτο καλό, κι ένα έκτο κι ένα έβδομο κι όλα τα καλά που μπορούν να προκύψουν από μια καλή πράξη; Μια καλή πράξη συνήθως σέρνει μαζί της πολλές άλλες, όπως το τρένο σέρνει πολλά βαγόνια.

Προσέξτε επίσης πως ο Κύριος συνδυάζει με πολλή σοφία την ακρίβεια με τη λεπτότητα. Όταν κατάγ­γειλε αυστηρά την απιστία, μίλησε γενικά, για να διεγείρει όλων την πίστη, χωρίς να ταπεινώσει κα­νέναν προσωπικά. Μετά, όταν στράφηκε σ’ εκείνον που τον ικέτευε, δε μίλησε αυστηρά, αλλά με μεγάλη προσοχή και ευγένεια: ει δύνασαι πιστεύσαι… Αυτή η προσεχτική διατύπωση κι η ευγένεια του Χριστού έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο πατέρας έκραξε με δάκρυα στα μάτια: «πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία» (Μάρκ. θ’ 24).

Δεν υπάρχει τίποτα που να λιώνει ευκολότερα τον πάγο της απιστίας όσο τα δάκρυα. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός έκλαψε μπροστά στον Κύριο και μετανόησε για την προηγούμενη ζωή του, από μέσα του ξεπήδησε η πίστη όπως το νερό από την πηγή. Και τότε είπε τα λόγια που έμειναν ως ένα δυνατό μήνυμα σε όλες τις γενιές των ανθρώπων: πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία.

Τα λόγια αυτά δείχνουν πως ο άνθρωπος δεν μπο­ρεί ούτε να πιστέψει χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Από μόνος του μπορεί να φτάσει σε μια υποψία πίστης, να πιστεύει δηλαδή στο καλό και στο κακό ή, με άλλα λόγια, ν’ αμφιβάλλει για το καλό και το κακό. Ο δρόμος όμως από τη μερική πίστη στην αληθινή είναι πραγματικά μακρύς. Χωρίς το καθοδηγητικό χέρι του Θεού κανένας άνθρωπος δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει το δρόμο αυτό. Το νόημα των λόγων του πατέρα του παιδιού, πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία, είναι: «Βοήθησέ με, Κύριε, να πιστέψω σε Σένα! Βοήθησε με να μην πιστέψω στο κακό! Βοήθησε με ν’ απαλλαγώ εντελώς από τον πονηρό και να ενωθώ μαζί Σου!»

«Έτι δε προσερχομένου αυτού έρρηξεν αυτόν το δαιμόνιον και συνεσπάραξεν» (Λουκ. θ’ 42). Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που επέτρεψε ο Θεός στο δαίμονα. Κι αυτό ώστε να δουν όλοι οι άνθρωποι το φόβο και τον τρόμο που μπορεί να προκαλέσει ο διάβολος στον άνθρωπο. Να καταλάβουν πόσο ανε­παρκής είναι η δύναμη των ανθρώπων, ακόμα και των καλλίτερων γιατρών του κόσμου, για να γλιτώσουν από το φόβο και τον τρόμο τη ζωή έστω και ενός μόνο άνθρωπου. Έτσι όταν οι άνθρωποι δουν τη δύναμη του διαβόλου και συνειδητοποιήσουν τη δική τους αδυ­ναμία, θα κατανοήσουν πόσο μεγαλειώδης και θεϊκή είναι η δύναμη του Χριστού. Ο ευαγγελιστής Μάρκος καταγράφει τα λόγια που είπε ο Κύριος στο πονηρό πνεύμα: «Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εξ αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν» (Μάρκ. θ’ 25). Σοι επιτάσσω, είπε ο Κύριος. Είναι η πηγή της δύναμης και της εξουσίας. Δεν τη δανείζεται από κάποιον άλλο. «Πάντα όσα έχει ο πατήρ εμά εστι» (Ιωάν. ιστ’ 15), είχε πει σε άλλη περίπτωση ο Κύριος Ιησούς. Και τώρα βλέπουμε πως το επιβεβαιώνει αυτό στην πράξη. «Σου μιλάω Εγώ· σε διατάζω με την εξουσία που έχω και σε διώχνω από το παιδί με τη δύναμή μου». Ας το καταλάβουν καλά οι άνθρωποι πως ο Χριστός δεν είναι ένας από τους προφήτες, που έκαναν κάποια θαυμαστά πράγ­ματα με τη βοήθεια του Θεού, αλλά είναι ο Υιός του Θεού, Εκείνος που προανήγγειλαν οι προφήτες και ανέμενε ο κόσμος.

Θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα και το δεύτερο σκέλος τής εντολής τού Χριστού προς το διάβολο: και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν. Ο Κύριος του έδωσε την εντολή όχι μόνο να φύγει, μα και να μην ξαναγυρίσει στον άνθρωπο που είχε τόσο πολύ ταλαιπωρήσει. Αυτό σημαίνει πως ακόμα κι όταν καθαριστεί και θεραπευ­τεί ο άνθρωπος, μπορεί να προσβληθεί ξανά από τ’ ακάθαρτα πνεύματα. Ο διάβολος μπορεί να ξανάρθει στον άνθρωπο από τον οποίο διώχτηκε. Αυτό γίνεται όταν ο αμαρτωλός που μετάνιωσε και συχωρέθηκε από το Θεό, ξαναγυρίσει στην παλιά αμαρτία του. Τότε ο διάβολος βρίσκει ανοιχτή την είσοδο και ξαναμπαίνει στον άνθρωπο.

Ο Κύριος εδώ διατάζει το διάβολο όχι μόνο να ελευθερώσει το παιδί, μα και να μην ξαναγυρίσει ποτέ.

Κι αυτό για δυο λόγους: πρώτο, ώστε το θεϊκό δώρο που του έδωσε να είναι ολοκληρωμένο και τέλειο· και δεύτερο, για να διδαχτούμε πως, αφού λάβουμε την άφεση από το Θεό, δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην αμαρτία, «ώσπερ κύων επί το ίδιον εξέραμα» (Β’ Πέτρ. β’ 22), για να μην εκτεθούμε στον κίνδυνο κι ανοίξουμε πάλι την πόρτα στο πονηρό πνεύμα για να μπει μέσα μας και να μας κυριεύσει.

Μετά το μεγάλο αυτό θαύμα τού Χριστού, «εξεπλήσσοντο πάντες επί τη μεγαλειότητι του Θεού», γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς (θ’ 43). Πόσο καλό θα ήταν να έμενε ο θαυμασμός αυτός διαρκής κι ανεξά-λειπτος από τις ψυχές τών ανθρώπων! Να μην έσβηνε τόσο γρήγορα όσο οι σαπουνόφουσκες στο νερό! Ο Θεός όμως δε σπέρνει μάταια. Αν ο σπόρος που πέ­φτει στο δρόμο, στην πέτρα ή ανάμεσα στα ζιζάνια χάνεται, εκείνος που πέφτει σε καλή γη μένει ζωντανός και αποδίδει καρπούς εκατονταπλάσιους.

Αργότερα που ο Χριστός έμεινε μόνος με τους μα­θητές Του, εκείνοι τον ρώτησαν: «Τότε προσελθόντες οι μαθηταί τω Ιησού κατ’ ιδίαν είπον· διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό; ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· δια την απιστίαν υμών. αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχετε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατίσει υμίν» (Ματθ. ιζ’ 19-20). Η ρίζα της αδυναμίας των αποστόλων επομένως ήταν η απιστία. Όσο μεγαλύτερη είναι η πίστη, τόσο μεγαλύτερη κι η δύναμη. Λιγότερη πίστη, λιγότερη δύναμη. Νωρίτερα ο Κύριος είχε δώσει στους αποστόλους «εξουσίαν πνευμάτων ακαθάρτων, ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και μαλακίαν» (Ματθ. ι’ 1). Οι μαθητές έκαναν για κάποιο διάστημα καλή χρήση αυτής της εξουσίας. Στο μέτρο όμως που εξασθένησε η πίστη τους, είτε από το φόβο των ανθρώπων είτε από υπερηφάνεια, εξασθένησε και η δύναμη που τους έδωσε. Στον Αδάμ είχε δοθεί εξουσία πάνω σ’ όλα τα πλάσματα. Με την παρακοή, την απληστία και την υπερηφάνειά του όμως, έχασε την εξουσία αυτή. Οι απόστολοι τώρα, από κάποιο δικό τους σφάλμα, είχαν χάσει τη δύναμη και την εξουσία που τους είχε δώσει ο Κύριος. Η χαμένη αυτή δύναμη τώρα μπορεί ν’ ανακτηθεί μόνο με πίστη, πίστη και περισσότερη πίστη.

Σ’ αυτήν την περίπτωση ο Κύριος έδωσε μεγάλη έμφαση στο θέμα της πίστης. Η πίστη μπορεί να με­τακινήσει και όρη. Δεν αδυνατεί τίποτα μπροστά της. Ο κόκκος του σιναπιού είναι πολύ μικρός, το άρωμά του όμως μπορεί να διαπεράσει ένα μπωλ ολόκληρο με φαγητό. Γράφει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στην Κατήχησή του αρ. 5: «Όπως ο κόκκος του σιναπιού, που είναι μικρός σε μέγεθος αλλά μεγάλος σε ενέργεια, όταν σπαρεί σ’ έναν τόπο βγάζει πολλούς κλάδους, ώστε σ’ αυτούς να κάθονται και πουλιά, έτσι είναι κι η πίστη. Σύντομα κάνει έργα μεγάλα. Γι’ αυτό έχετε πίστη σ’ Εκείνον, για να σας δώσει πίστη δυνατή, που ενεργεί πέρα από την ανθρώπινη δύναμη». Αν έχετε πίστη έστω όσο ο κόκκος του σιναπιού, τα βουνά θα υποχωρήσουν μπροστά σας και θα μετακινηθούν από το ένα μέρος σε άλλο.

Γιατί ο ίδιος ο Κύριος δε μετακίνησε βουνά; Επειδή δεν του ήταν απαραίτητο να το κάνει. Έκανε εκείνα μόνο τα θαύματα, που χρειάζονταν για να ωφελήσουν τους ανθρώπους, για τη σωτηρία τους. Είναι όμως μεγαλύτερο θαύμα να μετακινήσεις ένα βουνό ή να με­τατρέψεις το νερό σε κρασί, να πολλαπλασιάσεις τους άρτους, να εκβάλεις πονηρά πνεύματα, να θεραπεύσεις όλων των λογιών τις αρρώστιες, να περπατήσεις πάνω στο νερό ή να γαληνέψεις μ’ ένα λόγο – ή και μία σκέψη – τις καταιγίδες και τους ανέμους; Δεν απο­κλείεται πιστοί του Χριστού, που είχαν πολύ μεγάλη πίστη και σε ειδικές περιπτώσεις, νά ‘καναν και το θαύμα αυτό, να μετακίνησαν δηλαδή όρη. Είναι όμως τα ψηλά βουνά πιο φοβερά φορτία για τον άνθρωπο από τις εγκόσμιες μέριμνες, τους εγκόσμιους δεσμούς και τις αλυσίδες των παθών; Εκείνος που μπορεί να σηκώσει τα βάρη αυτά από την ψυχή του ανθρώπου και να τα ρίξει στη θάλασσα, σίγουρα έχει μετακινήσει το μεγαλύτερο βουνό του κόσμου.

«Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ’ 21). Η νηστεία κι η προσευχή είναι οι δύο πυλώνες της πίστης, δυο δυ­νατές φλόγες που κατακαίουν τα πονηρά πνεύματα. Με τη νηστεία καταπραΰνονται και νεκρώνονται όλα τα σωματικά πάθη, κυρίως τα σαρκικά. Με την προ­σευχή πολεμούνται κι αφανίζονται όλα τ’ άλλα πάθη της ψυχής, της καρδιάς και του νου, όπως πονηρές επιθυμίες, κακές πράξεις, φθόνος, εκδίκηση, μίσος, κα­κία, υπερηφάνεια, κενοδοξία και άλλα. Με τη νηστεία καθαρίζονται τα δοχεία τού σώματος και της ψυχής από το ακάθαρτο περιεχόμενο των εγκόσμιων παθών και της κακίας τους. Με την προσευχή έλκεται το Αγιο Πνεύμα στο άδειο και καθαρό δοχείο κι εγκαθίσταται στον άνθρωπο η πληρότητα της πίστης.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει από χρόνια αμνημό­νευτα τονίσει τη δοκιμασμένη συνταγή της νηστεί­ας για όλα τα σωματικά πάθη και σαν ένα δυνατό όπλο εναντίον των πονηρών πνευμάτων. Εκείνοι που υποβαθμίζουν ή απορρίπτουν τη νηστεία, στην ουσία υποβαθμίζουν κι απορρίπτουν μια θεμελιακή εντολή του Κυρίου Ιησού, που αφορά στη σωτηρία του ανθρώ­που. Η προσευχή ενισχύεται με τη νηστεία, η πίστη εδραιώνεται κι από τη μια (την προσευχή) κι από την άλλη (τη νηστεία). Κι η πίστη μετακινεί όρη, εκβάλλει δαιμόνια και κάνει δυνατά τα αδύνατα.

Τα τελευταία λόγια του Χριστού στο σημερινό ευαγ­γέλιο δε φαίνεται να έχουν σχέση με το περιστατικό που προηγήθηκε. Μετά το μεγάλο θαύμα της θερα­πείας του δαιμονισμένου παιδιού κι ενώ οι άνθρω­ποι θαύμαζαν το γεγονός, ο Κύριος άρχισε να μιλάει στους μαθητές για το Πάθος Του. «Μέλλει ο υιός τού ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων, και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται. και ελυπήθησαν σφόδρα» (Ματθ. ιζ’ 22, 23). Γιατί μετά το θαύμα, όπως και μετά από κάποια άλλα από τα θαύματά Του, ο Κύριος μιλούσε στους μαθητές για το Πάθος Του; Το έκανε αυτό ώστε, όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου, να μην αποκαρδιωθούν, να μην ολιγοπιστήσουν. Τά ‘λεγε αυτά στους μαθητές μετά από τα μεγάλα θαύματα Του, ώστε οι προρρήσεις αυτές, κοντά στα μεγάλα γεγονότα, τη δόξα και τα εγκώμια με τα οποία τον υποδέχονταν, να χαραχτούν καλύτερα στο νου τους. Τά ‘λεγε όμως και για να διδάξει, όχι μόνο τους αποστόλους αλλά και μας. Να κατανοήσουμε πως μετά από τόσο μεγάλα έργα δεν πρέπει να ζητούμε και να περιμένουμε ανταμοιβή από τους ανθρώπους, αλλά να είμαστε έτοιμοι για το χειρότερο, για τα σκληρότερα χτυπήματα και τις ταπεινώσεις, ακόμα κι απ’ αυτούς που βοηθήσαμε κι ευεργετήσαμε πολύ.

***

Ο Κύριος δεν προείπε μόνο το πάθος και το θά­νατό Του, αλλά και την ένδοξη Ανάστασή Του. Στο τέλος όλων υπάρχει η Ανάσταση, η νίκη κι η αιώνια δόξα. Ο Κύριος προείπε στους μαθητές Του κάτι που φαινόταν αδύνατο. Ήθελε να τονώσει την πίστη τους, για ν’ αντιμετωπίσουν όσα θ’ ακο­λουθούσαν, να τους διδάξει πως πρέπει να πιστέψουν όσα τους είπε. Πίστη όση ο κόκκος του σιναπιού ή ακόμα λιγότερη, πρέπει νά ‘χει κάθε άνθρωπος για νά ‘ναι προετοιμασμένος και να περιμένει κάθε είδος βασάνων σ’ αυτόν τον κόσμο. Νά ‘ναι σίγουρος όμως πως στο τέλος υπάρχει η ανάσταση. Κάθε επίγεια δόξα και κάθε έπαινο πρέπει να τα λογαριάζουμε σαν μηδέν. Μετά απ’ όλους τους θριάμβους που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος, πρέπει ν’ αναμένουμε τον πειρασμό. Όλα όσα μας στέλνει ο ουράνιος Πατέρας μας, πρέπει να τα δεχόμαστε με ταπείνωση και υπα­κοή. Δεν πρέπει ν’ απαριθμούμε τα καλά που έχουμε κάνει για το λαό, την πόλη ή το χωριό, για το έθνος ή για την πατρίδα μας. Δεν πρέπει να επαναστατούμε όταν μας πιέζουν προβλήματα. Αν κάναμε κάτι για τους πλησίον μας, αυτό έγινε με τη βοήθεια του Θεού. Έτσι είναι. Κάθε καλό γίνεται από το Θεό, εμείς είμαστε απλά όργανά Του. Επομένως δεν πρέπει να γογγύζουμε όταν μας στείλει ο Θεός βάσανα μετά την εγκόσμια δόξα, ταπείνωση μετά από επαίνους, φτώχεια μετά τον πλούτο, περιφρόνηση μετά από ματαιοδοξία, αρρώστια μετά την υγεία, μόνωση και εγκατάλειψη μετά από την απόλαυση πολλών φίλων.

Ο Θεός γνωρίζει γιατί μας τα στέλνει όλ’ αυτά. Γνωρίζει πως όλα είναι για το καλό μας. Πρώτο, για να μάθουμε να εκτιμούμε τις αιώνιες κι άφθαρτες άξι­ες και να μην οδηγηθούμε στο θάνατο παρασυρμένοι από την ψεύτικη και παροδική λαμπρότητα αυτού του κόσμου. Δεύτερο, πως δεν πρέπει να λάβουμε αντα­πόδοση από τους ανθρώπους για τα καλά που κάναμε σ’ αυτόν τον κόσμο, γιατί έτσι δε θα μείνει τίποτα να περιμένουμε για να λάβουμε στη μέλλουσα ζωή. Όταν φτάσουμε στην πύλη της ουράνιας βασιλείας, εύχομαι να μήν ακούσουμε: «Πορεύεσθε απ’ εμού, ότι ήδη απέχετε τον μισθόν υμών».

Ελπίζω να μη συμβεί αυτό σε μας. Για να μη χα­θούμε αιώνια όταν έρθει το σίγουρο τέλος αυτού του κόσμου, απ’ όπου λάβαμε δόξα και τιμή, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο μοναδικός μας Φίλος, μας διδάσκει πως μετά τη μέγιστη δόξα, τον έπαινο και την τιμή που μπορεί να μας προσφέρει αυτός ο κόσμος, πρέπει να προετοιμαστούμε για ν’ αναλάβουμε το σταυρό μας. Γι’ αυτό πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χρι­στό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

alopsis.gr

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Για την ένδοξη Μεταμόρφωση του Κυρίου 

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ [Ματθ. 17, 1-13]

«Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην (: ύστερα από έξι ημέρες ο Ιησούς πήρε μαζί Του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη τον αδελφό του)» [Ματθ. 17, 1]. Άλλος όμως ευαγγελιστής, ο Λουκάς, λέγει ότι τους παρέλαβε μετά από οκτώ ημέρες, χωρίς αυτό να έρχεται σε αντίθεση προς αυτά που λέγει ο Ματθαίος, αλλά αντιθέτως μάλιστα και συμφωνεί πάρα πολύ [βλ. Λουκά 9, 28: «Ἐγένετο δὲ μετὰ τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτὼ καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι (: οκτώ περίπου ημέρες από τότε που είπε τα λόγια αυτά ο Ιησούς, πήρε μαζί Του τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί)»· διότι ο μεν Λουκάς συμπεριέλαβε και την ημέρα που τους είπε τα παραπάνω λόγια και την ημέρα που τους ανέβασε στο όρος, ενώ ο Ματθαίος ανέφερε μόνο τις ενδιάμεσες ημέρες.

Αλλά εσύ, σε παρακαλώ, πρόσεξε πώς ο Ματθαίος αντιμετωπίζει πνευματικά το ζήτημα, χωρίς να αποκρύπτει εκείνους που προτιμήθηκαν αντί για αυτόν. Το ίδιο πράγμα το κάνει και ο Ιωάννης σε πολλές περιπτώσεις, περιγράφοντας με πολλή αλήθεια τους όλως ιδιαιτέρους επαίνους του Κυρίου προς τον Πέτρο· διότι η ομάδα αυτή αυτών των αγίων ανδρών ήταν απαλλαγμένη εξ ολοκλήρου από τη μοχθηρία και την κενοδοξία.

Αφού λοιπόν πήρε μαζί Του τους κορυφαίους, «ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ Ἠλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες (: και τους ανέβασε σε ένα ψηλό βουνό, ιδιαιτέρως μόνον αυτούς, και εκεί μεταμορφώθηκε μπροστά τους˙ και έγινε το πρόσωπό Του λαμπρό σαν τον ήλιο, και τα ενδύματά Του λευκά σαν το φως· και τότε εμφανίστηκαν σε αυτούς ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι οποίοι συνομιλούσαν μαζί Του)» [Ματθ. 17, 1-3].

Για ποιο λόγο πήρε μαζί Του μόνο αυτούς; Επειδή αυτοί υπερείχαν πνευματικά από τους άλλους. Και η μεν υπεροχή του Πέτρου συνίστατο στο ότι αγαπούσε πάρα πολύ τον Κύριο, του Ιωάννη στο ότι τον αγαπούσε ο Κύριος, ενώ του Ιακώβου στο ότι αποκρίθηκε και είπε, μαζί με τον αδελφό του: «δυνάμεθα (: μπορούμε να πιούμε αυτό το ποτήρι)» [βλ. Ματθ. 20, 20-28: «Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι παρ᾿ αὐτοῦ. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· τί θέλεις; λέγει αὐτῷ· εἰπὲ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι οἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν, ἢ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; λέγουσιν αὐτῷ· δυνάμεθα. καὶ λέγει αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριόν μου πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων μου οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ πατρός μου (: τότε Τον πλησίασε η μητέρα των παιδιών του Ζεβεδαίου με τους γιους της, η οποία Τον προσκύνησε και έδειξε ότι σκόπευε να Του ζητήσει κάτι. Και Αυτός της είπε: “Τι θέλεις;” Αυτή Του λέει: “Δώσε διαταγή, όταν θα αναλάβεις τη βασιλεία σου, να καθίσουν τα δύο αυτά παιδιά μου το ένα στα δεξιά σου και το άλλο στα αριστερά σου”. Αλλά ο Ιησούς αποκρίθηκε: “Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι του θανάτου που πρόκειται εγώ σε λίγο να πιω, ή να βαπτιστείτε το βάπτισμα του μαρτυρίου που σε λίγο θα υποστώ;” Και αυτοί Του απαντούν: “Μπορούμε”. Τότε ο Ιησούς τούς λέει: “Το ποτήριο βέβαια που θα πιω εγώ θα το πιείτε και σεις, και το βάπτισμα που πρόκειται να βαπτιστώ σε λίγο μέσα στη θάλασσα των παθημάτων μου θα το βαπτιστείτε˙ διότι και εσείς θα υποστείτε διωγμούς και μαρτύριο για το ευαγγέλιο. Το να καθίσετε όμως στα δεξιά και στα αριστερά μου δεν είναι δικό μου δικαίωμα να το δώσω σε όποιον μου το ζητήσει, αλλά αυτό θα δοθεί σε εκείνους για τους οποίους έχει ετοιμαστεί από τον δικαιοκρίτη Πατέρα μου. Αυτός θα δώσει τις αμοιβές και τις διακρίσεις στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του και την αρετή του”)»].

Και δεν υπερείχε ο Ιάκωβος μόνο εξαιτίας της απαντήσεως που έδωσε, αλλά και λόγω των έργων του και, εκτός όλων αυτών, επειδή εκπλήρωσε όλα εκείνα που είπε [ο Ιάκωβος, υιός του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης, αδερφός του ευαγγελιστού Ιωάννου, θανατώθηκε με αποκεφαλισμό κατά διαταγή του βασιλιά Ηρώδη του Αγρίππα το 44μ.Χ. και έτσι κατέστη ο πρώτος μάρτυρας μεταξύ των αποστόλων]· διότι ήταν τόσο πολύ ορμητικός και τόσο μισητός στους Ιουδαίους, ώστε και ο Ηρώδης να νομίσει ότι η μεγαλύτερη δωρεά που θα μπορούσε να κάνει προς τους Ιουδαίους δεν ήταν άλλη παρά να φονεύσει εκείνον [βλ. Πράξ. 12, 1-2: «Κατ᾿ ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας.  ἀνεῖλε δὲ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρᾳ (: εκείνον τον καιρό ο βασιλιάς Ηρώδης Αγρίππας ο Α’, εγγονός του μεγάλου Ηρώδη, έβαλε χέρι σε μερικούς από τα μέλη της Εκκλησίας για να τους κακοποιήσει. Έτσι θανάτωσε με αποκεφαλισμό τον Ιάκωβο, τον αδελφό του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου)»].

Και γιατί δεν τους ανεβάζει ευθύς αμέσως στο όρος; Για να μη συμβεί και πάθουν τίποτε το ανθρώπινο οι υπόλοιποι μαθητές Του. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε και δεν αναφέρει τα ονόματα εκείνων που επρόκειτο να ανεβούν στο όρος· καθόσον θα καταλαμβάνονταν από μεγάλη επιθυμία να Τον ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, εφόσον επρόκειτο να γίνουν θεατές της εικόνας εκείνης της δόξας, και θα λυπούνταν που θα αγνοούνταν. Μολονότι βέβαια αυτό ήταν δείγμα κάποιας σωματικής αδυναμίας, οπωσδήποτε όμως το πράγμα αυτό περιείχε πολλή επιθυμία. Γιατί λοιπόν τέλος πάντων τους τα προλέγει αυτά; Για να τους κάνει να κατανοήσουν καλύτερα, από όσα τους είπε, τα όσα επρόκειτο να δουν, και αφού καταληφθούν από τη μεγάλη επιθυμία κατά το διάστημα των ημερών που θα μεσολαβούσε, να προσέλθουν με απόλυτη πνευματική καθαρότητα και με προσηλωμένη τη σκέψη τους σε αυτά.

Και γιατί επίσης τους παρουσιάζει τον Μωυσή και τον Ηλία; Πολλοί είναι οι λόγοι, τους οποίους θα μπορούσε κανείς να αναφέρει. Και πρώτον μεν αυτόν, ότι δηλαδή επειδή τα πλήθη των ανθρώπων έλεγαν για τον Κύριο άλλοι μεν ότι είναι ο Ηλίας και άλλοι ο Ιερεμίας, και άλλοι τέλος ότι είναι κάποιος από τους παλαιούς προφήτες, τους παρουσιάζει τους κορυφαίους από αυτούς, ώστε και από αυτό να αντιληφθούν τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δούλων και του Κυρίου και ότι ορθά επαινέθηκε ο Πέτρος που ομολόγησε Αυτόν ως Υιό του Θεού. 

Μετά επίσης από αυτόν τον λόγο μπορούμε και άλλον να αναφέρουμε. Επειδή δηλαδή Τον κατηγορούσαν συνεχώς ότι παρέβαινε τον νόμο και Τον θεωρούσαν ως βλάσφημο, επειδή τάχα ιδιοποιείτο τη δόξα που ανήκε στον Πατέρα και όχι σε Αυτόν, και έλεγαν: «Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ (: αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από τον Θεό, διότι δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου)» [Ιω. 9, 16] και σε άλλη περίπτωση: «περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν (: δεν θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για κάποιο καλό έργο από εκείνα που λες ότι  έκανες, αλλά θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για τη βλασφημία που ξεστόμισες, και επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, παρουσιάζεις τον εαυτό σου για Θεό και λες ότι είσαι ένα με τον Θεό)» [Ιω. 10, 33], με σκοπό να δείξει ότι οι κατηγορίες αυτές ήσαν αποτέλεσμα του φθόνου τους και ότι ήταν ανεύθυνος και για τις δύο αυτές κατηγορίες και ότι αυτό που συνέβαινε δεν αποτελούσε παράβαση του νόμου, ούτε σφετεριζόταν δόξα που δεν ανήκε σε Αυτόν με το ότι παρουσίαζε τον εαυτό Του ίσο με τον Πατέρα, παρουσιάζει αυτούς που διέλαμψαν και στις δύο αυτές περιπτώσεις. Καθόσον ο Μωυσής έδωσε τον νόμο και μπορούσαν να σκεφτούν οι Ιουδαίοι, ότι δεν ήταν δυνατόν να παρέβλεπε καταπατούμενο τον νόμο, όπως νόμιζαν αυτοί, ούτε ήταν δυνατόν να τιμούσε αυτόν που παρέβαινε τον νόμο και ήταν εχθρός εκείνου που τον έδωσε. Και ο Ηλίας που πόθησε με ζήλο την δόξα του Θεού, εάν ήταν ο Χριστός αντίθεος και ονόμαζε τον εαυτό Του Θεό, κάνοντας ίσο τον εαυτό Του με τον Πατέρα, χωρίς όμως να είναι αυτό που έλεγε και ενεργώντας κατά τρόπο αυθαίρετο και ανάρμοστο, δεν θα ήταν δυνατόν να παρευρισκόταν εκεί και να υπάκουε σε Αυτόν.

Αλλ’ όμως είναι δυνατόν μαζί με τα όσα ειπώθηκαν να αναφέρουμε και άλλη αιτία. Ποια λοιπόν είναι αυτή; Για να μάθουν ότι είναι Κύριος του θανάτου και της ζωής και ότι εξουσιάζει τα ουράνια και τα επίγεια. Και ακριβώς για τον λόγο αυτόν παρουσιάζει και εκείνον που είχε πεθάνει και εκείνον που ουδέποτε απέθανε, δηλαδή τον Ηλία. Τη δε πέμπτη αιτία (διότι αυτή είναι πέμπτη στη σειρά των λεχθέντων) τη φανέρωσε και ο ευαγγελιστής. Ποια ήταν αυτή; Ήθελε να δείξει τη δόξα του σταυρού και να παρηγορήσει τον Πέτρο και εκείνους που φοβούνταν το πάθος Του και να εξυψώσει το φρόνημά τους. Καθόσον αφού ήλθαν εκεί δεν παρέμειναν σιωπηλοί, αλλά, λέγει: «καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας,  οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ (: και ξαφνικά, δύο άνδρες άρχισαν να μιλούν μαζί του, και αυτοί ήταν ο Μωυσής ως ο κυριότερος αντιπρόσωπος του νόμου, και ο Ηλίας ως εκπρόσωπος των προφητών. Αυτοί εμφανίστηκαν περιβεβλημένοι με δόξα και μιλούσαν για την έξοδό Του και την αναχώρησή Του από τον κόσμο αυτό, την οποία θα εκπλήρωνε με τον σταυρικό θάνατό Του και την Ανάληψή Του στον ουρανό και θα ολοκλήρωνε στην Ιερουσαλήμ σύμφωνα με τις προτυπώσεις του νόμου και τις προρρήσεις των προφητών)» [Λουκ. 9, 30-31], δηλαδή το πάθος και τον σταυρό· διότι έτσι το ονομάζουν πάντοτε αυτό.

Και δεν τους προετοιμάζει αυτούς μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά και με αυτήν την αρετή των ανδρών, την οποία προπάντων ζητούσε από αυτούς· διότι, επειδή είπε: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι (: εκείνος που θέλει να γίνει δικός μου και να με ακολουθεί ως μαθητής μου, ας διακόψει κάθε φιλία και σχέση με τον διεφθαρμένο απ’ την αμαρτία εαυτό του και ας πάρει τη σταθερή απόφαση να υποστεί για μένα όχι μόνο κάθε θλίψη και δοκιμασία, αλλά ακόμα και θάνατο σταυρικό, και τότε ας με ακολουθεί μιμούμενος το παράδειγμά μου)» [Μάρκ. 8, 34], παρουσιάζει εκείνους που πέθαναν άπειρες φορές χάριν των εντολών του Θεού και του λαού που τους εμπιστεύθηκε Αυτός.

Καθόσον καθένας από αυτούς, αφού έχασε τη ζωή του, έσωσε την ψυχή του. Πράγματι ο καθένας από αυτούς αντιμετώπισε με θάρρος τους τυράννους· ο μεν Μωυσής τον Αιγύπτιο [Έξ. κεφ. 5-12], ο δε Ηλίας τον Αχαάβ [Γ΄ Βασ. 18, 16 κ.ε.] και όλα αυτά χάριν ανθρώπων αγνωμόνων και απειθάρχων, και αφού μάλιστα έφτασαν στον έσχατο κίνδυνο από αυτούς τους οποίους είχαν αναλάβει να διασώσουν. Και ο καθένας από αυτούς, αν και ήταν ιδιώτης, θέλησε να τους απαλλάξει από την ειδωλολατρία· διότι ο μεν Μωυσής ήταν βραδύγλωσσος και ισχνόφωνος, ενώ ο Ηλίας ήταν και ο ίδιος πάρα πολύ άξεστος.

Και οι δύο επίσης ήσαν πλήρως ακτήμονες· διότι ούτε ο Μωυσής είχε κάτι τι, ούτε ο Ηλίας είχε κάτι επιπλέον από τη μηλωτή, και όλα αυτά κατά την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, τότε που δεν είχαν ακόμη λάβει τόση θαυματουργική δύναμη· διότι, μολονότι ο Μωυσής χώρισε στα δύο τη θάλασσα, αλλά όμως ο Πέτρος βάδισε επάνω στην υγρά θάλασσα και έλαβε τη δύναμη να μετακινεί όρη, και θεράπευε παντός είδους σωματικές ασθένειες και δαίμονες άγριους εξεδίωκε και με τη σκιά ακόμη του σώματός του ενεργούσε τα μεγάλα εκείνα και υπερφυσικά θαύματα και ολόκληρη την οικουμένη οδήγησε στον Χριστό. Και ο Ηλίας, μολονότι ανέστησε νεκρό [βλ. Γ΄ Βασ. 17, 17-24], αλλά όμως αυτοί ανέστησαν απείρους και όλα αυτά πριν ακόμη τους δοθεί η χάρη του αγίου Πνεύματος.

Τους παρουσιάζει λοιπόν εμπρός στους μαθητές και γι’ αυτόν τον λόγο· διότι ήθελε να τους κάνει να μιμηθούν με πολύ ζήλο την ικανότητα εκείνων να καθοδηγούν τον λαό, καθώς επίσης και τη ρωμαλεότητά τους και την ακαμψία τους, και να γίνουν επιεικείς, όπως ο Μωυσής, και ζηλωτές όπως ο Ηλίας, και προστάτες του λαού όπως εκείνοι· διότι ο μεν Ηλίας προκάλεσε πείνα τριών ετών προς χάριν του Ιουδαϊκού λαού, ενώ ο Μωυσής έλεγε: «καὶ νῦν εἰ μὲν ἀφεῖς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες· εἰ δὲ μή, ἐξάλειψόν με ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας (: και τώρα εάν φανείς ευσπλαχνικός και συγχωρήσεις την αμαρτία τους αυτήν, συγχώρεσέ τους. Εάν όμως δεν τους συγχωρέσεις, εξάλειψε μαζί με αυτούς και εμένα από το βιβλίο σου, στο οποίο με έχεις γράψει”)» [Έξ. 32, 32].

Όλα αυτά λοιπόν τους τα υπενθύμιζε παρουσιάζοντας τον Μωυσή και τον Ηλία μπροστά στα μάτια τους· καθόσον παρουσίασε αυτούς περιβεβλημένους με τη δόξα τους, όχι για να αρκεστούν μόνο σε αυτά, αλλά και για να υπερπηδήσουν τα εμπόδια. Όταν λοιπόν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης είδαν τους απεσταλμένους να γυρίζουν περιφρονημένοι και είπαν: «Κύριε, θέλεις εἴπωμεν πῦρ καταβῆναι ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε; (: Κύριε, έχουμε την άδειά σου και τη σύμφωνη γνώμη σου να πούμε να κατεβεί φωτιά απ’ τον ουρανό και να τους κατακάψει, όπως το έκανε παλιότερα και ο Ηλίας στους ανθρώπους του Οχοζία;)»[Λουκά 9, 54] και ανέφεραν τον Ηλία που αυτός είχε κάνει αυτά, τους επέπληξε και είπε: «οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς (: δεν ξέρετε ακόμη τι διαθέσεων και φρονημάτων ανθρώπους σάς κάνει η νέα πνευματική δύναμη και ζωή που μεταδίδει η διδασκαλία μου και η χάρη του Πνεύματός μου. Δεν είστε άνθρωποι και διδάσκαλοι του πνεύματος της οργής και τιμωρίας που επικρατούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά του πνεύματος της πραότητας, της μακροθυμίας και της αγάπης, που δεν καταστρέφει, αλλά σώζει)» [Λουκ. 9, 55] προετοιμάζοντάς τους για την ανεξικακία, δια της ποικιλίας των χαρισμάτων.

Και ας μη νομίζει κανείς ότι αποδίδουμε ατέλειες στον Ηλία· δεν λέμε αυτό, καθόσον ήταν τέλειος κατά πάντα, αλλά ήταν τέλειος για τη δική του εποχή, όταν η πνευματικότητα των ανθρώπων ήταν πολύ ακόμη παιδική και χρειάζονταν αυτήν την παιδαγωγία· διότι και ο Μωυσής, σύμφωνα με αυτά, ήταν τέλειος, αλλά όμως οι απαιτήσεις από τους μαθητές πλέον είναι πολύ πιο μεγαλύτερες από ό,τι από εκείνον [βλ. Ματθ. 5, 20: «λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν (: διότι σας λέω ότι εάν η αρετή σας δεν υπερτερήσει και δεν ξεπεράσει κατά πολύ την επιφανειακή και τυπική αρετή των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών)»].

Πράγματι οι μαθητές του Κυρίου δεν μετέβησαν απλώς στην Αίγυπτο, αλλά σε ολόκληρη την οικουμένη, που ήταν και πολύ χειρότερη από την Αίγυπτο. Ούτε πήγαν για να συνομιλήσουν με τον Φαραώ, αλλά για να παλέψουν με τον διάβολο, αυτόν τον ίδιο τον τύραννο της κακίας· καθόσον τα έργο τους ήταν και εκείνο, να τον δέσουν και να αρπάξουν όλα τα πράγματά του. Και όλα αυτά τα έκαναν όχι χωρίζοντας στα δύο τη θάλασσα, αλλά τον βυθό της ασέβειας, που είχε πολύ πιο φοβερά κύματα, χρησιμοποιώντας τη ράβδο από τη ρίζα Ιεσσαί. Σκέψου λοιπόν πόσα ήσαν εκείνα που φόβιζαν τους ανθρώπους αυτούς, τους Αποστόλους: ο θάνατος, η φτώχεια, η ασημότητα, τα άπειρα στον αριθμό πάθη· και πολύ περισσότερο έτρεμαν γι’ αυτά, παρά οι Ιουδαίοι τότε για το πέλαγος εκείνο. Αλλά όμως ο Κύριος τους έπεισε να ριψοκινδυνεύσουν, αδιαφορώντας για όλα αυτά, και να τα διαβούν σαν δια ξηράς με απόλυτη ασφάλεια.

Με σκοπό λοιπόν να τους προετοιμάσει για όλα αυτά, τους παρουσίασε εκείνους που διέπρεψαν κατά την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Τι λέγει λοιπόν ο ενθουσιώδης Πέτρος; «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι (: Κύριε, είναι ωραία εμείς να μείνουμε εδώ)» [Ματθ. 17, 4]· διότι, επειδή άκουσε ότι είναι ανάγκη ο Ιησούς να επιστρέψει στα Ιεροσόλυμα και να υποστεί τα πάθη Του, φοβούμενος ακόμη και τρέμοντας γι΄ Αυτόν, δεν τολμά και μετά την επιτίμηση να Τον πλησιάσει και να Του πει τα ίδια λόγια, δηλαδή να προσπαθήσει να αποτρέψει τον Διδάσκαλό του από τη μετάβαση στην Ιερουσαλήμ και το Πάθος, αλλά όμως τελικά εξαιτίας εκείνου του φόβου υπαινίσσεται τα ίδια με άλλα λόγια [Ματθ. 16, 22: «καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων· ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο (: τότε ο Πέτρος, αφού Τον πήρε ιδιαιτέρως, άρχισε ζωηρά να Τον προτρέπει και να Του λέει: “Ο Θεός να σε φυλάξει απ’ αυτό, Κύριε. Δεν πρέπει να συμβεί αυτό που είπες σε Σένα τον Μεσσία”)»].

Επειδή δηλαδή είδε όρος και μεγάλη την απόσταση από τις κατοικημένες περιοχές και μεγάλη ερημία, σκέφτηκε ότι ήταν πολύ ασφαλής ο Διδάσκαλός Του εξαιτίας του τόπου· και όχι μόνο εξαιτίας του τόπου, αλλά και με το να μην επιστρέψει ποτέ πλέον στα Ιεροσόλυμα. Θέλει δηλαδή ο Πέτρος να μείνει για πάντα εκεί και για τούτο φέρνει στη θύμησή του τις σκηνές. «Διότι», λέγει μέσα του, «εάν επρόκειτο να συμβεί αυτό, δηλαδή να μέναμε πλέον μόνιμα όλοι μας εδώ στις σκηνές αυτές, δεν θα επιστρέφαμε στα Ιεροσόλυμα· και εάν δεν επιστρέψουμε εκεί, δεν θα πεθάνει ο Διδάσκαλος· διότι εκεί είπε ότι θα Του επιτεθούν οι γραμματείς».

Ωστόσο, δεν τόλμησε βέβαια να ομιλήσει έτσι ανοιχτά στον Διδάσκαλό του· θέλοντας όμως να πραγματοποιήσει αυτά, έλεγε με ασφάλεια· «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ (: Κύριε, είναι ωραία εμείς να μείνουμε εδώ· αν θέλεις, ας κάνουμε εδώ τρεις σκηνές˙ μία για Εσένα και μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία)» [Ματθ. 17, 4]. «Ο Ηλίας, που έδωσε εντολή και ρίχτηκε φωτιά από τον ουρανό, και ο Μωυσής, που μπήκε μέσα στον θείο γνόφο και συνομίλησε με τον Θεό. Έτσι κανείς δεν θα μάθει πού βρισκόμαστε».

Είδες τον ενθουσιώδη φίλο του Χριστού; Βέβαια μην εξετάζεις αυτό, το ότι δηλαδή δεν ήταν ενδεδειγμένος ο τρόπος της παρακλήσεώς του, αλλά εξέτασε το πόσο ενθουσιώδης ήταν, πώς κατακαιγόταν από ειλικρινή αγάπη για τον Χριστό· διότι το ότι αυτά δεν τα έλεγε φοβούμενος τόσο πολύ για τον εαυτό του, άκουσε τι λέγει, όταν ανακοίνωσε ο Χριστός τη σύλληψη και τον θάνατο που έμελλε να υποστεί: «ἐάν με δέῃ συναποθανεῖν σοι, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι (: εάν χρειαστεί να πεθάνω και εγώ μαζί Σου, για κανένα λόγο δεν θα Σε αρνηθώ)» [Μάρκ. 14, 31] και: «κἂν δέῃ με σύν σοι ἀποθανεῖν, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι (: δεν θα Σε αρνηθώ ποτέ, ακόμη και αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί Σου)» [Ματθ. 26, 35]. Πρόσεξε επίσης πώς ο Πέτρος ριψοκινδύνευε, αν και βρισκόταν μέσα στους κινδύνους. Μολονότι δηλαδή ήταν περικυκλωμένος από τόσο πλήθος ανθρώπων, όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά αφού έβγαλε το μαχαίρι, έκοψε το αυτί του δούλου του αρχιερέως. Άρα λοιπόν δεν τον ενδιέφερε για τον εαυτό του, αλλά έτρεμε για τον Διδάσκαλό του.

Στη συνέχεια λοιπόν, επειδή διακήρυξε τη γνώμη του, σταματά για λίγο την ορμή του, και σκεπτόμενος μήπως και πάλι επιτιμηθεί από τον Διδάσκαλο, λέγει: «εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ (: εάν θέλεις, ας κάνουμε εδώ τρεις σκηνές, μία για Εσένα, μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία)». Τι είναι αυτό που λέγεις, Πέτρε; Δεν διαχώρισες προ ολίγου τον Κύριο από τους δούλους; Πάλι Τον κατατάσσεις μεταξύ των δούλων;

Βλέπεις πόσο πολύ ατελείς ήσαν πνευματικώς πριν από τη σταύρωσή Του; Διότι μολονότι ο Πατήρ τού απεκάλυψε τα περί του Χριστού, αλλά όμως δεν κατείχε διαρκώς την αποκάλυψη, και για αυτόν τον λόγο συγκλονίστηκε από την αγωνία, όχι μόνο από αυτήν που προανέφερα, αλλά και από άλλη που οφειλόταν στο ότι είδε εκείνους. Θέλοντας λοιπόν οι άλλοι ευαγγελιστές να δηλώσουν αυτό, καθώς και ότι όλα αυτά τα έλεγε εξαιτίας της συγχύσεως της σκέψεώς του, η οποία σύγχυση οφειλόταν στην αγωνία που τον κατέλαβε, έλεγαν, ο μεν ευαγγελιστής Μάρκος, ότι «οὐ γὰρ ᾔδει τί λαλήσῃ· ἦσαν γὰρ ἔκφοβοι (: και τα είπε αυτά ο Πέτρος χωρίς να σκεφτεί ότι ούτε ήταν δυνατόν οι δύο ουράνιοι επισκέπτες να παραμείνουν μόνιμα στη γη, ούτε χρειάζονταν σκηνές αυτοί που είχαν ως κατοικία τους τον ουρανό. Αλλά ο Πέτρος τα είπε αυτά διότι δεν ήξερε τι να πει, επειδή έπαθε σύγχυση· διότι αυτός και οι δύο άλλοι μαθητές είχαν κυριευθεί από φόβο που παρέλυσε τη σκέψη τους)» [Μάρκ. 9, 6].

Ο ευαγγελιστής Λουκάς πάλι, αφού είπε ο Πέτρος: «Ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωϋσεῖ καὶ μίαν Ἠλίᾳ (: Διδάσκαλε, είναι ωραία να μείνουμε εδώ. Ας κάνουμε λοιπόν τρεις σκηνές, μία για σένα, μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία)», συμπλήρωσε σχολιάζοντας ότι «μὴ εἰδὼς ὃ λέγει (: και τα είπε αυτά ο Πέτρος νομίζοντας ότι ο Κύριος και οι δύο προφήτες είχαν ανάγκη σκηνών και ότι η ένδοξη Μεταμόρφωσή Του θα παρατεινόταν παντοτινά και θα προλαμβανόταν έτσι το σταυρικό Του πάθημα, ο θάνατος και η έξοδός Του. Συνεπώς ο Πέτρος δεν ήξερε τι έλεγε)» [Λουκ. 9, 33].

Στη συνέχεια, για να δηλώσει ότι ήταν κυριευμένος από πολύ φόβο, και αυτός και οι υπόλοιποι μαθητές, λέγει: «ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ· διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ (: στο μεταξύ ο Πέτρος και οι σύντροφοί του είχαν κυριευτεί από βαρύ νυσταγμό. Σε λίγο όμως αποτίναξαν από πάνω τους τη νύστα και είδαν τη δόξα Του και τους δύο άνδρες που στέκονταν μαζί Του)» [Λουκ. 9, 32]. Στην περίπτωση αυτή “ύπνο’’ ονομάζει τη βαθιά νάρκη στην οποία περιέπεσαν εξαιτίας της θέας εκείνης. Όπως ακριβώς δηλαδή το μάτι θαμπώνεται από την υπερβολική λάμψη, το ίδιο ακριβώς έπαθαν τότε και αυτοί· διότι βέβαια δεν ήταν νύκτα, αλλά ημέρα, και η υπερβολική λάμψη αύξανε την αδυναμία των ματιών.

Τι λοιπόν; Ο Κύριος Ιησούς μεν δεν λέγει τίποτε, ούτε ο Μωυσής, ούτε ο Ηλίας, αλλά ομιλεί τότε ο Πατέρας, ο μεγαλύτερος από όλους και ο πιο αξιόπιστος [βλ. Ιω. 14, 28: «ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι (: όχι μόνο δεν πρέπει να ταράζεστε, αλλά μάλλον θα πρέπει να χαίρεστε. Ακούσατε αυτό που σας είπα, ότι πηγαίνω στον Πατέρα μου, αλλά μετά από λίγο θα έλθω και πάλι κοντά σας. Εάν με αγαπούσατε, θα είχατε πλημμυρίσει από χαρά που σας είπα “πηγαίνω στον Πατέρα μου”, διότι ο Πατέρας μου είναι ανώτερος από εμένα, επειδή εγώ τώρα έχω λάβει την ανθρώπινη φύση και τη μορφή δούλου και συνεπώς ως άνθρωπος είμαι κατώτερος του Πατρός. Όταν όμως επιστρέψω στον Πατέρα μου, θα υψωθώ και θα δοξαστώ και ως άνθρωπος˙ και έτσι θα υψώσω και θα δοξάσω όλη την ανθρώπινη φύση, και συνεπώς και εσάς και όλους γενικότερα τους πιστούς. Γι’ αυτό έπρεπε να χαρείτε. Αλλά εσείς λυπηθήκατε)»] · αφήνει να ακουστεί η φωνή Του μέσα από τη νεφέλη.

Γιατί από τη νεφέλη; Επειδή με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτεται πάντοτε ο Θεός· «νέφη καὶ γνόφος κύκλῳ αὐτοῦ (: απρόσιτη και ακατάληπτη είναι η τελειότητά Του, σαν νεφέλη και γνόφος απλώνεται γύρω Του)» [Ψαλμ. 96, 2] και: «Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης (: ιδού, ο Κύριος κάθεται επάνω σε ελαφρά ταχυκίνητη νεφέλη)» [Ησ. 19, 1]· και αλλού πάλι: «ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ, ὁ τιθεὶς νέφη τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ (: ο Κύριος είναι Εκείνος, ο οποίος στεγάζει τα ανώτερα στρώματα του ουρανού με ύδατα νεφών, Αυτός που επιβαίνει επάνω στα νέφη σαν σε πολυτελή ταχέα άρματα)» [Ψαλμ. 103, 3] και: «καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν (: και αφού τα είπε αυτά, ενώ εκείνοι Τον έβλεπαν, ανυψώθηκε προς τον ουρανό, και ένα σύννεφο παρουσιάστηκε σαν όχημα κάτω απ’ Αυτόν και Τον πήρε από τα μάτια τους)» [Πράξ. 1, 9]· και: «ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἦν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη (: έβλεπα μετά προσοχής στο όραμα της νυκτός και ιδού κάποιος, ως υιός ανθρώπου, ερχόταν επί των νεφελών του ουρανού, έφθασε εμπρός στον Παλαιό των ημερών και οδηγήθηκε προς Αυτόν υπό των αγγέλων εν δόξη)» [Δαν. 7, 13].

Έρχεται λοιπόν η φωνή από τη νεφέλη για να πιστέψουν ότι είναι φωνή του Θεού η φωνή που ακούγεται. Και η νεφέλη ήταν φωτεινή· διότι «ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε (: κaι ενώ αυτός μιλούσε ακόμη, ξαφνικά μια νεφέλη γεμάτη φως τους σκέπασε. Και ξαφνικά ακούστηκε φωνή από τη νεφέλη που έλεγε: “Αυτός είναι ο Υιός μου, που εξαιρετικά Τον αγαπώ και στον Οποίο ευαρεστήθηκα. Να υπακούτε σε Αυτόν”)» [Ματθ. 17, 5].

Ώστε λοιπόν, όταν μεν απειλεί, παρουσιάζει νεφέλη σκοτεινή, όπως ακριβώς στο όρος Σινά· διότι λέγει: «Εἰσῆλθε γὰρ εἰς τὴν νεφέλην καὶ εἰς τὸν γνόφον ὁ Μωϋσῆς, καὶ ὡς ἀτμὶς, οὕτως ἐφέρετο ὁ καπνός (: εισήλθε ο Μωυσής μέσα στη νεφέλη και τον γνόφο και ο καπνός σαν ατμός κατευθυνόταν προς τα επάνω)» [Έξ. 24, 18]· και ο προφήτης, ομιλώντας για την απειλή του Θεού, λέγει: «καὶ ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ· κύκλῳ αὐτοῦ ἡ σκηνὴ αὐτοῦ, σκοτεινὸν ὕδωρ ἐν νεφέλαις ἀέρων (: σκότος άπλωσε ολόγυρά Του και απέκρυψε το άπειρο μεγαλείο Του. Γύρω Του απλώθηκε η σκηνή του κατασκευασμένη όχι από υφάσματα και δέρματα, αλλά από σκοτεινά νέφη βροχής, τα οποία μεταφέρονται από τους πνέοντες ανέμους)» [Ψαλμ. 17, 12].

Στην περίπτωση όμως αυτήν, επειδή δεν ήθελε να τους φοβίσει, αλλά να τους διδάξει, παρουσιάζει νεφέλη φωτεινή. Και ο μεν Πέτρος έλεγε: «Ας στήσουμε τρεις σκηνές», Αυτός όμως παρουσίασε αχειροποίητη σκηνή. Για τον λόγο αυτόν στην περίπτωση εκείνη παρουσιάζεται καπνός και ατμός καμίνου, ενώ εδώ φως απερίγραπτο και ακούγεται φωνή. Στη συνέχεια για να αποδειχτεί ότι η φωνή που ακούστηκε δεν αναφερόταν για τον ένα απλώς από τους τρεις, αλλά μόνο για τον Χριστό, εκείνοι εξαφανίστηκαν· διότι οπωσδήποτε, εάν τα λόγια εκείνα αναφέρονταν απλώς για τον ένα από αυτούς, δεν θα ήταν δυνατόν να μείνει μόνος ο Χριστός και να απομακρυνθούν οι άλλοι δύο.

Τι λοιπόν; Η νεφέλη δεν σκίασε μόνο τον Χριστό, αλλά και όλους τους άλλους; Εάν σκίαζε μόνο τον Χριστό, ενδεχομένως να νομιζόταν ότι Αυτός ήταν εκείνος από τον οποίο ακούστηκε η φωνή. Για τον λόγο αυτόν και ο ευαγγελιστής προφυλάσσοντας από ένα τέτοιο ενδεχόμενο, λέγει ότι η φωνή ακούστηκε μέσα από τη νεφέλη, δηλαδή από τον Θεό. Και τι λέγει η φωνή; «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός». Εάν όμως, Πέτρε, Αυτός είναι ο αγαπητός, μη φοβάσαι. Βέβαια έπρεπε εσύ και την δύναμή Του να γνωρίζεις ήδη και να είχες πειστεί για την ανάστασή Του, επειδή όμως τα αγνοείς αυτά, πάρε θάρρος τουλάχιστον από τη φωνή του Πατρός· διότι εάν ο Θεός είναι δυνατός, όπως και είναι οπωσδήποτε δυνατός, είναι ολοφάνερο ότι είναι ομοίως και ο Υιός. Μη φοβάσαι λοιπόν τις δοκιμασίες. Εάν όμως ακόμη δεν το πιστεύεις αυτό, τουλάχιστον αναλογίσου εκείνο, ότι είναι Υιός του Θεού και αγαπάται από Αυτόν· διότι λέγει: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός». Εάν λοιπόν αγαπάται από τον Θεό-Πατέρα, μη φοβάσαι· διότι κανείς δεν εγκαταλείπει αυτόν που αγαπά. Μην ανησυχείς λοιπόν· και αν ακόμη τον αγαπάς απείρως, όμως δεν Τον αγαπάς όσο ακριβώς τον αγαπά Εκείνος που Τον γέννησε.

«ἐν ᾧ εὐδόκησα (: στον Οποίο ευαρεστήθηκα)». Βέβαια δεν Τον αγαπά μόνο επειδή Τον γέννησε, αλλά και επειδή είναι ίσος κατά πάντα και έχει την ίδια γνώμη με τον Πατέρα. Άρα είναι διπλή η αγάπη Του, ή καλύτερα και τριπλή· επειδή δηλαδή είναι Υιός, επειδή είναι αγαπητός και επειδή σε Αυτόν επέδειξε όλη την ευαρέσκειά Του. Και τι σημαίνει «ἐν ᾧ εὐδόκησα»; Είναι σαν να έλεγε «στον Οποίο αναπαύομαι, στον Οποίο νιώθω ευχαρίστηση». Για το ότι είναι απολύτως ίσος κατά πάντα προς τον Πατέρα και είναι μία η θέληση Αυτού και του Πατρός Του, και χωρίς να παύει να είναι Υιός, είναι κατά πάντα ένα προς Αυτόν που Τον γέννησε. «Αὐτοῦ ἀκούετε (: σε Αυτόν να υπακούτε)». Ώστε λοιπόν και αν ακόμη θελήσει να σταυρωθεί, δεν πρέπει να αντισταθείς.

«Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον (: μόλις οι μαθητές άκουσαν τη φωνή αυτή, έπεσαν με το πρόσωπο στο χώμα και φοβήθηκαν πάρα πολύ. Τότε τους πλησίασε ο Ιησούς, τους άγγιξε και τους είπε: “Σηκωθείτε και μη φοβάστε”. Και όταν αυτοί σήκωσαν τα μάτια τους, δεν είδαν κανέναν άλλο παρά μόνο τον Ιησού)» [Ματθ. 17, 6-8].

Γιατί καταλήφθηκαν από έκπληξη όταν τα άκουσαν αυτά; Καθόσον βέβαια και πριν από αυτά που συνέβησαν εδώ, ακούστηκε παρόμοια φωνή στον Ιορδάνη και ήταν παρόν εκεί πολύ πλήθος ανθρώπων, και όμως κανείς δεν έπαθε τότε κάτι παρόμοιο· και στη συνέχεια πάλι, όταν έλεγαν ότι έγινε βροντή [Ιω. 12, 28-29: «’’Πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα’’. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· ‘’καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω’’. ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν (: ”Πάτερ, οτιδήποτε κι αν πρόκειται να πάθω, φέρε Εσύ σε αίσιο τέλος το έργο της σωτηρίας και απολυτρώσεως των ανθρώπων και δόξασε έτσι το όνομά  Σου”. Τότε ήλθε ως απάντηση στην επίκληση αυτή του Ιησού μια φωνή από τον ουρανό που έλεγε: “Το όνομά μου το δόξασα με τη δράση Σου μέχρι τώρα ανάμεσα στον Ισραήλ, και θα το δοξάσω και πάλι με το ένδοξο  Πάθος Σου και την Ανάστασή Σου και με την εξάπλωση του Ευαγγελίου στα έθνη”. Μετά λοιπόν από τη φωνή αυτή, ο πολύς λαός που στεκόταν εκεί και άκουσαν τον ήχο της, χωρίς όμως να ξεχωρίσουν και τα λόγια, έλεγαν ότι έγινε βροντή. Άλλοι έλεγαν ότι ένας άγγελος Τού μίλησε)»], αλλά όμως και τότε δεν έπαθαν τίποτε παρόμοιο.

Πώς λοιπόν συνέβη και έπεσαν στο όρος με το πρόσωπο κατά γης; Διότι ήταν και ερημιά και ύψος και πολλή ησυχία, και μεταμόρφωση γεμάτη από φρίκη, και φως απαστράπτον και νεφέλη μεγάλη και διαρκής, και αυτά όλα ήσαν εκείνα που τους έκαναν να νιώσουν αγωνία. Και το καθετί τους δημιουργούσε έκπληξη, και για τούτο έπεσαν κατά γης γεμάτοι από φόβο και συγχρόνως και Τον προσκύνησαν. Αλλά όμως για να μην παραμείνει επί πολύ ο φόβος μέσα τους και χάσουν τη μνήμη τους, αμέσως τους ελευθέρωσε από την αγωνία και εμφανίζεται Αυτός μόνος και τους δίνει εντολή να μην πουν σε κανένα τα όσα συνέβησαν εδώ, μέχρις ότου αναστηθεί από τους νεκρούς.

Διότι «καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ (: και καθώς κατέβαιναν από το βουνό, τους παρήγγειλε ο Ιησούς και τους είπε: Μην πείτε σε κανέναν αυτό που είδατε, μέχρι να αναστηθεί ο Υιός του ανθρώπου από τους νεκρούς˙ τότε δεν θα υπάρχει κίνδυνος άκαιρων ενθουσιασμών του πλήθους, αλλά και το γεγονός αυτό θα καταστεί περισσότερο κατανοητό και πιστευτό)» [Ματθ. 17, 9]. Όσο δηλαδή υψηλότερα ήσαν αυτά που λέγονταν για Αυτόν, τόσο και πιο δύσκολα γίνονταν τότε αποδεκτά από τους πολλούς. Και αυτή ήταν μάλλον η αιτία το ότι το σκάνδαλο, που προερχόταν από τον σταυρό, μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Για τον λόγο αυτόν δίνει εντολή να σιωπούν, και όχι απλώς αυτό, αλλά τους υπενθυμίζει και πάλι το πάθος Του, σαν κατά κάποιο τρόπο να τους έλεγε την αιτία για την οποία έδωσε εντολή να σιωπούν· διότι βέβαια δεν τους είπε να μην το πουν σε κανένα ποτέ, αλλά μονάχα μέχρις ότου αναστηθεί εκ νεκρών. Και αφού αποσιώπησε το δυσάρεστο, αποκαλύπτει μόνο αυτό που ήταν ωφέλιμο.

Τι λοιπόν; Μετά από αυτά επρόκειτο να μη σκανδαλίζονται; Όχι φυσικά. Αλλά εκείνο που Τον ενδιέφερε την στιγμή εκείνη ήταν ο χρόνος πριν από τη σταυρική Του θυσία· διότι μετά από όλα αυτά καταξιώθηκαν να λάβουν και το Άγιο Πνεύμα και είχαν και τα θαύματα που συνηγορούσαν για όλα αυτά, και όλα όσα έλεγαν στη συνέχεια γίνονταν εύκολα αποδεκτά, διακηρύττοντας ισχυρότερα και από σάλπιγγα τη δύναμή Του αυτά τα ίδια τα πράγματα και κανένα παρόμοιο σκάνδαλο δεν μεσολάβησε σε εκείνα που συνέβαιναν.

Κατά συνέπεια, τίποτε δεν υπήρχε πιο μακάριο από τους αποστόλους και μάλιστα από τους τρεις εκείνους που καταξιώθηκαν να παρευρεθούν μαζί με τον Κύριο μέσα στη νεφέλη. Αλλά εάν θέλουμε, θα δούμε και εμείς τον Χριστό, όχι φυσικά έτσι όπως Τον είδαν εκείνοι τότε στο όρος, αλλά πολύ πιο λαμπρότερα. Βέβαια δεν θα έλθει στο μέλλον κατά τον ίδιο τρόπο με τότε· διότι τότε μεν, φροντίζοντας για τους μαθητές Του, τόσο μόνο άφησε να φανεί από τη δόξα Του, όσο μπορούσαν να αντέξουν, ενώ κατά τη μελλοντική εμφάνισή Του θα έλθει εν μέσω της δόξης του Πατρός Του, όχι μόνο μαζί με τον Μωυσή και τον Ηλία, αλλά μαζί με την άπειρη στρατιά των αγγέλων, μαζί με τους αρχαγγέλους, μαζί με τα Χερουβείμ, μαζί με τα αμέτρητα εκείνα πλήθη· και δεν θα παρουσιαστεί τότε νεφέλη επάνω από την κεφαλή Του, αλλά και αυτός ο ουρανός θα περιορίσει το μέγεθός του και την όψη του.[…]

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Επιλεγμένο απόσπασμα από την ομιλία ΝΖ΄ του Ιερού Χρυσοστόμου

από το Υπόμνημά του στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον

 

«Καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τί οὖν οἱ γραμματεῖς λέγουσιν ὅτι Ἠλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρῶτον; (: και οι μαθητές Του Τον ρώτησαν: “Όταν ο Ηλίας ήλθε και σε χαιρέτησε στο βουνό, έφυγε πάλι. Γιατί λοιπόν οι γραμματείς λένε ότι πριν από την έλευση του Μεσσία πρέπει να έλθει πρώτα ο Ηλίας;”)» [Ματθ. 17, 10].

Άρα λοιπόν οι γραμματείς δεν το γνώριζαν αυτό από τις Γραφές, αλλά οι ίδιοι έδιναν αυτήν την ερμηνεία σε αυτούς και διαδιδόταν αυτός ο λόγος στο άπειρο πλήθος του λαού, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Χριστού. Για τον λόγο αυτόν και η Σαμαρείτιδα έλεγε: «οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα (: γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας, όνομα που μεταφράζεται με τη λέξη Χριστός. Όταν έλθει Eκείνος, θα μας τα διδάξει όλα)» [Ιω. 4, 25]· οι ίδιοι επίσης οι γραμματείς ρωτούσαν τον Ιωάννη: «Τί οὖν; Ἠλίας εἶ σύ; (: Ποιος είσαι λοιπόν; Και τι σημαίνει η άρνησή σου αυτή; Είσαι ο Ηλίας, που πρόκειται να εμφανιστεί πριν από τον Μεσσία;)» [Ιω. 1, 21].

Βέβαια, όπως προανέφερα, διαδιδόταν ο λόγος και περί του Χριστού και περί του Ηλία, αλλά όμως δεν ερμηνευόταν από εκείνους όπως έπρεπε· διότι οι μεν Γραφές ομιλούν για δύο παρουσίες του Χριστού· και για αυτήν η οποία πραγματοποιήθηκε και για τη μέλλουσα. Θέλοντας ο Παύλος να δηλώσει αυτές, έλεγε: «᾿Επεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι (: διότι με την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού φανερώθηκε η χάρις του Θεού, η οποία σώζει όλους τους ανθρώπους. Και μας παιδαγωγεί η χάρις του Θεού ώστε αφού αρνηθούμε την ασέβεια και τις επιθυμίες του μάταιου και αμαρτωλού αυτού κόσμου, να ζήσουμε στη ζωή αυτή με εγκράτεια στον εαυτό μας, με δικαιοσύνη προς τους γύρω μας ανθρώπους και με ευσέβεια προς τον Θεό)» [Τίτ. 2, 11-12]. Αυτή είναι η μία παρουσία. Άκουσε πώς ομιλεί και για την άλλη, τη Δευτέρα· διότι μετά από αυτά πρόσθεσε: «προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ (: και να ενισχυόμαστε στην ενάρετη ζωή περιμένοντας με χαρά τη μακαριότητα που ελπίζουμε και τη φανέρωση της δόξας του μεγάλου Θεού και σωτήρος μας, του Ιησού Χριστού)» [Τίτ. 2, 13].

Αλλά και οι προφήτες υπενθυμίζουν και τις δύο παρουσίες του Χριστού. Της μίας λοιπόν, δηλαδή της δεύτερης, θα είναι, λέγουν, πρόδρομος ο Ηλίας [Μαλ. 4, 4-5: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ,ὃς ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν καὶ καρδίαν ἀνθρώπου πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, μὴ ἐλθὼν πατάξω τὴν γῆν ἄρδην (: Ιδού, εγώ θα στείλω προς εσάς τον Ηλία τον Θεσβίτη, πριν έλθει η ημέρα εκείνη του Κυρίου, η μεγάλη και επιφανής. Αυτός θα αποκαταστήσει δεσμούς αγάπης, την καρδιά του πατέρα προς τον γιο του και την καρδιά του ανθρώπου προς τον πλησίον του, για να μην έλθω εγώ και κτυπήσω εκ θεμελίων την γη)»], διότι της μεν πρώτης πρόδρομος έγινε ο Ιωάννης, τον οποίο ο Χριστός ονόμαζε και Ηλία, όχι επειδή ήταν ο Ηλίας, αλλά επειδή πραγματοποιούσε το έργο εκείνου. Όπως ακριβώς δηλαδή εκείνος θα γίνει πρόδρομος της δευτέρας παρουσίας, έτσι και αυτός υπήρξε πρόδρομος της πρώτης.

Οι γραμματείς όμως συγχέοντας αυτά και παραπλανώντας τον λαό, έκαναν λόγο προς αυτόν μόνο για τη Δευτέρα παρουσία και έλεγαν ότι εάν αυτός είναι ο Χριστός, έπρεπε να ερχόταν πριν από αυτόν ο Ηλίας. Για τον λόγο αυτόν και οι μαθητές ρωτούν: «Πώς οι γραμματείς λένε ότι πρέπει ο Ηλίας να έλθει πρώτος;». Για τούτο και οι Φαρισαίοι αφού έστειλαν ανθρώπους τους προς τον Ιωάννη, τον ρωτούσαν: «Τί οὖν; Ἠλίας εἶ σύ; (: “Λοιπόν, ποιος είσαι; Μήπως είσαι ο Ηλίας;”)» [Ιω. 1, 21], χωρίς να κάνουν πουθενά λόγο για την πρώτη παρουσία.

Ποια λοιπόν είναι η απάντηση που έδωσε ο Χριστός; Ότι ο μεν Ηλίας θα έλθει τότε πριν από τη Δευτέρα παρουσία Του· και τώρα όμως ήλθε ο ‘’Ηλίας’’, ονομάζοντας έτσι τον Ιωάννη. Αυτός ο Ηλίας ήλθε. Εάν όμως θέλεις τον Θεσβίτη, θα έλθει. Για τον λόγο αυτόν και έλεγε: «Ο μεν Ηλίας θα έλθει και θα τακτοποιήσει όλα». Ποια όλα; Αυτά ακριβώς για τα οποία έλεγε ο προφήτης Μαλαχίας· διότι λέγει: «ὃς ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν καὶ καρδίαν ἀνθρώπου πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, μὴ ἐλθὼν πατάξω τὴν γῆν ἄρδην (: αυτός θα αποκαταστήσει δεσμούς αγάπης, την καρδιά του πατρός προς τον υιό και την καρδιά του ανθρώπου προς τον πλησίον του, για να μην έλθω εγώ και κτυπήσω εκ θεμελίων την γη)» [Μαλ. 4, 5]. Βλέπεις ακρίβεια προφητικού λόγου; Διότι επειδή ο Χριστός ονόμασε τον Ιωάννη ‘’Ηλία’’, λόγω της ομοιότητας του έργου τους, για να μη νομίσεις ότι το ίδιο νόημα έχουν τώρα τα λόγια του προφήτη, πρόσθεσε και την πατρίδα του, λέγοντας, «τον Θεσβίτη»· ασφαλώς ο Ιωάννης δεν ήταν Θεσβίτης.

Μαζί επίσης με αυτό προσθέτει και άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα, λέγοντας: «για να μη συμβεί να έλθω και να καταστρέψω εκ θεμελίων τη γη», δηλώνοντας με τα λόγια αυτά τη φοβερή Δευτέρα παρουσία Του· διότι κατά την πρώτη δεν ήλθε για να πατάξει τη γη· καθόσον λέγει: «καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ῥημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σώσω τὸν κόσμον (: και αν κανείς ακούσει τα λόγια μου και δεν τα πιστέψει ώστε να τα εγκολπωθεί και να τα εφαρμόσει στη ζωή του, εγώ δεν τον καταδικάζω από τώρα, ούτε θα είμαι εγώ ο κύριος αίτιος της καταδίκης του· διότι δεν ήλθα για να κατακρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο)» [Ιω. 12, 47]. Αυτό λοιπόν το είπε για να δηλώσει ότι ο Θεσβίτης θα έλθει πριν από τη Δευτέρα παρουσία Του, κατά την οποία θα γίνει η κρίση. Συγχρόνως επίσης διδάσκει και την αιτία της παρουσίας Του. Και ποια είναι η αιτία αυτή; Για να πείσει, αφού έλθει, τους Ιουδαίους να πιστέψουν στον Χριστό, ώστε να μην εξολοθρευτούν όλοι ριζικώς όταν θα έλθει ο Χριστός.

Για τούτο λοιπόν και ο Κύριος τούς υπενθυμίζει αυτό, λέγοντας «και θα τα τακτοποιήσει όλα», δηλαδή θα επαναφέρει στην ορθή πίστη τους τότε ευρισκόμενους Ιουδαίους [πρβλ. Ρωμ. 11, 25-27: «Οὐ γὰρ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, τὸ μυστήριον τοῦτο, ἵνα μὴ ἦτε παρ᾿ ἑαυτοῖς φρόνιμοι, ὅτι πώρωσις ἀπὸ μέρους τῷ Ἰσραὴλ γέγονεν ἄχρις οὗ τὸ πλήρωμα τῶν ἐθνῶν εἰσέλθῃ, καὶ οὕτω πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται, καθὼς γέγραπται· ἥξει ἐκ Σιὼν ὁ ῥυόμενος καὶ ἀποστρέψει ἀσεβείας ἀπὸ Ἰακώβ· καὶ αὕτη αὐτοῖς ἡ παρ᾿ ἐμοῦ διαθήκη, ὅταν ἀφέλωμαι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν (: σας τα λέγω αυτά, αδελφοί, διότι δεν θέλω να αγνοείτε το μυστήριο αυτό, την αλήθεια δηλαδή που μέχρι τώρα ήταν κρυμμένη και μας φανερώθηκε από τον Θεό. Είναι ωφέλιμο να μάθετε το μυστήριο αυτό, για να μη θεωρείτε οι ίδιοι τους εαυτούς σας φρόνιμους και περιφρονείτε αγέρωχα τους Ισραηλίτες. Και η αλήθεια αυτή είναι ότι έχει γίνει σκλήρυνση σε μέρος του ισραηλιτικού λαού, έως ότου εισέλθει στη βασιλεία του Χριστού ο πλήρης αριθμός των εθνικών που έχει ορίσει ο Θεός. Και έτσι, όταν εκπληρωθεί ο όρος αυτός, ολόκληρος ο ισραηλίτικος λαός ως σύνολο θα σωθεί, όπως έχει γραφεί στις προφητείες του Ησαΐα: “Θα έλθει από τη Σιών ο Eλευθερωτής και θα αποδιώξει τις ασέβειες από τους απογόνους του Ιακώβ. Και αυτή είναι η διαθήκη που θα συνάψω με αυτούς, όταν σηκώσω και εξαλείψω τις αμαρτίες τους”)»].

Για τούτο λοιπόν και το ανέφερε με πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια. Δεν είπε δηλαδή, ότι θα αποκαταστήσει την καρδιά του υιού προς τον πατέρα Του, αλλά «του πατρός προς τον υιό του»· διότι επειδή οι Ιουδαίοι ήσαν πατέρες των αποστόλων, λέγει αυτό, ότι θα οδηγήσει στο να πιστέψουν στις αλήθειες των υιών τους, δηλαδή των αποστόλων, τις καρδιές των πατέρων, δηλαδή τη διάνοια του Ιουδαϊκού γένους.

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Ἠλίας μὲν ἔρχεται πρῶτον καὶ ἀποκαταστήσει πάντα· Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθε, καὶ οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν, ἀλλ᾿ ἐποίησαν ἐν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν· οὕτω καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει πάσχειν ὑπ᾿ αὐτῶν. τότε συνῆκαν οἱ μαθηταὶ ὅτι περὶ Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ εἶπεν αὐτοῖς (: και ο Ιησούς τούς αποκρίθηκε: “Ο Ηλίας βέβαια, όπως προφήτευσε ο Μαλαχίας, θα ‘ρθει πρώτα και θα αποκαταστήσει όλες τις σχέσεις των ανθρώπων, ώστε αυτοί και να ειρηνεύσουν και να συνδεθούν περισσότερο μεταξύ τους και με τον Θεό. Εγώ όμως σας λέω ότι τώρα πλέον ο Ηλίας ήλθε. Ήλθε δηλαδή ο Ιωάννης, που έμοιαζε σε όλα με τον Ηλία. Αυτός ήταν ο Πρόδρομός Μου, και αυτοί δεν τον αναγνώρισαν, αλλά του έκαναν όσα θέλησαν με τις διεστραμμένες θελήσεις τους. Έτσι και ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να πάθει από αυτούς”. Τότε οι μαθητές κατάλαβαν ότι τους μιλούσε για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή)» [Ματθ. 17, 11-13].

Από πού όμως το αντιλήφθηκαν αυτό οι μαθητές Του; Ήδη τους είχε πει «Αυτός είναι ο Ηλίας, που πρόκειται να έλθει» ενώ τώρα τους λέγει ότι ήλθε· και πάλι· «θα έλθει ο Ηλίας, ο οποίος θα τα τακτοποιήσει όλα». Μην ανησυχήσεις όμως ούτε να σχηματίσεις τη γνώμη ότι τα λόγια αυτά αντιφάσκουν, επειδή άλλοτε μεν είπε ότι αυτός ήλθε, άλλοτε δε ότι θα έλθει. Όλα αυτά είναι αληθινά· διότι όταν μεν λέγει ότι «θα έλθει ο Ηλίας και θα αποκαταστήσει τα πάντα» εννοεί τον ίδιο τον Ηλία και την επιστροφή των Ιουδαίων που πρόκειται να γίνει τότε, όταν όμως λέγει ότι «Αυτός είναι εκείνος που πρόκειται να έλθει», ονομάζει τότε ‘’Ηλία’’ τον Ιωάννη λόγω της ομοιότητας του έργου του. Καθόσον και οι προφήτες τον καθένα από τους διαπρέψαντες βασιλείς τον ονόμαζαν ‘’Δαβίδ’’, και τους Ιουδαίους, εξαιτίας της συμπεριφοράς τους τούς ονόμαζαν ‘’άρχοντες των Σοδόμων’’ [Ησ. 1, 10: «Ἀκούσατε λόγον Κυρίου, ἄρχοντες Σοδόμων (: ακούσατε, λοιπόν, τα λόγια του Κυρίου εσείς, οι άρχοντες, οι οποίοι για τις δικές σας αμαρτίες και τις αμαρτίες του λαού σάς αξίζει να ονομάζεστε άρχοντες Σοδόμων)» και ‘’υιούς των Αιθιόπων’’· διότι, όπως ακριβώς εκείνος θα είναι πρόδρομος της δευτέρας παρουσίας, έτσι και αυτός υπήρξε πρόδρομος της πρώτης παρουσίας Του.

Και δεν τον ονομάζει ‘’Ηλία’’ σε κάθε περίπτωση μόνο για τον λόγο αυτόν, αλλά για να δείξει την πάρα πολύ μεγάλη συμφωνία του με την Παλαιά Διαθήκη και ότι η παρουσία αυτού γινόταν κατόπιν προφητείας. Για τον λόγο αυτό και προσθέτει πάλι, ότι «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθε, καὶ οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν, ἀλλ᾿ ἐποίησαν ἐν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν (: σας λέγω όμως ότι ο Ηλίας ήλθε πριν από εμένα και δεν τον αναγνώρισαν, αλλά του έκαμαν όσα κακά η διεστραμμένη τους καρδία θέλησε)». Και τι σημαίνει «όλα όσα θέλησαν»; Έκλεισαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή -τον οποίο ο Κύριος αποκαλεί Ηλία- στη φυλακή, τον ύβρισαν, τον φόνευσαν, και μετέφεραν την κεφαλή του επάνω σε πινάκιο φαγητού. «Οὕτω καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει πάσχειν ὑπ᾿ αὐτῶν (: έτσι και ο υιός του ανθρώπου πρόκειται να πάθει από αυτούς”)». Βλέπεις πως πάλι στην κατάλληλη στιγμή τους υπενθυμίζει το πάθος Του, προξενώντας σε αυτούς μεγάλη παρηγοριά από το πάθος του Ιωάννη; Και όχι μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά και με το ότι επιτελεί ευθύς αμέσως μεγάλα θαύματα. Καθόσον κάθε φορά που συνέβαινε να ομιλεί για το πάθος Του, αμέσως θαυματουργούσε, και μετά από τους λόγους Του και πριν από τους λόγους Του και αυτό είναι δυνατόν να παρατηρήσει κανείς σε πολλές περιπτώσεις.

«Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτη ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι (: από τότε άρχισε ο Ιησούς να διδάσκει σαφώς και ξεκάθαρα τους μαθητές Του ότι πρέπει Αυτός να πάει στα Ιεροσόλυμα και να πάθει πολλά από τους πρεσβυτέρους και αρχιερείς και γραμματείς και να θανατωθεί και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί)» [Ματθ. 16, 21]. Τότε· πότε; Όταν ομολογήθηκε ότι είναι ο Χριστός και ο Υιός του Θεού. Πάλι στο όρος όταν αποκάλυψε σε αυτούς τη θαυμαστή δόξα Του, και οι προφήτες μίλησαν περί της δόξης Του, τους υπενθύμισε το Πάθος Του· διότι αφού τους διηγήθηκε τα σχετικά με τον Ιωάννη, πρόσθεσε: «έτσι και ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να πάθει από αυτούς».

Και μετά από λίγο πάλι, όταν εξεδίωξε τον δαίμονα από τον σεληνιαζόμενο νέο, τον οποίο δαίμονα δεν είχαν καταφέρει οι μαθητές Του να τον εκδιώξουν. Καθόσον και τότε, λέγει: «Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα (: και ενώ αυτοί περιόδευαν στη Γαλιλαία, τους είπε ο Ιησούς: “Ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί πολύ σύντομα σε χέρια ανθρώπων, και θα Τον θανατώσουν, και την τρίτη ημέρα από τον θάνατό Του θα αναστηθεί”. Και οι μαθητές λυπήθηκαν πάρα πολύ)» [Ματθ. 17, 22-23].

Και αυτό το έκανε για να ελαττώσει με το μέγεθος των θαυμάτων Του την πάρα πολύ μεγάλη λύπη τους και για να τους παρηγορήσει με κάθε τρόπο· και ακριβώς και στην περίπτωση αυτήν υπενθυμίζοντας σε αυτούς τον θάνατο του Ιωάννη τούς έδινε μεγάλη παρηγορία. Εάν όμως τυχόν έλεγε κάποιος: «Γιατί και τώρα δεν αποστέλλει τον Ηλία, αφού τον αναστήσει, εφόσον η παρουσία του πράγματι είναι πρόξενο τόσων αγαθών;», θα του απαντήσουμε ότι και τότε, θεωρώντας τον Χριστό ως τον Ηλία, δεν πίστευαν σε Αυτόν· διότι λέγει: «οἱ δὲ εἶπον· οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν (: και αυτοί Του είπαν: “Άλλοι λένε ότι είσαι ο Ιωάννης ο βαπτιστής και άλλοι ο Ηλίας, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι είσαι ο Ιερεμίας ή ένας από τους παλιούς προφήτες που αναστήθηκε από τους νεκρούς”)» [Ματθ. 16, 14]. Μεταξύ μάλιστα του Ιωάννη και του Ηλία δεν υπήρχε καμία διαφορά, παρά μόνο ο χρόνος.

«Πώς λοιπόν τότε θα πιστέψουν;», θα πει κάποιος. Καθόσον θα αποκαταστήσει τα πάντα, όχι μόνο επειδή είναι γνωστός, αλλά και επειδή θα διαλάμψει πολύ περισσότερο μέχρι την ημέρα εκείνη η δόξα του Χριστού και σε όλους θα είναι πιο φανερή και από τον ήλιο. Όταν λοιπόν αφού διαδοθεί τόσο πολύ η φήμη και η προσδοκία περί Αυτού, θα έλθει ο Ηλίας ο Θεσβίτης κηρύττοντας τα ίδια με τον Ιωάννη και αναγγέλλοντας και αυτός τον ερχομό του Ιησού, θα δεχτούν ευκολότερα τα λόγια του. Και όταν λέγει: «δεν τον ανεγνώρισαν» είναι σαν να απολογείται και υπέρ αυτών των ίδιων. Και δεν τους παρηγορεί μόνο με αυτόν τον τρόπο, αλλά και με το ότι δείχνει ότι άδικα πάσχει από αυτούς αυτά που πάσχει και με το ότι συγκαλύπτει τα δυσάρεστα με δύο θαύματα, και με το θαύμα της Μεταμορφώσεως στο όρος και με  αυτό που πρόκειται να συμβεί στο μέλλον.

Όταν λοιπόν τα άκουσαν αυτά, δεν Τον ρώτησαν πότε θα έλθει ο Ηλίας ή επειδή ήσαν κυριευμένοι από τη λύπη για το πάθος Του ή επειδή φοβούνταν· διότι σε πολλές περιπτώσεις, όταν Τον βλέπουν να μη θέλει να τους πει κάτι καθαρά, σιωπούν στην συνέχεια. Όταν λοιπόν διέμεναν στη Γαλιλαία και είπε: «Ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί και θα Τον θανατώσουν», πρόσθεσε ο μεν ευαγγελιστής Μάρκος ότι «οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐπερωτῆσαι (: αυτοί όμως δεν καταλάβαιναν τον λόγο αυτό για την ανάσταση και απέφευγαν να Του ζητήσουν εξηγήσεις επειδή φοβούνταν μήπως ακούσουν απ’ Αυτόν κάτι άλλο πιο δυσάρεστο ή και επιτιμήσεις· διότι δεν είχαν ακόμη καταλάβει αυτό για το οποίο τους είχε μιλήσει επανειλημμένα)» [Μάρκ. 9, 32], ο δε ευαγγελιστής Λουκάς ότι: «οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα τοῦτο, καὶ ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ᾿ αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτό, καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου (: αυτοί όμως δεν κατάλαβαν ποια σημασία είχαν αυτά τα λόγια Του˙ το νόημά τους παρέμενε κρυμμένο απ’ αυτούς, για να μην το κατανοήσουν· διότι δεν ήταν ακόμη καιρός να φωτίσει ο Θεός τον νου τους για να κατανοούν τις Γραφές. Εάν το κατανοούσαν παράκαιρα, ήταν επόμενο να κυριεύονται από διαρκή κατήφεια και αποθάρρυνση. Και από ευλάβεια φοβούνταν να Τον ρωτήσουν και δεν είχαν το θάρρος να Του ζητήσουν εξηγήσεις για τα λόγια Του αυτά)» [Λουκά 9, 45].

ΠΗΓΕΣ:

https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλίες ΝΣΤ΄ και ΝΖ΄[κατ’επιλογήν], πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11, σελίδες 539-561 και τόμος 11Α, σελίδες 6-17.

Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 67, σελ. 80-90 και σελ. 115-116.

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr