ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ- "Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΤΟ ΑΙΩΝΙΟΝ ΚΑΥΧΗΜΑ ΜΑΣ"!

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή προ της Υψώσεως: «Ο Σταυρός του Χριστού, το αιώνιον καύχημά μας»

[Γαλ. 6, 11-18]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Στομίου Λαρίσης στις 10-9-2000.

Στις 14 Σεπτεμβρίου, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας εορτάζει την παγκόσμιον Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού. Αυτό σημαίνει ότι μετά την εύρεσή του από την βασιλομήτορα Αγίαν Ελένην, υψώθ`1η από του άμβωνος ο ευρεθείς Τίμιος Σταυρός, υπό του τότε Πατριάρχου.

Η Εκκλησία μας για να προσδώσει αίγλην και τιμήν, θεώρησε την εορτήν του Τιμίου Σταυρού ως έναν αντίλαλον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μεγάλης Παρασκευής. Γι΄ αυτό νηστεύομε την ημέρα αυτή. Όλοι το γνωρίζομε. Ακόμη έθεσε την εορτήν της Μεταμορφώσεως 40 ημέρες προ της Υψώσεως. Είναι 40 ημέρες. Και δημιουργεί έναν αντίλαλο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Καινή Διαθήκη γράφει ότι η Μεταμόρφωσις έγινε ολίγον προ του Πάθους. Δηλαδή λίγες ημέρες προ της 15ης του μηνός Νισσάν, δηλαδή στα μέσα περίπου του Φεβρουαρίου ή του Μαρτίου. Ακόμη η Εκκλησία όρισε δυο Κυριακές, η μία προ και η άλλη μετά, με υμνολογικό και ευαγγελικό περιεχόμενο σχετικό με τον Τίμιον Σταυρόν. Έτσι οι δύο αυτές Κυριακές, εκ των οποίων η πρώτη είναι σήμερα, στέκονται σαν στήλες τιμής και συνοδείας της μεγάλης εορτής.

Αν ερωτήσετε γιατί όλα αυτά, η απάντησις είναι ότι όλη η θεολογία της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο κορυφώνεται εις την σταυρική θυσία του Χριστού. Όπως το ακούσαμε και εις την σημερινή ευαγγελική περικοπή: «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον –τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμον ή τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμον–, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν –ώστε εκείνος ο οποίος πιστεύει εις αυτόν– μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον». Εκείνο το «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον», αυτό το «οὕτω» είναι απροσμέτρητον.

Ακόμη, το κέντρον του Ευαγγελίου είναι ο Σταυρός του Χριστού. Είναι το κέντρον της πνευματικής ζωής, ο Τίμιος Σταυρός. Το κέντρον, το υπογραμμίζω και το ξαναλέγω, της πνευματικής ζωής. Εάν δεν βάλεις στη ζωή σου ως κέντρον τον Τίμιον Σταυρόν, είναι αδύνατον να κατανοήσεις και πολύ περισσότερο να βιώσεις την πνευματική ζωή. Αυτά που εμείς –επιτρέψατέ μου- όπως ζούμε πνευματική ζωή, επιτρέψατέ μου, πασαλείμματα είναι. Δεν αποτελούν πραγματικά την πνευματική ζωή. Γιατί απλούστατα πολλές φορές απ’ όλα αυτά λείπει η έννοια του Σταυρού. Αν αφαιρεθεί ο Σταυρός ή το περί Σταυρού κήρυγμα, τότε δεν έχομε σωτηρία. Γι΄ αυτό γράφει ο Απόστολος Παύλος εις την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του: «Ὁ λόγος γὰρ  ὁ τοῦ σταυροῦ –λόγος θα πει κήρυγμα. Δηλαδή το κήρυγμα του Σταυρού–τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί  –για εκείνους οι οποίοι τελικά μένουν αμετανόητοι και οι οποίοι βεβαίως θα χαθούν, δεν θα σωθούν, γι’ αυτούς ο Τίμιος Σταυρός είναι μωρία: «Πώς είναι δυνατόν ένας Ενανθρωπήσας Θεός να σταυρώνεται;»·  και μάλιστα δια τους Εβραίους, λέγει, ότι είναι σκάνδαλον. Διότι αν είναι ο Γιαχβέ, δηλαδή ο Κύριος, ο Κύριος της δόξης, ο Άγιος του Ισραήλ, όπως τον είδε καθήμενον επί θρόνου αιωρουμένου ο προφήτης Ησαΐας, πώς είναι δυνατόν ποτέ να φθάσει εις τον Σταυρόν; Άρα δεν είναι. Αυτό είναι σκάνδαλο εις τους Εβραίους, που δεν τους αφήνει να επιστρέψουν εις Χριστόν)· τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι – αλλά για εκείνους οι οποίοι πιστεύουν, σώζονται, γι’ αυτούς είναι ο Τίμιος Σταυρός, είναι δύναμις–». Και έκφρασις βεβαίως της αγάπης του Θεού Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του Αγίου Τριαδικού Θεού δηλαδή.

Δια του Σταυρού, αγαπητοί μου, επανερχόμεθα εις τον απωλεσθέντα Παράδεισον· που είναι το σύμβολον της αρνήσεως του κόσμου, γιατί ο κόσμος εσταύρωσε τον Χριστόν. Κι εμείς λοιπόν, αν αποδεχόμεθα τον Σταυρόν, ουσιαστικά μένομε στην άρνηση του κόσμου.

Είναι και το σύμβολον της ασκήσεως ο Τίμιος Σταυρός. Δεν λέει ο Απόστολος στους Φιλιππησίους ότι μερικοί Χριστιανοί, «ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία», «που η κοιλιά τους», λέει, «είναι ο Θεός τους, δηλαδή τι θα φάμε, τι θα πιούμε και πώς θα αφροδισιάσουμε», και τους αποκαλεί αυτούς «ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ». Γιατί; Γιατί απλούστατα απέρριψαν την άσκηση και συνεπώς τον Τίμιον Σταυρόν.

Ακόμα, ο Τίμιος Σταυρός του Χριστού είναι το δένδρον της ζωής. Ενθυμείστε ότι στον Παράδεισον ο Θεός, λέγει, εφύτευσε δύο δέντρα. Ο Παράδεισος, σας υπενθυμίζω, ήταν επάνω εις την Γην. Η λέξις Παράδεισος είναι περσική και θα πει «μεγάλος κήπος». Και ήτο μεταξύ των δύο ποταμών του Ευφράτου και του Τίγρητος. Λοιπόν, εφύτευσε, λέει, εκεί ο Θεός, δύο δέντρα. Το ένα δένδρον ήταν της γνώσεως του καλού και του κακού. Το άλλον δένδρον ήταν της ζωής. Και είπε εις τους πρωτοπλάστους: «Δεν θα δοκιμάσετε από το δένδρον της γνώσεως». Εκείνοι απατηθέντες από τον διάβολον, εδοκίμασαν, παρά την ειδοποίηση του Θεού ότι «ἐν ᾗ ἡμέρᾳ φάγεσθε, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». Και τους εξεδίωξε ο Θεός από τον Παράδεισον. Ήταν μία περιοχή αυτή. Όλο το υπόλοιπον του πλανήτου μας ελέγετο Γη. Το τμήμα αυτό ελέγετο Παράδεισος. Σύμβολον της Βασιλείας του Θεού. Σήμερα εκεί πηγαίνομε. Είναι το σημερινό Ιράκ, αν το θέλετε. Σύμβολον. Το ένα δένδρον, που εξαπατήθηκαν και έφαγαν τον καρπόν, τους οδήγησε εις τον θάνατον. Η αγάπη του Θεού τούς εξεδίωξε για να μην εγγίσουν από το δένδρον της ζωής. Γιατί τότε το κακόν, όπως λένε οι Πατέρες, θα εγίνετο αθάνατον. Έτσι επεφύλαξε τον καρπόν του δένδρου της ζωής για αργότερα.

Και ποιο είναι το δένδρον της ζωής; Είναι, αγαπητοί μου, ο Ιησούς Χριστός. Ή, αν θέλετε, είναι ο Σταυρός. Και όπως εκεί εκρέμοντο οι καρποί του δένδρου της ζωής, έτσι εδώ κρεμάται ο Χριστός. Εάν λοιπόν τώρα φάμε τον καρπόν εκείνου του δένδρου και παίρνομε εντολή, εάν δεν δοκιμάσομε από τον καρπόν αυτόν του δένδρου της ζωής, αμαρτάνομε. Είναι το αντίθετο από ό,τι ήταν τότε. Δηλαδή τι είναι ο καρπός; Το σώμα και το αίμα του Χριστού. Και με αυτό έχομε την ζωήν, την αιώνιον ζωήν.

Είδατε λοιπόν όλα αυτά πώς προτυπώθηκαν, πώς προπαρασκεύσαν τον άνθρωπο αλλά και τον ερχομό του Υιού του Θεού με την Ενανθρώπηση εις τον κόσμον αυτόν. Πρέπει λοιπόν τώρα για να ζήσουμε, να φάμε τον καρπόν του δένδρου της ζωής· που ξαναλέγω είναι ο Τίμιος Σταυρός, επί του οποίου είναι ο Χριστός· το σώμα Του και το αίμα Του.

Μία τέτοια γνώσις περί του Τιμίου Σταυρού, ό,τι είπαμε, μας αποκαλύπτει το μέγεθος της αγάπης του Θεού. Και είναι το κλειδί της επανεισόδου μας εις την Βασιλείαν του Θεού. Έτσι ξαναγυρίζομε πίσω εις την Βασιλείαν του Θεού. Αλλά η Βασιλεία του Θεού είναι πολύ καλυτέρα και πολύ ευτυχεστέρα απ΄ ό,τι ήτο ο αρχαίος Παράδεισος. Δηλαδή είναι το βασίλειον της αθανασίας και της αφθαρσίας· που λέει ο Απόστολος Παύλος στους Γαλάτας το εξής: «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ». «Σε μένα», λέει, «μη γένοιτο να καυχηθώ για οτιδήποτε. Η καύχησίς μου είναι ο Τίμιος Σταυρός», λέγει ο Παύλος· «που επί του Σταυρού απέθανε ο Ιησούς Χριστός, ο Κύριός μου», που λέει ο Παύλος. Δια του οποίου Σταυρού, «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ». «Για τον κόσμο; Έχω πεθάνει. Δεν είμαι ζωντανός για τον κόσμο». Εννοείται «κόσμος», το κοσμικόν φρόνημα. Αυτό που κατακεραυνώνει στην προς Φιλιππησίους, που σας είπα προηγουμένως, «ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία» και δεν βαριέσαι και… Όχι. «Το φρόνημα της σαρκός, το φρόνημα του κόσμου, να σκέπτομαι δηλαδή κοσμικά, αυτό, για μένα τον Παύλο, έχει πεθάνει. Κι εγώ έχω πεθάνει για τον κόσμο». Πολύ σπουδαίο αυτό. Μας ανοίγει τον δρόμο να ζήσουμε κι εμείς ακριβώς το ίδιο. Ώστε το καύχημα του Παύλου και μάλιστα το μοναδικό καύχημα του Παύλου είναι ο Σταυρός του Χριστού. Ο σταυρωμένος Χριστός! Γιατί, ξέρετε, ντρεπόμαστε πολλές φορές να πούμε ότι λατρεύομε έναν εσταυρωμένον Θεόν.

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, στις Κατηχήσεις του, συγκεκριμένα στην 13η Κατήχησή του, αναφέρεται εις τον Τίμιον Σταυρόν. Μπορούμε από εκεί να πάρομε μία μικρή επιλογή, τι λέγει δια τον Τίμιον Σταυρόν. Προσέξατε. Γράφει: «Καύχημα μὲν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας καὶ πᾶσα πρᾶξις Ἰησοῦ, καύχημα δὲ καυχημάτων ὁ σταυρός– Κάθε πράξη του Ιησού, για την Εκκλησία είναι καύχημα. Αλλά το καύχημα των καυχημάτων είναι ο σταυρός». Και παρατηρεί ότι γι΄ αυτό ο Παύλος, παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος, έλεγε ότι το καύχημά του ήταν ο σταυρός. Και σημειώνει ακόμα: «Καὶ μὴ θαυμάσῃς εἰ (εάν) κόσμος ὅλος ἐλυτρώθη. Οὐ γὰρ ἦν ἄνθρωπος ψιλός, ἀλλὰ υἱὸς θεοῦ μονογενής, ὁ ὑπεραποθνήσκων». «Και μην απορήσεις γιατί τούτο σου λέγω, εάν ελυτρώθη», λέει, «όλος ο κόσμος δια του Σταυρού, γιατί απλούστατα, Εκείνος που εσταυρώθη, δεν ήτο ψιλός άνθρωπος-το «ψι» με γιώτα, ξαναλέγω-, δηλαδή γυμνός, σκέτος άνθρωπος. Αλλά τι ήταν; Ο Υιός του Θεού, που ενηνθρώπησε ο μονογενής, ‘’ὁ ὑπεραποθνήσκων’’. Αυτός ο Οποίος πεθαίνει για όλους».

Ακόμη γράφει ο άγιος Κύριλλος: «Μὴ τοίνυν ἐπαισχυνώμεθα τῷ σταυρῷ τοῦ σωτῆρος, ἀλλὰ μᾶλλον ἐγκαυχώμεθα». Δηλαδή «μην ντρεπόμαστε τον σταυρόν του Χριστού· αλλά μάλλον να έχομε καύχημα». Είδατε πώς τα πράγματα αλλάζουν; Είδατε πώς ο διάβολος κατάφερε να κάνομε τον σταυρό μας κρυφά, για να μη μας βλέπουν οι άλλοι και πουν ότι …χμ, ότι είμαστε Χριστιανοί. Μα, δεν βαφτίστηκες; Δεν είσαι Χριστιανός; Γιατί κρύβεις την ιδιότητά σου αυτή; Κι όπως και πρόσφατα σας το είπα και πολλές φορές σας το έχω πει, όταν περνούν από κάπου, μία Εκκλησία, κάνουν τον σταυρό τους κάτω από το σακάκι τους. Κλήθηκες, αγαπητέ μου, σε ένα διπλωματικό τραπέζι, που είναι…, ε, όποιοι είναι εκεί; -αυτοί, βέβαια, άλλοι πιστεύουν, άλλοι δεν πιστεύουν-, εσύ να κάνεις τον σταυρό σου κι έτσι να αρχίζεις να τρως. Επήγες στο εστιατόριο; Ποιος κάνει τον σταυρό του στο εστιατόριο; Αλλά γιατί; Την ευεργεσία τη δεχόμεθα, δηλαδή το φαγητό, την ομολογία την αρνούμεθα. Αυτό δεν είναι ασυνεπές, ανακόλουθον; Τι θα κάνομε; Θα κάνομε τον σταυρό μας. Και θα πούμε και την ευχή. Το «Πάτερ ἡμῶν» φερ’ ειπείν, αν πήγαμε μεσημέρι. Έτσι λέγει ο άγιος Κύριλλος, ότι πρέπει να μην ντρεπόμεθα τον Τίμιον Σταυρόν, αλλά πρέπει δια του Τιμίου Σταυρού να ομολογούμε τον Χριστόν. Και συνεχίζει:

«Ὁμολογῶ τὸν σταυρόν, ἐπειδὴ οἶδα τὴν ἀνάστασιν -λέγει ο άγιος Κύριλλος: «Ομολογώ τον Χριστόν, δεν ντρέπομαι. Γιατί; Γιατί ακολούθησε η Ανάστασις»-· Εἰ γὰρ σταυρωθεὶς ἀπέμεινεν, οὐκ ἂν ἴσως ὡμολόγησα, συνέκρυψα γὰρ ἂν τάχα τῷ ἐμῷ διδασκάλῳ –«Γιατί εάν δεν είχε αναστηθεί, τότε πιθανώς να μην ομολογούσα και να ντρεπόμουνα, γιατί ο Διδάσκαλος απέθανε επί του σταυρού». Και θεωρήθηκε βέβαια αφού μάλιστα σταυρώθηκε ανάμεσα σε δύο ληστάς, ίσως ίσως και αρχιληστής. Ποιος ξέρει πού, πώς; Αλλά αφού ακολούθησε η Ανάστασις, γιατί να κρύψω την ομολογία ότι πιστεύω εις τον Κύριον Ιησούν τον Εσταυρωμένον;-· ἀναστάσεως δὲ τὸν σταυρὸν διαδεξαμένης οὐκ ἐπαισχύνομαι διηγούμενος». «Αφού ακολούθησε», λέει, η Ανάσταση, «δεν ντρέπομαι να διηγηθώ την σταύρωσιν του Χριστού».

Συνεχίζει ο άγιος Κύριλλος: «Εἴ τις ἀπιστεῖ τῇ δυνάμει τοῦ σταυρωθέντος, ἐξεταζέτω τοὺς δαίμονας -Είναι ένα πολύ καλό επιχείρημα αυτό, έστω και έμμεσο. «Όποιος», λέει, «απιστεί εις την δύναμιν του Χριστού, να δει τι κάνουν απέναντι στον Χριστό οι δαίμονες». Ξαναλέγω είναι έμμεσος απόδειξις. Δεν θα ‘πρεπε εκεί να σταθούμε. Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει, κατά παραχώρησιν μπορούμε κι εκεί να σταθούμε-. Εἴ τις οὐ πιστεύει τοῖς λόγοις, πιστευέτω τοῖς φαινομένοις». «Όποιος δεν πιστεύει στα λόγια», του Ευαγγελίου εννοείται, «να πιστεύσει στα φαινόμενα». Τι δηλαδή; Όπως είναι το φαινόμενο του Πνευματισμού· που φυγαδεύονται οι δαίμονες. Έχει συμβεί πολλές φορές. Μία κυρία, ένας κύριος, πάνε εις το μέντιουμ, στο πνευματιστικό τραπεζάκι. Κι εκεί – πω πω πω, φοβερό…- ας πούμε ότι είναι γυναίκα αυτή η οποία είναι μέντιουμ. Μέντιουμ θα πει μέσον, μεσάζων. Σου λέει αμέσως: «Κυρία μου, βγάλτε τον σταυρό που έχετε στον λαιμό σας». Γιατί; Γιατί την πληροφόρησαν οι δαίμονες ότι δεν θα της αποκαλύψουν τίποτα, εάν ο πελάτης της δεν βγάλει τον σταυρό. «Δεν είναι μία απόδειξις ότι εδώ οι δαίμονες πτήσσουσιν», λέει, «τρομάζουν, παίρνουνε δρόμο μπροστά εις τον Σταυρόν του Χριστού;». Ακόμη, όπως είναι τα μάγια, οι κακοτεχνίες του διαβόλου. Όλα αυτά δείχνουν, όταν πάμε τον Τίμιο Σταυρό, κεραυνώνουμε τους δαίμονες.

Όπως συνέβη κάποτε με εκείνον τον δαιμονισμένο ή τους δαιμονισμένους: «Τί ἐμοί καί σοί, Ἰησοῦ υἱέ τοῦ Θεοῦ». «Τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα σε μας -Ποιους; Τους δαίμονες- και σε Σένα, που είσαι ο Υιός του Θεού;». Βλέπετε πώς τρομάζουν οι δαίμονες; Όχι τότε στο Ευαγγέλιο που είναι γραμμένο. Αλλά και τώρα σήμερα όπως σας εξήγησα. Να πας στη μάγισσα, θα σου πει να βγάλεις τον σταυρό σου ή ό,τι άλλο. Και συνεχίζει: «Πολλοὶ κατὰ τὴν οἰκουμένην ἐσταυρώθησαν -ο άγιος Κύριλλος συνεχίζει-, «ἀλλ’ οὐδένα πτήσσουσιν οἱ δαίμονες». «Πολλοί», λέει, «σταυρώθηκαν στην οικουμένη, πολλοί». Ήταν εξάλλου ο ρωμαϊκός τρόπος εκτελέσεως των καταδίκων. Ρωμαϊκός. «Αλλά κανέναν», λέει, «απ’ αυτούς δεν φοβήθηκαν οι δαίμονες». «Τοῦ δὲ ὑπὲρ ἡμῶν σταυρωθέντος Χριστοῦ καὶ τὸ σημεῖον ἰδόντες μόνον τοῦ σταυροῦ πτήσσουσιν οἱ δαίμονες –Παίρνουν δρόμο και φεύγουνε. Μόνο τον σταυρό να δουν· όχι και τον Χριστόν». Όλα αυτά τι είναι; Και συνεχίζει: «Ἔπαθεν οὖν Ἰησοῦς κατὰ ἀλήθειαν ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων– Πράγματι, όταν λέει «κατὰ ἀλήθειαν», σημαίνει πράγματι πέθανε επί του Σταυρού. Δεν είναι φαινομενικός ο θάνατος επί του Σταυρού. Γι΄ αυτό και το λέει ο Απόστολος Παύλος· λέγει ότι «ἀπέθανεν ἐπί Ποντίου Πιλάτου», πραγματικά, προσέξτε· κατά τας γραφάς». Αυτό το πήραμε εμείς και το έχομε στο Σύμβολο της Πίστεως. Όπως το λένε οι γραφές. Πέθανε πραγματικά. «Οὐ γὰρ δόκησις ὁ σταυρός –«Δεν ήταν», λέει, «κατά φαντασίαν ο Σταυρός»–, ἐπεὶ δόκησις καὶ ἡ λύτρωσις –τότε θα ήταν κατά φαντασίαν και η σωτηρία. Οὐ φαντασιώδης ὁ θάνατος– «Δεν ήταν κατά φαντασίαν ο θάνατος»–, ἐπεὶ καὶ μυθώδης ἡ σωτηρία –«γιατί τότε θα ήταν και η σωτηρία μας ένας μύθος». Τὸ μὲν οὖν πάθος ἀληθές – Πράγματι πέθανε ο Χριστός επί του Σταυρού. Έτσι αληθεύει και η Ανάστασις–, ἀληθῶς γὰρ ἐσταυρώθη, καὶ οὐκ ἐπαισχυνόμεθα -Πράγματι πέθανε επί του Σταυρού και δεν ντρεπόμεθα να το πούμε-. Ἐσταυρώθη, καὶ οὐκ ἀρνούμεθα, ἀλλὰ μᾶλλον καυχῶμαι λέγων. κἂν γὰρ ἀρνήσωμαι νῦν, ἐλέγχει με οὗτος ὁ Γολγοθᾶς, οὗ πλησίον νῦν πάντες πάρεσμεν – «Αν αρνηθώ, θα με ελέγξει», λέει, «εδώ κοντά μου που είναι ο Γολγοθάς». Ξέρετε, ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, ήταν επίσκοπος Ιεροσολύμων, αυτά τα γράφει γύρω στο 350 μ.Χ. και λέει: «Να, εδώ κοντά μας είναι ο Γολγοθάς». Φοβερή παράδοσις, ότι πέθανε ο Ιησούς επί του Σταυρού κτλ. κτλ.- Ἐλέγχει με τοῦ σταυροῦ τὸ ξύλον –το οποίον είχε βρεθεί από την αγία Ελένη, μόλις 25 χρόνια πιο μπροστά. «Με ελέγχει», λέει, «το ξύλον του Σταυρού» τὸ κατὰ μικρὸν ἐντεῦθεν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ λοιπὸν διαδοθέν»· «που το κόψανε μικρά μικρά κομματάκια και το σκόρπισαν σε όλη την Οικουμένη». Σήμερα, το μεγαλύτερον τεμάχιον του Τιμίου Σταυρού βρίσκεται εις το Άγιον Όρος.

«Καὶ θέλεις γνῶναι σαφῶς, ὅτι δόξα ἐστὶ τῷ Ἰησοῦ ὁ σταυρός;– Θέλεις να δεις με σαφήνεια ότι ο Σταυρός αποτελεί δόξα του Ιησού;-. Αὐτοῦ ἄκουε λέγοντος– Άκουσε τι λέει ο Ίδιος– ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου –«Ήλθε η ώρα για να δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου». Και το έλεγε στους μαθητάς Του λίγο πριν σταυρωθεί-. Βλέπεις πῶς δόξαν οἰκείαν οἶδε τὸν σταυρόν;». «Αναγνωρίζει ότι δόξα δική Του είναι ο σταυρός. Αν Εκείνος λοιπόν το θεωρεί δόξα, γιατί έκανε το θέλημα του Πατρός και δια του οποίου Σταυρού σώζει τον κόσμον, εγώ γιατί θα ντραπώ;».

Αγαπητοί, ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι»· ότι «Έχω συσταυρωθεί με τον Χριστόν». Κι αν ο Σταυρός είναι η δόξα του Ιησού, τότε και όποιος σταυρούται με τον Ιησούν, συνδοξάζεται. Όλοι οι άγιοι κρατούσαν τον σταυρό. Και όλοι δοξάστηκαν. Δόξα μας λοιπόν είναι ο σταυρός του Χριστού.

Σήμερα, όπως σας είπα, πολλοί δυστυχώς, αρνούνται τον σταυρόν, γιατί αρνούνται τον Χριστόν. Έτσι η ομολογία μας και το καύχημά μας για τον Σταυρό του Χριστού, μας βάζει χρονικά στην εποχή του Παύλου και των πρωτομαρτύρων. Έκφρασις αυτής της δόξης και της καυχήσεως είναι το σημείον του σταυρού σωστά. Κάποιος προηγουμένως ήρθε εδώ και κοινώνησε, ένας κύριος, καρικατούρα σταυρού… Αγαπητοί μου, σωστά θα κάνομε τον σταυρό μας, σωστά. Ακούσατε; Σωστά. Έγινε καρικατούρα. Και γίνεται έτσι, πάντα κάπου να περικρύψουμε ότι εκάναμε τον σταυρό μας. Έτσι λοιπόν θα κάνουμε το σημείον του σταυρού ἐν παντί τόπῳ και χρόνῳ, μπροστά στα μάτια και των πιστών και των απίστων.

Έτσι, ας κλείσομε με τα σημερινά αποστολικά λόγια, που είπε ο Παύλος δηλαδή: «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ – Σε τίποτα, μη γένοιτο, σε τίποτα δεν θα καυχηθώ, παρά μόνον εις τον σταυρόν του Χριστού-, δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ -δια του οποίου σε μένα ο κόσμος σταυρώθηκε και εγώ για τον κόσμο». Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_848.mp3

(Μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ!

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Μνήμη Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-5-2002 

Η εορτή, αγαπητοί μου, των αγίων θεοστέπτων και ισαποστόλων βασιλέων, αγίου Κωνσταντίνου και αγίας Ελένης μάς δίνει την ευκαιρία να δούμε ένα μεγάλο σταθμό στην πορεία της Εκκλησίας μας μέσα εις τους αιώνες. Η Εκκλησία εβρίσκετο, όπως γνωρίζετε και πρέπει να γνωρίζουμε, να διαβάζουμε, θα λέγαμε, την πορεία της Εκκλησίας μες στην ιστορία, εβρίσκετο εις απηνή διωγμόν υπό της τότε κρατούσης πολιτείας, η οποία θεωρούσε σαν εσχάτη προδοσία εκ μέρους των Χριστιανών το γεγονός ότι δεν εθυσίαζαν στην «αγαθή τύχη» του αυτοκράτορος, του Καίσαρος. Έτσι, τρεις αιώνες η Εκκλησία δίδει συνεχώς μάρτυρες εις την θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Το βιβλίο της Αποκαλύψεως μάς δίδει μία θαυμασία εικόνα των μαρτύρων στον ουρανό. Θα σας το διαβάσω, παρότι είναι λίγο μακρά η περικοπή: «Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν πέμπτην σφραγῖδα», γράφει ο Ιωάννης ο ευαγγελιστής, «εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον (Αυτός ο χώρος, νοητός πάντοτε, κάτω από το θυσιαστήριον δεν είναι παρά ο Παράδεισος)»· «ἐσφαγμένων», λοιπόν, «διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον (: την οποίαν είχαν)· «καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς; Καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς (: ειπώθηκε εις αυτούς) ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν –σημειώσατε: «χρόνον μικρόν»-, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί».

Βλέπει κανείς ότι το θέμα του διωγμού των Χριστιανών και του μαρτυρίου των Χριστιανών θα είναι έως το τέλος της ιστορίας. Οι δε Πατέρες μάς λέγουν, συγκεκριμένα ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, ότι προς το τέλος της Ιστορίας, το μαρτύριο θα είναι φοβερότερο και οδυνηρότερο· των Χριστιανών· ιδίᾳ στις ημέρες του Αντιχρίστου. Όταν μάλιστα –το είδαμε στον αιώνα μας, να κάνουν, να προσβάλλουν τον μάρτυρα, με πράγματα τα οποία, βέβαια, οι παλαιότεροι αιώνες δεν τα είχαν διανοηθεί· όπως, φερειπείν, μίαν φαρμακευτικήν, φαρμακευτικήν προσέξτε, ένα φαρμακευτικόν μαρτύριον ή ένα ψυχολογικόν μαρτύριον κ.ο.κ. Να κάνουν, φερειπείν, σε ανθρώπους υγιείς μεγάλες δόσεις ινσουλίνης, μόνο και μόνο για να υφίστανται μαρτύριον– είναι φοβερό πράγμα… Αυτά γίνηκαν λίγα χρόνια πιο πίσω. Τα ξέρετε πού γίνηκαν. Ο Θεός να ελεεί πάντως, το μαρτύριον θα υπάρχει και θα επιτείνεται.

Αλλά ο Κύριος του ελέους έδωσε κάποια άνεση στον λαό Του, χρησιμοποιώντας σαν εκλεκτό όργανό Του, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνον και την μητέρα του αγίαν Ελένη. Ήταν η ευτυχής ημέρα του 311 μ.Χ., με το διάταγμα του Μεδιολάνου, που κατέπαυσε κάθε διωγμός της Εκκλησίας. Εθεωρήθη το γεγονός τεράστια μεγάλο, ανακουφίστηκε η Εκκλησία, ανέπνευσε η Εκκλησία και πολύ δικαίως ανεκήρυξε τον μεγάλον, αυτόν, αυτοκράτορα, τον Κωνσταντίνο –δεν ήτο βαπτισμένος· αργότερα εβαπτίσθη ο Μέγας Κωνσταντίνος- και την μητέρα του, αγίαν Ελένη, η οποία βεβαίως κατήγετο από τον Πόντο η αγία Ελένη, ήταν Ποντία και αυτή ήτο βαπτισμένη. Και έτσι τους ανεκήρυξε δικαιότατα ως αγίους.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψις του θέματος. Αυτή, η οποία πάρα πολύ μας ενδιαφέρει, όπως θα το δείτε. Η άνεση της Εκκλησίας έδωσε την αφορμή ώστε οι Χριστιανοί να χαλαρώσουν εις τα ήθη. Αυτό είναι παρατηρημένο. Αυτό το γνωρίζουμε. Προς αντιμετώπισιν του πράγματος εδημιουργήθη ο μοναχισμός· ο οποίος βέβαια υπήρχε και προ του διατάγματος του Μεδιολάνου, υπήρχε, πάντοτε υπήρχε, αλλά όμως ο μοναχισμός ιδιαιτέρως εγιγαντώθη κατά τους μετά χρόνους των διωγμών. Γιατί; Γιατί η Εκκλησία εδέχθη, βέβαια, αυτήν την έξωθεν άνεσιν, αλλά ελησμονήθη, όμως, ότι η φύσις της Εκκλησίας είναι ασκητική, είναι μαρτυρική και συνεπώς τώρα που της δόθηκε η άνεσις, κάπου τα πράγματα άρχισαν να μην πηγαίνουν καλά, εφόσον, βέβαια, ο κόσμος όλος κατά την μαρτυρία της Αγίας Γραφής, «ὅλος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ». Έτσι λοιπόν οι Χριστιανοί βρέθηκαν μέσα εις έναν κόσμο, ο οποίος κόσμος ζούσε ό,τι πονηρόν.

Το θέμα είναι ότι ναι μεν, καλή είναι η άνεσις, να μην έχουμε διωγμούς, αλλά θα είμεθα, όμως, προσεκτικοί. Γιατί, μην ξεχνάμε, ότι όταν έχομε την έξωθεν, αυτήν, άνεσιν, τότε ο διάβολος είναι ο μεγάλος διώκτης. Και διώκει. Και ξέρετε πώς διώκει; Με την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας. Εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα, που η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας οδηγεί, μετά μαθηματικής ακριβείας, εις την αποστασίαν. Το λέει ο απόστολος Παύλος εις τους Θεσσαλονικείς: «Θα ‘ρθουν οι μέρες που…-σχετικά με τον Αντίχριστον- και τότε θα έρθει και η αποστασία». Αλλά πώς θα έρθει η αποστασία; Παρατηρήσατέ το στην εποχή μας. Παρατηρήσατέ το εις τους εαυτούς μας. Όπου έχουμε μίαν ελευθερία κινήσεων, δεν πάμε καλά. Καθόλου καλά… Αυτό είναι το μεγάλο θέμα.

Ο μεγάλος διώκτης, δε, κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον, είναι ο ευδαιμονισμός: «Έχω όλα τα αγαθά. Γιατί να προσέχω; Γιατί να μη γευθώ εγώ τα αγαθά τα οποία μου δίδονται; Θα ήμουν ανόητος να μην τα δεχθώ». Οπότε, με τον τρόπον αυτόν, επέρχεται, όπως σας είπα, και η χαλάρωσις της Εκκλησίας. Και ναι μεν ο Θεός έδωσε την άνεση από τους διωγμούς και ο Μέγας Κωνσταντίνος είναι όντως μέγας, αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η άνεσις είναι σχετική. Πρέπει πάρα πολύ να προσέχομε.

Έχω τρομάξει μπροστά σ’ αυτό που λέμε «εκκοσμίκευση» και μάλιστα, η εκκοσμίκευσις αυτή παίρνει χίλιες μορφές. Βλέπετε τον τελευταίο καιρό –να μείνω μόνον εις τον χώρο τον εκκλησιαστικό- αν διαβάζετε, αν παρακολουθείτε, ιδιαιτέρως τονίζονται πολλές αλλαγές μέσα στην Εκκλησία μας, «χάριν», λένε, «εκσυγχρονισμού». Βέβαια, και μια εκδήλωση να βγάλομε κι εμείς τα ράσα μας και άλλα πολλά και τοιαύτα και τοιαύτα. Γιατί να βγάλω τα ράσα μου; Για να πηγαίνω στον κινηματογράφο άνετα; Να μην πουν: «Α, δες αυτός ο παπάς…» -γιατί σήμερα αν πάω σε έναν κινηματογράφο με τα ράσα μου θα μου πουν: «Δείτε, δείτε, ένας παπάς πάει στον κινηματογράφο!». Αυτό έχει γίνει στην Αμερική, είναι γνωστό. Κι εκεί, οι Ορθόδοξοι – όχι οι Ρώσοι όμως- ορθόδοξοι ιερείς απέβαλαν το ράσο. Και μπορούν να βρίσκονται όπου θέλουν… Αλλά τότε όμως, εάν εγώ μπορώ να πηγαίνω όπου θέλω, χωρίς να έχω τουλάχιστον τον εξωτερικόν έλεγχον, δεν εκκοσμικεύομαι;

Όλες δε αυτές οι αλλαγές που προτείνονται, ιδίως στην Θεία Λειτουργία κ.λπ. κ.λπ. δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να λιγοστεύομε τα πράγματα, και ποσοτικώς και ποιοτικώς, και στο τέλος να παραδώσουμε στους μετά από μας μίαν κατάσταση αγνώριστη. Είναι τραγικό! Είναι φοβερό! Αλήθεια, θα είχαμε ποτέ σκεφτεί αν αυτήν την στιγμή εμείς οι Έλληνες βρισκόμεθα κάτω από μίαν ξενικήν κατοχήν –ας πούμε γερμανική κατοχή· που περάσαμε πρόσφατα, εις τον αιώνα μας- θα είχαμε διανοηθεί ποτέ κατά την διάρκεια της ξενικής κατοχής να προβούμε σε διορθώσεις, σε ανανεώσεις, σε εκσυγχρονισμούς κ.λπ; Νομίζω ποτέ δεν θα το είχαμε σκεφθεί!

Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, εκείνο που δυναμώνει τους Χριστιανούς είναι ο διωγμός. Είναι ο διωγμός. Βέβαια, ένας άνεμος φυσάει πάνω στα δέντρα. Αν ποτέ δεν φυσούσε, και πρώτη φορά γινόταν ένας άνεμος, πολλά δέντρα θα είχαν ξεριζωθεί. Ξέρετε τι είναι εκείνο που τα κρατάει τα δέντρα να μην ξεριζωθούν; Και να απλώνουν βαθύτερα και βαθύτερα τις ρίζες των; Οι άνεμοι που υπάρχουν. Τι νομίζετε; Οι άνεμοι που υπάρχουν κάνουν το δέντρο να αντιστέκεται και να είναι ανθεκτικό σε κάποια βία του ανέμου. Και απλώνει πιο βαθιά ακόμα τις ρίζες. Αυτό είναι με τους Χριστιανούς. Είναι -δεν θέλομε να μειώσομε- αυτό το χάρισμα που μας έδωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, και μάλιστα προήδρευσε, παρακαλώ, και εις την πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον, δεν θα ‘θελα να το μειώσω, αντιθέτως, μάλιστα, να δοξάζομε τον Θεό, αλλά μην ξεχνάμε όμως ότι όταν έχουμε μίαν άνεσιν, οπουδήποτε αυτή αν υπάρχει, ιδίως στον ευδαιμονισμόν, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου καλά.

Έτσι, αγαπητοί, μη μας τρομάζει κάθε διωγμός. Πολλές φορές λένε: «Να, ξέρετε θα στραφούν εναντίον της Εκκλησίας…». Ας στραφούν! Ε, λοιπόν; Και τι θα γίνει; Το ξέρουμε. Τό ‘παν και οι Πατέρες μας, ότι «ἡ Ἐκκλησία διωκομένη νικᾶ». Ρωτάει κάπου ρητορικότατα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Πού είναι εκείνοι οι οποίοι εδίωξαν την Εκκλησία; Πού είναι; Όλοι εσίγησαν. Γιατί; Γιατί δεν είχανε βοηθόν τον Θεόν». «Ἡ Ἐκκλησία», λέει, «γιγαντοῦται». Μη φοβόμαστε. Αυτό είναι αλήθεια. Μπορεί αυτή τη στιγμή ίσως να έχομε αυτήν την ελευθερία, αυτήν την άνεση, αλλά προς Θεού, μη μας οδηγήσει αυτή η άνεσις εις την εκκοσμίκευσιν. Πολύ θα το παρακαλέσω! Η εκκοσμίκευσις είναι, είναι μπροστά μας, είναι μια απειλή μας, πρέπει να το ξέρουμε· γιατί απευθύνεται πλέον, κατευθύνεται πλέον αυτή η άνεσις, η εκκοσμίκευσις, όπως σας είπα και προηγουμένως, προς την αποστασία. Μη φοβόμαστε τον διωγμόν.

Και ξέρετε, ο πιστός έχει τον καθημερινό του διωγμόν. Όταν κάποτε τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, με τους οικείους του, με τον γείτονα, με την κοινωνία, λέει: «Με κοροϊδεύουν». «Και δεν χαίρεσαι;». Α δεν χαίρεσαι… Και διαμαρτύρεσαι! Και λες: «Με κοροϊδεύουν». Τα παιδιά· πάρτε τα κορίτσια- σήμερα αρχίζουν μάλιστα τα παιδιά και τις εξετάσεις των· να τους βοηθήσει ο Θεός να πάνε καλά-. Όμως, όμως, όταν πείτε σε ένα κορίτσι να βάλει φουστάνι και όχι παντελόνι, θα σας πει: «Μα με κοροϊδεύουνε». Και δεν χαίρεσαι; Μια φορά, γιατί ήταν φανάρια δηλαδή, μας σταμάτησαν εκεί στην γέφυρα της Λαρίσης, που περνάμε από την άλλη μεριά· σταματήσαμε εκεί, εκείνη την ώρα δε περνούσε και ένα σχολείο, δημοτικό σχολείο ήτανε, και πήγαιναν αυτές τις ολιγόωρες εκδρομούλες εις το Αλκαζάρ. Κι εμείς ήμασταν μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν είδα κανένα κοριτσάκι να φοράει φουστάνι. Όλα τα παιδάκια, τα κοριτσάκια φορούσανε παντελόνι. Οπότε λέει κανείς για μια στιγμή: «Να, το παιδί μου έρχεται διαμαρτυρόμενο ότι το κοροϊδεύουνε, γιατί αποτελεί μοναδικότητα εις το σχολείο». Εδώ τώρα η μητέρα και ο πατέρας πρέπει να βοηθήσουν το παιδί να καταλάβει ότι ακριβώς αυτή η μοναδικότητα είναι σπουδαία! Το καταλαβαίνουν, όμως, οι γονείς;

Αγαπητοί, σας είπα, ας προσέχομε. Ας προσέχομε γιατί δεν πρέπει ποτέ από την ζωή μας, την καθημερινότητα, να λείπει η ασκητικότητα. Μάλιστα, να την προκαλούμε. Ακριβώς όπως προκαλείται και η άσκησις σε κάποιους ανθρώπους νέους· φερειπείν, στρατιώτες, θα κάνουνε τις πορείες τους, ακούσατε; Τις πορείες τους, χωρίς να υπάρχει πρόβλημα. Να καταρτίζονται. Να βρίσκονται, δηλαδή, σε μία κίνηση. Κι εμείς οι Χριστιανοί σε μια ασκητικότητα. Και πρέπει πάντοτε να ζούμε την μαρτυρικότητα του Ευαγγελίου. Τότε, έχουμε μία ελπίδα, όταν θα ‘ρθουν τα χειρότερα και τα δελεαστικότατα, να μπορούμε να λέμε: «Όχι!». Αλλά το λέει αυτό ο Χριστιανός εκείνος που συνήθισε τον εαυτό του να ζει την μαρτυρική ευαγγελικότητα. Αμήν.

(Απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ- Η ΟΡΘΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΓΙΑΣ!

 
π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή του Τυφλού: Η ορθή έννοια της αργίας

 [Ιω. 9, 1-38]
Το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου, είχε εκπλήξει τους άρχοντας της Ιερουσαλήμ. Δεν εγνώριζαν τι εξήγηση να δώσουν. Ρωτούσαν τον ίδιον τον τυφλόν, ρωτούσαν τους γονείς του και ξαναρωτούσαν και επανήρχοντο. Αλλά το θαύμα έμενε θαύμα. Φθονούσαν οι άρχοντες τον Ιησούν. Γι’ αυτό ακριβώς και πολυπραγμονούσαν περί την θεραπεία του, γιατί δεν ηνείχοντο να ακούν κάτι μεγάλο γι’ Αυτόν. Εξάλλου ο φθόνος των οδήγησε τον Ιησούν εις τον Σταυρόν. Γι ‘αυτό προσπαθούν τώρα να βρουν, όπως πάντοτε το έκαναν, κάτι δήθεν κατηγορήσιμο για να ψέξουν, να κατηγορήσουν τον Ιησούν και να δείξουν ότι είναι αμαρτωλός και συνεπώς δεν είναι ο Μεσσίας. Όλο το θέμα εκεί ήτο. Και συνεπώς δεν είναι ο Μεσσίας.

Και το βρήκαν. Το θαύμα έγινε ημέρα Σάββατο. Ο Ιησούς έκανε πηλό εν ημέρα Σάββατο. Να η κατηγορία. Αυτό ήταν μία απόδειξις ατράνταχτη γι’ αυτούς βέβαια, ότι ο Ιησούς παραβαίνει τον νόμο κι έτσι είναι αμαρτωλός. Είδατε με πόσην ευκολίαν εξυφαίνεται η κατηγορία; Γι ‘αυτό ακριβώς ο Ιωάννης τονίζει στη σημερινή του ευαγγελική περικοπή: «Ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς». Ήταν Σάββατο όταν έκανε τον πηλόν ο Ιησούς και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. Πώς έκανε τον πηλόν; Έφτυσε χάμω. Πόσο είναι το φτύσμα; Και με αυτό, έκανε λίγο λάσπη. Παραβαίνει την αργία του Σαββάτου ο Ιησούς! Και έχρισε τα μάτια του τυφλού και του είπε: «Πήγαινε εις την κολυμβήθρα του Σιλωάμ και να νιφτείς». Και νιβόμενος ανέκτησε την όρασή του. Δεδομένου ότι ήταν τυφλός εκ γενετής, δηλαδή δεν είχε απλώς μία βλάβη στην όραση. Δεν υπήρχαν καν τα μάτια. Δεν υπήρχαν βολβοί. Αυτό είναι το σημαντικότατο.

Έτσι, έλεγαν κάποιοι Φαρισαίοι: «Ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά του Θεού, ότι το Σάββατον ου τηρεί». Αυτός ο άνθρωπος, λέγει, δεν είναι από τον Θεό, δεν είναι δυνατόν να είναι από τον Θεό, επειδή δεν φυλάττει την εντολή της αργίας του Σαββάτου.

Το ίδιο βεβαίως είχε συμβεί και με τον παραλυτικόν που είχαμε δει την παρελθούσα Κυριακή στην ευαγγελική περικοπή που του είπε ο Κύριος να σηκώσει το κρεβάτι του και να πάει στο σπίτι του. Του λένε οι άλλοι: «Σάββατο είναι· σηκώνεις το κρεβάτι σου;». Στη ραβινική διδασκαλία, στην ερμηνεία των εντολών, ίσως θα τρομάξετε άμα το ακούσετε, «εάν», λέγει, «έπαιρνες ένα αντικείμενο και το μετέφερες κάπου αλλού, καταδικαζόσουν σε θάνατο με λιθοβολισμό»! Το ακούσατε; Το ίδιο πράγμα είχε συμβεί και με εκείνη τη συγκύπτουσα γυναίκα, που ο Κύριος εκεί στη συναγωγή την είδε και της είπε: «Λύνεσαι από την ασθένειά σου αυτήν». Κι εκεί ο αρχισυνάγωγος άρχισε να μουρμουρίζει και να λέγει: «Έρχεστε εδώ την ημέρα του Σαββάτου να θεραπευτείτε και δεν έρχεστε κάποια άλλη μέρα». Γιατί κι αυτό…εάν κανείς εθεραπεύετο την ημέρα του Σαββάτου, εθεωρείτο εργασία και συνεπώς ήτο κατηγορήσιμη η περίπτωση.

Αλλά εδώ βλέπομε κάτι κατ’ επανάληψη που έκανε ο Κύριος, σαν να το έκανε επίτηδες. Ο Κύριος ημέρα Σαββάτου να αγαθοεργεί. Γιατί ήθελε απλούστατα, όπως αντιλαμβανόμεθα από τα τέσσερα ευαγγέλια, όπως μας διηγούνται οι ιεροί Ευαγγελισταί τα καθέκαστα, ήθελε να διορθώσει την εσφαλμένη αντίληψη που είχαν οι Εβραίοι, οι Ραββίνοι, για την αργία του Σαββάτου.

Αλλά ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, γιατί, όπως θα δείτε, μας ενδιαφέρει κι εμάς πολύ. Δεν είναι δηλαδή ένα περιστατικό που ανήκει στο παρελθόν και είναι απλώς ιστορικής, μουσειακής αξίας. Είναι κάτι, θα δείτε, ότι μπαίνει ολότελα μέσα στη ζωή μας.

Ποιος ήταν ο νομοθέτης στο Σινά, που έδωσε τον Δεκάλογο στον Μωυσέα; Βέβαια ο Θεός. Αλλά και από την ίδια την Παλαιά Διαθήκη και υπό το φως της Καινής Διαθήκης μαθαίνομε ότι εκεί ήταν το δεύτερο πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, ο Θεός Λόγος. Αυτός έδωσε τον Δεκάλογον. Ο μετέπειτα Ενανθρωπήσας Ιησούς Χριστός. Τώρα λοιπόν, πώς ο Ιησούς Χριστός δήθεν, τάχα καταργεί την εντολήν την τετάρτην περί της αργίας του Σαββάτου; Αυτό δεν θα ήταν αντιφατικό για τον Θεό, να νομοθετεί και κατοπινά να συλλαμβάνεται παραβάτης του ιδίου νόμου;

Τι άλλη απάντηση να δοθεί σ’ αυτό το θέμα, όταν μάλιστα επιδιώκει ο Κύριος, επαναλαμβάνομε, να θαυματουργεί την ημέρα του Σαββάτου; Τι άλλη απάντηση μπορούμε να δώσουμε; Ότι δηλαδή απλούστατα κακώς οι Ιουδαίοι είχαν αντιληφθεί την αργίαν του Σαββάτου. Δεν υπάρχει άλλη απάντησις.

Η εντολή της αργίας του Σαββάτου, αγαπητοί μου, που είναι η 4η κατά σειρά εντολή, μαζί με τις τρεις πρώτες άλλες εντολές, είναι σε ό,τι αφορά την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Συνεπώς η παράβασις των τεσσάρων πρώτων εντολών, ήτο ασέβεια. Η παράβασις των έξι τελευταίων εντολών, «τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου», που είναι η 5η εντολή και έως την 10ην εντολήν, η παράβασις ήτο αμάρτημα. Υπάρχει δε πολλή διαφορά ανάμεσα εις την ασέβεια και εις την αμαρτία. Η ασέβεια είναι κάτι πολύ βαρύτερο από την αμαρτία. Δεν είναι το ίδιο πράγμα, να υβρίσω τον Θεόν ή να ειδωλολατρήσω, με το να δείρω τον συνάνθρωπό μου ή να κάνω μία αμαρτία επάνω του. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο τώρα ότι η παράβασις των έξι εντολών των τελευταίων, τελικά διαβαίνει εις την προσβολή του προσώπου του Θεού. Εάν κάνω το κακό στον πλαϊνό μου, στον συνάνθρωπό μου, αυτή η αμαρτία μου διαβαίνει και πηγαίνει στον Θεό. Εκεί καταλήγει η όλη αυτή προσβολή. Ενώ όταν παραβώ τις 4 πρώτες εντολές, δεν μεσολαβεί άνθρωπος· απευθείας στρέφομαι προς τον Θεόν και αυτό βεβαίως είναι, όπως σας είπα, και λέγεται ασέβεια.

Οι Εβραίοι όμως είχαν, για να επανέλθομε στο θέμα, είχαν απολυτοποιήσει την αργία του Σαββάτου. Και αυτό το έκαναν και σε άλλες εντολές. Όπως επί παραδείγματι την εντολήν περί της τιμής των γονέων, κ.λπ. Αλλά αυτή η απολυτοποίησις είναι αμάρτημα. Όταν ο άνθρωπος φθάνει να θέτει την εντολή που ορίζει ο Θεός πιο πάνω από τον νομοθέτη. Ένα μικρό παράδειγμα. Δίνει εντολή ο Θεός εις τον Μωυσέα κι εκείνος εις τον διάδοχό του τον Ιησού του Ναυή κι εκείνος παρακάτω και φθάνομε εις τον Σαούλ τον βασιλέα, που δίνει εντολή ο Θεός «Όταν θα φθάσετε εις την γην της Επαγγελίας, τότε θα εξολοθρεύσετε τους Αμαληκίτας, γιατί αυτοί ετόλμησαν να κάνουν πόλεμο εναντίον σας, μόλις βγήκατε από τη γη της Αιγύπτου και είσαστε ανήμποροι, ανίσχυροι και ανοργάνωτοι. Αυτούς θα τους τιμωρήσετε. Δεν θα μείνει –ακούστε, ακούστε, ακούστε- ρουθούνι που να αναπνέει!». Φοβερόν πράγμα! Ο Θεός δεν μας είπε, θα έλεγαν οι Εβραίοι, δεν μας είπε «Ου φονεύσεις;». Εάν λοιπόν πω στον Θεόν: «Μα Εσύ είπες να μη φονεύσομε, πώς Συ μας λέγεις να φονεύσομε τους Αμαληκίτας;». Αυτό λέγεται απολυτοποίησις μιας εντολής. Γιατί την βάζω πιο πάνω από τον Νομοθέτη. Ο Θεός, αγαπητοί μου, είναι ελεύθερος. Όταν νομοθετεί, νόμος είναι αυτό που θέλει. Κι εδώ τώρα νόμος είναι να εξαφανιστούν από προσώπου γης οι Αμαληκίται. Γι’ αυτό και τιμωρεί ο Θεός τον Σαούλ, με θάνατο, εφονεύθη ο Σαούλ, επειδή ακριβώς παρέβη την εντολήν αυτή του Θεού, να εξολοθρεύσει τους Αμαληκίτας. Καταλάβατε λοιπόν τι θα πει απολυτοποίησις ενός πράγματος, μιας υποθέσεως, ενός νόμου. Είναι σοβαρό, είναι πάρα πολύ σοβαρό. Και το σπουδαίον είναι ότι το αμάρτημα των Εβραίων ήταν ότι απολυτοποιούσαν κάτι που ήταν σχετικό και σχετικοποιούσαν κάτι που ήταν απόλυτο. Αυτό ήταν το βαρύ τους αμάρτημα. Γι’ αυτό οι διατάξεις, τα εντάλματα των Ραββίνων, που έκαναν την ερμηνεία του νόμου, έφθαναν εις τον αριθμόν τέσσερις χιλιάδες (4.000). Το ακούτε; Τέσσερις χιλιάδες εντάλματα, εντολές, διαταγές. Και ήσαν γεμάτες αυτές οι εντολές των Εβραίων από θέσεις που τελικά έφθαναν να κατηγορήσουν τις εντολές του Θεού. Περίεργο. Γι’ αυτό ο Κύριος τους είπε: «Αφέντες την εντολήν του Θεού, κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων». Εκείνα τα οποία διδάσκουν οι άνθρωποι. Να σας πω μία δική μας, τρέχουσα, τώρα την θυμήθηκα, να σας το πω. Ο Θεός λέει να πηγαίνομε στην Εκκλησία κάθε Κυριακή. Εσύ πενθείς και δεν πηγαίνεις την Κυριακή στην Εκκλησία, ένα χρόνο, τρία χρόνια, επτά χρόνια· γιατί πενθείς. Δηλαδή τι κάνεις; Εκδικείσαι τον Θεόν που πήρε ένα σου πρόσωπο αγαπημένο από την οικογένεια; Γι’ αυτό δεν πηγαίνεις στην Εκκλησία; Τι κάνεις εδώ; Απολυτοποιείς τα πράγματα.

Έτσι τώρα, αγαπητοί μου, και με την αργία του Σαββάτου. Την απολυτοποιούν και την θέτουν, όπως σας είπα, πιο πάνω από τον άνθρωπο και μάλιστα πιο πάνω από τον Θεάνθρωπον, τον Ιησούν Χριστόν. «Μπα! Είναι πονηρός, λέει, άνθρωπος, είναι αμαρτωλός. Διότι δεν τηρεί, δεν φυλάττει την εντολή της αργίας». Έτσι απαντάει ο Κύριος κάτι που είναι καταπληκτικό: «Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια τον Σάββατον». Δεν μπορείς να πάρεις κριτήριο την εντολήν. Κριτήριο θα πάρεις τον άνθρωπο και τη σωτηρία του. Και λέγει εδώ ότι το Σάββατον έγινε δια τον άνθρωπον· να υπηρετήσει τον άνθρωπον. Και δεν έγινε ο άνθρωπος δια την εντολή, για την αργία του Σαββάτου. Αυτό είναι μεγάλο πράγμα. Αυτό απλώνεται πολύ. Παράδειγμα: Δεν έγινε ο άνθρωπος για την τέχνη, τις καλές τέχνες, αλλά έγινε η τέχνη δια τον άνθρωπον. Δεν έγινε ο άνθρωπος δια τον πολιτισμόν. Αλλά ο πολιτισμός έγινε δια τον άνθρωπον. Υπηρετεί τον άνθρωπον; Καλώς. Δεν τον υπηρετεί; Μην απολυτοποιείς την επιστήμην. Μην απολυτοποιείς τον πολιτισμόν. Μην απολυτοποιείς την τέχνην και λες: «Α, η τέχνη… Οφείλεις να σεβαστείς εσύ ο άνθρωπος, να γίνεις υπηρέτης της, δούλος της». Αυτό λέγεται απολυτοποίησις. Είναι πολύ κακό πράγμα. Γι΄αυτό ο Κύριος που είπε αυτόν τον θαυμάσιον (λόγον) «Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο και ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» και βγάζει το συμπέρασμα ο Κύριος και λέγει: «Ώστε Κύριος εστί ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου». Συνεπώς, αφού εγώ ο άνθρωπος, Εγώ ο Θεάνθρωπος νομοθετώ, είμαι Κύριος και του Σαββάτου. Μπορώ να τροποποιήσω όπως κρίνω, όπως θέλω. Είναι καταπληκτικό, αγαπητοί μου.

Κάποτε ρώτησαν τον Κύριον- ποιοι άλλοι; Οι γνωστοί μας κριτικάρηδες Φαρισαίοι· που ήσαν έτοιμοι πάντα να κατηγορήσουν «ει έξεστι τοις Σάββασιν θεραπεύειν». Εάν μπορεί κανείς, εάν επιτρέπεται, να θεραπεύει την ημέρα του Σαββάτου. Και ο Κύριος απάντησε: «Αν ένα πρόβατό σας πέσει», λέγει, «μέσα σε ένα λάκκο, πέσει στο πηγάδι, δεν θα πάτε να το βγάλετε από τον λάκκο, από το πηγάδι και να το σώσετε το πρόβατο; Πόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαθοεργήσομε για έναν άνθρωπο την ημέρα του Σαββάτου; Δηλαδή την ημέρα της αργίας.

28-5-1995

alopsis.gr

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- ΘΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου: Θυσία δικαιωμάτων
 

[Α΄Κορ. 9, 2-12]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 4-9-1994 

Ο Παύλος, αγαπητοί μου, αγαπούσε πολύ τους Κορινθίους. Εντούτοις, ήταν η Εκκλησία εκείνη, που της χάρισε βέβαια δύο μεγάλες επιστολές, με θέματα τέτοια όμως που έδειχναν ότι πολύ οι Κορίνθιοι τον είχαν λυπήσει. Και αιτία ήταν άλλοτε οι διχοστασίες τους, άλλοτε η στάση τους απέναντι εις τον αιμομίκτη συμπατριώτη τους, για την οποία υπόθεση είπε ο Παύλος: «Και δεν επενθήσατε; Και μένετε ψυχροί και αδιάφοροι;». Άλλοτε η υποτίμηση που του έκαναν, έναντι άλλων εργατών του Ευαγγελίου: «Ο Απολλώς; Α, είναι καλύτερος από τον Παύλο!». Άλλοτε ότι δεν ήταν ο Παύλος ἐκ τῶν ὑπέρ λίαν Ἀποστόλων. Επειδή –ακούσατε- ηργάζετο χειρονακτικά! Που είναι η σημερινή αποστολική περικοπή κ.ο.κ. Ένα σωρό θέματα, που τα καταγράφει στις επιστολές του και δείχνει πόσο εκείνος μεν τους αγαπούσε, εκείνοι δε διαρκώς τον ελύπιζαν. Γι’ αυτό κάπου λέει: «Πλατύνθητε, ὦ Κορίνθιοι». «Πλατύνατε την καρδιά σας, ω Κορίνθιοι. Εγώ ένας, δεν χωρώ μες στην καρδιά σας, σεις όλοι χωράτε μες στην καρδιά μου». Με πικρία τα έγραφε αυτά και με παράπονο ο Παύλος.

Έτσι, γράφει, από τη σημερινή αποστολική περικοπή: «Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι (: Μπορεί σε άλλους να μην είμαι απόστολος, αλλά για σας είμαι). Ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ (: Γιατί η σφραγίδα της δικής μου αποστολής εσείς είσαστε εν Κυρίω). Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί». Και συνεχίζει παρακάτω. «Η δική μου απολογία…» ομιλεί περί απολογίας… Διότι συχνά πυκνά τον κάθιζαν στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Τον Παύλο. Ναι! Οι Κορίνθιοι! Γι’ αυτό λέγει «η δική μου απολογία, για κείνους που με ανακρίνουν και μου λέγουν τούτο ή εκείνο, αυτή είναι». Και συνεχίζει και λέει κι άλλα πολλά. Και όλα αυτά γιατί; Γιατί οι Κορίνθιοι ήσαν πεφυσιωμένοι, ήσαν υπερήφανοι. Έτσι ο Παύλος …ίσως επειδή ήταν κάτοικοι μιας πολύ μεγάλης πόλεως της Μεσογείου, ήταν κοσμοπολίτικη η Κόρινθος και είχε πάρει το μυαλό τους αέρα. Ήσαν πραγματικά φαντασμένοι άνθρωποι.

Έτσι ο Παύλος έφθασε να γράψει, σε σχέση με υλικά πράγματα, που δεν εδέχετο, χρήματα κ.λπ. θυσιάζοντας τα δικαιώματά του, χάριν της απροσκόπτου διαδόσεως του Ευαγγελίου. Και τι γράφει; «Ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων (: Όχι· δεν έκανα χρήση απ’ όσα τυχόν θα θέλατε να μου προσφέρετε, σε τίποτα). Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα ἵνα οὕτω γένηται ἐν ἐμοί (: Και δεν τα έγραψα αυτά, για να μου γίνουν έτσι. Δηλαδή «τώρα να μου δίνετε το σιτηρέσιό μου». Περί σιτηρεσίου ο λόγος. Περί διατροφής του Παύλου και των συνεργατών του. Ο Παύλος ηργάζετο με τα χέρια του για να βγάλει το ψωμί του. Καταπληκτικό! Και δεν τα γράφω, λέει, αυτά, για να μου δώσετε τώρα το σιτηρέσιον)· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἢ τὸ καύχημά μου ἵνα τις κενώσῃ (:ε ίναι προτιμότερο να πεθάνω, παρά κανείς να μου αφαιρέσει αυτό το καύχημα, ότι δεν παίρνω χρήματα από σας, δεν παίρνω το σιτηρέσιό μου)». Και το καύχημα του Παύλου τι ήταν; Να προσφέρει αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού. Χωρίς χρήματα. Αδάπανον το Ευαγγέλιον. Και οι Κορίνθιοι, αντί να αισθάνονται καύχημα για έναν τέτοιον απόστολό τους, που ήταν ανώτερος πάντων, ακριβώς για να μη γίνεται βάρος εις αυτούς ως προς τα οικονομικά, τώρα τον κατηγορούν. Τον κατηγορούν και τι λένε; «Α, για να μην παίρνει χρήματα, πρέπει να είναι δευτέρας κατηγορίας απόστολος, γιατί η πρώτης κατηγορίας απόστολος, εκ των – έτσι ελέγοντο- υπέρ λίαν αποστόλων αν ήταν, –επειδή δε συνέπεσε η περίπτωση εκ των υστέρων ο Παύλος να κριθεί από τον Χριστόν-, γι’ αυτό δεν παίρνει χρήματα και δουλεύει. Είναι κατώτερος απόστολος». Ακούστε, ακούστε… Αλήθεια, θα έλεγε κανείς, θα απορούσε με τους Κορινθίους, πόσο απουσία ικανότητος υπήρχε σ’ αυτούς, ορθής εκτιμήσεως των πραγμάτων.

Eντούτοις ο Παύλος επιμένει: «Τίς οὖν μοί ἐστιν ὁ μισθός; (: Ποιος λοιπόν είναι ο μισθός μου; -λέει ο Παύλος)  ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ». «Ποιος είναι ο μισθός μου; Να ευαγγελίζομαι», λέγει, «εγώ θέλω μισθόν από τον Χριστόν, αδάπανον το Ευαγγέλιον, χωρίς χρήματα». Πούουου, Παύλε άγιε! Πού να σ’ ακούγαμε! «Να θέσω», λέει, «αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού, στο να μη φθάσω να κάνω ενδεχομένως κατάχρησιν της εξουσίας μου εις το Ευαγγέλιον». Τι σημαίνει «ἐξουσία»; Ναι, είχε εξουσία. Η εξουσία δεν είναι τι άλλο, παρά τα δικαιώματα. Προσέξτε, η λέξις «ἐξουσία» σημαίνει δικαιώματα. Να το ενθυμείσθε, γιατί θα το χρησιμοποιήσομε πιο κάτω αρκετά. Δηλαδή ο Παύλος παραιτείται των δικαιωμάτων του, για προσωπική του συντήρηση, ακριβώς για να μη δώσει αφορμή κατηγορίας εις το Ευαγγέλιον· «ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δώσῃ». «Ἐγκοπή», «ἐγκόπτω» θα πει «κάτι που σταματώ, κάτι που βλάπτω». Υπάρχουνε διάφορα συνώνυμα. Και λέει μάλιστα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Είδες; Όχι μόνον απλώς φοβάται την ἐγκοπήν, την βλάβη αλλά κι εκείνο το ‘’τι’’, ‘’ἐγκοπήν τινά’’, τοσοδούτσικη βλάβη να μην επιφέρω εις το Ευαγγέλιον του Χριστού. Τοσοδούτσικη. Εκείνο το ‘’τι’’, το ‘’τόσο δα’’». «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν (: Δεν δώσαμε, λέει, δεν κάναμε χρήση σ’ αυτό μας το δικαίωμα, αλλά όλα τα υποφέρομε, ‘’πάντα στέγομεν’’, όλα τα υποφέρομε), ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινά -τινά, ε;- δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ».

Εμείς τι θα λέγαμε σε όλα αυτά; Όποιος καταλαβαίνει τον Παύλο, όποιος τον ζει, θα έλεγε: «Ω αθάνατε Παύλε, γνησιότατε ερμηνευτά του Χριστού… Ω αθάνατε Παύλε!». Έτσι σήμερα, με την αποστολική περικοπή που μας δίδεται αυτή η ευκαιρία να δούμε το θέμα, ποιο θέμα; Της θυσίας των δικαιωμάτων. Της θυσίας των δικαιωμάτων… Και τα δικαιώματα, πλάι στα καθήκοντα, υπάρχουν σε πολλούς τομείς της ζωής.

Και πρώτα πρώτα στον χώρο του Ευαγγελίου. Ο Παύλος ήταν κορυφαίος στη θυσία των δικαιωμάτων του. Αναφέρεται βέβαια στα δικαιώματα που έδωσε ο Χριστός στους διακόνους Του, όπως και ο παλαιός νόμος το προέβλεπε, είναι ο μόνος απόστολος που μίλησε για τα δικαιώματα των διακόνων του Χριστού, άλλο ότι δεν έπαιρνε τίποτε- και το πόρισμα των όσων γράφει είναι τούτο- που είναι παρμένο από την Παλαιά Διαθήκη: «Ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ». «Άξιος είναι ο εργάτης του  μισθού του». Δούλεψε στο Ευαγγέλιο, θα ζήσει από το Ευαγγέλιο. Λέγει: «Δεν ξέρετε ότι εκείνοι που ηργάζοντο εις το θυσιαστήριον ετρέφοντο εκ του θυσιαστηρίου;». Στην Παλαιά Διαθήκη. Σήμερα, θα λέγαμε: «Να πάρει ο ιερεύς το πρόσφορο». Να. Τα πολλά πρόσφορα. Παράδειγμα. Και μάλιστα, με την ευκαιρία, μια που ανέφερα, που είπα αυτό, στο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, αναφέρει πόσα πρόσφορα θα πάρει ο Επίσκοπος, πόσα θα πάρει ο πρεσβύτερος ή οι πρεσβύτεροι, ο διάκονος και πάει παρακάτω. Ώστε εκ του θυσιαστηρίου θα ζήσει ο εργάτης του Ευαγγελίου.

Μάλιστα, λέγει, το λέει η Παλαιά Διαθήκη και το ερμηνεύει ο Παύλος: «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». «Δεν θα βάλεις φίμωτρο εις το βόδι που αλωνίζει». Είναι γνωστό, ότι όπως γυρίζει, στα παλιά αλώνια, αν ενθυμείσθε, σε εκείνα τα παλιά πέτρινα αλώνια και γύριζε γύρω γύρω ένα ή δύο βόδια μαζί, πατημένα, ξύλο, σανίδι από πίσω και λιάνιζαν εκεί το σιτάρι να βγει το άγανο και να μείνει ο σίτος. Για μια στιγμή το βόδι μπορούσε να σκύψει και κάτι να φάει. «Μην του βάλεις φίμωτρο. Δουλεύει. Άστο να φάει», έλεγε ο παλιός νόμος. Και λέει ο Παύλος: «Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; (: Μήπως ο Θεός ενδιαφέρεται για τα βόδια;) Οὐχί περί ἡμῶν ἐγράφη;». «Δεν εγράφησαν», λέει, «αυτά τα πράγματα για μας;». Ότι δεν θα φιμώσεις τον εργάτη του Ευαγγελίου. Θα φάει εκείνο που του ανήκει από το Ευαγγέλιο.

Ενώ κατοχυρώνει τα πράγματα έτσι, ο Παύλος δεν παίρνει τίποτα. Εδώ είναι το καταπληκτικόν. Παραιτείται από το δικαίωμά του αυτό, μόνο και μόνο για να μην πουν: «Πολλά πήρε ο Παύλος… Κατάχρηση έκανε». Χρησιμοποιήθηκε εξάλλου το ρήμα. «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ». «Δεν κάναμε κατάχρηση αυτής της εξουσίας». Όμως ο Παύλος παραιτείται από το δικαίωμα μένοντας στο αξίωμά του: «Μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία». «Σε κανέναν καμία δεν δίνομε ‘’προσκοπήν’’, σκόνταμμα, σκάνδαλο, για να μη ‘’μωμηθῇ ἡ διακονία’’, να μην κατηγορηθεί η διακονία του Ευαγγελίου».

Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες το Ευαγγέλιον; Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες τον λόγο του Θεού; Που θα ήθελες να τον πάρουν οι ακροαταί σου ατόφιον και πουθενά να μην σκοντάψουν; Ω μεγάλε Παύλε…. Ο ίδιος έγραψε ακόμη στον Τιμόθεο: «Παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας (: μη έχοντας την αλήθεια ή την χάρη του Θεού), νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν (: που νομίζουν ότι η ευσέβεια είναι πορισμός. Να πλουτίσεις, με το να είσαι ευσεβής ή να είσαι ιερεύς, να πλουτίσεις…)». Και γράφει στον Τιμόθεο: «Ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων (: Μακριά απ΄ αυτούς, μακριά απ’ αυτούς)»… Και αυτό είναι δυστυχώς, το ότι μέσα στην Ιστορία, διαμέσου των αιώνων, είχαμε και έχομε πάντοτε αυτούς τους «διεφθαρμένους τὸν νοῦν» ανθρώπους, οι οποίοι τίποτα δεν καταλαβαίνουν. Χοιρώδεις άνθρωποι. Εργάζονται εις την Εκκλησίαν για να κερδίσουν και για να πλουτίσουν. Και θα προσθέσει ο Παύλος στον Τιμόθεο, στην Α΄προς Τιμόθεο: « Ἒστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας». «Πορισμός» θα πει πλούτος. «Είναι μέγας ο πλούτος, το να έχεις την ευσέβειαν με την αυτάρκεια». Εκείνο το … «μου φθάνει να ζήσω». Ακούστε: «Μου φθάνει να ζήσω. Δεν πρέπει να πλουτίσω».

Και θα φιλοσοφήσει ο Παύλος: «Οὐδὲν γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα· ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». «Είναι φανερό», λέει, «στον κόσμο αυτόν δεν φέραμε τίποτα. Καθένας που γεννιέται, δεν φέρνει ούτε λεφτά, ούτε κουβέρτες, ούτε παπούτσια, τίποτα. Από την κοιλιά της μάνας του φέρνει τίποτα; Γυμνός γεννιέται». Φανερόν. Και ποιος δεν το ξέρει αυτό; Κι όταν φύγομε από τον κόσμον αυτόν, δεν παίρνομε πάλι τίποτα. Έτσι φιλοσοφεί ο Παύλος. Κοινός νους· που ο καθένας μπορεί αυτό να το δει. Και βγάζει το συμπέρασμά του. Έχοντες λοιπόν διατροφάς και σκεπάσματα… –σκέπασμα είναι τα ρούχα, είναι τα παπούτσια, είναι η στέγη. Κι αυτό σκέπασμα είναι. «Έχοντες», λέει, «διατροφάς και σκεπάσματα, έχοντες να ζήσομε και να σκεπαστούμε, σ’ αυτά να αρκεστούμε». Αυτά είναι για όλους. Και για τους κληρικούς, πολλῷ δέ μᾶλλον…

Εάν όμως κανείς θέλει να προσφέρει την διακονία του στην Εκκλησία, μάλιστα εάν δεν είναι κληρικός, είναι λαϊκός, και έχει άλλοθεν έσοδα, έχει χωράφια, έχει μαγαζί, ξέρω ΄γω, ποτέ μη δεχθεί αμοιβή για την διακονία του αυτή εις την Εκκλησία. Ποτέ μη δεχθεί αμοιβή. Επίτροπος; Τι κάνεις; Ερανική επιτροπή; Μην πάρεις τίποτα! Πρόσεξε αδελφέ. Μην πάρεις τίποτα! Μιμήσου τον Παύλο. Ακόμη, μην υπάρξει σε σένα καμία υστεροβουλία, σε αυτήν την διακονία του Ευαγγελίου. Ότι… «Ε, αργότερα, εις το μέλλον, κάτι θα ζητήσω, κάπου, κάπως θα ωφεληθώ», μελλοντικά οφέλη δηλαδή. Ούτε φήμη, ούτε προνόμια, ούτε δόξα. Με ταπείνωση υπηρέτησε, διακόνησε την Εκκλησία, τον λόγο του Θεού, ό,τι είναι. Το αξίωμα του Παύλου δια ένα αδάπανον Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι διαρκώς μπροστά στα μάτια μας. Να το ΄χουμε στον νου μας διαρκώς. Να ζούμε για την Εκκλησία και όχι από την Εκκλησία, όπως υπάρχει μία σύγχρονη έκφρασις. Σήμερα δυστυχώς πάσχομε. Πάσχομε, πάσχομε. Γιατί λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή καλύτερα …βλέπετε κάθε χρόνο ακούγεται η περικοπή αυτή. Ποιος την προσέχει; Ποιος την θεολογεί; Ποιος την βαθαίνει; Λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή, καλύτερα, τις επιταγές του Αγίου Πνεύματος. Και η εποχή μας έχει πολύ μεγάλη ευαισθησία. Εάν δει εσένα ή κληρικός ή λαϊκός που υπηρετεί στην Εκκλησία να αρπάζεις, το μυαλό σου, το μάτι σου να είναι στα υλικά αγαθά, πρόσεξε, γύρω σου θα σκανδαλισθούν. Γι’ αυτό σήμερα είναι πολλοί οι σκανδαλιζόμενοι.

Η θυσία των δικαιωμάτων, αγαπητοί μου, είναι το αντίθετο της φιλαυτίας. Είσαι φίλαυτος; Ουδέποτε θα θυσιάσεις τα δικαιώματά σου. Θυσιάζεις τα δικαιώματά σου; Δεν είσαι φίλαυτος. Δύο ποσά αντιστρόφως ανάλογα. Δεν ζητώ τα δικά μου, αλλά των άλλων. Όπως λέει ο Παύλος, πάλι στην Α΄προς Κορινθίους, στο επόμενο κεφάλαιο το λέει: «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω (: Κανείς να μη ζητά το δικό του), ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος (: αλλά το κέρδος του αλλουνού)». Μέχρι ενός βαθμού, βέβαια, θα κοιτάξω και το δικό μου. Αλλά όχι διαρκώς το δικό μου. Γιατί αλλιώτικα μεταβάλλομαι σε φίλαυτον, όπως σας είπα.

Συνεπώς, κίνητρον της παραιτήσεως δικαιωμάτων ποιο είναι; Η αγάπη. Η αγάπη στον Χριστό. Η αγάπη στην Εκκλησία Του. Η αγάπη στον κάθε άνθρωπο, κατά τον τύπο της παραβολής του Καλού Σαμαρείτου. Όποιος και να είναι αυτός ο άλλος άνθρωπος, δείξε του την αγάπη σου, δείξε του την εξυπηρέτηση. Έτσι, παραιτείται ο θυσιαζόμενος από χρήματα, από προνόμια, από προσωπική ανάπαυση, ακόμη και από την σωματική του υγεία. Παραιτείται. Για να προσφέρει. Να προσφέρει προσφερόμενος. Να δαπανά εαυτόν, δαπανώμενος.

Πολλάκις ακόμη, ο άνθρωπος της θυσίας, που το έχει μέσα του ή που το διδάχτηκε από το Ευαγγέλιον, πολλάκις διαλέγει επάγγελμα που να είναι προσφορά. Όπως είναι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού -Έπαψε να ΄ναι. Κάνουν απεργίες οι εκπαιδευτικοί. Ας είναι…-. Για να προσφερθεί. Το επάγγελμα του γιατρού. Για να προσφέρει -Έπαψε να είναι. Για να βγάζουν χρήματα σήμερα…-. Το επάγγελμα του νοσηλευτού, της νοσοκόμου, του νοσοκόμου. Ξέρετε τι προσφορά είναι αυτή; Ξέρετε ότι οι αδερφές νοσοκόμες είναι σαν άγγελοι μέσα εις το νοσοκομείο; Και με εκείνη την άσπρη στολή τους, νομίζεις ότι κατέβηκαν από τον ουρανό να υπηρετήσουν και πάλι να ξαναφύγουν.

Ακόμη, παραιτείται ο πιστός, αγαπητοί, και από κοινωνικά δικαιώματα, κοινωνικά δικαιώματα, προκειμένου να διατηρήσει την ειρήνη. Και από κοινωνικά δικαιώματα. Ο Ισαάκ, επί παραδείγματι, ο γιος του Αβραάμ, έκανε μια ανόρυξη φρέατος, έσκαβε, για να βρει νερό. Είχε ποίμνια κ.τ.λ. κάπου έκανε την εγκατάστασή του, έσκαβε για να βγάλει  νερό. Μόλις το έβλεπαν οι πλαϊνοί λαοί, πήγαιναν και του έπαιρναν το πηγάδι και λέγανε: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Πήγαινε πιο πέρα… ποτέ δεν μάλωσε, πήγαινε πιο πέρα, ξανάσκαβε, έβρισκε νερό, πήγαιναν άλλοι…: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Αγαπητοί μου ο Ισαάκ, τύπος του Ιησού Χριστού, πράος, ποτέ δεν στράφηκε εναντίον των ή να κάνει μία μάχη, αλλά παρητείτο από το κάθε πηγάδι που έσκαβε. Κι αυτό εγίνετο κατ’ επανάληψιν. Μόνο και μόνο για να μην έχει προστριβές με τους γειτονικούς εκεί – μικρές φυλές, μικρούς λαούς.

Ομοίως, αγαπητοί, είναι και τα λεγόμενα «κληρονομικά δικαιώματα»· που λίγο πολύ βρισκόμαστε κάτω απ’ αυτά.  Προκειμένου να διατηρήσει κανείς την ειρήνη του και την αγάπη με τα αδέλφια του και με τους στενούς συγγενείς του, δέχεται να του δώσουν ό,τι αυτοί κρίνουν. Ξέρω ΄γω, ένα οικόπεδο, το χωρίζομε στα τέσσερα, ποιος θα πάρει τη γωνία. «Να ρίξομε κλήρο». «Όχι αδερφοί, πάρτε εσείς και δώστε μου όποιο θέλετε». Ας πούμε, ένα τυφλό κομμάτι του οικοπέδου, που δεν είναι γωνιά, που δεν βλέπει σε δρόμο. Και ακόμη μπορεί να φθάσει να παραιτηθεί τελείως. Να πει: «Παραιτούμαι από την περιουσία και κάνετε ό,τι θέλετε». Ή δέχεται ό,τι του δώσουν ή παραιτείται ολότελα, όταν βλέπει ότι μαλώνουν τα αδέλφια και οι συγγενείς. Στα δικαστήρια αυτός ο άνθρωπος δεν τρέχει ποτέ. Γι’ αυτό και ο Θεός τον ευλογεί. Πόσες φορές έχω πει σε σας, στην Εξομολόγηση, που το’ χω χαρεί μέχρι τον ουρανό, να μου λέτε, άνδρες, γυναίκες: «Πάτερ μου, σκέφτηκα να παραιτηθώ». «Άγιος ο Θεός!», λέγω. «Και να δεις πόσο θα σε ευλογήσει ο Θεός. Δεν θα πεινάσεις ούτε συ, ούτε τα παιδιά σου».

Αλλά και μέσα στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, υπάρχουν θυσιαζόμενα δικαιώματα. Όπως μια προτεραιότητα κάπου, στο αυτοκίνητο, στην τράπεζα, σε ένα μαγαζί πάμε να ψωνίσομε, και προσφέρει κανείς την προτεραιότητά του, γιατί είναι κάποιος ηλικιωμένος άνθρωπος, είναι ένας ανήμπορος άνθρωπος. Θυσιάζει ακόμη την άνεσή του στο λεωφορείο, στο τρένο, δεν ξέρω πού. Αυτά είναι καθημερινά-καθημερινά. Θυσιαζόμενα δικαιώματα. Γι’ αυτό λέει ο αββάς Δωρόθεος, είναι στην πέμπτη του διδασκαλία: «Ὅταν γάρ κρατῶμεν τό ἴδιον θέλημα καί στοιχῶμεν –γιατί όταν ζητάω τα δικαιώματά μου, ζητάω το δικό μου το θέλημα- τοῖς δικαιώμασιν ἡμῶν, τότε λοιπόν ὡς καλόν πρᾶγμα ποιοῦντες ἑαυτοῖς ἐπιβουλεύομεν καί οὔτε οἴδαμεν πῶς ἀπολλύμεθα». Να σας το μεταφράσω: «Όταν μένομε δεμένοι με το θέλημά μας και ρυθμίζομε την ζωή μας με βάση τα δικαιώματά μας, υπάρχουν άνθρωποι – οι πιο πολλοί ίσως, που δεν θυσιάζουν τίποτε από τα δικαιώματά τους -‘’Τίποτε’’, σου λέει: ‘’Μου ανήκει’’, ‘’Έχω δικαίωμα’’-, τότε έχοντας την εντύπωση», συνεχίζει ο αββάς Δωρόθεος, «ότι κάνομε κάτι καλό, προετοιμάζομε άθελά μας το κακό μας και χανόμαστε χωρίς να το καταλαβαίνομε». Γιατί χωρίς να το καταλαβαίνομε; Γιατί μιλάμε για τα δικαιώματά μας εν ονόματι της δικαιοσύνης… Εκεί –επιτρέψατέ μου την λέξη- την πατάμε!

Η θυσία των δικαιωμάτων στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, εξορίζει, όπως σας είπα, την φιλαυτία. Και εγκαθιδρύει την αγάπη και την χριστιανική κοινωνικότητα.

Αγαπητοί, έφθασε ο Παύλος να πει κάποτε από αγάπη για τους συμπατριώτες του: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται». «Θα ευχόμουν – «ἀνάθεμα» θα πει χώρισμα- να χωριστώ από τον Χριστόν -Ποιος; Ο Παύλος· που αγαπούσε τόσο τον Χριστόν- για λογαριασμό των συμπατριωτών μου, προκειμένου να γνωρίσουν τον Χριστό οι Ισραηλίται». Είδατε κουβέντα; Όταν ο Χριστιανός θυσιάζει τα δικαιώματά του, τότε όλα αυτά, θα τα έχει εξασφαλίσει στη Βασιλεία του Θεού. Μην το πάρετε περίεργον. Στην Αποκάλυψη γράφει τα εξής: «Καὶ ἐδόθη αὐτῇ (: δόθηκε εις την Εκκλησία δηλαδή, εις την νύμφην) ἵνα περιβάληται βύσσινον λαμπρὸν καθαρόν· τὸ γὰρ βύσσινον -δηλαδή βυσσινί χρώμα χιτώνα- τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων ἐστί». Είναι «τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων». Παρότι, «δικαιώματα» εδώ σημαίνει η αγιότητα, οι αρετές των αγίων, όμως μπορούμε να πούμε ότι οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού διασώζουν, διασώζουν τα δικαιώματά τους. Ποια; Εκείνα που θυσίασαν εις τον παρόντα κόσμον. Εκεί ακριβώς τα απολαμβάνουν. Και μάλιστα όταν φθάνουν εις το ύψιστον δικαίωμα της ζωής και εκεί να παραιτούνται, γινόμενοι μάρτυρες για την αγάπη του Χριστού, τότε εκεί βρίσκουν και την αληθινή ζωή.

Αγαπητοί, ας συνηθίζομε, με κάποιαν ευκολία, από τα μικρά, να θυσιάζομε τα δικαιώματά μας, από τα μικρά… Πρότυπό μας αιώνιον ο Παύλος, ο αιώνιος Παύλος· που κι αυτός είχε πρότυπο τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν.  

ΠΗΓΕΣ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_615.mp3 

(Ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr