ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: Η ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ!


Υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζουνται για τη σωματική υγεία τους, για το ψωμί τους, για το κορμί τους, μα για την ψυχή του κανένας δεν νοιάζεται. Και κείνοι οι γραμματιζούμενοι που έχουνε χρέος να φροντίζουνε νύκτα - μέρα για την πνευματική υγεία του, αυτοί ίσια - ίσια συνεργούνε στην πνευματική του αρρώστεια, δίνονατάς του τροφή βλαβερή, ξένη για το στομάχι του. Σε τούτο έχουνε μεγάλο κρίμα, επειδής αντίς οδηγοί, γίνονται πλανευτές του λαού τους, για να χορτάσουνε την κενοδοξία τους και για να φανούνε έξυπνοι και προοδευτικοί. Γίνουνται προδότες της φυλής τους και βοηθάνε τους οχτρούς της, που τους συγχαίρουνε πονηρά για το λάκκο που ανοίγουνε να πέσει μέσα ο Ελληνισμός και να χαθεί. Γιατί πρέπει να καταλάβουμε πως ο Ελληνισμός δεν χάνεται μονάχα σαν χάσει την πολιτική ελευθερία του, αλλά σαν χάσει την πνευματική ελευθερία του. Στα χρόνια της σκλαβιάς, όσοι αλλαξοπιστούσανε, το έθνος τους λογάριαζε για χαμένους. Μα τώρα τί είναι άλλο από αλλαξόπιστοι όσοι αρνιούνται τη μάννα τους και το σπίτι τους και καταφρονάνε τα δικά τους και θέλουνε να τα θάψουνε, και να πάρουν αισθήματα και φερσίματα ξένα ολότελα στον χαραχτήρα τους;

Φώτης Κόντογλου Από το βιβλίο «Η πονεμένη Ρωμιοσύνη», 1963.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2020

ΤΟ ΦΤΕΡΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΕ ΝΑ ΦΟΡΤΩΘΕΙ Η ΚΑΜΗΛΑ


ΤΟ ΦΤΕΡΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΕ ΝΑ ΦΟΡΤΩΘΕΙ Η ΚΑΜΗΛΑ

Το φτερό που δεν άντεξε να φορτωθεί η καμήλα, μια διδακτική ιστορία για τον πόνο που μπορεί να προκαλέσουμε στον πλησίον μας.

Πολλές φορές μας ερεθίζουν οι υπερβολικές αντιδράσεις των πλησίον μας, αγαπητών και όχι μόνο. Κάνουμε ένα μικρό σχόλιο, ένα αστείο και ξαφνικά ο άνθρωπός μας κλαίει ή εξεγείρεται.
Ένας θρύλος της ερήμου αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που μετακινούνταν από την Όαση και άρχισε να φορτώνει την καμήλα του. Έβαλε τα χαλιά, τα κουζινικά, τα μπαούλα με τα ρούχα … και η καμήλα ανεχόταν τα πάντα.
Καθώς έφευγε θυμήθηκε ένα όμορφο μπλε φτερό που ο πατέρας του τού είχε δωρίσει. Αποφάσισε να το πάρει και το έβαλε πάνω στην καμήλα. Αυτοστιγμεί το ζώο κατέρρευσε κάτω από το βάρος του φτερού και πέθανε.
«Η καμήλα μου δεν μπόρεσε να αντέξει το βάρος του φτερού» πρέπει να σκέφτηκε ο άνθρωπος.

Μερικές φορές πιστεύουμε το ίδιο για τον πλησίον μας, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι το αστείο μας μπορεί να ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι του πόνου.

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2020

ΠΟΣΟ ΖΥΓΙΖΕΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ;

«Κορόιδευε ένας άθεος έναν ἱεροκήρυκα μιά μέρα, λέγοντάς του:
—Μας μιλᾶτε κάθε τόσο γιά φορτίο ἁμαρτιῶν καί τά παρόμοια. Πιστέψτε με, ὅμως, ὅτι προσωπικά δέν νοιώθω κανένα τέτοιο βάρος. Ἀλήθεια, πόσο ζυγίζει ἡ ἁμαρτία;

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πολύ ψύχραιμα, ἀπάντησε τότε:
—Δέν μου λέτε, ἄν βάλετε πάνω σ’ ἕνα νεκρό μιά πέτρα ἑκατό κιλῶν, θά τή νοιώση;

—Ὄχι, ἀπάντησε ἀπορημένος ὁ ἄθεος, γιατί εἶναι νεκρός.

—Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ σᾶς, κατέληξε ὁ ἱεροκήρυκας. Ἔξω ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι “νεκρός στίς παραβάσεις καί τά παραπτώματα”(Ἐφ 2, 1). Γι’ αὐτό δέν νοιώθετε τό βάρος τῆς ἁμαρτίας».

Ο ΓΕΡΩΝ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ ΚΑΙ Ο ΜΙΧΑΗΛΟΣ (ΜΙΣΑ)


O γέρων Μελχισεδέκ ερημίτης στα βουνά τής Κεντρικής Ρωσίας τού 18ου αιώνος, νέος ακόμα έγινε δεκτός ώς δόκιμος στο μικρό και απομονωμένο μοναστήρι του Σωφρονίου στην Ουκρανία.

Δεν έμεινε όμως για πολύ καιρό εκεί. Λόγω των αντιμοναχικών διαταγμάτων του Μεγάλου Πέτρου και της Αυτοκράτειρας Άννας, ο μοναχισμός του έπεσε σε παρακμή και οι καλύτεροι μοναχοί, λόγω της κριτικής που ασκούσαν στο καθεστώς, εδιώκοντο ακόμα και από τους αδελφούς τους.



Στο μοναστήρι τού Σωφρονίου είχαν αναθέσει στον γέροντα να περιποιείται τα οικιακά ζώα (πουλερικά, χήνες κ.α) και αυτά συνδέθηκαν τόσο πολύ μαζί του – όπως αναφέρει ο Ιλαρίων – όταν αυτός έφυγε από το Μοναστήρι, έπεσαν στη γούρνα και πνίγηκαν.

Ο γέρων Μελχισεδέκ ασκούσε όμως ασυνήθιστη εξουσία και στα άγρια ζώα. Μία ημέρα, τον επισκέφθηκε μία αρκούδα από το δάσος. Έσκυψε το κεφάλι της προς το μέρος του κι εκείνος τής πέρασε στον λαιμό ένα κόκκινο κολάρο. Ήταν ένα εκπληκτικό θέαμα να βλέπης τον Μιχαήλο (ή Μίσα, όπως αποκαλούσε ο γέροντας την αρκούδα) ένα τεράστιο θηρίο, γερασμένο, με ψαρό το τρίχωμα του κι ένα κόκκινο κολάρο περασμένο στον λαιμό, να περιμένη στωικά, όρθιο στην πόρτα του κελλιού, τον Γέροντα να τού δώση φαγητό.

H αρκούδα αυτή είχε τη συνήθεια να επισκέπτεται τον Γέροντα κάθε ημέρα την ώρα τού γεύματος του. Σπανίως δε αργούσε για το συσσίτιο της, κάθε ημέρα ερχόταν ακριβώς μία ώρα που γευμάτιζε ο Γέροντας. Και περίμενε στην πόρτα με θαυμαστή υπομονή, μέχρις ότου ο ασκητής την πλησιάσει κρατώντας το περίσσευμα του φαγητού του. Μόλις έτρωγε, ο Μιχαήλος, έπαιρνε πάλι τον δρόμο για το δάσος.

Ζώντας σ΄εκείνη την έρημο ο Γέρο Μελχισεδέκ (τότε πατήρ Μάξιμος) υπέμενε για ένα μακρύ διάστημα τις διώξεις των αδελφών, που τού αρνήθηκαν κι αυτήν ακόμα την τροφή.

Αλλά ο πολυεύσπλαγχνος Θεός δεν τον ξέχασε. Τού έστειλε για παρηγοριά μία αγριόχηνα. Κάθε άνοιξη, χωρίς καθυστέρηση, αυτή πήγαινε στο ερημητήριο του και γεννούσε εκεί τ΄αυγά της. Καθόταν εκεί και τα κλωσσούσε, μέχρι να εμφανιστούν τα μικρά της. Έφευγε δε, μόνο όταν πλησίαζε ο χειμώνας για να πάει σε θερμότερα κλίματα.

Καθώς περνούσε ο καιρός, οι επιθέσεις των αδελφών γίνονταν όλο και πιο σκληρές, ώσπου τού ζήτησαν να φύγη από εκείνον τον τόπο. Την παραμονή αναχωρήσεως του συνέβη το εξής περιστατικό: η χήνα, σαν να διαισθάνθηκε τον αποχωρσμό της από τον προστάτη της, άρχισε να κράζη αλλόκοτα και να πετάη με αγωνία από την μιά μεριά στην άλλη, συνεχώς. Και ύστερα, ξαφνικά, ώρμησε με τα χηνάκια της, προς τα πάνω, πάνω από τον πύργο τής Εκκλησίας.

Έμειναν εκεί στον αέρα, ώρα πολλή κάνοντας κύκλους. Και ύστερα, από εκείνο το μεγάλο ύψος, αφέθηκε να πέση πάνω στον τρούλλο τής Εκκλησίας. Ακολούθησαν και τα χηνάκια. Έπεσαν κι αυτοί πάνω στον τρούλλο και σκοτώθηκαν.

Ο π. Μητροφάνης, ένας από τους υποτακτικούς τού Γέροντα, είχε καταγράψει την σημαντική επιβολή του στα άγρια ζώα και ειδικά στην αρκούδα, τον Μίσα. Μία ημέρα, ένας ευεργέτης του γέροντα Μελχισεδέκ θέλησε να τον επισκεφθή. Ο γέρων, που είχε το προορατικό χάρισμα, είπε στον Μητροφάνη:

– Ο ευεργέτης μας θα έρθη να μας επισκεφθή. Ίσως συναντήσει την αρκούδα στο δρόμο και πάθει κακό.

Ο Μητροφάνης έτρεξε προς τα εκεί και, όντως, η αρκούδα είχε φθάσει στο δρόμο και ήταν έτοιμη να χυμήξη στον επισκέπτη. Μόλις όμως είδε τον Μητροφάνη, το ζώο έκανε μεταβολή και έφυγε.

Όταν ο επισκέπτης έφθασε στο κελλί τού Γέροντα, τού είπε:

– Τώρα, Γέροντα, αντιλαμβάνομαι και πιστεύω ότι ο Θεός είναι μαζί σου. Τώρα, πριν από λίγο καιρό, που κινδύνευσε η ζωή μου, άρχισα να φωνάζω συνεχώς «Κύριε με τις προσευχές τού Γέροντα Μελχσεδέκ, σώσε με !» και ο Θεός με έσωσε από το θηρίο.

Μετά τον θάνατο τού γέροντα Μελχισεδέκ, η αρκούδα δεν ξαναφάνηκε σ΄εκείνα τα μέρη.

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

ΕΙΜΑΙ ΑΓΡΑΜΜΑΤΗ, ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΕΛΘΕΙ Η ΩΡΑ ΝΑ ΦΥΓΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ, ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΗΠΩΣ ΧΑΘΩ ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ!


Ενενήντα χρονών χήρα πια η γιαγιά Κατερίνα, αγράμματη αλλά πιστή γυναίκα, με συχνή Θεια Κοινωνία, υπομένει ήρεμα τον κόπο των γηρατειών της, ζώντας μέσα στον σεβασμό και στην ολόψυχη αγάπη των δικών της.
Ένα χωριό κάνουν τα 60 παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα της. Και όλα την γλυκοχαιρετούν και φιλούν το χέρι της με σεβασμό και συγκινούνται βλέποντάς την να συγκινείται κι εκείνη και να δακρύζει.

– Παιδιά μου, την ευχή μου να ‘χετε, τους έλεγε και τους ξανάλεγε και σταυροκοπιόταν συνέχεια…. Μην κάνετε στην ζωή σας πότε κάτι που θα λυπήσει τον Χριστό και την Παναγία. Και να κοινωνάτε συχνά.
Ένα απόγευμα, καθώς της έκανε συντροφιά η μεγάλη της κόρη, η Αγγελική, άρχισε πρώτη αυτή τη συζήτηση.
– Από που ξεκίνησα εγώ η πάμφτωχη και που με οδήγησε ο Θεός, ο Μεγαλοδύναμος! Μου ‘φερε στο πλευρό μου έναν άντρα μάλαμα, τον Χρήστο, και κάναμε οικογένεια με τη βοήθεια του Θεού καλή – δοξασμένο το όνομα του Κυρίου! Χαρήκαμε μαζί πολλά παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Εκείνος έφυγε, πήγε στον ουρανό. Εγώ έμεινα πίσω.
– Δεν είσαι μόνη σου όμως, μάνα. Είμαστε όλοι μας κοντά σου!
– Σωστά, δίκιο έχεις. Και με προσέχετε σαν τα μάτια σας, και ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά γι’ αυτό. Και παρακαλώ τον θεό στην προσευχή μου να σας έχει όλους σας πολύ καλά. Άλλο θέλω να πω.
– Τι, μάνα μου;
– Να, πως να το πω, είμαι αγράμματη, και όταν έλθει η ώρα να φύγω για τον ουρανό, φοβάμαι μήπως χαθώ εκεί πάνω, επειδή είμαι αγράμματη. Δεν θα ξέρω που να πάω!
– Μανούλα μου, μην ανησυχείς καθόλου. Ο Κύριος μας που τόσο Τον αγάπησες σ’ όλη σου τη ζωή, θα τα κανονίσει όλα. Όταν έλθει εκείνη η ευλογημένη ώρα και για σένα, θα σε πάρει ο φύλακας σου Άγγελος και θα σε ανεβάσει στον ουρανό. Εσύ δεν θα καταλάβεις τίποτε. Θα κοιμάσαι γλυκά. Εκεί στον ουρανό υπάρχουν δυο μεγάλοι δρόμοι. Ο ένας οδηγεί στο σκοτάδι, στην Κόλαση. Ο άλλος στο φως του Παραδείσου. Ο Άγγελος σου θα σε οδηγήσει προς το φως, πολύ φως, μάνα μου! Εκεί θα σε υποδεχτούν Άγγελοι, η προστάτιδα σου Αγία Αικατερίνη, ο πατέρας μας, οι γονείς σου και πολλοί άλλοι που τους έκανες καλοσύνες εδώ στη γη. Όλοι αυτοί θα χαίρονται που θα φτάσεις ευτυχισμένη κι εσύ κοντά τους.
– Α, έτσι θα γίνει; Κι είχα μια αγωνία.
– Μη φοβάσαι, μάνα μου. Ο Χριστός με την Ανάσταση Του νίκησε τον θάνατο και άνοιξε για όσους πιστεύουν σ’ Εκείνον, τον Παράδεισο. Ετοιμάσου τώρα να διαβάσουμε το Απόδειπνο.
– Ναι, κόρη μου.

Πάνω στην ώρα ήρθε ο μεγάλος της γιος της γερόντισσας και αφού την ασπάστηκε και πήρε την ευχή της, ζήτησε από την αδελφή του να διαβάσει αυτός το Απόδειπνο, για να ελευθερωθεί εκείνη και να ολοκληρώσει μερικές δουλειές στην κουζίνα. Αυτό κι έγινε. Ενώ διάβαζε ο Γιώργος το Απόδειπνο κι η γερόντισσα μάνα έκανε πότε-πότε τον σταυρό της, διέκοπτε ο γιος το διάβασμα και τη ρωτούσε:
– Μ’ ακούς, μάνα μου;
– Ναι, παιδί μου, συνέχισε, την ευχή μου να ‘χεις.
Και κρατώντας το χέρι της συνέχιζε εκείνος την ανάγνωση της Ακολουθίας του Απόδειπνου.

Όταν έφτασε η ανάγνωση στο τμήμα της ευχής για τον φύλακα Άγγελο και μάλιστα στο σημείο που λέει «κράτησον της αθλίας και παρειμένης χειρός μου, και οδήγησόν με εις οδόν σωτηρίας», η γερόντισσα τράβηξε απότομα το χέρι της από το χέρι του γιου της, το σταύρωσε με το άλλο της χέρι και πέταξε με τα φτερά του Αγγέλου της για τον ουρανό χωρίς να πει λέξη.
Ο γιος της κατάλαβε αμέσως ότι ήταν η ύστατη στιγμή της στον κόσμο αυτόν. Είδε μια χλωμάδα βιαστική να περνάει στο πρόσωπο της, που σε λίγο έγινε ολοφώτεινο και πολύ γαλήνιο.
Την ασπάστηκε με δέος και συνέχισε την ανάγνωση της Ευχής στον Φύλακα Άγγελο και της υπόλοιπης ιερής Ακολουθίας του Απόδειπνου. Όταν τελείωσε, πήγε ήρεμος στην κουζίνα και είπε στην Αγγελική δακρυσμένος:
 
– Μας έφυγε η μάνα μας, αδελφή μου.
– Τι! Πέθανε; Πότε; Πως;
– Την ώρα που διάβαζα την Ευχή του Απόδειπνου στον Άγιο Άγγελο. Ήλθε και την πήρε ο Άγγελος της, γιατί φοβόταν, όπως έλεγε συχνά, μήπως χαθεί μόνη της στον ουρανό, επειδή ήταν αγράμματη και δεν ήξερε που θα βρεθεί εκεί πάνω. Κοίταξε το πρόσωπο της, δεν μοιάζει με αγγελικό;
– Κάθε μέρα που την έβλεπα, είχα την αίσθηση ότι ζούσε ένας Άγγελος ανάμεσα μας. Πρέπει όμως να ετοιμαστούμε για την κηδεία. Προσοχή, να μην ξεχάσουμε να ειδοποιήσουμε κάποιον συγγενή μας. Όλα πρέπει να γίνουν τέλεια, όπως της αξίζει.
 
Κι έπεσε επάνω της με αναφιλητά….
Στην κηδεία της, που έγινε στον κατάμεστο ενοριακό Ναό, όλοι μακάριζαν τη γιαγιά Κατερίνα με τα τόσα εγγόνια και δισέγγονα. Και ο προϊστάμενος του Ναού ευχήθηκε να αγάλλεται η ψύχη της μαζί με τους αγίους Αγγέλους, τους οποίους τόσο πολύ αγαπούσε.

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2019

ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ ΣΟΦΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ!

Κάποτε μια ομάδα σοφών συγκεντρώθηκε για να συζητήσει για το έργο της Δημιουργίας. Ήθελαν να μάθουν γιατί ο Θεός άφησε για την έκτη μέρα τη δημιουργία του ανθρώπου.
«Σκέφτηκε πρώτα να οργανώσει καλά το Σύμπαν, ώστε να χαιρόμαστε  όλα τα θαυμάσια  που έχουμε στη διάθεσή μας», είπε ένας από αυτούς.
«Πρώτα απ’ όλα θέλησε να κάμει μερικές δοκιμές στα ζώα, έτσι ώστε να μην κάνει τα ίδια λάθη μαζί μας», υποστήριξε κάποιος  άλλος.
Καθώς πλησίασε ένας σοφός γέροντας να τους χαιρετήσει, άδραξαν την ευκαιρία και τον ρώτησαν:
«Γέροντα, κατά τη γνώμη σου, γιατί ο Θεός  άφησε  την τελευταία ημέρα για να δημιουργήσει τον άνθρωπο;»
«Είναι πολύ απλό,» σχολίασε ο σοφός γέροντας. «Όταν φουσκώνουμε από  υπερηφάνεια και έπαρση, να θυμόμαστε ότι ακόμη και ένα απλό κουνούπι είχε προτεραιότητα στο έργο της δημιουργίας του κόσμου από τον Θεό».

Ο ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΒΟΣΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΣ ΚΥΡΙΟΣ


Κάποτε ένας απογοητευμένος άνθρωπος περιφερόμενος τους λοφίσκους που περιέβαλαν την πόλη του, συνάντησε έναν βοσκό που έβοσκε το κοπάδι με τα πρόβατά του.Βλέποντάς τον ο βοσκός να είναι αναστατωμένος τον ρώτησε:
-Τι σε απασχολεί, φίλε μου;
-Αισθάνομαι μεγάλη μοναξιά, του απάντησε.
-Κι εγώ μόνος είμαι, αλλά δεν νιώθω θλίψη, είπε ο βοσκός.
-Ίσως, γιατί σε συντροφεύει ο Θεός! Του αποκρίθηκε με έναν τόνο μάλλον ειρωνικό.

-Το μάντεψες, είπε ο βοσκός αδιαφορώντας για τον ειρωνικό του τόνο.
-Βλέπεις την πόλη μας; συνέχισε ο βοσκός, βλέπεις τα σπίτια ; Bλέπεις τα παράθυρά τους;
-Όλα τα βλέπω, απάντησε ο άνθρωπος.
-Τότε δεν πρέπει να απελπίζεσαι, συνέχισε ο βοσκός. Ο ήλιος είναι ένας αλλά κάθε παράθυρο της πόλης και το πιο μικρό και απόκρυφο, κάθε μέρα λούζονται στου ήλιου το φως. Είσαι απελπισμένος μάλλον επειδή το «παράθυρό» σου παραμένει ερμητικά κλειστό!

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2019

Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΔΙΝΕΙ ΟΤΙ ΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ


Μια μέρα ένας πλούσιος άνθρωπος παρέδωσε ένα καλάθι με σκουπίδια σ’ ένα φτωχό άνθρωπο.

 Ο φτωχός άνθρωπος χαμογέλασε και έφυγε με το καλάθι.
Το άδειασε, το έπλυνε και το γέμισε με όμορφα λουλούδια.
Το επέστρεψε στο πλούσιο άνθρωπο και του το έδωσε.
Ο πλούσιος άνθρωπος έκπληκτος του είπε:

– Γιατί μου δίνεις όμορφα λουλούδια, ενώ σου έδωσα σκουπίδια.
Και ο φτωχός απάντησε:
– Ο καθένας δίνει ότι έχει στην καρδιά του…

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

ΕΝΑΣ ΛΥΚΟΣ ΜΕ ΠΡΟΒΙΑ ΑΡΝΙΟΥ


Ένας λύκος, μια φορά, παραφύλαγε ένα κοπάδι πρόβατα για κάμποσες μέρες…
«Κάτασπρα παχουλά μου προβατάκια», σκεφτόταν «τι ωραίο μεζεδάκι θα γίνετε!».
Όμως ο βοσκός των προβάτων  δεν έπαιρνε τα μάτια του από τα πρόβατά του κι αυτό έκανε τον λύκο μας να απελπίζεται.
«Δε φεύγει στιγμή από κοντά τους, κάτι πρέπει να σκεφτώ, ξεροστάλιασα τόσες μέρες!».
Φανταστείτε λοιπόν πώς άστραψαν τα μάτια του λύκου όταν βρήκε κάπου κοντά στο μαντρί, στη ρίζα ενός δέντρου μια προβιά αρνιού.
«Τώρα δε θα μου γλιτώσουν τα αφράτα προβατάκια, αφού κι εγώ προβατάκι θα γίνω ανάμεσά τους», μονολογούσε ο λύκος μας και γελούσαν και τ΄ αυτιά του!
Πραγματικά, την άλλη μέρα φόρεσε την προβιά  και χώθηκε ανάμεσα στα πρόβατα που έβοσκαν. Ούτε ο ίδιος ο βοσκός δεν τον κατάλαβε και ξεγελάστηκε από την πονηριά του λύκου. Κι όταν νύχτωσε και έβαλε τα πρόβατα ο βοσκός μας στο μαντρί, για φαντάσου, έβαλε και τον λύκο, το μασκαρεμένο πρόβατο!
Μετά από λίγο όμως, την ίδια νύχτα, θυμήθηκε ο βοσκός μας πως την άλλη μέρα ήταν γιορτή και μπήκε στο μαντρί να πάρει ένα αρνί, για να το σφάξει. Μέσα στο σκοτάδι λοιπόν απλώνει το χέρι του κι αρπάζει το πρώτο ζώο που βρέθηκε μπροστά του. Και ποιο ήταν αυτό; Σίγουρα το μαντέψατε, ήταν ο μασκαρεμένος λύκος. Πήρε λοιπόν τον λύκο για πρόβατο και τον έσφαξε. 

Σίγουρα την έπαθε ο λύκος μας, αλλά και ο βοσκός μας κατάλαβε κάτι, που για όλους μας δυστυχώς ισχύει πολλές φορές: κρίνουμε και αποφασίζουμε από την εξωτερική εμφάνιση, που πολλές φορές ξεγελά. Ούτε πρόσωπα ούτε πράγματα πρέπει να κρίνουμε από την εξωτερική τους εμφάνιση και μόνο, συμφωνείτε;

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

ΔΥΟ ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΑ ΣΚΥΛΙΑ


Κάποτε είχε πέσει μεγάλη βαρυχειμωνιά!
– Αχ γυναίκα, ο καιρός όσο πάει και πιο άγριος γίνεται και το χιόνι πέφτει τούφες-τούφες ασταμάτητα!
– Έλα καημένε, είδαμε και μια άσπρη μέρα εδώ στο εξοχικό μας… Θα περνούσαμε μήπως καλύτερα στην πόλη; Δες τι όμορφα που είναι όλα στολισμένα κατάλευκα! Και μην γκρινιάζεις συνεχώς!
Ο γεωργός μας όμως, ο σύζυγος της αισιόδοξης κυρίας, δεν ήταν απαισιόδοξος ούτε και γκρινιάρης. Ήταν απλά λογικός, γιατί καταλάβαινε πως σιγά-σιγά η  «χιονάτη διακόσμηση» δε θα τους επέτρεπε να βγούνε από το σπίτι για προμήθειες και τροφή. Και δυστυχώς  είχε δίκιο.
– Τι θα κάνουμε αντρούλη μου; Το χιόνι ξεπέρασε το ένα μέτρο κι όλα είναι παγωμένα… Παντού ερημιά και τα ντουλάπια μας αδειάσανε…
– Υπομονή, την έκοψε απότομα  ο γεωργός, εξάλλου έχουμε μπόλικο χιόνι για να τρώμε, συμπλήρωσε κοροϊδευτικά, αλλά με το μυαλό του είχε βρει τη λύση. Θα έτρωγαν την προβατίνα τους. Τι να έκαναν;
Όμως η προβατίνα δεν έφτασε… Η βαρυχειμωνιά συνεχιζόταν δίχως έλεος το ίδιο κι ο αποκλεισμός τους.
– Θα σφάξουμε και την κατσίκα, είπε αποφασισμένος ο γεωργός. Τι, θα πεθάνουμε από την πείνα;
Tα ζώα του σπιτιού τα υπόλοιπα πάγωναν κι αυτά μέσα στον στάβλο, αλλά δε φαντάζονταν πως ο αφέντης τους θα έφτανε σε σημείο να τους φάει!  Εξάλλου του δούλευαν χρόνια, τα είχε ανάγκη! Γελάστηκαν όμως. Γιατί η πείνα δε γνωρίζει φιλίες και έλεος. Έτσι σε λίγες μέρες εξαφανίστηκε και το βόδι από τον στάβλο …
– Καιρός να φεύγουμε από δω, είπαν οι σκύλοι αναμεταξύ τους.
– Αφού ο αφέντης δε λυπήθηκε το βόδι του, που του κάνει τη δουλειά και είναι όλη τη μέρα μαζί του, θα λυπηθεί εμάς;
Και το έσκασαν μέσα στο χιόνι και τη βαρυχειμωνιά ψάχνοντας την τύχη τους. Πηγαίνοντας και τουρτουρίζοντας δίστασαν για μια στιγμή, αλλά μετά από λίγο είπε ο ένας στον άλλο:
– Άσε, καλύτερα έτσι, κάπου θα βρούμε καταφύγιο. Δεν μετανιώνω… Γιατί όταν καίγεται το σπίτι του γείτονα, κοίτα να μην καεί και το δικό μας. Προτού  «πιάσουμε φωτιά» λοιπόν….
Και κοίταξαν μπροστά τους φεύγοντας πια, κουνώντας  την ουρά τους με νόημα.

Η ΚΑΛΙΑΚΟΥΔΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ


Ξέρετε τις καλιακούδες; Είναι μεγαλόσωμα μαύρα πουλιά με άγρια , αντιπαθητική φωνή. Αναζητούν την τροφή τους στα φρεσκοοργωμένα και σπαρμένα χωράφια. Οι χωρικοί όμως τα διώχνουν με κάθε τρόπο γιατί τους κάνουν μεγάλη ζημιά.
Κάποτε λοιπόν ήταν μια καλιακούδα που παιδευόταν να βρει τροφή στα χωράφια. Δεν ήταν εύκολο. Οι χωρικοί της έστηναν παγίδες και σκιάχτρα. Ήταν πάντα φοβισμένη κι έμενε συνήθως μισοπεινασμένη.
Μια μέρα, καθώς πετούσε, βρέθηκε πάνω από έναν περιστερώνα. Ένα μικρό χαριτωμένο σπιτάκι όπου μπαινόβγαιναν δεκάδες περιστέρια, λευκά, γκρίζα, γκριζογάλανα. Ήταν ήρεμα κι ευτυχισμένα γιατί ο κύριός τους αδιάκοπα τα φρόντιζε. Κάθε μέρα τους πρόσφερε άφθονο καλαμπόκι κι άλλους σπόρους και διατηρούσε καθαρό το σπιτάκι τους. Χωρίς να κοπιάζουν απολάμβαναν χορτάτα και ασφαλή τη ζωή τους.
Πόσο ζήλεψε η καλιακούδα! Πόσο θα ήθελε να μπει στην παρέα τους και να ξενοιάσει μια και καλή από την αγωνία της για την καθημερινή τροφή της!  Όταν όμως κοίταξε το κατάμαυρο φτέρωμά της, κατάλαβε πως δεν θα την δέχονταν με κανέναν τρόπο κοντά τους. Πέταξε μακριά απογοητευμένη, αλλά δεν έβγαλε από το μυαλό της την εικόνα των περιστεριών.
Λίγες μέρες αργότερα όμως, μια καταπληκτική ευκαιρία της παρουσιάστηκε. Βρέθηκε στην αυλή ενός σπιτιού που το ασβέστωναν. Ο κάτασπρος ασβέστης μέσα στο δοχείο της θύμισε τα άσπρα φτερά των περιστεριών. Μια λαμπρή ιδέα άστραψε στο μυαλουδάκι της! Περίμενε με υπομονή να απομακρυνθεί ο τεχνίτης που έβαφε και, χωρίς καθυστέρηση και δεύτερη σκέψη, βούτηξε στο δοχείο. Oχ! Κόντεψε να σκάσει, δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Έντρομη κατάλαβε πως κινδύνευε να μείνει  εκεί, μες στον ασβέστη, και να τελειώσει τη ζωή της, αλλά έβαλε όλο της το πείσμα και τη δύναμη και κατάφερε να πετάξει και να βγει. Πήρε βαθιές ανάσες ώσπου να συνέλθει, τίναξε τα φτερά της και … δεν πίστευε στα μάτια της! Είχε γίνει κατάλευκή! Ήταν ολόιδια με τα περιστέρια!
Δεν καθυστέρησε καθόλου. Πέταξε ενθουσιασμένη και πολύ γρήγορα βρέθηκε στον περιστερώνα να μπαινοβγαίνει στις μικρές πορτούλες του μαζί με τ’ άλλα περιστέρια και να τσιμπολογάει τα σποράκια που απλόχερα τα τάιζε ο κύριός τους. «Αχ! Αυτή είναι ζωή! Τι καλοπέραση! Τι ευτυχία!».  Τα περιστέρια ούτε που την κατάλαβαν ούτε που την ξεχώρισαν.
Για λίγον καιρό όλα κυλούσαν ήρεμα. Η καλιακούδα μας γέμιζε εύκολα το στομάχι της και δεν έβγαζε άχνα από το στόμα της, γιατί ήξερε πολύ καλά πως η άγρια φωνή της θα την πρόδιδε. Κάποια στιγμή όμως ξεχάστηκε. Είχε τόση ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον!  «Τι όμορφα που είναι!», ξεστόμισε, αλλά  η άγρια αντιπαθητική κρωξιά της έκανε όλα τα περιστέρια να τρομάξουν και να μαζευτούν γύρω της. Άρχισαν να την κοιτούν περίεργα και γρήγορα κατάλαβαν πως ήταν διαφορετική: «Μα τι πουλί είν’ αυτό; Πώς βρέθηκε ανάμεσά μας; Πώς δεν το προσέξαμε νωρίτερα;», αναρωτιούνταν. «Σίγουρα δεν είναι περιστέρι! Είναι κατάσκοπος! Θα μας κάνει κακό! Εμπρός να το διώξουμε!». Με θυμό όρμησαν επάνω της, την τσιμπούσαν όλα μαζί, την έσπρωχναν. Την ανάγκασαν να φύγει κακήν κακώς από τον περιστερώνα.
Τι να κάνει η καλιακούδα μας! Ταπεινωμένη έφυγε μακριά. Πού να πάει τώρα; Ξαναγύρισε στα χωράφια και στις αδελφές της, τις άλλες καλιακούδες. Αλλά … δυστυχώς την περίμενε κι άλλη πίκρα κι απογοήτευση. Εκείνες βλέποντάς την άσπρη δεν την αναγνώρισαν. Νόμισαν πως ήταν ένα ξένο πουλί. Πέταξαν δίπλα της κι άρχισαν κι αυτές να την τσιμπούν και να την διώχνουν. Μάταια προσπαθούσε να τις εξηγήσει τι είχε συμβεί. Πως μπορεί το φτέρωμά της να ήταν άσπρο, αλλά αυτή ήταν η φίλη τους, η συγγενής τους, η αδελφή τους… Δεν ήθελαν ν’ακούσουν τίποτα. Την ανάγκασαν να φύγει μακριά.
Έτσι η καλιακούδα μας, μόνη και χιλιοπικραμένη, πέταξε προς το βουνό, όπου την περίμενε μια ζωή ακόμα πιο δύσκολη κι επικίνδυνη. Έχασε και τους σπόρους των χωραφιών, έχασε και τις φίλες της και τώρα πια κινδύνευε πολύ από τα δυνατά πουλιά, το γεράκι και τον αετό που έκαναν απειλητικούς γύρους πάνω απ’το κεφάλι της. Μετανιωμένη έλεγε και ξανάλεγε:
«Δεν μού ‘φθαναν τα λίγα, ζητούσα πιο πολλά.
Τώρα γυρίζω μόνη, με άδεια την κοιλιά».
Η ιστορία της καλιακούδας μας δυο σοφές συμβουλές μας δίνει:
Δεν πρέπει να κυνηγάμε τα πολλά με κάθε τρόπο, με κάθε τίμημα. Ας αρκούμαστε μ΄ ευγνωμοσύνη στα λιγότερα, αυτά που μας χάρισε ο Θεός. Κι ας φεύγουμε μακριά απ’ την πλεονεξία που θα μας ρίξει σίγουρα στη δυστυχία.
Αλλά και να μην αρνούμαστε τη γενιά μας, τις ρίζες μας, την οικογένειά μας. Γιατί οι ξένοι πολύ εύκολα μας γυρίζουν την πλάτη και μας φέρονται με σκληρότητα. Η οικογένειά μας, οι δικοί μας άνθρωποι είναι το καταφύγιό μας.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ: ΤΟ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ

Το “Δέντρο που Έδινε” του Σελ Σιλβερστάιν εκδόθηκε το 1964. Πρόκειται για ένα από τα πλέον αριστουργηματικά κείμενα που διαβάσατε ποτέ σε “παιδικό” βιβλίο. Σε ελάχιστες προτάσεις, δίνεται μια υπέροχη ιστορία που σε μαγεύει.
Το κείμενο του Σιλβερστάιν απορρίφθηκε στην αρχή από εκδοτικούς οίκους ως πολύ λυπημένο για τα παιδιά και πολύ απλοϊκό για τους ενήλικες. Σήμερα, έχει πουλήσει περισσότερα από 9 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο ενώ σε όλους τους διαγωνισμούς και ψηφοφορίες επιτροπών και ομάδων ανθρώπων εμφανίζεται πάντα στην πρώτη εκατοντάδα με τα καλύτερα παιδικά βιβλία.
Ένα παραμύθι γεμάτο με δυνατά μηνύματα για την προσφορά, τη γενναιοδωρία, την πλεονεξία, την ακόρεστη μανία που οδηγεί στην ανικανοποίηση και αχόρταγη απαίτηση για όλο και περισσότερα, μέχρι που η ζωή φτάνει στο τέλος…

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά… και αγαπούσε ένα αγοράκι. Κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε τον βασιλιά του δάσους.
Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα.
Παίζανε και κρυφτό…κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της. Το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά… πάρα πολύ κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα πέρασαν τα χρόνια και το αγόρι μεγάλωσε. Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.
Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε: «Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου από κάτω και να ‘σαι ευτυχισμένο».

«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν’ αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;».
«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα ‘χεις λεφτά και θα ‘σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί… και η μηλιά ήταν λυπημένη.
Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ” τη χαρά της κι είπε: «Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να ‘σαι ευτυχισμένο».
«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’ αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;» «Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά.
«Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα ‘σαι ευτυχισμένο». Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά – καλά δεν μπορούσε.
«Έλα, αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις».
«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω» είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;».
«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά…και να ‘σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη… μα όχι πραγματικά. Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.
«Λυπάμαι, αγόρι », είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω… Δεν έχω μήλα». «Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι. «Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά.
«Δεν μπορείς να κάνεις κούνια…» «Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι. «Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις..»
«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.«Λυπάμαι», 
αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι… μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι…»
«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».
«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».
Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΜΥΛΩΝΑΣ ΚΙ Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΤΟΥ


– Κοιτάξτε, καλέ, τους ανόητους! Πηγαίνουν ποδαρόδρομο κι αφήνουν το γαϊδούρι τους ξεφόρτωτο! Καλοπέραση ο γάιδαρος!
Ο μυλωνάς, που δικός του ήταν ο γάιδαρος, άκουσε τις κοροϊδίες των κοριτσιών που πέρασαν από μπροστά τους κι ανέβασε  τον γιο του στο γαϊδούρι τους.
– Μπα σε καλό τους, τις γρουσούζες, μας γλωσσόφαγαν… Τόσο δρόμο κάναμε, κοντεύουμε στην πόλη για το παζάρι, και να μας βγει ξινό!
Ο μυλωνάς κι ο γιος του συνέχισαν το δρόμο τους κι είχαν ελπίδες πως θα τον πουλούσαν τον γαϊδαράκο τους σε καλή τιμή.
– Το κακομαθημένο το νιάνιαρο στρογγυλοκάθεται στον γάιδαρο κι ο γέρος πατέρας αγκομαχάει πίσω του, κούνησαν τα κεφάλια τους δυο συντοπίτες τους, καθώς τους συνάντησαν στο τελευταίο τρίστρατο πριν το παζάρι.
Ο μυλωνάς μας αμέσως κατέβασε τον γιο του από το ζώο κι ανέβηκε ο ίδιος στο γαϊδούρι τους.
– Κατέβα γρήγορα, αρκετά καλοκάθισες, είπε στον γιο του και χαμογέλασε αμήχανα στους δύο γειτόνους του.
Μα λίγο παρακάτω, στην είσοδο της πλατείας μια συντροφιά από γυναίκες και παιδιά, καθώς τον έβλεπαν να κατηφορίζει για το παζάρι, φώναξαν:
– Καλέ, σου βαστάει η ψυχή να πηγαίνεις εσύ καβάλα και το καημένο το παιδάκι να μην μπορεί να σε προφτάσει;
Aχ, ο καημένος ο μυλωνάς μας, που ήθελε όλο τον κόσμο να ευχαριστήσει, έβαλε τον γιο του να καθίσει πίσω του, στα καπούλια του γαϊδάρου! Αλλά εκεί, μπροστά στην πλατεία που γινόταν το παζάρι, τον βλέπει ένας πρωτευουσιάνος κι αγριεμένος του φωνάζει:
– Θα σας καταγγείλω που παραφορτώνετε το δύστυχο το ζώο. Το σωστό είναι να κουβαλάτε εσείς το γάιδαρο κι όχι αυτός εσάς!
Τι να κάνει ο αγαθός ο μυλωνάς; Έδεσαν με τον γιο του τα πόδια του γαϊδάρου, πέρασαν ένα ξύλο και τον κρέμασαν στον ώμο τους. Τότε όμως όλοι, εμπορευάμενοι και περαστικοί, γυναίκες και παιδιά, σκάσανε στα γέλια. Από παντού τρέχανε να τους δουν.
– Τρέξτε, τρέξτε να δείτε τους τρελούς που κουβαλάνε το γαϊδούρι τους!
Ο μυλωνάς μας, ντροπιασμένος, πήρε τον γιο του, πήρε και το γαϊδούρι του και γύρισαν στο σπίτι τους και στο χωριό τους κι ούτε τους ματαείδαν…
– Όποιος θέλει να τους ευχαριστήσει όλους, δεν ευχαριστεί κανέναν, μουρμούρισε η γυναίκα του θυμωμένη και δεν τον άφησε να ξαναπάει στην πόλη.

Ο ΝΗΣΤΙΚΟΣ ΕΧΘΡΟΣ


Μια μέρα λίγο βροχερή και συννεφιασμένη, η αλεπού μας η κυρα-Μαριώ έψαχνε πεινασμένη κι απελπισμένη για τροφή, όταν ξαφνικά…
– Σε τσάκωσα κυρ Πόντικα, φώναξε αλαφιασμένη και όρμησε στον αγκαθερό θάμνο. Αλλά το καφετί ποντικάκι… βουμ, σβουμ, σβιιιιιιιιιιν… κρύφτηκε ανακουφισμένο στο χωματένιο λαγούμι του στις ρίζες του θάμνου…
– Παλιοπόντικο, σακατεύτηκα!
Φώναζε και έσκουζε η κυρα-Μαριώ η αλεπού, καθώς είχε πιαστεί στα αγκαθερά κλαδιά του θάμνου και δεν μπορούσε να ξεφύγει. Και σαν να μην έφτανε αυτό είχε πληγωθεί στα πόδια κι έτρεχαν τα αίματα… Μα πιο πολύ της πονούσε η φουντωτή ουρά της, που είχε ξεσχιστεί και είχε γίνει κατακόκκινη από τις ανοιχτές πληγές…
Αλλά το μαρτύριο της «φυλακισμένης» αλεπούς δεν είχε τελειωμό. Σε λίγο μια οικογένεια κουνουπιών, που μύρισε ζεστό αίμα, ήρθε και φώλιασε στην ουρά της αλεπούς κι άρχισαν όλοι μαζί τα τσιμπήματα… Και λίγο πιο μετά κι άλλα κι ύστερα από λίγο κι άλλα και πιο μετά κι άλλα κουνούπια, μικρά και μεγάλα, κεντούσαν την πληγιασμένη ουρά της κυρα-Μαριώς.
– Ζζζζ και Ζζζζζ και Ζζζζζζ κι ησυχία δεν είχαν…
– Παλιοκούνουπα, λαίμαργα παλιοκούνουπα, φώναζε κι έσκουζε και έτρεμε σύγκορμη απ΄ τον θυμό και τον πόνο…
– Δε θα βγω από δω μέσα; Θα σας τσακίσωωωωω!
-Κυρα-αλεπού, να έρθω να βοηθήσω με τ΄αγκάθια μου, να σου τα διώξω τα κουνούπια, ν΄ανακουφιστείς!
Ο σκαντζόχοιρος ο Αγκαθιάς, πλησίασε τον αγκαθερό θάμνο και συμπόνεσε την αλεπού που υπέφερε και πονούσε.
– Άσ΄ τα κυρ Αγκαθιά μου, αν τα διώξεις αυτά, θα έρθουν άλλα πιο νηστικά παλιοκούνουπα… Και τότε, αλίμονό μου, εκείνα θα τσιμπούν περισσότερο και πιο βαθιά, είπε αποκαμωμένη η αλεπού…
– Σωστά, είπε ο σκαντζόχοιρος, χώνοντας τη μουσούδα μέσα στα αγκάθια του…
– Οι νηστικοί θέλουν να φάνε περισσότερο από τους χορτάτους και θα μου ρουφούν το αίμα αλύπητα, συμπλήρωσε με νόημα η αλεπού.
Κι ο σκαντζόχοιρος  έχωσε τη μουσούδα του ακόμα πιο πολύ μέσα στ΄ αγκάθια του μουρμουρίζοντας…
– Ο νηστικός εχθρός πάντα είναι πιο επικίνδυνος.