ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

ΑΒΒΑΣ ΣΙΣΩΗΣ: ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΚΟΣΜΙΚΟΥΣ ΝΑ ΕΙΣΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

 Αββάς Σισώης
Είδα πολλούς κοσμικούς να εισέρχονται στη Βασιλεία του Θεού 

Ο Αββάς Σισώης ενώ κάθονταν με τους αδελφούς του, ήλθε σε έκσταση και έπεσε κάτω, με το πρόσωπο του στραμμένο στη γη. Μετά από κάποια ώρα σηκώθηκε σιωπηλός και έκλαιγε. Οι αδελφοί του, τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψει τί έχει, αυτός δε συνέχιζε τη σιωπή και τον θρήνο. Εν τέλει, τον ανάγκασαν να τους αποκαλύψει τί είδε. Ο Αββάς τους είπε τα εξής : "Ηρπάγην σε θεωρία και είδα την τελική κρίση. Είδα πολλούς από εμάς να πηγαίνουν στη κόλαση και πολλούς κοσμικούς να εισέρχονται στη Βασιλεία του Θεού". Έκτοτε ο Αββάς πενθούσε και δεν επιθυμούσε να εξέλθει από το κελλί του. Όταν δε εξαναγκάζονταν να βγει, σκέπαζε με το κουκούλι του το πρόσωπό του λέγοντας : "Τί θέλω να δω αυτό το φως το πρόσκαιρο από το οποίο δεν έχω κανένα όφελος ;". 

ΠΗΓΗ : "ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ", ΕΤΟΣ ΙΒ΄, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 1947,  Αριθ. 125 - 130 , ΕΝ ΒΟΛΩ 1947, σ. 28.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΣΙΣΩΗ!

 
Από τον βίο του αββά Σισώη
Από το Γεροντικό 

Ένας αδελφός που είχε αδικηθεί από άλλον αδελφό πήγε στον αββά Σισώη και του είπε: «Κάποιος αδελφός με αδίκησε και θέλω να βρω το δίκιο μου». Ο γέροντας τον παρακαλούσε: «Μη, παιδί μου· καλύτερα άφησε την υπεράσπισή σου στον Θεό». Εκείνος επέμενε: «Δεν θα σταματήσω μέχρι να βρω το δίκιο μου». Είπε τότε ο γέροντας: «Ας προσευχηθούμε, αδελφέ», και αφού σηκώθηκε είπε: «Θεέ, δεν έχουμε πια την ανάγκη της φροντίδας σου, γιατί εμείς μόνοι μας βρίσκουμε το δίκιο μας». Όταν το άκουσε αυτό ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του γέροντα και είπε: «Δεν αντιδικώ άλλο με τον αδελφό· συγχώρησέ με, αββά».

***

Πολλές φορές έλεγε στον αββά Σισώη ο μαθητής του: «Αββά, σήκω να φάμε», και εκείνος τον ρωτούσε: «Δεν φάγαμε, παιδί μου;» «Όχι, πάτερ», αποκρινόταν ο μαθητής, και έλεγε ο γέροντας: «Αν δεν φάγαμε, φέρε να φάμε».

***

Τρεις γέροντες άκουσαν για τον αββά Σισώη και πήγαν να τον δουν. Τον ρώτησε ο πρώτος: «Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από τον πύρινο ποταμό;» Ο γέροντας δεν του απάντησε. «Πάτερ», τον ρώτησε ο δεύτερος, «πώς μπορώ να σωθώ από το τρίξιμο των δοντιών και από το ακοίμητο σκουλήκι;» Τον ρώτησε και ο τρίτος: «Πάτερ, τι να κάνω που η μνήμη του εξωτέρου σκότους με σκοτώνει;» Τότε ο γέροντας τους είπε: «Εγώ τίποτε από αυτά δεν σκέφτομαι. Ελπίζω ότι ο Θεός, που είναι σπλαχνικός, θα με ελεήσει».

Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια οι γέροντες έφυγαν λυπημένοι. Ο γέροντας όμως, μη θέλοντας να τους αφήσει να φύγουν λυπημένοι, τους κάλεσε πίσω και είπε: «Είστε μακάριοι, αδελφοί· σας ζήλεψα. Γιατί ο πρώτος από εσάς είπε για τον πύρινο ποταμό, ο δεύτερος για τα τάρταρα και ο τρίτος για το εξώτερο σκότος· αν λοιπόν ο νους σας θυμάται διαρκώς αυτά τα πράγματα, είναι αδύνατο να αμαρτήσετε. Τι θα κάνω όμως εγώ ο σκληρόκαρδος, που ούτε βάζω στον νου μου ότι υπάρχει κόλαση για τους ανθρώπους και γι’ αυτό όλη την ώρα αμαρτάνω;» Οι γέροντες τότε του έβαλαν μετάνοια και είπαν: «Όπως ακούσαμε, έτσι και είδαμε».

Από το βιβλίο: Το Γεροντικό, τόμος Α’, μετάφραση. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 309 (Αββάς Σισώης 1, 4, 19).