ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ & ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ & ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ;

Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης: Τι είναι λοιπόν ο θάνατος; Την ώρα που πιάνεις την μπετούγια σου ν’ ανοίξεις την πόρτα και μπαίνεις στο φως, αυτό ακριβώς νοιώθει η ψυχή όταν φεύγει απ’ το σώμα του ανθρώπου. Φεύγουμε δηλαδή απ’ τον κόπο, από την βάσανο, απ’ όλη την ταλαιπωρία της καθημερινότητος, των προβλημάτων, το βάρος που έχει γύρει τους ώμους μας, είτε νέοι είμαστε είτε ηλικιωμένοι είμαστε – η ηλικία δεν μετράται απ’ τον Θεό όπως μετράμε εμείς εδώ- και μπαίνεις μέσα στο φως και απολαμβάνεις. Αυτός είναι ο παράδεισος. Που υπάρχει φως, υπάρχει τάξις, υπάρχει αρμονία, υπάρχει άρωμα, υπάρχει ευωδία, υπάρχουν λουλούδια και έχεις τα παράθυρά σου ανοιχτά και απολαμβάνεις τον κήπο και απολαμβάνεις.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ: ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ!


Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
Αποκάλυψη Αγγέλου περί της ψυχής του ανθρώπου μετά θάνατον 

Καθὼς ὁ ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος βάδιζε μέσα στὴν ἀχανῆ ἔρημο, τὸν ἀκολούθησε ἕνας ῎Αγγελος. ῎Εστρεψε νὰ δεῖ, κ᾿ ἐκεῖνος τὸν χαιρέτησε πολὺ σεβαστικά:

– Εὐλόγησον, ἅγιε Γέροντα!

῾Ο ἀββᾶς Μακάριος τὸν πέρασε γιὰ κάποιον ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς τῆς ἐρήμου καὶ τοῦ εἶπε, ἀνταποδίδοντας τὸν χαιρετισμό:

– ῾Ο Κύριος νὰ σ᾿ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ συγχωρήσει, τέκνο μου.

Περπάτησαν ἔτσι μαζὶ κάμποσο διάστημα. Καὶ ὁ ἅγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν ὅλη παρουσία, ποὺ ἄστραφτε ἀπὸ φῶς καὶ ὡραιότητα, τοῦ λέει κάποια στιγμή:

– Τέκνον μου, σὲ βλέπω καὶ ἀπορῶ, θαυμάζοντας τὴ μορφή σου ποὺ ἀστραποβολεῖ καὶ τὴν ὡραιότητά σου τὴν ἀπαρομοίαστη. Καί ἐπειδή, ὡς ἄνθρωπος, δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ δῶ τόσην ὀμορφιά σὲ ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, ἀρχίζω καὶ ἀναρωτιέμαι μήπως δὲν εἶσαι ἄνθρωπος; Σε ἐξορκίζω, λοιπόν, στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ μοῦ πεῖς τὴν ἀλήθεια.

Τότε ὁ ῎Αγγελος ἔβαλε μετάνοια στὸν ἅγιο Μοναχό, καὶ τοῦ λέει:

– Εὐλόγησον, ἅγιε πάτερ. ῞Οπως καλὰ τὸ διέκρινες, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶμαι ῎Αγγελος· καί ἦρθα νὰ σὲ διδάξω τά ἄγνωστα μυστήρια ποὺ δὲν ξέρεις καί ἔχεις τόσην ἐπιθυμία νὰ μάθεις. ᾿Αφοῦ, λοιπόν, γι᾿ αὐτὸ ἦρθα, ρώτησε με γιὰ ὅ,τι θέλεις νὰ μάθεις κ᾿ ἐγὼ θὰ σοῦ ἀποκριθῶ.

Καὶ ὁ ἅγιος Μοναχός, μὲ τὴ σειρά του, ἔβαλε κι αὐτὸς μετάνοια στὸν ἅγιον ῎Αγγελο, ἔστρεψε τὰ χέρια καὶ τό βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε:

– Σ᾿ εὐχαριστῶ, πανάγαθε Κύριε, ποὺ μὲ λυπήθηκες καὶ μοῦ ἔστειλες ὁδηγὸ καὶ διδάσκαλο, γιὰ νὰ μὲ διδάξει ὅσα δὲν ξέρω κ᾿ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τ᾿ ἀπόκρυφα καὶ ἄρρητα μυστήρια τῆς πίστεως!

Καὶ μὲ μιὰ πολὺ εὐγενικὴ προθυμία ὁ ῎Αγγελος λέει στὸν ἀββᾶ Μακάριο:

– ῎Ελα, λοιπόν, ἅγιε Γέροντα καὶ πάτερ· ἄρχισε τὶς ἐρωτήσεις σου.   

– Πές μου, σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε: οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀναπαύονται καὶ μετὰ τὸ θάνατό τους φεύγουν ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο, ἐκεῖ στὸν ἄλλο, τὸν αἰώνιο, ἀναγνωρίζουν ἄραγε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο; 

– ῎Ακουσε, ἅγιε πάτερ, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος. ῞Οπως ἀκριβῶς συμβαίνει σέ αὐτό τὸν κόσμο, ὅπου κοιμοῦνται τὸ βράδυ καὶ ξυπνοῦνε τὸ πρωΐ, καὶ ὅταν σηκώνονται ἀναγνωρίζουν αὐτοὺς ποὺ εἶχαν συναντήσει τὴν προηγούμενη μέρα, καὶ συνομιλοῦν μαζί τους, ἤ τρῶνε καὶ πίνουν καί εὐφραίνονται ἀντάμα, ρωτώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ διάφορα θέματά τους, ἔτσι γίνεται καὶ στὸν ἄλλον κόσμο· ὁ ἕνας βλέπει καὶ ἀναγνωρίζει τὸ συνάνθρωπό του, εὐφραίνεται μὲ τὴ συντροφιά του καὶ συνομιλεῖ μαζί του, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει κ᾿ ἐδῶ κάτω, ποὺ ὅταν βγαίνει κανεὶς ἔξω ἀπ᾿ τὸ σπίτι του ἤ πάει στὴν ἀγορά, καί ἐκεῖ βλέπει φτωχοὺς ἤ ἄρχοντες καὶ ρωτάει, «ποιὸς εἶναι αὐτὸς» καὶ «ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος», καὶ ρωτώντας μαθαίνει καὶ γνωρίζει καὶ κείνους ποὺ δὲν εἶχε τύχει ποτὲ νὰ συναντήσει, ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει κ᾿ ἐκεῖ ψηλὰ μὲ τοὺς δικαίους· ὑπογραμμίζω τοὺς δικαίους, γιατὶ αὐτὸ τὸ προνόμιο δὲν τό ᾿χουν οἱ ἁμαρτωλοί.

Προχωρώντας, ὁ ἀββᾶς Μακάριος ξαναρωτάει τὸν ῎Αγγελο: 

– ᾿Απάντησέ μου καὶ σὲ τοῦτο, σὲ παρακαλῶ: μετὰ τὸν τόσο δύσκολο χωρισμὸ της ψυχής από το σώμα τί γίνεται; Και, αφού ο χωρισμός έχει γίνει και η ψυχή έχει πάρει το δρόμο της, γιατί κάνουμε τόσα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους; 

Ο Άγγελος πήρε βαθειά ανάσα και άρχισε την απόκρισή του:

– Άκουσε, άγιε πάτερ μου. Μετά το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, έρχονται οι άγιοι Άγγελοι και την τρίτη μέρα την παίρνουν και την πηγαίνουν στον ουρανό, για να προσκυνήσει τον Κύριο μας, τον Ιησού Χριστό.

Πρέπει, όμως, να σου πω εδώ πως σε τούτο το διάστημα, δηλαδή από τη γη ως τον ουρανό, υπάρχει μια μεγάλη Σκάλα, με πολλά σκαλιά και σε κάθε σκαλί, βλέπει κανείς ένα τάγμα δαιμόνων, που λέγονται τελώνια. Αυτά τα τελώνια και πονηρά πνεύματα, μόλις αντικρύσουν την ψυχή, κουβαλούν αμέσως τα πολλά και γεμάτα με τις αμαρτίες χειρόγραφα κι αυτά τα χειρόγραφα τα δείχνουν στους Αγγέλους λέγοντας:

– »την τάδε χρονιά, τη δείνα ώρα και τις τόσες του μηνός, η ψυχή αυτή έκαμε τούτο κ’ εκείνο, δηλαδή έκλεψε, είπε ψέματα, πόρνεψε, διέπραξε το δείνα έγκλημα, έπεσε σε μοιχεία»

και ό,τι τέλος πάντων αμάρτημα έκαμε, κ’ είναι λεπτομερώς από τους δαίμονες γραμμένο.

Τότε και οι άγιοι Άγγελοι παίρνουν άλλες περγαμηνές και άλλα χειρόγραφα, όπου είναι γραμμένες όλες οι αγαθοεργίες της ψυχής εκείνης: ελεημοσύνες, προσευχές, λειτουργίες, νηστείες και ό,τι άλλο καλό είχε κάνει στην επίγεια ζωή της.

Ζυγίζουν τότε και αντισταθμίζουν οι Άγγελοι και οι Δαίμονες τα έργα της ψυχής: και αν βρεθούν περισσότερα τ’ αγαθά, τότε παίρνουν την ψυχή πάλι οι Άγγελοι και την ανεβάζουν στο επόμενο σκαλί, ψηλότερα.

Όταν, όμως, βλέπουν οι δαίμονες πως ξέφυγε η ψυχή από τα χέρια τους και αρχίζει να ανεβαίνει σε ψηλότερο σκαλί, τρίζουν τα δόντια τους απ’ το θυμό σαν τα λυσσασμένα σκυλιά και ρίχνονται καταπάνω στους Αγγέλους να την αρπάξουν, έστω και την τελευταία στιγμή από τα χέρια τους.

Σ’ αυτό το μεταξύ, φοβισμένη και κατατρομαγμένη η ψυχή απ’ όλα αυτά, πάει να κρυφτεί κάτω από τα φτερά των Αγγέλων, για να γλυτώσει.

Και εκεί γίνεται μια μεγάλη λογομαχία και πάλη ανάμεσα στους Αγγέλους και στους Δαίμονες, ώσπου να ελευθερωθεί πέρα για πέρα εκείνη η ταλαίπωρη ψυχή από τα λυσσασμένα νύχια των Δαιμόνων.

Ανεβαίνουν τελικά οι Άγγελοι με την ψυχή και προχωρούν προς το επόμενο σκαλί.

Μα κι εκεί βρίσκουν άλλο τελώνιο, πιο άγριο και πιο φοβερό. Κ’ εδώ οι Δαίμονες κάνουν μεγάλη φασαρία και ταραχή απερίγραπτη, για το ποιος θα κερδίσει την κατατρομαγμένη ψυχή. Αρχίζουν οι Δαίμονες πάλι να κραυγάζουν άγρια και να ελέγχουν την ψυχή, ρωτώντας επιδεικτικά:

– Πού πας ν’ ανέβεις εκεί ψηλά; Δεν είσ’ εσύ που έπεσες στην πορνεία και καταμόλυνες το μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος; Δεν είσ’ εσύ που βρώμισες με τις πράξεις σου το αγγελικό σχήμα; Και τώρα για που κίνησες να πας, αφού δεν σου αξίζει ο τόπος εκείνος; Γύρνα πίσω! Έλα πάλι κάτω! Πάρε το δρόμο και κατέβα στον σκοτεινό τον «Άδη! Πήγαινε στο πυρ το εξώτερον και στα σκουλήκια που άγρυπνα ροκανίζουν τα θύματά τους!..

Και τότε, αν η ψυχή εκείνη με τα έργα της είναι άξια για την αιώνια καταδίκη, την παίρνουν οι πονηροί και ανάλγητοι Δαίμονες και την κατεβάζουν στα καταχθόνια της γης, σε τόπο φοβερό και κατασκότεινο. Και, αλλοίμονο πια στην ταλαίπωρη εκείνη ψυχή! Ουαί και αλλοίμονο στην ψυχή εκείνη, που θα καταριέται την ώρα που γεννήθηκε… Τότε είναι να σε πιάνει λύπηση να βλέπεις τις ψυχές που είναι καταδικασμένες για κείνον τον τόπο και να τις βλέπεις, άγιε πάτερ, να έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη και να μην έχουν νa πιαστοῦν ἀπὸ πουθενά… Θλίψη ἀπερίγραπτη καὶ ἀβάσταχτος πόνος, ἀσήκωτος!…

Αν, ὡστόσο, ἡ ψυχὴ βρεθεῖ καθαρὴ καὶ δίχως ἁμαρτίες, τότε ἀνεβαίνει συντροφιὰ μὲ τοὺς Αγγέλους στὸν οὐρανὸ κ᾿ αἰσθάνεται πολὺ μεγάλη χαρά: κάθε τόσο συναντάει καὶ ἄλλους ᾿Αγγέλους, ποὺ κρατοῦν, ὅπως οἱ Διάκονοι στὴν ᾿Εκκλησία, λαμπάδες ἀναμμένες καὶ θυμιάματα μυροβόλα, καὶ τὴν κατασπάζονται μὲ ἀγάπη.

Μετὰ πᾶνε στὸ δεσποτικὸ θρόνο· ἐκεῖ προκυνάει τὸν Κύριο καὶ Θεό μας, τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό. Καὶ τότε ἀντικρύζει τοὺς χοροὺς τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων, τῶν ἁγίων Μαρτύρων, τῶν ἁγίων Πατέρων, τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αγίων ᾿Αγγέλων, μὲ τὴν ἄρρητη ἐκείνη λαμπρότητα, καὶ ἀκούει τὴν ἀγγελικὴ ἐκείνη μελωδία καί εὐφραίνεται ἀπὸ τὸ ἀπερίγραπτο κάλλος καὶ τὴν ἀσύλληπτη ὡραιότητα!

Ο Αββάς Μακάριος ρωτάει πάλι, σε λίγο:

– ῞Αγιε ῎Αγγελε, σὲ ρώτησα κάτι καὶ γιὰ τὰ μνημόσυνα: πῶς καὶ γιατί γίνονται; ᾿Απάντησέ μου, σὲ παρακαλῶ.

– ῎Ακουσέ με, λοιπόν, ἅγιε πάτερ μου. Τὰ μνημόσυνα ποὺ ὀνομάζονται «τρίτα», γίνονται ὅπως ἔχουμε ξαναπεῖ ὥσπου νὰ περάσουν οἱ τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ τὴν κοίμηση· γιατί, βέβαια, ἴσαμε νὰ περάσουν τρεῖς μέρες, ἡ ψυχὴ δὲν ἀνεβαίνει νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό. ῎Ετσι, λοιπόν, γίνονται αὐτὰ τὰ μνημόσυνα σὰν ἕνα δῶρο πρὸς τὸν Χριστὸ γιὰ κείνη τὴν ψυχὴ ποὺ πάει νὰ Τὸν προσκυνήσει.

Μετὰ τὴν προσκύνηση στὸν δεσπότη Χριστό, οἱ ῎Αγγελοι παίρνουν πάλι τὴν ψυχὴ καὶ τὴν κατεβάζουν στὴ γῆ. ᾿Εδῶ πιὰ τὴν περπατᾶνε στὰ διάφορα μέρη καὶ τοὺς τόπους ὅπου ἔζησε τὴν ἐπίγεια ζωή της καὶ τῆς θυμίζουν τὶς καλὲς καὶ τὶς κακὲς πράξεις της, λέγοντας:

– Θυμήσου πὼς ἐδῶ ἔκλεψες· ἐκεῖ ἔπεσες στὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας· ἐδῶ ἔπεσες στὴν καταλαλιά· ἐκεῖ σκότωσες· ἐδῶ ἔγινες ἐπίορκος· ἐκεῖ βλαστήμησες· ἐδῶ καταχράστηκες μὲ ὑπέρογκους τόκους· ἐκεῖ μέθυσες· ἐδῶ λογομάχησες ἁμαρτωλά· ἐκεῖ σκανδάλισες τοὺς ἀδελφούς σου – κ᾿ ἕνα σωρὸ ἄλλα, ποὺ ἡ κάθε ψυχὴ μπορεῖ νὰ διέπραξε.

῞Υστερα, πάλι, τὴν περνᾶνε ἀπὸ τοὺς ἄλλους τόπους, ὅπου ἔπραξε ἀγαθὰ ἔργα, λέγοντάς της:

– Θυμήσου πὼς ἐδῶ ἔκανες ἐλεημοσύνη· ἐκεῖ ἐνήστεψες· ἐδῶ ἔδειξες πραγματικὴ μετάνοια, μὲ δάκρυα καὶ συντριβή· ἐκεῖ ἔκανες λειτουργίες· ἐδῶ ἔκανες παρακλήσεις· ἐκεῖ ἔκανες ἀγρυπνίες· ἐδῶ προσευχές· ἐκεῖ γονάτισες καί ἔκανες μετάνοιες· ἐδῶ ἔδειξες σταθερότητα στὴν ἀρετὴ καὶ ἀντίσταση στὸν πειρασμό· ἐκεῖ ἔδειξες ἐγκράτεια – καὶ ὅλα τά ἄλλα καλὰ ἔργα ποὺ ἔκανε ἡ ψυχή.

Αὐτὸς ὁ περίπατος, σὲ ὅλα τὰ μέρη ποὺ ἔζησε ἡ ψυχή, κρατάει ἐννιὰ μέρες. Τὴν ἔνατη μέρα ἡ ψυχὴ ἀνεβαίνει πάλι νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη – δηλ. ὥς ἐκείνη τὴν ἡμέρα – γίνονται καὶ τὰ «ἔνατα» ὅπως τὰ ὀνομάζουμε, μνημόσυνα, τὰ ὁποῖα γίνονται καὶ στέλνονται σὰν δῶρο καὶ σὰν ἐνθύμηση στὸν Κύριο, γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ ἔρχεται, νὰ τὴν ὑποδεχθεῖ μὲ ἱλαρὸ βλέμμα καί εὐμενῆ διάθεση.

Οἱ παρακλήσεις ποὺ γίνονται μὲ τὰ μνημόσυνα, εἶναι γραμμένο πὼς γίνονται «πρὸς ὠφέλειαν». Καὶ λέγονται συχνὰ πὼς ὠφελοῦν τὴν ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου οἱ ἐλεημοσύνες, οἱ λειτουργίες, τὰ μνημόσυνα. ᾿Ενίοτε βοηθοῦν τόσο πολύ, ποὺ μποροῦν ν᾿ ἀπαλλάξουν τὴν ψυχὴ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν κόλαση!

Αὐτά, ὅμως, δὲν ὠφελοῦν τὸν πολὺ κόσμο νὰ τὰ ξέρει, γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ λεπτομέρειες σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα δὲν εἶναι γιὰ ὅλους, καθὼς συγκρούεται μὲ τὴ γνωστὴ ἀλήθεια πὼς «ἐν τῷ ῞Αδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια»…

῞Υστερ᾿ ἀπὸ τὴ δεύτερη αὐτὴ προσκύνηση στὸν δεσπότη Χριστό, οἱ ῎Αγγελοι παίρνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ξαναφέρνουν στὸν κόσμο.

Στὴ συνέχεια, τῆς δείχνουν τὸν Παράδεισο, τὸν ἀπέραντον ἐλαιῶνα μὲ τοὺς κόλπους τοῦ ᾿Αβραάμ, τὶς σκηνὲς ὅπου ἀναπαύονται οἱ δίκαιοι… Κι ὅταν ἡ ψυχὴ βλέπει τὴν ἀπερίγραπτη ἐκείνη χαρὰ στὰ πρόσωπα τῶν δικαίων, αἰσθάνεται κ᾿ ἐκείνη μιὰ βαθειὰ κι ἀπέραντη χαρὰ καὶ παραμυθία, καὶ παρακαλεῖ τοὺς ᾿Αγγέλους νὰ τὴν ἀφήσουν ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς δικαίους!

Μετὰ τὴν πηγαίνουν νὰ δεῖ τὴν κόλαση, μὲ τὶς ποικίλες τιμωρίες τῶν ἁμαρτωλῶν, λέγοντας:

– Αὐτὸς ἐκεῖ ποὺ βλέπεις εἶναι ὁ πύρινος ποταμός· αὐτὸς ἐκεῖ, ὁ ἀκοίμητος ἑσμὸς τῶν σκουληκιῶν· τοῦτο ἐδῶ, τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· αὐτὸ ἐκεῖ, τὸ σκότος τὸ ἐσώτερον· αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων – καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα κολαστήρια τῶν ἁμαρτωλῶν…

῾Ο ἀββᾶς Μακάριος ἄκουγε προσεχτικὰ ὅτι ἔλεγε ὁ ῎Αγγελος, ὁ ὁποῖος σὲ μιὰ στιγμὴ στρέφει πρὸς τὸν ἅγιο Μοναχὸ καὶ τοῦ λέει:

– Ξέρεις, ἅγιε πάτερ, ὅτι δὲν ὑπάρχει σκληρότερη καὶ φοβερότερη τιμωρία στὴν κόλαση ἀπὸ κείνη ποὺ ζοῦν οἱ πόρνοι καὶ οἱ κλέφτες. ᾿Ιδιαίτερα, μάλιστα, ὅταν αὐτοὶ ποὺ ἔπεσαν στὴν πορνεία τυχαίνει νὰ εἶναι Μοναχὸς ἤ Μοναχή, ῾Ιερεὺς ἤ Πρεσβυτέρα…

῞Οταν πιὰ ἡ ψυχὴ γνωρίσει ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ τῆς δείχνουν οἱ ῎Αγγελοι, καὶ ἀφοῦ συμπληρωθοῦν οἱ σαράντα μέρες, τὴν ἀνεβάζουν πάλι νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὥς τὶς σαράντα γίνονται τὰ «τεσσαρακοστὰ» λεγόμενα μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων. Αὐτὴ ἡ μέρα εἶναι πολὺ σημαντική, γιατὶ αὐτὴ τὴ μέρα θά ἀποφασίσει ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς γιὰ τὸ ποῦ πρέπει νὰ πάει πιὰ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα καὶ τὶς πράξεις της. Καὶ ὅπου πάει τώρα ἡ ψυχή, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ θὰ μείνει ὥς τὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὁπότε θ᾿ ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα καὶ θ᾿ ἀπολαύσει τοὺς καλοὺς ἤ κακοὺς καρποὺς τῶν ἔργων του.

᾿Ακούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἅγιος Γέροντας, στέναξε βαθιά, δάκρυσε πικρὰ καὶ εἶπε:

– Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο στὴ μαύρη μέρα ἐκείνη, ὅπου γεννήθηκε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἁμαρτωλός…

– Ναί, τοῦ λέει ὁ ῎Αγγελος· ναί, τίμιε Γέροντα, εἶναι σωστὸ αὐτό, γιὰ τὸν κάθε ἁμαρτωλό. ᾿Αλλὰ γιὰ τὸν ἀγαθὸ καὶ τὸν δίκαιο πρέπει νὰ πεῖς: «Εὐτυχισμένη καὶ μακάρια ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα ποὺ γεννήθηκε»!

Τότε ὁ Γέροντας ξεθαρρεύτηκε καὶ κάνει ἄλλο ἕνα σχετικὸ ἐρώτημα:

– Σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, νὰ μοῦ ξεδιαλύνεις καὶ τούτη τὴν ἀπορία μου: μπορεῖ νὰ αἰσθανθεῖ κάποτε ἄνεση ὁ ἁμαρτωλός, νὰ τελειώσει ἡ τιμωρία του; 

– ῎Οχι, ἅγιε πάτερ μου, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος. Οὔτε ἡ οὐράνια βασιλεία τῶν δικαίων ἔχει τελειωμό, οὔτε ἡ τιμωρία καὶ ἡ κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν. ῎Αν κάποιος ἔπαιρνε κάθε χίλια χρόνια ἕνα σπυρὶ ἀπὸ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας καὶ τὸ ἔβαζε κάπου ἀλλοῦ, θὰ ὑπῆρχε ἐλπίδα ἴσως κάποτε νὰ τελειώσει· μὰ ἡ κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν τέλος δὲν ἔχει!…

῾Ο ἅγιος Γέροντας ἐπιμένει καὶ συνεχίζει τὶς ἐρωτήσεις:

– ῞Αγιε ῎Αγγελε, πές μου σὲ παρακαλῶ: ποιοί ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους μας εἶναι πιὸ φιλεύσπλαγχνοι γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ τοὺς ξέρει καὶ νὰ τοὺς ἱκετεύει ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ πρεσβεύουν στὸ Θεὸ καὶ νὰ Τὸν παρακαλοῦν γι᾿ αὐτόν;

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος, εἶναι φιλάνθρωποι καὶ σπλαγχνικοὶ γιὰ ὅλους σας, καὶ σᾶς βλέπουν μὲ ἀγάπη κ᾿ εὐμένεια. ῾Ωστόσο, ἡ ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων ἀγνωμοσύνη καὶ ἀχαριστία τοὺς θυμώνει καὶ τοὺς ἐξοργίζει.

᾿Ακόμη, πρέπει νὰ σοῦ πῶ, ἅγιε Γέροντα, πὼς καὶ οἱ ἅγιοι ῎Αγγελοι ἔχουν πολλὴ ἀγάπη καί εὐσπλαγχνία γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ ἐξαιτίας καὶ χάρη στὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων εἶδαν κι αὐτοὶ καὶ γνώρισαν τὰ μεγάλα παράδοξα τοῦ Θεοῦ.

᾿Εκτὸς ἀπ᾿ αὐτούς, ὅμως, ἡ Κυρία καὶ Δέσποινά μας, ἡ Θεοτόκος, φροντίζει πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους τὸ ἀνθρώπινο γένος. Θὰ ἔπρεπε, ἅγιε πάτερ μου, ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ ἔχει συνεχῶς στὸ στόμα του τὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου, μ᾿ εὐχαριστία καί εὐγνωμοσύνη. Μὰ ὁ διάβολος τὸν ξεγέλασε καὶ τὸν ἔριξε στὰ βάραθρα τῆς ἀχαριστίας, τόσο ποὺ νὰ ξεχνᾶ πώς, ἄν ὑπάρχει ὁ κόσμος σήμερα καὶ στέκεται ὅπως στέκεται, αὐτὸ σίγουρα ὀφείλεται στὶς πρεσβεῖες καὶ τὶς ἱκεσίες τῆς Θεοτόκου!

Δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι ἔδειξαν περιφρόνηση καὶ καταφρόνησαν τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ῾Αγίους Του, πράγμα ποὺ εἶχε σὰν συνέπεια βέβαια καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ῞Αγιοι νὰ τοὺς δείξουν, μὲ τὴ σειρά τους, καταφρόνηση…

῾Ο ῞Αγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν πρόθυμη συγκατάβαση τοῦ ᾿Αγγέλου ν᾿ ἀπαντάει σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα, θέλησε νὰ ἐπιμείνει στὴ διάκριση ἀνάμεσα στὶς ἁμαρτίες καὶ ρώτησε: 

– Σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, πές μου ἄν θέλεις: ποιά εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος;

– ῞Αγιε Γέροντα, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος, κάθε ἁμαρτία ποὺ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος, τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸ Θεό· φαίνεται, ὅμως, πὼς μερικὲς ἁμαρτίες, ὅπως π.χ. ἡ μνησικακία καὶ ἡ βλασφημία, στέκονται πάνω πάνω καὶ κυριαρχοῦν· γιατί, βέβαια, καὶ μόνες τους αὐτὲς μποροῦν νὰ κατεβάσουν τὸν ἄνθρωπο στὰ βασίλεια τοῦ ῞Αδη, στὰ καταχθόνια, κάτω ἀπ᾿ τὴ γῆ καὶ κάτω ἀπ᾿ τὴ θάλασσα.

῾Ο Γέροντας ἔδειξε σὰ νὰ μὴν ἱκανοποιήθηκε. Θέλησε νὰ κάμει σχεδὸν τὸ ἴδιο ἐρώτημα, μὲ ἄλλη μορφή: 

– Πές μου, ἅγιε ῎Αγγελε: ποιό ἁμάρτημα μισεῖ ὁ Θεὸς πάνω ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα; 

– Τὴν κενοδοξία, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος. Ξέρεις πὼς μοναχή της αὐτὴ ἡ ἁμαρτία ὁδήγησε τὸν κόσμο στὴν πτώση καὶ τὴν ἀπώλεια, μιὰ κι ἐξαιτίας της ὁ πρωτόπλαστος ᾿Αδὰμ ἐξορίστηκε ἀπ᾿ τὸν Παράδεισο· ἐξαιτίας της ὁ ἀρχιδαίμονας γκρεμίστηκε ἀπ᾿ τὴν περίοπτη θέση ποὺ εἶχε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Αγγέλους, κ᾿ ἐξαιτίας της ὁ Φαρισαῖος ἔχασε τοὺς κόπους ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν καλῶν ἔργων του. Κι αὐτό, γιατὶ ἄν πέσει ὁ ἄνθρωπος στὸ πάθος καὶ τὸ ἁμάρτημα τῆς κενοδοξίας, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ σηκωθεῖ.

Τότε ὁ Γέροντας βάζει ἄλλο ἐρώτημα, πάλι γιὰ τὴν τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν: 

– Ποιοί ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ τιμωροῦνται περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους στὴν κόλαση; 

– Σοῦ εἶπα, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος: πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους κολάζονται ὁ πόρνος καὶ ὁ βλάσφημος.

῾Ωστόσο, πρέπει νὰ προσθέσω πὼς κάτω ἀπ᾿ ὅλα τὰ καταχθόνια καὶ ὅλες τὶς κολάσεις ὑπάρχει καὶ μιά ἄλλη φοβερὴ καὶ τρομερή, ποὺ τὴν ὀνομάζουν ἀφάνεια: ἐκεῖ τιμωροῦνται νὰ ὑποφέρουν οἱ ἁμαρτωλοὶ κληρικοί, μαζὶ μὲ τοὺς καλόγερους καὶ τὶς καλόγριες ποὺ ἔπεσαν στὴν πορνεία.

Γι᾿ αὐτό, ἅγιε Γέροντα, εἶναι γραμμένο πὼς τὸ τάγμα τῶν ᾿Αγγέλων ποὺ ἔπεσε κ᾿ ἔγινε δαιμονικό, αὐτὸ θά ἀνακαινιστεῖ καὶ θά ἀναπληρωθεῖ, καὶ θά ἀνέλθει σὲ μεγάλη δόξα καὶ τιμή, ἀπό τοὺς καλοὺς καὶ ἁγίους κληρικοὺς καὶ μοναχούς·

ἐνῶ, βέβαια, ὅπως σοῦ εἶπα, οἱ κακοὶ καὶ πονηροὶ καὶ ἁμαρτωλοὶ μοναχοὶ πέφτουν σὲ ἔσχατη ἀτιμία καὶ ἐξαποστέλλονται στὴν κόλαση, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ κληρικοὶ ποὺ παραβαίνουν τοὺς θείους νόμους: ὅσοι δέχονται τὴν παρανομία καὶ τοὺς παρανόμους ἐπειδὴ τοὺς γεμίζουν τὶς ἱερατικὲς τσέπες μὲ δῶρα καὶ χαρίσματα πολλαπλᾶ, καὶ ὅσοι καταφρονοῦν καὶ παραλείπουν τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες τους γιὰ χάρη τῶν κοσμικῶν ἤ ἄλλων κοινωνικῶν φροντίδων τοῦ βίου, γιὰ τὰ ὁποῖα καὶ θὰ δώσουν κάποτε λόγο στὸ Θεό…

Καὶ τί νὰ πῶ καὶ γιὰ τοὺς ἱερεῖς ἐκείνους ποὺ μεθᾶνε; Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονό τους, γιὰ τὸ πόσο φοβερὴ κόλαση τοὺς περιμένει!…

Πές μου, ξαναρωτάει ὁ Γέροντας,

– τί γίνεται μ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν λογαριάζουν καὶ δὲν τιμοῦν τὴ μέρα τῆς Κυριακῆς;

Καὶ ὁ ῎Αγγελος ἀποκρίνεται:

– Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο καὶ σ᾿ αὐτούς, ἅγιε Γέροντα, γιατὶ τοὺς περιμένει φρικτὴ κόλαση καὶ τιμωρία. ῞Οποιος δὲν λογαριάζει καὶ καταφρονεῖ τὴν Κυριακή, εἶναι σὰν νὰ καταφρονεῖ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν καταφρονήσει, γιατὶ ἡ μέρα τῆς Κυριακῆς εἶναι ἡ μέρα τοῦ Κυρίου: ὅποιος τὴν τιμᾶ, τὸν τιμᾶ καὶ ὁ Κύριος καὶ τὸν προστατεύει.

Κατὰ τὸν ἴδιο πάλι τρόπο: ὅποιος τιμᾶ καὶ σέβεται καὶ γιορτάζει τὶς μνῆμες τῶν ῾Αγίων, δέχεται μεγάλη βοήθεια στὸ βίο του ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους, γιατὶ ἐκεῖνοι ἔχουν μεγάλη παρρησία καὶ θάρρος νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸ Θεὸ κάτι, καί ᾿Εκεῖνος τοὺς τὸ δίνει. ῎Ετσι, μέσω τῆς ἱκεσίας καὶ τῆς πρεσβείας τῶν ῾Αγίων οἱ φιλάγιοι ἄνθρωποι ἀπολαμβάνουν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ πολλὰ εὐεργετήματα καὶ χαρίσματα.

῾Ωστόσο, ἄς τὸ ὁμολογήσουμε, ἅγιε Γέροντα: οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουνε διώξει ἀπὸ μέσα τους τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, κι ἔτσι οὔτε τὸν Θεὸ ἔχουν πιὰ φίλο τους, οὔτε καὶ κάποιον ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους, παρὰ ἔχουν προσκολληθεῖ στὰ βιοτικὰ καὶ κοσμικὰ πράγματα, ποὺ φθείρονται καὶ χάνονται. ᾿Αλλοίμονό τους!

Νὰ ξέρεις, ἅγιε Γέροντα, πὼς κάθε ἄνθρωπος ποὺ δὲν τιμᾶ καὶ δὲν σέβεται τὴν ἅγια μέρα τῆς Κυριακῆς, -εἴτε εἶναι ἱερέας, εἴτε μοναχός, εἴτε ὁποιοσδήποτε ἁπλὸς λαϊκὸς ἄνθρωπος τοῦ κόσμου- δὲν πρόκειται νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, μήτε κι ἔχει κάποια ἐλπίδα σωτηρίας…

Κύλησαν λίγες στιγμὲς μ᾿ ἕνα βάρος πολυσήμαντης σιωπῆς. Τὶς σκέψεις καὶ τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἀββᾶ Μακαρίου διέκοψε ὁ ἅγιος ῎Αγγελος:

– ῎Αν ἔχεις καὶ κάτι ἄλλο νὰ ρωτήσεις, ἅγιε Γέροντα, ρώτησε με, γιατὶ τώρα ἦρθε ἡ ὥρα νά ἀνεβῶ πάλι στὸν οὐρανό, κοντὰ στὸν Κύριό μου.

Τότε, βαριαναστέναξε ὁ ἀββᾶς καὶ ψιθύρισε, χύνοντας πικρὰ δάκρυα: «ἀλλοίμονο καὶ τρισαλλοίμονο σ᾿ ἐμᾶς! ῾Ο καλὸς καὶ ἅγιος δοῦλος τοῦ Κυρίου μου, ὄντας ῎Αγγελος, ἀσώματος καὶ ἀναμάρτητος, βιάζεται νὰ πάει ψηλὰ καὶ νὰ δώσει τὴ δοξολογία καὶ τὸν αἶνο του στὸν Κύριο, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ σωματικοί, ὑλόφρονες καὶ ἁμαρτωλοὶ δὲν φροντίζουμε γιὰ τὴν ψυχή μας καὶ καταφρονοῦμε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μποροῦν νὰ φέρουν τὴ σωτηρία μας…».

Κι ὕστερα, φωναχτά, ρώτησε τὸν ῎Αγγελο:

– Πές μου, σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, ποιά προσευχὴ ταιριάζει πιὸ πολὺ στοὺς Μοναχούς;

– ῎Αν κάποιος ξέρει γράμματα, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος, μπορεῖ νὰ λέει τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαβίδ· ἄν, ὅμως, εἶναι ἀγράμματος, μπορεῖ νὰ προσεύχεται μὲ τὸ «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Αὐτὴ ἡ προσευχὴ θαρρῶ πὼς εἶναι ἡ πιὸ δυνατή, μὰ καὶ ἡ πιὸ εὔκολη, γι᾿ αὐτὸ καὶ πολλοὶ Μοναχοί, ἄν καὶ ξέρουν γράμματα, ἐγκατέλειψαν ὅλες τὶς ἄλλες προσευχὲς καὶ κρατώντας μόνο αὐτὴ τὴν προσευχή, δίχως σταματημό, ἔσωσαν τὴν ψυχή τους. Αὐτή, τὴν τόσο ἁπλῆ, μὰ καὶ τόσο ἀποτελεσματικὴ προσευχή, μποροῦν νὰ τὴν κρατήσουν καὶ νὰ τὴ λένε συνεχῶς καὶ οἱ νέοι καὶ οἱ γέροντες, καὶ οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ καλόγεροι καὶ οἱ καλογριές, καὶ οἱ γραμματισμένοι καὶ οἱ ἀγράμματοι, καὶ οἱ πολὺ ἔμπειροι μὰ καὶ οἱ ἄπειροι καὶ ἀμάθητοι. ῞Οποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ψυχή του, μπορεῖ νὰ τὴν κρατήσει αὐτὴ τὴν προσευχὴ στὰ χείλη του καὶ στὴν καρδιά του, μέρα καὶ νύχτα, εἴτε στὸ κελλί του βρίσκεται εἴτε στὸ δρόμο, εἴτε εἶναι ὄρθιος κι ἐργάζεται, εἴτε κάθεται καὶ ἀναπαύεται. ᾿Ακόμη καὶ ἄν βρίσκεται στὸ δρόμο ἤ ταξιδεύει ἤ κάνει κάποιο ἔργο, ἄς ἔχει μὲ πόθο καὶ προθυμία στὰ χείλη καὶ στὴν καρδιὰ τούτη τὴν προσευχή, ποὺ εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσει τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, σ᾿ ὅποιον τὴν ἐπιθυμεῖ πολὺ θερμά.

῾Ο Γέροντας ἔδειχνε πολὺ εὐχαριστημένος. ᾿Αλλὰ δὲν ἤθελε νὰ σταματήσει καὶ τὶς ἐρωτήσεις. Λέει, λοιπόν, στὸν ῎Αγγελο: 

– ᾿Επειδή, ἅγιε ῎Αγγελε, ἦρθες νὰ μὲ διδάξεις, ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, πές μου σὲ παρακαλῶ καὶ τοῦτο: ἄν κάποιος ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τύχει νὰ βρεῖ κατάλληλη περίσταση καὶ νὰ διδάξει ἕναν ἄλλο ἁμαρτωλό, καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο τοῦ δείξει τὸν καλὸ δρόμο καὶ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, αὐτὸ τὸ πράγμα θὰ τοῦ δώσει κάποιο πνευματικὸ κέρδος καὶ ὄφελος;

῾Ο ῎Αγγελος, τοῦ ἀπαντᾶ.

– ῞Οποιος διδάξει κάποιον ἄλλο ἁμαρτωλὸ καὶ καταφέρει νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἁμαρτίας, βάζοντάς τον στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς, αὐτὸς ὄχι μόνο θὰ βγάλει τὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου ἀπ᾿ τὴν Κόλαση, μὰ καὶ τὴ δική του θὰ σώσει, μιὰ ποὺ θὰ «καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν», καθὼς λέει καὶ ἡ ῾Αγία Γραφή.

῞Οπως ἀκριβῶς καί ἕνας ἄλλος, ποὺ συμβουλεύει πρὸς τὸ κακὸ κάποιον ἄνθρωπο, ὄχι μονάχα ἐκεῖνον ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, μὰ καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ψυχή του παραδίνει στὸ διάβολο. ῎Ετσι, λοιπόν, μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία χειρότερη ἀπ᾿ τὸ νὰ συμβουλεύει κάποιος ἕναν ἄνθρωπο πρὸς τὸ κακὸ καὶ τὴν ἀπώλεια·

ὅπως, ἀκριβῶς, δὲν ὑπάρχει καλύτερο ἔργο ἀπ᾿ τὸ νὰ συμβουλεύει κανεὶς πρὸς τὸ καλὸ καὶ τὴ σωτηρία ἕναν ἄνθρωπο.

Καὶ τελειώνοντας αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ῎Αγγελος, ἔκλινε σεβαστικὰ τὸ κεφάλι του πρὸς τὸν ἅγιο Γέροντα, λέγοντάς του:

– Εὐλόγησέ με καὶ συγχώρεσέ, ἅγιε πάτερ μου!

Τότε ὁ Γέροντας, προσπέφτοντας στὸν ἅγιο ῎Αγγελο, τὸν προσκύνησε καὶ τοῦ λέει:

– Πορεύου ἐν εἰρήνῃ, ἅγιε ῎Αγγελε! Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ θὰ βρίσκεσαι κοντὰ στὴν ῾Αγία Τριάδα, πρέσβευε καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μου, σὲ παρακαλῶ.

῎Ετσι, ὁ ἅγιος ῎Αγγελος ἄνοιξε τὰ φτερά του καὶ πέταξε πάλι πρὸς τὸν οὐρανό· ἐνῶ ὁ ἀββᾶς Μακάριος, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸ Θεό, ἐπέστρεψε πάλι στὸ κελλί του. Κι ἐκεῖ ἀφηγήθηκε ὅλα ὅσα εἶδε καὶ ἄκουσε στὸν πιστὸ ἀδελφὸ καὶ συνασκητή του, δοξάζοντας κ᾿ εὐλογώντας τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Θεοῦ. 

(Περιοδικό Άγιος Κυπριανός. Αριθμός 330, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2006, σελ. 260-262 / Αριθμός 331, Μάρτιος – Απρίλιος 2006, σελ. 278-279 /  Αριθμός 332, Μάιος – Ιούνιος 2006, σελ. 293-295)

(Π. Β. Πάσχος. Ο γέροντας και άλλες αποκαλυπτικές ιστορίες, σελ. 76-89, εκδ. Ακρίτας)

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΓΚΑΝ: ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ!

 Αρχιμ. Ιωάννης Κόγκαν
Μεταθανάτια εμπειρία ενός νέου στη Ρωσία 

Τις ημέρες εκείνες έτυχε να συναντήσω στο ναό έναν εκπληκτικό, νεαρό άνδρα. Πλησίασε τον αδερφό μου στο τέλος της Θείας Λειτουργίας και του απεκάλυψε την ασυνήθιστη ιστορία της μεταστροφής του στο Χριστό. Στεναχωριόταν πολύ από τις ατελείωτες μετακινήσεις και συζητήσεις που γίνονταν τη στιγμή που οι ιερείς μεταλάμβαναν στο ιερό και ετοιμάζονταν για την έξοδο στην Ωραία Πύλη με το Άγιο Ποτήριο, για να κοινωνήσουν οι πιστοί.
“Γιατί όλοι αρχίζουν να πηγαινοέρχονται αυτή την ιδιαίτερη, γεμάτη αδημονία, στιγμή, όταν ο Κύριος βρίσκεται στην Αγία Τράπεζα;” ρώτησε τον αδελφό μου. “Θέλω να σας διηγηθώ την ιστορία μου.
Ζούσα όπως η πλειοψηφία των νέων ανθρώπων της εποχής μας, μακριά από το Θεό, μέσα στη διαφθορά, διάγοντας έκλυτη ζωή με οινοποσία και άλλες αμαρτίες. Όσο κι αν με νουθετούσε και με ικέτευε η μητέρα μου, πιστή γυναίκα, ν’ αφήσω την αμαρτωλή ζωή, εγώ την αγνοούσα και μόνο γελούσα. Οι αφηγήσεις της, ότι υπάρχει Θεός και αιώνια ζωή, μου φαίνονταν ανοησίες. Γελούσα με τις επιπλήξεις της, ζητώντας της να μ’ αφήσει ήσυχο. Κάποια φορά, αργά τη νύχτα, επιστρέφοντας στο σπίτι με τη μοτοσυκλέτα, μετά από την καθιερωμένη βόλτα, είχα ένα ατύχημα και σκοτώθηκα. Απρόσμενα αισθάνθηκα ότι βρισκόμουν στον αέρα.
Κοίταζα μ’ έκπληξη το ματωμένο σώμα μου, μην κατανοώντας γιατί ήμουν διπλός, και στεκόμουν και ήμουν ξαπλωμένος. Αργότερα είδα κόσμο να τρέχει κοντά μου και να προσπαθεί να με συνεφέρει. Ήρθαν οι πρώτες βοήθειες και οι γιατροί προσπαθούσαν να με γυρίσουν στη ζωή. Όμως εγώ δεν ήθελα να επιστρέψω στο νεκρό σώμα μου. Με φορείο μ’ έβαλαν στο ασθενοφόρο και με πήγαν στο νεκροτομείο. Τη στιγμή εκείνη έστρεψα το βλέμμα μου προς τον ουρανό. Ξαφνικά είδα το Ζωντανό Χριστό τόσο πανέμορφο, τόσο ταπεινό και πράο, μέσα σε πύρινη λάμψη να στέκεται από επάνω μου και να με κοιτάζει.
–Γιατί ζεις έτσι; με ρώτησε ο Κύριος.
Εκείνη τη στιγμή, από το μεγάλο φόβο που κατείχε την αμαρτωλή ψυχή μου, κουβαριάστηκα κι αναφώνησα:
–Κύ-ρι-ε, συγ-χώ-ρε-σε με!!! και άκουσα την απάντηση…
–Για τις αμαρτίες σου και την ακάθαρτη ζωή σου είσαι άξιος του Άδη. Όμως οι προσευχές και το κλάμα της μητέρας σου έφθασαν σε Εμένα. Σε συγχωρώ και σε στέλνω πίσω στη γη. Πήγαινε και μάθε ότι η σωτηρία βρίσκεται μόνο στην Εκκλησία, μέσω της μετάνοιας και της Αγίας Κοινωνίας.
Εκείνη τη στιγμή, ξαφνικά, αισθάνθηκα πάλι να μπαίνω στο σώμα μου και από τους φοβερούς πόνους, άρχισα, να βογκώ και να στριφογυρίζω.

 Οι γιατροί έμειναν έκπληκτοι. Αντί για το νεκροτομείο, με μετέφεραν στο νοσοκομείο για εγχείριση. Ο Θεός με επέστρεψε στη ζωή.
Και να, λοιπόν, τώρα θεραπευμένος, με ιδιαίτερη ευλογία έρχομαι στη Θεία Λειτουργία σ’ αυτό το μοναστήρι. Με φόβο αναμένω πότε θα βγει ο ιερέας με το Άγιο Ποτήριο για να προσκυνήσω το Ζωντανό Θεό, ο Οποίος μου αποκάλυψε ότι με την Κοινωνία του Αγίου Σώματος και του Αίματος Του. μπορούμε να σωθούμε και να κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή.

 Να. γιατί με απορία και σύγχυση κοιτάζω τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονται ενώπιον του μεγάλου Μυστηρίου, διαταράσσοντας την ευλογημένη ατμόσφαιρα, όταν πράγματι ο Ίδιος ο Κύριος έρχεται από την Ωραία Πύλη, προτείνοντας τον Εαυτό Του για τροφή.”
Και έβαλε το χέρι του αδελφού μου, σφίγγοντας το σε γροθιά, στο τεράστιο βαθούλωμα που υπήρχε στο κρανίο του, μετά το χτύπημα με τη μοτοσυκλέτα. Μ’ αυτό ήθελε ν’ αποδείξει την αυθεντικότητα όλων όσων βίωσε και διηγήθηκε.
Αυτή η αληθινή ιστορία βαθιά μας συγκλόνισε. Συχνά τη διηγούμαι στα κηρύγματα μου, σαν αληθινή μαρτυρία εκείνης της ανείπωτης Αγάπης, την οποία έφερε ο Κύριος από τους ουρανούς, καλώντας όλους τους αμαρτωλούς σε μετάνοια, ώστε ν’ αναγεννηθούν μέσω της Αγίας Κοινωνίας και να έλθουν προς την Αλήθεια.  

(Απόσπασμα από το βιβλίο ”Από την αιχμαλωσία στο Φως”
του Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Κόγκαν)

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ: Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ!

 Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο
(Ἀνάλυση τοῦ λόγου περί θανάτου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Μαξίμοβιτς)

Οι πρώτες δύο ημέρες μετά το θάνατο

Για διάστημα δύο ημερών η ψυχή απολαύει σχετικής ελευθερίας και έχει δυνατότητα να επισκεφθεί τόπους που της ήταν προσφιλείς στο παρελθόν, αλλά την Τρίτη ημέρα μετακινείται σε άλλες σφαίρες.
Εδώ ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης απλώς επαναλαμβάνει τη διδασκαλία που η Εκκλησία ήδη γνωρίζει από τον 4ο αιώνα, όταν ο άγγελος που συνόδευσε τον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας στην έρημο, του είπε, θέλοντας να ερμηνεύσει την επιμνημόσυνη δέηση της Εκκλησίας για τους νεκρούς την Τρίτη ημέρα μετά θάνατο: «Όταν γίνεται η προσφορά της αναίμακτης θυσίας (μνημόσυνο στη θεία λειτουργία) στην Εκκλησία την τρίτη ημέρα, η ψυχή του κεκοιμημένου δέχεται από τον φύλακα άγγελο της ανακούφιση για τη λύπη που αισθάνεται λόγω του χωρισμού της από το σώμα… Στο διάστημα των δύο πρώτων ημερών επιτρέπεται στην ψυχή να περιπλανηθεί στον κόσμο, οπουδήποτε εκείνη επιθυμεί, με τη συντροφιά των αγγέλων που τη συνοδεύουν. Ως εκ τούτου η ψυχή, επειδή αγαπά το σώμα, μερικές φορές περιφέρεται στο οίκημα στο οποίο το σώμα της είχε σαβανωθεί, περνώντας έτσι δύο ημέρες όπως ένα πουλί που γυρεύει τη φωλιά του.Αλλά η ενάρετη ψυχή πλανιέται σε εκείνα τα μέρη στα οποία συνήθιζε να πράττει αγαθά έργα. Την τρίτη ημέρα, Εκείνος ο Οποίος ανέστη ο Ίδιος την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς καλεί την ψυχή του Χριστιανού να μιμηθεί τη δική Του ανάσταση, να ανέλθει στους Ουρανούς όπου θα λατρεύει το Θεό όλων.»
Στην Ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία, ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει παραστατικά την κατάσταση της ψυχής η οποία, έχοντας μεν αφήσει το σώμα αλλά παραμένοντας στη γη, είναι ανίκανη να επικοινωνήσει με τους αγαπημένους της τους οποίους βλέπει: «Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζόμενη εκ του σώματος! Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ουχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα, ουκ έχει τον βοηθούντα. Διό, αγαπητοί μου αδελφοί, εννοήσαντες ημών το βραχύ της ζωής, τω μεταστάντι την ανάπαυσιν, παρά Χριστού αιτησώμεθα, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος».
Σε γράμμα του προς τον αδελφό μιας αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος γράφει: «Η αδελφή σου δεν θα πεθάνει. Το σώμα του ανθρώπου πεθαίνει, αλλά η προσωπικότητά του συνεχίζει να ζει. Απλώς μεταφέρεται σε μια άλλη τάξη ζωής… Δεν είναι εκείνη που θα βάλουν στον τάφο. Εκείνη βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο όπου θα είναι θα είναι ακριβώς το ίδιο ζωντανή όσο και τώρα. Τις πρώτες ώρες και ημέρες θα βρίσκεται γύρω σου. Μόνο που δεν θα λέει τίποτα και εσύ δεν θα μπορείς να την δεις. Θα είναι όμως ακριβώς εδώ. Να το έχεις αυτό στο νου σου. Εμείς που μένουμε πίσω θρηνούμε για τους κεκοιμημένους, όμως για εκείνους τα πράγματα είναι αμέσως πιο εύκολα. Είναι πιο ευτυχισμένοι στη νέα κατάσταση. Όσοι έχουν πεθάνει και κατόπιν επαναφέρθηκαν στο σώμα διαπίστωσαν ότι το σώμα ήταν μια πολύ στενάχωρη κατοικία. Και η αδελφή σου θα αισθάνεται έτσι. Είναι πολύ καλύτερα εκεί, και εμείς νοιώθουμε οδύνη σαν να της έχει συμβεί κάτι απίστευτα κακό! Θα μας κοιτάζει και σίγουρα θα μένει κατάπληκτη με την αντίδρασή μας».
Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η ανωτέρω περιγραφή των πρώτων δύο ημερών του θανάτου αποτελεί γενικό κανόνα, ο οποίος κατά κανένα τρόπο δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι τα περισσότερα παραδείγματα από την Ορθόδοξη γραμματεία, δεν συνάδουν με αυτόν τον κανόνα, και ο λόγος είναι φανερός: οι άγιοι, μην έχοντας καμιά απολύτως προσκόλληση στα εγκόσμια και ζώντας σε διαρκή προσδοκία της αναχώρησής τους για την άλλη ζωή, δεν ελκύονται καν από τους τόπους όπου έπρατταν τα αγαθά τους έργα αλλά ξεκινούν αμέσως την άνοδο τους στους Ουρανούς. Άλλοι, ξεκινούν την άνοδο τους πριν το τέλος των δύο ημερών για κάποιον ειδικό λόγο που μόνον η Θεία Πρόνοια γνωρίζει. Από την άλλη οι σύγχρονες «μεταθανάτιες» εμπειρίες, ατελείς καθώς είναι, ανήκουν όλες στον εξής κανόνα: η «εξωσωματική» κατάσταση αποτελεί μόνο το ξεκίνημα της αρχικής περιόδου ασώματης «περιπλάνησης» της ψυχής στους τόπους των επιγείων δεσμών της. Όμως κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχει παραμείνει νεκρός για αρκετό χρονικό διάστημα, έστω μέχρι να συναντήσει τους αγγέλους που πρόκειται να τον συνοδεύσουν.
Μερικοί επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας για την μετά θάνατον ζωή, θεωρούν ότι τέτοιες αποκλίσεις από το γενικό κανόνα για την μεταθανάτια εμπειρία αποδεικνύουν την ύπαρξη «αντιφάσεων» στην Ορθόδοξη διδασκαλία. Αυτοί οι επικριτές όμως είναι απλώς και μόνο προσκολλημένοι στις «κατά γράμμα» ερμηνείες. Η περιγραφή των πρώτων δύο ημερών, καθώς και των επομένων, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί κάποια μορφή δόγματος. Είναι απλώς ένα «μοντέλο», το οποίο μάλιστα εκφράζει την πιο συνηθισμένη χρονική σειρά των εμπειριών της ψυχής μετά τον θάνατο. Οι πολλές περιπτώσεις, τόσο στην Ορθόδοξη γραμματεία όσο και στις αναφορές σύγχρονων σχετικών εμπειριών, όπου οι νεκροί έχουν στιγμιαία εμφανιστεί στους ζωντανούς μέσα στην πρώτη ή τις δύο πρώτες ημέρες μετά το θάνατο, μερικές φορές σε όνειρα, είναι παραδείγματα που επαληθεύουν το ότι όντος η ψυχή συνήθως παραμένει κοντά στη γη για κάποια σύντομη χρονική περίοδο. Κατά την τρίτη ημέρα, και συχνά πιο πριν, η περίοδος αυτή φθάνει στο τέλος της.

Τα τελώνια

Την ώρα αυτή (την τρίτη ημέρα), η ψυχή διέρχεται από λεγεώνες πονηρών πνευμάτων που παρεμποδίζουν την πορεία της και την κατηγορούν για διάφορες αμαρτίες, στις οποίες αυτά τα ίδια την είχαν παρασύρει. Σύμφωνα με διάφορες θεϊκές αποκαλύψεις υπάρχουν είκοσι τέτοια εμπόδια, τα επονομαζόμενα «τελώνια», σε καθένα από τα οποία περνά από δοκιμασία κάθε μορφή αμαρτίας. Η ψυχή αφού περάσει από ένα τελώνιο, συναντά το επόμενο, και μόνον αφού έχει διέλθει επιτυχώς από όλα τα τελώνια μπορεί αν συνεχίσει την πορεία της χωρίς να απορριφθεί βιαίως στη γέεννα. Το πόσο φοβεροί είναι αυτοί οι δαίμονες και τα τελώνια τους φένεται στο γεγονός ότι η ίδια η Παναγία, όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατο Της, ικέτευσε τον Υιό Της να διασώσει την ψυχή Της από αυτούς τους δαίμονες και απαντώντας στην προσευχή Της, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε από τους Ουρανούς για να παραλάβει την ψυχή της Πάναγνου Μητρός Του και να την οδηγήσει στους Ουρανούς. Φοβερή είναι πράγματι, η τρίτη ημέρα για την ψυχή του απελθόντος, και για το λόγο αυτό η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη τότε από προσευχές για την σωτηρία της.
Σύντομα, μετά τον θάνατο, η ψυχή πράγματι βιώνει μια κρίση, τη Μερική Κρίση, ως τελική συγκεφαλαίωση του «αοράτου πολέμου» που έχει διεξαγάγει ή που απέτυχε να διεξαγάγει, στην επίγεια ζωή κατά τω πεπτωκότων πνευμάτων. Συνεχίζοντας την επιστολή του προς τον αδελφό της αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο έγκλειστος γράφει: «Λίγο μετά το θάνατο, η ψυχή αρχίζει έναν αγώνα για να καταφέρει να διέλθει από τα τελώνια. Στον αγώνα της η αδελφή σου χρειάζεται βοήθεια! Θα πρέπει να στρέψεις όλη σου την προσοχή και όλη σου την αγάπη γι’ αυτήν στο πως θα την βοηθήσεις. Πιστεύω πως η μεγαλύτερη έμπρακτη απόδειξη της αγάπης σου θα είναι να αφήσεις την φροντίδα του νεκρού της σώματος στους άλλους, να αποχωρήσεις και, μένοντας μόνος σου οπουδήποτε μπορείς, να βυθιστείς σε προσευχή για την ψυχή της, για τη νέα κατάσταση στην οποία βρίσκεται και για τις καινούριες, απροσδόκητες ανάγκες της. Συνέχισε την ακατάπαυστη ικεσία σου στον Θεό για έξι εβδομάδες και περισσότερο. Όταν πέθανε η Οσία Θεοδώρα, το σακούλι από το οποίο πήραν χρυσό οι άγγελοι για να τη γλιτώσουν από τα τελώνια ήταν οι προσευχές του πνευματικού της πατέρα. Έτσι θα γίνει και με τις δικές σου προσευχές. Μην παραλείψεις να κάνεις όσα σου είπα. Αυτό είναι η πραγματική αγάπη.»
Το «σακούλι» από το οποίο πήραν «χρυσό» οι άγγελοι και «εξόφλησαν τα χρέη» της Οσίας Θεοδώρας στα τελώνια έχει συχνά παρανοηθεί από κάποιους επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας. Μερικές φορές συγκρίνεται με τη λατινική έννοια του «πλεονάσματος χάριτος» των αγίων. Στην περίπτωση αυτή, τέτοιοι επικριτές ερμηνεύουν κατά γράμμα τα Ορθόδοξα κείμενα. Σε τίποτε άλλο δεν αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα παρά στις προσευχές της Εκκλησίας για τους αναπαυθέντες και ειδικότερα στις προσευχές ενός αγίου ανθρώπου και πνευματικού πατέρα. Είναι σχεδόν περιττό να πούμε ότι όλες αυτές οι περιγραφές έχουν μεταφυσική έννοια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τη διδασκαλία περί τελωνίων τόσο σημαντική, ώστε έχει συμπεριλάβει σχετικές αναφορές σε πολλές από τις ακολουθίες της, μερικές εκ των οποίων αναφέρονται στο κεφάλαιο περί τελωνίων. Ειδικότερα, η Εκκλησία θεωρεί ιδιαιτέρως απαραίτητο να συνοδεύει με αυτήν τη διδασκαλία κάθε τέκνο της που αποθνήσκει. Στον «Κανόνα για την Αναχώρηση της Ψυχής», που διαβάζεται από τον ιερέα στο νεκρικό κρεβάτι κάθε πιστού, υπάρχουν τα παρακάτω τροπάρια:
«Καθώς φεύγω από τη γη, αξίωσέ με να διέλθω ανεμπόδιστα από τον άρχοντα του αέρα, το διώκτη και βασανιστή, εκείνον που ως άδικος ανακριτής στέκεται πάνω στους φοβερούς δρόμους». (4η Ωδή)
«Ω Πανένδοξε Θεοτόκε, οδήγησέ με εις τους Ουρανούς, στα ιερά και πολύτιμα χέρια των αγίων αγγέλων ώστε, προστατευμένος μέσα στα φτερά τους, να μην αντικρύσω τη ρυπαρή, αποκρουστική και σκοτεινή μορφή των δαιμόνων». (6η Ωδή)
«Ω Αγία Θεοτόκε, Εσύ η Οποία γέννησες τον Παντοδύναμο Κύριο, απομάκρυνε από εμένα τον άρχοντα των φοβερών τελωνίων, τον κυβερνήτη του κόσμου, όταν φθάσει η στιγμή του θανάτου μου, ώστε να Σε δοξολογώ αιωνίως». (8η Ωδή)
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα λόγια της Εκκλησίας προετοιμάζουν τον αποθνήσκοντα Ορθόδοξο Χριστιανό για τις δοκιμασίες που θα συναντήσει μπροστά του.

Οι σαράντα ημέρες

Κατόπιν, έχοντας επιτυχώς διέλθει από τα τελώνια και υποκλιθεί βαθιά ενώπιον του Θεού, η ψυχή για διάστημα τριάντα επτά επιπλέον ημερών επισκέπτεται τις ουράνιες κατοικίες και τις αβύσσους της κολάσεως, μη γνωρίζοντας ακόμα που θα παραμείνει, και μόνον την τεσσαρακοστή ημέρα καθορίζεται η θέση στην οποία θα βρίσκεται μέχρι την ανάσταση των νεκρών.
Σίγουρα δεν είναι παράξενο ότι η ψυχή, έχοντας διέλθει από τα τελώνια και παύσει μια για πάντα κάθε σχέση με τα επίγεια, εισάγεται στον αληθινά άλλο κόσμο, σε ένα τμήμα του οποίου θα παραμείνει αιωνίως. Σύμφωνα με την αποκάλυψη του Αγγέλου στον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας, η ειδική επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των απελθόντων την ένατη ημέρα μετά τον θάνατο (πέραν του γενικού συμβολισμού των εννέα αγγελικών ταγμάτων) πραγματοποιείται επειδή μέχρι τότε παρουσιάζονται στην ψυχή τα θαυμάσια του Παραδείσου, και μόνον κατόπιν αυτού, για το υπόλοιπο των σαράντα ημερών, της παρουσιάζονται τα μαρτύρια και τα φρικτά της κολάσεως, πριν τοποθετηθεί την τεσσαρακοστή ημέρα στη θέση στην οποία θα αναμένει την ανάσταση των νεκρών και την Τελική Κρίση. Θα πρέπει και πάλι να τονίσουμε ότι οι αναφερόμενοι αριθμοί αποτελούν γενικό κανόνα ή «μοντέλο» της μεταθανάτιας πραγματικότητας, και αναμφισβήτητα δεν ολοκληρώνουν όλες οι ψυχές των απελθόντων την πορεία τους ακριβώς σύμφωνα με τον «κανόνα». Γνωρίζουμε σαφώς ότι η Οσία Θεοδώρα, στην πραγματικότητα, ολοκλήρωσε το «γύρο της κολάσεως» ακριβώς την τεσσαρακοστή ημέρα, σύμφωνα με τη γήινη μέτρηση του χρόνου.

Η κατάσταση των ψυχών μέχρι την Τελική Κρίση

Μερικές ψυχές βρίσκονται (μετά τις σαράντα ημέρες) σε μια κατάσταση πρόγευσης της αιώνιας αγαλλίασης και μακαριότητας, ενώ άλλες σε μια κατάσταση τρόμου εξαιτίας των αιωνίων μαρτυρίων τα οποία θα υποστούν πλήρως μετά την Τελική Κρίση. Μέχρι τότε εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής της κατάστασής τους, ιδιαιτέρως μέσω της υπέρ αυτών προσφοράς της Αναίμακτης Θυσίας (μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία), και παρομοίως μέσω άλλων προσευχών.
Τα οφέλη της προσευχής, τόσο της κοινής όσο και της ατομικής για τις ψυχές που βρίσκονται στην κόλαση, έχουν περιγραφεί σε πολλούς βίους Αγίων και ασκητών καθώς και σε Πατερικά κείμενα. Στο βίο της μάρτυρος του 3ου αιώνα Περπετούας, για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι η κατάσταση της ψυχής του αδελφού της Δημοκράτη της αποκαλύφθηκα με την εικόνα μιας στέρνας γεμάτης νερό, η οποία ήταν όμως τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να τη φτάσει από τον ρυπαρό, καυτό τόπο όπου ήταν περιορισμένος. Χάρη στην ολόθερμη προσευχή της Περπετούας επί μία ολόκληρη ημέρα και νύχτα ο Δημοκράτης έφτασε τη στέρνα και τον είδε να βρίσκεται σε έναν φωτεινό τόπο. Από αυτό η Περπετούα κατάλαβε ότι ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεινά της κολάσεως.
Στο βίο μιας ασκήτριας που πέθανε μόλις τον 20ο αιώνα αναφέρεται μια παρόμοια περίπτωση. Πρόκειται για τη Οσία Αθανασία (Αναστασία Λογκάτσεβα), πνευματική θυγατέρα του Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Όπως διαβάζουμε στο βίο της: «Η Αναστασία είχε έναν αδελφό που τον έλεγαν Παύλο. Ο Παύλος κάποτε ήταν μεθυσμένος και κρεμάστηκε. Κι η Αναστασία αποφάσισε να προσευχηθεί πολύ για τον αδελφό της. Μετά το θάνατο του, η Αναστασία πήγε στο μοναστήρι Ντιβέγιεβο, του Οσίου Σεραφείμ, για να μάθει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση του αδελφού της, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του με τρόπο δυσσεβή και ατιμωτικό… Ήθελε να συναντήσει την Πελαγία Ιβάνοβνα και να ζητήσει τη συμβουλή της… Η Αναστασία επισκέφθηκε την Πελαγία. Εκείνη της είπε να κλειστεί στο κελί της σαράντα μέρες, να προσευχηθεί και να νηστέψει για τον αδελφό της και κάθε μέρα να λέει εκατόν πενήντα φορές: «Υπεραγία Θεοτόκε, ανάπαυσον τον δούλον σου.»
Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα ημέρες, η Αναστασία είδε ένα όραμα. Βρέθηκε μπροστά σε μία άβυσσο. Στο βάθος της ήταν ένας βράχος από αίμα. Πάνω στο βράχο κείτονταν δύο άνδρες με σιδερένιες αλυσίδες στο λαιμό τους. Ο ένας ήταν ο αδελφός της.
Η Αναστασία διηγήθηκε το όραμα στην Πελαγία και κείνη της είπε να συνεχίσει την νηστεία και την προσευχή.
Τελείωσαν κι άλλες σαράντα ημέρες με νηστεία και προσευχή κι η Αναστασία είδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος κι ο βράχος πάνω στον οποίο βρίσκονταν οι δύο άνδρες με αλυσίδες στο λαιμό τους. Αυτή τη φορά όμως ο αδελφός της ήταν όρθιος. Περπατούσε πάνω στο βράχο, έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Οι αλυσίδες ήταν ακόμα στο λαιμό του.
Η Πελαγία Ιβάνοβνα, στην οποία κατέφυγε και πάλι η Αναστασία, της είπε να επαναλάβει την ίδια άσκηση για Τρίτη φορά.
Όταν τελείωσε και το τρίτο σαρανταήμερο της νηστείας και της προσευχής, η Αναστασία ξαναείδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος, ο ίδιος βράχος. Τώρα όμως πάνω στο βράχο ήταν μόνο ένας άνδρας, αγνωστός της. Ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεσμά. Δε φαίνονταν πουθενά. Ο άγνωστος άνδρας ακούστηκε να λέει: «Είσαι τυχερός εσύ. Έχεις πολύ ισχυρούς μεσίτες στη γη.»
Η Αναστασία ανέφερε στην Πελαγία Ιβάνοβνα το τρίτο όραμά της και εκείνη της απάντησε:
«Ο αδελφός σου λυτρώθηκε από τα βάσανα. Δεν μπήκε όμως στη μακαριότητα του Παραδείσου.»
Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται σε βίους Ορθοδόξων Αγίων και ασκητών. Σε περίπτωση που κάποιος έχει την τάση να ερμηνεύει κατά γράμμα τέτοια οράματα, ίσως θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι βεβαίως οι εικόνες με τις οποίες εμφανίζονται τέτοια οράματα, συνήθως σε όνειρα, δεν «φωτογραφίζουν» κατ’ ανάγκη τον τρόπο ύπαρξης της ψυχής μετά τον θάνατο. Πρόκειται περισσότερο για εικόνες οι οποίες μεταβιβάζουν την πνευματική αλήθεια της βελτιώσεως της καταστάσεως της ψυχής στον άλλο κόσμο χάρη στις προσευχές εκείνων που παραμένουν στον κόσμο τούτο.

Ἁγίου Ἰωάννου Μαξίμοβιτς