ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

ΑΡΧΙΜ. ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗΣ: Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΓΓΕΛΟΣ

«..ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.» (Ματθ κδ-24)

Στην εκδοτική σειρά σύγχρονες αγιορείτικες μορφές, της Ιεράς Μονής Παρακλήτου, υπάρχει και το βιβλίο Σάββας ο πνευματικός, που είναι το έκτο αυτής της σειράς.
Ο συγγραφεύς του βιβλίου Αρχιμανδρίτης Χερουβείμ, κτήτωρ της Ιεράς Mονής Παρακλήτου, όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1930 εμόναζε στο Άγιο Όρος σε νεαρή ηλικία, άκουε πολλά θαυμαστά για τον παπά Σάββα τον πνευματικό που ασκήτευε μέχρι το 1908, έτος της κοιμήσεως του, στη σκήτη της μικράς Αγίας Άννης.
Είχε έντονη επιθυμία να συγγράψει το βίο του πράγμα που πραγματοποιήθηκε το 1972. O παπά Σάββας ήταν εκπληκτικός στην διάκριση πνευμάτων, όσο δυσδιάκριτη και εάν ήταν η πλάνη την οσφραινόταν, αυτό διαφαίνεται στην μελέτη του βιβλίου που αναφέραμε.
Μέσα στις σελίδες του περισώθηκαν κάποια γεγονότα πολύ σημαντικά, εμείς σήμερα θα δούμε ένα συγκλονιστικό περιστατικό που τιτλοφορείτε «Ο Άγγελος που δεν ήταν Άγγελος» πριν το παρουσιάσουμε αισθανόμαστε την ανάγκη να ευχαριστήσουμε τον μακαριστό συγγραφέα του βιβλίου που μας το διέσωσε.
Πρόκειται για μια ιστορία που μπορεί να ανοίξει τα μάτια κάποιων αδελφών που παραπλανήθηκαν από εκείνον που ενώ είναι άγριος λύκος, τα καταφέρνει να εμφανίζεται σαν αρνί, λοιπόν, διαβάζουμε…
Στους τόσους που εξομολογούσε ο πάπα-Σάββας ήταν και ένας Ρουμάνος διάκονος. Νεαρός ακόμη ήρθε στον Άθω και ησύχαζε κάπου στην έρημο, όχι και πολύ μακριά από την Μικρά Αγία Άννα.

-Πνευματικέ μου, του λέει μία ημέρα ο διάκονος αυτός περίλυπα, σε παρακαλώ, μη ξεχάσεις να μνημόνευσης αύριο στην λειτουργία την μητέρα μου που έχει τα τρίτα της.

Τα λόγια αυτά χτύπησαν στην ακοή του πάπα-Σάββα σαν λόγια που πρόδιδαν θριάμβους του διαβόλου. Ο διακριτικός γέροντας ταράχτηκε. Εδώ, σκέφθηκε, κάποιο άσχημο φαγητό μαγείρεψε ο εχθρός. Ο πανούργος! Με πόση τέχνη πλανεύει και σκοτίζει τα πλάσματα του Θεού!
Χωρίς να δείξει εξωτερικά την αγωνία του, επιδόθηκε στην ανίχνευση του κακού.

-Για πες μου, παιδί μου, καθαρότερα την υπόθεση. Η μητέρα σου έχει αύριο τα τρίτα της. Δηλαδή πέθανε προχθές. Πέθανε στην Ρουμανία. Πώς εσύ σε δύο ημέρες πληροφορήθηκες τον θάνατό της;

Μεσολάβησε λίγη σιγή.
-Πώς; Πώς το έμαθα; άρχισε να λέει δειλά ο διάκονος. Να, μου το είπε …..
-Ποιος σου το είπε;
-Μου το είπε ο φύλακας άγγελός μου.
-Ο φύλακας άγγελός σου; Έχεις ιδεί τον άγγελό σου;
-Αξιώθηκα να τον ιδώ. Δεν είναι μία και δύο φορές. Είναι τώρα δύο χρόνια. Μου παρουσιάζεται και με συντροφεύει στην προσευχή. Λέμε μαζί τους Χαιρετισμούς, κάνουμε μετάνοιες, ανοίγουμε πνευματικές συζητήσεις …;

Εκείνο το «δύο χρόνια» πίκρανε πολύ τον παπά-Σάββα. Δύο χρόνια πλάνης δεν είναι κάτι το ασήμαντο.
Να αφήνεις τον εχθρό να χτίζει μέσα σου ανενόχλητα επί δύο χρόνια το οικοδόμημα της καταστροφής σου, είναι θλιβερό.

-Και γιατί, παιδί μου, τόσο καιρό, δεν μου ανέφερες τίποτε;
-Μου είπε ο άγγελος πως δεν είναι απαραίτητο.

Ο παπά-Σάββας καταλάβαινε πως έχει να δώσει μεγάλη μάχη. Να πείσει πρώτα τον δυστυχή διάκονο ότι δεν πρόκειται για άγγελο. Να έτοιμασθη έπειτα να αντιμετώπιση την οργή του δαίμονος. «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον και σώσον ημάς», προσευχήθηκε μυστικά με θέρμη.

-Παιδί μου, είσαι βέβαιος πως είναι άγγελος του Θεού αυτός που σου εμφανίζεται;
-Βέβαιος; Βεβαιώτατος, γέροντά μου! Μα προσευχόμαστε μαζί, κάνουμε καθημερινώς χίλιες μετάνοιες, συζητούμε για την μέλλουσα ζωή, για τον παράδεισο …; Ο φύλακας άγγελος μου είναι.

Ο διάκονος φαινόταν αμετάπειστος. Εκείνο όμως που τον έκανε επιφυλακτικό ήταν η εμπιστοσύνη του στον θεοφώτιστο πνευματικό του. Αλλά πάλι, έλεγε, πως μπορεί ο δαίμονας να με ενισχύει στην προσευχή; Αυτός πολεμεί τους προσευχομένους.
Μετά από πολλά συμφώνησαν να καταφύγουν σε μερικές δοκιμασίες. Να δοκιμάσουν τον «φύλακα άγγελο».

-Ζήτησέ του, του είπε ο παπά-Σάββας, μόλις ξανάρθει να πει το «Θεοτόκε Παρθένε». Ακόμη πες του να κάνει το σημείο του σταυρού.

Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Όταν δύο ολόκληρα χρόνια σε έχει ο πονηρός τυλιγμένο στην πλάνη, τότε και τα μάτια σου και τα αυτιά σου τα πλανεύει και φαντάζεσαι πως ακούς το «Θεοτόκε Παρθένε» και πως τον βλέπεις να σταυροκοπιέται.
Στην επόμενη επίσκεψη ο διάκονος με κάποια κρυφή εσωτερική ικανοποίηση ανήγγειλε στον πνευματικό.

-Γέροντα μου, τα πράγματα έχουν όπως σου τα είπα. Είναι άγγελος του Θεού. Είναι ο φύλακας άγγελός μου. Και το «Θεοτόκε Παρθένε» το είπε και τον σταυρό του τον έκανε.

Ο παπά-Σάββας καλά το είχε αντιληφθεί. Δύο ετών δουλειά από τον πολυμήχανο εχθρό δεν μπορούσε να αχρηστευθεί εύκολα. Αν όμως αυτός ξέρη πολλές μηχανές, στους θεοφόρους λάμπει το φως της πανσοφίας του Θεού, που εξουδετερώνει τα τεχνάσματα του σκότους.
Κάποια φωτεινή ιδέα άστραψε τότε στον φωτόμορφο νου του Πνευματικού. Και στρέφεται αμέσως προς τον διάκονο:

-Άκου εδώ, παιδί μου. Πρόσεξε σε μία τελευταία δοκιμασία. Μ΄ αυτήν θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Στους αγγέλους του Θεού υπάρχει η δυνατότης όλα να είναι γνωστά, γιατί τους τα αποκαλύπτει ο Θεός. Στους δαίμονες αντιθέτως δεν υπάρχει παρομοία δυνατότης και πολλά πράγματα τους είναι σκοτεινά. Συμφωνείς;
-Συμφωνώ.
-Αφού συμφωνείς, πρόσεξε τί θα κάνουμε. Εγώ, την στιγμή αυτή, ακριβώς την στιγμή αυτή, κάτι θα σκεφθώ -σκέφθηκε κάτι εις βάρος του διαβόλου- και το αφήνω κρυπτό και αψηλάφητο μέσα μου. Εσύ το βράδυ να ζήτησης από τον άγγελο να σου το πει. Αν το βρει, τότε χωρίς αμφιβολία είναι του Θεού. Και να ‘ρθεις να με ενημέρωσης.

Γυρίζοντας ο διάκονος στην καλύβη του, σάλευε μέσα του κάτι σαν αγωνία, σαν δυσάρεστη προαίσθηση. Από την άλλη μεριά θαύμαζε την σπουδαία ιδέα του πνευματικού. Η υπόθεσις θα περνούσε τώρα στην κρίσιμη φάση της.
Μόλις ζητήθηκε, την νύχτα, από τον άγγελο η λύσις του προβλήματος, κάποια δυσδιάκριτη ταραχή αυλάκωσε το φωτεινό πρόσωπό του. Φάνηκε να σαστίζει.

-Μα, αγαπητέ μου πάτερ. Γιατί εσύ, ανώτερος άνθρωπος, να ενδιαφέρεσαι για τους λογισμούς ενός θνητού; Αυτό είναι κατάντημα. Φτωχές επιθυμίες. Δεν προτιμάς να πάμε να σου δείξω απόψε την κόλαση, τον παράδεισο, την δόξα της Κυρίας Θεοτόκου;

Ο διάκονος, που άρχισε κάτι να υποψιάζεται, επέμενε στο θέμα τους.
-Κάνω υπακοή στον πνευματικό. Να μου πεις τι σκέφθηκε.

Ο άγγελος με μερικούς επιδέξιους ελιγμούς προσπάθησε να μεταφέρει αλλού την συζήτηση. Ο διάκονος όμως με επιμονή τον επανέφερε στο θέμα. Άλλωστε οι τεχνικές αυτές υπεκφυγές δεν του προξενούσαν καλή εντύπωση.

-Να μου πεις τι σκέφθηκε ο πνευματικός. Το θέμα είναι απλό. Γιατί αποφεύγεις; Το αγνοείς;
-Πρόσεχε, διάκο. Με τον μικροπρεπή τρόπο που μου συμπεριφέρεσαι κινδυνεύεις να χάσης την εύνοιά μου.
-Δεν ξέρω. Σου ζητώ κάτι το εύκολο. Γνωρίζεις ή όχι, επί τέλους, τι σκέφθηκε ο πνευματικός;

Την ώρα αυτή πετάχτηκε το λαμπερό προσωπείο, μια φρικτή μορφή αποκαλύφθηκε, μερικά άγρια δόντια έτριξαν, και σαν από στόμα λυσσασμένου θηρίου ακούσθηκαν τα λόγια:
-Να χαθείς, άθλιε. Αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση, στην φωτιά! Θα σε κάψουμε! Θα σε καταστρέψουμε!

Και ο διάκονος έμεινε μόνος του. Μόνος του και σωστό ερείπιο. Όλη η γλυκύτητα των οπτασιών, δύο χρόνια τώρα, δεν αντιστάθμιζε την τωρινή του πικρία. Αν δεν τον εστήριζαν από μακριά οι προσευχές του πνευματικού που ξαγρυπνούσε και παρακαλούσε γι΄ αυτόν, θα’ χε παραδώσει το πνεύμα του.
Πέρασαν αρκετές ώρες ώσπου να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια του. Η καλύβη του πια δεν τον χωρούσε. Πουθενά δεν έβλεπε ασφάλεια παρά μόνο κοντά στον πνευματικό. Σ΄ όλη του την διαδρομή βούιζε στ΄ αυτιά του η απειλή: «Αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση»! Ο τρόμος τον διαπερνούσε μέχρι το μεδούλι.
Έφθασε όπως έφθασε ως την καλύβη της Αναστάσεως. Έπιασε το ράσο του πνευματικού και δεν το άφηνε ούτε στιγμή. Και την ώρα που έπρεπε εκείνος να κοιμηθεί λίγο, δίπλα του ο τρομοκρατημένος διάκονος!

Μη φοβάσαι, παιδί μου. Ηρέμησε.
-Πώς να μη φοβηθώ, πνευματικέ μου, που πλησιάζει η ώρα. Ω! Πλησιάζει η ώρα που θα με πάρουν. Χριστέ μου, σώσε με!

Και πράγματι. Την καθορισμένη ώρα δέχθηκε βιαία επίθεση των πονηρών πνευμάτων. Τί κραυγές τρόμου και απελπισίας ήταν αυτές!
-Σώσε με, πνευματικέ μου! Χάνομαι! Με παίρνουν! Σώσε με!

Γονατίζει ο πάπα-Σάββας και γεμάτος πόνο και δάκρυα δέεται στον Κύριο να λυπηθεί τον δούλο Του και να επιτιμήση τους πονηρούς δαίμονες. Εισακούσθηκε η δέησίς του και ο ταλαίπωρος διάκονος σώθηκε από «στόματος λέοντος».
Έτσι πήρε τέλος η τραγωδία. Τραγωδία πολύ διδακτική. Αλήθεια, τί κίνδυνοι κρύβονται πίσω από τις οπτασίες και τα οράματα! Τι μπορεί να χτίση ο εχθρός, όταν δεν ξεδιπλώνουμε πλήρως τον εσωτερικό μας κόσμο στην εξομολόγηση…!

Από το βιβλίο «Σάββας ο πνευματικός» – Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού π. Δανιήλ Γούβαλη

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

ΓΕΡΩΝ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΒΙΤΑΛΗΣ: ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΙΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΒΙΤΑΛΗΣ: ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟ ΚΕΛΙ ΤΟΥ

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΒΙΤΑΛΗΣ, Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

ΕΚΟΙΜΗΘΗ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΒΙΤΑΛΗΣ

Εκοιμήθη σήμερα, Πέμπτη 8, Φεβρουαρίου ο γέροντας Νεκτάριος Βιτάλης.
Να αναφερθεί ότι ο μακαριστός γέροντας Νεκτάριος τον τελευταίο καιρό αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, παρόλο αυτα νυχθημερόν έδινε την ευχή του και τις συμβουλές του σε εκατοντάδες πιστούς.
Όταν το 1965 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, η κατάστασή του ήταν κρίσιμη, μα ο ‘ΑγιοςΝεκτάριος, ο θαυματουργός, του χάρισε την ίαση.
Μόλις ανάρρωσε, διορίστηκε στο Λαύριο. Λίγο μετά είδε και πάλι τον Άγιο Νεκτάριο στον ύπνο του, ο οποίος του ζητά να του κτίσει στην Καμάριζα Λαυρίου το σπίτι του και του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει.
Το 1980 ο σεπτός γέρων είχε μια συγκλονιστική συνομιλία με τον Άγιο Νεκτάριο, κατά την διάρκεια της οποίας θεραπεύθηκε από ανίατη ασθένεια.
Μαστιζόταν από μια πολύ επικίνδυνη μορφή καρκίνου. Οι πόνοι ήταν αφόρητοι. Ο θάνατος ήταν πολύ κοντά.
Την 26η Μαρτίου 1980 βρισκόταν στο ναό, μαζί με μία αγιογράφο και τη νεωκόρο του προσκυνήματος. Τότε μπήκε στο ναό ένας γέροντας μετρίου αναστήματος, με αραιά μαλλιά και κάτασπρα γένεια.
Τούς συστήθηκε με το όνομα Αναστάσιος! Αυτό δεν ήταν άλλο, από το κοσμικό όνομα του Αγίου Νεκταρίου.
Ξεκίνησε ν’ασπάζεται με πολύ δέος τα λείψανα των Αγίων,προσπερνώντας αδιάφορος όσα ήταν του Αγίου Νεκταρίου.
Ο π. Νεκτάριος του μίλησε για τον καρκίνο και ο Άγιος τον διαβεβαίωσε για την ίασή του. Έμεινε εμβρόντητος, όταν συνειδητοποίησε την παρουσία του Αγίου.
Λίγους μήνες αργότερα, ο γενικός Διευθυντής του Αγίου Σάββα έκπληκτος γνωμάτευσε την απουσία του καρκίνου.
Στην Καμάριζα οι καμπάνες διατυμπανούσαν περίτρανα το χαρμόσυνο μήνυμα του θαύματος.

Η εξόδιος Ακολουθία του θα τελεσθεί αύριο Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου, στις 12 το μεσημέρι στο ιερό Προσκύνημα του Αγίου Νεκταρίου στην Καμάριζα Λαυρίου- Αττικής, όπου και θα ταφεί.

http://www.romfea.gr

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Ο ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΪΣΙΟΥ

Του Γιώργου Θεοχάρη

Mια μορφή της Ορθοδοξίας που εκπέμπει αγιότητα. Ένας σύγχρονος ασκητής, που ζει ταπεινά και λιτά μέσα στο δάσος της Καψάλας στο Άγιον Όρος. Εκεί όπου βλέπει μόνο ο Θεός! Συναντάμε τον θεόπνευστο γέροντα Ευθύμιο, τον διάδοχο του πατέρα Παϊσίου, όπως συνηθίζεται να τον αποκαλούν εκατοντάδες προσκυνητές που τον επισκέπτονται καθημερινά.

Βεβαίως, εκείνος σε καμία περίπτωση δεν δέχεται αυτόν τον ρόλο. «Είμαι αμαρτωλός και ανάξιος», λέει συνεχώς στον κόσμο που καταφθάνει μέσα από ένα αυτοσχέδιο μονοπάτι στο απόκρημνο κελί του. Εκεί όπου ζει με τρεις ακόμα νεότερους μοναχούς που τον διακονούν.

Γαλήνια μορφή, πράος και χαρισματoύχος. Η απόλυτη ηρεμία των κινήσεων και της φωνής του με άφησε συγκλονισμένο. Αυτός είναι ο γέροντας Ευθύμιος ο Αγιορείτης. Ζει σε ένα λιτό κελί κάτω από τις Καρυές, την Καψάλα, με πέντε ακόμα μοναχούς. Η φήμη του, αν και μόλις πενήντα χρόνων, έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο. Καθημερινά, δέχεται δεκάδες προσκυνητές από κάθε γωνιά του πλανήτη, για να πάρουν την ευχή του και να βρουν λύση στα προβλήματά τους. Να ακούσουν τον λόγο του, να ξαποστάσουν από το λιοπύρι της ζωής και τις τόσες τρικυμίες της. Αναζητώντας ένα ήσυχο λιμάνι…

Κάποιοι από αυτούς ήμασταν κι εμείς, που πριν από είκοσι περίπου μέρες είδαμε τον ξακουστό γέροντα στο ταπεινό κελί του. Στην παρέα ήταν και δύο πρώην βουλευτές, που είχαν, σημειωτέον, ψηφίσει τα Μνημόνια… «Νίκο, σου είπα να μην το κάνεις αυτό», είπε στον έναν από αυτούς, που είχε ξαναπάει και είχε ξαναδεί τον γέροντα.

«Να ξέρετε κάτι, παιδιά μου: η οικονομική αυτή κρίση θα κάνει καλό στην Ελλάδα. Θα το δείτε σε λίγο καιρό, μία μπόρα είναι και θα περάσει. Είναι μία ευκαιρία να ενισχύσουμε την πίστη στον τριαδικό Θεό μας», εξήγησε ο ταπεινός γέροντας.
«Γέροντα, εδώ που φθάσαμε, η Ελλάδα είναι εύκολο να σωθεί;», τον ρώτησα. «Η Ελλάδα και θα σωθεί και σύντομα θα σταθεί στα πόδια της», μου είπε και συμπλήρωσε: «Να προσέχετε εσείς οι δημοσιογράφοι τι γράφετε».

Χωρίς να γνωρίζει την ιδιότητά μου, ούτε καν το όνομά μου, αναφέρθηκε στο γράψιμο… Τον ρώτησα: «Έγραψα κάτι που δεν έπρεπε;» και χαμογελαστά απάντησε: «Είπα γενικότερα να προσέχεις, διότι οι παγίδες στη δημοσιογραφία είναι πολλές…». Η συζήτηση συνεχίστηκε με πνευματικά θέματα, αλλά και με ό,τι αφορά την Ελλάδα. Έδειχνε να πονάει ιδιαίτερα αυτόν τον τόπο, όπως άλλωστε και ο πνευματικός του καθοδηγητής, πατέρας Παΐσιος. Του ζήτησα να μου δώσει ευλογία για να τον φωτογραφήσω, αλλά αρνήθηκε, λέγοντας: «Όχι, παιδί μου…».
«Να ζείτε απλά, χωρίς ανέσεις και επιθυμίες για πολλά στη ζωή σας, να εκκλησιάζεστε τακτικά και να εξομολογείστε, να προσεύχεστε με πίστη και ταπείνωση, με αγάπη για τους συνανθρώπους μας και τον Χριστό μας και τότε ο Παντοδύναμος θα σας χτυπήσει την πόρτα», κατέληξε ο θεόπνευστος γέροντας.

Ο Γέρων Ευθύμιος της Καψάλας γράφει για την αγία μορφή του γέροντα Ευσεβίου Γιαννακάκη

Ο ιερεύς π. Παναγιώτης Τ., ο οποίος διετέλεσε και καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή, σε ομιλία του στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, είχε πει μεταξύ άλλων: «Γνωρίζω πολλούς Αγιορείτας, φτασμένους στην αρετή ανθρώπους, που το όνομα και μόνο του γέροντα ακούνε και κάνουν τον σταυρό τους. Μιλούν με τα καλύτερα λόγια γι’ αυτόν και τον έχουν άγιο. Θα αναφέρω δύο περιστατικά, άγνωστα στους πολλούς, τα οποία γνωρίζω ο ίδιος από πρώτο χέρι: Κάποιος συμφοιτητής μου ήθελε να γίνει μοναχός. Εσκέπτετο να μεταβεί στο Άγιον Όρος… Τους χρόνους των σπουδών του, ιδίως τους δύο τελευταίους, είχε αυτόν τον προβληματισμό μέσα του. Ένα απόγευμα, το εκμυστηρεύθηκε στον π. Ευσέβιο, αν και δεν ήταν πνευματικό του τέκνο, και εκείνος παραδόξως τον απέτρεψε. Του είπε: “Δεν κάνεις, παιδί μου, για μοναχός”. Το αψήφησε, δεν το έλαβε υπόψη του. Πήγε στη μονή … (μεγάλη κοινοβιακή μονή του Αγίου Όρους), έβαλε μετάνοια στον γέροντα και παρέμεινε δόκιμος. Κάτι δεν πήγαινε καλά και αυτό ήταν η αιτία να μην προχωρήσει ο γέροντας στην κουρά του. Ένα καλοκαίρι που έτυχε να είμαι κι εγώ στη μονή, ο δόκιμος ανέφερε στον ηγούμενο αυτό που του είχε πει ο π. Ευσέβιος. Και εκείνος του είπε: “Δεν μου το έλεγες από την αρχή, παιδάκι μου, ότι ο π. Ευσέβιος σου είπε έτσι; Γιατί και εσύ να βασανίζεσαι κι εμάς να ταλαιπωρείς; Το έβλεπα κι εγώ ότι δεν κάνεις. Είχε δίκιο ο π. Ευσέβιος”. Μία φορά μόνο είχε δει τον συμφοιτητή μου ο διακριτικός γέροντας π. Ευσέβιος και με το χάρισμα της διοράσεως, που το έκρυβε μέσα του με πολλή επιμέλεια, του έδωσε τη σωστή κατεύθυνση. Ο Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης π. Γ.Κ., πριν φύγει για την επαρχία, όπου θα άνοιγε μοναστήρι, πέρασε από το Ιπποκράτειο, να πάρει την ευχή του π. Ευσεβίου.

– Φεύγω, πάτερ Ευσέβιε, για την … (και ανέφερε το όνομα της πόλεως).
– Για το Άγιο Όρος.
– Για την …, επανέλαβε εκείνος, νομίζοντας ότι ο γέροντας δεν είχε ακούσει καλά.
– Για το Άγιο Όρος, είπε πάλι ο γέροντας.

Δεν στάθηκε τότε στον λόγο του π. Ευσεβίου ο π. Γ. Πήγε, βέβαια, στον τόπο που είχε προγραμματίσει. Όταν όμως η Θεία Πρόνοια τον οδήγησε τελικά στο Άγιο Όρος, για να ανακαινίσει και να επανδρώσει μεγάλη κοινοβιακή μονή, τότε αξιολόγησε τη ρήση του προορατικού γέροντα…».

Αρκετοί Αγιορείτες, οι οποίοι στα φοιτητικά τους χρόνια είχαν πνευματικό τον π. Ευσέβιο, και άλλοι που μαθήτευσαν κοντά του μιλούν σήμερα με πολλή ευγνωμοσύνη και αγάπη για εκείνον. Ένας απ’ αυτούς, ο π. Ευθύμιος, ιερομόναχος στην Καλύβη της Αναστάσεως, γράφει: «Τον π. Ευσέβιο γνώρισα το έτος 1974, όταν πρωτοπήγα στην Αθήνα για εισαγωγικές εξετάσεις. Στη συνέχεια, ως φοιτητής, εκκλησιαζόμουν στον Άγιο Λουκά του Ιπποκράτειου και εξομολογούμην σε εκείνον, όσον καιρό ήμουν στην Αθήνα. Αποτελούσα μέλος μιας μικρής συνάξεως με ιεροσπουδαστές της Ροζαρίου και θεολόγους φοιτητές. Τακτικά μας συγκέντρωνε ο γέροντας και μας βοηθούσε πνευματικά με την πείρα του και τη διάκρισή του. Ήταν η λατρευτική ζωή του παρεκκλησίου όαση πνευματική και ο σεβαστός π. Ευσέβιος φύλακας άγγελος στα δύσκολα φοιτητικά χρόνια. Αισθανόμουν έναν αυθόρμητο σεβασμό και εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του. Η μειλίχια και ήρεμη μορφή του μετέδιδε παρηγοριά και αισιοδοξία. Η απλότητά του βοηθούσε να τον πλησιάσεις και να ανοίξεις την καρδιά σου. Η ιεροπρέπειά του ενέπνεε ευλάβεια. Η πνευματική του ζωή ήταν κρυφή, δεν μιλούσε για τους αγώνες του. Άνετα εν τούτοις διεφαίνετο ή ασκητικότητά του, η αυταπάρνησή του και η αφοσίωσή του στο καθήκον του.

Τον γνωρίσαμε ως ευλαβέστατο Λειτουργό και άριστο Πνευματικό. Τον βλέπαμε, παρ’ όλη την ηλικία του, να αναλώνει τον χρόνο του, τις δυνάμεις του, τον εαυτό του ολόκληρο στη διακονία των αγαπημένων του ασθενών. Έπαιρνε τη λύπη τους και τους μετέδιδε ελπίδα. Είχε το χάρισμα της παρακλήσεως. Οι προσευχές του βοηθούσαν πολλούς με τρόπο θαυματουργικό να βρουν την υγεία της ψυχής με την εξομολόγηση και κατόπιν του σώματος. Νύκτωνε στο εξομολογητήριό του και όρθριζε στη δοξολογία του Θεού. Οργάνωνε κατηχητικά, φιλανθρωπίες, έκανε ιδρύματα και πάρα πολλές κρυφές ελεημοσύνες. Μια φορά, παραμονή εορτών, είχε ετοιμάσει φακέλους με χρήματα για πρόσωπα που είχαν ανάγκη. Κάποιος άνοιξε το ντουλαπάκι του Ιερού και πήρε τα χρήματα. Ο Γέροντας ήρεμα το αντιμετώπισε και, όταν του προτείναμε να το αναφέρει στην Αστυνομία, δεν συμφώνησε. Μόνο ηύχετο για να μετανοήσει ο κλέπτης… Πολύ ωφελήθηκα κοντά του και πολλά με δίδαξε. Αλλά κυρίως δύο χαρακτηριστικά του μ’ εντυπωσίαζαν περισσότερο. Το πρώτο ήταν η προσπάθειά του να ζει και να εργάζεται αφανώς, διότι ήταν πολύ ταπεινός… Όπως η ζωή του ήταν μυστική, έτσι και το έργο του δεν ήθελε να φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων. Αυτό είναι τεκμήριο γνησιότητος. Ό,τι έκανε το έκανε για τον Θεό και την εικόνα Του, τον άνθρωπο.

Ομολογούσε και πίστευε ότι όλα οφείλονται στη χάρη του Θεού. Ο ίδιος δεν είχε λογισμούς ότι κάνει κάτι αξιόλογο. Δεν είχε επιδιώξεις για προαγωγές και αξιώματα, ούτε για επισκοπικούς θρόνους. Αυτά δεν τον συγκινούσαν, αν και του άξιζαν. Προτιμούσε να εργάζεται στο έργο του Θεού, θαμμένος στο μικρότατο γραφειάκι του, κάτω από το Ιερό της εκκλησίας, και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Αλλά ο πνευματικός του πλούτος και η Χάρη του ήταν αδύνατον να κρυφθούν, γι’ αυτό και οι άνθρωποι έτρεχαν κοντά του. Εύρισκαν έναν στοργικό πατέρα και έναν πνευματικό οδηγό.

Το δεύτερο που με εντυπωσίαζε στον γέροντα ήταν η ειλικρινής Αγάπη του για τον μοναχισμό. Έζησε ο ίδιος ως μοναχός στη Λαύρα των Καλαβρύτων με υπακοή, ξενιτειά και προσευχή σε χρόνια πολύ δύσκολα. Στο Ιπποκράτειο διέμεινε σ’ ένα πολύ μικρό κελάκι, στον τελευταίο όροφο, δίπλα στους ασθενείς. Εκεί “ως στρουθίον μονάζον επί δώματος” (Ψαλμ. ρα’, 8) ζούσε ασκητικά, απλά και πτωχικά. Ανεδείχθη κτίτωρ δύο γυναικείων μονών και εβοήθησε πολλούς νέους ν’ ακολουθήσουν την Αγγελική ζωή των μοναχών, όπως και την αναξιότητά μου. Κάθε χρόνο επεσκέπτετο το Άγιο Όρος. Ουδέποτε διέκοψε τις σχέσεις του με το μοναστήρι της μετάνοιάς του και τον ηγούμενο παραδελφό του, π. Άνθιμο.
Ενίοτε μ’ έπαιρνε μαζί του στη Λαύρα των Καλαβρύτων για την αγρυπνία του Αγίου Αλεξίου, καθώς και στο Μοναστήρι του των Εισοδίων στον Ωρωπό. Ήρθε και με επισκέφθηκε στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων Αεροπορίας στην Τρίπολη και εκεί, καθήμενοι μόνοι μας στην αίθουσα του επισκεπτηρίου, με εξομολόγησε και δρόσισε την ψυχή μου…

Όταν εξέφρασα την επιθυμία μου να γίνω μοναχός στο “Περιβόλι της Παναγίας”, το σεβάστηκε και το χάρηκε… Αφήνοντας τον κόσμο, πέρασα να τον χαιρετήσω. Με συμβούλευσε καταλλήλως. Με χαιρέτησε δίνοντάς μου την ευχή του. Ήταν η τελευταία μας συνάντηση. Έκτοτε δεν τον ξαναείδα. Οι ευχές του με βοήθησαν να γίνω μοναχός. Αιωνία του η μνήμη. Ο Θεός να τον συναριθμήσει στη χορεία των Αγίων Του.
Αμήν.

Με άπειρη ευγνωμοσύνη, Ιερομόναχος Ευθύμιος Αγιορείτης».

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΗΣ ΑΡΙΖΟΝΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΡΑΙΑ!

Όλοι γνωρίζουν την υψηλή πνευματική κατάσταση του Γέροντος Εφραίμ Αριζόνα.
Μια γυναίκα φανατική Εβραία ήθελε να κάνει κακό στον Γέροντα πριν χρόνια. Ντυμένη λοιπόν σαν ευσεβέστατη χριστιανή με μακριά ρούχα και μαντιλάκια πήγε να δει τον Γέροντα. Οι υποτακτικοί του της είπαν δεν μπορεί να τον δει και επιχείρησε και άλλες μέρες. Μετά από μέρες της επιτρέψαμε να τον δει. Είχε κρύψει ένα μαχαίρι μέσα στα ρούχα της για να τον σκοτώσει και μπαίνοντας μέσα ξαφνιάστηκε όταν τον είδε να είναι σε όρθια στάση ψηλά και φώναξε Γέροντα!! Τον είδε να ίπταται στον αέρα σε στάση ευλογιάς! Της λέει άσε το μαχαίρι και θα κατέβω να μιλήσουμε. Μπήκαν μέσα και οι υποτακτικοί και την αφόπλισαν.
Τελικά η γυναίκα μετανόησε και πίστεψε και βαπτίστηκε. Η αγιότης του Γέροντα φάνηκε άλλη μια φορά.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
Εορτάζει στις 2 Δεκεμβρίου

Ο όσιος Γέρων Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 μ.Χ., στην Εύβοια, στο χωριό Άγιος Ιωάννης της επαρχίας Καρυστίας. Οι γονείς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου, ήταν ευσεβείς και φιλόθεοι άνθρωποι. Ο πατέρας του, μάλιστα, ήταν ψάλτης στο χωριό και είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Νεκτάριο. Η οικογένειά του ήταν πολυμελής και οι γονείς, φτωχοί γεωργοί, δυσκολεύονταν να τη συντηρήσουν. Γι’ αυτό ο πατέρας υποχρεώθηκε να φύγει στην Αμερική, όπου δούλεψε στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά.
Ο μικρός Ευάγγελος ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Φύλαγε πρόβατα στο βουνό και είχε παρακολουθήσει μόνο την πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν αναγκάστηκε και αυτός λόγω της μεγάλης φτώχειας να πάει στη Χαλκίδα για να δουλέψει. Ήταν μόλις επτά χρονών. Εργάστηκε δύο τρία χρόνια σ ἕνα κατάστημα. Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου δούλεψε δύο χρόνια στο παντοπωλείο ενός συγγενούς.
Στα δώδεκά του χρόνια έφυγε κρυφά για το Άγιον Όρος, με τον πόθο να μιμηθεί τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη, τον οποίο είχε ιδιαίτερα αγαπήσει, όταν παλαιότερα είχε διαβάσει το βίο του. Η χάρις του Θεού τον οδήγησε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων και στην υποταγή δύο Γερόντων, του Παντελεήμονος, ο οποίος ήταν και πνευματικός, και του Ιωαννικίου, αδελφών κατά σάρκα. Αφοσιώθηκε στους δύο Γέροντες, που κατά κοινή ομολογία ήταν ιδιαίτερα αυστηροί, με μεγάλη αγάπη και με πνεύμα απόλυτης υπακοής.
Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και πήρε το όνομα Νικήτας. Μετά από δύο χρόνια έγινε μεγαλόσχημος. Λίγο αργότερα ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα.
Στα δεκαεννέα του χρόνια ο Γέροντας αρρώστησε πολύ σοβαρά, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει οριστικά το Άγιον Όρος. Επέστρεψε τότε στην Εύβοια, όπου εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών. Ένα χρόνο αργότερα, το έτος 1926 μ.Χ., σε ηλικία είκοσι ετών, χειροτονήθηκε ιερέας στον Άγιο Χαράλαμπο Κύμης από τον Πορφύριο Γ’ , Αρχιεπίσκοπο Σινά, ο οποίος του έδωσε το όνομα Πορφύριος. Στα είκοσι δύο του έγινε πνευματικός-εξομολόγος και λίγο αργότερα αρχιμανδρίτης. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως εφημέριος στους Τσακαίους, χωριό της Εύβοιας.
Στην Εύβοια, στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους, έζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τους ανθρώπους ως πνευματικός και εξολόγος, και τρία χρόνια στην Άνω Βάθεια, στην εγκαταλελειμμένη Μονή του Αγίου Νικολάου.
Το 1940 μ.Χ., παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέροντας Πορφύριος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ανέλαβε καθήκοντα εφημερίου και πνευματικού στην Πολυκλινική Αθηνών. Όπως ο ίδιος έλεγε, έζησε εκεί τριάντα τρία χρόνια σαν μία μέρα, ασκώντας ακαταπόνητα το πνευματικό έργο και ανακουφίζοντας τον πόνο και την ασθένεια των ανθρώπων.
Από το 1955 μ.Χ. είχε εγκατασταθεί στα Καλλίσια, όπου είχε μισθώσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης το εκεί ευρισκόμενο μονύδριο του Αγίου Νικολάου με την αγροτική περιοχή που το περιέβαλλε, την οποία καλλιεργούσε με μεγάλη επιμέλεια. Εδώ, παράλληλα εξασκούσε το πλούσιο πνευματικό του έργο.
Το καλοκαίρι του 1979 μ.Χ., εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι με το όνειρο να χτίσει μοναστήρι. Εκεί ζούσε στην αρχή σε ένα τροχόσπιτο κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και μετά σε ένα απέριττο κελλάκι από τσιμεντόλιθους, όπου και υπέμενε αγόγγυστα τις πολλές δοκιμασίες της υγείας του. Το 1984 μ.Χ. μεταφέρθηκε σε κτίσμα του υπό ανέγερση μοναστηριού, για την ολοκλήρωση του οποίου ο Γέροντας, παρόλο που ήταν πολύ άρρωστος και τυφλός, εργαζόταν ακατάπαυστα και ακαταπόνητα. Με τη θεμελίωση του Καθολικού της Μονής Μεταμορφώσεως, στις 26 Φεβρουαρίου 1990 μ.Χ., αξιώθηκε να δει το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα.
Τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του άρχισε να προετοιμάζεται για την κοίμησή του. Επιθυμούσε να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, στα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια, όπου μυστικά και αθόρυβα, όπως έζησε, θα έδιδε την ψυχή του στο Νυμφίο της. Πολλές φορές τον άκουσαν να λέει: «Επιδιώκω και τώρα που εγήρασα να πάω και να πεθάνω εκεί πάνω».
Πράγματι, τον Ιούνιο του 1991 μ.Χ., προαισθανόμενος το τέλος του, και μη θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου 1991 μ.Χ. παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του.
Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν από το στόμα του ήταν από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου, αυτά που τόσο αγαπούσε και πολύ συχνά επαναλάμβανε: «ἵνα ὦσιν ἓν».
Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 μ.Χ., υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεων του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.

Τα ουσιώδη
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ένταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.

α) Η ένταξη στην Εκκλησία
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.
Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο έδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.
Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.

β) Η αγάπη
Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.
Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθούμε μερικά:
- Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μη χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέρια σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.

γ) Η χαρά
Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον αγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος («μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν», Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»

δ) Η αθανασία
Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»
Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.

Επιστολή Γέροντος Πορφυρίου προς τα πνευματικά του παιδιά

«Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά.
Τώρα που ακόμα έχω τας φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν φτωχοί είχε πάει στην Αμερική για να εργαστεί στην διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί, που έβοσκα τα ζώα συλλαβιστά διάβαζα τον βίο του αγίου Ιωάννου του Καλλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς καλά και θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάκτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους τον Παντελεήμονα και τον Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό με την ευχή τους τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση του Θεού, για τις αμαρτίες μου αρρώστησα πολύ και οι Γεροντάδες μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιον Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες όταν ξαναπήγα στον κόσμο συνέχισα τις αμαρτίες οι οποίες μέχρι και σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι γι αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλ’ όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα διότι και εγώ όταν ζούσα πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλ’ όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πεί: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω. Δεν είμαι άξιος Κύριε για εδώ, αλλ’ ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το πάν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα. 

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΣΑΛΙΚΗ

ΣΗΜΕΡΑ ΕΓΙΝΕ Η ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΣΑΛΙΚΗ

Του Αιμίλιου Πολυγένη

Αγιοκατατάχθηκε σήμερα, Δευτέρα 27 Νοεμβρίου σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της Romfea.gr ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης.
Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε συνεδρίασή της, υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου.
Να σημειωθεί ότι η μνήμη του Αγίου Ιακώβου Τσαλίκη θα εορτάζεται στις 22 Νοεμβρίου.

Λίγα λόγια για τον βίο του π. Ιακώβου Τσαλίκη

Ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1920 από ευσεβείς γονείς.
Ο μικρός Ιάκωβος ήταν επτά χρονών και είχε μάθει απέξω την θεία Λειτουργία χωρίς να γνωρίζει γράμματα. Το 1927 πήγε σχολείο και διακρίθηκε για τις επιδόσεις του. Η αγάπη του για την εκκλησία ήταν έκδηλη.
Την ίδια χρονιά εμφανίσθηκε μπροστά του η Αγία Παρασκευή και του φανέρωσε το λαμπρό εκκλησιαστικό του μέλλον ενώ συχνά διάβαζε ευχές, προσευχόταν και θεράπευε συγχωριανούς του.
Από το 1938 και μετά η ζωή του ήταν καθαρά ασκητική. Έτρωγε λίγο, κοιμόταν ελάχιστα, προσευχόταν συνεχώς και δούλευε σκληρά. Τα βάσανα και οι κακουχίες της κατοχής ταλαιπώρησαν τους άτυχους πρόσφυγες. Τον Ιούλιο του 1942 πέθανε η μητέρα του προλέγοντας του ότι θα γίνει ιερέας.
Ο διοικητής του τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και ήταν από τους λίγους που κατάλαβε το λαμπρό μέλλον που θα είχε το νεαρό προσφυγόπουλο. Μετά την απόλυση του από το στρατό (1949) ο Ιάκωβος σε ηλικία 29 χρονών χάνει και τον πατέρα του.
Ο αγώνας του τώρα για να αποκαταστήσει την αδελφή γίνεται εντονότερος, χωρίς όμως να παραμελεί αυτό το οποίο ποθεί από τα παιδικά του χρόνια. Να γίνει μοναχός.
Σε ηλικία 32 ετών πλέον ο Ιάκωβος γίνεται δόκιμος μοναχός και στις 19 Δεκεμβρίου 1952 στην Χαλκίδα ο Μητροπολίτης Γρηγόριος τον χειροτόνησε ιερέα.
Στις 25 Ιουνίου 1975 ο γέροντας Ιάκωβος ανέλαβε το πηδάλιο της μονής της μετανοίας του.
Από το 1990 και μετά ο γέροντας δεν είχε πλέον δυνάμεις και οι κρίσεις στην υγεία του αυξήθηκαν. Τον Σεπτέμβριο του 1991 μετά από μικρο-εμφράγματα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Κρατικό.
Το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991 πήγε στην ακολουθία, έψαλε και κοινώνησε.
Μόλις ήλθαν οι πατέρες ο γέροντας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ζαλίστηκε. Η αναπνοή του βάρυνε, ο σφυγμός του εξασθένησε και από τα χείλη του βγήκε ένα μικρό φύσημα Ο γέροντας είχε πάρει πλέον τον δρόμο για την μακαρία ζωή.
Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στο ύπαιθρο και μετά από τους επικήδειους λόγους, ο πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιος είπε να υψώσουν το φέρετρο ψηλά να δουν α πιστοί τον Όσιο γέροντα. Μόλις εφάνη το ιερό λείψανο με μία φωνή οι χιλιάδες των πιστών κραύγασαν « Άγιος, Άγιος».


http://www.romfea.gr

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ, Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ!



Στο παρόν απόσπασμα ο Ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών κ. Κρουσταλάκης περιγράφει το χάρισμα των δακρύων που είχε ο Γέροντας Εφραίμ καθώς και την συνάντηση που είχε με τον μακαριστό Γέροντα Ιωσήφ τον ησυχαστή.

Η ομιλία πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου στο θέατρο Αριστοτέλειο, Εθν. Αμύνης 2, στη Θεσσαλονίκη με αφορμή την επέτειο συμπλήρωσης 19 ετών από την κοίμηση του μακάριου Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη (1912 – 14/27 Φεβρουαρίου 1998).
Η ομιλία του Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Γεωργίου Κρουσταλάκη είχε θέμα: «Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο Θεολόγος και Παιδαγωγός της Ερήμου».



Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Ο ΝΕΟΦΑΝΗΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ

Ο άγιος Γεώργιος Καρσλίδης (το βαπτιστικό του όνομα ήταν Αθανάσιος) γεννήθηκε το 1901 στην Αργυρούπολη του Πόντου (Γκιουμούς Χανέ). Ορφάνεψε πολύ μικρός και μεγάλωσε με μοναδική παρηγοριά την καλή και ευσεβή γιαγιά του. Ο μεγάλος αδελφός του αγίου τον έστελνε να βόσκει πρόβατα και, παρά τη θλίψη της γιαγιάς, τον μάλωνε και τον έδερνε. Και δυστυχώς η γιαγιά κοιμήθηκε όταν ο Θανάσης ήταν μόλις επτά χρονών. Τότε μια γειτόνισσα πήρε υπό την προστασία της τη μικρή αδελφή του αγίου, την Άννα, και την αρραβώνιασε με τον καλό και τίμιο γιο της, με σκοπό να την παντρευτεί όταν θα γινόταν δεκατεσσάρων ετών (συνηθισμένη ηλικία γάμου των κοριτσιών για εκείνη την εποχή). Η Άννα όμως κοιμήθηκε σε μικρή ηλικία, και τρία χρόνια αργότερα, αποκαλύφθηκε ότι είναι αγία. Τα λείψανά της βρίσκονται τώρα στη Σίψα και φυλάσσονται σε ναό μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
Ακολουθώντας τον παππού, που ήταν χαλκωματάς, η οικογένεια μετακόμισε στο Ερζερούμ και στη συνέχει στον Καύκασο. Μετά το θάνατο του παππού του ο μικρός Αθανάσιος έμεινε πλέον με τον αδελφό του και τη νύφη του. Πληγωμένος όμως από τη συμπεριφορά του αδελφού του, έφυγε από κοντά τους μια χιονισμένη νύχτα. Περιπλανώμενος στην ερημιά, όπου σκεπάστηκε από τα χιόνια, ανακαλύφθηκε από ένα καραβάνι καμηλιέρηδων, οι οποίοι τον πήραν μαζί τους και, μπαίνοντας στην Τουρκία, τον παρέδωσαν σε ένα Τούρκο, για να τον κάνει βοσκό του. Εκείνος όμως δεν ήταν μουσουλμάνος, αλλά κρυπτοχριστιανός και συντηρούσε κρυφά μια εκκλησία κάτω από το σπίτι του.

Μια μέρα ο Αθανάσιος είδε τρεις άντρες να ψέλνουν τόσο ωραία, ώστε έτρεξε προς το μέρος τους. Ένιωσε τόση χαρά και γαλήνη από την παρουσία τους, ώστε άφησε τα ζώα και προχώρησε μαζί τους. Ξαφνικά όμως χάθηκαν. Άρχισε τότε να κλαίει και, γυρίζοντας στο σπίτι, αποκάλυψε στο νοικοκύρη το περιστατικό. Εκείνος τον κατέβασε στην εκκλησία και του έδειξε τις εικόνες, μήπως και τους αναγνωρίσει. Ο νέος τους αναγνώρισε στην εικόνα των Τριών Ιεραρχών που βρισκόταν στο τέμπλο.

Κατάλαβε τότε ο νοικοκύρης ότι το παιδί αυτό δεν κάνει για βοσκός και τον συνόδευσε στην Τυφλίδα. Εκεί ανακάλυψαν ένα θείο του, που ήταν επίσκοπος, ο οποίος τον αναγνώρισε από το πιστοποιητικό γεννήσεώς του (το μόνο χαρτί που είχε πάρει μαζί του αρχικά φεύγοντας). Έτσι τον πήρε κοντά του. Ο Αθανάσιος εκεί έμαθε τη γεωργιανή γλώσσα.
Το 1917 εκάρη μοναχός στην ιερά μονή Ζωοδόχου Πηγής (Γεωργία) παίρνοντας το όνομα Συμεών, ενώ όταν χειροτονήθηκε ιερομόναχος ονομάστηκε Γεώργιος, όπως του είχε προείπει ο άγιος Γεώργιος, που τον είχε δει καβαλάρη στην παιδική του ηλικία. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση το μοναστήρι λεηλατήθηκε και καταστράφηκε, οι δε μοναχοί, όσοι δεν αρνήθηκαν την πίστη τους, θανατώθηκαν. Ο άγιος επίσης συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αντιμετώπισε το εκτελεστικό απόσπασμα και σώθηκε εκ θαύματος, γιατί οι πρώτες σφαίρες στάθηκαν σε ένα εγκόλπιο με την εικόνα της Παναγίας που φορούσε στο στήθος του, ενώ οι επόμενες, καθώς είχε πέσει κάτω, τον βρήκαν στα πόδια.

Το πρωί φάνηκε ένα αυτοκίνητο με επαναστάτες που μάζεψε όσους είχαν γλιτώσει (έξι τον αριθμό). Παρόλο που τους απείλησαν, τους μετέφεραν σε ένα νοσοκομείο και, όταν έγιναν καλά, τους άφησαν ελεύθερους. Μετά από λίγο καιρό όμως ο άγιος φυλακίζεται μαζί με άλλους κληρικούς κάτω από άθλιες συνθήκες, από όπου απελευθερώνονται λόγω της επιρροής ενός ευσεβούς Ρώσου, του Ανδρέα Σιμόνωφ, και της γυναίκας του Αρτεμισίας.
Περιπλανώμενος και ταλαιρωπούμενος για λίγα χρόνια, ο Γεώργιος ήρθε στην Ελλάδα το 1929 και το 1930 εγκαταβίωσε στη Δράμα, στο χωριό Ταξιάρχες, όπου, μετά από παράκληση των κατοίκων, του παραχωρήθηκε από τη διεύθυνση Γεωργίας ένα αγροτεμάχιο 5-6 στρεμμάτων. Εκεί, μετά από νέες περιπέτειες, αλλά με τη βοήθεια της τοπικής κοινότητας, ίδρυσε το μοναστήρι της Αναλήψεως του Σωτήρος, όπου και έζησε το υπόλοιπο της επίγειας ζωής του, ώς το 1959.
Λόγω της αρετής του, αλλά και των έντονων αγιοπνευματικών χαρισμάτων του, έγινε ευρύτατα γνωστός και αναδείχθηκε σε μεγάλο Γέροντα, διδάσκαλο και πνευματικό πατέρα πολλών ανθρώπων.
Ήταν άνθρωπος με βαθιά ανησυχία για την ψυχή των συνανθρώπων του, ευγενής, αφανάτιστος, με υψηλό ήθος, δάσκαλος αγάπης, αυστηρός με την αμετανόητη κακία και την υποκριτική ευσέβεια που συχνά αντιμετώπιζε, αλλά χωρίς σκληρότητα προς τους αμαρτωλούς ή προς εκείνους που εμείς, οι «ακριβοδίκαιοι», θα χαρακτηρίζαμε κακούς ανθρώπους. Ωστόσο, όπως όλοι οι άγιοι, ήταν απαιτητικός σε θέματα ήθους και πίστευε ότι πρέπει να είμαστε αυστηροί με τη συνείδησή μας.
Είναι χαρακτηριστικός ο κανόνας ταπείνωσης που ζητούσε, με πίκρα κι όχι με ηθικιστικό μίσος, από τις μητέρες που είχαν κάνει έκτρωση ή μαίες που είχαν συνεργήσει σε έκτρωση (το αναγνώριζε και τους το αποκάλυπτε ο ίδιος με το διορατικό του χάρισμα): να ζητιανέψουν για εφτά μέρες σε εφτά χωριά (μία μέρα σε κάθε χωριό) και, ό,τι συγκεντρώσουν από τις ελεημοσύνες, να το δώσουν στους φτωχούς.
Διέθετε εξαιρετικά ισχυρό διορατικό και προφητικό χάρισμα. Διέβλεπε την ταυτότητα, το παρελθόν και τις ανάγκες των προσκυνητών του μοναστηριού του, αντιλαμβανόταν γεγονότα από χιλιόμετρα μακριά, ασθενείς θεραπεύονταν μέσω της προσευχής του κ.λ.π., ενώ μαρτυρούνται συγκλονιστικές οπτασίες και επαφές του με ιερά πρόσωπα, όπως ο άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος. Σε περιόδους όπου το μοναστήρι του δεχόταν μεγάλες ομάδες προσκυνητών, που περνούσαν με τη σειρά και ασπάζονταν τον άγιο, παίρνοντας την ευλογία του, συνέβαινε να σταματήσει ο άγιος κάποιον και να τον ρωτήσει: «Εσύ τον φοβάσαι το Θεό;». «Βεβαίως και τον φοβάμαι» απαντούσε κατά κανόνα ο επισκέπτης. «Αν Τον φοβόσουν», έλεγε ο άγιος, «δε θα είχες κάνει αυτό, ή εκείνο» και του αποκάλυπτε σοβαρά αμαρτήματα, αδικίες κατά των συγγενών του ή των ανήμπορων γερόντων του σπιτιού του, ακόμη και κρυφά εγκλήματα.
Ο άγιος ετάφη χωρίς φέρετρο, κατά την τάξη των μοναχών. Στην κηδεία του, μετά από επιθυμία του, οι γυναίκες φορούσαν άσπρα κεφαλομάντηλα. Την ημέρα της κοίμησής του, δύο κυπαρίσσια που βρίσκονταν στην αυλή του μοναστηριού λύγισαν και παρέμειναν λυγισμένα για σαράντα μέρες. Μετά την κοίμησή του έχουν σημειωθεί πλήθος θαύματα και εμφανίσεις του.
Ο άγιος Γεώργιος Καρσλίδης εντάχθηκε επίσημα στο ορθόδοξο αγιολόγιο το 2008 και η μνήμη του τιμάται στις 4 Νοεμβρίου, ημέρα της κοίμησής του.

http://aktines.blogspot.gr/