ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΗΡΑΚΛΗΣ ΡΕΡΑΚΗΣ: ΠΩΣ ΜΕΤΑΛΑΣΣΕΤΑΙ Η ΑΣΥΔΟΣΙΑ ΜΑΣ ΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!

 Πώς μεταλλάσσεται η ασυδοσία μας σε ελευθερία; 
(Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Θεολογίας ΑΠΘ)

Η Ορθοδοξία, ως ορθή δόξα, παροτρύνει τους πιστούς να ζουν αληθινά και ελεύθερα, ένα δύσκολο, αλλά όμορφο άθλημα, στα πλαίσια της αληθινής πίστης και ελευθερίας, μακριά από την προσποίηση, το ψέμα και τη διαστροφή.

Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι, στη σύγχρονη εποχή, επειδή δεν διακατέχονται από την αληθινή και ακλόνητη πίστη, επιλέγουν να ζουν στα πλαίσια της ματαιότητας, της ασυδοσίας και της ελευθεριότητας, μακράν  των νέων προτύπων ζωής που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, μακράν της αλήθειας που ελευθερώνει, αποδεχόμενος να γίνεται δούλος των ποικίλων παθών του, που ευτελίζουν το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης και βασανίζουν τις συνειδήσεις και τις ψυχές.

Γι’ αυτό η Εκκλησία, ως θεραπευτικό ίδρυμα, καλεί τον άνθρωπο να αντισταθεί και να αρνηθεί τον τρόπο ζωής που τον ευτελίζει ως πνευματικό ον, με τη συνειδητή ένταξή του στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, ασκώντας τις αρετές, που είναι εμπνευσμένες από  το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού και συνειδητοποιώντας την πορεία ζωής που συνέστησε σε όλους ο Χριστός: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν Αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34).

Αυτήν την πορεία έχει ανάγκη ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος και ο πολύπαθος πολιτισμός του σήμερα, για να βρει διέξοδο προς το Φως και το Πνεύμα του Θεού και να εισέλθει στην αληθινή ελευθερία, με την οποία ο «Χριστός ημάς ηλευθέρωσε» (Γαλ. 5, 1).

Ο Απ. Παύλος δείχνει τον τρόπο βίωσης της αληθινής ελευθερίας, που βρήκε και έζησε ο ίδιος για να νιώσει το νόημα της ζωής, που δεν ήταν άλλο από την επιθυμία του να υπηρετεί και να διακονεί τους άλλους, σε καθεστώς ελευθερίας και όχι δουλείας: «Ελεύθερος γαρ ων εκ πάντων πάσιν εμαυτόν εδούλωσα ίνα τους πλείονας κερδήσω…τοις πάσιν γέγονα τα πάντα ίνα πάντως τινάς σώσω» (Α΄ Κορ. 9, 19 – 22).

Ο άνθρωπος, όντως, δημιουργήθηκε με σκοπό να τελειοποιηθεί και να ομοιάσει, «κατά χάριν» με τον Θεό και σε αυτό μπορεί να φτάσει «μόνον διά της πνευματικής ελευθερίας, καθώς πραγματική ελευθερία είναι η χαρακτηρίζουσα τον Θεόν αγάπη,  η απαλλαγμένη πάσης ανάγκης και πάσης ιδιοτελείας» (Ιω. Ρωμανίδης, Το Προπατοπικόν Αμάρτημα, σ. 94).

Ο περιορισμός της ελευθερίας μόνον στο πλαίσιο του δικαιωματισμού, έτσι όπως τον αντιλαμβάνονται κάποιοι στην εποχή μας, αποτελεί έκπτωση, καθώς η ελευθερία δεν βρίσκεται στους δικαιωματισμούς και στις διεκδικήσεις, αλλά αποτελεί έναν τρόπο ζωής με πνευματική ποιότητα, γνησιότητα και αυθεντικότητα.

Χωρίς την ελευθερία αυτής της μορφής, δεν μπορεί να νοηθεί η ανθρώπινη ύπαρξη, καθώς αυτή είναι η φυσική και αυθεντική κατάσταση του ανθρώπινου προσώπου. Στην εποχή μας, δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό, τόσο στην οικογένεια και στο σχολείο, όσο και σε άλλες περιοχές της κοινωνίας, εντός των οποίων σφυρηλατείται η ποιότητα του χαρακτήρα του ανθρώπου, η ελευθερία, από μυστήριο, εκφυλίστηκε σε πρόβλημααπό φυσική μορφή του προσώπου, εξέπεσε σε τραγωδία του ατόμου, από «κατά φύσιν» κίνηση προς το Φως και την Αλήθεια, κατάντησε «παρά φύσιν» απαίτηση ικανοποίησης ατομικών επιθυμιών, από τελείωση της ανθρώπινης θελήσεως, που να θέλει μόνον το καλό, το γόνιμο, το δημιουργικό, διαστράφηκε σε εξασθένηση της θελήσεως στο να θέλει πρωτίστως και το κακό.

Έτσι, ενώ θα μπορούσε και θα έπρεπε ο άνθρωπος να φτάνει στην ελευθερία, μέσα από την αλήθεια, εθίζεται να δέχεται πολλές αλήθειες και πολλές ελευθερίες, όσες και οι ατομικές απόψεις, που οδηγούν στη σύγχυση και στο χάοςΕθίζεται, όχι να αναζητά και να βρίσκει την ελευθερία, ως κοινό ποιοτικό αγαθό της ανθρώπινης φύσεως, στο πλαίσιο της αγαπητικής κοινωνίας των προσώπων, αλλά να την αναζητά μέσα στις ατομικές ανάγκες, τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα του εγώ.

Κάθε τι, όμως, που στο όνομα της δήθεν ελευθερίας, από κοινό αγαθό για το κοινό καλό, γίνεται ατομική επιδίωξη με στόχο το ατομικό όφελος, διαστρέφει το μεγαλείο του ανθρώπινου προσώπου. Η αληθινή ελευθερία δεν μπορεί να βρεθεί στην ανατροφή της οικογένειας, της κοινωνίας και της παιδείας, όταν αυτή καλλιεργεί «την άσκηση ή την επιβολή των ατομικών επιθυμιών ή αντιλήψεων».

Κανένας δεν μπορεί να γίνει ελεύθερος, «αν δεν απαρνηθεί τον εαυτό του, αν δεν νεκρώσει τον εγωϊσμό, τη φιλαυτία, το ατομικό φρόνημα και θέλημα. Η αληθινή ελευθερία «ανοίγει ρωγμές σ’ όλα τα ατομικά όρια και θραύει τα τείχη της φυλακής του ατομισμού και της πλησμονής, της αυθάδειας και της αυτάρκειας. Γι’ αυτό δεν εμπνέει απαιτήσεις, αλλά παραιτήσεις και θυσίες» (+ π. Μιχ. Καρδαμάκης,  Για την ελευθερία, σ. 24 – 26).

Η πιο σπουδαία διάσταση της ελευθερίας είναι ότι έρχεται άνωθεν, αποτελεί χορηγία του Αγίου Πνεύματος. Ο Απ. Παύλος, συνδέοντας την ελευθερία με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού και με τον πνευματικό κόσμο του Θεού, προσδίδει στην ελευθερία το νόημα του Μυστηρίου και αποκλείει την έκπτωσή της σε ατομικό δικαίωμα και εγωϊστική στόχευση: «Ο δε κύριος το Πνεύμα εστιν· ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία» (Β΄ Κορ. 3, 17).

Γι’ αυτό, άλλωστε, οι άνθρωποι έχουν την κλήση από τον Θεό να γίνονται και να είναι ελεύθεροι και να μην χρησιμοποιούν την ελευθερία για σαρκικές, ατομικιστικές και υλιστικές επιδιώξεις, αλλά να υπηρετούν, «διά της αγάπης», ο ένας τον άλλον (Γαλ.5, 13). Και ο Απ. Πέτρος υπογραμμίζει ότι ελεύθερος είναι ο δούλος του θελήματος του Θεού και όχι αυτός, που έχει την ελευθερία «ως επικάλυμμα της κακίας», επισημαίνοντας, μάλιστα, το πρόβλημα που αντιμετώπιζε και η δική του εποχή, να επαγγέλλονται και να διδάσκουν την ελευθερία, κάποιοι διδάσκαλοι, που οι ίδιοι ήσαν «δούλοι της υποκρισίας, της κακίας και της φθοράς» (Α΄ Πέτρου, 2, 16 και Β΄ Πέτρου 2, 19).

Η βιωματική και έμπρακτη γνώση της αλήθειας εξασφαλίζει και την ελευθερία στην ανθρώπινη ύπαρξη (Ιω. 8, 32). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αλήθεια δεν είναι μια διανοητική και θεωρητική υπόθεση, αλλά το ίδιο το πρόσωπο του ΧριστούΗ σύνδεση με τον Χριστό σημαίνει σύνδεση με την αλήθεια και αυτή η σύνδεση, ανάλογα με την ποιότητά της, ελευθερώνει, αντίστοιχα, την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η σύνδεση με τον Χριστό, όμως, προϋποθέτει την απελευθέρωση από τον διάβολο, που εμπνέει την αμαρτία. Γι’ αυτό ο Απ. Παύλος ισχυρίζεται: «ελευθερωθέντες από της αμαρτίας δουλωθέντες δε τω Θεώ, έχετε τον καρπόν υμών εις αγιασμόν» (Ρωμ. 6, 22). Σε άλλο σημείο, μάλιστα, αναφέρει σαφέστερα ότι ο κληθείς στον Χριστόν  απελευθερώνεται από τη δουλεία της αμαρτίας και γίνεται «δούλος Χριστού» (Α΄ Κορ. 7, 22).

Μια από τις σημαντικότερες γνώσεις, με ιδιαίτερα σημαντικό παιδαγωγικό και θεολογικό νόημα, είναι εκείνη που έρχεται μέσα από τη βίωση της μυστηριακής συνάφειας μεταξύ κενώσεως (ταπεινώσεως) και ελευθερίας. Η κένωση και η αυταπάρνηση, που προτείνει ο Χριστός, για να μπορεί να βρει ο πιστός την ελευθερία του, είναι η ταπείνωση έναντι του «άλλου», η πνευματική εκείνη τοποθέτηση, που τον οδηγεί στο να αρνείται τον εαυτό του», το θέλημά του, τον εγωϊσμό του,  προκειμένου να μπορεί να διαθέτει χώρο ανιδιοτελούς πρόσληψης του «άλλου».

Αυτή η κίνηση είναι κίνηση ελευθερίας, που μπορεί να επιλέγει ο άνθρωπος μέσα στη ζωή του, αν θέλει να είναι ελεύθερος, δημιουργός και ποιητής αγαθών: «Ο απωλέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν» (Ματθ. 10, 39). Αληθινά ελεύθερος είναι αυτός που καταφέρνει να κοινωνεί με τον άλλο, βγάζοντας από μέσα του όλα τα εμπόδια και τα πάθη, που, συνήθως, καθιστούν την ελευθερία «αφορμή τη σαρκί» (Γαλ. 5, 13).

Η αληθινή εν Χριστώ ελευθερία, γίνεται αφορμή αγάπης προς τον πλησίον, διότι οδηγεί τον άνθρωπο, μέσω της πίστεως, στη μετάνοια και στην επιστροφή στη γνησιότητά του, τον καθιστά, δηλαδή, αληθινό και ελεύθερο στη διεξαγωγή του αγώνα του για την ένωσή του με τον Θεό και τον πλησίον, στο πλαίσιο της πορείας.

alopsis.gr

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΑΤΣΗΣ: ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

 Θεολογικές ανησυχίες για το μάθημα Ηθικής
του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου 

Το Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ εξέδωσε Ψήφισμα για το μάθημα της Ηθικής, που θεσμοθέτησε το Υπουργείο Παιδείας για τους απαλλασσόμενους από το μάθημα των Θρησκευτικών, ετερόδοξους, αλλόθρησκους και άθεους μαθητές.

Το Ψήφισμα καταλήγει προτείνοντας στο Υπουργείο Παιδείας «τη διαμόρφωση ενός Προγράμματος Σπουδών που θα διασφαλίζει τον θρησκευτικό εγγραμματισμό για το σύνολο των μαθητών, με σεβασμό στην ελευθερία της συνείδησης, αλλά χωρίς να θυσιάζεται η επιστημονική πληρότητα και η κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης του ανθρώπινου βίου, αποφεύγοντας την επιστημονική και παιδαγωγική σύγχυση που προκαλεί η συγκεκριμένη απόφαση». Ούτε λίγο ούτε πολύ προτείνεται η καθιέρωση ενός θρησκευτικού μαθήματος, ίδιου με εκείνο που αμετάκλητα έχει καταδικαστεί με πολλές αποφάσεις του ΣτΕ. Κι ενώ το Ψήφισμα επιδιώκει δήθεν να εκφράσει την αντίθεση του Τμήματος Θεολογίας προς το εναλλακτικό μάθημα Ηθικής, καταλήγει με πρόταση που αφορά συνολικά το μάθημα των Θρησκευτικών για όλους τους μαθητές των ελληνικών σχολείων. Πρόκειται για μια προσπάθεια να έρθει πάλι στο προσκήνιο μια συζήτηση γύρω από το χαρακτήρα του θρησκευτικού μαθήματος, η οποία έχει οριστικά κλείσει με τις αποφάσεις του ΣτΕ. Κι όμως κάποιοι δεν μπορούν ακόμη να δεχτούν την ακύρωση του έργου τους από το ΣτΕ και αναζητούν τρόπους επαναφοράς στα σχολεία των ακυρωμένων προγραμμάτων σπουδών τα οποία σχεδίασαν. Καμία έκπληξη για όσους γνωρίζουν ότι οι τότε πρωτεργάτες της επιχείρησης μετάλλαξης του χριστιανικού μαθήματος σε «μάθημα για όλους», στην ουσία σε πολυθρησκευτικό μάθημα σύγχυσης, είναι σήμερα μέλη ΔΕΠ του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ. Η ανησυχία λοιπόν για το μάθημα της Ηθικής είναι ψευδής. Ο στόχος είναι άλλος και δηλώνεται σαφώς στο τέλος του Ψηφίσματος. Η διαμόρφωση άλλου Προγράμματος Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών για όλους τους μαθητές. Αδιόρθωτοι παρά τα «χαστούκια» του ΣτΕ και τη σαφή δέσμευση του Υπουργείου από τις αποφάσεις του ανώτατου δικαστηρίου για την παροχή ορθόδοξου χριστιανικού μαθήματος στους μαθητές των ελληνικών σχολείων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το Ψήφισμα παραπέμπει σε αποφάσεις του ΣτΕ αλλά και την ευρωπαϊκή νομολογία και αποφαίνεται σχετικά με το αν το μάθημα Ηθικής είναι «συναφές» και «ισότιμο» με τα Θρησκευτικά. Απορίας άξιον όμως γιατί το Τμήμα Θεολογίας δεν κατέθεσε σχετική αίτηση ακύρωσης των Υ.Α. με τα προγράμματα σπουδών Ηθικής, ώστε να παρουσιάσει τη νομική του επιχειρηματολογία ενώπιον του ανωτάτου δικαστηρίου αλλά άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία υποβολής τέτοιας αίτησης. Και να σκεφτεί κανείς ότι όσοι τώρα επιχειρούν ερμηνείες δικαστικών αποφάσεων είναι οι ίδιοι που σε κάθε ευκαιρία αποφαίνονται ότι κακώς έγιναν προσφυγές στο ΣτΕ για το μάθημα των Θρησκευτικών στο παρελθόν! 

Επιπλέον, επειδή και άλλα κείμενα κληρικών εκφράζουν ανησυχία για το μάθημα Ηθικής,  είναι αναγκαίο να υπενθυμίσουμε ότι:

1.Το μάθημα Ηθικής αφορά μόνο στους απαλλασσόμενους μαθητές δηλαδή στους αλλόθρησκους, ετερόδοξους και άθεους και όχι σε όλους τους μαθητές. Οι απαλλαγές δίνονται μέσα από συγκεκριμένη διαδικασία και ο αριθμός τους είναι πολύ περιορισμένος. 

2.Η ανάθεση της διδασκαλίας του μαθήματος της Ηθικής είναι ζήτημα που δεν έχει ακόμη ρυθμιστεί από το Υπουργείο Παιδείας. Όλοι συμφωνούν ότι θα πρέπει να ανατεθεί στους Θεολόγους. Ωστόσο είναι πολύ πιθανό να δοθεί ταυτόχρονα ως ανάθεση β΄ ή γ΄ και σε εκπαιδευτικούς άλλων κλάδων. Όσοι πάντως θεωρούν ως πρώτιστο το ζήτημα αυτό, ας ελέγξουν πρώτα σε πόσες περιπτώσεις ανατίθεται η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών σε φιλολόγους, ως μάθημα γ΄ ανάθεσης. 

3.Το Υπουργείο δεν έχει επίσης προχωρήσει στον ορισμό του ελάχιστου αριθμού απαλλασσόμενων μαθητών ανά σχολείο και τάξη, που θα απαιτείται για την παροχή του μαθήματος της Ηθικής. Αν τελικά αποφασίσει τον αριθμό 10, όπως αναφέρουν δημοσιογραφικές πληροφορίες, τότε το μάθημα αυτό πρόκειται να διδαχθεί σε ελάχιστα τμήματα πολύ μικρού αριθμού σχολείων. 

4.Η πρόσφατη καταδίκη από το ΣτΕ του Υπουργείου Παιδείας για τον λόγο της καθυστέρησης παροχής του εναλλακτικού μαθήματος σε απαλλασσόμενους από τα Θρησκευτικά μαθητές, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον δικηγόρο των γονέων των μαθητών που είχαν κάνει τις σχετικές προσφυγές. Καλεί μάλιστα ο δικηγόρος τις οικογένειες να προχωρήσουν τώρα στις περαιτέρω ενέργειες ώστε να λάβουν χρηματική αποζημίωση από το Κράτος. Τελικά, η επιτυχία του δικηγόρου των αθέων θα ολοκληρωθεί με την πιθανή καταβολή κάποιων ευρώ σε ελάχιστες οικογένειες που εκπροσώπησε. Ωστόσο το Υπουργείο συνεχίζει να κινείται εξαιρετικά αργά στην οργάνωση του μαθήματος της Ηθικής και από όσα τουλάχιστον έχουν γίνει γνωστά, καμία διαδικασία συγγραφής σχολικών βιβλίων για το μάθημα αυτό δεν έχει ξεκινήσει. Έτσι και την επόμενη σχολική χρονιά είναι αμφίβολη η παροχή του μαθήματος αυτού. Εξάλλου καταδίκες με χρηματικές αποζημιώσεις το Υπουργείο αντιμετωπίζει και σε άλλους τομείς με πολύ μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, όπως για παράδειγμα εξαιτίας της καθυστέρησης αναγνώρισης επαγγελματικών δικαιωμάτων αποφοίτων σχολών κ.α. 

Στην παρούσα φάση το μεγαλύτερο πρόβλημα του κλάδου των Θεολόγων και του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι οι ελλείψεις καθηγητών και τα πολλά κενά Θεολόγων στα σχολεία, που αφήνουν μεγάλο αριθμό μαθητών χωρίς θρησκευτικό μάθημα ή σε κάποιες περιπτώσεις με μάθημα Θρησκευτικών που διδάσκεται από Φιλολόγους. Οι προσλήψεις αναπληρωτών Θεολόγων έχουν δραματικά μειωθεί και το Υπουργείο κωφεύει στις σχετικές διαμαρτυρίες της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων. Αυτό είναι το μείζον πρόβλημα και για αυτό οι Θεολογικές Σχολές δεν πράττουν όσα θα ανέμενε κάποιος. 

thriskeftika.blogspot.com

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

ΗΡΑΚΛΗΣ ΡΕΡΑΚΗΣ: ΤΟ ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ!

 
«Το απαράμιλλο κάλλος των Τριών Ιεραρχών»
Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ
Πρόεδρος της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων 

Το παρόν άρθρο μας γράφεται, με αφορμή τον σχολικό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών και τη δημοσίευση συγκεκριμένων τοξικών κειμένων, που φαίνεται να στοχεύουν στην κατάργησή του.

Όμως, γιατί ορισμένα πρόσωπα του δημόσιου και πολιτικού βίου επιλέγουν και επιμένουν να γράφουν τόσο υποτιμητικά και συκοφαντικά κείμενα εναντίον της πίστεως των Χριστιανών, ιδιαίτερα, κατά τις μεγάλες Εορτές;

Η πιθανή εκδοχή, κατά τη γνώμη μας, είναι ότι δεν έχουν αξία, ως προσωπικότητες, για να φανερωθούν και να γίνουν αποδεκτοί, με έναν φυσικό τρόπο συνέπειας λόγων και έργων, που να τους κατοχυρώνει στον δημόσιο και δημοκρατικό πολιτικό στίβο και αναζητούν ευκαιρίες, για να προβληθούν, με παραφυσικό τρόπο, εισβάλλοντας στην ιερή περιοχή των ορθοδόξων χριστιανών και δημοσιεύοντας αναίσχυντες και ακραίες αντιχριστιανικές θέσεις και απόψεις. Με αυτόν τον ύπουλο και ανέντιμο τρόπο ελπίζουν και αναμένουν να δημιουργηθούν αντιδράσεις από τον λαό του Θεού, για την υπεράσπιση των ιερών προτύπων, που εκείνοι εξυβρίζουν, και, με τον τρόπο αυτό, να εισέλθει και να προβληθεί το όνομά τους στην επικαιρότητα.

Αυτή τη φορά, λοιπόν, επιτίθενται με αποδομητικές προθέσεις  στον καθιερωμένο σχολικό εορτασμό, ισχυριζόμενοι ότι η κατοχύρωσή του ήταν μια προσπάθεια του ελληνικού κράτους για να επιβάλλει, ως συρραπτικό ιδεολόγημα, τον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό». Αναφέρονται, επίσης, «στον ανορθολογισμό και στη δεισιδαιμονία, που συνδέεται με τους Τρεις Πατέρες και τη χριστιανική πίστη τους. Βέβαια, είναι γνωστό, ότι το μίσος και η δίωξη του κόσμου και των κοσμικών, σε βάρος των Χριστιανών, έχει ήδη προβλεφτεί από τον ίδιο τον Χριστό όταν επισημαίνει: «Ει ο κόσμος υμάς μισεί, γινώσκετε ότι εμὲ, πρώτον υμών, μεμίσηκεν» (Ιω.15, 18), προσθέτοντας, μάλιστα, ότι «μακάριοι έστε, όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσιν και είπωσιν παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματθ. 5, 11).

Ωστόσο, δεν είναι εύκολη υπόθεση για τους σύγχρονους διώκτες η κατασυκοφάντηση  αγίων ανθρώπων, όπως είναι, αυτή τη φορά, οι Τρεις Ιεράρχες, οι οποίοι απολαμβάνουν, δικαίως, τόσο μεγάλο σεβασμό και τόση μεγάλη τιμή και αποδοχή, εντός της Ορθοδοξίας –και όχι μόνον- εδώ και 17 περίπου αιώνες. Τι να πρωτοεπαινέσει κανείς στις προσωπικότητες των Τριών Μεγάλων Φωστήρων; Τη μόρφωση που είχαν; Τις γνώσεις τους, τη ρητορική και διαλεκτική τους ικανότητα; τα έργα, που με θεία σοφία συνέγραψαν, τις έμπρακτες αρετές, με πρώτη την αγάπη τους για τον συνάνθρωπο τη φροντίδα για τους φτωχούς, τους αδικημένους, τους αρρώστους, τους αγώνες και τις διώξεις τους  για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, τις πνευματικές τους  διδασκαλίες για να οριοθετήσουν τα δόγματα και τις αλήθειες της Εκκλησίας;

Οι Τρείς Πατέρες υπήρξαν υπηρέτες του ανθρώπινου αλλά και του Θείου λόγου. Εξέφραζαν, έτσι, την ενότητα και το ενιαίο του θείου και του ανθρώπινου στοιχείου, το θεανθρώπινο εντός της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Το κάλλος της προσωπικότητάς τους ήταν ανεκτίμητο, καθώς δεν είχαν μόνον αναπτύξει και διευρύνει στο έπακρον τις γνώσεις τους, ως Επιστήμονες, αλλά και την πνευματική και ασκητική τους διάσταση, με στόχο την αγιότητα.

Αν την οικουμενική προσφορά των αγίων ανθρώπων, στην πορεία τους προς τη θέωση προσπαθούν ορισμένοι σύγχρονοι κοσμικοί υβριστές ορθολογιστές, άσχετοι στους ψυχοσωματικούς αγώνες να τη χαρακτηρίζουν «δεισιδαιμονία και ανορθολογισμό», δεν ευθύνονται ούτε μειώνονται οι Πατέρες, αλλά οι υβριστές.

Διότι, στην εποχή μας, ομολογουμένως, με την έκπτωση όλων των αρετών της ζωής, τα πρότυπα και οι πνευματικές αρχές που προσφέρουν οι Τρεις Ιεράρχες προς όλους τους χριστιανούς- και όχι μόνον- ιδιαίτερα δε προς τους νέους είναι τα πλέον αληθινά και απαραίτητα για την οντολογική αναγέννηση του ανθρώπου.

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν είναι ούτε αναχρονιστικοί, ούτε οπισθοδρομικοί, ούτε με παρωπίδες. Αυτό το βλέπουμε, για παράδειγμα, στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους για την Παιδεία.

Ο Μ. Βασίλειος ομιλεί συχνά για τα πρότυπα που έχουν ανάγκη τα παιδιά. Σε επιστολή του με τον τίτλο: «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», υποστηρίζει ότι τα ελληνικά γράμματα αποτελούν απαραίτητο προπαρασκευαστικό στάδιο, προκειμένου να στραφούν οι νέοι στη μελέτη και στην κατανόηση των αγίων Γραφών, ελκύοντας το ενδιαφέρον πολλών σύγχρονων επιστημόνων και παιδαγωγών.  

Πιστεύει ότι η κλασική παιδεία συντελεί στην ηθική διαπαιδαγώγηση και στη συλλογή χρήσιμων και ωφέλιμων στοιχείων εκ μέρους των νέων. Πρέπει, όμως, να το κάνουν με προσοχή, όπως ακριβώς οι μέλισσες συλλέγουν το χρήσιμο για την παρασκευή του μελιού από τα άνθη.

Σε αντίθεση με όλους τους άδικους κριτές των Τριών Αγίων Πατέρων, που ισχυρίζονται ότι μισούσαν την ελληνική μόρφωση, η ιστορική αλήθεια είναι ότι ο Μ. Βασίλειος παρακινεί τους  χριστιανούς νέους να μελετούν την κλασική φιλολογία, υποστηρίζοντας ότι σε αυτήν θα βρουν αξιοθαύμαστα ηθικά διδάγματα και παραδείγματα ενάρετης ζωής, όπως είναι, για παράδειγμα, τα έργα του Ομήρου, του Ησίοδου, του Θεόγνιτου, του Σόλωνα, του Ευριπίδη κ. ά.

Από τους μεγάλους φιλοσόφους, ο Μ. Βασίλειος μνημονεύει ιδιαίτερα τον Πλάτωνα, ενώ από τους πολιτικούς άνδρες της αρχαίας Ελλάδος προβάλλονται ο Περικλής, ο Σωκράτης, ο Μέγας Αλέξανδρος κ.ά., των οποίων οι αρετές, θεωρούνται σύμφωνες με τα παραγγέλματα του Ιερού Ευαγγελίου.

Αυτή είναι η αλήθεια, κατά τον Μ. Βασίλειο, διότι, όπως αναφέρει, τα μεν άλλα από τα αποκτήματα δεν ανήκουν σ’ αυτούς που τα κατέχουν, παρά σ’ εκείνους που τα αποκτούν, διότι αλλάζουν θέση, πότε εδώ και πότε εκεί. Η αρετή, όμως, είναι το μόνον αναφαίρετο, από τα αποκτήματα, γιατί παραμένει στον άνθρωπο και όταν ζει και όταν πεθάνει.

Ο Ιερός Χρυσόστομος, επίσης, τονίζει ότι οι νέοι σύντομα πρόκειται να ενταχθούν  στην κοινωνία και, κατά συνέπεια, η ηθική της κατάσταση εξαρτάται από την ηθική κατάσταση των νέων. Γι αυτό αναφέρει  ότι η αμέλεια των παιδιών από τους γονείς «ανατρέπει πάσαν την οικουμένη». Σε άλλο σημείο της διδασκαλίας του, ο Ιερός Πατέρας υποστηρίζει ότι οι γονείς οφείλουν να συμπεριφέρονται στα παιδιά τους, χωρίς καταπιεστική διάθεση, καθώς δεν είναι ανδράποδα, αλλά ελεύθεροι άνθρωποι. Μόνον, έτσι, τα διδασκόμενα πρότυπα εισέρχονται στην ψυχή τους και παραμένουν, διότι, έτσι μόνο, οι νέοι καταβάλλουν προσπάθεια με ευχαρίστηση για να τα δεχθούν και να τα εφαρμόσουν.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, επίσης, τονίζει ότι η αγωγή, μέσω του έμπρακτου και ενάρετου παραδείγματος του γονέα και του παιδαγωγού, έχει τη δύναμη να συγκινήσει και να καθοδηγήσει. Ωστόσο, σημειώνει ότι, προς τούτο, πρέπει να καθαριστεί πρώτα, για να καθαρίσει, να γίνει σοφός πρώτα για να σοφίσει, να προσεγγίσει τον Θεόν για να οδηγήσει τους άλλους στον Θεό, να αγιασθεί για να αγιάσει να χειραγωγηθεί για να συμβουλεύσει με σύνεση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι τρείς Άγιοι Πατέρες, προστάτες των γραμμάτων, δεν κινούνται, πνευματικά, στο πλαίσιο μιας δεισιδαιμονίας ή ενός ανούσιου ανορθολογισμού, αλλά εκλαμβάνουν την αγωγή, ως μια διαδικασία ολόπλευρης καλλιέργειας των νέων, που δεν εξαντλείται στην εκμάθηση γνώσεων, ούτε περιορίζεται στην όξυνση των νοητικών τους λειτουργιών, αλλά αποσκοπεί, παράλληλα, στην ευρύτερη αγωγή, από την οποία αναζητείται το αληθινό και το αγαθό, μέσω της σφυρηλάτησης του ενάρετου βίου.

Στην κατεύθυνση αυτή, με το ανθρωπιστικό περιεχόμενο της αρχαιοελληνικής παράδοσης, από τη μία μεριά, το οποίο γνώριζαν οι Πατέρες, άριστα, από τις εγκύκλιες ελληνικές τους σπουδές, και με το αγιοπνευματικό περιεχόμενο της χριστιανικής πίστεως και ζωής, από την άλλη,  που βίωναν βαθύτατα, προσπάθησαν να οικοδομήσουν ένα παιδευτικό στόχο, ο οποίος έχει, ως κυριότερο χαρακτηριστικό, την τελείωση της ανθρώπινης ύπαρξης,  την «ομοίωσιν τω Θεώ, κατά το δυνατόν».

Γι’ αυτό και η Αποκάλυψη του Θεανθρώπου στον κόσμο στοχεύει στη θέωση του ανθρώπου, με τη σταδιακή μετοχή του στην εν Χριστώ ζωή: την απάθεια, την αγαθότητα, την τελειότητα, την ευσπλαχνία, την αρετή και, πάνω από όλα, την αγάπη.

Έτσι, η διδασκαλία των τριών Ιεραρχών προσλαμβάνει μία πανανθρώπινη οικουμενική διάσταση, καθώς συνδέεται τόσο με την ευσέβεια προς το θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού, όσο και με τη σταδιακή παιδαγωγική ύψωση του ανθρώπου σε ένα ενάρετο επίπεδο ζωής, με στόχο την ηθικοπνευματική του ολοκλήρωση. 

Ορθόδοξη Αλήθεια, 08.02.2023

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ

 Ο θησαυρός της Ορθοδοξίας υποχρεωτικό μάθημα
στα σχολεία της Βουλγαρίας – Δικαίωση του αγώνα δεκαετιών της Εκκλησίας 

Ως υποχρεωτικό λογίζεται πλέον το μάθημα «Θρησκεία – Ορθοδοξία» στο σύστημα της βουλγαρικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κατόπιν ψήφισης του σχετικού νομοσχεδίου από τη βουλγαρική Εθνοσυνέλευση. Πρόκειται για μία μακροχρόνια προσπάθεια από την εν Βουλγαρία Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία έφτασε τελικά στο επιθυμητό αποτέλεσμα με την Ιερά Σύνοδο να χαιρετίζει με ικανοποίηση και πνευματική χαρά το μεγάλο αυτό γεγονός για τον Ορθόδοξο λαό της χώρας. 

“Χαιρετίζουμε τη σοφία και την υπευθυνότητα που επιδείχθηκε κατά την ψηφοφορία σε πρώτη ανάγνωση από την Εθνοσυνέλευση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας των αλλαγών στον Νόμο για την Προσχολική και Σχολική Εκπαίδευση, οι οποίες θα επιτρέψουν σε όλα τα παιδιά και τους νέους στην αγαπημένη μας Πατρίδα να αγγίξουν τον θησαυρό της αγίας Ορθοδοξίας, να γνωρίσουν τις αλήθειες της αγίας Ορθόδοξης πίστης και να ενωθούν με τις αιώνιες αρετές του Χριστού”, επισημαίνεται στην ανακοίνωση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας.

Πλέον με αυτόν τον τρόπο αποκαθίσταται μια παράδοση εκπαίδευσης και ανατροφής των νέων γενεών της Βουλγαρίας η οποία διακόπηκε κατά τη διάρκεια του αθεϊστικού καθεστώτος (1946 – 1990). Μια παράδοση σύμφωνα με την οποία “οι πρόγονοί μας γαλουχήθηκαν από την αρχαιότητα, κατά την Αναγέννηση μέχρι σήμερα”, υπογραμμίζεται από την Ιερά Σύνοδο.

“Ελπίζουμε και προσευχόμαστε ενώπιον του Παντοδύναμου Θεού η διαδικασία αυτή να ολοκληρωθεί με επιτυχία. Η Αγία Εκκλησία έχει καταβάλει και θα συνεχίσει να καταβάλλει –ανάλογα με τις δυνάμεις της– προσπάθειες για την εκπαίδευση και τη χριστιανική ανατροφή των νέων και όλων των αγαπημένων μας αδελφών εν Χριστώ. Είθε η ευλογία και το μέγα έλεός Του να είναι με όλους όσους συμμετέχουν, συνεργάζονται και υποστηρίζουν αυτό το θεάρεστο έργο!”, καταλήγει.

Eπί χρόνια η Ιερά Σύνοδος της εν Βουλγαρία Ορθοδόξου Εκκλησίας απηύθυνε εκκλήσεις στα σχολεία να καταστήσουν για ποιον λόγο θα έπρεπε να καταστεί υποχρεωτικό το μάθημα «Θρησκεία – Ορθοδοξία». Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν πορείες, έγινε συλλογή υπογραφών με την επιμονή να στηρίζεται στην πίστη και τη γνώση του πόσο χρήσιμο είναι αυτό για τα παιδιά, για την κοινωνία και για το κράτος στο σύνολό του.

Η πρόταση για την εισαγωγή του υποχρεωτικού μαθήματος «Θρησκεία – Ορθοδοξία» προέκυψε μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες συζητήσεων, εργασίας, προετοιμασίας σχολικών βιβλίων και εισαγωγής του μαθήματος «Θρησκεία» ως υποχρεωτικού και προαιρετικού μαθήματος. Συσσωρεύτηκε πολλή εμπειρία, ελήφθησαν υπόψη διαφορετικές έννοιες και επιτεύχθηκαν τα σημερινά θετικά αποτελέσματα με το σχέδιο Νόμου για την Εκπαίδευση και την Κατάρτιση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, το οποίο πλέον ψηφίστηκε από την Εθνοσυνέλευση της χώρας. 

thriskeftika.blogspot.com

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ: ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 30 ΧΡΟΝΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ

 Βουλγαρία: Το μάθημα των Θρησκευτικών γίνεται υποχρεωτικό
μετά από 30 χρόνια συζητήσεων

Οι θέσεις της Ιεράς Συνόδου

Τη γνώμη της σχετικά με το Νομοσχέδιο για την τροποποίηση και συμπλήρωση του νόμου περί προσχολικής και σχολικής εκπαίδευσης, το οποίο υποβλήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, εξέφρασε με ανακοίνωσή της η Ιερά Σύνοδος της Βουλγαρικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. 

Στο νομοσχέδιο αυτό προβλέπεται ότι πλέον το μάθημα των Θρησκευτικών θα είναι υποχρεωτικό με την αιτιολογική έκθεση να αναφέρει ρητά ότι το μάθημα «Αρετές και Θρησκείες», όπως θα ονομάζεται το μάθημα των Θρησκευτικών, προσφέρεται για μελέτη ως επιλογή μεταξύ: «Θρησκεία – Ορθοδοξία», «Θρησκεία – Ισλάμ» ή «Αρετές/Ηθική».

Η Ιερά Σύνοδος της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη γνωμοδότησή της  εξέφρασε την ικανοποίησή της για την πολυαναμενόμενη πρόταση που υπέβαλε το Υπουργικό Συμβούλιο μέσω του Υπουργείου Παιδείας και Επιστημών ως σχέδιο νόμου για τροποποιήσεις και συμπληρώσεις στον Νόμο για την Προσχολική και Σχολική Εκπαίδευση.

Η Ιερά Σύνοδος υποστηρίζει τους λόγους των αλλαγών σχετικά με την εισαγωγή του μαθήματος «Αρετές και Θρησκείες» στο υποχρεωτικό σχολικό ωράριο.

Από μια συγκριτική νομική ανασκόπηση που παρουσιάστηκε στο κοινό κατά τη διάρκεια της δημόσιας συζήτησης του έργου, κατέστη σαφές ότι ένα τέτοιο ή παρόμοιο μάθημα υπάρχει ως υποχρεωτικό μάθημα σε πολλά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν υιοθετήσει τη συνταγματική αρχή της κοσμικής εκπαίδευσης. Η παρουσία ενός τέτοιου μαθήματος ως κανονικού (υποχρεωτικού) μαθήματος στο πρόγραμμα γενικής εκπαίδευσης δεν έρχεται σε αντίθεση με κανέναν τρόπο με την ευρωπαϊκή πρακτική.

Η πρόταση για την εισαγωγή του υποχρεωτικού μαθήματος «Αρετές και Θρησκείες» προέκυψε μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες συζητήσεων, εργασίας, προετοιμασίας σχολικών βιβλίων και εισαγωγής του μαθήματος «Θρησκεία» ως υποχρεωτικού και προαιρετικού μαθήματος. Συσσωρεύτηκε πολλή εμπειρία, ελήφθησαν υπόψη διαφορετικές έννοιες και επιτεύχθηκαν τα σημερινά θετικά αποτελέσματα με το σχέδιο  Νόμου για την Εκπαίδευση και την Κατάρτιση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας.

Για την επίτευξη αυτού του ικανοποιητικού αποτελέσματος, που παρουσιάζεται μέσω του σχεδίου του Νόμου για την Εκπαίδευση και Κατάρτιση των Εκπαιδευτικών, έχουν συμβάλει πολλοί εκπαιδευτικοί, ψυχολόγοι, θεολόγοι, ιστορικοί, άνθρωποι του πολιτισμού, δημόσιες προσωπικότητες και εκπρόσωποι διαφόρων δημόσιων οργανισμών, καθώς και η υποστήριξη και η ακούραστη εργασία και εμπειρογνωμοσύνη επιστημόνων που προσέλαβε η Ιερά Σύνοδος, και πάνω απ ‘όλα – το έργο της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Επιστημών και προσωπικά του Υπουργού Κράσιμιρ Βάλτσεφ, καθώς και του εξειδικευμένου προσωπικού του Υπουργείου.

Η Ιερά Σύνοδος υποστηρίζει τις ιδέες και το προτεινόμενο περιεχόμενο των διατάξεων του θεματικού πεδίου των οποίων αναφέρεται στην εισαγωγή του μαθήματος «Αρετές και Θρησκείες» ως μέρος των υποχρεωτικών μαθημάτων στο πρόγραμμα σπουδών της Βουλγαρίας.

Το νομοσχέδιο αποτελεί έναν επιτυχημένο συνδυασμό ιδεών, εννοιολογικού μηχανισμού και νομοθετικής τεχνικής, ο οποίος πληροί τα καλά πρότυπα δημιουργίας κανόνων δεοντολογίας και νομικών ορισμών, σύμφωνα με τα επιτεύγματα των θεολογικών και παιδαγωγικών επιστημών.

Οι θέσεις για την υποχρεωτικότητα του μαθήματος των Θρησκευτικών

Η Ιερά Σύνοδος της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει επανειλημμένα τονίσει την επείγουσα ανάγκη εισαγωγής του μαθήματος «Θρησκεία», με πρώτη επιλογή την «Ορθοδοξία». Η ανάγκη αυτή προκύπτει από:

Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία της βουλγαρικής κοινωνίας δηλώνει ότι η Ανατολική Ορθοδοξία είναι η θρησκεία της και έχει το δικαίωμα τα παιδιά της να λαμβάνουν επαρκή, εις βάθος, ολοκληρωμένη και συστηματικά οργανωμένη γνώση σχετικά με τη θρησκεία τους.

Η Ανατολική Ορθοδοξία αποτελεί μέρος της συνταγματικής ταυτότητας της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, ορίζεται ως παραδοσιακή θρησκεία, υπάρχει στο πρωτόκολλο του κράτους, στο ημερολόγιο των κρατικών εορτών.

Η ορθόδοξη θεολογία αποτελεί μέρος του συστήματος ανώτερης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στη χώρα (υπάρχουν θεολογικές σχολές και τμήματα στα μεγαλύτερα και πιο έγκυρα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα). Συνεπώς, η παρουσία της επιστήμης της θεολογίας σε μορφή προσιτή και ενδιαφέρουσα για τους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης θα βρισκόταν σε πλήρη αρμονική ενότητα με την ακαδημαϊκή διδασκαλία αυτής της επιστήμης, η οποία αναγνωρίζεται σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, μαζί με όλες τις άλλες επιστήμες.

Η ορθόδοξη θεολογία και το μάθημα «Θρησκεία – Ορθοδοξία» που προκύπτει από αυτήν, εκτός από γνωστικό, θα έχουν και σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αξιών, στο βαθμό που η γνώση που διδάσκεται σε αυτήν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με συγκεκριμένες αξίες, η πρακτική αφομοίωση των οποίων οδηγεί στη διαμόρφωση συγκεκριμένων αρετών. Μερικές από αυτές τις αξίες είναι: η αγάπη για όλους τους ανθρώπους, η φροντίδα για την ανθρώπινη ζωή, η φροντίδα για τους άλλους ανθρώπους, η φροντίδα για τη φύση ως δημιούργημα του Θεού, η ειρήνη, κ.λπ. Αυτές είναι ιστορικά διαμορφωμένες αξίες και αρετές, ενσωματωμένες στην εθνική συνείδηση του βουλγαρικού λαού.

Το μάθημα «Θρησκεία – Ορθοδοξία» στο γυμνάσιο θα βοηθούσε τους μαθητές να αποκτήσουν μια πιο ολοκληρωμένη, εις βάθος και περιεκτική κατανόηση μιας σειράς γνώσεων που διδάσκονται σε άλλα μαθήματα, για τα οποία οι καθηγητές αυτών των μαθημάτων δεν έχουν την σχετική θεολογική επάρκεια: ιστορία, βουλγαρική γλώσσα και λογοτεχνία , φυσική και αστρονομία , καλές τέχνες, ηθική και δίκαιο , φιλοσοφία κ.λπ.

Όλα τα ηθικά συστήματα, ακόμη και τα πιο εκκοσμικευμένα, έχουν αναδυθεί ιστορικά σε ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό πλαίσιο. Η ηθική βρίσκεται σε γενεαλογική σχέση με τη θρησκεία. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για την ευρωπαϊκή ηθική και τις αρετές της ανοχής και του αμοιβαίου σεβασμού, που αναδύθηκαν στα βάθη του Χριστιανισμού. Η γνώση βασικών στιγμών από τη βιβλική ιστορία, από την ιστορία και τη διδασκαλία της Εκκλησίας του Χριστού, αποτελεί προϋπόθεση για την κατανόηση των θεμελίων των ηθικών συστημάτων και της διδασκαλίας των αρετών στην Ευρώπη.

Το μάθημα «Ορθοδοξία» διδάσκεται ως υποχρεωτικό μάθημα στις γειτονικές μας ορθόδοξες χώρες και τα θετικά αποτελέσματα είναι παρόντα. Στην Ελλάδα, η διδασκαλία του δεν έχει σταματήσει από την Απελευθέρωση της χώρας (1821) μέχρι σήμερα, δηλαδή εδώ και 200 χρόνια. Ο υψηλός θρησκευτικός και θεολογικός διαφωτισμός και πολιτισμός της ελληνικής κοινωνίας σε συγκριτικούς όρους είναι γνωστός. Στη γειτονική Ρουμανία, με την εισαγωγή του μαθήματος, τα ηθικά και πολιτιστικά αποτελέσματα είναι επίσης παρόντα. Η Ορθοδοξία διδάσκεται ως ομολογιακό μάθημα σε πολλές μη ορθόδοξες χώρες της Ευρώπης.

Σκοπός της εισαγωγής του μαθήματος «Ορθοδοξία» δεν είναι η κατήχηση, δηλαδή η διαμόρφωση θρησκευτικής συνείδησης, αλλά η διδασκαλία γνώσης που επιτρέπει την εφαρμογή μιας ικανής και φωτισμένης επιλογής, καθώς και η συστηματική γνωριμία σε προσιτή και ενδιαφέρουσα μορφή με την παράδοση στην οποία ζούμε για περισσότερα από 1000 χρόνια, η οποία διακόπηκε κατά την περίοδο του κρατικού αθεϊσμού. Δηλαδή, το μάθημα αυτό θα συμβάλει περαιτέρω στην ανάπτυξη των νέων ως υπεύθυνων, ελεύθερων, συνειδητών πολιτών, και θα συμβάλει επίσης στην αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής και συνοχής σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής κρίσης και με τάσεις εσωτερικής αποσύνθεσης.

Είμαστε πεπεισμένοι ότι η εισαγωγή του μαθήματος «Θρησκεία – Ορθοδοξία» ως υποχρεωτικό θα κάλυπτε ένα απτό έλλειμμα, ένα κενό στον συνολικό κύκλο γενικής εκπαίδευσης, εκπαίδευσης και ανατροφής στα βουλγαρικά σχολεία. Αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα όλων των Βουλγάρων πολιτών, Ορθόδοξων Χριστιανών, που επιθυμούν τα παιδιά τους να γνωρίζουν την παραδοσιακή τους θρησκεία, κάτι που αποτελεί ανεκπλήρωτο καθήκον του βουλγαρικού κράτους απέναντι στον λαό του”, τονίζεται από την Ιερά Σύνοδο η οποία στην γνωμοδότησή της παραθέτει και τις προτεινόμενες αλλαγές σε ορισμένα εδάφια του νομοσχεδίου.

Τέλος, εύχεται στη βουλγαρική πολιτεία καλή επιτυχία στο εγχείρημα της εισαγωγής προς ψήφιση από το κοινοβούλιο του νομοσχεδίου το οποίο θα λειτουργήσει προς όφελος της βουλγαρικής κοινωνίας και των παιδιών που αποτελούν το μέλλον της χώρας.

eeod.gr

Σάββατο 26 Απριλίου 2025

ΛΕΩΝ ΜΠΡΑΝΓΚ: ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΣΤΕΡΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΧΡΙΣΤΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥΣ!

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΣΤΕΡΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΧΡΙΣΤΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥΣ!
Ἀπαιτεῖται ἐπειγόντως διορισμὸς Θεολόγων Καθηγητῶν εἰς τὸ Δημοτικὸν
Γράφει ὁ κ. Λέων Μπράνγκ, θεολόγος
 

«Τὰ παιδιὰ εἶναι ἄδειες κασσέττες. Ἂν γεμίσουν Χριστό, θὰ εἶναι κοντά Του πάντα. Ἂν ὄχι, εἶναι πιὸ εὔκολο, ὅταν μεγαλώσουν, νὰ παραστρατήσουν. Ἂν μικρὰ βοηθηθοῦν, καὶ νὰ ξεφύγουν ἀργότερα λίγο, πάλι θὰ συνέλθουν. Ἂν ποτισθῆ τὸ ξύλο μὲ λάδι, δὲν σαπίζει. Λίγο ἂν ποτισθοῦν τὰ παιδιὰ μὲ εὐλάβεια, μὲ φόβο Θεοῦ, δὲν ἔχουν ἀνάγκη μετά.» Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Παϊσίου ἀπευθύνονται πρωτίστως σὲ γονεῖς μικρῶν παιδιῶν, ἔχουν ὅμως ἐφαρμογὴ καὶ σὲ παιδιὰ μεγαλύτερης ἡλικίας, στὴν ἡλικία τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου. Καὶ ἐκεῖ ἀφοροῦν κυρίως καὶ στοὺς δασκάλους ποὺ ἔχουν τὴν εἰδικὴ εὐθύνη γιὰ τὴν διαπαιδαγώγησή τους.

  Αὐτὴ τὴν εὐθύνη τονίζει καὶ τὸ Σύνταγμά μας, τὸ ὁποῖο ὡς σκοπὸ τῆς παιδείας ὁρίζει στὸ ἄρθρο 16 παρ. 2  μεταξὺ ἄλλων τὴν «ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης». Καὶ μὲ τὸν ὅρο αὐτὸ δὲν ἐννοεῖται γενικὰ καὶ ἀόριστα  κάποια θρησκευτικὴ συνείδηση, ἀλλὰ  αὐτὴ ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση προσδιορίζεται ὡς ὀρθόδοξη, ὅπως μᾶς διευκρινίζουν οἱ σχετικὲς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Οἱ τελευταῖες ἀποφάσεις τοῦ ΣτΕ (2018 καὶ 2019) μιλοῦν ρητὰ γιὰ τὴν «ἀνάπτυξη τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς συνειδήσεως τῶν μαθητῶν», τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ ὑπηρετεῖ τὸ Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Γι’ αὐτὸ «πρέπει νὰ διδάσκεται ἐπὶ ἱκανὸ ἀριθμὸ ὡρῶν διδασκαλίας ἑβδομαδιαίως» καὶ φυσικὰ «νὰ μὴ ὑποβαθμίζεται… σὲ σχέση μὲ τὰ ἄλλα μαθήματα». Στὰ ἐκπαιδευτικὰ προγράμματα τῶν τελευταίων 30 ἐτῶν αὐτὸς ὁ ἱκανὸς ἀριθμὸς ὡρῶν γιὰ τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο ὁρίζεται μὲ δίωρο ὑποχρεωτικὸ μάθημα τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τὴν Γ’ ἕως καὶ τὴν ΣΤ’ Τάξη.

  Πῶς ὅμως κατὰ τὸ ΣτΕ ἐξασφαλίζεται ἡ ἀνάπτυξη τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς συνείδησης; Ἐκεῖνο τὸ λάδι ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Παΐσιος, γιὰ νὰ μὴ σαπίζει τὸ ξύλο καὶ τὸ προσδιορίζει στὴ συνέχεια ὡς εὐλάβεια καὶ φόβο Θεοῦ, μὲ τὸ ὁποῖο πρέπει ἔστω λίγο νὰ ποτιστοῦν τὰ παιδία, γιὰ νὰ μὴ σαπίζουν ἀργότερα, στὴν προφανῶς ἐπιστημονικὴ ὁρολογία τοῦ ΣτΕ σημαίνει «ἐμπέδωση καὶ ἐνίσχυση τῆς συγκεκριμένης αὐτῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν μαθητῶν». Ἤδη οἱ ὅροι ἐμπέδωση καὶ ἐνίσχυση φανερώνουν ὅτι δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ τὴν παροχὴ κάποιων πληροφοριῶν καὶ τὴν ἐπεξεργασία κάποιων γνώσεων, ἀλλὰ στόχος εἶναι ἡ καλλιέργεια τῆς ὀρθόδοξης θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Ἡ συνείδηση ποὺ εἶναι κάτι πολὺ βαθὺ στὸν ἄνθρωπο, ἀκριβῶς ἐπειδὴ παρέχεται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει νὰ ποτίζεται, ὥστε νὰ διαμορφώνεται καὶ νὰ φέρεται σὲ ἄνθιση. Αὐτὴ ἡ ἐμπέδωση καὶ ἐνίσχυση τῆς συνειδήσεως ἐξασφαλίζεται, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατό, μὲ τὸ νὰ διδάσκονται οἱ μαθητὲς «μὲ σαφήνεια καὶ  πληρότητα,  τὰ   δό­γματα, τὶς ἠθικὲς ἀξίες καὶ τὶς παραδόσεις τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ προκαλεῖται σύγχυση μὲ τὴ διδασκαλία ἄλλων δογμάτων καὶ θρησκειῶν». Τὸ δόγμα στὴν Ἐκκλησία μας ὁρίζει σὲ συμπυκνωμένη μορφὴ τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, οἱ ἠθικὲς ἀξίες εἶναι ἡ βίωση τῶν ἀρετῶν τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων μας καὶ οἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας προφανῶς δὲν ἀναφέρονται στὸν πασχαλινὸ ὀβελία, ἀλλὰ στὴ λειτουργικὴ ὅπως καὶ τὴ γνήσια κοινωνικὴ ἔκφραση τοῦ ἑορτολογίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἐν ἰσχύει ἐκπαιδευτικὸς νόμος 1566/85 στὸ ἄρθρο 1 τὸ ὁρίζει ἀκόμα πιὸ συγκεκριμένα τὸν σκοπὸ τοῦ Μαθήματος: νὰ ὑποβοηθεῖ τοὺς μαθητὲς «νὰ ἐμπνέονται ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὴ ζωὴ καὶ τὴ φύση καὶ νὰ διακατέχονται ἀπὸ πίστη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὰ γνήσια στοιχεῖα τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς παράδοσης». Μὲ τὴν ἀναφορὰ στὶς κεντρικὲς χριστιανικὲς ἀρετὲς τῆς πίστης καὶ τῆς ἀγάπης μᾶς δίνει μία περιεκτικὴ θεώρηση τῆς ἀποστολῆς τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Καταγράφουμε λοιπὸν ἕνα πολὺ ὑψηλὸ στόχο, τὸν ὁποῖο καλοῦνται νὰ ὑπηρετήσουν οἱ δάσκαλοι στὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο, ὅπως καὶ οἱ θεολόγοι καθηγητὲς στὸ Γυμνάσιο καὶ στὸ Λύκειο, μὲ τὴν ὑποχρεωτικὴ γιὰ τοὺς ὀρθόδοξους μαθητές διδασκαλία τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν.

  Μάλιστα, στὸν ἀνωτέρω ὁρισμὸ τοῦ περιεχόμενου τοῦ Μαθήματος ἀπὸ τὶς τελευταῖες ἀποφάσεις τοῦ ΣτΕ ἀξίζει νὰ προσεχθεῖ καὶ ἡ διατύπωση: «χωρὶς νὰ προκαλεῖται σύγχυση μὲ τὴ διδασκαλία ἄλλων δογμάτων καὶ θρησκειῶν». Αὐτὴ ἡ διατύπωση στοχεύει στὶς ἀπόπειρες ἀλλοίωσης τοῦ περιεχόμενου τοῦ Μαθήματος μὲ τοὺς νόμους τῶν Ὑπουργῶν Παιδείας τῆς διακυβέρνησης τοῦ ΣΥΡΙΖΑ Νικόλαου Φίλη (2016) καὶ Κωνσταντίνου Γαβρόγλου (2017), οἱ ὁποῖ­ες ἀκυρώθηκαν μὲ τὶς ἀποφάσεις τοῦ ΣτΕ τοῦ 2018 καὶ 2019, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶχαν στόχο νὰ ἐκτρέψουν τὸ Μάθημα σὲ ὅλες τὶς βαθμίδες ἐκπαίδευσης ἀπὸ ὀρθόδοξο σὲ πολυθρησκειακό. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπέφεραν σύγχυση ἰδίως στὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ Σχολεῖο, προκάλεσαν, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸ (2016), «ποδηγέτηση τῶν μαθητῶν γιὰ τὸν πολιτικὰ ὀρθὸ τρόπο τοῦ “θρησκεύειν”, ἀσκώντας θρησκευτικὸ πατερναλισμό». Ἀλλὰ εὐτυχῶς αὐτὴ ἡ παράλογη ἀπόπειρα ἐναντίον τοῦ Μαθήματος ἀποτελεῖ πλέον παρελθόν.

  Δυστυχῶς δὲν ἔχει ὅμως παρέλθει ἡ ἐκ μέρους τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῶν δασκάλων περιφρόνηση τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς νομοθεσίας τῆς χώρας μας. Ἐνῶ συμπεριλαμβάνουν μέσα στὸ ὡράριό τους ἀπὸ τὴν Γ΄ μέχρι τὴν ΣΤ΄ Δημοτικοῦ τὶς 2 ὧρες ὑποχρεωτικῆς διδασκαλίας τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν γιὰ τοὺς ὀρθόδοξους μαθητές, δὲν τὸ διδάσκουν κανονικά. Στὸ συμπέρασμα αὐτὸ ὁδηγεῖ ἡ πεῖρα τῶν θεολόγων ποὺ διδάσκουν τὸ μάθημα ἰδίως στὴν Α΄ Γυμνασίου. Ὅταν, ἀντιμέτωποι μὲ τὴν πολὺ ἐλλιπῆ ἢ καὶ παντελῆ ἀπουσία γνώσης στὰ Θρησκευτικά, ἐρωτοῦν τοὺς μαθητὲς γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Μαθήματος στὰ προηγούμενα χρόνια, λαμβάνουν τὴ σχεδὸν στερεότυπη ἀπάντηση, ὅτι δὲν τὸ ἔχουν καθόλου διδαχθεῖ ἢ μόνο πολὺ λίγο . Μία πιὸ σαφῆ ὅμως εἰκόνα μᾶς παρέχει ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, μὲ Ἐρωτηματολόγιο, ποὺ ἀπευθύνθηκε σὲ γονεῖς, γιὰ τὸ ἂν διδάχθηκαν ἢ ὄχι τὰ παιδιά τους στὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο τὸ Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Σύμφωνα μὲ τὴν ἔρευνα αὐτὴ ποὺ ἀνατέθηκε ἀπὸ τὴν Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων σὲ εἰδικοὺς ἐπιστήμονες καὶ διεξήχθη τὸ ἔτος 2022, σὲ ποσοστὸ ἄνω τοῦ 80% τῶν μαθητῶν ἡ δὲν διδάσκεται καθόλου τὸ μάθημα ἢ μόνο πλημμελῶς.

  Ὅσοι ἐκ τῶν δασκάλων εὐθύνονται γιὰ αὐτὴ τὴν εἰκόνα ἐπικαλοῦνται ἕνα πολὺ σοβαρὸ δικαιολογητικό, ὅτι κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν τους δὲν ἔχουν λάβει τὴν ἀπαραίτητη θεολογικὴ κατάρτιση γιὰ τὴ διδασκαλία τοῦ Μαθήματος. Καὶ ἔχουν δίκαιο μὲ αὐτό. Ὄντως τὰ παιδαγωγικὰ τμήματα ἀπὸ τὴν ἵδρυσή τους, μὲ ἐλάχιστες μόνο ἐξαιρέσεις, δὲν προσφέρουν κατάρτιση πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή. Δὲν ἔχουν προσλάβει προσωπικὸ, γιὰ νὰ καλύψουν τὴ διδακτική τοῦ μόνου μαθήματος ποὺ ἔχει σαφῶς συνταγματικὴ θεμελίωση. Τὸ δεδομένο αὐτὸ μοιάζει μὲ συνωμοσία, δηλ. τὴν κατάργηση στὴ πράξη ἐκείνου τοῦ σχολικοῦ μαθήματος, τὸ ὁποῖο λόγω ἀκριβῶς τῆς συνταγματικῆς του θεμελίωσης δὲν μπορεῖ νὰ καταργηθεῖ ἀλλιῶς. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦ παρόντος νὰ δώσουμε μία συγκροτημένη ἀπάντηση στὸ ζήτημα αὐτό. Πάντως ἡ ἐνσωμάτωση τῶν 2 ὡρῶν διδασκαλίας τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στὸ ὡρολόγιο πρόγραμμα ἑνὸς δασκάλου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει πρόθεση νὰ τὸ διδάξει καὶ ὄντως δὲν τὸ διδάσκει, πλήττει ἄμεσα τὸν ἴδιο ὡς παιδαγωγό, ἐπειδή: α) Ἐξαπατᾶ, τόσο τὸ κοινωνικὸ σύνολο, ὅσο καὶ τοὺς ἴδιους τούς μαθητὲς β) Μὲ τὴν παράβαση τοῦ καθήκοντος διδασκαλίας ἑνὸς ὑποχρεωτικοῦ μαθήματος διαπράττει ποινικὸ ἀδίκημα γ) Περιφρονεῖ τοὺς συναδέλφους του καθηγητὲς Θεολόγους, οἱ ὁποῖοι, παραλαμβάνοντας τοὺς μαθητὲς στὸ Γυμνάσιο, ἀντὶ νὰ δομοῦν στὶς βάσεις, τὶς ὁποῖες ἐκεῖνος ὄφειλε νὰ ἔχει θέσει, ἀναγκάζονται νὰ καλύπτουν τὰ κενὰ ποὺ ἐνσυνείδητα δημιούργησε δ) Ἀκυρώνει ἢ τουλάχιστον παρεμποδίζει τὴν ὁλόπλευρη ψυχοσωματική, παιδαγωγικὴ ἀνάπτυξη (πνευματική, συναισθηματική, προσωπική, κοινωνική, πολιτισμικὴ) τῶν μαθητῶν ε) Πρὸ πάντων ὅμως ἀκυρώνει τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ «Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρὸς με», καὶ ἄρα μὲ τὴ στέρηση τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀδικεῖ τοὺς μαθητὲς ἐκείνους ποὺ τοῦ ἔχουν ἐμπιστευτεῖ.

  Γιατί ὅμως μιλᾶμε γιὰ ἀδικία; Ἤδη αὐτὴ διαφαίνεται στὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Παϊσίου ποὺ παραθέσαμε στὴν ἀρχή. Ἡ ζωὴ χωρὶς τὸν Χριστὸ τελικὰ εἶναι ἀβίωτη καὶ πολὺ περισσότερο ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου χωρὶς τὸν Χριστὸ δὲν ἀντέχεται, ἐνῶ μὲ τὸν Χριστό, τὸν νικητὴ τοῦ θανάτου, μετατρέπεται σὲ ζωή, σὲ αἰώνια ζωή. Ἀπόδειξη εἶναι τὰ ἑκατομμύρια μαρτύρων στὸν Χριστιανισμό, οἱ ὁποῖοι ἀκόμα καὶ τὴ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου τους ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ συγχώρηση τῶν βασανιστῶν τους. Ἡ σύμφωνα μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση (ἔτσι ὅπως ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ) ζωὴ ἐξασφαλίζει στὸν ἄνθρωπο ψυχικὴ ἰσορροπία καὶ ὑγεία, ἐνῶ ἡ ἐκτροπὴ ἀπὸ αὐτὴ τὴν κατὰ φύσιν ζωὴ σὲ παρὰ φύσιν τὴν καθιστᾶ ἀρρωστημένη καὶ ἀνυπόφορη. Τὸ φανερώνει ἡ συνέχεια τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν πρότροπη «Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρὸς με»: «Τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

  Ἐκεῖνο ποὺ διακρίνει ἕνα παιδί, ὥστε νὰ ἀξιώνεται τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν εἶναι κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο «ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς τοῦ παιδιοῦ ἀπὸ τὰ πάθη, ὅτι δὲν εἶναι μνησίκακον ἔναντι ἐκείνων ποὺ τὸ ἔχουν λυπήσει. … γνωρίζει νὰ διακρίνει τὸ ἰδικόν του καὶ τὸ ξένον ὄχι μὲ τὴν πτωχείαν καὶ τὸν πλοῦτον, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπην. Καὶ τίποτε ἐπὶ πλεὸν δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ τόσον μόνον ὅσον νὰ χορτάση μὲ τὸ γάλα τοῦ μαστοῦ καὶ μετὰ ἀφήνει καὶ τὴν θηλήν.» Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐφαρμόζει ἐκεῖνα ποὺ ἐντέλλεται ὁ Ἀπ. Παῦλος, «ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν, ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε, ταῖς δὲ φρεσὶ τέλειοι γίνεσθε», ὁ Θεὸς στέφει αὐτὴ τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ «ὑπὲρ φύσιν». Ὅπως συνέβει διαχρονικὰ μέσα στὴν ἱστορία, συμβαίνει καὶ σήμερα καὶ θὰ συμβαίνει γιὰ πάντα, καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο πνευματοφόρο, τοῦ παρέχει ἰδιαίτερα χαρίσματα, τὸν ἁγιάζει. Αὐτὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικό τῆς Ὀρθοδοξίας σὲ ὅλες τὶς ἐποχές. Καὶ δὲν πρόκειται γιὰ κάποια ἀνθρωπιστικὴ θεωρία, ἀλλὰ ἡ θεραπεία καὶ ἡ ὁλοκλήρωση ποὺ παρέχεται στὸν ἄνθρωπο ἀποδεικνύεται στὴν πράξη μὲ τοὺς Ἁγίους ποὺ ἀναδεικνύει.

 Ὅποιος ἑπομένως ἀναλαμβάνει τὴν εἰδικὴ εὐθύνη γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀνατροφὴ μαθητῶν, κυρίως στὴν μικρή τους ἡλικία, ὅταν εἶναι εὔπλαστοι ἀκόμα καὶ τοὺς ἀφήνει στὴν ἄγνοια εἴτε λόγῳ τῆς δικῆς του ἰδεολογικῆς πεποίθησης εἴτε λόγῳ τῆς προσωπικῆς του διευκόλυνσης, τοὺς κακοποιεῖ τρόπον τινὰ ψυχικά. Ἐφόσον τοὺς ἀποκλείει ἀπὸ αὐτὸν τὸν δρόμο, στέκει ἐμπόδιο στὴν ἁγιαστικὴ πορεία τους, στὸ νὰ νηπιάζουν στὸ κακὸ καὶ νὰ ἀνοίγονται στὸν Χριστό. Μία στοιχειώδης ἔστω ὑπευθυνότητα θὰ ἐπέβαλε, νὰ ἀφήνει, ἐφόσον δὲν εἶναι πρόθυμος ἢ δὲν μπορεῖ λόγῳ ἐλλιποῦς θεολογικῆς κατάρτισης νὰ παιδαγωγεῖ τοὺς μαθητὲς του ἀνάλογα, δηλ. νὰ τοὺς ἄγει πρὸς τὸν Σωτήρα μας, τὸν Χριστό, νὰ ἀφήσει τὸ ἔργο αὐτὸ σὲ ἄλλους ποὺ ἔχουν καὶ τὴν προθυμία καὶ τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις λόγῳ σπουδῶν.

  Τελικά, ἐξαιτίας τῶν συνθηκῶν ποὺ ἔχουν διαμορφωθεῖ στὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο μὲ τὸ Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ἡ μόνη λογικὴ λύση εἶναι ὁ διορισμὸς Θεολόγων. Ἐφόσον καὶ γιὰ ἄλλες εἰδικότητες, ὅπως γιὰ τὴ γυμναστική, τὶς ξένες γλῶσσες, τὴν πληροφορικὴ κ.ἄ., ἤδη ἐφαρμόζεται ὁ διορισμὸς ἐκπαιδευτικῶν αὐτῶν τῶν εἰδικοτήτων στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση, πολὺ περισσότερο ἐπιβάλλεται στὸ ἰδιαίτερα νευραλγικὸ Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. 

Ορθόδοξος Τύπος