ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ: ΚΑΜΙΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΩΝ «ΝΕΩΝ» ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΦΙΛΗ - ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΕ


Οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν το μάθημα των Θρησκευτικών υποχρεούνται να σεβασθούν τις αποφάσεις της ΣτΕ και να αρνηθούν να διδάσκουν το πολυθρησκειακό Πρόγραμμα Σπουδών των Φίλη-Γαβρόγλου, έστω και αν τους δοθεί εντολή προς τούτο. Εκ δε της τοιαύτης αρνήσεώς τους καμμία δυσμενής συνέπεια δεν ανακύπτει εις βάρος του ούτε πειθαρχική, ούτε και ποινική. 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

Υπό της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων μας υπεβλήθη το κάτωθι ερώτημα και εζητήθη η επ’ αυτού νομική μας άποψη:

«Οι αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου Επικρατείας 660/2018 και 926/2018 ακυρώνουν ισάριθμες αποφάσεις του Υπουργού Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων, οι οποίες εισήγαγαν εις τα σχολεία(στοιχειώδους και μέσης εκπαιδεύσεως: γυμνασίου και λυκείου) ως ύλη του μαθήματος των θρησκευτικών όχι αμιγώς την της κατά το άρθρον 3 του Συντάγματος επικρατούσης ορθόδοξης χριστιανικής Εκκλησίας, αλλά και άλλων επί πλέον θρησκειών, τις ακυρώνουν δε, επί τω λόγω ότι :

α) κατ’ άρθρον 16 παρ. 2 του Συντάγματος, η ύλη του μαθήματος των θρησκευτικών πρέπει να περιλαμβάνει αποκλειστικώςκαι μόνον  την της επικρατούσης θρησκείας και όχι άλλων θρησκειών,
β) διά της πολυθρησκευτικής ύλης του εν λόγω μαθήματος διαπράττεται «αξιόποινος πράξη», ήτοι ασκείται ομαδικός προσηλυτισμός και, τέλος,
 γ) διότι εις τα μουσουλμανικά σχολεία εις την  Ελλάδα και εις το μάθημα των θρησκευτικών διδάσκεται αποκλειστικώς η μουσουλμανική θρησκεία, εις τα εβραϊκά σχολεία διδάσκεται αποκλειστικώς η εβραϊκή θρησκεία, εις δε τα καθολικά σχολεία διδάσκεται αποκλειστικώς ο ρωμαιοκαθολικισμός.
Εις περίπτωση που το Υπουργείο Παιδείας συμμορφωθεί πλήρως προς την ως άνω απόφαση και εισαγάγει εις τα σχολεία ύλη μαθήματος των θρησκευτικών αμιγώς την της κατ’ άρθρον 3 του Συντάγματος επικρατούσης θρησκείας και μόνον, δεν έχουμε ερώτημα, να σας υποβάλουμε. Επομένως, το ερώτημά μας περιορίζεται εις το εξής: Ποιες οι κατά τον νόμο υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών της στοιχειώδους και μέσης εκπαιδεύσεως που διδάσκουν το μάθημα των θρησκευτικών, εάν το Υπουργείο Παιδείας τυχόν δεν συμμορφωθεί (εν όλω ή εν μέρει) προς  προαναφερόμενες αποφάσεις του ΣτΕ και εισαγάγει εις τα σχολεία ύλη μαθήματος θρησκευτικών όχι αμιγώς την της επικρατούσης κατά το άρθρον 3 του Συντάγματος θρησκείας αλλά και άλλων θρησκειών, επιτάσσοντας, ως εκ τούτου, αμέσως ή εμμέσως τους ως άνω εκπαιδευτικούς, να διδάσκουν άλλην ύλη και όχι των υπό των  ως άνω αποφάσεων του ΣτΕ νομολογηθείσης;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Επί του ως άνω ερωτήματος η επιστημονική και νομική μας άποψη έχει ως εξής:
1.- Η τυχόν μη πλήρης συμμόρφωση του Υπ. Παιδείας προς τις ως άνω αποφάσεις  του ΣτΕ, συνιστά κατά την adhoc νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) ευθεία παραβίαση του άρθρου 6, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), λόγω μη σεβασμού της αρχής της «res judicata». Διά τον λόγον δε αυτόν έχουν κατ’ επανάληψη καταδικαστεί ευρωπαϊκές  χώρες (π.χ. ΕΔΑΔ αποφάσεις α) της 13.3.2018, υποθ. CM. κατά Βελγίου προσφυγή Νο 67957/12, β) της 5.10.2017, υποθ. Mazzeo κατά Ιταλίας προσφ. Νο 32269/09, γ) της 19.7.2016, υποθ. Flores Quiros κατά Ισπανίας, προσφ. Νο 75183/10, δ) της 9.4.2015 υποθ. Tchokontio Happi κατά Γαλλίας προσφ. Νο 65829/12, ε) της 30.7.2015 υποθ. Ferreira Santos Pardal κατά Πορτογαλίας προσφ. Νο 30123/10 κ.ά.).  Επομένως, η Ελλάδα (και ειδικότερα το Υπ. Παιδείας) δεν έχει κανένα δικαίωμα, να μην εφαρμόσει τις ως άνω αποφάσεις. Υπ’ όψιν ότι το ΕΔΑΔ, εν περιπτώσει παραβάσεως της αρχής αυτής, επιβάλλει πολύ μεγάλα πρόστιμα, π.χ. η από 20.10.2009 απόφασή του (υποθεση Radu Rädulescu κατά Ρουμανίας, προσφυγή Νο 14884/03) επιβάλλει πρόστιμο εις την Ρουμανία δια μη εφαρμογή δικαστικής αποφάσεως το ποσόν των 305.000 ΕΥΡΩ. Και αυτή είναι η συνταγματική πλευρά του όλου θέματος.

2.- Ερχόμεθα τώρα εις την υπηρεσιακή πλευρά του θέματος. Τι δέον γενέσθαι, εάν το Υπουργείο Παιδείας αρνηθεί, να συμμορφωθεί προς  τις αμετάκλητες αποφάσεις του ΣτΕ και συνεχίσει να εφαρμόζει το κριθέν νομολογιακώς ως αντισυνταγματικό, πολυθρησκειακό Πρόγραμμα Σπουδών, δίδον ανάλογες  εντολές (είτε αμέσως είτε εμμέσως) εις τα υπ’ αυτού υπηρεσιακά όργανα (τους εκπαιδευτικούς), μη συμμορφώσεώς τους προς τις ως άνω αποφάσεις του ΣτΕ. Εν προκειμένω, ως προς το τι οφείλουν να πράξουν τα εν λόγω υπηρεσιακά όργανα (οι εκπαιδευτικοί), το επιλύει ευθέως το άρθρον 25, παρ. 3, του Υπαλληλικού Κώδικα. Η διάταξη αυτή αναφέρει, ότι ο υπάλληλος, εάν του δοθεί εντολή προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή. Η ιδία διάταξη αναφέρει, εν συνεχεία, ότι, εάν εις τον Δημ. Υπάλληλο, μετά την εν λόγω αναφορά του, του διαβιβασθεί νέα εντολή εκτελέσεως, διότι τούτο επιβάλλουν εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου  συμφέροντος, οφείλει να την εκτελέσει όχι όμως εις πάσαν περίπτωση, αλλά μόνον, όταν η εντολή αντίκειται «εις διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων» και  όχι όταν η εντολή είναι «προδήλως αντισυνταγματική». Εις την παρούσα όμως περίπτωση η τοιαύτη ως άνω διαταγή που θα δοθεί εις τον υπάλληλο, είναι προδήλως αντισυνταγματική, όχι βεβαίως διότι έτσι έκρινε ο υπάλληλος αφ’ εαυτού, αλλά διότι έτσι έκρινε αμετακλήτως η ανωτάτη διά την περίπτωση βαθμίδα της δικαιοσύνης, ήτοι το Συμβούλιο Επικρατείας. Επομένως, βάσει της διατυπώσεως της ως άνω διατάξεως, ο Δημ. Υπάλληλος, σε καμμία περίπτωση, όχι  μόνον δεν υποχρεούται αλλά και δεν δικαιούταινα εκτελέσει εντολή προδήλως αντισυνταγματική, όποιες νεώτερες εντολές και αν λάβει και όποιους λόγους και αν επικαλούνται οι εν λόγω νεώτερες εντολές. Τα ως άνω επιβεβαιώνονται και από το άρθρον  106, παρ. 3 του Υπαλληλικού Κώδικος, το οποίο έχει ως εξής επί λέξει:
«Το υπαλληλικό καθήκον, κατά την προηγουμένη παράγραφο, σε καμμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προδήλως στις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων».
Η έννοια της  τελευταίας αυτής διατάξεως είναι, ότι ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται, σε καμμία περίπτωση,  να διωχθεί  πειθαρχικώς, εάν αρνηθεί να εκτελέσει εντολή προδήλως αντισυνταγματική.

3.- Οι ίδιες ως άνω αποφάσεις του ΣτΕ αποφθέγγονται, ότι η διδασκαλία μαθήματος Θρησκευτικών πολυθρησκειακού (και όχι αποκλειστικώς της επικρατούσης θρησκείας) συνιστά αξιόποινη πράξη, ήτοι συνιστά το έγκλημα του ομαδικού προσηλυτισμού (απαγορεύεται υπό του άρθρου 13, παρ. 2 του Συντάγματος και τιμωρείται ποινικώς κατ’ άρθρον  4 του Ν. 1363/39 ως ετροποποιήθη), υπό δε της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, εάν ο προσηλυτισμός γίνεται εντός σχολείων, «θεωρείται ιδιαιτέρως επιβαρυντική αιτία». Εννοείται δε, κατόπιν τούτου ότι, εάν τυχόν ασκηθεί ποινική δίωξη διά την εν λόγω αξιόποινο πράξη π.χ. από κάποιον γονέα, θα διωχθεί κατ’ ανάγκην και ο διδάσκων το (πολυθρησκειακό) μάθημα των Θρησκευτικών. Τούτο προκύπτει ευθέως εκ του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικος, το οποίο αναφέρει, ότι ο διαπράττων αξιόποινη πράξη εκτελών εντολή των Αρχών, διώκεται και εκείνος ποινικώς, απαλλάσσεται δε μόνον, εάν υπεχρεούτο, να ενεργήσει «άμεσα»,  χωρίς δηλ. να του επέτρεπε ο χρόνος να εξετάσει την νομιμότητα της διαταγήςΕις την περίπτωσή μας, όμως, ο υπάλληλος που θα λάβει τέτοια εντολή, θα έχει και την νομική και την χρονική δυνατότητα, να εξετάσει τη νομιμότητά της. Κατά συνέπεια, θα φέρει ακεραία την ως άνω ποινική ευθύνη και κατ΄ ανάγκην (δηλ. υποχρεωτικώς) θα διωχθεί και εκείνος ποινικώς (υπ΄ όψιν δε ότι το έγκλημα του προσηλυτισμού διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ΄ έγκλησην, θεωρείται δε τετελεσμένο και από την αρχή, δηλ. από το στάδιο της απλής αποπείρας, χωρίς να απαιτείται κάποιος να επηρεαστεί).

4.- Εις το Διαδίκτυο διέρρευσε η πληροφορία, ότι ο Υπουργός Παιδείας αρνείται, να συμμορφωθεί προς τις επίμαχες αποφάσεις του ΣτΕ επικαλούμενος, το ότι το (πολυθρησκειακό) μάθημα των Θρησκευτικών σήμερα δεν διδάσκεται βάσει των αποφάσεων που ακυρώθηκαν, αλλά  βάσει άλλων  αποφάσεων νεωτέρων, οι οποίες δεν έχουν ακυρωθεί.  Εις το επιχείρημα αυτό αντιτάσσουμε, το άρθρον 95 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίον δεν επιτρέπει τέτοιαν ενέργεια και το οποίο έχει  ως εξής επί λέξει: «Η Διοίκηση έχει υποχρέωση, να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει». Ο εν προκειμένω σχετικός νόμος είναι το άρθρον 50, παρ. 4, της Δικονομίας ενώπιον του ΣτΕ   (Π.Δ. 18/1989), το οποίο έχει ως εξής επί λέξει: «Οι διοικητικές αρχές σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια  προς το περιεχόμενο της απόφασης  του Συμβουλίου ή να απέχουν  από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης εκτός από την δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση» (ως γνωστόν το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα τιμωρεί ποινικώς τον υπάλληλο διά παράβαση καθήκοντος).  Εν όψει των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος και των νόμων δεν υπάρχει περιθώριο εις τον Υπουργό ή εις άλλο όργανο, να αρνηθεί τη συμμόρφωσή του προς τις αποφάσεις της Ολομέλειας  του ΣτΕ 660/2018 και 926/2018, προβάλλων οποιανδήποτε αιτιολογία είτε επικαλούμενος νεωτέρα (ομοία ή παρεμφερή προς την ακυρωθείσα) απόφαση είτε άλλον λόγο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Πας εκπαιδευτικός (της στοιχειώδους ή μέσης εκπαιδεύσεως), που καλείται, να διδάξει το μάθημα των Θρησκευτικών υποχρεούται να σεβασθεί τις αποφάσεις της Ολομελείας  του Συμβουλίου Επικρατείας 660/2018 και 926/2018 και να αρνηθεί, να εξακολουθήσει, να διδάσκει το «προηγουμένης κοπής» μάθημα Θρησκευτικών (το γνωστό πολυθρησκειακό), έστω και αν του δοθεί εντολή προς τούτο.Εκ δε της τοιαύτης αρνήσεώς του καμμία δυσμενής συνέπεια δεν ανακύπτει εις βάρος του ούτε πειθαρχική, ούτε και ποινική. Αρκεί να αναφέρει, ότι αρνείται να διδάσκει μάθημα Θρησκευτικών πολυθρησκειακό, διότι τούτο τυγχάνει «προδήλως αντισυνταγματικό» ως κυριαρχικώς και αμετακλήτως έχουν αποφανθεί οι προαναφερόμενες αποφάσεις  της Ολομελείας  του ΣτΕ, οι οποίες πέραν της προδήλου αντισυνταγματικότητος της ποληθρησκευτικής ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών επισημαίνουν περαιτέρω και την δια της διδασκαλίας αυτού διάπραξη και αξιοποίνου πράξεως και μάλιστα ομαδικώς και υπό συνθήκες ιδιαιτέρως επιβαρυντικής περιστάσεως.

Αθήνα 16 Απριλίου 2018

Οι γνωμοδοτούντες
Γεώργιος Κρίππας                                           Απόστολος Φ. Βλάχος
Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου                 Επίτιμος Πρόεδρος Εφετών

ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΚΕ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ ΓΙΑ ΤΑ «ΝΕΑ» ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΑΚΕΛΟΥΣ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ


Πέντε δικογραφίες για νυν και πρώην υπουργούς διαβιβάστηκαν σήμερα στη Βουλή από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Οι δικογραφίες αφορούν σε υποθέσεις των υπουργών Εθνικής Άμυνας Πάνου Καμμένου, Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου, πρώην υπουργού Εσωτερικών Πάνου Σκουρλέτη, πρώην υπουργό του ΠΑΣΟΚ Χρήστο Πάχτα.

Η δικογραφία που διαβιβάστηκε στη Βουλή κατά του υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου αφορά σε μήνυση που κατέθεσε ο πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων σχολείου του Αγρινίου για τη διδασκαλία και το περιεχόμενο των Φακέλων Μαθήματος των Θρησκευτικών.

Με πληροφορίες από iefimerida.gr και star.gr

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΘ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

Αθήνα, 25 Σεπτεμβρίου 2018
Αριθμ. Πρωτ. 110

Αγαπητοί Συνάδελφοι και Συναδέλφισσες
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων εύχεται  σε όλους σας καλή και ευλογημένη σχολική χρονιά!

Η νέα σχολική χρονιά, ωστόσο, ξεκινά με προβλήματα που δημιουργεί η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας στους/στις μαθητές/τριες, στους γονείς τους, στον θεολογικό και εκκλησιαστικό κόσμο με την ασκούμενη πολιτική της στο θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών. Συγκεκριμένα ο Υπουργός Παιδείας κ. Κωνσταντίνος Γαβρόγλου προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιβάλει την εφαρμογή στα σχολεία των νέων πολυθρησκειακών Προγραμμάτων Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών που εισήγαγε ο προκάτοχός του κ. Νικόλαος Φίλης, αγνοώντας την καθολική αντίδραση προς αυτά τα Προγράμματα της πλειονότητας των γονέων, των Θεολόγων εκπαιδευτικών, των ιερέων, μοναχών/μοναζουσών, Επισκόπων της Εκκλησίας της Ελλάδας.
Προπαντός, όμως, ο κ. Υπουργός αρνείται να εφαρμόσει τις πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις 660/2018 και 926/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), οι οποίες ακυρώνουν τα προαναφερόμενα Προγράμματα, επειδή αυτά εισήγαγαν στα σχολεία μάθημα Θρησκευτικών αντιορθόδοξο και αντισυνταγματικό και τα οποία, εκτός των άλλων, όπως με έμφαση αναφέρουν οι αποφάσεις του ΣτΕ, οδηγούνσε προσηλυτισμό.
Ο Υπουργός Παιδείας οχυρώνεται πίσω από αίολα επιχειρήματα, όπως ότι το ΣτΕ ακύρωσε τα ΦΕΚ του κ. Φίλη και όχι τα δικά του ΦΕΚ. Αξίζει να επισημανθούν τα παρακάτω ως απάντηση σε αυτήν την υπουργική συμπεριφορά:

1. Ο κ. Υπουργός ενώ μέμφεται με σφοδρότητα όσους υπερασπίζονται με νομικά επιχειρήματα αλλά και νομικά αποδεικτικά στοιχεία την ορθόδοξη παιδεία στη χώρα μας αρνείται να εφαρμόσει τις αποφάσεις του ΣτΕ, με το επιχείρημα ότι τα Προγράμματα που εφαρμόζονται το τρέχον διδακτικό έτος έχουν διαφορετικό αριθμό ΦΕΚ. Στον κ. Υπουργό, όμως, έχει σταλεί η συγκριτική μελέτη του Εργαστηρίου Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, που πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων και η οποία αποδεικνύει ερευνητικά και επιστημονικά, με αξιόπιστο και έγκυρο μεθοδολογικό τρόπο, ότι τα Προγράμματα Γαβρόγλου (2017) είναι πανομοιότυπα και ταυτόσημα με τα Προγράμματα του κ. Φίλη(2016)!

2. Ο κ. Υπουργός, υπηρετών την Ελληνική Δημοκρατία και κοινωνία όφειλε και οφείλει να τηρεί το Σύνταγμα της χώρας και να σέβεται τις αποφάσεις της διακριτής δικαστικής εξουσίας, που στηρίζει και προστατεύει τη συνταγματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας(7/2010, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 2010, σελ. 513), η Διοίκηση μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης, έχει υποχρέωση, να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο αυτής και«όχι μόνο να θεωρήσει ως ανύπαρκτες τις ακυρωθείσες με την απόφαση αυτή διοικητικές πράξεις αλλά και με θετικές ενέργειές της να χωρίσει(προβεί) στην αναμόρφωση της δημιουργηθείσας, βάσει των έν λόγω πράξεων, καταστάσεως, ώστε να επανέλθουν τα πράγματα στην θέση που θα βρίσκονταν, αν οι πράξεις αυτές δεν είχαν εκδοθεί».
Άλλωστε και στο άρθρο 50 παρ. 4 του Π.Δ. για το ΣτΕ (18/1989), ορίζεται ότι: «Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο». «Ο παραβάτης εκτός από την δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παράβαση καθήκοντος) υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση».
Σύμφωνα με έγκριτους νομικούς, εφόσον στις δυο πρόσφατες αποφάσεις που αφορούν το μάθημα των Θρησκευτικών, το ΣτΕ διέγνωσε ως αντισυνταγματικό τον πολυθρησκειακό χαρακτήρα των Προγραμμάτων, το Υπουργείο Παιδείας υποχρεούται να αποσύρει οποιοδήποτε πολυθρησκειακό Πρόγραμμα και να επαναφέρει το προηγούμενο Πρόγραμμα ΣπουδώνΗ μη συμμόρφωσή τους συνεπάγεται μηνύσεις και αγωγές για αποζημιώσεις προσωπικά για κάθε υπεύθυνο. Το νομικό πλαίσιο της δημοκρατικής χώρας μας, δίνει τη δυνατότητα σε όλους τους πολίτες να ζητήσουν αποζημιώσεις και ποινικές διώξεις εκείνων, που καταχρώμενοι την εξουσία τους, τους στερούν βασικά ατομικά δικαιώματα.
Αν δεν υπήρχε αυτή η συνταγματική και νομοθετική πρόβλεψη, θα μπορούσε το κάθε υπουργείο να δημοσιεύει σε νέα ΦΕΚ αενάως την ίδια υπουργική απόφαση, που τυχόν ακυρώνεται από το ΣτΕ, με αποτέλεσμα να καταργείται στην ουσία ο ρόλος του ΣτΕ και να στερούνται οι πολίτες την πρόσβαση στο φυσικό τους δικαστή.
Επιπλέον, επισημαίνεται, ότι και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θεωρεί ευθεία παράβαση του άρθρ. 6 της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εξασφάλιση δίκαιης δίκης) την μη εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων από την κρατική διοίκηση και έχει καταδικάσει κατ’ επανάληψη χώρες της Ευρώπης για το δεδομένο αυτό.Οι αποφάσεις του κ. Υπουργού, συνεπώς, προσβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

3. Επισημαίνουμε ακόμη κάτι πολύ σημαντικό, στο οποίο  πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία, ότι δηλαδή, οι «Φάκελοι του μαθητή» που βασίζονται επάνω στα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών και διανεμήθηκαν στα σχολεία και κατά το τρέχον διδακτικό έτος, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, είναι πανομοιότυποι, με απλές μόνον διορθώσεις ορθογραφικών λαθών, με τους «Φακέλους» που διανεμήθηκαν στα σχολεία κατά την περυσινή σχολική χρονιά. Οι «Φάκελοι» μάλιστα αυτοί, τυπώθηκαν πέρυσι, με απόφαση του κ. Γαβρόγλου τον Μάϊο του 2017, πριν ακόμη ο κ. Γαβρόγλου αλλάξει και μετονομάσει τα ΦΕΚ του Φίλη σε ΦΕΚ Γαβρόγλου. Τυπώθηκαν, συνεπώς, και βασίστηκαν κυριολεκτικά επάνω στα ΦΕΚ του Φίλη που ήδη ακύρωσε το ΣτΕ με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του και, ως εκ τούτου, ήταν και παραμένουν 100% αντισυνταγματικοί. Αντισυνταγματικοί, επομένως, είναι και οι «Φάκελοι» της φετινής χρονιάς καθώς αποτελούν πιστά φωτοαντίγραφα των περυσινών όπως προείπαμε.
Από τα παραπάνω συνάγεται και η απάντηση  στο ερώτημα «ποιο μάθημα πρέπει να διδάξουν οι Θεολόγοι για να συντάσσονται  με το Σύνταγμα και τους Νόμους».
Ειδικότερα σύμφωνα με έγκριτους νομικούς «Κατά την Ελληνική Νομολογία, με την ακύρωση μίας υπουργικής απόφασης από το ΣτΕ, η τελευταία θεωρείται ως μηδέποτε εκδοθείσα και αναβιώνει αυτοδικαίως η προηγούμενη (ΣτΕ 4690/1983), εν προκειμένω το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών του 2003, το οποίο και αυτό παρουσιάζει προβλήματα, αλλά ισχύει μέχρι να εκδοθεί κάποια νεώτερη απόφαση που θα περιλαμβάνει Πρόγραμμα Σπουδών για τα Θρησκευτικά, σύμφωνο με το Σύνταγμα, όπως το ερμήνευσε το αρμόδιο δικαστικό όργανο. Αυτό οφείλουν κατά το νόμο να εφαρμόσουν οι Θεολόγοι για την τρέχουσα σχολική χρονιά και μέχρι το Υπουργείο Παιδείας να συμμορφωθεί με τις δικαστικές αποφάσεις».

Συνεπώς τα επιχειρήματα του κ. Υπουργού καταρρίπτονται και έχουμε την πεποίθηση ότι θα καταπέσουν εκ νέου και νομικά με την εκδίκαση στο ΣτΕ των προσφυγών που έχουν γίνει και κατά των ΦΕΚ του κ. Γαβρόγλου.
Για όλα τα ανωτέρω, α) γονείς μαθητών του ελληνικού σχολείου ήδη ετοιμάζονται να επιστρέψουν στο Υπουργείο και πάλι μαζικά τους «Φακέλους του μαθητή» που πρόσφατα διανεμήθηκαν στα παιδιά τους και β) επίσης γονείς μαθητών διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους κοινοποίησαν εξώδικη επιστολή στην Ένωσή μας, (την οποία συνημμένα σας κοινοποιούμε) και μας πληροφορούν ότι σκοπεύουν, σύμφωνα με τις πρόσφατες ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ, να ασκήσουν μηνύσεις σε όλους όσους συμβάλλουν στη διδασκαλία των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, η ύλη των οποίων ασκεί προσηλυτισμό στα παιδιά τους.

Κατόπιν όλων των παραπάνω σοβαρών εξελίξεων, η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων, έχοντας ήδη εδώ και πολύ καιρό ενημερώσει τον Υπουργό Παιδείας για όλες τις αντισυνταγματικές ενέργειες στον χώρο της θρησκευτικής παιδείας και, χωρίς ποτέ να έχει λάβει απάντηση από αυτόν, είναι υποχρεωμένη να κινηθεί, ώστε να προασπίσει τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα των Θεολόγων αλλά και του μαθήματος των Θρησκευτικών. Γι΄ αυτό και απευθύνεται στους Θεολόγους εκπαιδευτικούς που είναι μέλη της και τους επισημαίνει τις δυνατότητες που έχουν να προστατευτούν από τυχόν δυσάρεστες καταστάσεις και συνέπειες.
Σύμφωνα με έγκριτους νομικούς ο εκπαιδευτικός (θεολόγος ή δάσκαλος του Δημοτικού σχολείου που διδάσκει το μάθημα των Θρησκευτικών), έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί να διδάξει το μάθημα των  Θρησκευτικών με την υφιστάμενη κατάσταση ακόμη και αν του δοθεί εντολή προς τούτο, διότι τα συγκεκριμένα Προγράμματα και «Φάκελοι μαθήματος» κρίθηκαν αντισυνταγματικά με τις αποφάσεις της Ολομελείας  του Συμβουλίου Επικρατείας 660/2018 και 926/2018.Η άρνησή του αυτή δεν επισύρει καμία δυσμενή συνέπεια σε βάρος του ούτε πειθαρχική, ούτε και ποινική. Αρκεί να αναφέρει, ότι αρνείται να διδάξει κάτι «προδήλως αντισυνταγματικό», ως κυριαρχικώς και αμετακλήτως έχουν αποφανθεί οι προαναφερόμενες αποφάσεις  της Ολομελείας  του ΣτΕ, οι οποίες, πέραν της προδήλου αντισυνταγματικότητας της πολυθρησκευτικής ύλης, επισημαίνουν περαιτέρω και την δια της διδασκαλίας αυτού διάπραξη της αξιοποίνου πράξεως του προσηλυτισμού και μάλιστα ομαδικώς και υπό συνθήκες ιδιαιτέρως επιβαρυντικής περιστάσεως.

Με βάση τα παραπάνω, η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία μπορεί να διεξάγεται νόμιμα και συνταγματικά από τους διδάσκοντες μόνον με την ύλη του προηγούμενου Προγράμματος και των βιβλίων του (2003-2006).
Η αναλυτική επιστημονική και νομική τεκμηρίωση όλων των παραπάνω θέσεων παρουσιάζεται και αποδεικνύεται και από τα επισυναπτόμενα κείμενα.
Η ΠΕΘ νομικά αλλά και με κάθε άλλο πρόσφορο μέσον θα στηρίξει αποτελεσματικά τους Συναδέλφους/Συναδέλφισσες, αν και όποτε χρειαστεί, ώστε απερίσπαστοι/ες να επιτελούν το ζωτικής σημασίας για την ελληνική νεολαία, έργο τους.
Με αυτές τις σκέψεις ευχόμαστε σε όλους σας καλή δύναμη στο θεάρεστο έργο σας!

Το ΔΣ της ΠΕΘ

ΗΡΑΚΛΗΣ ΡΕΡΑΚΗΣ: ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ- Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΥΣΗ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΗΤΤΑΣ

Δημοψήφισμα για το Μακεδονικό:
Η μοναδική λύση αποτροπής της εθνικής ήττας
Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ
         
Μετά από τα τρία ιστορικά και μεγαλειώδη συλλαλητήρια του ελληνικού λαού - ένα στην Αθήνα και δύο στη Θεσσαλονίκη- και όλα τα άλλα που πραγματοποιήθηκαν σε όλες σχεδόν της πόλεις της Ελλάδας, οι πολιτικοί παράγοντες της χώρας πήραν το μήνυμα, πρώτον ότι δεν μπορούν να παραχωρήσουν αυτά που υπογράφτηκαν στις Πρέσπες και, επομένως, το δημοψήφισμα αποτελεί μια διέξοδο ανάγκης και, δεύτερον, ότι,αν αρνηθούν τελικά το δημοψήφισμα, αυτό θα αποτελέσει μέγιστο εθνικό ατόπημα, οι ευθύνες του οποίου θα συνοδεύουν ιστορικά τους παραχωρητές.    
Πολύ εύστοχα ο Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ. Στέφανος έχει τονίσει ότι «οι βόρειοι γείτονές μας δεν μπορούν να πάρουν το όνομα, αν δεν τους το δώσουμε εμείς και πρόσθεσε ότι εδάφη της Μακεδονίας υπάρχουν και στην Αλβανία και στην Βουλγαρία, αλλά αυτοί δεν κατασκευάζουν μακεδονική μειονότητα. Το κάνουν όμως τα Σκόπια και αυτό είναι δηλωτικό των αλυτρωτικών προθέσεων που έχουν σε βάρος της Ελλάδας».

    Η πολιτική ηγεσία οφείλει να σκεφτεί όλες τις πτυχές του θέματος και να αντιληφθεί ότι το δημοψήφισμα αποτελεί, εκτός των άλλων, μέσο υπεκφυγής από ενδεχόμενες πιέσεις ή ακόμη και υποσχέσεις,  με το επιχείρημα ότι μια κυβέρνηση δεν μπορεί να στερήσει από τους Έλληνες το ύψιστο δημοκρατικό τους δικαίωμα να εκφράζουν τη θέλησή τους για ένα τόσο σπουδαίο εθνικό θέμα.
Άλλωστε, συμφωνίες τόσο μεγάλης  σημασίας δεσμεύουν τα κράτη που τις υπογράφουν και επιφέρουν σοβαρότατες συνέπειες για το παρόν και για το μέλλον τους. Επομένως, είναι ανάγκη η συγκεκριμένη συμφωνία, όπως ιστορικά έχει συμβεί σε ανάλογες περιπτώσεις (π.χ. σχέδιο Ανάν στην Κύπρο), να τεθεί στην κρίση του ελληνικού λαού με δημοψήφισμα. Η κυβέρνηση, αν θέλει να ξεφύγει από ένα εθνικό άγος, που θα επιφέρει η υπόθεση των Πρεσπών, δεν έχει άλλη λύση επείγουσας ανάγκης, από το να κάνει αυτόν τον πολιτικό ελιγμό και να δώσει στον κυρίαρχο λαό αυτό που δικαιούται, δηλαδή τη δυνατότητα να αναλάβει εκείνος την ευθύνη για το μέλλον της Μακεδονίας.
Αν αρνηθεί τελικά το δημοψήφισμα, τότε αυτό θα καταγραφεί ως μία από τις πλέον αντιδημοκρατικές και αντεθνικές πράξεις της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ήδη οι υπογράψαντες τη συμφωνία συνειδητοποιούν καθημερινά την κοινωνική και πολιτική συντριβή και κατακραυγή. Διότι έκαναν το ιστορικό λάθος να παραχωρήσουν την ιστορική κληρονομιά της Μακεδονίας σε έναν λαό που εμφανίστηκε τα τελευταία 60 χρόνια στο ιστορικό γίγνεσθαι να διεκδικεί την οικειοποίηση της ελληνικής ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς, με τη στήριξη όσων έχουν επενδύσει γεωπολιτικά συμφέροντα σε αυτό το εγχείρημα, αδιαφορώντας για τις μελλοντικές διαχρονικές συνέπειες μιας τέτοιας άδικης ενέργειας σε βάρος των γειτόνων της. Γι αυτό, για την ελληνική πολιτική ηγεσία, μία μόνον σωστική λέμβος υπάρχει: Το Δημοψήφισμα. Αυτό ήταν το μήνυμα του Ελληνικού λαού σε όλα τα Συλλαλητήρια αλλά και στο Συλλαλητήριο στην Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης στις 8 Σεπτεμβρίου 2018 και ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω.
Οι έντονες συνεχείς και αυξανόμενες αντιδράσεις του ελληνικού λαού για όσα απερίσκεπτα παραχωρήθηκαν στις Πρέσπες έδωσαν το μήνυμα σε όλες τις πολιτικές παρατάξεις  ότι οι ψηφισμένοι πολιτικοί εκπρόσωποι του λαού, δεν μπορούν πλέον να ακολουθούν παλαιοκομματικά μοντέλα διακυβέρνησης και να ενεργούν αντιδημοκρατικά και ολοκληρωτικά, αποφασίζοντας, ενάντια στη θέλησή του για το μέλλον της χώρας. Βέβαια, στο πλαίσιο της πολιτικής διπλωματίας οι πολιτικοί που έχουν την ηγεσία της χώρας, οφείλουν να διαλέγονται με άλλα έθνη, κάνοντας όμως εθνική και όχι αντεθνική εξωτερική πολιτική. Δεν είναι δυνατόν να υιοθετούνται και να υπογράφονται συμφωνίες, που έχουν ως αποτέλεσμα να απειλούνται και να διακυβεύονται τα εθνικά συμφέροντα.
Η παραχώρηση του ονόματος και της εθνότητας «Μακεδονία» και «Μακεδόνες» στη γειτονική χώρα των Σκοπίων σημαίνει ότι ορισμένοι πολιτικοί δεν γνωρίζουν ότι γείτονες διεκδικούσαν χθες, θα διεκδικήσουν και σήμερα και αύριο και μάλιστα περισσότερα. Όσα παραχωρήθηκαν στις Πρέσπες αποτελούν τον καμβά, πάνω στον οποία θα υφαίνονται διεκδικήσεις, από την πλευρά των γειτόνων μας σε βάρος της μακεδονικής μας γης και ιστορίας, που θα γεννούν διαρκώς εθνικές πληγές και θα απαιτούν νέους αγώνες και θυσίες για να αντιμετωπιστούν, από την πλευρά των Ελλήνων. Στη θέση αυτή συνηγορεί και η φανερή πλέον υποστήριξη που έχουν αυτά τα σχέδια από τον διεθνή παράγοντα, που ορέγεται πάντοτε στη διαιώνιση του μύθου «διαίρει και βασίλευε». Αν και πότε θα υπάρξει η απειλή, στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον, δεν έχει σημασία ούτε μπορεί να το ξέρει κάποιος, όταν η ρευστότητα γύρω από την πολιτική που αφορά στην περιοχή των Βαλκανίων είναι ορατή.
Τα ερωτήματα, όμως, που απασχολούν τον λαό είναι καίρια και εύλογα: Γιατί θα πρέπει να υποχωρήσουν οι Έλληνες και να εκχωρήσουν τα ιστορικά τους δίκαια, για να εξυπηρετηθούν οι στόχοι των Σκοπιανών (ένταξη στο ΝΑΤΟ, ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση) και να μην υποχωρήσουν εκείνοι που έχουν το πρόβλημα; Η ελληνική πολιτική ηγεσία, επιτέλους, συνειδητοποιεί τι κερδίζει ή τι χάνει μακροπρόθεσμα η χώρα με αυτή την υποχωρητική τακτική; Διαθέτει τη στοιχειώδη διάκριση να δει ότι το κράτος των Σκοπίων με τις δικές της εκχωρήσεις και παραχωρήσεις επιχειρεί πλέον φανερά μια επιχείρηση καπηλείας της Ιστορίας μας; Μπορεί, ως ηγεσία της χώρας, να καταλάβει ότι δεν έχει λάβει από τον ελληνικό λαό τέτοια εντολή ιστορικών και πολιτισμικών παραχωρήσεων;
Για όλα αυτά τα θεμελιακά για το μέλλον της χώρα μας θέματα, είναι φανερό ότι η σωτήρια λύση για την Κυβέρνηση είναι το Δημοψήφισμα για τη Μακεδονία και τη συμφωνία των Πρεσπών. Δεν μπορεί, άλλωστε, να αρνείται η Κυβέρνηση να γίνει δημοψήφισμα για ένα τόσο μεγάλο, ιερό και εθνικό θέμα, την ώρα που το κράτος των Σκοπίων σέβεται τον λαό του και διενεργεί για το ίδιο θέμα δημοψήφισμα; Η ευθύνη της ισχύος της συμφωνίας των Πρεσπών είναι πολύ βαριά για να την αναλάβει η σημερινή πολιτική ηγεσία μόνη της, διότι η εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας, χωρίς την έκφραση της θέλησης του ελληνικού λαού, αποτελεί εθνική ήττα, που θα βλάψει καίρια  τα  εθνικά συμφέροντα και θα οδηγήσει σε ανέλπιστα αδιέξοδα τη χώρα μας.
Όλοι γνωρίζουν, άλλωστε, ότι, με τη συμφωνία των Πρεσπών, η πολιτική ηγεσία αποδέχτηκε τις δικαιϊκές αφετηρίες του αλυτρωτισμού των Σκοπιανών, που είναι η παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας και των Μακεδόνων, της Μακεδονικής γλώσσας και της Μακεδονικής εθνότητας και ιθαγένειας και απεμπόλησε την ιστορική επιχειρηματολογία και την ιστορική αλήθεια για τη χώρα μας. Εφόσον, όμως, οι κυβερνώντες πιστεύουν ότι αυτά που συμφώνησαν και υπέγραψαν είναι θετικά υπέρ του κυρίαρχου ελληνικού λαού και των συμφερόντων του, τι είναι αυτό που φοβούνται και του στερούν  τη δυνατότητα να εκφραστεί δημοκρατικά με δημοψήφισμα;

http://aktines.blogspot.com

ΟΣΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ

             Όσιος Ισαάκ ο Σύρος
 
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος δεν είχε καθορισμένη ημερομηνία εορτασμού στο ελληνορθόδοξο ημερολόγιο. Συνηθιζόταν να μνημονεύεται το όνομα του στις 28 Ιανουαρίου μαζί με τον άλλο μεγάλο Σύρο πατέρα της Εκκλησίας, τον όσιο Εφραίμ.
Ωστόσο εδώ και μερικά χρόνια και με πρωτοβουλία του οσίου γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, ο οποίος ευλαβείτο πολύ τον όσιο Ισαάκ, συντάχθηκε η ακολουθία του και επελέγη η 28η Σεπτεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της οσιακής μνήμης του. Μάλιστα χτίστηκε στο Άγιον Όρος και ο πρώτος ναός του Οσίου, σε κελλί μοναχού της συνοδείας του γέροντος Παϊσίου. Από το βιβλίο «Ασκητικοί λόγοι. Αββάς Ισαάκ του Σύρου», Εκδόσεις Απόστολος Βαρνάβας, διαβάζουμε:
Ο όσιος πατήρ ημών Ισαάκ, ο μέγας και θαυμαστός στην αρετή, ο ουρανοπολίτης αυτός άνθρωπος και επίγειος άγγελος, του θαυμάσιου εκείνου Αβραάμ όχι υιός, αλλά γνήσιος απόγονος, υπήρχε το μεν γένος Σύρος, γεννήθηκε δε κατά άλλους στην Νινευή πόλιν της Μεσοποταμίας, κατ' άλλους γεννήθηκε και ανατράφηκε και μεγάλωσε σε κάποια κωμόπολη, όχι μακριά της Εδέσσης, πόλεως της Συρίας.

Ποίοι υπήρξαν οι γονείς τούτου του μακαρίου πατρός και ποίας καταστάσεως άνθρωποι ήσαν και πώς λεγόντουσαν, είναι άγνωστο. Γνωρίζομε όμως, ότι ο θείος ούτος πατήρ στην ακμή της ηλικίας του απαρνήθηκε τον κόσμο και τα εν τω κόσμο απήλθε μετά του αυτάδελφού του σε κοινόβιο, στα μέρη εκείνα του αγίου μάρτυρος Ματθαίου καλούμενο, οπού και άλλοι πολλοί τότε ασκούσαν την εν σώματι Αγγελική πολιτεία.
Αφού ντύθηκε το αγγελικό σχήμα και τον τρόπον και τον βίον και γυμνάστηκε στους ασκητικούς αγώνας και πόνους και κορέστηκε εκ του γάλακτος της πρακτικής αρετής και αφού με ικανό τρόπο κατεκοίμησε τα άταχτα της σάρκας πάθη και την σάρκα καθυπέταξε στο πνεύματι, πεθύμησε την στερεά της βαθυτέρας θεωρίας του πνεύματος τροφή.
Και αμέσως έφυγε από το κοινόβιο και από όλη εκείνη της ιερά αδελφότητα και δρομαίος ήλθε ως διψασμένο ελάφι στις πηγές των υδάτων σε ερημικό τόπον, μακριά του κόσμου και της συναναστροφής των πολλών, κατοίκησε εντός μεμονωμένου κελιού, μόνος μόνω τω Θεώ και τω εαυτού πνεύματι ασχολούμενος.
Ο δε αυτάδελφος, όταν ανέλαβε την ηγουμενία του κοινοβίου, έγραφε επανειλημμένως προς αυτόν και τον παρακαλούσε δεόμενος, να επανέλθει στην πρώτη αυτού μετάνοια, αλλά ο θείος Ισαάκ γλυκαθείς τη γλυκύτητα της θεωρίας του πνεύματος και της μελέτης των θείων εννοιών και της νοεράς προσευχής, παντελώς δεν πρόσεχε στου αδελφού τις παρακλήσεις, ουδέ συγκατατέθηκε ν' αφήσει το της ησυχίας αμέριμνο και ατάραχο. Και αφού οι παρακλήσεις δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν την επιστροφή του, θεία αποκάλυψις προσκάλεσε αυτών άνωθεν στην αρχιερατική επιστασία των Νινευιτών εκκλησίας. Και εάν ένας τον αδελφών αυτού, εφάνη παρήκοος πρότερον, ύστερον όμως στην θεία φωνή υπέκυψε τον αυχένα μετά ταπεινώσεως. Αφήνει λοιπόν την έρημο και ησυχία ο φιλέρημος και φιλήσυχος Ισαάκ και της μεγαλουπόλεως Νινευή προχειρίζεται επίσκοπος.
Δεν έπρεπε βέβαια ο λύχνος να βρίσκεται υπό τον ερημικό μόδιο κρυμμένος, αλλά να τεθεί επί την ποιμαντική λυχνία, για να διαυγάσει στους μακράν της ερήμου ευρισκομένους της διδασκαλίας και αρετής το φως αλλά αυτό λίγο διήρκεσε, και τόσο, ώστε μόλις ανέτειλε και φάνηκε το φως στον ορίζοντα της εκκλησίας, και πάλιν έδυσε και κρύφτηκε καθότι ο όσιος ούτος πατήρ έπαθε ο,τι και ο θείος Γρηγόριος ο θεολόγος, ο οποίος όταν ψηφίστηκε επίσκοπος Σασίμων, αμέσως αναχώρησε από εκεί. Αίτια δε της αμέσως από την επισκοπική θέση αναχωρήσεις του πατρός Ισαάκ υπήρξε το εξής περιστατικό.

Όταν χειροτονήθηκε ο όσιος και κάθισε στο επισκοπικό οίκημα, παρέστησαν ενώπιον του δύο χριστιανοί, ο ένας ήταν δανειστής, ο άλλος οφειλέτης· και ο μεν δανειστής απαιτούσε το δάνειο, ο δε οφειλέτης ομολογούσε το χρέος, άλλα μη έχων προς το παρόν τα χρήματα ζήτησε μερικές ημέρες προθεσμία αλλά ο άσπλαχνος εκείνος δανειστής, είπε ότι εάν δεν μου αποδώσει, σήμερα αυτός το δάνειο, εγώ εξάπαντος παραδίδω αυτόν στον κριτή. Ο δε όσιος πατήρ Ισαάκ λέγει προς αυτόν, τέκνον, εάν για την εντολή του Ευαγγελίου οφείλεις και τα δια της βίας παρά σου αφαιρεθέντα πράγματα να μη ζητείς, πόσο μάλλον δεν πρέπει να υπομένεις λίγες μέρες ημέρας αυτόν ο οποίος σε παρακαλεί; Ο δε ανελεήμων εκείνος δανειστής, άφες, πάτερ, ήδη το ευαγγέλιον, είπε με αυθάδεια και αναχώρησε από εκεί. Μόλις άκουσε αυτά ο όσιος Ισαάκ, είπε στον εαυτό του εάν αυτοί δεν υπακούν στα προστάγματα του ιερού ευαγγελίου, τι λοιπόν εγώ ήλθα εδώ να πράξω; Αυτά είπε, και ευθύς αναχώρησε πάλιν στην έρημο, και ήλθε και κατοίκησε στο πρώτον του κελίον, οπού μέχρι θανάτου ανδρείως και καρτερικός υπέμεινε.

Ποιους δε αγώνας ανέλαβε ο μακάριος ούτος πατήρ κατά των δαιμόνων και της σαρκός, και ποιός υπήρξε κατά την πρακτική και θεωρητική αρετή, και σε πόση ψυχής τελειότητα έφθασε, και ποια χαρίσματα αξιώθηκε στο βίο όσο ζούσε επί της γης, όλα αυτά είναι περιττό να διηγηθεί κάποιος· Καθόσον ευκόλως εννοούνται από τα ίδια λόγια που περιέχει το παρόν βιβλίο.
Από όσα μπορούν να γίνουν φανερά ότι όσα έγραψε ό θείος ούτος πατήρ, πρώτον κατόρθωσε αυτά ο ίδιος γιατί στον εικοστό έκτον λόγον λέγει, «εν πολλώ καιρώ πειραζόμενος από τα δεξιά και από τα αριστερά και εαυτόν δοκιμάσας εν τοις δυσί τρόποις τούτοις πολλάκις, και δεξάμενος εκ του εναντίου πληγάς αναρίθμητους, και αξιωθείς μεγάλων αντιλήψεων κρυπτώς, εκομισάμην εαυτω πείραν εκ των μακρών χρόνων των ετών, και εν δοκιμασία και Θεού χάριτι ταύτα εμαθον»· στον δέκατο πέμπτο λόγο λέγει, «ταύτα έγραψα προς ανάμνησιν εμήν, και παντός έντυχάνοντος τώδε τω συγγράμματι, καθώς κατείληφα από τε της θεωρίας των γραφών, και των αληθινών στομάτων, και μικρόν απ' αυτής της πείρας»· αλλά και όσης χάριτος αξιώθηκε παρά Θεού δεν δυνήθηκε να παρασιώπηση, και σε πολλούς άλλους λόγους αμυδρώς, μάλιστα στον τριακοστό όγδοο φανερώς διακηρύττει λέγων, «πολλάκις οτε ταύτα έγγραφων, υπελείποντό μου οι δάκτυλοι επί τον χάρτη, και ούχ υπέφεραν κατέναντι της ηδονής, της εμπιπτούσης εν τη καρδία μου, και τας αισθήσεις κατασιγαζούσης». Κατά τούτο πρέπει να θαυμάσει κάποιος την αρετή του θείου πατρός, ότι ενώ ευρίσκετο μακράν των ανθρώπων, κατεφλέγετο υπό της προς αυτούς αγάπης, καθώς ο ίδιος περί εαυτού διαμαρτυρόμενος, στον αυτόν λόγον λέγει, «διότι γέγονα μωρός, ούχ' υπομένω φυλάξαι το μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων για την των αδελφών ωφελείαν διότι αυτή εστίν ή αγάπη ή αληθινή, ήτις ου δύναται υπόμεινε εν τινι μυστήριο εκ των αγαπητών αυτής»· για αυτό στην έρημο ευρισκόμενος, πότιζε αφθόνως δια του ζωηρού νάματος της διδασκαλίας του τας ψυχάς των αδελφών.
Έζησε ο άγιος ούτος, αρχομένης της εβδόμης από κτίσεως κόσμου χιλιάδος, το οποίο εξάγεται από κάποιο χωρίου του τριακοστού τρίτου λόγου, όπου περί των δαιμόνων λέγει ούτως, «εξ εναντίας γαρ τούτων (των δαιμόνων), των εχόντων εξακισχιλίους χρόνους εισφέρεις εαυτόν δογμάτισε» από αυτό γίνεται φανερό, ότι όταν τον λόγον έγραφε, υπήρχε ήδη τελειωμένο το από κτίσεως κόσμου εξακισχιλιοστόν έτος.
 
https://www.saint.gr

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ: "ΤΟ ΚΑΤΑ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΟΡΘΟ ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ"

ΤΟ ΚΑΤΑ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΟΡΘΟ ΟΝΟΜΑ 
ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΥΤΥΧ. ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ, 
Ἐπιτίμου Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου Δ.Ν.

[ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ Νέα Θρησκευτικά - Ἡ ἑπόμενη ἠμέρα ΣΕΦ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2018]

1-Τό ἰσχῦον Σύνταγμα ἀναφέρεται στήν παιδεία μέ εἰδικό ἄρθρο τό ὁποῖον εἶναι ἐνταγμένο στό δεύτερο κεφάλαιο αὐτοῦ ὑπό τόν τίτλο « Ἀτομικά καί κοινωνικά δικαιώματα » . Πρόκειται γιά τό ἄρθρο 16§2 αὐτοῦ τό ὁποῖον ἀναφέρεται στήν παιδεία γενικῶς ἀλλά καί εἰδικῶς σέ πολλά ἐπί μέρους θέματα αὐτῆς. Εἰδικότερα στήν §2 τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος ὁρίζονται τά ἑξῆς:«Ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασική ἀποστολή τοῦ κράτους καί ἔχει σκοπό τήν ἠθική, πνευματική, ἐπαγγελματική καί φυσική ἀγωγή τῶν Ἑλλήνων,τήν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς συνείδησης καί τή διάπλασή τους σέ ἐλεύθερους καί ὑπεύθυνους πολίτες».

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει τό γεγονός τῆς ἔνταξης τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περί παιδείας στό κεφάλαιο περί τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων.Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ παιδεία ἀναγνωρίζεται εὐθέως ἀπό τό Σύνταγμα ὡς δικαίωμα καί μάλιστα «ἀτομικό καί κοινωνικό » . Δικαίωμα σημαίνει τήν ἀπό τήν ἔννομη τάξη ἀναγνώριση στό πρόσωπο βουλήσεως γιά τήν ἐπίτευξη ἐννόμου ἀποτελέσματος. Ἀπό τόν ὁρισμό αὐτό τοῦ δικαιώματος συνάγεται ὅτι ἡ ἀναγνώριση δικαιώματος στό πρόσωπο σημαίνει τήν ἀπόδοση σ’ αὐτό προστατευόμενης ἱκανότητας νά ἐπιδιώκει καί παράγει ἔννομα ἀποτελέσματα. Ἡ ἀναγνώριση ἀτομικῶν δικαιωμάτων ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἔχει σημασία τόσο γιά τό πρόσωπο , ὅσο καί γιά τήν ἴδια τήν Πολιτεία . Γιά τό πρόσωπο διότι θωρακίζεται μέ προστατευόμενη ἱκανότητα παραγωγῆς ἐννόμων ἀποτελεσμάτων , γιά δέ τήν Πολιτεία διότι τό εὖρος τῆς ἀναγνώρισης ἀτομικῶν δικαιωμάτων προσδιορίζει τόν εὐρύτερο φιλελεύθερο χαρακτήρα αὐτῆς.
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ παρατήρηση ὅτι τά ἀτομικά δικαιώματα συνδέονται ἄμεσα μέ τόν ἄνθρωπο διότι ἀπορρέουν ὅλα ἀπό τήν ἀξία πού λέγεται ἄνθρωπος καί συνιστοῦν ἀπό νομική ἄποψη τήν ἔμπρακτη ἐξειδίκευση τῆς ἀναγνώρισης τῆς ἀνθρώπινης ἀξίας.Ἔτσι εἰδικώτερα στό ἄρθρο 2§1 τό Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι « ὁ σεβασμός καί ἡ προστασία τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελοῦν τήν πρωταρχική ὑποχρέωση τῆς Πολιτείας». Ὁ κύριος λοιπόν σκοπός τῆς ὑπάρξεως τῆς Πολιτείας εἶναι ὁ σεβασμός καί ἡ προστασία τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου. Μέ ἄλλα λόγια ἡ πολιτεία καί οἱ νόμοι της ὑπάρχουν χάρη τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα καί μέ τό ἁγιογραφικό « τό Σάββατον ἐγένετο διά τόν ἄνθρωπον, καί οὐχί ὁ ἄνθρωπος διά τό Σάββατον». Εἶναι δέ τόσο θεμελιώδης ἡ διάταξη αὐτή τοῦ Συντάγματος ὥστε ἀπαγορεύεται ρητῶς ἡ ἀναθεώρησή της. Ἑπομένως ὅσο θά ὑπάρχει Σύνταγμα θά ὑπάρχει καί ἡ διάταξη αὐτή ὡς καταξιωτική τῆς ὑπάρξεως τῆς Πολιτείας. Ἡ ἀπαγόρευση τῆς ἀναθεώρησης τῆς θεμελιώδους αὐτῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἐπιδρᾶ καί σέ ὅλα τά ἐπί μέρους ἀτομικά δικαιώματα πού ἀναγνωρίζει καί προστατεύει τό Σύνταγμα. Καί ναί μέν οἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος πού κατοχυρώνουν τά ἀτομικά δικαιώματα δέν περιλαμβάνονται ὅλες στόν κατάλογο τῶν μή ἀναθεωρήσιμων διατάξεων τοῦ ἄρθρου 110 αὐτοῦ, μέ ἐξαίρεση ὁρισμένων ἀπό αὐτές ὅπως τοῦ ἄρθρου 4§1περί τῆς ἰσότητας, 5§1 περί τῆς ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τῆς προσωπικότητας, 5§3 περί τοῦ ἀπαραβίαστού της προσωπικῆς ἐλευθερίας,καί 13§1 γιά τό ἀπαραβίαστο τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, πλήν ὅμως ἡ μέ τήν ἀναθεώρηση κατάργηση κάποιων ἀπό τά λοιπά ἀναγνωριζόμενα στό Σύνταγμα ἀτομικῶν δικαιωμάτων δέν φαίνεται ἐπιτρεπτή ἐν ὄψει τῆς μή ἀναθεωρήσιμης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2§1.Ἔτσι γιά παράδειγμα τό ἄρθρο 7 τοῦ Συντάγματος μέ τό ὁποῖον ἀπαγορεύονται τά βασανιστήρια καθώς καί κάθε ἄλλη προσβολή τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας δέν περιλαμβάνεται στόν κατάλογο τῶν μή ἀναθεωρήσιμων διατάξεων τοῦ Συντάγματος . Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι μπορεῖ νά καταργηθεῖ κάποτε μέ τήν ἀναθεώρηση ἡ διάταξη αὐτή καί νά ἐπιτρέπονται ἐφεξῆς τά βασανιστήρια! Τό ἴδιο ὅμως πρέπει νά δεχθοῦμε μέ βάση τήν ἴδια ἑρμηνευτική μέθοδο καί γιά τό ἄρθρο 16§2 μέ τό ὁποῖον κατοχυρώνεται τό δικαίωμα τοῦ Ἕλληνα στήν παιδεία. Καί αὐτό τό ἄρθρο γιά τήν παιδεία δέν περιλαμβάνεται στόν κατάλογο τοῦ ἄρθρου 110 τῶν μή ἀναθεωρήσιμων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Μπορεῖ ὅμως νά φανταστεῖ κανείς τόν ἕλληνα συνταγματικό νομοθέτη νά καταργεῖ μέ τήν ἀναθεώρηση τό δικαίωμα αὐτό τῆς παιδείας;
     Ἡ ἀναγνώριση ἀπό τό Σύνταγμα τῆς παιδείας ὡς ἀτομικοῦ δικαιώματος τοῦ ἀνθρώπου γενικῶς καί πολύ περισσότερο τοῦ Ἕλληνα σημαίνει πρῶτον ὅτι ἀναγνωρίζεται καί προστατεύεται δικαίωμα στήν παιδεία, καί δεύτερον ἐπιβάλλεται στήν Πολιτεία ἀντίστοιχη ὑποχρέωση. Ἑπομένως ὁ μέν φορέας τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἔχει ἀξίωση κατά τῆς Πολιτείας πρός παροχή παιδείας ἡ δέ Πολιτεία ὡς ὑπόχρεη ἔναντι τοῦ δικαιούχου, ὀφείλει νά παρέχει σ’ αὐτόν τό ἀγαθό της παιδείας . Αὐτό εἰδικότερα σημαίνει ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωση νά διατηρεῖ πάντοτε ἕνα σύστημα παροχῆς παιδείας μέσῳ τῆς ἐκπαίδευσης πρός ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν τῆς παιδείας, ὅπως αὐτοί καθορίζονται στό ἄρθρο 16§2 τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως δέν ἐπιτρέπεται ἀπό τό Σύνταγμα ἡ ὁλοσχερής ἀπάλειψη ἀπό τήν ἐκπαίδευση μαθήματος ἀνάπτυξης τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τήν Ἑλλήνων.
   Ἐφόσον λοιπόν πάντοτε κατά τό ἰσχῦον Σύνταγμα θά ὑπάρχει στήν ἐκπαίδευση μάθημα ἀνάπτυξης τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων καθίσταται ἀναγκαία ἡ ἀντιμετώπιση   δυό βασικῶν θεμάτων σχετικῶν μέ τό μάθημα αὐτό: πρῶτον ποιό εἶναι κατά τό Σύνταγμα τό περιεχόμενο πού πρέπει νά ἔχει τό μάθημα αὐτό καί δεύτερον ποιό εἶναι ἐπίσης κατά τό Σύνταγμα τό ὀρθότερο ὄνομα πού πρέπει νά φέρει αὐτό τό μάθημα.
Καί τά δυό αὐτά θεμελιώδη θέματα πού συνθέτουν κατά βάση τό ὑφιστάμενο πρόβλημα « τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν», ὅπως ἐπικράτησε νά λέγεται, ἀντιμετωπίζονται ἀπό τό Σύνταγμα μέ τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 16§2, καί ἡ λύση τους προβάλλει μέσα ἀπό τόν καθορισμόν τοῦ σκοποῦ πού κατά τό Σύνταγμα τίθενται στήν παιδεία.
   Ὡς πρός τό πρῶτο ζήτημα θά μπορούσαμε νά θεωρήσομε γενικῶς ὡς τό συνταγματικῶς ἐπιβαλλόμενο περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν « τήν ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων», ἡ ὁποία συνιστᾶ τόν συνταγματικῶς ἐπιβαλλόμενο σκοπό τῆς παιδείας. Λογικά ὁ σκοπός τῆς πράξης γενικῶς ταυτίζεται μέ τό ἀντικείμενο αὐτῆς πού καλύπτεται ἀπό τό περιεχόμενό της.Ἐν προκειμένῳ ὅμως ὁ σκοπός ὡς συνταγματική ἐπιταγή πρός τά ἁρμόδια ὄργανα τῆς Πολιτείας δέν ἐξειδικεύεται καί γι’ αὐτό ἡ διάταξη πού τόν καθορίζει ὡς γενικό πλαίσιο σκοπητέας συνταγματικῶς παιδευτικῆς ἤ ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς χρήζει ἀναγκαίως ἑρμηνείας. Κατά μίαν λοιπόν ἑρμηνευτική ἄποψη, ἄν καί ὁ συνταγματικός νομοθέτης δέν προσδιορίζει τό περιεχόμενο τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης, ἐν τούτοις φαίνεται ὡς αὐτονόητο ὅτι ὁ ὅρος αὐτός παραπέμπει στήν ἔννοια τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς συνείδησης τῆς «ἐπικρατούσας» καί ἐπίσημης θρησκείας τοῦ Κράτους.Ἑπομένως κατά τήν ἄποψη αὐτή τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρέπει νά ἔχει ὀρθόδοξο χριστιανικό περιεχόμενο.
   Κατ’ ἄλλην ἄποψη τό ἰσχῦον Σύνταγμα ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν ὀρθόδοξη χριστιανική ἀντίληψη πού ἐπικρατοῦσε ὑπό τό καταργηθέν Σύνταγμα τοῦ 1952 στήν ἑρμηνεία τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐκείνου , διότι ἡ ἀντίληψη αὐτή στηριζόταν σέ διαφορετική διατύπωση τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ ὁποία εἶχε ὡς ἑξῆς : ἡ παιδεία πρέπει νά παρέχεται μέ βάση τίς « ἰδεολογικές κατευθύνσεις τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ » ,ἡ ὁποία εὐνοοῦσε τήν ὀρθόδοξη χριατιανική ἀντίληψη καί ἡ ὁποία δέν ἐπαναλήφθηκε στό ἰσχῦον Σύνταγμα. Ἑπομένως ὁ συνταγματικός νομοθέτης μετέβαλε κατά τούς ὑποστηρικτές τῆς ἀπόψεως αὐτῆς γνώμη καί θέση ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀφοῦ στό νέο ἄρθρο τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος προτίμησε τήν οὐδέτερη διατύπωση πού συνδέει τούς σκοπούς τῆς παιδείας «μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης» γενικῶς. Οἱ ὑποστηρικτές τῆς ἄποψης αὐτῆς ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ θρησκευτική συνείδηση στό ἄρθρο 16§2 δέν εἶναι πλέον ἀποκλειστικά ὀρθόδοξη χριστιανική , ἀλλά ἔχει διαφορετικό περιεχόμενο τό ὁποῖο ποικίλει ἀνάλογα μέ τίς ὑποστηριζόμενες ἀντιχριστιανικές ὡς ἐπί τό πολύ ἰδεολογικές ἀντιλήψεις πού τό στηρίζουν. Εἰδικότερα ὑποστηρίζεται ὅτι : α) ὁ ὅρος θρησκευτική συνείδηση περιλαμβάνει ὄχι μόνο τήν ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη, ἀλλά καί κάθε ἄλλη θρησκευτική, ἀντιθρησκευτική καί ἀθρησκευτική ἰδεολογία. β) Ὁ ὅρος « χριστιανική συνείδηση» πρέπει νά διαβασθεῖ πλέον ὡς «θρησκειολογική συνείδηση» καί γι’ αὐτό τό περιεχόμενο τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος πρέπει νά εἶναι ὄχι ἡ « θρησκευτική» , ἀλλά ἡ «θρησκειολογική » παιδεία, καί τέλος γ) ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 16§2 δέν ἔχει κανονιστική ἰσχύ καί γι’ αὐτό δέν εἶναι δεσμευτική , μέ συνέπεια νά μήν εἶναι ὑποχρεωτκός ὁ ὀρθόδοξος χριστιανικός χαρακτήρας τῆς παιδείας.
Ἡ γενική αὐτή ἀρνητική ἄποψη ἐπί τοῦ θέματος στηρίζεται, ὅπως εἴπαμε, στήν παρατήρηση ὅτι τό ἰσχῦον Σύνταγμα ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό προηγούμενο ἀπαλείφοντας τήν φράση ἐκείνου κατά τήν ὁποίαν ἡ παιδεία πρέπει νά παρέχεται « μέ βάση τίς ἰδεολογικές κατευθύνσεις τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ», κι αὐτό κατά τούς ὑποστηρικτές τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τό ἔκανε γιά δυό λόγους, πρῶτον μέν διότι ὁ ὅρος « ἑλληνοχριστιανικός πολιτισμός » εἶναι ἀντιφατικός ἀφοῦ συντίθεται ἀπό δυό ἔννοιες ( ἑλληνικός- χριστιανικός), οἱ ὁποῖες εἶναι ἀντιφατικές μεταξύ τους , καί δεύτερον διότι θεωρήθηκε διαβλητός διότι χρησιμοποιήθηκε ὡς σημαία θά λέγαμε ἀπό τήν Ἀπριλιανή Δικτατορία μέ τό γνωστόν ἐκεῖνο «σλόγκαν» : « Ἑλλάς Ἑλλήνων Χριστιανῶν». Οἱ ἀπόψεις αὐτές ἀποδεικνύονται ἀβάσιμες σύμφωνα μέ τήν ἱστορική ἑρμηνεία τοῦ Δικαίου πού ἀκολουθεῖται ἐν προκειμένῳ.Ἔτσι ἀναμφισβήτητη εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅτι τό κυρίαρχο στοιχεῖο πού συνεῖχε τόν τότε συνταγματικό νομοθέτη ἦταν ἐκεῖνο πού εἶχε νά κάνει: α) μέ τήν συνταγματική ἐξουδετέρωση τῶν καταλοίπων τῆς προηγηθείσης Δικτατορίας ὥστε τίποτε πλέον νά μή τή θυμίζει στίς ἐπερχόμενες γενεές τῶν Ἑλλήνων, καί β) μέ τήν διασφάλιση καί θωράκιση τῆς Πολιτείας ἔναντι οἱουδήποτε ἄλλου δικτατορικοῦ κινδύνου. Ἑπομένως ὁ μοναδικός λόγος πού ὁδήγησε τόν νομοθέτη στήν ἀπάλειψη τῆς παραπάνω διατύπωσης ἀπό τήν νέα   γιά τήν παιδεία διάταξη ἦταν ἀκριβῶς αὐτός. Ἀντίθετα ὁ λόγος ὅτι ὁ ὅρος « ἑλληνοχριατιανικός » πολιτισμός ἐγκαταλείφθηκε ὡς ἀντιφατικός δέν εὐσταθεῖ, διότι ἁπλούστατα στήν πραγματικότητα δέν περιέχει καμιά ἀπολύτως ἀντίφαση.Ὁ ὅρος αὐτός καθιερώθηκε ὡς ὁ πλέον κατάλληλος γιά νά ἐκφράσει τό ἀναμφισβήτητο ἱστορικό φαινόμενο τῆς ἀλληλοπεριχώρησης τῶν δυό κυρίαρχων κόσμων στό χῶρο τοῦ πολιτισμοῦ καί τοῦ πνεύματος γενικότερα, τοῦ ἑλληνικοῦ ἀπό τή μία καί τοῦ χριστιανικοῦ ἀπό τήν ἄλλη.
Ἡ συνάντηση τοῦ χριστιανισμοῦ μέ τόν ἑλληνισμό εἶναι ἀπό τά μεγαλύτερα γεγονότα τῆς παγκόσμιας ἱστορίας. Μιλᾶμε γιά συνάντηση κι ὄχι γιά σύγκρουση. Οἱ δυό κόσμοι συναντήθηκαν, ἐπικοινώνησαν μεταξύ τους, ἀλληλοσυμπληρώθηκαν καί πορεύθηκαν μαζί σέ μία ἀπερινόητη ὄντως ἀλληλοπεριχώρηση. Δέν συγκρούσθηκαν, δέν ἀλληλοϋπονομεύθηκαν ,δέν περιχαρακώθηκαν, δέν συγχωνεύθηκαν. Δέν ἐξελληνίσθηκε ὁ χριστιανισμός, οὔτε ἐκχριστιανίσθηκε ὁ ἑλληνισμός. Οἱ δυό κόσμοι ἔδωσαν τά χέρια σέ μία κοινωνία ἀλήθειας καί πνεύματος, παίρνοντας ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον τό ἀναγκαῖο συμπλήρωμα. Στήν κοινή πλέον ἀδιάσπαστη πορεία τους μεγαλούργησαν μέ τήν διαμόρφωση ἑνός νέου πλέον πολιτιστικοῦ μοντέλου, τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ, στό ὁποῖο ἡ ἀνθρωπότητα ὀφείλει τή συνέχειά της.
   Ἀλλά οὔτε καί διαβλητός εἶναι ὁ ὅρος αὐτός ἐπειδή χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικῶς ἀπό τό Ἀπριλιανό δικτατορικό καθεστώς ὡς σύνθημά του ὑπό τό γνωστό ἰδεολόγημα « Ἑλλάς Ἑλλήνων Χριστιανῶν». Οἱ μεγάλες ἰδέες ὅσο κι ἄν καταχρῶνται δέν χάνουν τήν ἀξία τους. Οὔτε βεβαίως φταῖνε οἱ ἴδιες ἐπειδή βρίσκονται κάποιοι ἐπιτήδειοι ἀνάξιοι καί τιποτένιοι πού τίς καταχρῶνται. Ἡ κακή ἐφαρμογή τους δέν ἀκυρώνει τίς ἰδέες , οὔτε τίς καθιστᾶ ὑπεύθυνες γιά τά ἀποτελέσματά της! Δέν εὐθύνεται ὁ χριστιανισμός γιά τήν Ἱερά Ἐξέταση, ἀλλά ὁ ἀντίχριστος Πάπας καί οἱ ὀπαδοί του πού τήν ἐφηῦραν στό ὄνομά του. Δέν φταίει λοιπόν ἡ ἑλληνορθόδοξη πίστη τῶν Ἑλλήνων ἄν τήν κακοποίησε τό Ἀπριλιανό Πραξικόπημα.
Οἱ συνθῆκες ὑπό τίς ὁποῖες ψηφίσθηκε τό 1975 τό ἰσχῦον Σύνταγμα, χαρακτηριζόμενες ἀπό μία δικαιολογημένη ἀντιδικτατορική ὑστερία, ἔχουν παρέλθει πλέον καί δέν ὑφίσταται κανένας ἀπολύτως κίνδυνος προστασίας τῆς δημοκρατίας ἀπό τήν κατάχρηση ἀρχῶν καί ἰδεῶν πού συγκροτοῦν καί συγκρατοῦν τόν πολιτισμό μας. Ἀντιθέτως εἶναι πλέον καιρός νά ἀποκατασταθοῦν στή συνείδηση τοῦ λαοῦ οἱ ἀρχές αὐτές πρός ὄφελος τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς δημοκρατίας!
Κατ’ ἀκολουθίαν ὅλων αὐτῶν τό περιεχόμενο τοῦ καταχρηστικῶς καλουμένου «μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν » δέν ἀπέβαλε καί ὑπό τό ἰσχῦον Σύνταγμα τόν χριστιανικό του χαρακτήρα. Ἑπομένως τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἐξακολουθεῖ νά εἶναι καί ὑπό τό ἰσχῦον Σύνταγμα « ἡ ἀνάπτυξη τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων». Ἡ ἄποψη αὐτή στηρίζεται σέ ἐπιχειρήματα τά ὁποῖα προκύπτουν ἀπό τήν συστηματική καί ἱστορική ἑρμηνεία τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 16§2 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἄλλωστε εἶναι καί ἡ πλέον ἐπιστημονικῶς ἐνδεδειγμένη εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾶ στό Σύνταγμα. Εἰδικότερα ἡ μή ἀποσαφήνιση τοῦ ὅρου « θρησκευτική συνείδηση» στή διάταξη αὐτή δέν συνιστᾶ ἀληθές νομοθετικό κενό, ὥστε νά χρήζει περαιτέρω ἑρμηνευτικῆς ἐπεξεργασίας. Καί τοῦτο διότι ἡ θρησκευτική συνείδηση τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἤδη ἱστορικῶς ἀποσαφηνισμένη καί ἀποκρυσταλλωμένη. Εἶναι πασίδηλον γεγονός , ἱστορικῶς ἐπιβεβαιωμένο, ὅτι ἡ θρησκευτική συνείδηση τῶν Ἑλλήνων ταυτίζεται μέ τήν ὀρθόδοξη χριστιανική. Τήν ἱστορική αὐτή ἀλήθεια ἐγνώριζε ὁ συνταγματικός νομοθέτης καί γιά τοῦτο δέν θεώρησε ἀναγκαῖον νά ἀποσαφηνίσει τόν ὅρο.
Ἀλλά καί ὑπό τήν ἀποκρουόμενη ἐνταῦθα ἐκδοχήν ὅτι ἐν προκειμένῳ πρόκειται ἀληθές νομοθετικό κενόν, τό ὁποῖον χρήζει συμπληρώσεως θά καταλήγαμε στό αὐτό καί πάλιν συμπέρασμα, ὅτι δηλαδή ὁ νομοθέτης ὑπονοεῖ στήν διάταξη αὐτή τοῦ ἄρθρου 16§2 τήν ὀρθόδοξη χριστιανική συνείδηση. Στό συμπέρασμα αὐτό θά καταλήγαμε μέ τήν ἐφαρμογή τῆς κλασσικῆς ἑρμηνευτικῆς ἀρχῆς « ἐκ τῶν ὁμοίων δεῖ τέμνεσθαι τά περί ὧν οὐ κεῖται νόμος».Ὑπάρχουν ὄντως στό ἰσχῦον Σύνταγμα διατάξεις οἱ ὁποῖες προϋποθέτουν γιά τήν ἐφαρμογή τους τήν ὀρθόδοξη χριστιανική συνείδηση. Τέτοιες διατάξεις περιέχουν τά ἄρθρα 3§1γιά τήν ἐπικρατοῦσα θρησκεία, 3§3 γιά τήν προστασία τοῦ κειμένου τῶν Ἁγίων Γραφῶν, 33§1 καί 59§1 γιά τόν ὀρθόδοξο χριστιανικό ὅρκο τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καί τῶν βουλευτῶν. Πάνω ὅμως ἀπό ὅλα ὑπάρχει τό προοίμιον τοῦ Συντάγματος , ἡ ὑπέρτατη δηλαδή συνταγματική ἀρχή στήν ὁποίαν εἶναι ψηφισμένο τό Σύνταγμα καί πρός τήν ὁποίαν πρέπει νομικῶς νά συνάδουν ὅλες οἱ διατάξεις αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξη χριστιανική ἀναφερόμενη μέ δογματικούς ὅρους στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
   Μέ βάση λοιπόν αὐτά τά συνταγματικά δεδομένα θά ἑρμηνεύσομε καί τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 16§2 τοῦ Συντάγματος προκειμένου νά ἀνεύρομε τό πραγματικό νόημά της , πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν πλήρη ταύτιση τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων μέ τήν ἱστορικῶς ἐπαληθευόμενη ὀρθόδοξη χριστιανική συνείδηση.
   Ἀλλά καί ὁ ὅρος « θρησκευτική συνείδηση τῶν Ἑλλήνων» ἔτσι ὡς ἔχει , σημαίνει τήν ἀντίληψη καί γνώση τοῦ Ἕλληνα γιά τή θρησκεία. Αὐτή ὅμως ἡ ἀντίληψη καί γνώση τοῦ Ἕλληνα γιά τή θρησκεία εἶναι συνάρτηση πολλῶν παραγόντων ἱστορικῶν, κοινωνικῶν, πολιτιστικῶν καί θρησκευτικῶν ,καί ἑπομένως ἀνάγεται ἀναγκαίως στήν ἑλληνική παράδοση. Ἡ θρησκευτική ὅμως παράδοση τῶν Ἑλλήνων δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν ὀρθόδοξη χριστιανική! Ἑπομένως τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἐκτείνεται καί σέ ὅλους αὐτούς τούς ἱστορικούς καί λοιπούς παράγοντες πού ἀναφέραμε ὡς διαμορφωτικούς τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νά διδάσκονται στά σχολεῖα στά πλαίσια τοῦ μαθήματος τῆς ἀνάπτυξης τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων.
   Αὐτό ἄλλωστε προκύπτει καί ἀπό τόν ἄλλον βασικό σκοπό τῆς παιδείας, τόν ὁποῖο τό Σύνταγμα τάσσει σ’ αὐτήν καί ὁ ὁποῖος συνίσταται στήν ἀνάπτυξη τῆς « ἐθνικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων». Αὐτό σημαίνει πρωτίστως πώς ὅλα τά στοιχεῖα πού συγκροτοῦν τήν ἔννοια τοῦ ἔθνους καί διαμορφώνουν τήν ἐθνική συνείδηση τοῦ Ἕλληνα πρέπει νά διδάσκονται στά πλαίσια τοῦ μαθήματος ἀνάπτυξης τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων , διότι εἶναι ὅλα διαμορφωτικά καί συντελεστικά καί τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τοῦ Ἕλληνα. Δέν πρέπει δέ νά ξεχνᾶμε, παρά τήν λυσσαλέα προσπάθεια πού γίνεται πρός τήν κατεύθυνση αὐτή ἀπό τήν Νέα Τάξη Πραγμάτων, καί τούτη τήν ἀλήθεια πώς ὀργανικό στοιχεῖο τῆς ἔννοιας τοῦ Ἔθνους εἶναι καί τό «ὁμόθρησκον», κατά τόν Ἡρόδοτο. Καί ἑπομένως δέν μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ καί ὁ συνταγματικός στόχος τῆς παιδείας γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων , δίχως τήν ἀνάπτυξη τῆς χριστιανικῆς ὀρθόδοξης συνείδησης πού ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς συνείδησης , ὥστε καί ἄν ἀκόμη δέν ἐτίθετο στό Σύνταγμα ὡς σκοπός τῆς παιδείας εἰδικῶς ἡ ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης, καί πάλι θά ἦταν ὑποχρεωτική ἡ καλλιέργειά της στά πλαίσια τῆς ἀνάπτυξης τῆς ἐθνικῆς συνείδησης τοῦ Ἕλληνα.Ἔτσι ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι μέ τήν σχεδιαζόμενη ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος καταργηθεῖ ἡ ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων , ὅπως ἀβασανίστως καί ἐπιπολαίως διαδίδεται, παραμείνει ὅμως ὡς βασικός σκοπός τῆς παιδείας ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς συνείδησης , τήν ὁποία βεβαίως δέν νομίζομε ὅτι θά τολμοῦσε ὁποιαδήποτε ἄθεη , ἀθεϊστική, ἀντιχριστιανική, ὁλοκληρωτική καί ὅπως ἀλλιῶς θέλει νά τήν φαντασθεῖ κανείς κυβερνητική πλειοψηφία νά ἀπαλείψει σέ κάποια ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγατος , καί πάλι ἡ ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων θά ἦταν ὑποχρεωτική, στά πλαίσια τῆς ἀνάπτυξης τῆς ἐθνικῆς συνείδησης τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ ὀργανικό στοιχεῖο ἀκατάλυτο!
Ἀπό τά παραπάνω συνάγεται ὅτι τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῆς ἀνάπτυξης τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων εἶναι εὐρύτατον καί ἔχει πρωτίστως θετικό χαρακτήρα. Τοῦτο σημαίνει ὅτι πρέπει νά εἶναι πάντα ἀναπτυξιακό καί ὄχι ἀνασταλτικό καί πολύ περισσότερο καταργητικό τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης. Ὁ ὅρος « ἀνάπτυξη » πού προτιμήθηκε ἀπό τόν συνταγματικό νομοθέτη, σημαίνει κατά κυριολεξία τήν ποσοτική καί ποιοτική πρόοδο κάποιου ἀγαθοῦ γενικῶς, καί ἐν προκειμένῳ τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης , ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται μέ τήν συνεχῆ καλλιέργειά του. Κατά κανόνα, ἄν ὄχι πάντοτε, ἡ ἀνάπτυξη ἐπιτυγχάνεται μέ θετικά μέσα καί μέτρα. Ἑπομένως ἀποκλείεται ἀπό τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῆς ἀνάπτυξης τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης πρῶτον οἱ ὁποιεσδήποτε ἀθεϊστικές ἀντιλήψεις, δεύτερον οἱ ἀντιχριστιανικές καί εἰδικότερα οἱ ἀντορθόδοξες διδασκαλίες, τρίτον οἱ γενικές περί θρησκείας ἀπόψεις , οἱ ὁποῖες ἀνήκουν στήν θρησκειλογία, ἡ ὁποία λόγω τοῦ ἀμιγῶς γνωσιολογικοῦ της περιεχομένου δέν συμβάλλει στήν ἀνάπτυξη τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς συνείδησης , ἀλλά μᾶλλον στήν σύγχυση καί τήν ἀναστολή της. Καί τοῦτο ἐπειδή ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική συνείδηση δέν εἶναι μόνο γνώση , ἀλλά καί ἐμπειρία καί βίωμα.
   Ἀντίθετα στό ἀπό τό Σύνταγμα ἐπιβαλλόμενο περιεχόμενο τοῦ μαθήματος αὐτοῦ πρέπει νά ἐνταχθεῖ πρωτίστως ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἱστορικοί , κοινωνικοί καί πολιτιστικοί παράγοντες πού συνέβαλλαν στήν ἐμπέδωσή της καί ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστο μέρος τῆς χριστιανικῆς ἑλληνικῆς παράδοσης. Αὐτό ἀπό νομική ἄποψη σημαίνει ὅτι τό μάθημα τῆς ἀνάπτυξης τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων δέν ἔχει μόνο ὁμολογιακό περιεχόμενο , ἀλλά καί ἱστορικό, κοινωνικό καί πολιτιστικό μαζί, καί ἡ ἀνάδειξη ὅλων αὐτῶν τῶν στοιχείων τῆς ἑλληνορθόδοξης χριστιανικῆς παράδοσης ἐπιτυγχάνει τήν ἀπό τό Σύνταγμα σκοπούμενη ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης.Ἔτσι μποροῦμε νά ποῦμε πώς τό μάθημα τῆς ἀνάπτυξης τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων ἀποτελεῖται ἀπό δυό ὀργανικῶς καί γι’ αὐτό ἀρρήκτως συνδεδεμένα μεταξύ τους στοιχεῖα, τό θρησκευτικό καί τό πολιτιστικό, τά ὁποῖα συνιστοῦν μία ἀδιάσπαστη ἑνότητα ἱστορικῶς καταξιωμένη. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε νά τά ξεχωρίσομε μεταξύ τους τά δυό αὐτά ἱστορικά στοιχεῖα , διότι ὁ ἑλληνικός πολιτισμός δέν νοεῖται χωρίς τή χριστιανική του διάσταση καί ὁ ὀρθόδοξος χριστιανισμός τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς δίχως τήν ἑλληνική του ἀνεξίτηλη ἀπόχρωση. Κατ’ ἀνάγκη λοιπόν μιλᾶμε γιά μάθημα ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ!
   Ἕνα τέτοιο μάθημα δέν ἔχει τό δικαίωμα κανένας Ἕλληνας νά τό ἀρνηθεῖ , διότι ὅπως λέει ὁ καθηγητής καί ἀκαδημαϊκός Μαριάνος Καράσης: «κανείς δέν δικαιοῦται μέσα στήν ἐκπαιδευτική διαδικασία νά ἀρνεῖται τήν ἐκμάθηση ἑνός ἑλληνοχριατιανικοῦ πολιτισμοῦ μέ οἰκουμενική διάσταση. Ἡ γνώση τοῦ ὀρθόδοξου πολιτισμοῦ ὄχι μόνο δέν ἀντιτίθεται στίς ἀπαιτήσεις τοῦ πλουραλισμοῦ , ἀλλά ἀκριβῶς τίς ἱκανοποιεῖ. Γι’ αὐτό καί ὁ ὑποχρεωτικός χαρακτήρας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ὑπό τό ὡς ἄνω περιεχόμενο, ὄχι μόνο δέν ἀναιρεῖ , ἀλλά ἐπισφραγίζει τόν σεβασμό τῶν οἱωνδήποτε διαφορετικῶν πεποιθήσεων ».
   Καί ἐρχόμεθα τώρα στό ἄλλο μεγάλο πρόβλημα τῆς ἐπιλογῆς τοῦ κατά τό Σύνταγμα ὀρθότερου ὀνόματος τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν. Μέχρι σήμερα ἐπικρατεῖ ὁ ὅρος «Μάθημα Θρησκευτικῶν». Ὅ ὅρος αὐτός ὅμως εἶναι ἐσφαλμένος τόσο ἀπό νομική-συνταγματική ἄποψη, ὅσο καί ἀπό τή θεολογική του θεώρηση. Καί πρῶτον ἀπό νομική – συνταγματική ἄποψη πρέπει νά σημειώσομε ἐξ ἀρχῆς ὅτι στό Σύνταγμα δέν ἀπαντᾶται ὁ ὅρος « θρησκευτικά » ὡς προσδιοριστικός τοῦ μαθήματος τῆς ἀνάπτυξης τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων. Ἑπομένως ὁ ὅρος αὐτός εἶναι ὁπωσδήποτε «ἐξωσυνταγματικός», μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀγνοεῖται ἀπό τόν συνταγματικό νομοθέτη, ὁ ὁποῖος καί στό σημεῖο αὐτό εἶναι πολύ προσεκτικός. Ὁ ὅρος «θρησκευτικά» σημαίνει ὅλα ἐκεῖνα πού ἔχουν σχέση μέ τή θρησκεία γενικῶς. Ὡς ἐπίθετο προσδιορίζει κάποιο οὐσιαστικό , ὅπως ζητήματα, θέματα, γεγονότα, ἀλλά καί μαθήματα, ἀναφερόμενα γενικῶς στή θρησκεία καί ὄχι μόνο στόν χριστιανισμό. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μποροῦμε νά ποῦμε πώς στά θρησκευτικά θέματα γενικῶς ἐμπίπτει καί ἡ θρησκευτική συνείδηση. Ἀλλά καί κάθε θέμα πού ἔχει νά κάνει μέ ὁποιαδήποτε θρησκεία καί ὄχι μόνο μέ τή χριστιανική. Διότι «θρησκευτικά» εἶναι καί τά ὅσα διδάσκουν καί οἱ ἄλλες θρησκεῖες. Κι’ ἔτσι παρέχεται ἰσχυρό ἐπιχείρημα στούς ἄλλους νά ὑποστηρίζουν ὅτι τό Σύνταγμα ἀναφέρεται στήν ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης γενικῶς καί ἀδιακρίτως καί ὄχι μόνο τῆς χριστιανικῆς. Ἑπομένως γιά τό λόγο ὅτι δέν χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος αὐτός ἀπό τόν συνταγματικό νομοθέτη, πρέπει νά θεωρηθεῖ νομικά ὡς ἐξωσυνταγματικός καί ὡς τέτοιος νά ἀποφεύγεται. Δεύτερον ἀπό θεολογική ἄποψη καί πάλι ὁ ὅρος αὐτός δέν εἶναι ὀρθός γιά τόν ἐξῆς λόγο: Ὁ ὅρος αὐτός , ὅπως εἴπαμε ἤδη, ἀναφέρεται γενικῶς στίς θρησκεῖες, ὄχι ὅμως καί στό χριστιανισμό, διότι ὁ χριστιανισμός δέν εἶναι θρησκεία, εἶναι ἀποκεκαλυμμένη ἀπό τό Θεό ἀλήθεια, εἶναι πίστη, εἶναι Ἐκκλησία. Ὁ Χριστός δέν ἦρθε στόν κόσμο γιά νά ἱδρύσει μία νέα θρησκεία , ἀλλά γιά νά ἀποκαλύψει στόν κόσμο τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως ἐπί τῆς ὁποίας θεμελίωσε τήν Ἐκκλησία του. Οἱ θρησκεῖες εἶναι ἀνθρώπινα κατασκευάσματα , ἐνῶ ὁ χριστιανισμός εἶναι τό ἔργο τοῦ Θεοῦ τό ἀναφερόμενο στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς πίστεως στόν Ἰησοῦν Χριστόν. Καταχρηστικῶς λοιπόν θεωροῦμε καί τόν χριστιανισμό θρησκεία , ἐνῶ τό ὀρθόν εἶναι νά ἀναφερόμαστε σ’ αὐτόν ὡς ἀποκάλυψη τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου! Ἑπομένως καί ἀπό θεολογική ἄποψη ὁ ὅρος «μάθημα θρησκευτικῶν» εἶναι ἀπορριπτέος. Εἶναι δέ ἀπορριπτέος καί γιά τόν λόγο ὅτι στή χρήση αὐτοῦ ὀφείλονται τά περισσότερα ἀπό τά προβλήμαα πού δημιουργοῦνται κατά καιρούς στό χῶρο αὐτό. Κυρίως ὁ ὅρος «μάθημα Θρησκευτικῶν» παρέχει ἐπιχειρήματα στούς ὑποστηρικτές τῶν ἀρνητικῶν ἀπόψεων καί ἰδιαιτέρως σέ ὅσους ὑποστηρίζουν τόν διαθρησκειακό χαρακτήρα τοῦ μαθήματος. Διότι « μάθημα Θρησκευτικῶν» , ὅπως εἴπαμε, εἶναι τό μάθημα πού ἀναφέρεται γενικῶς στίς θρησκεῖες.
     Τίθεται ἑπομένως ζήτημα ἀναζήτησης τοῦ ὀρθοῦ ἀπό νομική τουλάχιστον ἄποψη ὀνόματος τοῦ καταχρηστικῶς λεγομένου μαθήματος «τῶν Θρησκευτικῶν». Στό χῶρο τῆς νομικῆς ἐπιστήμης ὑποστηρίχθηκε ἡ ἄποψη ὅτι προτιμότερο εἶναι τό ὄνομα « μάθημα ὀρθόδοξης χριστιανικῆς κληρονομιᾶς», διότι καλύπτει ὅλο τό φάσμα τῆς χριστιανικῆς συνείδησης, ὅπως τήν προσδιορίσαμε παραπάνω. Τήν ἄποψη αὐτή ὑποστηρίζει ὁ προαναφερθεῖς ὁμότιμος καθηγητής τῆς Νομικῆς του Α.Π.Θ. Μαριάνος Καράσης στό ἔργο του: « Δίκαιο καί Ὀρθόδοξη Θεολογία - Σημεῖα ἐπαφῆς στό παράδειγμα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν». Τόν βρίσκω ἀπό γενικότερη ἄποψη ὀρθό αὐτόν τόν ὄρο, ἀλλά δέν μέ ἀναπαύει συνταγματικῶς θά ἔλεγα. Ἡ ἄποψή μου εἶναι ὅτι τόν ὅρο αὐτόν πρέπει νά ἀντλήσομε ἀποκλειστικῶς μέσα ἀπό τό Σύνταγμα. Καί νομίζω πώς ὑπάρχει τέτοια δυνατότητα . Κατά τή γνώμη μου ὁ ὅρος αὐτός παρέχεται αὐτούσιος ἀπό τήν ἴδια τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 16§2 τοῦ Συντάγματος. Πρόκειται γιά τή φράση πού περιέχεται σ’ αὐτό : «ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης». Γι’ αὐτό προτείνω ὡς τό πλέον ἐνδεδειγμένο συνταγματικῶς ὄνομα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν τό ὄνομα: « Μάθημα Ἀνάπτυξης τῆς ἑλληνορθόδοξης Θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων». Ἡ προσθήκη τοῦ ὅρου «ἑλληνορθόδοξη» εἶναι καθόλα συνταγματική, σύμφωνα μέ τά ὅσα ἔγιναν δεκτά παραπάνω ἀναφορικά μέ τό συνταγματικό περιεχόμενο τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων.
   Μέ τήν καθιέρωση τοῦ ὀρθοῦ ἀπό συνταγματική ἄποψη αὐτοῦ ὀνόματος τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν ἀποκλείονται ὅλες οἱ ἀντιχριστιανικές καί ἀντορθόδοξες ἀντιλήψεις πού προσπαθοῦν νά περάσουν μέσα ἀπό τό μάθημα αὐτό στήν ἐκπαίδευση οἱ ἀσκοῦντες σήμερα τήν ἐξουσία στή Χώρα μας.
   Τό «πρόβλημα τοῦ «Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν » τείνει νά μετατραπεῖ περισσότερο ἀπό καθαρῶς «ἐκπαιδευτικό, παιδαγωγικό», σέ πρόβλημα « Συνταγματικό» μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες, μετά καί ἀπό τήν ἔκδοση τῶν γνωστῶν ἐπ’ αὐτοῦ ὀρθότατων ἀποφάσεων τοῦ Σ.τ.Ε. Περισσότερον συζητοῦμε καί προβληματιζόμαστε σήμερα γιά τήν συνταγματικότητα τῶν κρατικῶν ρυθμίσεων ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ καί λιγότερο γιά τίς ρυθμίσεις αὐτές καθεαυτές. Δυστυχῶς δέ ἀπό συνταγματική ἄποψη τό πρόβλημα ὁλοένα καί ἐπιτείνεται μέ κίνδυνο ἀπρόβλεπτων ἐξελίξεων. Ἡ ἀπευκτέα αὐτή ἐξέλιξη ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς στήν ἀντισυνταγματική στάση τήν ὁποία τηρεῖ ἡ ἐκτελεστική ἐξουσία ἀπέναντι στή Δικαστική. Οἱ ἀντισυνταγματικές ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ προθέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀποκαλύφθηκαν μέ τήν ἔκδοση τῆς ἀπόφασης τοῦ Σ.τ.Ε., τήν ὁποίαν μέ ἰταμό θά τολμοῦσα νά πῶ τρόπο ἀρνεῖται νά ἐφαρμόσει .
Αὐτή ὅμως ἡ θέση τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἀντισυνταγματική διότι καταλύει στήν οὐσία τήν ἀρχή τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν , ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τόν θεμέλιον λίθον τοῦ δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος. Ὅταν σέ μία χώρα δέν ἀναγνωρίζεται ἡ ἀρχή αὐτή, ἤ ὅταν ἀναγνωριζομένη παραβιάζεται τότε ἡ χώρα αὐτή δέν ἔχει πολίτευμα δημοκρατικό. Ἡ κατάλυση τἤς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἐπάγεται αὐτομάτως αὐτοδικαίως καί αὐτοθρόως καί τήν κατάλυση τοῦ Συντάγματος συλλήβδην! Ἡ δέ κατάλυση τοῦ Συντάγματος θέτει σέ ἐφαρμογή τό ἄρθρο 120 §4 αὐτοῦ γιά ἀντίσταση τοῦ λαοῦ στήν ὁποίαν δικαιοῦται καί ὑποχρεοῦται νά προβεῖ μέ κάθε μέσον κατά τό Σύνταγμα. Ἡ εὐθύνη ἀνήκει σέ ὅλους μας κυρίως ὅμως στούς διαχειριζόμενους τήν ἐξουσίαν, καί ἰδιαίτερα τήν ἐκτελεστική καί δικαστική, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νά ὑπερασπισθοῦν τήν ἀρχή τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν πρός ὄφελος τοῦ δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος. Ὑπενθυμίζω σχετικῶς στό σημεῖο αὐτό χάρη τῆς ἱστορίας καί μόνον, α) τούς δικαστές σύμβολα Πολυζωΐδη καί Τερτσέτη, οἱ ὁποῖοι πρός διαφύλαξη ἀκεραίας της ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν διώχθηκαν , φυλακίσθηκαν , προπηλακίσθηκαν καί βασανίσθηκαν ἀπό τήν ξενόδουλη ἐκτελεστική ἐξουσία τῆς ἐποχῆς τους, καί β) τόν ἐθνικό μας ἡγέτη σύμβολο Ἐλευθέριο Βενιζέλο, ὁ ὁποῖος στό λόγο του κατά τήν ἐπίσημη ἔναρξη τῆς λειτουργίας τοῦ Σ.τ.Ε, εἶπε : « θά ἤμουν εὐτυχής ἄν ἡ πρώτη ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τούτου ἀκύρωνε νόμο τῆς Κυβέρνησής μου!» Καί μέ τόν παρήγορο αὐτό ἀπόηχο τῆς ἱστορίας ὡς κατακλεῖδα τῆς εἰσηγήσεώς μου,
         Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ ὅλους σας