ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.
Τρίτη 16 Ιουνίου 2026
Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025
ΒΟΥΔΙΣΤΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΙΔΕ ΒΟΥΔΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Το παρακάτω είναι ένα απόσπασμα από μια μαρτυρία από έναν βουδιστή μοναχό που πέθανε και είδε την κόλαση, τον ουρανό και επέστρεψε πίσω στη ζωή. Αυτή η ανατριχιαστική ιστορία είναι άλλο ένα παράδειγμα του πώς οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο βιώνουν την «άλλη πλευρά» και την υποβολή εκθέσεων ότι ο παράδεισος είναι πραγματικός αλλά επίσης και η κόλαση.
Ένα όραμα που άλλαξε τη ζωή μου για πάντα
Αφού πήρα εξιτήριο από το νοσοκομείο πήγα πίσω στο μοναστήρι όπου άλλοι μοναχοί νοιαζόταν για μένα. Ήμουν εξαιρετικά αδύναμος και με απώλεια αισθήσεων. Έμαθα αργότερα ότι στην πραγματικότητα πέθανα για τρεις ημέρες.
Το σώμα μου αποσυντέθηκε, και η καρδιά μου σταμάτησε
να χτυπά. Το σώμα μου ήταν έτοιμο για αποτέφρωση και τέθηκε μέσω των
παραδοσιακών βουδιστών για την τελετή καθαρισμού.
Παρόλο που το σώμα μου ήταν εξασθενημένο, θυμάμαι το μυαλό και
το πνεύμα μου ήταν σε πλήρη εγρήγορση. Ήμουν σε μια πολύ, πολύ ισχυρή
καταιγίδα. Ένας τεράστιος άνεμος ισοπέδωσε όλο το τοπίο μέχρι να μην υπάρχουν
δέντρα ή οτιδήποτε άλλο όρθιο, απλά μια επίπεδη πεδιάδα. Μπήκα πολύ γρήγορα
κατά μήκος αυτής της πεδιάδας για κάποιο χρονικό διάστημα. Δεν υπήρχαν άλλοι
άνθρωποι παντού, ήμουν ολομόναχος.
Μετά από λίγο καιρό πέρασα ένα ποτάμι. Από την άλλη πλευρά του ποταμού είδα μια τρομερή λίμνη φωτιάς. Στο Βουδισμό δεν έχουμε καμία ιδέα από ένα μέρος όπως αυτό. Στην αρχή ήμουν μπερδεμένος και δεν ήξερα ότι ήταν η κόλαση μέχρι που είδα τον Yama, το βασιλιά της κόλασης [Yama είναι το όνομα που αποδίδεται στο βασιλιά της κόλασης σε πολλούς πολιτισμούς σε όλη την Ασία].
Το πρόσωπό του έμοιαζε με το πρόσωπο λιονταριού, το σώμα του ήταν σαν λιοντάρι, αλλά τα πόδια του ήταν σαν ένα naga [φίδι πνεύμα]. Είχε μια σειρά από κέρατα στο κεφάλι του. Το πρόσωπό του ήταν πολύ άγριο, και ήμουν πολύ φοβισμένος. Τον ρώτησα το όνομά του. Εκείνος απάντησε, “Είμαι ο βασιλιάς της κόλασης, ο καταστροφέας.”
Η τρομακτική λίμνη της φωτιάς
Ο βασιλιάς της κόλασης μου είπε να κοιτάξω στη λίμνη της φωτιάς. Κοίταξα και είδα τα χρωματιστά ράσα που φορούν οι βουδιστές μοναχοί στη Μιανμάρ. Κοίταξα πιο κοντά και είδα το ξυρισμένο κεφάλι ενός ανθρώπου. Όταν κοίταξα το πρόσωπο του άνδρα …. είδα ότι ήταν ο U Zadila Kyar Ni Kan Sayadaw [ο διάσημος μοναχός που είχε πεθάνει σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1983]. Ρώτησα τον βασιλιά της κόλασης γιατί ο πρώην ηγέτης μου περιορίστηκε σε αυτή τη λίμνη του μαρτυρίου. Γιατί βρίσκεται σε αυτήν την λίμνη της φωτιάς; Ήταν ένας πολύ καλός δάσκαλος.
Ο βασιλιάς της κόλασης απάντησε, “Ναι, ήταν ένας καλός δάσκαλος, αλλά δεν πίστευε στον Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό βρίσκεται στην κόλαση.”
Η κόλαση είναι ένα πραγματικό μέρος, και η τιμωρία για την αμαρτία είναι πραγματική. Αυτό είναι ό,τι λέει η Αγία Γραφή θα συμβεί σε εκείνους που δεν έχουν τον Ιησού και δεν έχουν τα ονόματά τους γραμμένα στο Βιβλίο της Ζωής: Αποκάλυψη 20:15
Kαι όποιος δε βρέθηκε γραμμένος στο Bιβλίο της Zωής, ρίχτηκε στη λίμνη της φωτιάς. Από την άλλη πλευρά, εκείνοι που έχουν κοντά τους τον Ιησού έχουν την πιο ευτυχή κατάληξη που μπορείτε να φανταστείτε: Δανιήλ 12:2-3 2
Πολλοί από εκείνους, που έχουν κοιμηθή και ευρίσκονται στον τάφον, θα αναστηθούν, άλλοι μεν εις ζωήν αιώνιον, άλλοι δε εις καταισχύνην αιώνιον. 3 Όσοι εμελέτησαν, ενόησαν και ετήρησαν τον νόμον του Κυρίου, θα λάμψουν με τέτοιαν λαμπρότητα, ωσάν την λαμπρότητα του ουρανού. Και πολλοί από τους δικαίους θα λάμψουν, όπως οι αστέρες στους αιώνας των αιώνων.
Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2025
Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025
ΓΕΡΩΝ ΕΥΛΟΓΙΟΣ ΤΟΥ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΟΥ- ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥ ΤΟΝ ΓΛΥΤΩΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Γέρων
Ευλόγιος του Φανερωμένου
Οι
προσευχές του υποτακτικού τον γλύτωσαν από την κόλαση
To 1901 o Γέρων (του Κελλίου Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου
πλησίον των Καρυών) Παχώμιος, γερασμένος και ασθενής, στην επιθανάτια κλίνη
έβλεπε δαίμονες. Ο Γέροντας Ευλόγιος στάθηκε συμπαραστάτης και παρηγορητής του
όταν, κατά τις ανεξερεύνητες κρίσεις του Θεού, προσευχόμενος είδε την ψυχή του
να πορεύεται στην κόλαση, πρόσπεσε με θερμά δάκρυα στη μεσιτεία της Παναγίας
για την ψυχή του Γέροντός του. Μη μπορώντας να αντέξει την απώλειά του,
δανείστηκε χρήματα για να κάνουν λειτουργίες ιερείς και να προσευχηθούν ασκητές
επί σαρανταήμερο για την ψυχή του. Την τεσσαρακοστή ημέρα εμφανίστηκε
χαρούμενος μπροστά του ο Γέρων Παχώμιος και τον ασπάστηκε, ευχαριστώντας τον
για την σωτηρία του. Προς χάρη του η Θεοτόκος, τον είχε απαλλάξει από την
κόλαση.
ΠΗΓΗ : "ΠΡΩΤΑΤΟΝ", ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1984, αριθ. 11, σελ. κ.ε.
ΓΕΡΩΝ ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ΚΑΡΑΚΑΛΗΝΟΣ: ΤΟ ΛΑΔΟΦΑΝΑΡΟ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ!
Το Λαδοφάναρο της κόλασης
Διηγείται ο μακαριστός Γέρων Μάρκελλος Καρακαλληνός
Ήταν ένας δόκιμος
μοναχός ό όποιος -όπως όλοι οι νέοι στη αρχή- είχε δυσκολίες. Αποφάσισε λοιπόν
-κρυφά από τον ηγούμενο και τούς άλλους πατέρας- να φύγει από το μοναστήρι η
πρόνοια όμως του Θεού πού δεν ήθελε να τον αφήσει να εμπλακεί ξανά με τον κόσμο
και να χάσει την ψυχή του τον προλαμβάνει και τη νύκτα πριν την ημέρα πού θα
σηκωνόταν αξημέρωτα να φύγει, του δείχνει ένα τρομερό όραμα:
Βρέθηκε, λέει, εις την κόλαση κι εκεί οδηγός του ήταν ένας άγγελος. Τον οδηγούσε ό άγγελος κι έβλεπε ό μοναχός τις διάφορες κολασμένες ψυχές κι έφριττε κι έτρεμε.
Κάποια στιγμή φθάνουν σ' ένα σημείο όπου καθόταν ο πατέρας του Καλογήρου. Είχε πεθάνει και είχε κολασθεί.
- Πατέρα μου, λέει ό μοναχός, εδώ ήλθες;
- Ναι, παιδάκι μου. Πρόσεξε, πρόσεξε πολύ στην ζωή σου να μην έλθεις κι εσύ σ' αυτόν τον τόπο τον απαράκλητο πού είμαι εγώ.
Στο χέρι του ό πατέρας κρατούσε ένα λαδοφάναρο, σαν κι αυτά πού έχουμε εδώ στο μοναστήρι για να βαδίζουμε τις νύκτες στους διαδρόμους.
Ό άγγελος πού μέχρις εκείνη την ώρα άκουγε, πλησιάζει και πιάνει το λαδοφάναρο, με σκοπό να το πάρει.
- Όχι, άγγελε μου, φώναξε ό πατέρας, μη μου το παίρνεις το φανάρι. Αυτό το φως είναι ή παρηγοριά μου.
- Θα το πάρω, λέει ό άγγελος, δεν είναι δικό σου –πια αυτό. Αυτό το φανάρι ήταν οι προσευχές του παιδιού σου πού έκανε κάθε βράδυ για σένα κι έφθαναν σαν φώς εδώ! Τώρα όμως θα φύγει από το μοναστήρι και θα το στερηθείς αυτό το φώς. Θα σου το πάρω.
Τραβούσε λοιπόν ό άγγελος να το πάρει, τραβούσε και ό πατέρας να το κρατήσει. Πάνω σ' αυτή την αγωνία ξυπνάει το παλληκάρι. Πω-πω, λέει, ό ανόητος τί πήγα να κάνω! Ένα κόμπο έκανα με το κομποσκοίνι για τον πατέρα μου και αυτός πήγαινε σαν φώς εκεί στον άδη και τον παρηγορούσε. Πού να πάω να φύγω ό δόλιος; Δεν φεύγω με τίποτε!
Το πρωί σαν ξημέρωσε, κτυπά την πόρτα του ηγουμένου και πέφτει στα πόδια του μπρούμυτα.
- Τί έπαθες, παιδάκι μου, του λέει ό Γέροντας. Γιατί κλαις; Τί σου συνέβη πρωί-πρωί;
- Αυτό κι αυτό,
Γέροντα τού λέει και του διηγείται το δράμα. Τώρα κτύπησε με, διώξε με, ότι
θέλεις κάνε με. Εγώ δεν φεύγω από το μοναστήρι, πάει και τελείωσε!




