ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ;

 
Άγιος Ιωάννης o Χρυσόστομος
Γιατί ο Χριστός δεν άλλαξε τον Ιούδα;

«Τότε, ἀφοῦ πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἶπε, τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε γιὰ νὰ σᾶς τὸν παραδώσω;»[…]

Καὶ ἀκριβῶς ὅταν ἡ πόρνη μετανοοῦσε, ὅταν καταφιλοῦσε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου, τότε πρόδιδε τὸ Δάσκαλο ὁ μαθητής. Γι’ αὐτὸ εἶπε «τότε», γιὰ νὰ μὴν κατηγορήσεις γιὰ ἀδυναμία τὸ Δάσκαλο, ὅταν βλέπεις τὸν μαθητή του νὰ τὸν προδίδει. Γιατί τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τοῦ Δασκάλου, ὥστε νὰ πείθει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ἀκόμη καὶ οἱ πόρνες.

Θὰ ἀναρωτιόταν ὅμως κανείς, Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε τὴ δύναμη νὰ μεταστρέφει τὶς πόρνες καὶ νὰ τὶς κάνει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν, δὲν κατάφερε νὰ κερδίσει τὴν ἀγάπη τοῦ μαθητῆ του; Εἶχε τὴ δύναμη νὰ κερδίσει τὸ μαθητή, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν μεταβάλει ἀναγκαστικὰ στὸ καλό, οὔτε μὲ τὴ βία νὰ τὸν προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε». Καὶ τὸ «ἀφοῦ πῆγε» αὐτὸ δὲν στερεῖται κάποιας σημασίας. Γιατί δὲν κάλεσαν οἱ ἀρχιερεῖς τὸν Ἰούδα, οὔτε ἀναγκάστηκε, οὔτε ὑποχρεώθηκε, ἀλλὰ ὁ ἴδιος μόνος του κι ἐλεύθερα γέννησε τὴν πονηρὴ αὐτὴ σκέψη κι ἔβγαλε αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, χωρὶς νὰ ἔχει κανέναν σύμβουλο σ’ αὐτὸ τὸ πονηρό του ἔργο. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε …; ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα».

Τί σημαίνει τὸ «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα»; Καὶ αὐτὸς ὁ λόγος «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα» δείχνει πὼς ἡ κατηγορία τοῦ Ἰούδα εἶναι πολὺ μεγάλη. Γιατί ὁ Ἰησοῦς εἶχε καὶ ἄλλους μαθητές, ἑβδομήντα συνολικά. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι βρίσκονταν σὲ δεύτερη θέση καὶ δὲν ἀπολάμβαναν τόση τιμή, οὔτε εἶχαν τόση οἰκειότητα μὲ τὸν Διδάσκαλο, οὔτε γνώριζαν τόσο τὰ μυστικὰ Του ὅσο οἱ δώδεκα. Αὐτοὶ προπάντων ἦταν οἱ ἐκλεκτοί, αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τὸν στενὸ κύκλο τοῦ Βασιλιᾶ, αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τὴν ὁμάδα ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ Δάσκαλο, καὶ ἀπὸ αὐτὴν ξεπήδησε ὁ Ἰούδας.

Γιὰ νὰ μάθεις, λοιπόν, ὅτι δὲν Τὸν πρόδωσε ἁπλῶς κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς Του, γι’ αὐτὸ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς τὸ «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα». Καὶ δὲ ντρέπεται ὁ Ματθαῖος νὰ τὸ ἀναφέρει. Ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο νὰ ντραπεῖ; Τὸ ἀναφέρει γιὰ νὰ μάθεις πὼς παντοῦ καὶ πάντα λένε οἱ Εὐαγγελιστὲς τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν ἀποκρύπτουν τίποτα, ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ θεωροῦνται ἀξιοκατάκριτα. Γιατί αὐτὰ ποὺ φαίνονται πὼς εἶναι ἀξιοκατάκριτα, αὐτὰ ἀποδεικνύουν τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου. Ὅτι δηλαδὴ προσέφερε τόσα πολλὰ ἀγαθὰ στὸν προδότη, τὸ ληστή, τὸν κλέφτη (τὸν Ἰούδα) καὶ συνέχιζε μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ τὸν ἔχει κοντά Του. Καὶ μάλιστα τὸν νουθετοῦσε καὶ τὸν συμβούλευε καὶ τὸν φρόντιζε μὲ κάθε τρόπο.

Ἂν ἐκεῖνος δὲν ἔδινε σημασία, δὲν φταίει ὁ Κύριος. Καὶ μάρτυρας εἶναι ἡ πόρνη, καὶ μὴ πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τὸν Ἰούδα. Γιατί καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ὀλέθρια, καὶ τὸ ὑπέρμετρο θάρρος καὶ ἡ ἀπελπισία (ἀπόγνωση). Γιατί τὸ ὑπέρμετρο θάρρος κάνει νὰ πέσει κάτω αὐτὸς ποὺ στέκεται ὄρθιος, καὶ ἡ ἀπελπισία ἐμποδίζει νὰ σηκωθεῖ αὐτὸς ποὺ ἔχει πέσει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος συμβούλευε λέγοντας: «Αὐτὸς ποὺ νομίζει πὼς στέκεται, ἂς προσέχει μὴν πέσει».

Ἔχεις τὰ παραδείγματα καὶ τῶν δύο πῶς ἔπεσε δηλαδὴ ὁ μαθητής, ποὺ νόμιζε πὼς στεκόταν ὄρθιος, καὶ πῶς σηκώθηκε ἡ πόρνη ποὺ εἶχε πέσει. Ἡ σκέψη μας εὔκολα παρασύρεται καὶ ἡ θέλησή μας εἶναι εὐμετάβλητηΓι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διαφυλάσσουμε καὶ νὰ ὀχυρώνουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ παντοῦ.[…]

«Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Πές μου Ἰούδα, αὐτά σοῦ ἔμαθε ὁ Χριστός; Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο δὲν ἔλεγε, «μὴν ἀποκτήσετε χρυσὰ νομίσματα, οὔτε ἀσημένια, οὔτε χάλκινα που νὰ τὰ φυλάγετε στὶς ζῶνες σας», θέλοντας νὰ περιορίσει ἀπὸ πιὸ μπροστὰ τὴ φιλαργυρία σου;[…]

«Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Πολὺ σκληρὰ εἶναι τὰ λόγια αὐτά. Πές μου, μπορεῖς ἐσὺ νὰ παραδώσεις Ἐκεῖνον ποὺ συγκρατεῖ τὰ πάντα, ποὺ ἐξουσιάζει τοὺς δαίμονες, ποὺ διατάσσει τὴ θάλασσα καὶ εἶναι ὁ Κύριος ὅλων ὅσων ὑπάρχουν στὴ φύση; Γιὰ νὰ περιορίσει λοιπὸν τὴ παραφροσύνη του καὶ γιὰ νὰ δείξει πὼς ἂν δὲν ἤθελε, δὲν θὰ προδιδόταν, ἄκουσε τί κάνει. Κατὰ τὴν ὥρα ἀκριβῶς τῆς προδοσίας, ὅταν ἦρθαν ἐναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες καὶ πυρσούς, τοὺς λέει: «Ποιὸν ζητᾶτε;» καὶ δὲν γνώριζαν Ἐκεῖνον ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συλλάβουν. Τόσο πολὺ ἔλειπε ἡ δύναμη ἀπὸ τὸν Ἰούδα στὸ νὰ παραδώσει τὸν Κύριο, ὥστε δὲν Τὸν ἔβλεπε τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ Τὸν παραδώσει, ἐνῶ ἦταν παρών, καὶ ὅλα αὐτὰ τὴ στιγμὴ ποὺ ὑπῆρχαν τόσες λαμπάδες καὶ τόση φωτοχυσία.

Αὐτὸ βέβαια ὑπαινίχθηκε καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς λέγοντας ὅτι εἶχαν λαμπάδες καὶ πυρσοὺς καὶ δὲν τὸν ἔβλεπαν. Καὶ κάθε ἡμέρα τοῦ τὸ ὑπενθύμιζε καὶ μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα, ὅτι δηλαδὴ δὲν θὰ μπορέσει νὰ Τὸν προδώσει στὰ κρυφά. Καὶ μάλιστα δὲν τοῦ ἔκανε (ὁ Κύριος) παρατηρήσεις φανερὰ μπροστὰ σὲ ἄλλους, γιὰ νὰ μὴν τὸν κάνει πιὸ ἀδιάντροπο, οὔτε πάλι ἀποσιωποῦσε τὰ σφάλματά του, γιὰ νὰ μὴν νομίζει ὅτι περνοῦν ἀπαρατήρητα καὶ ἐπιχειρήσει ἄφοβα τὴν προδοσία, ἀλλὰ διαρκῶς ἔλεγε: «Ἕνας ἀπὸ ἐσᾶς θὰ μὲ παραδώσει», δὲν τὸν φανέρωσε ὅμως.

Εἶπε πολλὰ (ὁ Κύριος) καὶ γιὰ τὴν κόλαση, πολλὰ καὶ γιὰ τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ ἀπέδειξε τὴ δύναμη ποὺ εἶχε καὶ γιὰ τὰ δύο, καὶ γιὰ νὰ τιμωρεῖ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ γιὰ νὰ ἀνταμείβει τοὺς δικαίους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος (ὁ Ἰούδας) ὅλα αὐτὰ τὰ περιφρόνησε, ὁ Θεὸς ὅμως δὲν τὸν ἀνακάλεσε μὲ τὴ βία ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀποφάσισε. Ἐπειδὴ λοιπὸν μᾶς δημιούργησε ἐλεύθερους νὰ διαλέγουμε τὶς κακὲς ἢ τὶς ἐνάρετες πράξεις, ἐπιθυμεῖ νὰ εἴμαστε καλοὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Γι’ αὐτὸ ἂν ἐμεῖς δὲν θέλουμε, οὔτε μᾶς πιέζει οὔτε μᾶς ἀναγκάζει.

Ἐπειδὴ αὐτὸς ποὺ γίνεται μὲ τὴ βία ἐνάρετος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐνάρετος. Ἀφοῦ λοιπὸν κι ἐκεῖνος ἦταν ἐλεύθερος νὰ διαλέξει καὶ ἦταν σὲ θέση νὰ μὴν ὑποστεῖ βία γιὰ νὰ κλίνει πρὸς τὴ φιλαργυρία, γι’ αὐτὸ τυφλώθηκε ἡ σκέψη του, πρόδωσε τὴ σωτηρία του καὶ εἶπε: «Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Ἐπικρίνοντας τὴ διανοητική του τύφλωση καὶ τὴν ἀναισθησία, ὁ Εὐαγγελιστὴς λέει ὅτι τὴν ὥρα ποὺ πῆγαν νὰ συλλάβουν τὸν Κύριο, βρισκόταν μαζί τους καὶ ὁ Ἰούδας, ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω».

Καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ δοῦμε τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ὅτι μόλις Ἐκεῖνος ἁπλῶς μίλησε, ἀπομακρύνθηκαν κι ἔπεσαν κάτω. Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν σταμάτησαν τὸ ἐπαίσχυντο ἔργο τους, παραδίνεται ἀμέσως σὰν νὰ ἔλεγε: Ἐγὼ ἔκανα τὸ καθῆκον μου, ἀποκάλυψα τὴ δύναμή μου καὶ ἀπέδειξα ὅτι ἐπιχειρεῖτε πράγματα ἀκατόρθωτα. Θέλησα νὰ περιορίσω τὴν κακία σας, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐσεῖς δὲν θελήσατε καὶ ἐπιμένετε στὴν παραφροσύνη σας, νά, σᾶς παραδίνομαι.

Τὰ ἀνέφερα ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ μὴν κατηγορήσουν μερικοὶ τὸν Χριστό, καὶ ποῦν: γιατί δὲν μετέστρεψε τὸν Ἰούδα;

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ - ΟΜΙΛΙΑ Α'!


 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)
Εις την προδοσία του Ιούδα – Ομιλία Α΄

Στην προδοσία του Ιούδα ομιλία Α΄καθώς και στο Πάσχα, στην παράδοση της Θείας Ευχαριστίας, και για το ότι δεν πρέπει κανείς να είναι μνησίκακος. Εκφωνήθηκε κατά την αγία και μεγάλη Πέμπτη.

1. Σήμερα είναι ανάγκη να απευθύνω λίγα λόγια προς την αγάπη σας· και πρέπει να σας πω λίγα, όχι επειδή κουράζεσθε από το πλήθος των λεγομένων· διότι δεν είναι δυνατό να βρει κανείς άλλη πόλη που να τρέφει τόση μεγάλη αγάπη για την ακρόαση των πνευματικών λόγων. Δεν θα σας πω λοιπόν λίγα γι’ αυτό, επειδή δηλαδή σας κουράζω με το πλήθος, αλλ’ επειδή είναι αναγκαία σήμερα η αιτία της βραχυλογίας· καθόσον βλέπω πολλούς από τους πιστούς να βιάζονται να έρθουν προς κοινωνία των φρικτών μυστηρίων. Για να μη χάσουν λοιπόν ούτε εκείνη την τράπεζα, ούτε να στερηθούν και αυτή, είναι ανάγκη σήμερα να προσφέρω και την ανάλογη πνευματική τροφή, ώστε ν’ αποκομίσετε κέρδος και από τις δύο μεριές, παίρνοντας εφόδια και από αυτήν, και από τα λόγια μου, και έχοντας αυτά τα εφόδια να φύγετε και με φόβο και με τρόμο καθώς και με την πρέπουσα ευλάβεια να προσέλθετε στη φοβερή και φρικτή κοινωνία.

Σήμερα, αγαπητοί, παραδόθηκε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός· διότι την εσπέρα αυτή που μας έρχεται, τον έπιασαν οι Ιουδαίοι και έφυγαν. Αλλά μη κυριευθείς από θλίψη, ακούοντας ότι παραδόθηκε ο Ιησούς· ή καλύτερα γίνε σκυθρωπός και κλάψε πικρά, όχι όμως για εκείνον που παραδόθηκε, αλλά για τον προδότη Ιούδα. Διότι εκείνος που παραδόθηκε έσωσε την οικουμένη, ενώ εκείvoς που τον παρέδωσε έχασε την ψυχή του. Και εκείνος που παραδόθηκε κάθεται στα δεξιά του πατέρα του στους ουρανούς, ενώ εκείνος που τον πρόδωσε βρίσκεται τώρα στον άδη, περιμένοντας την απαραίτητη τιμωρία. Γι’ αυτόν λοιπόν κλάψε και αναστέναζε, γι’ αυτόν πένθησε, επειδή και ο Κύριός μας γι’ αυτόν δάκρυσε. Διότι, λέγει, «Όταν τον είδε, ταράχθηκε και είπε· ένας από σας θα με παραδώσει». Πω, πω πόσο μεγάλη είναι η ευσπλαχνία του Κυρίου· εκείνος που προδόθηκε πονάει για εκείνον που τον πρόδωσε. «Όταν λοιπόν», λέγει, «τον είδε, ταράχθηκε και ειπε· ένας από σας θα με παραδώσει». Για ποιο λόγο λυπήθηκε; Για να δείξει συγχρόνως και τη φιλοστοργία του, και να μας διδάξει, ότι πρέπει να θρηνούμε σε κάθε περίπτωση όχι εκείνον που κακοποιείται, αλλά εκείνον που κακοποιεί. Διότι αυτό είναι χειρότερο από εκείνο, ή καλύτερα εκείνο δεν είναι κακό, το να κακοπαθεί δηλαδή, αλλά κακό είναι το να κάνει κανείς το κακό. Διότι το να κακοπαθούμε αυτό μας προσφέρει τη βασιλεία των ουρανών, ενώ το να κάμνομε το κακό μας γίνεται αιτία της γέεννας και της κολάσεως. Διότι λέγει· «Μακάριοι είναι εκείνοι που καταδιώκονται για χάρη της αρετής, διότι σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών».

Βλέπεις πώς το να κακοπαθεί κανείς έχει σαν μισθό και έπαθλο τη βασιλεία των ουρανών; Άκουσε πώς το να κάμνει πάλι το κακό προξενεί κόλαση και τιμωρία. Διότι αφού ο Παύλος είπε για τους Ιουδαίους, ότι «τον Κύριο φόνευσαν και τους προφήτες καταδίωξαν», πρόσθεσε· «Των οποίων το τέλος θα είναι σύμφωνο με τα έργα τους». Είδες πώς εκείνοι που διώκονται κερδίζουν τη βασιλεία των ουρανών, ενώ εκείνοι που καταδιώκουν επισύρουν εναντίον τους την οργή του Θεού; Αυτά τώρα δεν σας τα είπα έτσι στην τύχη, αλλά για να μη οργιζόμαστε εναντίον των εχθρών μας, αντίθετα μάλιστα να τους ευσπλαχνιζόμαστε, να θρηνούμε γι’ αυτούς και να πονάμε μαζἰ μ’ αυτούς· διότι εκείνοι είναι που κακοπαθούν, εκείνοι που μάς εχθρεύονται. Αν προετοιμάσομε έτσι την ψυχή μας, θα μπορέσομε και να προσευχόμαστε υπέρ αυτών. Γι’ αυτό λοιπόν είναι η τέταρτη ημέρα σήμερα που σας ομιλώ για την προσευχή υπέρ των εχθρών, για να γίνει σταθερός ο λόγος της διδασκαλίας και να ριζωθεί με τη συνεχή προτροπή. Γι’ αυτό επιμένω στους λόγους μου, ώστε να καταπραΰνει ο αναβρασμός της οργής και να κατασταλεί η φλεγμονή, και έτσι να είναι καθαρός από οργή εκείνος που έρχεται να προσευχηθεί. Διότι και ο Χριστός δεν έδωσε αυτές τις συμβουλές μόνο για τους εχθρούς, αλλά και για μάς, ώστε να συγχωρούμε τα αμαρτήματα εκείνων· διότι περισσότερα παίρνεις παρά δίνεις, συγχωρώντας την οργή του εχθρού σου.

Και πώς, λέγει, παίρνω περισσότερα; Εάν συγχωρήσεις τα αμαρτήματα του εχθρού σου, συγχωρούνται τα αμαρτήματά σου απέναντι στον Κύριο. Εκείνα είναι αθεράπευτα και ασυγχώρητα, ενώ αυτά περιέχουν πολλή παρηγοριά και συγγνώμη. Άκουσε λοιπόν τον Ηλία τι λέγει προς τους υιούς του· «Εάν κάποιος άνθρωπος αμαρτήσει απέναντι στο συνάνθρωπό του, θα μπορέσουν να προσευχηθούν γι’ αυτόν άλλοι, εάν όμως αμαρτήσει απέναντι στο Θεό, ποιος θα προσευχηθεί γι’ αυτόν;». Ώστε εκείνο το τραύμα δεν θεραπεύεται εύκολα ούτε με προσευχή. Με προσευχή λοιπόν δεν θεραπεύεται, θεραπεύεται όμως με τη συγχώρηση των αμαρτημάτων του πλησίον μας. Γι’ αυτό ο Χριστός εκείνα τα ονόμασε μύρια τάλαντα, δηλαδή τα αμαρτήματα προς τον Κύριο, ενώ αυτά τα ονόμασε εκατό δηνάρια. Συγχώρησε λοιπόν εκατό δηνάρια, για να σου συγχωρηθούν μύρια τάλαντα. Αλλά σχετικά με την προσευχή υπέρ των εχθρών μας αρκετά λέχθηκαν, εάν κρίνετε όμως ορθό, ας επανέλθομε στο θέμα της προδοσίας και ας δούμε πως παραδόθηκε ο Κύριός μας.

2. «Τότε ένας από τους δώδεκα, που ονομαζόταν Ιούδας ο Ισκαριώτης πήγε στους αρχιερείς και τους είπε· Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτον;». Και φαίνεται βέβαια σαφές αυτό που λέγει, και τίποτε άλλο δεν υπονοείται μ’ αυτό, εάν όμως κανείς εξετάσει με προσοχή το καθένα από τα λεγόμενα αυτά, θα βρει μέσα σ’ αυτά πολλά πράγματα και μεγάλο βάθος νοημάτων. Και κατά πρώτο ο καιρός. Διότι ο ευαγγελιστής δεν αναφέρει αυτόν τυχαία καθόσον δεν είπε απλώς «πήγε», αλλά πρόσθεσε το «Τότε πήγε». «Τότε»· πες μου, πότε; και για ποιό λόγο προσδιορίζει το χρόνο; τι θέλει να μάς διδάξει; Διότι δεν λέχθηκε τυχαία το, «Τότε»· καθόσον μιλώντας εμπνεόμενος από το Πνεύμα δεν το λέγει αυτό έτσι στην τύχη και άσκοπα. Τι σημαίνει λοιπόν το, «Τότε»; Πριν απ’ αυτό το χρόνο, πριν απ’ αυτή την ώρα τον πλησίασε μία πόρνη, κρατώντας ένα αλαβάστρινο δοχείο γεμάτο με μύρο, και έχυσε το μύρο εκείνο επάνω στο κεφάλι του Κυρίου. Έδειξε μεγάλη τιμή προς τον Κύριο, έδειξε πολλή πίστη, πολλή υπακοή και ευλάβεια· άλλαξε ζωή, έγινε καλύτερη και πιό φρόνιμη. Και τότε που η πόρνη μετανόησε, τότε που προσέλκυσε κοντά της τον Κύριο, τότε ο μαθητής παρέδωσε το δάσκαλό του. Γι’ αυτό είπε, «Τότε», για να μη κατηγορήσεις το δάσκαλο για αδυναμία, όταν δεις το μαθητή να προδίδει το δάσκαλό του. Διότι τόσο μεγάλη είναι η δύναμη του δασκάλου, ώστε και πόρνες να προσελκύει σε υπακοή προς αυτόν.

Τι λοιπόν, λέγει, εκείνος που προσέλκυσε κοντά του πόρνες, δεν μπόρεσε να προσελκύσει και να κρατήσει κοντά του το μαθητή; Μπορούσε να κρατήσει κοντά του το μαθητή, αλλά δεν ήθελε να τον κάνει καλό αναγκαστικά, ούτε να τον φέρει κοντά του με τη βία. «Τότε πήγε». Και αυτό το «Πήγε», έχει κάποιο νόημα και μάλιστα όχι μικρό· διότι δεν καλέσθηκε από τους αρχιερείς, δεν εξαναγκάσθηκε, δεν εκβιάσθηκε, αλλ’ ο ίδιος από μόνος του και με τη θέλησή του γέννησε το δόλο, και πήρε την απόφαση αυτή, μη έχοντας κανένα σύμβουλο στην πονηρή αυτή πράξη του.
 
«Τότε πήγε ένας από τους δώδεκα»; Τι σημαίνει, «ένας από τους δώδεκα»; Και αυτό δείχνει το μέγεθος της κατηγορίας εναντίον του, το να πει δηλαδή «Ένας από τους δώδεκα». Καθόσον υπήρχαν και άλλοι μαθητές του Ιησού, ανερχόμενοι σε εβδομήντα, αλλ’ εκείνοι κατείχαν τη δεύτερη θέση, δεν απολάμβαναν τόση μεγάλη τιμή, δεν είχαν τόση παρρησία απέναντι στον Κύριο, ούτε γνώρισαν τόσα απόρρητα, όπως οι δώδεκα. Αυτοί κατ’ εξοχή ήταν οι εκλεκτοί και αυτός ήταν ο χορός γύρω από το βασιλιά. Αυτή ήταν η γύρω από το δάσκαλο ομάδα και απ’ αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας. Για να μάθεις λοιπόν ότι δεν τον πρόδωσε απλώς μαθητής του, αλλ’ ένας από την πιό εκλεκτή ομάδα του γι’ αυτό λέγει· «Ένας από τους δώδεκα». Και δεν ντρέπεται ο Ματθαίος που έγραψε αυτά. Και για ποιο λόγο δεν ντρέπεται; Για να μάθεις, ότι παντού στη Γραφή όλα λέγονται με μεγάλη αλήθεια, και τίποτε δεν κρύβεται, ούτε εκείνα που φαίνονται ότι είναι δυσάρεστα. Διότι αυτά που φαίνονται ότι είναι δυσάρεστα, αυτά δείχνουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου· διότι τον προδότη, τον ληστή, τον κλέφτη, τον κατέστησε άξιο τόσων μεγάλων αγαθών, και μέχρι την τελευταία στιγμή εξακολουθούσε να τον έχει κοντά του· καθόσον τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και έδειχνε κάθε φροντίδα γι’ αυτόν. Εάν όμως δεν πρόσεχε εκείνος, δεν είναι αίτιος ο Κύριος και μάρτυρας, γι’ αυτό είναι η πόρνη· διότι αυτή προσέχοντας στον Κύριο, έσωσε τον εαυτό της.

Μη λοιπόν απογοητευθείς βλέποντας προς την πόρνη, ούτε να πάρεις θάρρος, βλέποντας προς τον Ιούδα. Καθόσον και τα δύο αυτά είναι καταστρεπτικά, και το θάρρος, και η απελπισία. Διότι το θάρρος οδηγεί στην πτώση εκείνου που στέκεται όρθιος, ενώ η απελπισία δεν αφήνει να σηκωθεί εκείνον που είναι πεσμένος. Γι’ αυτό ο Παύλος συμβούλευε και έλεγε· «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μήπως πέσει». Έχεις τα παραδείγματα και των δύο, πώς δηλαδή ο μαθητής, νομίζοντας ότι στέκεται πνευματικά όρθιος, έπεσε, και πώς η πόρνη, ενώ ήταν πεσμένη πνευματικά και ηθικά, σηκώθηκε. Εύκολα η γνώμη μας γλιστράει και πέφτει, εύκολα η προαίρεσή μας πέφτει από εκεί που στέκεται. Γι’ αυτό πρέπει από παντού ν’ ασφαλίζομε και να περιτειχίζομε τον εαυτό μας.

«Τότε πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, που ονομαζόταν Ιούδας Ισκαριώτης». Βλέπεις από ποιο χορό εξέπεσε; Βλέπεις ποιά διδασκαλία περιφρόνησε; Βλέπεις πόσο μεγάλο κακό είναι η αδιαφορία και η απροσεξία; «Ο Ιούδας, που ονομαζόταν Ισκαριώτης». Για ποιό λόγο μου ονομάζεις την πόλη του; Υπήρχε και άλλος μαθητής Ιούδας, που ονομαζόταν Ζηλωτής. Για να μη γίνει λοιπόν με τη συνωνυμία κάποιο λάθος, ξεχώρισε αυτόν από εκείνον, και εκείνον τον ονόμασε από την αρετή του Ιούδα Ζηλωτή, ενώ αυτόν δεν τον ονόμασε από την κακία του· διότι δεν είπε, Ιούδας ο προδότης. Αν και βέβαια έπρεπε, όπως ακριβώς ονόμασε εκείνον από την αρετή του, έτσι να ονομάσει και αυτόν από την κακία του και να πει, Ιούδας ο προδότης. Αλλά για να σε διδάξει να έχεις καθαρή τη γλώσσα σου από την κατηγορία, αποφεύγει και τον ίδιο τον προδότη, να θίξει.

«Πήγε», λοιπόν, λέγει, «ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, στους αρχιερείς και τους είπε· Τι θα μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Πω, πω φωνή γεμάτη από αηδία. Και πώς βγήκε από το στόμα του, πώς κίνησε τη γλώσσα του; πώς δεν νεκρώθηκε όλο το σώμα του; πώς δεν σαλεύθηκαν τα μυαλά του; «Τι θέλετε να μου δώσετε, για να σας παραδώσω αυτόν;». Αυτά, πές μου σε δίδαξε ο Χριστός; Δεν έλεγε γι’ αυτό, «Μη πάρετε στη ζώνη σας ούτε χρυσά, ούτε ασημένια, ούτε και χάλκινα νομίσματα», περιορίζοντας από την αρχή τη ρίζα της φιλαργυρίας; Δεν συμβούλευε αυτά συνέχεια και μαζί με αυτά έλεγε, «Εάν κάποιος σε χτυπήσει στο δεξί σαγόνι, στρέψε του και το άλλο»; «Τι θέλετε να μου δώσετε, για να σάς παραδώσω αυτόν;·». Πω, πω παραλογισμός! Πες μου, για ποιο λόγο; Ποιά μικρή, ή μεγάλη κατηγορία έχεις εναντίον του και παραδίνεις το δάσκαλο; Επειδή σου παρέδωσε την εξουσία εναντίον των δαιμόνων; επειδή σου έδωσε τη δύναμη να θεραπεύεις ασθένειες; επειδή σου έδωσε τη δύναμη να καθαρίζεις λεπρούς; επειδή σου έδωσε τη δύναμη ν’ ανασταίνεις νεκρούς; επειδή σε απάλλαξε από την τυραννική εξουσία του θανάτου; Αντί αυτών των ευεργεσιών του δίνεις αυτές τις αμοιβές;

«Τι θέλετε να μου δώσετε, για να σας παραδώσω αυτόν;». Πω, πω παραφροσύνη! ή καλύτερα, πω, πω φιλαργυρία· διότι όλα εκείνη τα γέννησε· εκείνην επιθύμησε αυτός και πρόδωσε το δάσκαλο. Διότι τέτοιο πράγμα είναι η πονηρή εκείνη ρίζα· καθιστά τις ψυχές που συλλαμβάνει μανιακές χειρότερα από το δαίμονα, και τις κάνει για όλα να αδιαφορούν, και για τον εαυτό τους, και για το συνάνθρωπό τους, και για τους νόμους της φύσεως, τις απομακρύνει από τα λογικά τους και τις καθιστά παράφρονες. Διότι πρόσεχε πόσα πράγματα απομάκρυνε μέσα από την ψυχή του Ιούδα· τη συναναστροφή, την οικειότητα, τη συμμετοχή στο ίδιο τραπέζι, τα θαύματα, τη διδασκαλία, τις συμβουλές, τις νουθεσίες όλα αυτά τότε η φιλαργυρία έκανε να ξεχασθούν. Γι’ αυτό πολύ σωστά ο Παύλος έλεγε, ότι «Ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία».

«Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Μεγάλη παραφροσύνη δείχνουν τα λόγια αυτά. Πές μου, παραδίνεις εκείνον που εξουσιάζει τα πάντα, που εξουσιάζει τους δαίμονες, που προστάζει τη θάλασσα και υπακούει, τον Κύριο όλων των δημιουργημάτων της φύσεως; Για να περιορίσει λοιπόν τον παραλογισμό του και να δείξει, ότι, εάν δεν ήθελε δεν θα παραδινόταν, άκουσε τι κάνει. Κατά την στιγμή της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον του, κρατώντας ξύλα και λαμπάδες και φως, λέγει σ’ αυτούς· «Ποιόν ζητάτε;». Δεν γνώριζαν δηλαδή εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ απείχε ο Ιούδας από τη δυνατότητα να παραδώσει αυτόν, διότι δεν έβλεπε εκείνον που επρόκειτο να παραδώσει, αν και βρισκόταν μπροστά του, και όλα αυτά ενώ υπήρχαν λαμπάδες και τόσο φως. Διότι, το ότι ο ευαγγελιστής υπαινίχθηκε αυτό, λέγει· είχαν λαμπάδες και φως και δεν έβλεπαν αυτόν. Και καθημερινά υπενθύμιζε σ’ αυτόν και με τα έργα του και με τα λόγια του, δείχνοντάς του ότι δεν θα μπορέσει να τον προδώσει κρυφά. Και ούτε φανερά και παρουσία όλων έλεγχε αυτόν, για να μη τον κάνει περισσότερο αδιάντροπο, ούτε και αποσιωπούσε την προδοσία, για να μη νομίζει ότι του διαφεύγει την προσοχή και επιχειρήσει έτσι άφοβα την προδοσία, αλλά συνέχεια έλεγε, «Ένας από σας θα με παραδώσει», αλλ’ όμως δεν τον φανέρωνε.

Πολλά λόγια είπε και για τη γέεννα και για τη βασιλεία των ουρανών, και έδειξε τη δύναμή του και για τα δύο, το να τιμωρεί δηλαδή εκείνους που αμαρτάνουν, και να τιμά εκείνους που ασκούν την αρετή. Αλλ’ όλα αυτά εκείνος τα απέρριψε, ο δε Θεός δεν τον συγκράτησε με τη βία. Επειδή δηλαδή μας έπλασε και μας έδωσε τη δυνατότητα να εκλέγομε ελεύθερα τις κακές ή τις καλές πράξεις, θέλει να είμαστε καλοί και με τη θέλησή μας· γι’ αυτό, αν δεν θέλομε, δεν μας βιάζει ούτε και μας εξαναγκάζει· διότι εκείνος που εξαναγκάζεται να είναι καλός, δεν είναι δυνατό να είναι καλός. Επειδή λοιπόν και εκείνος ήταν κύριος των αποφάσεων και ενεργειών του και ήταν ελεύθερος να μη πεισθεί και να μη στραφεί προς τη φιλαργυρία, γι’ αυτό αποτυφλώθηκε ο νους του και πρόδωσε τη σωτηρία του. Λέγει λοιπόν· «Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Ελέγχοντας λοιπόν ο ευαγγελιστής την τύφλωση και την παραφροσύνη της διάνοιάς του, λέγει, ότι κατά τη στιγμή της εφόδου των Ιουδαίων ο Ιούδας ήταν μαζί τους, εκείνος που είπε· «Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Και είναι δυνατό να δούμε τη δύναμη του Χριστού όχι μόνο από εδώ, αλλά και από το ότι, αφήνοντας και μόνο τη φωνή του ν’ ακουσθεί, οπισθοχώρησαν και έπεσαν κάτω. Επειδή όμως ούτε και έτσι εγκατέλειπαν την αδιαντροπιά τους, παραδίνει πλέον τον εαυτό του, και είναι σαν να τους έλεγε· "Εγώ έκανα ό,τι εξαρτάται από μένα, φανέρωσα τη δύναμή μου, έδειξα, ότι επιχειρείτε αδύνατα πράγματα. Θέλησα να σταματήσω την κακία σας, επειδή όμως σεις δεν θελήσατε, αλλ’ επιμένετε στον παραλογισμό σας, να σας παραδίνω τον εαυτό μου".

Αυτά σας τα είπα, για να μη κατηγορήσουν μερικοί το Χριστό, λέγοντας, γιατί δεν άλλαξε τον Ιούδα; γιατί δεν το έκανε σώφρονα και λογικό; Και πώς έπρεπε να τον κάνει λογικό; εξαναγκάζοντάς τον, ή αφήνοντάς τον να το αποφασίσει μόνος; Εάν τον εξανάγκαζε, ούτε και έτσι επρόκειτο να γίνει καλύτερος· διότι κανένας δεν θα ήταν δυνατό να γίνει καλός εξαναγκαζόμενος· εάν πάλι με τη δική του απόφαση και θέληση, όλα εκείνα που μπορούσαν να διορθώσουν τη θέληση και απόφασή του του τα πρόσφερε. Εάν δεν θέλησε να δεχθεί το φάρμακο, η κατηγορία δεν είναι του ιατρού, αλλ’ εκείνου που απέρριψε τη θεραπεία. Πρόσεχε λοιπόν πόσα έκανε, ώστε να τον ξανακερδίσει και να τον σώσει. Δίδασκε σ’ αυτόν όλη την ευσέβεια και με έργα και με λόγια, τον έκανε ανώτερο από τους δαίμονες, του έδωσε τη δύναμη να κάμνει πολλά θαύματα, τον φόβησε με την απειλή της κολάσεως, τον προέτρεψε με την υπόσχεση της βασιλείας. Επίσης έλεγχε συνέχεια τις απόκρυφες σκέψεις του, αλλ’ ελέγχοντας αυτές δεν τις αποκάλυπτε· ένιψε τα πόδια του μαζί με τους άλλους μαθητές και έφαγε μαζί μ’ αυτόν στο ίδιο τραπέζι· τίποτε, ούτε μικρό, ούτε μεγάλο, παρέλειψε, αλλ’ όμως παρέμενε με τη θέλησή του αδιόρθωτος.

Και για να μάθεις, ότι, ενώ μπορούσε ν’ αλλάξει, όμως δεν θέλησε, αλλ’ όλα έγιναν εξ αιτίας της αδιαφορίας του, άκουσε. Όταν δηλαδή παρέδωσε αυτόν, έρριξε τα τριάντα αργύρια, μπροστά τους, και είπε· «Αμάρτησα, διότι παρέδωσα αίμα δίκαιο». Τι συνέβηκε; Όταν τον είδες να θαυματουργεί δεν έλεγες, «Αμάρτησα, διότι παρέδωσα αίμα αθώο», αλλ’ έλεγες, «Τι θέλετε να μού δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν;». Αφού όμως προχώρησε το κακό, η προδοσία πραγματοποιήθηκε και η αμαρτία ολοκληρώθηκε, τότε αντιλήφθηκες την αμαρτία. Τι λοιπόν διδασκόμαστε από εδώ; Ότι, όταν δείχνομε αδιαφορία, ούτε οι συμβουλές μας ωφελούν, όταν όμως φροντίζομε, μπορούμε τότε και μόνοι μας να σηκωθούμε από το πέσιμό μας. Καθόσον και αυτός, όταν συμβούλευε ο δάσκαλος, δεν άκουε, όταν όμως δεν υπήρχε κανένας να τον συμβουλέψει, επαναστάτησε τότε η συνείδησή του, και, ενώ δεν υπήρχε κανένας δάσκαλος, άλλαξε γνώμη, κατέκρινε εκείνα που τόλμησε να κάνει, και έρριξε τα τριάντα αργύρια. «Τι θέλετε να μού δώσετε για να σας παραδώσω αυτόν; Και του έδωσαν», λέγει, «τριάντα αργύρια». Κατέβαλαν την τιμή του αίματος, που δεν είχε τιμή. Γιατί Ιούδα παίρνεις τα τριάντα αργύρια; Ο Χριστός ήρθε να χύσει το αίμα αυτό για τη σωτηρία του κόσμου δωρεάν, για το οποίο σύ κάμνεις αισχρές συμφωνίες και συναλλαγές. Διότι τι υπάρχει αισχρότερο απ’ αυτή τη συναλλαγή;

4. «Τότε ήρθαν οι μαθητές στον Ιησού». «Τότε»· πότε; Όταν γίνονταν αυτά, όταν η προδοσία προχώρησε, όταν ο Ιούδας οδηγήθηκε στην απώλεια, «Ήρθαν οι μαθητές του σ’ αυτόν και του είπαν, που θέλετε να σου ετοιμάσομε για να φας το Πάσχα;». Είδες μαθητή; είδες και μαθητές; Εκείνος προδίνει το δάσκαλο, ενώ αυτοί φροντίζουν για το Πάσχα· εκείνος συμφωνίες κάνει, ενώ αυτοί ετοιμάζονται να τον περιποιηθούν, τα ίδια θαύματα απόλαυσαν, και εκείνος και αυτοί, τις ίδιες διδάσκαλίες, την ίδια εξουσία. Από που λοιπόν προήλθε η μεταβολή; Από την προαίρεση αυτή παντού γίνεται αιτία όλων των καλών και των κακών. «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε για να φας το Πάσχα;». Η εσπέρα αυτή τότε ήταν η παραμονή του Πάσχα· επειδή λοιπόν ο Κύριος δεν είχε οικία, γι’ αυτό του λένε, «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε για να φας το Πάσχα;». Δεν έχομε ορισμένο κατάλυμα, δεν έχομε σκηνή, ούτε οικία. Ας το μάθουν εκείνοι που χτίζουν λαμπρές οικίες, ευρύχωρες στοές, και μεγάλες αυλές, ότι ο Χριστός δεν είχε που ν’ ακουμπήσει το κεφάλι του. Γι’ αυτό τον ερωτούν αυτοί, «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε για να φας το Πάσχα;».

Ποιο Πάσχα; Όχι αυτό το δικό μας, αλλά το παλιό το Ιουδαϊκό· διότι οι μαθητές εκείνο ετοίμασαν, ενώ αυτό το δικό μας αυτός το ετοίμασε· και όχι μόνο αυτός το ετοίμασε, αλλά και ο ίδιος έγινε το θύμα του Πάσχα. «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε να φας το Πάσχα;». Εκείνο ήταν ιουδαϊκό Πάσχα, εκείνο έλαβε την αρχή του στην Αίγυπτο. Για ποιό λόγο λοιπόν τρώγει αυτό ο Χριστός; Διότι τήρησε όλες τις εντολές του νόμου. Καθόσον, όταν βαπτιζόταν, έλεγε· «Διότι έτσι πρέπει σ’ εμένα, να τηρήσω κάθε εντολή του νόμου». Ήρθα να εξαγοράσω τον άνθρωπο από την κατάρα του νόμου. Διότι «ο Θεός έστειλε τον Υιό του, που γεννήθηκε από γυναίκα και τήρησε τις εντολές του νόμου, για να εξαγοράσει εκείνους που ήταν δούλοι του νόμου» και να καταργήσει το νόμο. Για να μη λέγει λοιπόν κάποιος, ότι γι’ αυτό κατάργησε αυτόν, επειδή δεν μπορούσε να τον τηρήσει, διότι ήταν βαρύς, δυσβάσταχος, και δυσκολοκατόρθωτος, αφού πρώτα τήρησε όλες τις διατάξεις αυτού, τότε τον κατάργησε. Γι’ αυτό και εόρτασε το Πάσχα· διότι το Πάσχα ήταν εντολή του νόμου.

Και για ποιό λόγο ο νόμος όρισε να τρώνε το Πάσχα; Οι Ιουδαίοι ήταν αχάριστοι απέναντι στον ευεργέτη, και, παρ’ όλες τις ευεργεσίες του, ξεχνούσαν τις εντολές του Θεού· καθόσον, όταν έφυγαν από την Αίγυπτο και είδαν τη θάλασσα να χωρίζεται στη μέση και στη συνέχεια πάλι να ενώνεται, καθώς και άλλα αμέτρητα θαύματα, έλεγαν «Ας κατασκευάσομε θεούς, που θα προπορεύονται και θα μας οδηγούν». Τι λές; Τα θαύματα τα έχεις ακόμη στα χέρια σου και ξέχασες τον ευεργέτη σου; Επειδή λοιπόν ήταν τόσο αναίσθητοι και αχάριστοι, ο Θεός σύνδεσε την υπενθύμιση των δωρεών του με την υπόθεση των εορτών, και γι’ αυτό έδωσε εντολή να θυσιάζουν τον αμνό. «Ώστε, εάν σ’ ερωτήσει», λέγει, «ο υιός σου τι σημαίνει το Πάσχα αυτό; να του πεις, ότι oι πρόγονοί μας στην Αίγυπτο έβαψαν κάποτε με το αίμα του προβάτου τις πόρτες των σπιτιών τους, για να μη συμβεί, όταν θα ρθει ο εξολοθρευτής άγγελος να δει, να τολμήσει να μπει μέσα και να επιφέρει πλήγμα.

Ήταν λοιπόν η εορτή διαρκής υπενθύμιση της σωτηρίας τους. Ή καλύτερα δεν κέρδιζαν μόνο αυτό, ότι τους υπενθύμιζε τις παλιές ευεργεσίες, αλλά και άλλο σπουδαιότερο, ότι δηλαδή με αυτό προτυπώνονταν τα μελλοντικά. Καθόσον ο αμνός εκείνος ήταν τύπος άλλου πνευματικού αμνού, και το πρόβατο ήταν τύπος άλλου προβάτου· και εκείνο βέβαια ήταν σκιά, ενώ αυτό αλήθεια. Όταν λοιπόν παρουσιάσθηκε ο ήλιος της δικαιοσύνης, η σκιά πλέον καταργήθηκε· διότι όταν ο ήλιος ανατείλει, η σκιά χάνεται. Γι’ αυτό λοιπόν και στην ίδια τράπεζα γίνονται και τα δύο Πάσχα, και το Πάσχα του τύπου, και το Πάσχα της αλήθειας. Διότι, όπως ακριβώς οι ζωγράφοι στον ίδιο πίνακα πρώτα τραβούν τις γραμμές και ζωγραφίζουν τη σκιά, και μετά προσθέτουν επάνω σ’ αυτόν τα πραγματικά χρώματα, το ίδιο έκανε και ο Χριστός. Επάνω στην ίδια τράπεζα ζωγράφισε και το τυπικό Πάσχα, και πρόσθεσε το αληθινό «Που θέλεις να σου ετοιμάσομε το Πάσχα για να φας;». Τότε εορταζόταν το ιουδαϊκό Πάσχα, αλλ’ αφού ανάτειλε ο ήλιος, ας μη φέγγει πλέον το λυχνάρι, αφού ήρθε η αλήθεια, ας καταργηθεί πλέον η σκιά.

5. Αυτά τα λέγω προς τους Ιουδαίους, επειδή νομίζουν ότι εορτάζουν πάσχα, επειδή με αδιαντροπιά οι απερίτμητοι κατά την καρδιά προβάλλουν τα άζυμα. Πώς, πες μου, Ιουδαίε, εορτάζεις το Πάσχα; Ο ναός κατασκάφθηκε, ο βωμός καταστράφηκε, τα άγια των αγίων καταπατήθηκαν, κάθε είδος θυσίας καταργήθηκε. Για ποιο λόγο λοιπόν τολμάς να κάμνεις αυτά τα παράνομα πράγματα. Οδηγήθηκες κάποτε αιχμάλωτος στη Βαβυλώνα και εκεί έλεγαν εκείνοι που σε αιχμαλώτισαν, «Ψάλατέ μας από τις ωδές που ψάλλατε στη Σιών», και δεν το ανεχόσουν. Και για να δείξει αυτά ο Δαυίδ έλεγε· «Στους ποταμούς της Βαβυλώνας, κοντά στις όχθες τους, εκεί καθίσαμε και κλάψαμε στις ιτιές που είναι δίπλα σ’ αυτούς εκεί κρεμάσαμε τα όργανά μας·», δηλαδή το ψαλτήρι, την κιθάρα, τη λύρα, και τα υπόλοιπα- διότι αυτά τα όργανα χρησιμοποιούσαν την παλιά εποχή, και μ’ αυτά έψαλλαν τους ψαλμούς. Αυτά λοιπόν τα όργανα, όταν οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία, τα πήραν μαζί τους, για να θυμούνται τον τρόπο ζωής στην πατρίδα τους και όχι για να τα χρησιμοποιήσουν. «Εκεί» λοιπόν, λέγει, «μας ζήτησαν αυτοί που μας αιχμαλώτισαν ύμνους από το στόμα μας», και είπαμε, «πώς θα ψάλω την ωδή του Κυρίου σε ξένη χώρα;». Τι λες; Την ωδή του Κυρίου δεν ψάλλεις σε χώρα ξένη και εορτάζεις το Πάσχα του Κυρίου σε ξένη χώρα; Είδες την αγνωμοσύνη τους; είδες την παρανομία τους; Όταν, εκείνοι που τους εξανάγκαζαν, ήταν εχθροί, δεν τολμούσαν ούτε ύμνο να ψάλλουν σε ξένη χώρα, ενώ τώρα, από μόνοι τους, χωρίς κανένας να τους εξαναγκάζει, ούτε να τους πιέζει, κηρύττουν πόλεμο εναντίον του Θεού.

Βλέπεις πως είναι ακάθαρτα τα άζυμα; πως είναι παράνομη η εορτή; πως δεν υπάρχει Πάσχα ιουδαϊκό; Υπήρχε κάποτε ιουδαϊκό Πάσχα, αλλά καταργήθηκε τώρα, και αντικαταστάθηκε με το πνευματικό Πάσχα, το οποίο παρέδωσε τότε ο Χριστός. Διότι, λέγει, ενώ αυτοί έτρωγαν και έπιναν, αφού πήρε τον άρτο τον έκανε κομμάτια και είπε· «Αυτό είναι το σώμα μου που τεμαχίζεται για χάρη σας προς άφεση αμαρτιών». Γνωρίζουν τα λόγια αυτά όσοι έχουν μυηθεί. Και αφού πήρε πάλι το ποτήρι, είπε· «Αυτό είναι το αίμα, που χύνεται για χάρη πολλών, προς άφεση αμαρτιών». Και ήταν παρών ο Ιούδας, όταν ο Χριστός έλεγε αυτά. Αυτό είναι το σώμα μου, που το πούλησες, Ιούδα, τριάντα αργύρια· αυτό είναι το αίμα, για το οποίο πριν από λίγο έκαμνες τις αισχρές εκείνες συμφωνίες με τους αχάριστους Φαρισαίους. Πω, πω μέγεθος φιλανθρωπίας του Χριστού, πω, πω μέγεθος παραφροσύνης του Ιούδα, πω, πω μέγεθος μανίας· διότι ο μεν Ιούδας πούλησε αυτόν τριάντα αργύρια, ενώ ο Χριστός και μετά απ’ αυτό δεν απέφυγε αυτό το αίμα, που πουλήθηκε, να το δώσει προς άφεση των αμαρτιών εκείνου που το είχε πωλήσει, εάν φυσικά το ήθελε. Και ήταν παρών ο Ιούδας και έπαιρνε μέρος στην ιερή εκείνη τράπεζα. Διότι, όπως ακριβώς ένιψε τα πόδια αυτού μαζί με τους άλλους μαθητές, έτσι πήρε μέρος και στην ιερή εκείνη τράπεζα, για να μη μπορεί να έχει καμία δικαιολογημένη απολογία, εάν επιμείνει στην κακία του. Διότι ο Χριστός έκανε ό,τι εξαρτιόταν απ’ αυτόν και του τα πρόσφερε όλα, αυτός όμως εξακολούθησε να διατηρεί την κακή του γνώμη.

6. Αλλ’ είναι ώρα πλέον να πλησιάσομε στη φρικτή αυτή τράπεζα. Όλοι λοιπόν ας πλησιάσομε με την πρέπουσα σωφροσύνη και προσοχή, και κανένας πλέον να μη είναι Ιούδας, κανένας να μη είναι πονηρός, κανένας να μη έχει μέσα του δηλητήριο· να μη λέγει άλλα με το στόμα του και άλλα να έχει στη σκέψη του. Παραβρίσκεται ο Χριστός, και εκείνος που στόλισε την τράπεζα εκείνη, αυτός και τώρα διακοσμεί αυτήν. Διότι δεν είναι άνθρωπος αυτός που μεταβάλλει τα δώρα που βρίσκονται μπροστά μας σε σώμα και αίμα του Χριστού, αλλ’ ο ίδιος ο Χριστός που σταυρώθηκε για μας. Ο ιερεύς στέκεται και εκπληρώνει τον τύπο εκείνο, λέγοντας τα λόγια εκείνα, ενώ η δύναμη και η χάρη είναι του Θεού. «Αυτό είναι το σώμα μου», λέγει. Αυτά τα λόγια μεταβάλλουν σε σώμα και αίμα τα προσφερόμενα δώρα. Και όπως ακριβώς η φωνή εκείνη που έλεγε, «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε τη γη», λέχθηκε βέβαια μία φορά, πραγματοποιείται όμως αιώνια, δίνοντας έμπρακτη στη φύση μας τη δύναμη για απόκτηση παιδιών, έτσι και τα λόγια αυτά που λέχθηκαν μία φορά, σε κάθε μία τράπεζα των εκκλησιών από τότε μέχρι σήμερα, και μέχρι την μελλοντική παρουσία αυτού, κάμνουν πραγματική τη θυσία.

Κανένας λοιπόν να μη πλησιάζει σ’ αυτή γεμάτος υπουλία, κανένας να μη πλησιάζει γεμάτος από κακία, κανένας να μη πλησιάζει έχοντας δηλητήριο μέσα στη σκέψη του, για να μη γίνεται αυτό που μεταλαβαίνει αιτία καταδίκης του. Καθόσον και τότε όρμησε μέσα στον Ιούδα ο διάβολος, αφού έλαβε εκείνο που του πρόσφερε ο Κύριος, όχι από περιφρόνηση προς το σώμα του Κυρίου, αλλά περιφρονώντας τον Ιούδα εξ αιτίας της αδιαντροπιάς του, για να μάθεις, ότι πάντοτε ο διάβολος κατ’ εξοχή εισέρχεται και κυριεύει εκείνους που παίρνουν μέρος ανάξια στη θεία ευχαριστία, όπως ακριβώς συνέβηκε και τότε στον Ιούδα. Διότι οι τιμές ωφελούν εκείνους που είναι άξιοι, ενώ σ’ εκείνους που τις απολαμβάνουν ανάξια, επιφέρουν μεγαλύτερη τιμωρία. Και αυτά τα λέγω όχι για να σας φοβήσω, αλλά για να σας προφυλάξω. Κανένας λοιπόν να μη γίνεται Ιούδας, κανένας να μη πλησιάζει έχοντας μέσα του δηλητήριο κακίας. Διότι η θυσία είναι πνευματική τροφή· και όπως ακριβώς η σωματική τροφή, όταν εισέλθει σε στομάχι γεμάτο από βλαβερά υγρά, χειροτερεύει περισσότερο την ασθένεια, όχι από τη φύση της, αλλ’ εξ αιτίας της ασθένειας του στομαχιού, έτσι λοιπόν συμβαίνει συνήθως και με τα πνευματικά μυστήρια. Καθόσον και αυτά, όταν εισέλθουν μέσα σε ψυχή γεμάτη από κακία, περισσότερο την καταστρέφουν και την οδηγούν στην απώλεια, όχι από τη φύση τους, αλλ’ εξ αιτίας της πνευματικής ασθένειας της ψυχής που τα δέχθηκε.

Κανένας λοιπόν ας μη έχει μέσα του πονηρούς λογισμούς, αλλ’ ας καθαρίσομε τη σκέψη μας καθόσον προσερχόμαστε σε καθαρή θυσία· ας κάνομε λοιπόν άγια την ψυχή μας· διότι αυτό μπορεί να γίνει και μέσα σε μία ημέρα. Πώς και με ποιό τρόπο; Εάν έχεις κάτι εναντίον του εχθρού, διώξε την οργή, θεράπευσε την πληγή, σταμάτησε την έχθρα, για να λάβεις θεραπεία από την τράπεζα· διότι προσέρχεσθε σε θυσία φρικτή και άγια. Δείξε σεβασμό προς το νόημα αυτής της προσφοράς. Σφαγμένος βρίσκεται μπροστά σου ο Χριστός. Και για ποιό λόγο σφάχθηκε και γιατί; Για να ειρηνεύσει τα ουράνια και τα επίγεια, για να σε κάνει φίλο και των αγγέλων, για να σε συμφιλιώσει με το Θεό των πάντων· ενώ είσαι εχθρός και πολέμιος αυτού, να σε κάνει φίλο του. Εκείνος θυσίασε την ψυχή του για χάρη εκείνων που τον μισούσαν, ενώ σύ συνεχίζεις να εχθρεύεσαι το συνάνθρωπό σου· και πώς θα μπορέσεις να βαδίσεις στην τράπεζα της ειρήνης; Και εκείνος βέβαια δεν απέφυγε ούτε και να πεθάνει για χάρη σου, ενώ συ δεν θέλεις για τον εαυτό σου ν’ αφήσεις την οργή σου εναντίον του συνανθρώπου σου; Και ποιας συγγνώμης αυτά είναι άξια;

Με έβλαψε, λέγει, και μ’ άρπαξε πάρα πολλά. Και τι είναι αυτό; Οπωσδήποτε η ζημιά είναι χρηματική· διότι δεν σε πλήγωσε όπως ο Ιούδας τον Χριστό· αλλ’ όμως και το ίδιο το αίμα του που έχυσε, το έδωσε για τη σωτηρία εκείνων που τον θανάτωσαν. Τι θα μπορούσες να πεις ισάξιο μ’ αυτό; Εάν δεν συγχωρήσεις τον εχθρό σου, δεν έβλαψες εκείνον, αλλά τον εαυτό σου· διότι εκείνον τον έβλαψες πολλές φορές στην παρούσα ζωή, ενώ τον εαυτό σου τον κατέστησες ασυγχώρητο κατά την απολογία σου τη μέλλουσα εκείνη ημέρα· διότι ο Θεός τίποτε δεν μισεί τόσο, όσο τον μνησίκακο άνθρωπο, όσο την καρδιά τη γεμάτη από μίσος και την ψυχή που φλογίζεται από κακία. Άκουσε λοιπόν τι λέγει· «Εάν, όταν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο, θυμηθείς την ώρα ακριβώς που βρίσκεσαι στο θυσιαστήριο, ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε το δώρο σου στο θυσιαστήριο, και πήγαινε και συμφιλιώσου πρώτα με τον αδελφό σου, και τότε έλα και πρόσφερε το δώρο σου».

Τι λες, ν’ αφήσω το δώρο μου; Ναι, λέγει· διότι και η θυσία αυτή έγινε για να έχεις ειρήνη με τον αδελφό σου. Εάν λοιπόν η θυσία έγινε για να έχεις ειρήνη με τον αδελφό σου, συ όμως δεν μπορείς να επιτύχεις την ειρήνη αυτή, άσκοπα συμμετέχεις στη θυσία· διότι το κατόρθωμά σου είναι ανώφελο. Κάνε λοιπόν πρώτα εκείνο, για το οποίο έχει προσφερθεί η θυσία, και τότε θ’ απολαύσεις αυτή άξια. Γι’ αυτό κατέβηκε ο Υιός του Θεού, για να συμφιλιώσει τη φύση μας με τον Κύριο· γι’ αυτό δεν ήρθε μόνο αυτός, αλλά για να μας καταστήσει κοινωνούς του ονόματός του και εμάς που κάμνομε τα ίδια μ’ αυτόν. Διότι λέγει «Μακάριοι είναι εκείνοι που ειρηνεύουν, διότι αυτοί θα ονομασθούν υιοί του Θεού». Εκείνο λοιπόν που έκανε ο Μονογενής Υιός του Θεού, αυτό κάνε και συ σύμφωνα με την ανθρώπινη δύναμή σου, γίνε δηλαδή πρόξενος ειρήνης και για τον εαυτό σου και για τους άλλους. Γι’ αυτό και σένα τον ειρηνοποιό σε ονομάζει υιό του Θεού· γι’ αυτό και κατά την ώρα της θυσίας καμία άλλη εντολή δεν ανέφερε, παρά την εντολή της συμφιλιώσεως με τον αδελφό σου, για να δείξει, ότι αυτό είναι ανώτερο από όλα.

Ήθελα να παρατείνω το λόγο, αλλ’ είναι αρκετά και αυτά για εκείνους που προσέχουν, εάν τα θυμούνται. Ας θυμούμαστε λοιπόν, αγαπητοί, πάντοτε αυτά τα λόγια, και τα αγνά φιλήματα, και τον γεμάτο από ιερό φόβο ασπασμό αναμεταξύ μας. Διότι αυτό συνδέει τις σκέψεις μας, και κάμνει όλους μας να γίνομε ένα σώμα, επειδή όλοι συμμετέχομε στην κοινωνία ενός σώματος. Ας ενωθούμε λοιπόν σ’ ένα σώμα, όχι συνενώνοντας τα σώματά μας, αλλά συνενώνοντας αναμεταξύ τους τις ψυχές μας με το σύνδεσμο της αγάπης· έτσι θα μπορέσομε ν’ απολαύσομε με παρρησία την τράπεζα που βρίσκεται μπροστά μας. Διότι, και αν ακόμη έχομε αμέτρητες δίκαιες πράξεις, αλλ’ είμαστε μνησίκακοι, όλα είναι μάταια και άσκοπα, και δεν θα μπορέσομε απ’ αυτές να καρπωθούμε καμιά ωφέλεια για τη σωτηρία μας.

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, ας εξαφανίσομε την οργή, και, αφού καθαρίσομε τη συνείδησή μας, με πραότητα και όλη την καλωσύνη μας ας πλησιάσομε στην τράπεζα του Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα ανήκει η δόξα, η τιμή και η δύναμη, συγχρόνως και στο άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ- ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΝΗΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΩΝ ΦΑΡΙΣΑΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΦΟΡΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Μεγάλη Τρίτη: Για την πονηρή ερώτηση των Φαρισαίων
σχετικά με την καταβολή φόρων στον Καίσαρα και τη θαυμαστή απόκριση του Κυρίου

Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 22, 15 – 22]
«Τότε πορευθέντες οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ (: τότε πήγαν οι Φαρισαίοι στον τόπο των συσκέψεών τους και συμφώνησαν να Τον παγιδεύσουν με ερωτήσεις)» [Ματθ. 22,15].

«Τότε». Πότε δηλαδή; Όταν προπάντων έπρεπε να δείξουν κατάνυξη, όταν έπρεπε να εκπλαγούν από την φιλανθρωπία Του, όταν έπρεπε να φοβηθούν για τα μέλλοντα, όταν έπρεπε να πιστέψουν και για τα μέλλοντα, λαμβάνοντας αφορμή από τα παρόντα. Καθόσον τα όσα ειπώθηκαν, βροντοφώναζαν και για τα γεγονότα του μέλλοντος· διότι πράγματι τελώνες και πόρνες πίστεψαν, και προφήτες και δίκαιοι φονεύθηκαν, και έπρεπε από όλα αυτά να μην έχουν καμία αμφιβολία και για τη δική τους απώλεια, αλλά αντιθέτως έπρεπε και να πιστέψουν και να σωφρονίζονται. Αλλά όμως ούτε και εδώ τερματίζουν τα έργα της κακίας τους, αλλά αυτή αυξάνεται διαρκώς και προχωρούν ακόμη παραπέρα. Και επειδή δεν μπορούσαν να Τον συλλάβουν (διότι φοβόντουσαν τα πλήθη του λαού) μεταχειρίστηκαν άλλη οδό, θέλησαν δηλαδή να Τον παρουσιάσουν ως επικίνδυνο και ως υπεύθυνο δημόσιων αδικημάτων.

«Καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς μαθητὰς αὐτῶν μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων· εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; (: Του αποστέλλουν λοιπόν τους μαθητές τους μαζί με εκείνους που ανήκαν στο κόμμα του Ηρώδη, και Του είπαν: ‘’Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι είσαι ειλικρινής και αληθινός και διδάσκεις τον δρόμο του Θεού με βάση την αλήθεια και χωρίς ψέματα, και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙ διότι δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα). Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις; Επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να δώσουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα και να αναγνωρίσουμε έτσι ότι είμαστε υποτελείς και δούλοι του Καίσαρα;’’ [συμπληρωματικό σχόλιο Παν. Τρεμπέλα: Έτσι οι Φαρισαίοι σκόπευαν ή να κινήσουν την οργή του πλήθους εναντίον Του, εάν επέτρεπε την πληρωμή του φόρου, ή να Τον καταγγείλουν μέσω των Ηρωδιανών ως επαναστάτη, εάν απαγόρευε την πληρωμή του])» [Ματθ. 22, 16-17].

Καθόσον βέβαια ήσαν φόρου υποτελείς, αφού είχαν περιέλθει υπό την εξουσία των Ρωμαίων. Επειδή λοιπόν γνώριζαν ότι οι οπαδοί του Θευδά και του Ιούδα, που έζησαν πριν από Αυτόν, γι΄ αυτόν τον λόγο θανατώθηκαν, επειδή δηλαδή επιχείρησαν αποστασίαήθελαν και Αυτόν με αυτούς τους λόγους να Τον οδηγήσουν σε μια παρομοίου είδους υποψία. Για τον λόγο αυτόν και τους δικούς τους μαθητές απέστελλαν και τους στρατιώτες του Ηρώδη, σκάπτοντας διπλό γκρεμό γύρω από τον Χριστό και θέτοντας από παντού την παγίδα τους, ώστε, οτιδήποτε και αν επρόκειτο να απαντήσει ο Ιησούς, να Τον συλλάβουν.

Εάν μεν μιλούσε υπέρ της γνώμης των Ηρωδιανών, να Τον κατήγγειλαν οι μαθητές των ίδιων των Φαρισαίων που ήταν παρόντες· εάν πάλι ομιλούσε υπέρ της γνώμης των Φαρισαίων, να Τον κατηγορούσαν οι στρατιώτες του Ηρώδη. Μολονότι βέβαια είχε πληρώσει τα δίδραχμα, αλλά δεν το γνώριζαν αυτό. Και περίμεναν να φέρει αντίρρηση και προς τους δύο, αλλά επιθυμούσαν πολύ περισσότερο να πει κάτι εναντίον των Ηρωδιανών. Για τον λόγο αυτόν, αποστέλλουν και τους μαθητές τους, ωθώντας Αυτόν, με την παρουσία αυτών, προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να Τον παραδώσουν στον ηγεμόνα ως τύραννο. Αυτό βέβαια και ο Λουκάς το δήλωσε υπαινισσόμενος, λέγοντας ότι Τον ρωτούσαν παρουσία του πλήθους του λαού, ώστε να έχουν πολύ περισσότερους μάρτυρες. Αλλά όμως συνέβη εντελώς το αντίθετο διότι με την παρουσία περισσότερου πλήθους θεατών απέδειξαν την ανοησία τους.

Και προσέχετε την κολακεία τους και τον καλυμμένο δόλο τους. «Διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός (: Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι είσαι ειλικρινής και αληθινός και διδάσκεις τον δρόμο του Θεού με βάση την αλήθεια και χωρίς ψέματα, και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙ διότι δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)», λέγουν. Πώς λοιπόν λέγατε ότι είναι πλάνος και ότι πλανά τον λαό και ότι έχει δαιμόνιο και ότι δεν είναι απεσταλμένος από τον Θεό; Πώς πριν από λίγο θέλατε να Τον φονεύσετε;

Αλλά όλα γίνονται όπως ακριβώς τα είχε υπαγορεύσει η συκοφαντική τους διάθεση. Επειδή δηλαδή πριν από λίγο Τον ρώτησαν με αυθάδεια«ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς(: Πες μας, με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά;)» [Λουκ. 20, 22] και δεν έλαβαν απάντηση στην ερώτησή τους, αναμένουν να Τον εξαπατήσουν με την κολακεία τους και να τον πείσουν να πει κάτι εναντίον των νόμων που ίσχυαν και αντίθετο προς την εξουσία που κυβερνούσε. Για τον λόγο αυτόν βεβαιώνουν ότι λέγει και την αλήθεια ομολογώντας έτσι την πραγματικότητα, πλην όμως όχι με ορθή σκέψη, ούτε και με την θέλησή τους, και προσθέτουν τους λόγους  «οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός (: και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)».

Πρόσεχε πώς αποκαλύπτονται θέλοντας να Τον οδηγήσουν να πει εκείνα τα λόγια, που θα Τον παρουσιάσουν αντίθετο και προς τον Ηρώδη και θα δημιουργήσει την υποψία ότι είναι τύραννος, ως αντιτιθέμενος προς τους νόμους, ώστε να Τον τιμωρήσουν ως στασιαστή και τύραννο. Διότι το «οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός (: και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)» το έλεγαν υπονοώντας τον Ηρώδη και τον Καίσαρα. «Εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; (: Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις;)»Τώρα τιμάτε και θεωρείτε διδάσκαλο εκείνον, που όταν σας μιλούσε για την σωτηρία σας Τον περιφρονούσατε και πολλές φορές Τον βρίζατε.

Επομένως παρουσιάστηκαν ως άνθρωποι που συμφωνούσαν μαζί Του. Και πρόσεχε την κακουργία τους: δεν λένε «πες μας ποιο είναι το καλό, ποιο το συμφέρον, ποιο το νόμιμο;», αλλά: «Ποια είναι η δική σου γνώμη;»· με αυτό προς ένα και μόνο απέβλεπαν, να Τον κατηγορήσουν και να Τον παρουσιάσουν ως εχθρό του άρχοντα. Και ο ευαγγελιστής Μάρκος επίσης το αποκαλύπτει αυτό και δηλώνει σαφέστερα την αυθάδειά τους και τη φονική διάθεσή τους, λέγοντας ότι αυτοί Τον ρώτησαν: «ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν; (: πες μας λοιπόν: Επιτρέπεται ή όχι να πληρώνουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα; Ναι ή όχι; Να δώσουμε ή να μη δώσουμε τον φόρο αυτό;)» [Μαρκ. 12, 14]. Έτσι ήσαν μεν γεμάτοι από θυμό και φούντωνε η συκοφαντική τους διάθεση, αλλά υποκρίνονταν υποταγή.

Τι τους απαντά λοιπόν ο Ιησούς; «Τί με πειράζετε, ὑποκριταί; (: γιατί προσπαθείτε να με εκθέσετε σε πειρασμό, υποκριτές;)» [Ματθ. 22, 18]. Βλέπεις πώς τους ομιλεί κατά τρόπο που τους ελέγχει σε μεγαλύτερο βαθμό; Επειδή δηλαδή η κακία τους ήταν ολοκληρωμένη  και ολοφάνερη, τους δίνει βαθύτερο χτύπημα, κατά πρώτον με το να προκαλέσει σύγχυση σε αυτούς και να τους αποστομώσει και δεύτερο με το φανερώσει ενώπιον όλων τα κρυφά σχέδιά τους και στη συνέχεια με το να αποκαλύψει σε όλους με ποιες διαθέσεις Τον πλησιάζουν. Αυτά δεν τα έκανε με σκοπό να μειώσει την κακία τους, ώστε να μην επιχειρούν και πάλι να Τον βλάψουν με τις ίδιες ενέργειές τους.

Μολονότι βέβαια τα λόγια τους ήσαν γεμάτα από πολλή τιμή, καθόσον και Διδάσκαλο Τον αποκαλούσαν και Τον επιβεβαίωναν ότι λέγει την αλήθεια και ότι τάχα δεν ήταν προσωπολήπτης, επειδή όμως ήταν Θεός, τίποτε από όλα αυτά δεν υπήρχε που να μην το γνώριζε. Για τον λόγο αυτόν έπρεπε και εκείνοι να αναλογίζονται ότι η επίπληξή Του δεν ήταν προϊόν στοχασμού, αλλά απόδειξη ότι γνωρίζει τις απόκρυφες σκέψεις τους.

Δε σταμάτησε όμως μέχρι την επίπληξη, αν και ήταν αρκετό και μόνο το ότι έλεγξε την σκέψη τους να καταισχύνει την πονηρία τους,  αλλά όμως δεν σταματά μέχρι εδώ, αλλά και με άλλο τρόπο τους αποστομώνει. Διότι τους λέγει: «Ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου (: Δείξτε μου το νόμισμα με το οποίο πληρώνεται ο φόρος) Οἱ δὲ προσήνεγκαν αὐτῷ δηνάριον (: αυτοί λοιπόν του έφεραν ένα δηνάριο, το οποίο ως νόμισμα ρωμαϊκό έφερε επάνω την εικόνα και την επιγραφή του Καίσαρα)»· και μόλις το έδειξαν, πράγμα που πάντοτε κάνει, τους απαντά με τα ίδια τα λόγια τους και τους αναγκάζει να παραδεχθούν ότι επιτρέπεται, πράγμα που ήταν λαμπρή και φανερή νίκη. Ώστε όταν ρωτά, δεν ρωτά γιατί δεν γνωρίζει, αλλά επειδή θέλει να τους παρουσιάσει υπεύθυνους από τις δικές τους απαντήσεις. Επειδή λοιπόν τους ρώτησε «Τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη, καὶ  ἐπιγραφή; (: και τότε δείχνοντας το νόμισμα τούς λέει: Τίνος είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή;)» και απάντησαν ότι είναι του Καίσαρα, τους λέγει «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος, Καίσαρι (: Δώστε λοιπόν πίσω στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα)»Αυτό βέβαια δεν σημαίνει να δώσουν, αλλά να αποδώσουν, πράγμα που αποδεικνύεται και από την εικόνα και από την επιγραφή.

Στη συνέχεια για να μην πουν :«μας προτρέπεις να υποτασσόμαστε σε ανθρώπους;» πρόσθεσε «καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ (: και στον Θεό δώστε εκείνα που ανήκουν στο Θεό. Στον Καίσαρα και στους άρχοντες ανήκουν οι φόροι και ο σεβασμός και η υποταγή  στους νόμους, εφόσον αυτά δεν σας ζημιώνουν στην ευσέβεια˙ η ψυχή σας όμως και ολόκληρο το εσωτερικό σας και όλος ο εαυτός σας ανήκουν στον Θεό)» [Ματθ. 22, 21]. Διότι είναι δυνατόν και προς τους ανθρώπους να εκπληρώνει κανείς τις υποχρεώσεις του και στον Θεό να αποδίδει, αυτά που οφείλουμε να αποδίδουμε στον Θεό.

Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος λέγει «ἀπόδοτε οὖν πᾶσι τὰς ὀφειλάς, τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος, τῷ τὸν φόβον τὸν φόβον, τῷ τὴν τιμὴν τὴν τιμήν (: αποδώστε λοιπόν σε όλους όσους κατέχουν εξουσία, ό,τι τους οφείλετε ως χρέος και καθήκον. Σε εκείνον που εισπράττει τον φόρο για τα εισοδήματα και τον κεφαλικό φόρο, αποδώστε τον φόρο. Σε εκείνον που εισπράττει τους τελωνειακούς δασμούς, αποδώστε τον τελωνειακό δασμό. Σε εκείνον που ανήκει ο βαθύς σεβασμός, αποδώστε τον βαθύ σεβασμό. Σε εκείνον που ανήκει η τιμή, αποδώστε την τιμή)» [Ρωμ. 13, 7]. Εσύ όμως όταν ακούσεις «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος, Καίσαρι (: δώστε λοιπόν πίσω στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα)» γνώριζε ότι ο Κύριος παραγγέλλει εκείνα μόνο, που δεν παραβλάπτουν την ευσέβεια, διότι εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αυτό δεν αποτελεί οφειλή προς τον Καίσαρα, αλλά το παρόμοιο είναι φόρος και δασμός του διαβόλου.

Όταν τα άκουσαν αυτά οι Φαρισαίοι αποστομώθηκαν και θαύμασαν την σοφία Του [«Καὶ ἀκούσαντες, ἐθαύμασαν (: κι όταν άκουσαν την απάντηση, θαύμασαν)» [Ματθ. 22, 22]. Βέβαια έπρεπε να πιστέψουν και να εκπλαγούν από τα λόγια Του, καθόσον τους έδωσε δείγματα της θεότητάς Του και με το ότι τους απεκάλυψε τα μυστικά σχέδιά τους και με το ότι τους αποστόμωσε με επιείκεια. Τι λοιπόν; Πίστεψαν; Καθόλου· αλλά «ἀφέντες αὐτὸν, ἀπῆλθον (: Τον άφησαν τότε κι έφυγαν)» [Ματθ. 22, 22]· και μετά από αυτούς Τον πλησίασαν οι Σαδουκκαίοι.

ΠΗΓΕΣ:

  • http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf

  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ο΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 432-441.

  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 68, σελ. 112-116.

  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΙΤΗΣ: ΙΩΣΗΦ Ο ΠΑΓΚΑΛΟΣ, ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ!

 Γέροντας Πετρώνιος Προδρομίτης
Ιωσήφ ο Πάγκαλος, τύπος και εικόνα του Κυρίου

Ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος μνημονεύεται τη Μεγάλη Δευτέρα, αφενός μεν για την καθαρότητά του και αφετέρου γιατί είναι τύπος και εικόνα του Κυρίου. Όπως ο Ιωσήφ έφυγε κυνηγημένος τότε από τους αδελφούς του, ότι δήθεν ήταν φονιάς, αργότερα όμως έγινε ο σιτοδότης και σωτήρας τους, προσφέροντας ψωμί την περίοδο εκείνη της πείνας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός καταδιώχθηκε και οδηγήθηκε στον θάνατο από το γένος Του, όμως στο τέλος έγινε ο Σωτήρας του Ισραήλ και ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, τρέφοντας όλους εμάς με το ουράνιο Άρτο του παναχράντου Σώματός Του.

Ο Ιωσήφ από το σπέρμα του Ισραήλ είναι ένα παράδειγμα καθαρότητας και ευσεβείας ενώπιον του κυρίου του. Προτίμησε την φυλακή, παρά να συγκατανεύσει στα πορνικά δελεάσματα της Αιγυπτίας.

Ο Ιωσήφ ονομάζεται “Πάγκαλος” όχι τόσο για τη σωματική του ωραιότητα, αλλά για τον θησαυρό της σωφροσύνης του. Η καθαρότητα είναι ολόκληρη φιλοσοφία, όπως την ονομάζουν οι Πατέρες. Είναι μία ονομασία περιεκτική όλων των αρετών. Είναι το σημείο της σταθερής ευσέβειας ενώπιον του Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν, η αμαρτία είναι έκφραση ακαθαρσίας, πορνείας, διότι, όταν αμαρτάνει ο άνθρωπος, εγκαταλείπει τον αληθινό Νυμφίο, ο Οποίος τον δημιούργησε, και τρέχει στον ακάθαρτο δαίμονα.

Το Δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου θεολογεί θαυμάσια για την πνευματική σημασία της αγνείας: «Δευτέραν Εύαν την Αιγυπτίαν, ευρών ο δράκων, δια ρημάτων, έσπευδε κολακείαις, υποσκελίσαι τον Ιωσήφ· αλλ’ αυτός καταλιπών τον χιτώνα, έφυγε την αμαρτίαν, και γυμνός ουκ ησχύνετο, ως ο Πρωτόπλαστος, προ της παρακοής…».

Ο Αδάμ και η Εύα δημιουργήθηκαν από τον Θεό γυμνοί και δεν αισθάνονταν ντροπή (Γεν. 2:25), και επειδή ήσαν έτσι, ήσαν όπως ολόκληρο το σύμπαν πολύ ωραίοι. Σε τι απέβλεπε η γυμνότητα του Αδάμ; Ο άνθρωπος στον παράδεισο, λέγει ο άγιος Μάξιμος, έκανε μία ζωή απλή, ανέμελη, δεν είχε ανάγκη να σκεπάσει την γύμνια του, και λόγω της απαθείας την οποία είχε, δεν αισθανόταν ντροπή. Προ της πτώσεως δεν φερόταν εδώ και εκεί με εμπαθή νοήματα και σωματικές αντιδράσεις , αλλά ήταν πάντοτε ελεύθερος, χωρίς ψυχικές μεταπτώσεις και είχε μία σωματική κατάσταση αθώα και απλή.

Μετά την πτώση όμως, τα ανθρώπινα πάθη τού άνοιξαν τα μάτια.

Γνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί, ντράπηκαν και έφτιαξαν πρόχειρα σκεπάσματα από φύλλα δένδρων και έκρυψαν την γύμνια τους (Γεν. 3:7-10). Ενώ μετά την καταδίκη τους, ο Θεός τους έδωσε δερμάτινους χιτώνες και τους έβγαλε έξω από τον παράδεισο.

Από τότε η σωματική γύμνωση είναι πάντοτε ντροπή για τον άνθρωπο και υπενθυμίζει την πρώτη πτώση των Πρωτοπλάστων στην αμαρτία. Όταν όμως ο άνθρωπος νικήσει την αμαρτία και φθάσει στην απάθεια, η γυμνότητα δεν προκαλεί πλέον ντροπή. Ο Ιωσήφ, ενώ ήταν γυμνός, δεν ντρεπόταν, όπως ο Αδάμ προ της πτώσεως. Πολλοί ερημίτες και άνθρωποι του Θεού, όπως η οσία Μαρία η Αιγυπτία και άλλοι, έζησαν γυμνοί και δεν ντρέπονταν, διότι η γυμνότητα τους ήταν σημείο απαθείας και αιτία δόξας.

Συνεπώς, ο άνθρωπος στον παράδεισο δεν ήταν τελείως γυμνός. Ήτο ντυμένος με το ένδυμα της Χάριτος της απαθείας, ενώ η εξωτερική γυμνότητα γι’ αυτόν δεν είχε καμία σημασία. Έτσι ακριβώς και ο πνευματικός άνθρωπος, κι όταν ακόμη είναι με το σώμα γυμνός, είναι όμως ντυμένος με το ένδυμα των αρετών, τότε και η σωματική του γυμνότητα δεν αποτελεί πρόβλημα ντροπής.

Ο αμαρτωλός, όταν στερηθεί του ενδύματος της Χάριτος, μας δίνει την αίσθηση της αναίσχυντης γυμνότητας, από την οποία προέρχεται η ενστικτώδης ζωή του ανθρώπου, έστω κι αν σκεπάζει τη σωματική του γυμνότητα.

Άραγε στη σωματική γύμνωση που συναντάμε στον σημερινό άνθρωπο, μήπως δεν φαίνεται ασυνείδητα η νοσταλγία του ανθρώπου για την προ της πτώσεως τιμημένη γυμνότητα; Αλλ’ επειδή αυτή στερείται της τιμής των αρετών, επιστρέφει στην αμαρτία και προκαλεί μεγαλύτερη ντροπή.

Από το βιβλίο: Γέροντος ιερομ. Πετρωνίου Τανάσε, Δικαίου Ρουμανικής Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους, ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ (Πνευματικοί στοχασμοί για την περίοδο του Τριωδίου). Μετάφραση Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου, 2003 (“Η Αγία και Μεγάλη Δευτέρα”, αποσπάσματα).

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΙΤΗΣ: Η ΠΤΩΧΕΙΑ, Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ!

 Γέροντας Πετρώνιος Προδρομίτης
Η πτωχεία, η αγάπη και η ταπείνωση του Θεού – Αγία και Μεγάλη Δευτέρα

«Κεκοσμημένος Νυμφών» του Σωτήρα, στον οποίο πρέπει να εισέλθει ο Ισραήλ είναι η Εκκλησία του Χριστού. Δεν εισήλθε σ’ αυτήν λόγω δύο μεγάλων αμαρτιών, τις οποίες μνημονεύει ο Κύριος στον όρθρο της Μεγάλης Παρασκευής: «Δύο και πονηρά εποίησεν ο πρωτότοκος υιός μου Ισραήλ. Εμέ εγκατέλιπε, πηγήν ύδατος ζωής και ώρυξεν εαυτώ φρέαρ συντετριμμένον, εμέ επί ξύλου εσταύρωσε, τον δε Βαραββάν, ητήσατο και απέλυσεν…».

Το πρώτο είναι η στειρότητα και ακαρπία. Εγκατέλειψε το ύδωρ της ζωής, το ευαγγελικό κήρυγμα, και έσκαψε φρέαρ συντετριμμένον, δηλαδή διαστρέβλωσε τα νοήματα του Νόμου. Η περικοπή για την άκαρπη συκιά λέχθηκε κατ’ αρχάς για να εκφράσει την ακαρπία της Συναγωγής. Δεν ήταν ο καιρός της καρποφορίας – δεν είχε κατέβει το Άγιο Πνεύμα. Ήταν στείρα, διότι δεν είχε ακόμη δείξει σημεία καρποφορίας. Η κατηγορηματική άρνηση του Ευαγγελίου και η υποβίβαση του Νόμου σε τυπολατρία, τους προκάλεσε την κατάρα και πνευματική στειρότητα. «Μηκέτι εκ σου καρπός γένηται εις τον αιώνα» (Ματθ. 21:19).

Το άλλο αμάρτημα του Ισραήλ είναι η πορνεία. Ο Μεσσίας ήλθε κατά πρώτο λόγο για τα χαμένα πρόβατα του οίκου Ισραήλ. Αυτά προσκάλεσε να εισέλθουν πρώτα στον οίκο Του.

Αλλά ο Ισραήλ αρνήθηκε τον πραγματικό Νυμφίο και προτίμησε ένα ληστή, τον Βαραββά. Γι’ αυτό η Εκκλησία τον ονομάζει συναγωγή πονηρά και μοιχαλίδα, η οποία δεν φύλαξε την πίστη προς τον άνδρα της.

Αυτά τα δύο αμαρτήματα του Ισραήλ είναι τα παντοτινά εμπόδια για την είσοδό του στον θείο Νυμφώνα του Νυμφίου Χριστού. Άκαρπη συκιά επίσης είναι και η ψυχή, η οποία δεν τρέφεται από την πηγή της ζωής, τον Χριστό, και δεν καρποφορεί τον πνευματικό καρπό του Ευαγγελίου. Ο Κύριος ανέκαθεν διψούσε την σωτηρία μας και ζητούσε από εμάς τον καρπό των σωτηρίων έργων. Αλλά μη βρίσκοντας καρπό, μας καταράσθηκε με ξηρασία, μεταβάλλοντάς μας σε ύλη κατάλληλη μόνο για την φωτιά της κολάσεως. Γι’ αυτό ο εσπερινός της Μεγάλης Δευτέρας μας προτρέπει, λέγοντας: «Της ξηρανθείσης συκής δια την ακαρπίαν, το επιτίμιον φοβηθέντες αδελφοί, καρπούς αξίους της μετανοίας προσάξωμεν Χριστώ τω παρέχοντι ημίν το μέγα έλεος». Η καρποφορία των καλών έργων είναι ένα χρέος, σύμφωνα με τη δύναμη της Χάριτος που λάβαμε στο Άγιο Βάπτισμα, καθώς θεολογεί και προτρέπει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής: «Άνθρωπε, που βαπτίσθηκες εν Χριστώ, δώσε τώρα έργα για τα οποία έλαβες την δύναμη να τα εκτελέσεις εκ του βαπτίσματος». Αυτή είναι η πνευματική ενδυμασία με την οποία μπαίνουμε στον οίκο της αιώνιας ζωής.

Η ακαρπία των αρετών και η ακαθαρσία των παθών είναι τα μεγαλύτερα αμαρτήματα, τα οποία μας στερούν του κεκοσμημένου νυμφώνος του Σωτήρος Χριστού. Αντίθετα, για να μπορέσουμε να συγκατοικήσουμε μ’ Αυτόν, πρέπει να επιτύχουμε την ομοίωση μ’ Αυτόν με την ολοκληρωτική προσφορά μας στην διακονία Του και με την τέλεια καθαρότητα.

Αυτό είναι το πρώτο μάθημα της αγίας και Μεγάλης Δευτέρας.

Υπάρχει όμως ακόμη ένας κίνδυνος. Οι Απόστολοι πηγαίνοντας για την Ιερουσαλήμ, νόμισαν ότι τότε ήταν και ο καιρός του περιπόθητου εγκαινιασμού της μεσσιανικής βασιλείας, η οποία θα προστατεύσει μόνο τον Ισραήλ ανάμεσα στα άλλα έθνη. Γι’ αυτό η επιθυμία των δύο υιών του Ζεβεδαίου να σταθούν δεξιά και αριστερά του Κυρίου, είναι γεγονός το οποίον αναφέρεται επίσης τη Μεγάλη Δευτέρα: «Κύριε, προς το μυστήριον το απόρρητον της σης οικονομίας ουκ εξαρκούσα η των εκ Ζεβεδαίου μήτηρ, ητείτο σοι προσκαίρου βασιλείας τιμήν, τοις εαυτής δωρήσασθαι τέκνοις…» (Όρθρος Μ. Δευτέρας).

Εάν τα δύο ανωτέρω αμαρτήματα έθεσαν σε κίνδυνο την συναγωγή, έπεται ότι από αυτό τον κίνδυνο κινδύνευσαν οι πιστοί ακόλουθοι του Κυρίου, οι Μαθητές, η Εκκλησία Του. Ο Κύριος όμως μας αποκαλύπτει ότι αυτή η έννοια είναι ξένη προς Αυτόν. «Κύριε τα τελεώτατα φρονείν τους οικείους παιδεύων Μαθητάς, μη ομοιούσθαι τοις έθνεσιν έλεγες, εις το κατάρχειν των ελαχιστοτέρων… ουχ ούτω γαρ έσται υμίν, τοις εμοίς Μαθηταίς… Ο πρώτος ουν υμών, έστω πάντων διάκονος… και γαρ ελήλυθα αυτός, τω πτωχεύσαντι Αδάμ διακονήσαι, και λύτρον δούναι αντί πολλών…» (Όρθρος Μ. Δευτέρας).

Δόξα και πλούτος, τα οποία ονειρεύονταν οι Μαθητές και τα οποία γνώρισε κατά την διέλευση των αιώνων η επί γης Εκκλησία, δεν είναι στο πνεύμα του Διδασκάλου, ο Οποίος, ενώ ήταν πλούσιος και κυβερνήτης όλων, με την θέλησή Του επτώχευσε και έλαβε δούλου μορφή και ήλθε, όχι για να διακονηθεί, αλλά να διακονήσει και να δοθεί ως λύτρο σωτήριο για τον κόσμο. Η πτωχεία και η ταπείνωση που ντύθηκε ο Σωτήρας για να υπηρετήσει τον άνθρωπο, είναι οι αρετές του Χριστού με τις οποίες ανέκαθεν η Εκκλησία έβλεπε και απεκάλυπτε το αληθινό τους νόημα και φως. Πόσο λυπηρό είναι, όταν μερικές σπουδαιότατες αλήθειες αγνοούνται από τους ανθρώπους! Τα καλά παραδείγματα δεν χάθηκαν, διότι η Εκκλησία ανέκαθεν τιμά τους Οσίους της: «Όσιε πάτερ, της φωνής του Ευαγγελίου ακούσας… πλούτον και δόξαν εις ουδέν λογισάμενος πάσιν εβόας· Αγαπήσατε τον Θεόν και ευρήσετε χάριν αιώνιον. Μηδέν προτιμήσητε της αγάπης αυτού, ίνα όταν έλθη εν τη δόξη αυτού, ευρήσητε ανάπαυσιν μετά πάντων των Αγίων…».

Η πτωχεία, η αγάπη και η ταπείνωση του Θεού είναι τα στολίδια, τα οποία μας ανοίγουν διάπλατα την θύρα του κεκοσμημένου νυμφώνος του Σωτήρα μας Χριστού.

Από το βιβλίο: Γέροντος ιερομ. Πετρωνίου Τανάσε, Δικαίου Ρουμανικής Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους, ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ (Πνευματικοί στοχασμοί για την περίοδο του Τριωδίου). Μετάφραση Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου, 2003 (“Η Αγία και Μεγάλη Δευτέρα”, αποσπάσματα).

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ!


Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Στην αγία εορτή των Βαΐων

«Έξι ημέρες πριν από το Πάσχα πήγε ο Ιησούς στη Βηθανία, όπου ήταν ο Λάζαρος», στον οίκο της Μαρίας και της Μάρθας, «και του παρατέθηκε δείπνο από αυτούς»· η Μάρθα υπηρετούσε και ο Λάζαρος έτρωγε. Και αυτό ήταν απόδειξη της αληθινής αναστάσεως, το ότι μετά από πολλές ημέρες και ζούσε και έτρωγε. Άρα είναι φανερό, ότι το γεύμα γινόταν στην οικία της Μάρθας· δέχονται δηλαδή τον Ιησού επειδή ήταν φίλοι και αγαπώνταν από αυτόν. Κάποιοι όμως λένε, ότι αυτό γινόταν σε ξένη οικία. Η Μαρία υπηρετούσε γιατί ήταν μαθήτρια. Πάλι αυτή εδώ επιτελεί πνευματικότερη διακονία· δεν διακονούσε όμως σαν προς καλεσμένο, ούτε ήταν κοινή η υπηρεσία της, αλλά σ’ αυτόν μόνο παρείχε την τιμή, και απέδιδε αυτήν, όχι ως προς άνθρωπο, αλλ’ ως προς Θεό. Γιατί γι’ αυτό έχυσε μύρο και το σκούπισε με τα μαλλιά της κεφαλής της, πράγματα που έδειχναν, ότι η υπόληψή της προς αυτόν δεν ήταν τέτοια, τέτοια που του απέδιδαν οι πολλοί. Αλλά την επετίμησε ο Ιούδας με πρόσχημα δήθεν την ευλάβεια. Τί λέγει λοιπόν ο Χριστός; «Άφησέ την· αυτό το έκανε προνοητικά για την ημέρα του ενταφιασμού μου». Γιατί τέλος πάντων δεν ήλεγξε τον μαθητή για την επιτίμηση της γυναίκας, ούτε είπε αυτό το οποίο είπε ο ευαγγελιστής, ότι επετίμησε τη γυναίκα επειδή ο ίδιος ήταν κλέφτης;
Ήθελε με την πολλή μακροθυμία του να του προκαλέσει ντροπή και να τον αποτρέψει από το σχέδιό του. Γιατί, το ότι γνώριζε, ότι ήταν προδότης, φαίνεται από το ότι τον ήλεγξε στην αρχή λέγοντας πολλές φορές• «Δεν πιστεύουν όλοι», και, «Ένας από σας είναι διάβολος». Δήλωσε δηλαδή ότι γνώριζε πως αυτός θα είναι ο προδότης, δεν τον ήλεγξε όμως φανερά, αλλά τον συγχώρησε, θέλοντας να τον αποτρέψει από το σχέδιό του.

Πώς τότε άλλος λέγει, ότι όλοι οι μαθητές το είπαν αυτό; Και όλοι και εκείνος· αλλ’ οι υπόλοιποι όχι με την ίδια προαίρεση. Αν όμως κάποιος θελήσει να εξετάσει, γιατί τέλος πάντων, ενώ ήταν κλέφτης, παρέδωσε σ’ αυτόν το χρηματοκιβώτιο των φτωχών και τον έκανε οικονόμο, ενώ ήταν φιλάργυρος, εκείνο θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τον απόρρητο λόγο τον γνωρίζει ο Ιησούς· αν όμως πρέπει εμείς στοχαζόμενοι να πούμε κάτι, το έκανε για να του αποκόψει κάθε πρόφαση.
Γιατί δεν μπορούσε να πει, ότι το έκανε αυτό από έρωτα για τα χρήματα (καθόσον είχε από το χρηματοκιβώτιο ικανή παρηγοριά της επιθυμίας του), αλλά από μεγάλη κακία, την οποία αν ήθελε να τη συγκρατήσει, δεν θα παρέδιδε τον ευεργέτη. Ο Χριστός όμως, δείχνοντας πολλή συγκατάβαση προς αυτόν, τον ανεχόταν μακροθυμώντας. Γι’ αυτό δεν τον επιτιμούσε που έκλεβε, μολονότι βέβαια το γνώριζε, εμποδίζοντας την πονηρή επιθυμία του και αφαιρώντας του κάθε απολογία. Γι’ αυτό και έλεγε, «Άφησέ την· το έκανε αυτό προνοητικά για την ημέρα του ενταφιασμού μου». Πάλι τον προδότη υπενθύμισε, αναφέροντας τον «ενταφιασμό». Αλλά δεν άγγιζε ο έλεγχος την ψυχή του, ούτε τον μαλάκωσε ο λόγος, μολονότι ήταν ικανός να δημιουργήσει μέσα του οίκτο· ήταν σαν να του έλεγε, είμαι μισητός και φορτικός, αλλά περίμενε λίγο και θα φύγω. Καθόσον και αυτό προετοίμαζε και προμήνυε με το να λέγει, «Εμένα όμως δεν θα με έχετε πάντοτε». Αλλά τίποτε από αυτά δεν έκανε τον θηριώδη και μαινόμενο εκείνον ν’ αλλάξει γνώμη, μολονότι βέβαια πολύ περισσότερα και είπε και έκανε, και τα πόδια του ένιψε την ίδια αυτή νύχτα, και του πρόσφερε τροφή από την ίδια τράπεζα.

«Πολλοί από τους Ιουδαίους έμαθαν ότι ο Ιησούς βρίσκεται στη Βηθανία, και πήγαν, όχι μόνο γι’ αυτόν, αλλά και για να δουν τον Λάζαρο, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς». Και εδώ
βλέποντας το θαύμα πίστεψαν πολλοί. Οι άρχοντες όμως δεν αρκούνταν μόνο στα δικά τους κακά, αλλ’ επιχειρούσαν και τον Λάζαρο να φονεύσουν. Γιατί λέγει, «Οι αρχιερείς αποφάσισαν και τον Λάζαρο να θανατώσουν, επειδή εξαιτίας αυτού πολλοί από τους Ιουδαίους έφευγαν και πίστευαν στον Ιησού». Έστω, ήθελαν να θανατώσουν τον Χριστό, ότι καταργούσε το Σάββατο, ότι έκανε ίσο τον εαυτό του με τον Πατέρα, και εξαιτίας των Ρωμαίων, όπως λένε, για να μη καταστρέφουν και τον τόπο και το έθνος αυτών, τον Λάζαρο ποιά κατηγορία είχαν εναντίον του και επιχειρούσαν να τον θανατώσουν, παρά μόνο την κατηγορία ότι ευεργετήθηκε; Βλέπεις πώς η προαίρεσή του ήταν φονική; Μολονότι βέβαια πολλά θαύματα έκανε, αλλά κανένα δεν κατέστησε αυτούς τόσο πολύ θηρία, ούτε ο παράλυτος, ούτε ο τυφλός. Γιατί αυτό και από τη φύση του ήταν θαυμαστότερο, και είχε γίνει μετά από πολλά, και ήταν παράδοξο, να δουν νεκρό τετραήμερο να περπατά και να μιλάει. Πόση μεγάλη αλήθεια η αφροσύνη των δήθεν αρχιερέων! Καθόσον κατόρθωμά τους ήταν ν’ αναμιγνύουν την πανήγυρη της εορτής των με φόνους. Αλλωστε, εκεί βέβαια νόμιζαν ότι κατηγορεί το Σάββατο και απομακρύνει τα πλήθη με την πλάνη, ενώ εδώ, επειδή δεν είχαν κανένα ψέμα να προβάλουν, επιχειρούν το φονικό έργο τους εναντίον αυτού που έχει θεραπευτεί. Γιατί εδώ δεν μπορούσαν ούτε αυτό να πουν, ότι εναντιώνεται στον Πατέρα· γιατί η προσευχή τούς αποστόμωνε.

Επειδή λοιπόν και αυτό για το οποίο τον κατηγορούσαν πάντοτε ανατράπηκε και το θαύμα ήταν λαμπρό, ορμούν στο φόνο. Αρα λοιπόν και στην περίπτωση του τυφλού αυτό θα έκαναν, αν δεν είχαν να τον κατηγορήσουν για το Σάββατο. Εξάλλου, εκείνος ήταν άσημος και τον έβγαλαν έξω από τον ναό, ενώ αυτός ήταν επισημότερος· και γίνεται φανερό από το ότι πολλοί πήγαν προς παρηγοριά των αδελφών, και ότι το θαύμα έγινε μπροστά στα μάτια όλων και με πολύ παράδοξο τρόπο· γι’ αυτό όλοι έτρεχαν να τον δουν. Αυτό λοιπόν τους πλήγωνε, το ότι, ενώ η εορτή διαρκούσε ακόμη, αφήνοντας τους πάντες, έτρεχαν να πάνε στη Βηθανία. Επεχείρησαν λοιπόν να τον θανατώσουν, και δεν πίστευαν ότι είναι φαύλο αυτό που τολμούν να κάνουν· τόσο πολύ φονικοί ήταν. Γι’ αυτό αρχίζοντας ο νόμος τις εντολές από αυτό αρχίζει, λέγοντας, «Δεν θα φονεύσεις». Και ο προφήτης αυτό κατηγορεί λέγοντας• «Τα χέρια τους είναι γεμάτα από αίμα».

«Την επόμενη ημέρα το μεγάλο πλήθος που είχε μεταβεί στην εορτή, ακούοντας ότι ο Ιησούς έρχεται στα ’Ιεροσόλυμα, πήραν κλαδιά από φοίνικες και βγήκαν προς προϋπάντηση αυτού και κραύγαζαν· Ωσαννά, ευλογημένος να είναι αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, ο βασιλιάς του Ισραήλ». Πώς λοιπόν, ενώ δεν περπατούσε με παρρησία στα μέρη της Ιουδαίας και έφευγε στην έρημο, πάλι μπαίνει με παρρησία στα Ιεροσόλυμα; Αφού έσβησε τον θυμό τους με την αναχώρηση, έρχεται σ’ αυτήν έχοντας παύσει ο θυμός τους· άλλωστε, το πλήθος που προηγείτο και εκείνο που ακολουθούσε ήταν ικανό να τους οδηγήσει σε αγωνία. Γιατί κανένα θαύμα δεν τους απέσπασε τόσο πολύ, όσο το θαύμα του Λαζάρου. Και άλλος επίσης ευαγγελιστής λέγει, ότι «έστρωναν τα ενδύματά τους στα πόδια του», και ότι «όλη η πόλη σείσθηκε», με τόση μεγάλη τιμή εισήλθε. «Βρίσκοντας τότε ο Ιησούς έναν μικρό όνο, κάθισε πάνω σ’ αυτόν, όπως έχει γραφεί, μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών να ο βασιλιάς σου έρχεται καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου». Το έκανε βέβαια αυτό, από τη μια εκπληρώνοντας προφητεία, και από την άλλη προτυπώνοντας άλλη προφητεία· και το ίδιο πράγμα της μιας γινόταν αρχή, και της άλλης τέλος. Το, «μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών, να χαίρεσαι γιατί, ο βασιλιάς σου έρχεται σε σένα πράος», ήταν ασφαλώς προφητεία που εκπληρωνόταν, το να καθίσει όμως πάνω σε όνο, προτύπωνε μελλοντικό γεγονός, ότι το ακάθαρτο γένος των εθνών επρόκειτο να γίνει υποχείριο αυτού.

Πώς όμως οι ευαγγελιστές λένε, ότι έστειλε μαθητές και είπε, «λύσατε την όνο και το πουλάρι», ενώ αυτός τίποτε τέτοιο δεν λέγει, αλλ’ ότι «βρίσκοντας έναν μικρό όνο κάθισε πάνω σ’ αυτόν»; Ότι φυσικό ήταν να συμβούν και τα δύο, και μετά το λύσιμο του όνου, αφού ήρθαν οι μαθητές που βρήκαν το πουλάρι, κάθισε πάνω σ’ αυτό. Τα κλαδιά πάλι των φοινίκων και των ελιών και τα ενδύματά τους τα έστρωσαν κάτω, για να δείξουν, ότι είχαν πλέον μεγαλύτερη γνώμη γι’ αυτόν, παρά για προφήτη, και έλεγαν· «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου». Βλέπεις ότι αυτό προπάντων κατέπνιγε, τους αρχιερείς και γραμματείς, το ότι πίστευαν όλοι, ότι δεν είναι αντίθεος;
Και αυτό προπάντων δίχαζε τον λαό, το να λέγει αυτός ότι ήρθε από τον Πατέρα. Το, «μη φοβάσαι, αλλά να χαίρεσαι υπερβολικά, θυγατέρα Σιών», το λέγει ο προφήτης, επειδή όλοι οι βασιλείς αυτών κατά το πλείστον ήταν άδικοι και πλεονέκτες, και παρέδωσαν αυτούς στους εχθρούς, και διέστρεφαν το πλήθος, και τους καθιστούσαν υπόλογους στους εχθρούς. Έχε θάρρος, λέγει· αυτός δεν είναι τέτοιος, αλλ’ είναι πράος και επιεικής· και γίνεται φανερό από την όνο· γιατί δεν εισήλθε σύροντας από πίσω του στρατεύματα, αλλ’ έχοντας μόνο όνο. «Αυτά όμως που συνέβηκαν τότε», λέγει, «δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του, ότι αυτά είχαν γραφεί γι’ αυτόν, και τα έκαναν αυτά γι’ αυτόν».

Βλέπεις ότι τα περισσότερα τα έκαναν αγνοώντας; Αλλ’ όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς, «τότε θυμήθηκαν, ότι αυτά είχαν γραφεί γι’ αυτόν, και τα έκαναν αυτά γι’ αυτόν», και αυτός δεν τα απεκάλυψε. Και πράγματι όταν είπε, «γκρεμίστε αυτόν τον ναό και σε τρεις ημέρες θα τον ανοικοδομήσω», ούτε αυτό το κατάλαβαν οι μαθητές.
Και άλλος όμως ευαγγελιστής λέγει, ότι ήταν κρυμμένος ο λόγος από αυτούς και δεν γνώριζαν ότι πρέπει αυτός ν’ αναστηθεί από τους νεκρούς. Αλλ’ αυτό βέβαια εύλογα κρυβόταν γι’ αυτό και άλλος ευαγγελιστής λέγει, ότι ακούοντας καθημερινά για το πάθος στεναχωρούνταν και ήταν λυπημένοι· και αυτό συνέβαινε από το ότι δεν γνώριζαν τον λόγο της αναστάσεως.
Αυτό λοιπόν εύλογα κρυβόταν, επειδή ήταν ανώτερο από τις πνευματικές δυνάμεις τους, το νόημα όμως της όνου γιατί δεν φανερώθηκε σ’ αυτούς; ’Επειδή και αυτό ήταν μεγάλο. Και πρόσεχε τη φιλοσοφία του ευαγγελιστή, πως δεν ντρέπεται να διαπομπεύει την προηγούμενη άγνοιά τους γιατί, το ότι βέβαια είχε γραφεί το γνώριζαν, το ότι όμως ήταν γραμμένο γι’ αυτόν, δεν το γνώριζαν· καθόσον θα μπορούσε να τους σκανδαλίσει, αν επρόκειτο ο βασιλιάς να πάθει τέτοια. Και εξάλλου, δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν αμέσως τη γνώση της βασιλείας για την οποία έλεγαν. Και πράγματι άλλος ευαγγελιστής λέγει πως νόμιζαν, ότι αυτά λέγονται για τη βασιλεία αυτή.

«Ο κόσμος λοιπόν που ήταν μαζί του διαβεβαίωνε, ότι φώναξε τον Λάζαρο από το μνημείο και τον ανέστησε από τους νεκρούς. Γι’ αυτό και τον υποδέχτηκε ο κόσμος, επειδή άκουσαν, ότι αυτός έκανε αυτό το θαύμα». Γιατί δεν θα άλλαζαν γνώμη, λέγει, ξαφνικά τόσοι πολλοί, αν δεν είχαν πιστέψει στο θαύμα. «Οι Φαρισαίοι τότε είπαν μεταξύ τους• Βλέπετε ότι δεν ωφελείτε καθόλου μ’ αυτά που κάνετε; Να ο κόσμος έτρεξε πίσω του». Νομίζω ότι τα λόγια αυτά λέχθηκαν από εκείνους που ήταν βέβαια υγιείς πνευματικά, δεν τολμούσαν όμως να εκφράζουν τη γνώμη τους με θάρρος. Και ο Παύλος μιλώντας για την ανάσταση, αυτόν τον λόγο ανέφερε. Ποιά απολογία λοιπόν θα έχουν αυτοί που δεν πιστεύουν στην ανάσταση;

Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητοί, για να μη σας απασχολήσομε μάταια και καταστήσομε τον λόγο λαβύρινθο, αφήνοντας αυτά, εκείνο θα πούμε. Να φροντίζετε για την ακρόαση των θείων Γραφών, και να μη λογομαχείτε για τίποτε το μη χρήσιμο προς καταστροφή αυτών που σας ακούνε. Γιατί και ο Παύλος συμβούλευε τον Τιμόθεο, μολονότι βέβαια ήταν γεμάτος από πολλή σοφία και είχε και τη δύναμη να επιτελεί θαύματα. Ας δείχνομε λοιπόν υπακοή σε εκείνον, και αφήνοντας τις φλυαρίες, ας καταγινόμαστε με τα έργα, εννοώ τη φιλαδελφία και τη φιλοξενία, και ας δείχνομε πολύ ενδιαφέρον για την ελεημοσύνη, ώστε και τα αγαθά που μας έχει υποσχεθεί ο Θεός να επιτύχουμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου και μαζί με τον οποίο στον Πατέρα πρέπει η δόξα συγχρόνως και στο Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία ΛΓ΄, Εις την αγίαν εορτήν των Βαΐων, Ε.Π.Ε τ. 40, σ. 311-321)