ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ!

 π. Συμεών Κραγιόπουλος
Από τον εσπερινό της αποτομής  της τιμίας  κεφαλής του Αγίου Ιωάννου 

Σήμερα που εορτάζουμε την αποτομή της τιμίας κεφαλής του αγίου Προδρόμου, θεωρώ καλό να διαβάσουμε από το τρίτο ανάγνωσμα του Εσπερινού της εορτής. Είναι από την Παλαιά Διαθήκη. Τρία είναι τα αναγνώσματα που διαβάστηκαν σήμερα στον Εσπερινό, όπως συμβαίνει σε κάθε Εσπερινό μεγάλης εορτής. Να διαβάσουμε λοιπόν ένα μέρος από το τρίτο ανάγνωσμα, που είναι από τη Σοφία Σολομώντος (Σοφ. Σολ. 4, εκλογή· 5:1-7).

***

Θα έλθει η ώρα που ο Θεός θ’ αποδώσει δίκαιο σ’ όλους. Τότε οι ασεβείς θα δεχθούν αυτά που τους πρέπουν, και οι δίκαιοι θ’ απολαύσουν αυτά που είναι δίκαιο ν’ απολαύσουν. Και λέει εδώ το ανάγνωσμα:

«Ελεύσονται γαρ εν συλλογισμώ αμαρτημάτων αυτών δειλοί και ελέγξει αυτούς εξ εναντίας τα ανομήματα αυτών». Δηλαδή θα έλθουν κάποτε και οι ασεβείς σε συναίσθηση των αμαρτημάτων τους. Αργά ή γρήγορα όλοι χωρίς εξαίρεση θα αισθανθούν τα αμαρτήματα που διέπραξαν και οι τύψεις της συνειδήσεως θα είναι αφόρητες. Μόνο που δεν θα μπορούν τότε να μετανοήσουν. Πρέπει να μετανοήσει κανείς, ενόσω είναι καιρός.

«Τότε στήσεται εν παρρησία πολλή ο δίκαιος κατά πρόσωπον των θλιψάντων αυτόν». «Τότε». Βέβαια, αυτά είναι της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά με το φως της Καινής Διαθήκης μπορούμε να πούμε ότι αυτό το «τότε» αναφέρεται στον άλλο κόσμο. Τότε ο δίκαιος θα σταθεί με πολλή παρρησία. Δηλαδή δεν θα είναι όπως εδώ, που τον περιγελούν, τον ονειδίζουν, και πολλές φορές δεν μπορεί να πει τίποτε, αλλά εκεί θα δικαιωθεί από τον Θεό και θα σταθεί με πολλή παρρησία «κατά πρόσωπον των θλιψάντων αυτόν, και των αθετούντων τους πόνους αυτού». Δηλαδή μπροστά σ’ αυτούς που τον έθλιψαν και δεν λογάριαζαν τους πόνους του.

«Ιδόντες ταραχθήσονται φόβω δεινώ». Θα τον δουν όλοι αυτοί που τον έθλιψαν, όλοι αυτοί που τον περιέπαιξαν, όλοι αυτοί που τον αδίκησαν, και θα ταραχθούν με πολύ φόβο.

«Και εκστήσονται επί τω παραδόξω της σωτηρίας αυτού». Και θα τρίβουν τα μάτια τους, καθώς θα δουν το παράδοξο γι’ αυτούς, ότι σώθηκε αυτός που τον είχαν για τίποτε.

«Ερούσι γαρ εν εαυτοίς μετανοούντες και δια στενοχωρίαν στενάξουσι και ερούσιν· Ούτος ην, ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν ονειδισμού οι άφρονες;» «Μετανοούντες». Εδώ δεν εννοεί ότι οι ασεβείς έχουν τη μετάνοια που σώζει, αλλά απλώς θα δουν ότι έκαναν λάθος, που φέρθηκαν στον δίκαιο όπως φέρθηκαν σ’ αυτό τον κόσμο. Καθώς λοιπόν θα έλθουν έτσι τα πράγματα, «μετανοούντες» θα στενάξουν με στενοχωρία και θα πουν: «Αυτός ήταν που εμείς τον περιγελούσαμε και τον ονειδίζαμε οι άφρονες;» Όλοι οι ασεβείς θα το παραδεχθούν τότε ότι είναι άφρονες.

Είπαμε και άλλη φορά ότι στον άλλο κόσμο όλοι θα δουν την αλήθεια· και αυτοί που θα κολασθούν. Και οι κολασμένοι θα ομολογήσουν ότι ο Θεός έχει δίκαιο που τους τιμωρεί, που τους κολάζει. Και είπαμε, αυτή η συναίσθηση ότι ο Θεός είναι δίκαιος και το ότι θα καταδικάζουν τον εαυτό τους, θα είναι μια κάποια ανακούφιση και γι’ αυτούς οι οποίοι θα κολασθούν. Εδώ λοιπόν αποκαλούν τους εαυτούς τους άφρονες. «Αυτός ήταν τον οποίο περιγελούσαμε και ονειδίζαμε εμείς οι άφρονες;»

«Τον βίον αυτού ελογισάμεθα μανίαν, και την τελευτήν αυτού άτιμον». «Εμείς οι άφρονες», θα λένε τότε όλοι αυτοί οι ασεβείς, καθώς θα δουν πώς έχουν τα πράγματα, «νομίζαμε ότι αυτός δεν ήταν στα καλά του, έτσι όπως ζούσε. Η ζωή του ήταν μανία, και πέθανε χωρίς καμία δόξα, χωρίς καμία επιτυχία σ’ αυτόν τον κόσμο. Πέθανε άτιμος».

«Πώς δε κατελογίσθη εν υιοίς Θεού, και εν αγίοις ο κλήρος αυτού εστιν;» «Εμείς λέγαμε ότι η ζωή του έτσι που ζει είναι μια μανία, μια τρέλλα, και έτσι που πέθανε, είχε κακό θάνατο. Κι όμως βλέπουμε τώρα ότι αυτός είναι ανάμεσα στους υιούς του Θεού. Λογαριάζεται μ’ αυτούς που είναι υιοί του Θεού κι αυτό που κληρονομεί είναι το να είναι με τους αγίους. Αυτό που κληρονομεί είναι, αυτό που κληρονόμησαν και οι άγιοι».

«Άρα επλανήθημεν από οδού αληθείας». «Άρα λοιπόν –θα καταλήξουν σ’ αυτό το συμπέρασμα οι ασεβείς– πέσαμε έξω. Εμείς νομίζαμε ότι γνωρίζαμε την αλήθεια, εμείς νομίζαμε ότι δεν ήμασταν σε πλάνη, αλλά εμείς ήμασταν αυτοί που πλανήθηκαν. Χάσαμε τον δρόμο της αληθείας». Αλλά είπαμε, δεν τους ωφελεί το συμπέρασμα που βγάζουν, εφόσον δεν μετενόησαν σ’ αυτό τον κόσμο. Όμως, θέλουν δεν θέλουν, καταλήγουν σ’ αυτό το συμπέρασμα.

«Και το της δικαιοσύνης φως ουκ επέλαμψεν ημίν, και ο ήλιος ουκ ανέτειλεν ημίν». «Και το φως της δικαιοσύνης, το φως της αρετής, δηλαδή το φως του Θεού δεν μας φώτισε εμάς καθόλου. Δεν το αφήσαμε να μας φωτίσει. Και ο Θεός ήλιος, ο Χριστός ήλιος, ποτέ δεν ανέτειλε για μας, ποτέ δεν τον είδαμε». Γι’ αυτό πλανήθηκαν.

«Ανομίας ενεπλήσθημεν τρίβους και απωλείας, και ωδεύσαμεν τρίβους αβάτους· την δε οδόν Κυρίου ουκ έγνωμεν». «Όλη η ζωή μας ήταν μια ανομία, όλη η ζωή μας οδηγούσε στην απώλεια. Περπατήσαμε δρόμους που δεν ήταν δρόμοι να τους περπατάει άνθρωπος. Ποτέ δεν γνωρίσαμε τον δρόμο του Κυρίου· μείναμε μακριά απ’ αυτό τον δρόμο».

***

Είναι πάρα πολύ σπουδαίο αυτό το κείμενο· είναι από τη Σοφία Σολομώντος. Είναι ό,τι χρειάζεται, και από τη μία πλευρά αν το πάρουμε και από την άλλη. Και από την πλευρά μην τυχόν, ενώ κάνουμε τον ευσεβή, περιγελούμε, χλευάζουμε, ονειδίζουμε, θεωρούμε πλανεμένους, κάποιους που μπορεί να είναι στον δρόμο της αγιότητος. Προσοχή μεγάλη.

Και το άλλο: δεν πειράζει που θα σε περιγελάσουν, που θα σε ονειδίσουν και θα θεωρήσουν οι άνθρωποι ότι χάνεις τη ζωή σου. Και γονείς ακόμη, αν τα τέκνα τους θελήσουν περισσότερο ν’ αφοσιωθούν στον Θεό, νομίζουν ότι χάνουν τη ζωή τους. Να μη μας στενοχωρήσει αυτό, να μη μας ανησυχήσει. Κάποια μέρα όλα θα μπουν στη θέση τους. Κάποια μέρα ο κάθε μη σεσωσμένος θα ομολογήσει: «Πλανήθηκα». Θα έλθει ο άλλος και θα μας πει: «Πλανήθηκα· έπεσα έξω, που σε νόμιζα έτσι, που είπα σε βάρος σου αυτά, που σε κορόϊδεψα».

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Θέλεις να αγιάσεις;”, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 382.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ Ο ΕΥΣΕΒΗΣ ΕΠΑΡΧΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΦΗΜΗ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΜΩΥΣΕΩΣ!

Ακούοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως

Ακούοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίση απο κοντά. Σαν το έμαθε όμως εκείνος, έφυγε κρυφά από την καλύβα του και πήγε κατά το έλος. Στο δρόμο συνάντησε τον άρχοντα και την ακολουθία του, που έτυχε να περνάνε από κει. Οι ξένοι, που δεν τον γνώριζαν, τον σταμάτησαν και τον ερώτησαν να τους δείξη την καλύβα του Αββά Μωϋσέως.

- Τί γυρεύετε απ’ αυτόν; έκανε μ’ αποστροφή ο Γέροντας. Αυτός είναι άνθρωπος μωρός.
Ο άρχοντας λυπήθηκε που είχε κάνει άδικα τόσο κόπο. Όταν έφτασε στην εκκλησία της σκήτης, είπε στους κληρικούς:
- Κάτω στην πόλι λένε τόσα καλά για τον Αββά Μωϋσή, γι’ αυτό ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μα πριν από λίγο συναντήθηκα μ’ ένα Καλόγερο κι έμαθα από λόγου του πως πρόκειται για ανόητο άνθρωπο.
- Τί άνθρωπος ήταν αυτός; Ρώτησαν αγανακτισμένοι οι κληρικοί, που τόλμησε να μιλήση έτσι για τον Άγιο.
- Ένας μελαμψός Καλόγερος, πολύ ψηλός, με τριμμένα ρούχα.
Οι κληρικοί γέλασαν με την καρδιά τους.
- Αμ αυτός είναι ο Αββάς Μωϋσής.
Ο άρχοντας θαύμασε την ταπεινοσύνη του Γέροντος και γύρισε στην πόλι ωφελημένος.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: Ο ΑΒΒΑΣ ΜΩΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ!

 Ο Αββάς Μωυσής για την κρίση των σφαλμάτων του άλλου

Κάποιος αδελφός της Σκήτης έσφαλε. Έγινε συγκέντρωση στην οποία κάλεσαν τον αββά Μωϋσή αλλ’ αυτός δεν θέλησε να πάει. Του παρήγγειλε τότε ο πρεσβύτερος: «Έλα, γιατί σε περιμένουν όλοι». Κι εκείνος σηκώθηκε και πήγε κρατώντας στην πλάτη ένα καλάθι τρύπιο που το γέμισε με άμμο. Οι Πατέρες που βγήκαν να τον προϋπαντήσουν του λένε: «Τι είναι αυτό, πάτερ;» «Οι αμαρτίες μου, απαντά ο Γέροντας, που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω και ήλθα εγώ σήμερα να κρίνω τα σφάλματα άλλου». 
Όταν τα’ άκουσαν αυτά οι Πατέρες, δεν είπαν τίποτε εναντίον του αδελφού αλλά τον συγχώρεσαν.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΩΥΣΗ ΤΟΝ ΑΙΘΙΟΠΑ!

 Για τον άγιο Μωυσή τον Αιθίοπα

Έμαθα για τον Μωυσή τον Αιθίοπα, ο οποίος ήταν πολύ ονομαστός ανάμεσα στους πατέρες της Σκήτης, ότι πριν γίνει μοναχός ήταν δούλος κάποιου άρχοντα, ο κύριός του όμως τον έδιωξε για την πολλή δυστροπία του και για τον αιμοβόρο και άγριο χαρακτήρα του. Αυτός λοιπόν πήγε και έγινε ληστής, και για την πάρα πολύ μεγάλη δύναμή του έγινε αρχηγός των άλλων ληστών.

Λένε μάλιστα γι’ αυτόν ότι, όταν ήταν ληστής, έκανε και τούτο: Κάποτε θύμωσε με κάποιον βοσκό, επειδή με τα σκυλιά του κοπαδιού του τον εμπόδισε μια νύχτα που πήγαινε για ληστεία, και θέλοντας να τον σκοτώσει, ερευνούσε προσεκτικά να τον βρει πού είναι με τα πρόβατά του. Έμαθε λοιπόν ότι είναι στην απέναντι όχθη του Νείλου. Ο ποταμός ήταν τότε πλημμυρισμένος και τα νερά του είχαν απλωθεί σε πλάτος ενός μιλίου. Και ο Μωυσής έβγαλε το ρούχο του, το έβαλε στο κεφάλι του, κράτησε στα δόντια του το μαχαίρι, ρίχτηκε στον ποταμό και κολύμπησε ως απέναντι. Ο βοσκός όμως, βλέποντάς τον από μακριά να κολυμπά, έτρεξε και κρύφτηκε.

Ο Μωυσής, επειδή δεν βρήκε τον βοσκό, ξέσπασε τη μανία του στο κοπάδι. Έσφαξε τέσσερα κριάρια, τα πιο μεγάλα, τα έδεσε το ένα πίσω από το άλλο και διέσχισε πάλι τον Νείλο κολυμπώντας. Στάθηκε τότε σε κάποια ανοιχτωσιά, έγδαρε τα κριάρια, τα έψησε και έφαγε τα πιο καλά κομμάτια. Ύστερα πούλησε τα δέρματα και με τα χρήματα ήπιε κρασί καλό, κάπου δέκα κιλά. Έπειτα έφυγε πενήντα μίλια μακριά, όπου είχε το λημέρι του.

* * *

Αυτός ο άνθρωπος, μετά από πολύν καιρό, ήρθε από κάποια αφορμή σε κατάνυξη και απορρίπτοντας την προηγούμενη ζωή του έγινε μοναχός. Πήρε ένα κελλί στη Σκήτη, όπου έκανε υπερβολική άσκηση. Διηγούνται μάλιστα ότι στην αρχή της μοναχικής του ζωής, τότε που πήρε το κελλί, του επιτέθηκαν τέσσερις ληστές, χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ο Μωυσής· και εκείνος τους έπιασε, τους έδεσε, τους φορτώθηκε στον ώμο σαν σακκί με άχυρα και τους πήγε στην εκκλησία, στους αδελφούς, λέγοντας: «Επειδή δεν μου επιτρέπεται πια να βλάψω κανέναν, και αυτοί μου επιτέθηκαν, τι προστάζετε γι’ αυτούς;» Οι αδελφοί τους έλυσαν και τους άφησαν να φύγουν· εκείνοι όμως, όταν αναγνώρισαν τον Μωυσή και είδαν τη μετάνοιά του, δεν θέλησαν ούτε αυτοί να γυρίσουν πια στην προηγούμενη ζωή, αλλά απαρνήθηκαν τον κόσμο, όπως ο Μωυσής, και έγιναν μοναχοί εξαιρετικοί.

Ο Μωυσής λοιπόν, τόσο μεγάλη άσκηση έκανε και τόσο πολέμησε με τους δαίμονες ζώντας με κάθε λογής σκληραγωγία, ώστε να συναριθμηθεί με τους μεγάλους και κορυφαίους πατέρες, να γίνει και πρεσβύτερος· και αφού έλαμψε με μεγάλα πνευματικά χαρίσματα, τελείωσε τη ζωή του αφήνοντας εβδομήντα μαθητές.

Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση Α’, Του Παλλαδίου, σελ. 27. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

ΟΣΙΟΣ ΠΑΣΙΟΣ: ΕΑΝ ΖΟΥΣΑΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ, ΘΑ ΕΙΧΑΜΕ ΟΛΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ!

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Εάν ζούσαμε πατερικά, θα είχαμε όλοι πνευματική υγεία, την οποία θα ζήλευαν και όλοι οι ετερόδοξοι, και θα άφηναν τις αρρωστημένες τους πλάνες και θα σώζονταν δίχως κήρυγμα.

(Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Β’ «Πνευματική Αφύπνιση»)

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: Ο ΘΕΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΝΑ ΜΑΣ ΒΟΗΘΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΕΜΒΗ!

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Ο Θεός θέλει να Τον παρακαλούμε να μας βοηθήσει για να επέμβει, γιατί σέβεται το αυτεξούσιό μας.  

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΟΣΟ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Δεν υπάρχει κανένας, έστω και αν είναι πατέρας ή μητέρα ή φίλος ή οποιοσδήποτε, που να μας αγάπησε τόσο, όσο ο Θεός. Ο Θεός μάς αγαπά περισσότερο από όσο εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας.