ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ!

 π. Συμεών Κραγιόπουλος
Λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 

Για τους πατέρες της Εκκλησίας ήταν αδιανόητο αυτό που εμείς έχουμε πάρα πολύ εύκολο σήμερα. Δηλαδή, το ότι χωρίς να έχουμε εμπειρία πνευματική – όχι απλώς να έχουμε πείρα στη ζωή, όχι μόνο να έχουμε μια κάποια ηλικία, αλλά να έχουμε πείρα πνευματική – αναλαμβάνουμε να βοηθήσουμε πνευματικά τους άλλους. Για μας, θα έλεγε κανείς, είναι αδιανόητο το αντίθετο, δηλαδή το να μην αναλάβει κάποιος πνευματικό έργο, απλώς και μόνο γιατί το θέλει, το σκέφθηκε ο ίδιος, έχει διάθεση να πάει να βοηθήσει τάχα να καθαρθούν και να αγιασθούν οι άλλοι. Για τους πατέρες αυτό είναι αδιανόητο, όσο κι αν μας φαίνεται παράξενο.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος το λέει καθαρά: Πρώτα θα φωτισθείς, και έπειτα θα φωτίσεις· πρώτα θα αγιασθείς, και έπειτα θα βοηθήσεις να αγιασθούν άλλοι· πρώτα θα καθαρθείς από τα πάθη, και έπειτα θα φροντίσεις να καθαρθούν και άλλοι. 

Η προσευχή είναι η ανώτερη πράξη του ανθρώπου. Είναι ανώτερη από κάθε άλλη αρετή, διότι ενώνει την ψυχή με τον ίδιο τον Θεό. Δεν κάνουν όμως όλοι μια τέτοια προσευχή, δεν τη νιώθουν όλοι έτσι την προσευχή. Και είναι ενδεχόμενο να ψελλίζει κανείς προσευχή, αλλά να μένει ακατέργαστη η ψυχή του. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν ξέρουμε πόσο τη δέχεται ο Θεός. Βεβηλώνει κανείς την προσευχή του, όταν προσεύχεται αλλά δεν έχει αποτελέσματα η προσευχή, και μένει ακατέργαστη η ψυχή, δεν επηρεάζεται από τη χάρη του Θεού.

Λέγοντας ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», εννοεί όχι απλώς να ενθυμείται τον Θεό κανείς και να ψελλίζει προσευχή, αλλά η όλη στάση της ψυχής να είναι τέτοια, ώστε η ψυχή να είναι ενώπιον του Θεού: και καθώς ομιλεί κανείς και καθώς συναναστρέφεται και καθώς αντιμετωπίζει αναπόφευκτες δυσκολίες και διάφορα θέματα. 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου (†), “Πνευματικά Μηνύματα 2022”, σελ. 36 και “Πνευματικά Μηνύματα 2023”, σελ. 36.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ- ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΖΑΚΧΑΙΟΝ ΤΟΝ ΤΕΛΩΝΗΝ!

 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Ομιλία εις τον Ζακχαίον τον Τελώνην 

Ὅσοι ἐπιθυμοῦν τὰ καλά, δέ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς διψασμένους, ἀγαπητοί. Ὅσο δὲ βρίσκουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦνε, τόσο ἀνάβει ἡ δίψα τους γιὰ ὅ,τι ποθοῦν. Καὶ τὴ νύχτα ὀνειρεύονται σὰ διψασμένοι τίς πηγές τῶν πόθων τους. Κι ὅταν ξημερώση πηγαίνοντας ἀπό τόπο σέ τόπο, μέ ἀεικίνητα μάτια βλέποντας γύρω, ἀναζητοῦν αὐτά πού ποθεῖ ἡ καρδιά τους. Κι ὅπως ὁδοιπόροι, πού σέ ὥρα μεσημεριοῦ διασχίζουν ἄνυδρο τόπο, ἀναγκασμένοι ἀπὸ τὴ δίψα βλέπουν γύρω τους πηγές· καὶ πολλὲς φορὲς θὰ τοὺς δῆς ν’ ἀνεβαίνουν καὶ βουνὰ ὅπου ὑπάρχει πηγή· κι ὅταν ἀπό μακριὰ τὴ δοῦν, χαίρονται καὶ συνεχίζουν τὴν πορεία τους πρὸς αὐτὴ μέ βιάση· ἔπειτα φθάνουν στὴν πηγὴ καὶ σβήνουν μὲ τὸ νερὸ τὴ δίψα τους· τέτοιοι εἶναι κι οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἡμέρα ἀναζητοῦν τὸν ποθητό τους Χριστὸ μὲ καλά ἔργα καὶ τὴ νύχτα εἶναι κοντά του μὲ τὴν προσευχή κι ὅταν κοιμοῦνται βλέπουν στὸ ὄνειρό τους ὅτι περπατοῦν μαζί του.

Ὅταν στὰ ὁράματά τους τὸν ἰδοῦν ἀπὸ μακριά χαίρονται κι ἀναγαλλιάζουν καθὼς οἱ διψασμένοι, ὅταν βροῦν τὶς πηγὲς ποὺ ποθοῦν. Κι ὅταν ξυπνήσουν θέλουν νά ξανακοιμηθοῦν, γιὰ ν’ ἀντικρύσουν στὸν ὕπνο τους τὴν ἴδια πάλι ὁπτασία. Τέτοιος καὶ ὁ Ζακχαῖος ποὺ διαβάσαμε πρὶν ἀπὸ λίγο στὸ Εὐαγγέλιο. Δῆτε τον ποὺ τρέχει καὶ ὁ θεῖος πόθος τὸν πυρπολεῖ· σκαρφαλώνει στὸ δένδρο καὶ ψάχνει γύρω τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ δῆ τὴ ζωοδότρα πηγή. Κι ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἀντίκρυσε τὸν Κύριο, ξεκούρασε τὴν ὅραση του, περισσότερο ὅμως ἀναρρίπισε τὸν πόθο στὴν καρδιά του· «Μπῆκε λοιπόν ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱεριχὼ καὶ περιπατοῦσε στὸν δρόμο. Βρῆκε κάποιον λεγόμενο Ζακχαῖο. Ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. Ἤθελε πολὺ νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ». Πρόσεξε, ἀγαπητέ μου, τόν πόθο τῆς ψυχῆς του. Δέν μποροῦσε ὅμως νὰ δῆ ἀπὸ τὸ πλῆθος, γιατὶ ἦταν μικρὸ τὸ ἀνάστημά του. Τρέχει λοιπὸν μπροστά κι ἀνεβαίνει σὲ μιὰ μουριὰ γιὰ νὰ δῆ τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ. Ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸ μικρὸ ἀνάστημα καὶ τὴν πολλὴ γνώση ζητοῦσε νὰ δῆ τὸν Χριστὸ, ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ μέσα στοὺς ἀνθρώπους πού χάριζε τὸν οὐρανό, ἤθελε νὰ δῆ τὸ δημιουργὸ τῶν ἀγγέλων, νὰ δῆ νὰ βαδίζη μὲ βήματα ἀνθρώπου ὁ φωτοδότης τοῦ οὐρανοῦ, ὑπέργειου φωτός. Ζητοῦσε νὰ δῆ πῶς ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καθισμένος στὸ νέφος πλημμύρισε μὲ φῶς τῶν πιστῶν τὰ ψυχικὰ μάτια. Ζητοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ Ἰησοῦ, τὸν ὡραῖο, τὸν ποθητὸ, τὸ γλυκύ, ποὺ μὲ τὄνομά του δηλώνει καὶ τὴν πράξη. Νὰ δῆ τὸ πορφυρόμαλλο πρόβατο, ποὺ τὸ αἶμα του ἔγινε τὸ τίμημα τῆς οἰκουμένης καὶ τὸ μαλλί του ἔντυσε τοὺς γυμνοὺς ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὡς τὸ τέλος. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ ὁ αἰχμάλωτος στρατιώτης τὸ βασιλιά του, τὸ πρόβατο τὸ βοσκό του, ὁ παραπλανημένος τὸ δρόμο του, ὁ σκοτισμένος τὸ φῶς. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν κήρυκα τῆς εὐσεβείας, αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε γευτῆ τὴ γλυκύτητα τῆς θεογνωσίας.

Ζητοῦσε νὰ δῆ ὁ ἄρρωστος τὴν ὑγεία του, ὁ πεινασμένος τὴν οὐράνια τροφή, ὁ διψασμένος τὴν ζωοδότρα πηγή. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν ἐμψυχωτὴ τῶν ἱερέων καὶ τὸν ξυπνητὴ τοῦ Λαζάρου. Ὤ, τὸ θεϊκὸ ἔρωτα! Ὤ, τὴν ἐπιθυμία! Ὤ, τὸ χρυσόφτερο ἔρωτα, ἤ καλύτερα τὸν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀνεβάζει στὸν οὐρανὸ τὴν ψυχὴ ποὺ τὸν ἔχει. Ὁ θεϊκὸς ἔρωτας ποὺ τὸν ἐσήκωσε ἀπὸ τὴ γῆ, τὸν ἔκαμε κιόλα ν’ ἀνεβῆ στὸ δένδρο. Δὲν τὸν ἄφησε νὰ ἐξακολουθήση νὰ βλέπη τὰ πράγματα τῆς γῆς, οὔτε καὶ νὰ συναστρέφεται τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ τὴ θεία ἀγάπη ποθῶντας στρέφει τὸ βλέμμα στὰ οὐράνια ἀγαθά. Ἀπὸ τὰ γήινα τρέχει πρὸς τὰ οὐράνια, ποὺ προκαλοῦσαν τὴν προθυμία του κι ἀφοῦ σκαρφάλωσε στὸ δέντρο ἔψαχνε γύρω ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ μὲ φαντασία βρισκόταν στὸν οὐρανό. Κι ὅταν εἶδε ὁ Ζακχαῖος τὸ Χριστὸ τοῦ μίλησε ταιριαστά. Σ’ ἐσένα σήκωσα τὰ μάτια μου ποὺ κατοικεῖς στὸν οὐρανό. Εἶδε τὸν Κύριο ὁ Ζακχαῖος καὶ δυνάμωσε ἡ ἐπιθυμία του περισσότερο. Τὸν ἄγγιξε στὴν ψυχή κι ἔγινε διαφορετικὸς ἄνθρωπος· ἀπὸ τελώνης ζηλωτής, ἀπὸ ἄπιστος πιστός, ἀπὸ λύκος πρόβατο σφραγισμένο γιὰ τὴ σφαγή. Ποιός νιώθει τέτοια ἐπιθυμία γιὰ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του, ποιός ἀγάπησε τὴ γυναίκα ἤ τὰ παιδιὰ του, ὅπως ὁ Ζαχκαῖος τὸν Κύριο, ὅπως φανερώνουν τὰ ἴδια τὰ πράγματα; Μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ τετραπλάσια ἔδωσε σ’ ὅποιους ἐσυκοφάντησε. Συμπεριφορὰ ἄριστη μαθητοῦ, καὶ δασκάλου ἐπιείκεια καὶ δύναμη θεϊκή· ἀπὸ τὴ θέα του μόνο ὁ Ἰησοῦς ὁδηγεῖ στὴν πράξη. Κανένα διδακτικό λόγο δὲν εἶχε πεῖ ὁ Κύριος στὸ Ζακχαῖο, παρουσιάστηκε μόνο σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε καὶ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του τραβιόταν ἐπάνω ἡ δύναμη τῆς πίστεως. Παρόμοιο ἔγινε καὶ στὴν αἱμορροοῦσα· ἦρθε κοντὰ στὸν Κύριο καὶ ζητοῦσε νὰ τὴ θεραπεύση, μὰ δὲ δεχόταν νὰ τοῦ ἀγγίξη τὸ χέρι. Κι ἐκείνη τοῦ ἀγγίζει κρυφά τὴν ἄκρη ἀπ’ τά ροῦχα του. Καὶ τῆς θεραπείας τὴ δύναμη σὰ σφουγγάρι μὲ τὸ ἄγγιγμά της τὴν τράβηξε. Κι ὁ Ζαχκαῖος ἐνεργοῦσε ἀσυναίσθητα, κινημένος ἀπὸ βία θεϊκὴ καὶ ἀπὸ πνευματικὸν ἔρωτα ἀναμμένος ἀνέβαινε στὴ μουριὰ. Ὁ Κύριος ὅμως ἀνακαλύπτοντας κάποιο μυστικὸ τοῦ λέει, κατέβα. Γνώρισα τὴν ψυχή σου, γνώρισα τὸν ἱερὸ ἔρωτά σου· Κατέβα. Θυμήσου ὅτι κι ὁ Ἀδὰμ ὅταν ἔνιωσε τὴ γυμνότητά του, κρύφτηκε πίσω ἀπὸ τὴ συκιά. Καὶ σὺ ποὺ θέλεις νὰ σωθῆς, μὴν τρέχῃς πάνω στὴ μουριά. Πρέπει νὰ τὴν ξηράνω αὐτὴ τὴ μουριὰ καὶ νὰ φυτέψω ἄλλη, τὸ σταυρό. Ἐκεῖνος εἶναι τὸ εὐλογημένο δέντρο καὶ σ’ αὐτὸ νὰ ὁδηγῆς τὰ βήματα τῆς ψυχῆς σου. Ἀπὸ αὐτὸ ἀκοντίζεσαι ἀμέσως στὸν οὐρανό. Ἐνῶ στῆς μουριᾶς τὰ φύλλα καὶ τὸ φίδι περιπλέκεται, καὶ σ’ αὐτὴ κρύβεται καὶ σ’ αὐτὴν ἐκλώσσησε τὰ μικρά του. Κατέβα γρήγορα, προτοῦ ἀρχίση νὰ ψιθυρίζη στὴν ψυχή σου, ὅπως καὶ στὴν Εὔα ποὺ τὴν ἔπεισε νὰ δοκιμάση τὴ γλυκειὰ ἡδονή. Κατέβα γρήγορα. Ὅσο στέκομαι ἐγώ, κατέβα ἀπ’ αὐτή· ὅταν τὸ βλέπω ἐγώ, ἐκεῖνο φιμώνεται. Κατέβα γρήγορα, δὲ θέλω νὰ σ’ ἀφήσω πάνω στὴ μουριά, δὲ θέλω νὰ χαθῇς. Δικὸ μου πρόβατο εἶσαι, σ’ ἐμένα ἔτρεξες. Κατέβα γρήγορα καὶ περίμενέ με στὸ σπίτι σου. Πρέπει νὰ ξεκουραστῶ ἐκεῖ. Ὅπου ὑπάρχει πίστη, ἐκεῖ ξεκουράζομαι. Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ πηγαίνω. Ξέρω τί θὰ κάμης σὲ λιγο· ξέρω ὅτι θὰ δώσης ὅλα τὰ ὑπάρχοντά σου στοὺς φτωχοὺς καὶ πρῶτα ὅτι θὰ ἐπιστρέψης τὸ τετραπλάσιο σ’ ὅσους ἐσυκοφάντησες. Σὲ τέτοιους ἀνθρώπους μ’ εὐχαρίστηση φιλοξενοῦμε. Κι ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε βιαστικός, πῆγε στὸ σπίτι του κι ὑποδέχτηκε τὸν Ἰησοῦ. Καὶ γεμᾶτος χαρά, εἶπε ἀφοῦ στάθηκε –οὔτε περπατῶντας, οὔτε καθισμένος ἀλλὰ ἀφοῦ στάθηκε, γιὰ νὰ δείξη τὴν ἀμετάθετη ἀπόφασή του- καὶ ἀφοῦ στάθηκε μίλησε, ὅταν μὲ θερμὴ ψυχὴ κι ἀμεταμέλητη ἀπόφαση ἀποδυόταν στὸν ἀγῶνα. Ἤξερε ποῦ σπέρνει καὶ ποῦ ἦταν νὰ θερίση καὶ εἶπε· Δίνω στοὺς φτωχοὺς τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ γυρίζω τὸ τετραπλάσιο σ’ ὅσους ἐσυκοφάντησα. Ὤ ἄδολη ἐξομολόγηση, ποὺ βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ καθαρή. Ἐξομολόγηση ἀθάμπτωτη –μπροστὰ στὴν ἀθάμπωτη δόξα τοῦ θεοῦ- πού εἶναι ἡ πίστη ἡ πνοή της κι ἡ δικαιοσύνη τὸ ἄνθος της. Αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης ἄς μᾶς κάμη ἄξιους ὁ Θεὸς τῶν ὅλων μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 

(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου, “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ. 114-118)

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΙ ΣΑΤΑΝΑΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ!

 

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ!

 

ΑΝ ΕΡΘΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΕΚΑΝΕΣ ΛΑΘΟΣ!

 

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΕΝ ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ, ΑΝ ΔΕΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΜΑΣ ΑΠ' ΤΑ ΜΠΕΡΔΕΜΑΤΑ!

Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης: Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσουμε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη. Κι αυτό, βέβαια, μόνο συν Χριστώ γίνεται. Στον Χριστό είναι η χαρά.

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΟΤΑΝ ΑΣΠΑΖΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ!

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Όταν ασπάζεται ο άνθρωπος με ευλάβεια και θερμή αγάπη τις άγιες εικόνες, παίρνει τα χρώματα από αυτές και ζωγραφίζονται οι Άγιοι μέσα του. Οι Άγιοι χαίρονται, όταν ξεσηκώνονται από τα χαρτιά η από τα σανίδια και τυπώνονται στις καρδιές των ανθρώπων.

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΣΤΗΝ ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΘΑ ΚΑΘΡΕΠΤΙΖΗ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ!

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Στην μέλλουσα Κρίση ο καθένας θα καθρεφτίζη τον εαυτό του στον άλλον και θα σκύβη το κεφάλι και θα πηγαίνη στην θέση του. Όλη η βάση είναι τον άλλον να τον νιώσεις αδελφό και να τον πονέσεις.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Π. ΗΛΙΑΣ ΔΙΑΚΟΥΜΑΚΟΣ: ΚΑΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑΦΗ ΩΣ ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ!



π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος
 Καύση και ταφή ως δύο διαφορετικές ανθρωπολογικές στάσεις:
Σεβασμός στον θάνατο, σεβασμός στον άνθρωπο

 Πρόλογος

Το παρόν δοκίμιο επιχειρεί να προσεγγίσει ένα από τα πιο ευαίσθητα και σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας: την καύση και την ταφή του νεκρού.

Πρόκειται για δύο διαφορετικές ανθρωπολογικές και κοσμολογικές τάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να ταυτιστούν, αλλά οφείλουν να συνυπάρχουν μέσα σε ένα πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού.

Η καύση, για πολλούς ανθρώπους, αποτελεί συνειδητή υπαρξιακή επιλογή και προσωπική επιθυμία. Συνδέεται με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον θάνατο, τη φθορά και την ανάγκη απομάκρυνσης από τον πόνο. Η επιλογή αυτή, ως έκφραση ελευθερίας, οφείλει να γίνεται σεβαστή χωρίς απαξίωση, χωρίς ηθική στοχοποίηση και χωρίς κοινωνικό στιγματισμό.

Την ίδια στιγμή, η ταφή αποτελεί για τους Ορθοδόξους χριστιανούς όχι απλώς μια παραδοσιακή πρακτική, αλλά έκφραση πίστης, θεολογικής συνέπειας και εκκλησιαστικής ταυτότητας. Η ταφή συνδέεται με την πίστη στην Ανάσταση, με τον σεβασμό προς το ανθρώπινο σώμα και με μια συγκεκριμένη θεώρηση του ανθρώπου και του κόσμου. Και αυτή η επιλογή οφείλει να γίνεται σεβαστή, χωρίς ειρωνεία, χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και χωρίς πίεση προς αλλοίωση της πίστης.

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στον σεβασμό προς τους λειτουργούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι ιερείς που, από πίστη και συνείδηση, αρνούνται να τελέσουν εκκλησιαστικές ακολουθίες σε περιπτώσεις καύσης, δεν ενεργούν από σκληρότητα ή ιδεολογική εμμονή. Ενεργούν μέσα στα όρια της θεολογικής τους ευθύνης. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να υφίστανται πίεση, καταπίεση, διώξεις ή εξευτελισμό επειδή παραμένουν πιστοί στην παράδοση και τη διδασκαλία της χριστιανικής πίστης.

Ο σεβασμός, επομένως, δεν είναι μονόπλευρος. Αφορά όλους: εκείνους που επιλέγουν την καύση, εκείνους που επιλέγουν την ταφή και εκείνους που καλούνται ποιμαντικά να υπηρετήσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία χωρίς να προδώσουν τη συνείδησή τους. Μόνο μέσα σ᾽ αυτό το πνεύμα μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος, χωρίς φανατισμούς, χωρίς απλουστεύσεις και χωρίς αμοιβαίες προσβολές.

Το κείμενο που ακολουθεί δεν επιδιώκει να επιβάλει επιλογές. Επιδιώκει να φωτίσει, να ερμηνεύσει και να καλλιεργήσει σεβασμό. Διότι απέναντι στο μυστήριο του θανάτου, η μεγαλύτερη ευθύνη μας είναι να διαφυλάξουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλήθεια της συνείδησης.

Ο θάνατος ως υπαρξιακό όριο

Ο θάνατος παραμένει ένα από τα βαθύτερα και πιο αδιαπέραστα υπαρξιακά όρια του ανθρώπου. Δεν αποτελεί απλώς το τέλος της βιολογικής λειτουργίας, αλλά ένα γεγονός που διαρρηγνύει την καθημερινότητα και θέτει τον άνθρωπο ενώπιον ερωτημάτων που ξεπερνούν τη λογική και την εμπειρία. Είναι το όριο όπου η ανθρώπινη βεβαιότητα καταρρέει και η ύπαρξη στέκεται γυμνή απέναντι στο άγνωστο.

Ο φόβος του θανάτου δεν γεννιέται μόνο από την απώλεια της ζωής, αλλά από την αβεβαιότητα του μετά. Ο άνθρωπος φοβάται τη φθορά, την αποσύνθεση, τη σιωπή, την απουσία σχέσης.

Ο θάνατος θυμίζει την αδυναμία του ανθρώπου να ελέγξει τα πάντα και αποκαλύπτει τα όρια της δύναμης, της επιστήμης και της αυτονομίας του. Γι᾽ αυτό και συχνά επιχειρείται η απομάκρυνσή του από το προσκήνιο της ζωής, η απόκρυψή του πίσω από διαδικασίες γρήγορες, σύντομες και ανώδυνες.

Ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται να σταθεί μπροστά στο μυστήριο του θανάτου και επιδιώκει να το διαχειριστεί τεχνικά, χωρίς να το βιώσει υπαρξιακά.

Στη σύγχρονη κοινωνία ο θάνατος αντιμετωπίζεται συχνά ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί και όχι ως μυστήριο που πρέπει να βιωθεί. Η ταχύτητα, η αποτελεσματικότητα και η αποφυγή του πόνου χαρακτηρίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος επιθυμεί να διαχειριστεί το τέλος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύσσονται πρακτικές και επιλογές που στοχεύουν στην άμεση απομάκρυνση κάθε εικόνας φθοράς, ώστε να φύγει το άσχημο, να φύγει το κακό, να φύγει αυτό που πληγώνει την ανθρώπινη ευαισθησία.

Ωστόσο, ο θάνατος δεν παύει να εγείρει βαθύτερους προβληματισμούς.

Τι σημαίνει η απώλεια του σώματος;

Ποια είναι η σχέση του ανθρώπου με τη μνήμη, με τους οικείους, με την ιστορία του προσώπου του; Ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στον νεκρό φανερώνει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη ζωή. Ο θάνατος γίνεται καθρέφτης της ανθρωπολογίας και της κοσμοθεωρίας του.

Το υπαρξιακό αυτό όριο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με τεχνικές λύσεις ή ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας. Απαιτεί στάση ζωής, νόημα και ερμηνεία. Εκεί ακριβώς γεννάται η ανάγκη του ανθρώπου να τοποθετηθεί θεολογικά, φιλοσοφικά και πνευματικά απέναντι στο μυστήριο του θανάτου. Διότι ο τρόπος που αποχαιρετούμε τον νεκρό είναι, τελικά, ο τρόπος που απαντούμε στο ερώτημα του νοήματος της ζωής.

Η καύση ως ατομικό δικαίωμα και υπαρξιακή επιλογή

Στη σύγχρονη κοινωνία, η καύση του νεκρού προβάλλεται και βιώνεται ολοένα και περισσότερο ως ατομικό δικαίωμα. Συνδέεται άμεσα με την έννοια της προσωπικής ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης του ανθρώπου, ακόμη και πέρα από το όριο του θανάτου.

Ο άνθρωπος διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος για το σώμα του, ως έκφραση της προσωπικής του κοσμοθεωρίας, των πεποιθήσεων και των φόβων του.

Η επιλογή της καύσης δεν είναι ουδέτερη. Φέρει έντονο υπαρξιακό και ψυχολογικό φορτίο. Για πολλούς ανθρώπους, η καύση λειτουργεί ως απάντηση στον φόβο του θανάτου και στη δυσκολία αποδοχής της φθοράς. Η γρήγορη και σύντομη διαδικασία μοιάζει να απομακρύνει την εικόνα της αποσύνθεσης, να εξαφανίζει το σώμα χωρίς χρονική καθυστέρηση, ώστε να φύγει το άσχημο, να φύγει το κακό, να φύγει αυτό που πονά και πληγώνει.

Σ᾽ αυτήν την αντίληψη, ο θάνατος αντιμετωπίζεται ως γεγονός που πρέπει να κλείσει γρήγορα και αποτελεσματικά. Η καύση εκφράζει μια ανάγκη ελέγχου του τέλους, μια προσπάθεια να μειωθεί η ένταση του πένθους και να περιοριστεί η επαφή με την απώλεια. Η μνήμη του νεκρού μετατοπίζεται από το σώμα σε πιο αφηρημένες και συμβολικές μορφές ανάμνησης.

Παράλληλα, η καύση συνδέεται και με μια σύγχρονη αντίληψη που βλέπει το σώμα κυρίως ως βιολογικό περίβλημα. Όταν η ζωή τελειώσει, το σώμα θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει τον ρόλο του και δεν χρειάζεται περαιτέρω φροντίδα ή αναμονή. Η άμεση εξαφάνισή του εκλαμβάνεται ως φυσική συνέπεια ενός πολιτισμού που δυσκολεύεται να σταθεί μπροστά στη φθορά.

Ωστόσο, πίσω από την επιλογή της καύσης, αναδύονται βαθύτερα ερωτήματα:

Είναι η ταχύτητα πάντοτε ανακούφιση;

Η απομάκρυνση της εικόνας του σώματος βοηθά πραγματικά την επεξεργασία του πένθους;

Ή μήπως λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας απέναντι σε ένα γεγονός που παραμένει ανεξήγητο;

Η καύση, ως ατομικό δικαίωμα, οφείλει να γίνεται σεβαστή. Ταυτόχρονα, ως υπαρξιακή επιλογή, μαρτυρεί τον τρόπο με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να διαχειριστεί τον φόβο του θανάτου. Αποκαλύπτει όχι μόνο μια πρακτική απόφαση, αλλά μια βαθύτερη στάση ζωής, που αναζητά την ηρεμία μέσα από το γρήγορο, το σύντομο και το οριστικό.

Η ταφή ως θεολογική μαρτυρία και εκκλησιαστική πράξη

Σε αντίθεση με τη σύγχρονη αντίληψη που επιδιώκει την ταχεία απομάκρυνση κάθε εικόνας φθοράς, η Ορθόδοξη Εκκλησία προσεγγίζει τον θάνατο μέσα από την πράξη της ταφής ως θεολογική μαρτυρία και πράξη πίστης.

Η ταφή δεν αποτελεί απλώς έθιμο ή πολιτισμική συνήθεια, αλλά έκφραση μιας ολόκληρης ανθρωπολογίας, η οποία βλέπει το σώμα ως αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, το σώμα δεν είναι ένα προσωρινό περίβλημα που χάνει την αξία του με τον θάνατο. Είναι ο τόπος όπου ο άνθρωπος έζησε, αγάπησε, προσευχήθηκε και συμμετείχε στη μυστηριακή ζωή. Γι᾽ αυτό και η ταφή εκφράζει σεβασμό προς το σώμα, όχι ως αντικείμενο, αλλά ως φορέα ζωής και σχέσης.

Η θεολογική βάση της ταφής βρίσκεται στο ίδιο το γεγονός της ζωής, του θανάτου και της ταφής του Χριστού. Ο Χριστός ετάφη και δεν ακολούθησε την πρακτική της πυράς, παρ᾽ ότι αυτή ήταν γνωστή στην εποχή Του. Με την ταφή Του αγίασε τον ανθρώπινο θάνατο και θεμελίωσε την ελπίδα της ανάστασης.

Η Εκκλησία, επί δύο χιλιάδες χρόνια, παραμένει πιστή σε αυτή τη μαρτυρία, χωρίς να μπορεί να την απεμπολήσει χωρίς να αλλοιώσει την ίδια της την ταυτότητα. Η ταφή, επομένως, δεν είναι πράξη προσκόλλησης στο παρελθόν, αλλά πράξη ελπίδας. Εκφράζει την πίστη ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά πέρασμα. Το σώμα «κατατίθεται» στη γη ως σπόρος που αναμένει τη μεταμόρφωση, σύμφωνα με την εκκλησιαστική γλώσσα και εμπειρία.

Μέσα από αυτήν την πράξη, ο άνθρωπος καλείται να σταθεί απέναντι στον θάνατο όχι με άρνηση ή φυγή, αλλά με υπομονή και προσευχή. Η ταφή δίνει χρόνο στο πένθος, χώρο στη μνήμη και βάθος στην αποδοχή της απώλειας. Δεν επιδιώκει να εξαφανίσει τον πόνο, αλλά να τον φωτίσει με ελπίδα.

Η ταφή, ως εκκλησιαστική πράξη, μαρτυρεί τελικά έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Διδάσκει ότι η αξία του ανθρώπου δεν ακυρώνεται με τον θάνατο και ότι η ελπίδα δεν γεννιέται από την ταχύτητα, αλλά από την εμπιστοσύνη στον Θεό και στην υπόσχεση της ζωής που δεν τελειώνει.

Δύο διαφορετικές ανθρωπολογίες απέναντι στον θάνατο

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην καύση και την ταφή δεν αφορά μόνο διαφορετικές πρακτικές διαχείρισης του νεκρού σώματος. Στην πραγματικότητα αποκαλύπτει δύο διαφορετικές ανθρωπολογίες, δύο τρόπους κατανόησης του ανθρώπου, του σώματος και του νοήματος της ζωής. Ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αποχαιρετά τον νεκρό φανερώνει το πώς αντιλαμβάνεται την αξία της ύπαρξης.

Στη μία ανθρωπολογική προσέγγιση, το σώμα νοείται κυρίως ως βιολογικό στοιχείο. Όταν η ζωή παύσει, το σώμα θεωρείται ότι έχει ολοκληρώσει τον σκοπό του. Η καύση, σ᾽ αυτό το πλαίσιο, εκφράζει την επιθυμία να κλείσει γρήγορα και οριστικά ο κύκλος της ύπαρξης, χωρίς παρατεταμένη αναμονή και χωρίς εικόνες φθοράς. Ο άνθρωπος επιδιώκει την ψυχική ανακούφιση μέσα από την αμεσότητα και την απλότητα.

Στην άλλη ανθρωπολογική προοπτική, την εκκλησιαστική και θεολογική, το σώμα δεν αντιμετωπίζεται αποκομμένο από το πρόσωπο. Είναι φορέας σχέσης, ιστορίας και ιερότητας. Η ταφή εκφράζει τον σεβασμό προς αυτή την ενότητα σώματος και ψυχής και μαρτυρεί την πίστη ότι ο θάνατος δεν ακυρώνει την αξία του ανθρώπου. Το σώμα δεν εξαφανίζεται, αλλά παραδίδεται με εμπιστοσύνη στη γη, αναμένοντας τη μεταμόρφωση.

Οι δύο αυτές ανθρωπολογίες δεν μπορούν να συγχωνευθούν εύκολα, διότι στηρίζονται σε διαφορετικές κοσμοθεωρίες.

Η πρώτη προσπαθεί να διαχειριστεί τον θάνατο μέσα από τον έλεγχο και την ταχύτητα.

Η δεύτερη τον προσεγγίζει μέσα από την υπομονή, την ελπίδα και τη σχέση με τον Θεό.

Καμία από τις δύο δεν είναι απλώς τεχνική επιλογή· είναι βαθιά υπαρξιακή στάση.

Η σύγκρουση αυτή δεν πρέπει να οδηγεί σε αντιπαλότητα, αλλά σε κατανόηση. Η αναγνώριση της διαφορετικότητας των προσεγγίσεων βοηθά τον διάλογο και τον σεβασμό. Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να συνειδητοποιήσει ότι οι επιλογές γύρω από τον θάνατο δεν είναι ουδέτερες, αλλά αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο νοηματοδοτεί τη ζωή.

Το κεφάλαιο αυτό φωτίζει ότι πίσω από κάθε πρακτική κρύβεται μια θεώρηση του ανθρώπου. Και τελικά, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον θάνατο είναι ο τρόπος με τον οποίο απαντούμε στο ερώτημα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

Η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας και ο σύγχρονος άνθρωπος

Μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο, όπου συνυπάρχουν διαφορετικές κοσμοθεωρίες και αντιλήψεις για τον θάνατο, η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να ασκήσει την ποιμαντική της ευθύνη με διάκριση, σεβασμό και θεολογική συνέπεια Δεν μπορεί να σιωπήσει απέναντι σε ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της πίστης της, ούτε όμως να μετατρέψει τη θεολογική της θέση σε εργαλείο καταναγκασμού.

Η Εκκλησία οφείλει να διακηρύττει με σαφήνεια ότι η ταφή του νεκρού δεν είναι απλώς μια παραδοσιακή πρακτική, αλλά έκφραση της πίστης στην Ανάσταση και στον σεβασμό του ανθρώπινου σώματος. Ταυτόχρονα, όμως, καλείται να σταθεί ποιμαντικά δίπλα στον άνθρωπο που βιώνει τον φόβο του θανάτου, τον πόνο της απώλειας και την αγωνία του αποχωρισμού. Η ποιμαντική δεν είναι ιδεολογική αντιπαράθεση, αλλά συνοδοιπορία μέσα στον πόνο.

Συχνά η Εκκλησία κατηγορείται ότι επιμένει στην ταφή για οικονομικούς λόγους. Η κατηγορία αυτή είναι άδικη και συκοφαντική, διότι αγνοεί πλήρως τη θεολογική βάση της εκκλησιαστικής στάσης. Η πίστη δύο χιλιάδων ετών δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους οικονομικής σκοπιμότητας. Η ταφή δεν είναι ζήτημα συμφέροντος, αλλά ζήτημα πίστης, μαρτυρίας και ελπίδας.

Η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας έγκειται ακριβώς στην ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια και την ελευθερία. Η Εκκλησία δεν επιβάλλει· προτείνει. Δεν εξαναγκάζει· μαρτυρεί. Σέβεται το ατομικό δικαίωμα της επιλογής, χωρίς όμως να απεμπολεί τη θεολογική της ταυτότητα. Η στάση αυτή δεν είναι αδυναμία, αλλά έκφραση πνευματικής ωριμότητας.

Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ανάγκη από λόγο αλήθειας που να μη πληγώνει και από παρουσία που να μη κρίνει. Η Εκκλησία καλείται να προσφέρει ερμηνεία του θανάτου που να μην αποκρύπτει τον πόνο, αλλά να τον φωτίζει με ελπίδα. Μόνον έτσι η ποιμαντική γίνεται αυθεντική και η θεολογία ζωντανή.

Η συζήτηση γύρω από την καύση και την ταφή δεν είναι απλώς κοινωνικό ή νομικό ζήτημα, αλλά βαθιά πνευματικό. Και εκεί ακριβώς καλείται η Ορθόδοξη Εκκλησία να σταθεί με αλήθεια, αγάπη και διάκριση απέναντι στον άνθρωπο και στο μυστήριο του θανάτου.

Ο αλληλοσεβασμός ως στοιχείο πολιτισμού

Η συζήτηση γύρω από την καύση και την ταφή του νεκρού αποκαλύπτει, τελικά, όχι μόνο διαφορετικές πρακτικές, αλλά διαφορετικές επιθυμίες, ευαισθησίες και τρόπους νοηματοδότησης του θανάτου. Η καύση, ως επιλογή, αποτελεί για πολλούς ανθρώπους μια σεβαστή προσωπική επιθυμία, συνδεδεμένη με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον θάνατο, τον πόνο και την ανάγκη γρήγορης αποδέσμευσης από τη φθορά. Η επιθυμία αυτή, ως έκφραση ατομικής ελευθερίας, οφείλει να γίνεται σεβαστή χωρίς απαξίωση ή ηθική στοχοποίηση.

Την ίδια στιγμή, η ταφή αποτελεί εξίσου σεβαστή επιθυμία για τους χριστιανούς που ζουν και πιστεύουν μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν είναι απλώς μια παραδοσιακή συνήθεια, αλλά πράξη πίστης, ελπίδας και εκκλησιαστικής ταυτότητας. Ο σεβασμός προς την ταφή δεν αφορά μόνο το σώμα του νεκρού, αλλά και την πίστη εκείνων που την επιλέγουν ως μαρτυρία ζωής και ανάστασης.

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ένα κρίσιμο ζήτημα σεβασμού: ο σεβασμός προς τους λειτουργούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι ιερείς δεν μπορούν να πιέζονται, να εκβιάζονται ή να υποτιμώνται επειδή παραμένουν πιστοί στη θεολογική τους συνείδηση. Η άρνησή τους να τελέσουν εκκλησιαστική ακολουθία, μνημόσυνα ή νεκρώσιμη ακολουθία σε περιπτώσεις καύσης δεν αποτελεί πράξη σκληρότητας ή αδιαλλαξίας, αλλά πράξη ειλικρίνειας και σεβασμού προς την ίδια την πίστη της Εκκλησίας.

Οι ιερείς, όταν σέβονται την επιλογή ενός ανθρώπου να καεί, χωρίς όμως να μπορούν να τελέσουν εκκλησιαστικές πράξεις, δεν απορρίπτουν το πρόσωπο, αλλά αρνούνται να αλλοιώσουν τη θεολογική μαρτυρία της Εκκλησίας.

Η στάση αυτή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως προσβολή ή νομικισμός, ούτε να χαρακτηρίζεται η Εκκλησία ως στείρα ή ψυχρή νομική δομή. Η Εκκλησία λειτουργεί θεολογικά και ποιμαντικά, όχι με βάση εξαναγκασμούς, αλλά με βάση την αλήθεια που πιστεύει και διακονεί.

Ο αμοιβαίος σεβασμός αποτελεί τη μόνη ώριμη οδό. Σεβασμός προς εκείνους που επιλέγουν την καύση. Σεβασμός προς εκείνους που επιλέγουν την ταφή. Και σεβασμός προς τους κληρικούς που δεν μπορούν να υπερβούν τη συνείδησή τους χωρίς να προδώσουν την πίστη τους. Μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαλόγου, χωρίς εξευτελισμούς, κατηγορίες και απλουστεύσεις, μπορεί η κοινωνία να σταθεί με ωριμότητα απέναντι στο μυστήριο του θανάτου.

Ο σεβασμός της επιθυμίας του ανθρώπου και ο σεβασμός της συνείδησης της Εκκλησίας δεν είναι αντίπαλες αξίες. Μπορούν να συνυπάρξουν, όταν η ελευθερία συνοδεύεται από κατανόηση και η πίστη από διάκριση.

Επίλογος

Η συζήτηση γύρω από την καύση και την ταφή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς μια ειλικρινή αυτοκριτική ματιά προς την ίδια την Ποιμαίνουσα Εκκλησία. Πέρα από τον σεβασμό των επιθυμιών και των επιλογών, αναδύεται ένα βαθύτερο και συχνά αποσιωπημένο ζήτημα: η μεγάλη ποιμαντική ευθύνη που φέρουν οι ιερείς και η εκκλησιαστική διοίκηση στον τρόπο με τον οποίο κατηχούν, ή δεν κατηχούν, τον λαό του Θεού.

Η εκταφή αποτελεί ένα από τα πιο τραυματικά γεγονότα που μπορεί να βιώσει μια οικογένεια. Δεν είναι μια απλή διοικητική ή τυπική πράξη. Κατά την ώρα της εκταφής έρχονται στην επιφάνεια οστά, λιωμένα ρούχα χώματα ποτισμένα από τη φθορά, και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σάρκες. Η εμπειρία αυτή είναι ψυχολογικά σκληρή, ιδιαίτερα για ανθρώπους που δεν έχουν καμία προετοιμασία και καμία θεολογική ή ανθρωπολογική ερμηνεία του γεγονότος.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένα σοβαρό ποιμαντικό έλλειμμα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαθέτει πλούσια θεολογία για το σώμα, τον θάνατο, τη φθορά και την ανάσταση. Ωστόσο, αυτή η θεολογία σπάνια μεταφέρεται στον λαό με τρόπο ζωντανό, κατανοητό και προληπτικό. Σπάνια προηγείται διάλογος. Σπάνια προηγείται ουσιαστική κατήχηση. Σπάνια υπάρχει ενημέρωση πριν από την εκταφή, ώστε οι συγγενείς να γνωρίζουν τι πρόκειται να αντικρίσουν και πώς να το ερμηνεύσουν πνευματικά.

Το αποτέλεσμα είναι η εκταφή να βιώνεται ως σοκ, ως τραύμα που ενισχύει τον φόβο του θανάτου και οδηγεί, συχνά εκ των υστέρων, στην απόρριψη της ταφής και στην αναζήτηση της καύσης ως λιγότερο επώδυνης επιλογής. Όμως το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην πράξη της εκταφής, αλλά στην απουσία ποιμαντικής συνοδείας. Η Εκκλησία δεν μπορεί να περιορίζεται στην τέλεση ακολουθιών, χωρίς να προετοιμάζει τον άνθρωπο για τις δύσκολες και τραυματικές εμπειρίες που συνοδεύουν τον θάνατο.

Η ευθύνη αυτή βαραίνει πρωτίστως τους ιερείς. Όχι με τη μορφή κατηγορίας, αλλά ως κλήση σε επανεύρεση της ποιμαντικής τους αποστολής. Η κατήχηση δεν είναι πολυτέλεια ούτε δευτερεύον έργο. Είναι αναγκαία πράξη αγάπης. Η σιωπή γύρω από την εκταφή, η αποφυγή της συζήτησης και η απουσία προετοιμασίας δεν προστατεύουν τον άνθρωπο· τον αφήνουν απροστάτευτο.

Αν η Ποιμαίνουσα Εκκλησία επιθυμεί να μιλήσει πειστικά για την αξία της ταφής, οφείλει πρώτα να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο την ώρα που αυτός αντικρίζει τη φθορά.

* Να εξηγήσει.

* Να προετοιμάσει.

* Να συνοδεύσει.

Μόνον τότε η ταφή παύει να βιώνεται ως σκληρή εμπειρία και γίνεται πράξη πίστης και ελπίδας.

Η απουσία αυτής της ποιμαντικής φροντίδας είναι ένα ζήτημα που σπάνια ακούγεται, σχεδόν ποτέ δεν ομολογείται. Κι όμως, αποτελεί έναν από τους βαθύτερους λόγους της σύγχυσης, της οργής και της απομάκρυνσης πολλών ανθρώπων από την εκκλησιαστική πράξη.

Η Ποιμαίνουσα Εκκλησία καλείται να επανεξετάσει όχι την πίστη της, αλλά τον τρόπο με τον οποίο τη μεταδίδει.

alopsis.gr