ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Π. ΗΛΙΑΣ ΔΙΑΚΟΥΜΑΚΟΣ: Ο ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΚΑΙ Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ!

 π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος
Ο σκανδαλισμός των πιστών και η δοκιμασία της εκκλησιαστικής συνείδησης 

Προβληματισμοί για ένα γεγονός που τραυμάτισε τις καρδιές των χριστιανών, δηλαδή ο διπλασιασμός, σχεδόν, των μισθών των Αρχιερέων

Πρόλογος

Ο παρών λόγος δεν γράφεται με διάθεση αντιπαράθεσης, ούτε αποτελεί μία προσπάθεια άσκησης κριτικής εναντίον προσώπων, θεσμών ή του ιερού αρχιερατικού λειτουργήματος. Πολύ περισσότερο δεν αποτελεί κείμενο αμφισβήτησης της αποστολής των Επισκόπων της Εκκλησίας ούτε απόπειρα μείωσης της τιμής που οφείλεται στο αρχιερατικό αξίωμα, το οποίο η Ορθόδοξη Παράδοση περιβάλλει διαχρονικά με σεβασμό, ευλάβεια και εκκλησιαστική αποδοχή.

Οι σελίδες που ακολουθούν αποτελούν καρπό

* ψυχικής οδύνης,

* εσωτερικού πόνου και

* βαθύτατου προβληματισμού.

Είναι η καταγραφή μιας αγωνίας που γεννήθηκε μέσα στις καρδιές πολλών πιστών ανθρώπων, οι οποίοι παρακολούθησαν, και παρακολουθούν, με θλίψη τις εξελίξεις που ακολούθησαν τη δημόσια συζήτηση γύρω από τις αυξήσεις των αποδοχών των Αρχιερέων. Δεν είναι η οικονομική διάσταση του ζητήματος εκείνη που βάρυνε περισσότερο τις συνειδήσεις. Εκείνο που προκάλεσε τον μεγαλύτερο πόνο υπήρξε

* ο εκτεταμένος σκανδαλισμός,

* η κοινωνική αναστάτωση και, κυρίως,

* η δημόσια απαξίωση,

που εκδηλώθηκε εναντίον της Εκκλησίας μας και του αρχιερατικού λειτουργήματος.

Πολλοί πιστοί βίωσαν τις ημέρες αυτές ως μία περίοδο βαθιάς πνευματικής δοκιμασίας. Είδαν να διατυπώνονται λόγοι σκληροί, προσβλητικοί και πολλές φορές χλευαστικοί. Είδαν

* να πληγώνεται το εκκλησιαστικό φρόνημα,

* να τραυματίζεται η εμπιστοσύνη των απλών ανθρώπων και

* να δημιουργείται ένα κλίμα καχυποψίας,

που υπερέβη κατά πολύ τα όρια μιας θεμιτής κοινωνικής συζήτησης.

Ο πόνος αυτός δεν γεννάται από αντιπαλότητα ή περιφρόνηση· γεννάται από αγάπη.

* Είναι ο πόνος εκείνου, που αγαπά την Εκκλησία και θλίβεται όταν τη βλέπει να γίνεται αντικείμενο λοιδορίας.

* Είναι η αγωνία του πιστού, που ανησυχεί για τις ψυχές των ανθρώπων που σκανδαλίζονται.

* Είναι η θλίψη όσων φοβούνται μήπως οι νέες γενιές απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από την εκκλησιαστική ζωή εξαιτίας των αρνητικών εντυπώσεων που δημιουργούνται.

Το κείμενο αυτό δεν αναζητεί ενόχους. Δεν αποσκοπεί στην καταδίκη κανενός. Δεν επιχειρεί να οξύνει τα πάθη ούτε να τροφοδοτήσει διχασμούς. Αντίθετα, επιδιώκει να καταγράψει με ειλικρίνεια τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε μέσα στις συνειδήσεις των πιστών και να αναδείξει τις πνευματικές διαστάσεις ενός γεγονότος που προκάλεσε βαθύ τραυματισμό στο εκκλησιαστικό σώμα.

Διότι το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ποτέ η δημόσια αντιπαράθεση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι

* όταν σκανδαλίζονται οι ψυχές·

* όταν αποδυναμώνεται η εμπιστοσύνη·

* όταν τραυματίζεται η σχέση του ανθρώπου με την Εκκλησία·

* όταν δημιουργούνται εμπόδια στην πνευματική πορεία εκείνων, που αναζητούν παρηγοριά, ελπίδα και σωτηρία.

Με αυτήν την αίσθηση ευθύνης και με βαθύ σεβασμό προς το αρχιερατικό αξίωμα κατατίθενται οι παρόντες προβληματισμοί.

Ως μία ταπεινή μαρτυρία αγωνίας.

Ως μία κατάθεση.

Ως μία έκφραση πόνου για τον σκανδαλισμό που προκλήθηκε.

Και ως μία προσευχητική έκκληση

* να θεραπευθούν τα τραύματα που άνοιξαν στις ψυχές των πιστών,

* να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και

* να διαφυλαχθεί η ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος μέσα στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε.

 

Η θλίψη ενός απλού Ιερέα

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο λόγος δεν γεννιέται από την αγανάκτηση αλλά από τη θλίψη. Δεν προέρχεται από διάθεση αντιπαράθεσης ούτε από πρόθεση καταγγελίας. Αναβλύζει

* από μια καρδιά που πονά,

* από μια ψυχή που αγωνιά και

* από μια συνείδηση που δυσκολεύεται να παραμείνει αδιάφορη μπροστά σε όσα συμβαίνουν γύρω της.

Αυτές οι σκέψεις γράφονται από τη θέση ενός απλού Ιερωμένου, ενός ποιμένα που καθημερινά

* βρίσκεται κοντά στον λαό,

* ακούει τους στεναγμούς των ανθρώπων,

* συμμερίζεται τις αγωνίες τους και

* βλέπει από κοντά τον πόνο της καθημερινής επιβίωσης.

Όμως ο σεβασμός δεν αποκλείει τον προβληματισμό. Αντίθετα, πολλές φορές τον γεννά. Διότι εκείνος που αγαπά πραγματικά την Εκκλησία, δεν αδιαφορεί όταν βλέπει τον λαό να σκανδαλίζεται.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ένας έντονος δημόσιος διάλογος αναπτύχθηκε γύρω από οικονομικά ζητήματα που αφορούν την εκκλησιαστική ηγεσία. Ανεξάρτητα από τις πραγματικές διαστάσεις των γεγονότων, ένα γεγονός παραμένει αδιαμφισβήτητο: ο λαός σκανδαλίζεται.

Και αυτό είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη θλίψη.

Διότι ο απλός άνθρωπος δεν εξετάζει πάντοτε λεπτομέρειες, αριθμούς και διοικητικές διαδικασίες. Βλέπει εικόνες. Ακούει τίτλους. Διαβάζει σχόλια. Και μέσα στην οικονομική του δυσκολία συγκρίνει τη δική του πραγματικότητα με όσα παρουσιάζονται μπροστά του.

* Βλέπει τον συνταξιούχο, που αδυνατεί να αγοράσει τα φάρμακά του.

* Βλέπει τη μητέρα, που μετρά τα χρήματα για να πληρώσει το ενοίκιο ή το ρεύμα.

* Βλέπει τον πολύτεκνο πατέρα, που εργάζεται αδιάκοπα και δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες των παιδιών του, καθώς και άλλες οικονομικές δυσκολίες.

Το πιο οδυνηρό όμως δεν είναι η κριτική. Είναι η ειρωνεία. Είναι ο χλευασμός. Είναι η απαξίωση της Ιεροσύνης.

Και τότε έρχεται αυθόρμητα στη μνήμη ο λόγος του αποστόλου Παύλου: «Τό γάρ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δι᾽ ὑμᾶς βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι» (Ρωμ. 2, 24).

Ο λόγος αυτός δεν απευθύνεται ως κατηγορία προς κανέναν. Αποτελεί, όμως, έναν διαχρονικό καθρέφτη αυτοκριτικής για όλους μας.

* Μήπως υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες οι δικές μας επιλογές γίνονται αφορμή να σκανδαλίζεται ο λαός;

* Μήπως υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η μαρτυρία μας δεν φωτίζει, αλλά σκοτεινιάζει;

* Μήπως υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η εικόνα που εκπέμπουμε δεν βοηθά τον άνθρωπο να πλησιάσει τον Χριστό, αλλά τον ωθεί να απομακρυνθεί;

Αυτά τα ερωτήματα γεννούν πόνο. Όχι οργή. Όχι καταδίκη. Μόνον πόνο και θλίψη.

Διότι ο σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι να κερδίσει εντυπώσεις, αλλά ψυχές.

Δεν είναι να αυξήσει την επιρροή της, αλλά να φανερώσει τον Χριστό.

Δεν είναι να διεκδικήσει προνόμια, αλλά να υπηρετήσει τον άνθρωπο.

Παρά τη θλίψη όμως, δεν υπάρχει απελπισία. Διότι η Εκκλησία δεν στηρίζεται στην ανθρώπινη τελειότητα· στηρίζεται στον Ιησού Χριστό.

Η θλίψη, λοιπόν, ενός απλού Ιερέα δεν είναι κραυγή διαμαρτυρίας· είναι προσευχή.

Είναι αγωνία.

Είναι παράκληση.

Να μη χαθεί η εμπιστοσύνη του λαού.

Να μη σβήσει η φλόγα της πίστης.

Να μη σκανδαλιστούν οι μικροί αδελφοί.

Και πάνω απ᾽ όλα, να συνεχίσει η Εκκλησία να φανερώνει στον κόσμο το πρόσωπο του Χριστού.

 

Μια απόφαση που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και βαθύ σκανδαλισμό

Η ανακοίνωση της κυβερνητικής απόφασης για τη σημαντική αύξηση των αποδοχών των Αρχιερέων δεν αντιμετωπίστηκε από την κοινωνία ως ένα απλό διοικητικό ή οικονομικό μέτρο. Αντίθετα, εξελίχθηκε σε αφορμή έντονου δημόσιου διαλόγου, ο οποίος σύντομα έλαβε διαστάσεις βαθιάς κοινωνικής και πνευματικής κρίσης.

Πολλοί πιστοί αισθάνθηκαν αιφνιδιασμό, απορία και θλίψη. Σε μια εποχή κατά την οποία χιλιάδες οικογένειες αγωνίζονται καθημερινά για να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις ανάγκες της ζωής, η εικόνα μιας γενναίας οικονομικής ενίσχυσης προς την ανώτατη εκκλησιαστική ηγεσία δημιούργησε ερωτήματα που δεν ήταν εύκολο να απαντηθούν. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις της Πολιτείας ή από τη νομική και θεσμική βάση της απόφασης, το αποτέλεσμα υπήρξε ένας έντονος σκανδαλισμός στις συνειδήσεις πολλών ανθρώπων.

Ο σκανδαλισμός αυτός δεν προήλθε αποκλειστικά από το οικονομικό μέγεθος της αύξησης των μισθών· προήλθε, κυρίως, από τον συμβολισμό που προσέλαβε στα μάτια της κοινωνίας. Ο Αρχιερέας στη συνείδηση του λαού δεν είναι ένας κοινός δημόσιος λειτουργός. Είναι ο πνευματικός πατέρας, ο ποιμένας που καλείται να εμπνέει με το παράδειγμα

* της ταπείνωσης,

* της διακονίας και

* της θυσιαστικής αγάπης.

Όταν, λοιπόν, το πρόσωπό του συνδέεται

* με μισθούς,

* με προνόμια και

* με οικονομικές απολαβές,

τότε πολλοί άνθρωποι αδυνατούν να διακρίνουν την πνευματική διάσταση του λειτουργήματός του.

Ακόμη μεγαλύτερη υπήρξε η ζημιά που προκλήθηκε στον δημόσιο λόγο. Μέσα ενημέρωσης, ιστοσελίδες και κοινωνικά δίκτυα γέμισαν από επικρίσεις, ειρωνείες και επιθετικά σχόλια. Δυστυχώς, η συζήτηση δεν περιορίστηκε στην κριτική της κυβερνητικής απόφασης. Πολύ συχνά στράφηκε εναντίον του ίδιου του θεσμού της Εκκλησίας και του αρχιερατικού αξιώματος. Χιλιάδες άνθρωποι, παρασυρμένοι από το κλίμα της αντιπαράθεσης, εξέφρασαν περιφρόνηση όχι μόνον προς συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά και προς ολόκληρη την Εκκλησιαστική Παράδοση.

Για τους συνειδητούς χριστιανούς αυτή η εξέλιξη υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη. Ο πόνος τους δεν γεννήθηκε από οικονομικούς υπολογισμούς ούτε από πολιτικές σκοπιμότητες· γεννήθηκε από την αγωνία να βλέπουν το κύρος της Ποιμαίνουσας Εκκλησίας να τραυματίζεται και το ιερό αρχιερατικό λειτούργημα να γίνεται αντικείμενο χλευασμού. Κάθε προσβλητικό σχόλιο, κάθε ειρωνική ανάρτηση και κάθε απαξιωτική αναφορά δεν πλήττει μόνον πρόσωπα. Πληγώνει και τις ψυχές εκείνων που εξακολουθούν να βλέπουν στην Εκκλησία τον χώρο

* της πίστης,

* της ελπίδας και

* της σωτηρίας.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο σκανδαλισμός αυτός επεκτάθηκε και σε ανθρώπους που μέχρι πρότινος διατηρούσαν μια θετική ή ουδέτερη στάση απέναντι στην Εκκλησία. Πολλοί άρχισαν να αντιμετωπίζουν με καχυποψία κάθε εκκλησιαστική πρωτοβουλία, ενώ άλλοι θεώρησαν ότι επιβεβαιώνονται στερεότυπα και προκαταλήψεις που επί χρόνια καλλιεργούνται εις βάρος της.

Έτσι, μια απόφαση που, ίσως, σχεδιάστηκε με καθαρά διοικητικά κριτήρια, κατέληξε να προκαλέσει μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης. Και αυτό ακριβώς αποτελεί τον πυρήνα του προβληματισμού. Διότι

* όταν τραυματίζεται η εμπιστοσύνη των πιστών,

* όταν κλονίζεται η εικόνα του πνευματικού ποιμένα και

* όταν η κοινωνία οδηγείται σε γενικευμένη απαξίωση του εκκλησιαστικού θεσμού,

τότε οι συνέπειες υπερβαίνουν κατά πολύ το οικονομικό πεδίο.

Μέχρι αυτήν την ώρα που γράφεται και δημοσιεύεται το παρόν κείμενο, δύο αξιόλογοι Ιεράρχες, ο Σεβ. Κισσάμου και Σελίνου κ.κ. Αμφιλόχιος και ο Σεβ. Κυθήρων και Αντικυθήρων κ.κ. Σεραφείμ, με τη θετική παρέμβασή τους, προκάλεσαν αντιστροφή του «κλίματος» και κατέστησαν «ανάσες οξυγόνου» και ελπίδας, με τις δημόσιες παρεμβάσεις τους.

Το ζήτημα, λοιπόν, αποκτά πνευματικές διαστάσεις. Γίνεται αφορμή διχασμού, πικρίας και απογοήτευσης. Και γι᾽ αυτό πολλοί χριστιανοί εκφράζουν σήμερα την αγωνία τους, όχι τόσο για τα χρήματα, όσο για το βαρύ πλήγμα που θεωρούν ότι δέχθηκε η εκκλησιαστική μαρτυρία μέσα στην κοινωνία.

 

Ο σκανδαλισμός των πιστών και η πληγή της εκκλησιαστικής συνείδησης

Από όλες τις συνέπειες που προκάλεσε η δημόσια συζήτηση γύρω από την αύξηση των αποδοχών των αρχιερέων, η πλέον οδυνηρή υπήρξε ο σκανδαλισμός των πιστών. Πρόκειται για μια πληγή, που δεν μπορεί να μετρηθεί με οικονομικά μεγέθη ούτε να αποτυπωθεί σε αριθμούς και στατιστικές. Είναι μία πληγή βαθιά πνευματική, η οποία αγγίζει τις συνειδήσεις των ανθρώπων και τραυματίζει τη σχέση εμπιστοσύνης που συνδέει τον λαό του Θεού με τους πνευματικούς του ποιμένες.

Ο απλός χριστιανός προσεγγίζει τον Επίσκοπο όχι ως έναν κρατικό αξιωματούχο, αλλά ως τον πατέρα της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας. Στο πρόσωπό του αναζητά

* την πνευματική καθοδήγηση,

* την παρηγοριά,

* τη στήριξη και

* την ελπίδα.

Αναμένει να δει την αντανάκλαση

* της Αποστολικής Παραδόσεως,

* της θυσιαστικής προσφοράς και

* της ταπεινής διακονίας,

που χαρακτήρισε τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας.

Όταν, λοιπόν, ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται επί εβδομάδες γύρω από μισθολογικές αυξήσεις, επιδόματα και οικονομικές παροχές, η πνευματική εικόνα του Αρχιερέα επισκιάζεται. Η κοινωνία παύει να βλέπει τον ποιμένα και αρχίζει να βλέπει τον αξιωματούχο. Η μετατόπιση αυτή δημιουργεί

* σύγχυση,

* απογοήτευση και

* πνευματική αμηχανία.

Ο σκανδαλισμός γίνεται ακόμη μεγαλύτερος, όταν η συζήτηση αξιοποιείται από κύκλους που επιδιώκουν διαχρονικά να υποβαθμίσουν τον ρόλο της Εκκλησίας στη ζωή του τόπου. Η συγκεκριμένη υπόθεση χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για να αμφισβητηθεί όχι μόνο μία κυβερνητική επιλογή, αλλά και η ίδια η αξία της εκκλησιαστικής παρουσίας μέσα στην κοινωνία. Έτσι, ο προβληματισμός μετατράπηκε σε επιθετικότητα και η κριτική σε απαξίωση.

Ιδιαίτερα επώδυνο υπήρξε το γεγονός ότι πλήθος νέων ανθρώπων ήρθαν σε επαφή με έναν καταιγισμό ειρωνικών και υποτιμητικών σχολίων για την Εκκλησία μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι πλατφόρμες αυτές, που συχνά λειτουργούν χωρίς μέτρο και χωρίς διάκριση, γέμισαν από αναρτήσεις που παρουσίαζαν συλλήβδην το σύνολο της Εκκλησίας μέσα από το πρίσμα μιας οικονομικής είδησης.

Έτσι δημιουργήθηκε μια εικόνα που αδίκησε την πολυδιάστατη προσφορά πολλών Επισκόπων, κληρικών, μοναχών και λαϊκών εργατών-διακόνων της Εκκλησίας.

Οι πιστοί χριστιανοί, που παρακολουθούσαν αυτήν την κατάσταση, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα διπλό βάρος. Από τη μία πλευρά προσπαθούσαν να κατανοήσουν τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Από την άλλη πλευρά έβλεπαν ανθρώπους

* να χλευάζουν το αρχιερατικό αξίωμα,

* να ειρωνεύονται τα ιερά σύμβολα και

* να προσβάλλουν πρόσωπα,

που για τους ίδιους αποτελούν πνευματικά σημεία αναφοράς.

Η θλίψη αυτή δεν προέρχεται από μια διάθεση τυφλής υπεράσπισης προσώπων ή θεσμών· προέρχεται από την αγωνία να μη χαθεί η εμπιστοσύνη των ανθρώπων προς την Εκκλησία, τη μάνα μας, την τροφό μας. Διότι όταν ένας πιστός σκανδαλίζεται, κινδυνεύει να απομακρυνθεί όχι μόνον από συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά και από την ίδια την εκκλησιαστική ζωή. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη απώλεια.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας πάντοτε αντιμετώπιζαν τον σκανδαλισμό των ψυχών ως ένα από τα σοβαρότερα πνευματικά ζητήματα. Διότι η πτώση της εμπιστοσύνης και η διάρρηξη της σχέσης μεταξύ ποιμένων και ποιμνίου έχουν συνέπειες που διαρκούν για πολλά χρόνια. Ένα αρνητικό γεγονός μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες, επιφυλάξεις και αποστάσεις που δύσκολα θεραπεύονται.

Σήμερα πολλοί χριστιανοί αισθάνονται ότι η συγκεκριμένη υπόθεση προκάλεσε ακριβώς αυτήν την πληγή. Όχι επειδή αδυνατούν να κατανοήσουν τη θεσμική πραγματικότητα, αλλά επειδή βλέπουν το κύρος του εκκλησιαστικού λόγου να αποδυναμώνεται μέσα σε ένα κλίμα κοινωνικής καχυποψίας και αμφισβήτησης.

Το μεγάλο ζητούμενο πλέον δεν είναι η αντιπαράθεση ούτε η αναζήτηση ενόχων. Είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Είναι η επιστροφή στην ουσία της ποιμαντικής διακονίας, η οποία καλεί όλους, κληρικούς και λαϊκούς, να δίνουν μαρτυρία ταπείνωσης, αγάπης και αυτοθυσίας. Μόνον έτσι μπορεί να επουλωθεί η πληγή που άνοιξε στις καρδιές πολλών πιστών και να αποκατασταθεί η ειρήνη μέσα στην εκκλησιαστική συνείδηση.

 

Η έκρηξη των κοινωνικών δικτύων και η δημόσια διαπόμπευση του αρχιερατικού αξιώματος

Η συζήτηση γύρω από την αύξηση των αποδοχών των Αρχιερέων δεν περιορίστηκε στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Πολύ γρήγορα μεταφέρθηκε στα κοινωνικά δίκτυα, όπου έλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις. Εκεί, μέσα σ᾽ ένα περιβάλλον ταχύτητας, συνθηματολογίας και συναισθηματικών αντιδράσεων, η είδηση μετατράπηκε σε αφορμή για έναν ανεξέλεγκτο καταιγισμό

* σχολίων,

* επικρίσεων και

* επιθέσεων.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαθέτουν τη δύναμη να πολλαπλασιάζουν κάθε πληροφορία μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Όμως η ίδια αυτή δυναμική συχνά μετατρέπεται σε όπλο απαξίωσης και δημόσιας διαπόμπευσης. Στην περίπτωση αυτή, χιλιάδες αναρτήσεις αναπαρήγαγαν την είδηση με τρόπο που προκαλούσε

* αγανάκτηση,

* ειρωνεία και

* οργή.

Η συζήτηση έπαψε να αφορά μόνον την κυβερνητική απόφαση και στράφηκε εναντίον των Αρχιερέων, του Κλήρου και της Εκκλησίας συνολικά.

Ιδιαίτερα θλιβερό υπήρξε το γεγονός ότι πολλές τοποθετήσεις ξεπέρασαν κάθε όριο ευπρέπειας. Το αρχιερατικό αξίωμα, το οποίο για αιώνες αντιμετωπιζόταν με σεβασμό ακόμη και από τους επικριτές της Εκκλησίας, έγινε αντικείμενο χλευασμού και προσβολών. Αναρτήσεις γεμάτες

* ειρωνείες,

* απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και

* ακραίες εκφράσεις

διαδόθηκαν με πρωτοφανή ταχύτητα.

Για τους πιστούς χριστιανούς, η κατάσταση αυτή προκάλεσε βαθύ πόνο. Δεν τους πλήγωσε μόνον η κριτική. Η κριτική είναι θεμιτή σε μια δημοκρατική κοινωνία. Εκείνο που τους τραυμάτισε ήταν η μετατροπή της δημόσιας συζήτησης σε μια διαδικασία συστηματικής υποτίμησης του εκκλησιαστικού θεσμού. Πολλοί αισθάνθηκαν ότι κάτω από την αφορμή μιας οικονομικής είδησης εκδηλώθηκε ένα βαθύτερο κύμα εχθρότητας προς κάθε τι εκκλησιαστικό.

Οι νέοι άνθρωποι βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτής της επιρροής. Καθημερινά εκτίθενται

* σε χιλιάδες σχόλια,

* σε εικόνες και

* σε δημοσιεύσεις,

που παρουσίαζαν την Εκκλησία μέσα από ένα αποκλειστικά αρνητικό πρίσμα. Η συνεχής αυτή έκθεση δημιούργησε συνθήκες διαμορφώσεως αρνητικών εντυπώσεων, οι οποίες πολλές φορές δεν βασίζονται στη γνώση αλλά στην επανάληψη στερεοτύπων.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι μέσα στον θόρυβο των κοινωνικών δικτύων χάθηκε κάθε αίσθηση διακρίσεως. Η προσφορά της Ποιμαίνουσας Εκκλησίας

* προς τους φτωχούς,

* προς τους ασθενείς,

* προς τους μοναχικούς ανθρώπους και

* προς τις οικογένειες που δοκιμάζοντα,

δεν βρήκε θέση στον δημόσιο διάλογο.

Αντίθετα, μία και μόνο είδηση επισκίασε δεκαετίες ποιμαντικού, φιλανθρωπικού και κοινωνικού έργου.

Οι πιστοί παρακολουθούσαν με οδύνη να δημιουργείται μια εικόνα που δεν ανταποκρινόταν στη συνολική πραγματικότητα της εκκλησιαστικής ζωής.

Έβλεπαν ανθρώπους να κρίνουν την Εκκλησία χωρίς να γνωρίζουν το έργο της.

Έβλεπαν να γενικεύονται κατηγορίες και να καταδικάζονται συλλήβδην πρόσωπα και θεσμοί.

Και μέσα σ᾽ όλα αυτά, αισθάνονταν ότι τραυματιζόταν η αξιοπρέπεια ενός θεσμού, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής και πνευματικής πορείας του ελληνικού λαού.

Η δημόσια διαπόμπευση του αρχιερατικού αξιώματος δεν αποτελεί απλώς ένα επικοινωνιακό πρόβλημα. Έχει βαθιές πνευματικές συνέπειες. Όταν οι νέες γενιές συνηθίζουν να αντιμετωπίζουν με χλευασμό κάθε μορφή πνευματικής αυθεντίας, τότε αποδυναμώνεται συνολικά η δυνατότητα μετάδοσης

* αξιών,

* παραδόσεων και

* πνευματικών εμπειριών.

Πολλοί χριστιανοί αισθάνονται σήμερα ότι η συγκεκριμένη υπόθεση άνοιξε μια νέα πληγή. Μια πληγή που δεν αφορά μόνον τους Αρχιερείς, αλλά ολόκληρη την εκκλησιαστική κοινότητα. Διότι κάθε προσβολή προς το αρχιερατικό αξίωμα αντανακλάται στις καρδιές εκείνων που συνεχίζουν να βλέπουν στην Εκκλησία τον χώρο της πίστεως, της παρηγοριάς και της ελπίδας.

Γι᾽ αυτό ο προβληματισμός παραμένει έντονος.

* Πώς μπορεί να αποκατασταθεί ο σεβασμός στον δημόσιο διάλογο;

* Πώς μπορεί να αποφευχθεί η μετατροπή μιας πολιτικής απόφασης σε αφορμή γενικευμένης επίθεσης κατά της Εκκλησίας;

* Και πώς μπορούν οι πιστοί να διατηρήσουν την ειρήνη της ψυχής τους, όταν βλέπουν το πνευματικό τους σπίτι να γίνεται στόχος χλευασμού;

Τα ερωτήματα αυτά παραμένουν ανοιχτά και απαιτούν βαθιά αυτοκριτική από όλους. Διότι η θεραπεία του τραύματος δεν θα προέλθει από νέες συγκρούσεις, αλλά από την αποκατάσταση

* της αλήθειας,

* του μέτρου και

* του αμοιβαίου σεβασμού.

Μόνον έτσι μπορεί να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη και να επουλωθεί η πληγή που δημιούργησε η θύελλα των κοινωνικών δικτύων.

 

Η δοκιμασία της πίστης και η αγωνία των συνειδήσεων

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, κατά τις οποίες οι πιστοί καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνον εξωτερικές προκλήσεις, αλλά και βαθιές εσωτερικές δοκιμασίες. Στιγμές κατά τις οποίες γεγονότα της επικαιρότητας, αποφάσεις πολιτικές ή καταστάσεις κοινωνικές δημιουργούν ένα βαρύ κλίμα

* αμφισβήτησης,

* πικρίας και

* απογοήτευσης.

Τέτοιες στιγμές δεν δοκιμάζουν μόνον την αντοχή των θεσμών· δοκιμάζουν πρωτίστως τις ανθρώπινες ψυχές.

Η συζήτηση, που προκλήθηκε γύρω από τις αποδοχές των Αρχιερέων, εξελίχθηκε για πολλούς χριστιανούς σε μια τέτοια δοκιμασία. Όχι εξαιτίας του οικονομικού ζητήματος αυτού καθαυτού, αλλά εξαιτίας των πνευματικών συνεπειών που ακολούθησαν. Ο δημόσιος σκανδαλισμός, η επιθετικότητα των σχολίων, η απαξίωση της εκκλησιαστικής παρουσίας και η γενικευμένη καχυποψία δημιούργησαν ένα περιβάλλον, μέσα στο οποίο πολλοί πιστοί αισθάνθηκαν βαθιά θλίψη και εσωτερική ταραχή.

Δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο που αγαπά την Εκκλησία να παρακολουθεί καθημερινά την αμφισβήτηση και τον χλευασμό όσων θεωρεί ιερά και σεβαστά. Δεν είναι εύκολο να βλέπει να τραυματίζεται το κύρος των ποιμένων του και να μετατρέπεται η εκκλησιαστική ζωή σε αντικείμενο ειρωνείας. Η κατάσταση αυτή γεννά ένα αίσθημα πνευματικής μοναξιάς και εσωτερικής οδύνης, που δύσκολα περιγράφεται.

Πολλοί πιστοί αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν, σε μια εποχή κατά την οποία η κοινωνία αντιμετωπίζει τόσες προκλήσεις, να δημιουργούνται νέες αφορμές που ενισχύουν την απομάκρυνση των ανθρώπων από την Εκκλησία; Βλέπουν γύρω τους έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, έναν κόσμο μέσα στον οποίο οι πνευματικές αξίες υποχωρούν και η πίστη αντιμετωπίζεται συχνά ως κάτι περιθωριακό ή παρωχημένο. Μέσα σ᾽ αυτήν την πραγματικότητα, κάθε νέος σκανδαλισμός βιώνεται ως ένα ακόμη πλήγμα κατά της εκκλησιαστικής μαρτυρίας.

Η δοκιμασία αυτή γίνεται ακόμη βαρύτερη όταν αγγίζει τις νεότερες γενιές. Οι νέοι, οι οποίοι αναζητούν

* πρότυπα,

* σταθερές και

* πνευματικά στηρίγματα,

έρχονται αντιμέτωποι μ᾽ έναν δημόσιο λόγο που, συχνά, αποδομεί κάθε μορφή αυθεντίας. Μέσα σ᾽ αυτό το περιβάλλον, η Εκκλησία καλείται να δώσει τη μαρτυρία της χωρίς να παρασυρθεί από τον θόρυβο της επικαιρότητας και χωρίς να χάσει τον προσανατολισμό της.

Οι πιστοί που βιώνουν αυτήν την κατάσταση αισθάνονται ότι η δοκιμασία δεν αφορά μόνον πρόσωπα ή γεγονότα· αφορά την ίδια τη σχέση τους με την Εκκλησία. Αφορά την ανάγκη να διατηρήσουν άσβεστη την εμπιστοσύνη τους στον πνευματικό χαρακτήρα της Εκκλησίας και προς τους ποιμένες τους, ακόμη και όταν γύρω τους κυριαρχούν η αμφισβήτηση και η απογοήτευση.

Η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει ότι οι δυσκολίες και οι σκανδαλισμοί δεν είναι φαινόμενα καινούργια. Κάθε εποχή γνώρισε

* τις δικές της κρίσεις,

* τις δικές της εντάσεις και

* τις δικές της πληγές.

Εκείνο, όμως, που διατήρησε ζωντανή την εκκλησιαστική ζωή, ήταν η πίστη των ανθρώπων που δεν επέτρεψαν στις απογοητεύσεις να επισκιάσουν την αλήθεια του Ευαγγελίου.

Σήμερα, πολλοί χριστιανοί αισθάνονται ότι καλούνται να δώσουν αυτήν τη μαρτυρία της υπομονής και της πνευματικής ωριμότητας.

Να μη μετατρέψουν τη θλίψη τους σε πικρία.

Να μη μετατρέψουν τον προβληματισμό τους σε απόγνωση.

Να συνεχίσουν να βλέπουν πέρα από τα γεγονότα και να αναζητούν την ουσία της πίστης, η οποία δεν θεμελιώνεται σε ανθρώπινες επιτυχίες ή αποτυχίες, αλλά στη ζωντανή παρουσία του Χριστού μέσα στην Εκκλησία.

Ωστόσο, η δοκιμασία παραμένει πραγματική. Η οδύνη παραμένει βαθιά. Και ο προβληματισμός εξακολουθεί να βαραίνει τις συνειδήσεις πολλών ανθρώπων που αγαπούν την Εκκλησία και ανησυχούν για την πορεία της μέσα σ᾽ έναν κόσμο ολοένα πιο δύσπιστο απέναντι στην πνευματική της αποστολή.

Γι᾽ αυτό και η παρούσα συγκυρία αποτελεί μια πρόσκληση

* σε αυτοκριτική,

* σε εγρήγορση και

* σε προσευχή.

Μια πρόσκληση να αναζητηθούν τρόποι που

* θα θεραπεύσουν τις πληγές του σκανδαλισμού,

* θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη και

* θα ενισχύσουν την εκκλησιαστική συνείδηση των πιστών.

Διότι η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι η δημόσια αντιπαράθεση. Η μεγαλύτερη απώλεια θα ήταν να χαθεί η ελπίδα και η εμπιστοσύνη των ανθρώπων προς την πνευματική αποστολή της Ποιμαίνουσας Εκκλησίας.

 

Ο πόνος των πιστών και η ανάγκη πνευματικής εγρήγορσης

Υπάρχουν γεγονότα τα οποία, παρά το γεγονός ότι γεννώνται μέσα στον χώρο της δημόσιας επικαιρότητας, αποκτούν βαθύτερες διαστάσεις και αγγίζουν τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων. Δεν περιορίζονται στην επιφάνεια των πολιτικών συζητήσεων ούτε εξαντλούνται στις αναλύσεις των ειδικών. Εισέρχονται αθόρυβα στις συνειδήσεις, γεννούν ερωτήματα, προκαλούν αγωνία και αφήνουν πίσω τους ένα αίσθημα πνευματικής βαρύτητας. Μια τέτοια πραγματικότητα βιώνουν σήμερα πολλοί πιστοί χριστιανοί.

Πίσω από τους τίτλους των ειδήσεων, πίσω από τις αντιπαραθέσεις και τις δημόσιες συγκρούσεις, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι αγαπούν την Εκκλησία και τους ποιμένες της, αγωνίζονται να ζήσουν τη ζωή της πίστεως και προσπαθούν να διατηρήσουν άσβεστη τη σχέση τους με το εκκλησιαστικό σώμα. Αυτοί οι άνθρωποι βιώνουν τον σκανδαλισμό όχι ως θεωρητικό ζήτημα, αλλά ως προσωπική δοκιμασία. Βλέπουν να αμφισβητούνται πρόσωπα και θεσμοί που συνδέθηκαν με τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής τους και αισθάνονται ότι τραυματίζεται κάτι βαθιά ιερό μέσα τους.

Ο πόνος αυτός δεν εκφράζεται πάντοτε δημόσια. Συχνά παραμένει σιωπηλός.

* Είναι ο πόνος της ευλαβικής γιαγιάς, που προσεύχεται καθημερινά για την Εκκλησία.

* Είναι η θλίψη του οικογενειάρχη, που μεγάλωσε τα παιδιά του μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση.

* Είναι η αγωνία του νέου ανθρώπου, που αναζητεί πνευματικά στηρίγματα μέσα σ᾽ έναν κόσμο ολοένα πιο αβέβαιο και αποπροσανατολισμένο.

Ιδιαίτερα οδυνηρό είναι το γεγονός ότι πολλοί πιστοί αισθάνονται πως η Εκκλησία γίνεται για μία ακόμη φορά στόχος γενικευμένης επίκρισης. Δεν αγνοούν ότι υπάρχουν αδυναμίες, ανθρώπινα λάθη και αστοχίες. Όμως θλίβονται όταν βλέπουν να παραγνωρίζεται η συνολική προσφορά της Εκκλησίας και να προβάλλονται μονομερώς στοιχεία που τροφοδοτούν την καχυποψία και την απαξίωση.

Μέσα σ᾽ αυτό το κλίμα, η πνευματική εγρήγορση καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Οι πιστοί καλούνται να διαφυλάξουν την εσωτερική τους ειρήνη και να μη επιτρέψουν στον σκανδαλισμό να μεταβληθεί σε απογοήτευση ή απομάκρυνση από την εκκλησιαστική ζωή. Η ιστορία της Εκκλησίας μαρτυρά ότι οι μεγαλύτερες δοκιμασίες υπερνικήθηκαν, όταν οι άνθρωποι της πίστης παρέμειναν προσηλωμένοι στην ουσία του Ευαγγελίου και δεν εγκλωβίστηκαν αποκλειστικά στα γεγονότα της επικαιρότητας.

Η εγρήγορση αυτή δεν σημαίνει αδιαφορία ούτε σιωπή απέναντι στα προβλήματα. Αντίθετα, προϋποθέτει υπευθυνότητα, διάκριση και ειλικρινή προβληματισμό. Προϋποθέτει

* να αναγνωρίζει κανείς τις δυσκολίες, χωρίς να χάνει την ελπίδα του·

* να διαπιστώνει τα τραύματα, χωρίς να λησμονεί τη θεραπευτική δύναμη της πίστης·

* να βιώνει τη θλίψη, χωρίς να παραδίδεται στην απόγνωση.

Ιδιαίτερα σήμερα, όταν ο δημόσιος λόγος χαρακτηρίζεται από ένταση και πόλωση, η Εκκλησία έχει ανάγκη

* από πιστούς, που θα λειτουργούν ως φορείς ειρήνης και όχι διχασμού·

* από ανθρώπους, που θα αρνούνται να συμμετάσχουν στην καλλιέργεια του μίσους και της εχθρότητας·

* από ανθρώπους, που θα επιμένουν να βλέπουν πίσω από τα γεγονότα το βαθύτερο πνευματικό τους νόημα.

Ο προβληματισμός των πιστών δεν αφορά μόνο το παρόν· αφορά και το μέλλον. Αφορά το ποια εικόνα θα παραδοθεί στις επόμενες γενιές. Αφορά το κατά πόσον τα παιδιά και τα εγγόνια τους θα εξακολουθήσουν να βλέπουν στην Εκκλησία μία πηγή ελπίδας, παρηγοριάς και αλήθειας ή αν θα επηρεασθούν από το κλίμα αμφισβήτησης, που κυριαρχεί γύρω τους.

Γι᾽ αυτό και η παρούσα δοκιμασία πρέπει να μεταβληθεί σε αφορμή βαθύτερης αυτογνωσίας και πνευματικής ανανέωσης. Οι κρίσεις της ιστορίας πολλές φορές αποδείχθηκαν ευκαιρίες επιστροφής στην ουσία. Ευκαιρίες

* για περισσότερη ταπείνωση,

* για περισσότερη προσευχή και

* για μεγαλύτερη αφοσίωση στην αποστολή της Εκκλησίας.

Ο πόνος των πιστών είναι πραγματικός και βαθύς. Δεν πηγάζει από αντιπαλότητα ούτε από ιδιοτέλεια. Πηγάζει από την αγάπη προς την Ποιμαίνουσα Εκκλησία και από την αγωνία να διαφυλαχθεί το κύρος της πνευματικής της μαρτυρίας. Και ακριβώς γι᾽ αυτόν τον λόγο η απάντηση στον σκανδαλισμό δεν μπορεί να είναι άλλη

* από την πνευματική εγρήγορση,

* από την υπομονή,

* από την προσευχή και

* από την αδιάκοπη προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης που τραυματίστηκε.

 

Επίλογος

To παρόν κείμενο δεν γεννήθηκε ως μία απλή καταγραφή γεγονότων ούτε ως μία προσπάθεια σχολιασμού της πολιτικής επικαιρότητας. Γεννήθηκε μέσα

* από τον προβληματισμό,

* από την αγωνία και

* από τη βαθιά θλίψη,

που προκάλεσε σε πλήθος πιστών η δημόσια συζήτηση γύρω από την απόφαση της Πολιτείας να προχωρήσει σε σημαντική αύξηση των αποδοχών των Αρχιερέων.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν παρέμεινε στα στενά όρια μιας διοικητικής ή οικονομικής ρυθμίσεως. Αντίθετα, εξελίχθηκε σε γεγονός με ισχυρό κοινωνικό, ηθικό και πνευματικό αντίκτυπο:

* δημιούργησε αντιδράσεις,

* προκάλεσε συγκρούσεις,

* όξυνε προϋπάρχουσες εντάσεις και

* έδωσε αφορμή για έναν δημόσιο διάλογο,

που συχνά υπερέβη τα όρια της ευπρέπειας και του σεβασμού.

Εκείνο, όμως, που προκαλεί τον βαθύτερο προβληματισμό δεν είναι οι πολιτικές αντιπαραθέσεις ούτε οι διαφορετικές απόψεις που διατυπώθηκαν.

Είναι ο σκανδαλισμός των πιστών ψυχών.

Είναι η πικρία των ανθρώπων που είδαν να τραυματίζεται η εικόνα της Ποιμαίνουσας Εκκλησίας.

Είναι η οδύνη όσων παρακολούθησαν με θλίψη την απαξίωση του αρχιερατικού λειτουργήματος και τη δημόσια προσβολή προσώπων και θεσμών που συνδέονται με την πνευματική ζωή του τόπου.

Η Εκκλησία πορεύθηκε δια μέσου των αιώνων αντιμετωπίζοντας ποικίλες δοκιμασίες. Γνώρισε περιόδους διωγμών, αμφισβητήσεων και εχθρότητας. Παρέμεινε όμως όρθια, διότι στηριζόταν όχι σε ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά

* στην πίστη,

* στην προσευχή και

* στη χάρη του Θεού.

Σήμερα, μέσα σ᾽ ένα περιβάλλον έντονης κοινωνικής ρευστότητας και πνευματικής σύγχυσης, κάθε γεγονός που προκαλεί σκανδαλισμό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και αφήνει βαθιά ίχνη στις συνειδήσεις.

Οι σελίδες που προηγήθηκαν δεν αποσκοπούν στην καταδίκη προσώπων ούτε στην όξυνση των αντιπαραθέσεων. Αποτελούν μία προσπάθεια καταγραφής του προβληματισμού, που αναπτύχθηκε μέσα στην κοινωνία και, κυρίως, μέσα στις καρδιές των πιστών. Μια προσπάθεια να αναδειχθούν οι πνευματικές διαστάσεις ενός γεγονότος, που ξεπέρασε τα όρια της επικαιρότητας και άγγιξε τον πυρήνα της εκκλησιαστικής συνείδησης.

Εάν οι προβληματισμοί αυτοί συμβάλουν έστω και ελάχιστα στην καλλιέργεια μεγαλύτερης διάκρισης, υπευθυνότητος και πνευματικής εγρήγορσης, τότε ο σκοπός αυτού του έργου θα έχει δικαιωθεί. Διότι η μεγαλύτερη ανάγκη της εποχής μας δεν είναι η επικράτηση μιας άποψης έναντι μιας άλλης, αλλά

* η θεραπεία των τραυμάτων,

* η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και

* η διαφύλαξη της ενότητας μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.

alopsis.gr

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ!

 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Κυριακή Γ’ Ματθαίου: Ερμηνεία ευαγγελικής περικοπής 

(Ματθ. 6, 22-33)
Eπιλεγμένα αποσπάσματα από τον υπομνηματισμό του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου (ομιλίες Κ΄ και ΚΑ’ από το υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο) 

Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 6, 22-23

«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; (: Ο λύχνος, που φωτίζει και εξυπηρετεί το σώμα, είναι το μάτι [λύχνος που φωτίζει την ψυχή είναι ο νους, το λογικό που σας έχει δώσει ο Θεός]. Εάν λοιπόν το μάτι είναι γερό και καθαρό, όλο το σώμα θα φωτίζεται, θα είναι φωτεινό [έτσι θα φωτίζεται και η ψυχή σου, εάν ο νους και η καρδιά σου δεν έχουν τυφλωθεί από την προσκόλληση στους επίγειους θησαυρούς]. Εάν όμως το μάτι σου είναι κατεστραμμένο και ανίκανο να δει το φως, όλο το σώμα σου θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν λοιπόν το φως, που σου έδωσε ο Θεός [ο νους δηλαδή και η συνείδηση, εξαιτίας της προσκολλήσεως στα υλικά αγαθά] είναι σκοτάδι, τότε το ηθικό σκοτάδι της ψυχής σου πόσο πυκνό και αδιαπέραστο θα είναι;)» [Ματθ. 6, 22-23] [ερμην. απόδοση Ιω. Κολιτσάρα].

Επειδή προηγουμένως είχε αναφέρει τον νου και είπε γι’ αυτόν ότι γίνεται ολότελα υπόδουλος και αιχμάλωτος, αλλά αυτό δεν ήταν εύκολα κατανοητό από τους πολλούς ανθρώπους, γι’ αυτό στρέφει τη διδασκαλία προς τα εξωτερικά και τα πράγματα που βρίσκονται που είναι περισσότερο αντιληπτά με τις αισθήσεις μας και τα καθημερινά μας βιώματα, ώστε διαμέσου αυτών να κατανοήσουν και τα πνευματικά θέματα. «Εάν λοιπόν, δεν αντιλήφθηκες», λέγει, «τι είναι τέλος πάντων η βλάβη του νου, να το καταλάβεις από τα υλικά πράγματα, διότι ό, τι είναι ο οφθαλμός για το σώμα, αυτό είναι ο νους για την ψυχή».

Όπως λοιπόν δε θα προτιμούσες να στολίζεσαι με χρυσά κοσμήματα και να φορείς μεταξωτά ενδύματα, όμως τα μάτια σου να έχουν χάσει την όρασή τους, αλλά θεωρείς την υγεία αυτών πιο ποθητή από την αφθονία όλων αυτών των αγαθών (διότι εάν χάσεις και καταστρέψεις την όρασή σου, δεν έχεις πλέον καμία ωφέλεια από την υπόλοιπη ζωή σου. Όπως δηλαδή όταν τυφλωθούν τα μάτια σου, χάνουν ως επί το πλείστον την ενεργητικότητά τους και τα υπόλοιπα μέλη του σώματος, αφού θα σβήσει γι’ αυτά το φως, έτσι και όταν διαφθαρεί η διάνοιά σου, θα γεμίσει η ζωή σου από αμέτρητα κακά). Συνεπώς, όπως στη φροντίδα του σώματος, αυτό θέτουμε ως προτεραιότητα και αυτό κυρίως προσέχουμε, το να είναι υγιή τα μάτια μας, έτσι και στην φροντίδα της ψυχής πρέπει ως προτεραιότητα να θέτουμε να διατηρείται ο νους υγιής.

Εάν όμως τυφλώσουμε αυτόν, ο οποίος οφείλει να δίνει φως και στα άλλα μέλη του σώματος, τότε πώς θα βλέπουμε πλέον; Όπως εκείνος, που στέρεψε την πηγή, ξήρανε και τον ποταμό, κατά όμοιο τρόπο και εκείνος που αφάνισε τον νου του, έριξε στο σκοτάδι κάθε πράξη της επίγειας ζωής του. Γι’ αυτό ο Κύριος λέγει: «εάν το εσωτερικό σου φως είναι σκοτάδι, σε πόσο μεγάλο σκοτάδι θα βυθιστείς;». Πραγματικά όταν ο κυβερνήτης του πλοίου πνιγεί, όταν ο λύχνος σβήσει και όταν ο αρχηγός αιχμαλωτιστεί, τότε ποια ελπίδα θα έχουν οι υπήκοοι;

Για τον λόγο αυτόν, λοιπόν, αφού παρέλειψε να αναφέρει τώρα τους κινδύνους, τις διαμάχες και τις δίκες, οι οποίες προκαλούνται εξαιτίας του πλούτου (τις είχε υπονοήσει, βέβαια, αυτές και παραπάνω, όταν είπε: «Ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτη, καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ (: συμβιβάσου και συμφιλιώσου γρήγορα με τον αντίδικό σου, εφόσον βρίσκεσαι μαζί του στον δρόμο, που οδηγεί στο δικαστήριο. Πρόλαβε μήπως σε παραδώσει ο αντίδικος στον δικαστή και ο δικαστής σε παραδώσει ως ένοχο στον εκτελεστή των ποινών και ριφθείς έτσι στη φυλακή)» [Ματθ. 5, 25], με το να αναφέρει τώρα τα χειρότερα από όλα, που συμβαίνουν, απομακρύνει με τον τρόπο αυτόν από την πονηρή επιθυμία. Πραγματικά, είναι πολύ χειρότερο το να υποδουλωθεί ο νους στο πάθος αυτό, παρά να κλειστεί στη φυλακή. Και το τελευταίο δε συμβαίνει οπωσδήποτε, ενώ το πρώτο είναι συνδεδεμένο με την επιθυμία των χρημάτων. Γι’ αυτό και θέτει την υποδούλωση του νου, επειδή είναι βαρύτερο κακό, μετά τη φυλάκιση, που οπωσδήποτε βέβαια συμβαίνει. «Διότι ο Θεός», λέγει, «μας έδωσε τον νου, για να εξαλείψουμε την άγνοιά μας και να κρίνουμε ορθά τα πράγματα και χρησιμοποιώντας τον νου σαν ένα όπλο και φως εναντίον του καθενός που μας λυπεί και μας βλάπτει, να παραμένουμε σε ασφάλεια». Εμείς, όμως, σπαταλούμε την δωρεά αυτή για περιττά και ανώφελα πράγματα.

Πραγματικά, τι ωφελούνται οι χρυσοντυμένοι στρατιώτες, όταν ο στρατηγός τους σύρεται στην αιχμαλωσία; Ποιο το κέρδος για ένα όμορφα διακοσμημένο πλοίο, όταν πνιγεί ο κυβερνήτης του; Τι αξία έχει ένα σώμα δυνατό, όταν τα μάτια έχουν στερηθεί την οπτική τους ικανότητα; Δηλαδή, όπως ακριβώς εάν κάποιος, τον γιατρό, ο οποίος οφείλει να παραμένει υγιής για να θεραπεύει τις ασθένειες, αφού τον κάνει να ασθενήσει, ορίσει έπειτα να τον ξαπλώσουν σε αργυρό κρεβάτι και να βρίσκεται μέσα σε χρυσό θάλαμο, δε θα μπορεί πλέον άρρωστος ο γιατρός να προσφέρει καμία ωφέλεια στους ασθενείς, κατά όμοιο τρόπο, αν και εσύ, αφού διαφθείρεις τον νου, ο οποίος έχει τη δύναμη να διαλύει τα πάθη, καθίσεις έπειτα κοντά στον θησαυρό σου, όχι μόνο δε θα έχεις καμία ωφέλεια, αλλά θα πάθεις μεγάλη ζημία και την ψυχή ολόκληρη θα βλάψεις.

Είδες ότι διαμέσου εκείνων, με τα οποία επιθυμούν σε κάθε περίπτωση οι άνθρωποι την πονηρία, απομακρύνει αυτούς από αυτήν και τους επαναφέρει στην αρετή; «Για ποιο λόγο», λέγει, «θέλεις τα χρήματα; Όχι για να απολαύσεις την ηδονή και την τρυφή; Αυτό λοιπόν δε θα το επιτύχεις με τα χρήματα, αλλά με την τελείως αντίθετη κατάσταση». Πραγματικά, εάν όταν τυφλωθούμε, δεν αισθανόμαστε κανένα από τα ευχάριστα εξαιτίας της συμφοράς αυτής, πολύ περισσότερο θα πάθουμε το ίδιο, όταν διαστραφεί και διαφθαρεί ο νους μας. «Γιατί, πάλι, τα κρύβει μέσα στη γη; Για να προφυλάσσονται εκεί με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια; Αλλά και εδώ», λέγει, «το αντίθετο συμβαίνει. Όπως δηλαδή, εκείνον που νηστεύει, που ελεεί, που προσεύχεται για λόγους κενοδοξίας, διαμέσου εκείνων τα οποία προπάντων επιθυμεί, τον αποσπά από την κενοδοξία («διότι, για ποιο λόγο προσεύχεσαι και ελεείς με τέτοιο τρόπο;», λέγει. «Επειδή επιθυμείς τη δόξα των ανθρώπων; Λοιπόν, μην προσεύχεσαι έτσι», λέγει, «και τότε θα επιτύχεις την δόξα αυτήν κατά τη μελλοντική ημέρα της κρίσεως)», έτσι και τον φιλάργυρο διαμέσου εκείνων τα οποία προπάντων επιθυμεί, τον προσελκύει και τον αποσπά από το φοβερό αυτό πάθος του. «Τι θέλεις λοιπόν; Να φυλάσσονται τα χρήματά σου και να απολαμβάνεις την ηδονή; Και τα δύο αυτά θα σου τα δώσω με μεγάλη αφθονία, εάν καταθέσεις τα χρήματά σου εκεί που σε προτρέπω».

Βέβαια, πιο καθαρά απέδειξε τη ζημία του νου, που προκαλείται από την αιτία αυτή, στη συνέχεια, όταν έκανε λόγο για τα αγκάθια. Αλλά και τώρα στην προκειμένη περίπτωση δεν έθιξε τυχαία αυτό, αφού έδειξε ότι έχει βυθιστεί στο σκοτάδι ο άνθρωπος που κατέχεται από τη μανία της φιλαργυρίας. Και όπως εκείνοι που βρίσκονται και βαδίζουν στο σκοτάδι δε βλέπουν τίποτε καθαρά, αλλά εάν δουν ένα σχοινί, έχουν την πλανεμένη εντύπωση ότι είναι φίδι, κι αν πάλι δουν βουνά και χαράδρες πεθαίνουν από τον φόβο τους, έτσι και αυτοί εκείνα, που δεν προκαλούν φόβο σε όσους τα βλέπουν, τα υποψιάζονται ότι μπορεί να τους βλάψουν. Πραγματικά, φοβούνται την πενία. Μάλλον δε όχι την πενία μόνο, αλλά και την όποια ζημία θα τύχαινε να τους συμβεί. Και όταν χάσουν κάτι το ελάχιστο, λυπούνται και κλαίνε περισσότερο από εκείνους που δεν έχουν ούτε την αναγκαία τροφή. Εξάλλου, πολλοί πλούσιοι κατέφυγαν στον εκούσιο δια πνιγμού θάνατο, επειδή δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τις δυσκολίες. Επίσης, θεωρούν τόσο σοβαρό το να υβρίζονται και να αδικούνται, ώστε και εξαιτίας αυτού, πάλι, πολλοί έθεσαν τέρμα βίαια στη ζωή τους. Διότι ο πλούτος τούς κατέστησε αδύνατους για να αντιμετωπίσουν κάθε δυσχέρεια, εκτός από του να υπηρετούν τον ίδιο. Πραγματικά, όταν τους προστάζει να δουλεύουν σε αυτόν και τους φόνους αψηφούν και τις μαστιγώσεις και τις ύβρεις και κάθε προσβολή. Αυτό βέβαια είναι απόδειξη εσχάτης αθλιότητας, αφού σε εκείνα που έπρεπε να φιλοσοφούν, είναι πιο ανίσχυροι από όλους, ενώ σε εκείνα, που έπρεπε να είναι πιο προσεκτικοί, είναι πιο αναίσχυντοι και αυθάδεις. Ασφαλώς, με αυτούς συμβαίνει το ίδιο με εκείνο, το οποίο θα πάθει, όποιος ξόδεψε όλα τα χρήματά του σε ασήμαντα πράγματα. Αυτός λοιπόν όταν έλθει η στιγμή για την αναγκαία δαπάνη, επειδή δεν έχει τίποτε να ξοδέψει, υφίσταται τα ανίατα κακά, αφού όλη η περιουσία του δαπανήθηκε κακώς.

Και όπως ακριβώς οι άνθρωποι του θεάτρου γνωρίζουν τις πονηρές εκείνες τέχνες επάνω στη σκηνή και κατά την ώρα της ασκήσεώς τους υπομένουν πολλά παράδοξα και επικίνδυνα, ενώ σε άλλα πράγματα χρήσιμα και αναγκαία είναι πιο γελοίοι από όλους, έτσι και αυτοί εδώ. Πραγματικά εκείνοι που βαδίζουν επάνω στο τεντωμένο σχοινί και δείχνουν τόση ανδρεία, όταν κάποιο αναγκαίο θέμα απαιτεί τόλμη και ανδρεία, δεν είναι σε θέση ούτε να σκεφτούν κάτι, ούτε μπορούν να ανεχθούν κάτι παρόμοιο. Κατά όμοιο τρόπο και οι πλούσιοι, ενώ τολμούν τα πάντα χάριν των χρημάτων, δεν ανέχονται, ούτε μικρό ούτε μεγάλο, να υποστούν για να συνηθίσουν να ασκούνται στην πνευματική ζωή και τις θυσίες που αυτή απαιτεί. Και όπως όσοι εργάζονται σε θέατρα και σε τσίρκα ασκούν κάτι και επικίνδυνο και ανώφελο, έτσι και οι πλούσιοι υπομένουν πολλούς κινδύνους και δυσκολίες, χωρίς να φθάνουν ποτέ σε κάποιο χρήσιμο αποτέλεσμα, και συγχρόνως, βρίσκονται σε διπλό σκοτάδι, αφενός μεν το προερχόμενο από την τύφλωση, που προκαλεί η διαστροφή του νου, αφετέρου δε υπομένοντας το μεγάλο σκοτάδι που δημιουργεί η απατηλή θολούρα των βιοτικών μεριμνών. Γι’ αυτό βέβαια δεν μπορούν να βλέπουν με ευκολία. Οπωσδήποτε, όποιος βρίσκεται στο σκοτάδι, απαλλάσσεται από το σκοτάδι, μόνο όταν φανεί ο ήλιος, ενώ όποιος έχει τυφλωθεί, δεν πετυχαίνει αυτό, ούτε και όταν ανατείλει ο ήλιος. Αυτό, λοιπόν, έπαθαν και αυτοί. Διότι δεν ακούνε ούτε τον ‘Ηλιο της δικαιοσύνης, ο οποίος έλαμψε και τους συμβουλεύει, επειδή ο πλούτος τούς έκλεισε τους οφθαλμούς. Γι’ αυτό και υπομένουν διπλό σκοτάδι, το ένα από τον εαυτό τους και το άλλο επειδή δεν προσέχουν στον Διδάσκαλο.

Ας προσέχουμε, λοιπόν, σε Αυτόν με ακρίβεια, ώστε να αναβλέψουμε έστω και αργά. Και πώς είναι δυνατόν να αναβλέψεις; Εάν μάθεις το πώς τυφλώθηκες. Πώς τυφλώθηκες λοιπόν; Από την πονηρή επιθυμία. Όπως δηλαδή, ένα βλαβερό υγρό, όταν στάξει επάνω στην καθαρή κόρη ενός οφθαλμού, φέρει την τύφλωση, έτσι και ο έρωτας των χρημάτων δημιουργεί μπροστά στα μάτια μας πυκνή νεφέλη. Αλλά είναι εύκολο να διασκορπίσουμε και να διαλύσουμε τη νεφέλη αυτήν, εάν δεχθούμε την ακτίνα της διδασκαλίας του Χριστού, εάν ακούσουμε Αυτόν να μας συμβουλεύει και να λέγει: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς (: μη αποταμιεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς επάνω στη γη)»[Ματθ. 6, 19].

«Και τι θα κερδίσω», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «από την ακρόαση του λόγου του Θεού, όταν με κατέχει η επιθυμία;». Μα προπάντων η συνεχής ακρόαση του θείου λόγου θα μπορέσει να νικήσει και να εξαλείψει και κάθε εμπαθή επιθυμία. Συνεπώς, εάν επιμένεις να κατέχεσαι από το πάθος αυτό, τότε σκέψου ότι δεν πρόκειται για επιθυμία. Διότι τι είδους επιθυμία είναι αυτή να υπομένεις σκληρή δουλεία, να υφίστασαι την τυραννία, να δένεσαι από κάθε πλευρά, να παραμένεις στο σκοτάδι, να είσαι γεμάτος ταραχή, να υποβάλλεσαι σε ανωφελείς κόπους και να φυλάσσεις τα χρήματα για τους άλλους, πολλές φορές μάλιστα ακόμα και για τους εχθρούς σου; Ποιας επιθυμίας είναι άξια αυτά; Ποια φυγή ή δρόμο δεν αξίζουν; Τι επιθυμία είναι αυτή να εμπιστεύεσαι τον θησαυρό σου στους κλέπτες; Εάν βέβαια επιθυμείς υπερβολικά τα χρήματα, να τα μεταφέρεις εκεί όπου είναι δυνατόν να παραμένουν ασφαλή και απείρακτα. Διότι όσα κάνεις τώρα, δεν αποδεικνύουν άνθρωπο, ο οποίος επιθυμεί τα χρήματα, αλλά άνθρωπο που επιθυμεί τη δουλεία, την αδικία, τη ζημία και τη συνεχή οδύνη. Εσύ λοιπόν, εάν κάποιος άνθρωπος σου υποδείξει έναν τόπο ασφαλή πάνω στη γη, είτε σε οδηγήσει και στην έρημο ακόμη, υποσχόμενος ασφάλεια στη φύλαξη των χρημάτων, δε διστάζεις, ούτε αρνείσαι, αλλά έχεις εμπιστοσύνη και μεταφέρεις εκεί τα χρήματα. Όταν όμως αντί των ανθρώπων, σου το υπόσχεται αυτό ο Θεός και σου προτείνει όχι την έρημο, αλλά τον ουρανό, εσύ δέχεσαι τα αντίθετα αυτού.

Μολονότι, και αν ακόμη τα χρήματά σου βρίσκονται σε απόλυτη ασφάλεια εδώ στη γη, εντούτοις ουδέποτε θα μπορέσεις να απαλλαγείς από την φροντίδα. Και στην περίπτωση ακόμη που δεν τα χάσεις, δε θα απαλλαγείς σε καμία περίπτωση από την έγνοια και την αγωνία να μη σου τα αρπάξουν. Στον ουρανό, όμως, εάν τα αποταμιεύεις, δε θα πάθεις τίποτε από αυτά. Και επιπλέον θα ωφεληθείς, διότι δεν κρύβεις το χρυσάφι σου μόνο, αλλά και το φυτεύεις για να λάβεις εκατονταπλάσιο καρπό. Διότι το ίδιο γίνεται και θησαυρός και σπόρος, μάλλον όμως κάτι ανώτερο και από τα δύο αυτά: διότι ο μεν σπόρος δεν διατηρείται συνεχώς, ενώ αυτό μένει παντοτινά, ο δε θησαυρός δεν βλαστάνει, ενώ η ενέργεια αυτή της τήρησης των εντολών του Θεού φέρει καρπούς αθάνατους.

Εάν τώρα μου αναφέρεις τον χρόνο και την αναβολή της αποδόσεως, μπορώ και εγώ να σου δείξω και να σου πω όσα απολαμβάνεις και εδώ στη γη. Εκτός αυτών, θα προσπαθήσω να σου αποδείξω από τα ίδια τα επίγεια πράγματα και τις βιοτικές φροντίδες, ότι ματαίως προβάλλεις αυτές τις προφάσεις. Πραγματικά, πολλά πράγματα κατασκευάζεις και στην παρούσα ζωή, τα οποία δεν πρόκειται να τα απολαύσεις ο ίδιος. Και όταν σε κατηγορεί κανένας, προβάλλεις τα παιδιά σου και τα παιδιά εκείνων και έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεις ικανοποιητική δικαιολογία για τους περιττούς κόπους στους οποίους υποβάλλεσαι. Όταν λοιπόν ενώ βρίσκεσαι σε βαθύ γήρας, οικοδομείς λαμπρές οικίες, πολλές μάλιστα φορές θα αποθάνεις προτού να τελειώσουν αυτές. Επίσης, όταν φυτεύεις δέντρα τα οποία θα καρποφορήσουν ύστερα από πολλά έτη (δηλαδή, όταν φυτεύεις σε ένα χωράφι δέντρα που ο καρπός τους θα έλθει ύστερα από αναρίθμητα έτη), όταν αγοράζεις περιουσίες και κτήματα, τα οποία θα περιέλθουν στην κυριότητά σου ύστερα από πολύ χρόνο, και άλλα πολλά παρόμοια με ζήλο εκτελείς, από τα οποία δε θα λάβεις ο ίδιος την απόλαυση, άραγε για τον εαυτό σου ή για τους μεταγενέστερους τα κάνεις;

Κατά ποια λογική, λοιπόν, δεν είναι απόδειξη μεγάλης ανοησίας, εδώ από τη μια πλευρά να μην αγανακτείς καθόλου για την αναβολή του χρόνου, και μάλιστα, όταν πρόκειται με την αναβολή αυτή να χάσεις ολόκληρη την αμοιβή των κόπων σου, και από την άλλη να σε κυριεύει η αδιαφορία από την εκεί αναβολή, όταν μάλιστα σου επιφέρει μεγαλύτερο κέρδος και δε μεταβιβάζει τα αγαθά στους άλλους, αλλά μεταφέρει σε εσένα τις δωρεές;

Πέραν τούτων, και η αναβολή δεν είναι μεγάλη. Διότι τα πράγματα είναι πολύ κοντά μας, και δε γνωρίζουμε, εάν δε λάβουν τέλος όλα τα επίγεια κατά τη διάρκεια της δικής μας γενεάς και δεν έλθει η φοβερή εκείνη ημέρα, παρουσιάζοντας σε μας το φρικτό και αδέκαστο δικαστήριο. Διότι πολλά από τα σημεία, που θα προηγηθούν αυτής, ήδη πραγματοποιήθηκαν, διότι και το Ευαγγέλιο κηρύχθηκε πλέον σε όλη την οικουμένη και οι πόλεμοι και οι σεισμοί και η πείνα συνέβησαν και δε μας χωρίζει μεγάλη απόσταση από αυτήν. Αλλά δεν παρακολουθείς τα σημεία; Και αυτό είναι μέγιστο σημείο. Διότι και οι άνθρωποι της εποχής του Νώε δεν αντιλήφθηκαν τα προμηνύματα της πανωλεθρίας εκείνης, αλλά ενώ διασκέδαζαν, έτρωγαν, νυμφεύονταν και ασχολούνταν με τις συνηθισμένες εργασίες, έτσι απροετοίμαστους τους κατέλαβε η καταστροφή εκείνη. Επίσης, και οι κάτοικοι των Σοδόμων κατά όμοιο τρόπο κατακάηκαν από τους κεραυνούς που έπεσαν τότε, ενώ ζούσαν απολαμβάνοντας, χωρίς να αντιληφθούν τίποτε από τα συμβαίνοντα.

Όλα αυτά σκεπτόμενοι, λοιπόν, ας στρέψουμε την προσοχή μας στην προετοιμασία της αποδημίας μας από τη γη. Διότι και αν ακόμη δεν έλθει ποτέ η κοινή ημέρα της συντέλειας, το τέλος του καθενός είναι κοντά μας, είτε είναι γέρος κανείς, είτε νέος. Και δεν είναι δυνατόν, όταν φύγουμε από τη γη, ούτε λάδι να αγοράσουμε πλέον, ούτε να παρακαλέσουμε και να βρούμε συγνώμη, είτε παρακαλεί για εμάς ο Αβραάμ, ο Νώε, ο Ιακώβ και ο Δανιήλ. Συνεπώς, εφόσον έχουμε ακόμη καιρό, ας αποταμιεύσουμε εκ των προτέρων μεγάλη παρρησία απέναντι στον Θεό, ας συγκεντρώσουμε άφθονο λάδι, ας μεταφέρουμε τα πάντα στον ουρανό, ώστε και στον κατάλληλο καιρό, κατά τον οποίο προπάντων χρειαζόμαστε αυτά, να απολαύσουμε τα πάντα, με την χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος,τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ. 6, 24-27

«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (: Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί συγχρόνως δύο αφεντικά• διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλον ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Και εσείς δεν είναι δυνατόν να υπηρετείτε ταυτόχρονα και τον Θεό και το χρήμα• ή θα αγαπήσετε τον Θεό και θα περιφρονήσετε τους επίγειους θησαυρούς ή θα υποδουλωθείτε σε αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεό)» [Ματθ. 6, 24].

Βλέπεις με ποιο τρόπο μάς απομακρύνει σιγά-σιγά από τα υλικά πράγματα και με περισσότερα λόγια εισάγει την εντολή για την ακτημοσύνη και κατατροπώνει την τυραννία της φιλαργυρίας; Διότι δεν αρκέστηκε, βέβαια, σε όσα είπε προηγουμένως, αν και ήταν πολλά και σπουδαία, αλλά προσθέτει και άλλα περισσότερα και φοβερότερα. Διότι τι είναι πιο φοβερό από όσα τώρα έχουν λεχθεί, εάν βέβαια, επρόκειτο εμείς να σταματήσουμε να είμαστε δούλοι του Χριστού, εξαιτίας των χρημάτων; Και τι είναι πιο ποθητό, εάν, βέβαια, πρόκειται να περιφρονήσουμε την τάση μας να αποταμιεύουμε περιττά επίγεια αγαθά και να συσσωρεύουμε χρήματα, από το να διατηρήσουμε τέλεια την αφοσίωση και την αγάπη μας προς τον Κύριο; Διότι εκείνο το οποίο πάντοτε λέγω, το ίδιο θα επαναλάβω και τώρα, ότι δηλαδή, και με τα δύο παρωθεί τον ακροατή προς την υπακοή των λόγων Του και με τα ωφέλιμα και με τα βλαβερά, υποδεικνύοντας ως άριστος ιατρός και την νόσο που προέρχεται από την απροσεξία και την υγεία που χαρίζει η υπακοή.

Πρόσεξε λοιπόν με ποιον τρόπο, πάλι, καθιστά φανερό το κέρδος αυτό και πώς αποδεικνύει το συμφέρον από την αποφυγή των αντίθετων πραγμάτων. Πραγματικά, «δεν μας προξενεί, μόνο αυτήν τη βλάβη», λέγει, «ο πλούτος, επειδή εξοπλίζει τους ληστές εναντίον μας, ούτε επειδή προκαλεί μεγάλο σκοτισμό στο μυαλό μας, αλλά και επειδή μας αποκόπτει από το να είμαστε δούλοι στον Θεό και μας καθιστά αιχμαλώτους των αψύχων χρημάτων και κατά συνέπεια μας βλάπτει διπλά, με το να μας υποδουλώνει σε εκείνα, που έπρεπε να εξουσιάζουμε, και με το να μας απομακρύνει από την υπηρεσία του θελήματος του Θεού, στον Οποίον προπάντων είναι ανάγκη να είμαστε δούλοι». Όπως δηλαδή προηγουμένως απέδειξε ότι είναι διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου η φύλαξή τους είναι εξασφαλισμένη [πρβλ. Ματθ. 6, 19-20: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διαρύσσουσι καὶ κλέπτουσι·θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν (: Μη συσσωρεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς εδώ στη γη, όπου ο σκόρος και η αποσύνθεση τούς καταστρέφουν και τους αφανίζουν, και όπου κλέφτες διατρυπούν τοίχους και χρηματοκιβώτια και τους αρπάζουν. Να θησαυρίζετε όμως για τον εαυτό σας και να αποταμιεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε ο σκόρος ούτε η σαπίλα τούς αφανίζουν, και όπου κλέφτες δεν τρυπούν τοίχους και δεν κλέπτουν· διότι όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας)»], κατά όμοιο τρόπο και εδώ δείχνει διπλή τη ζημία, αναφέροντας και εκείνα που απομακρύνουν από τον Θεό και εκείνα που υποτάσσουν στον μαμμωνά.

Ωστόσο δεν το θέτει ευθέως αυτό, αλλά το παρουσιάζει σιγά- σιγά με απλούς συλλογισμούς, λέγοντας τα εξής: «Κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δύο κυρίους»· και αποκαλεί δύο διαφορετικούς «κυρίους», εκείνους οι οποίοι δίδουν αντίθετα προστάγματα. Διότι εάν δε συνέβαινε αυτό, δε θα ήσαν δύο, δεδομένου ότι «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία (: όλο εκείνο το πλήθος όσων πίστεψαν στο Ευαγγέλιο είχε μία καρδιά και μια ψυχή, ώστε να αποτελούν μία αρμονική πνευματική κοινωνία)» [Πράξ. 4, 32] και μολονότι ήσαν διαιρεμένοι σε πολλά σώματα, ωστόσο η ομόνοια έκανε τους πολλούς σαν να ήταν ένας άνθρωπος.

Έπειτα, προεκτείνοντας αυτά, λέγει: «Όχι μόνο δε θα δουλέψει στον πλούτο, αλλά θα τον μισήσει και θα τον αποστραφεί. Διότι ή τον ένα θα μισήσει», λέγει, «και τον άλλο θα αγαπήσει ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θα τον καταφρονήσει» [Ματθ. 6, 24]. Και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έχει λεχθεί το ίδιο πράγμα. Ασφαλώς, δεν το εξέθεσε τυχαία έτσι αυτό, αλλά για να αποδείξει ότι η μεταβολή προς το καλύτερο είναι εύκολη. Για να μη λες, λοιπόν,ότι «έγινα δούλος, βρίσκομαι υπό την τυραννία του χρήματος», σου υποδεικνύει ότι είναι δυνατή η αλλαγή θέσεως και όπως ακριβώς από τη μία κατάσταση πέρασες στην άλλη, έτσι και από αυτήν είναι δυνατόν να μεταπηδήσεις σε διαφορετική.

Ο πλούτος είναι τα αγαθά της Γης σε σημαντική ποσότητα, που σκοπό έχει να καλύψει τις ανάγκες του ανθρώπου. Άρα ο πλούτος έρχεται να υπηρετήσει τις ανάγκες του. Και συνεπώς αφού υπηρετεί, είναι υπηρέτης και όχι αφεντικό του ανθρώπου, που δυστυχώς μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, θεοποίησε την υλική δημιουργία εφόσον έχασε από τον οπτικό ορίζοντά του τον Θεό που ως τότε αναγνώριζε ως Δημιουργό, τροφέα και κυβερνήτη του.

Είναι επομένως διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου είναι η φύλαξή τους εξασφαλισμένη, όπως λίγο πριν σε άλλο σημείο της επί του όρους ομιλίας Του μας είχε υποδείξει. Ο πλούτος, λοιπόν, εφόσον υπάρχει, θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Δηλαδή ο πλούτος είναι θέμα χρήσεως, όχι υποδουλώσεως, αφού βεβαίως θα καλύπτει τις ανάγκες και όχι τις επιθυμίες εκείνου που κατέχει τον πλούτο.

Αφού λοιπόν μίλησε γενικά και αόριστα, για να πείσει τον ακροατή να καταστεί αμερόληπτος κριτής των όσων λέγονται και να λάβει την απόφασή του επί τη βάσει της φύσεως των πραγμάτων, όταν πλέον τον έκανε να συμφωνήσει με τους λόγους Του [με τη γενική αρχή αυτή δηλαδή που εκφράστηκε δια των λεγομένων του Κυρίου στο Ματθ. 6, 24], τότε αποκαλύπτει και την πραγματική Του σκέψη. Πρόσθεσε λοιπόν: «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (: Δεν είναι δυνατόν να υπηρετείτε τον Θεό και τον πλούτο ταυτόχρονα· ή θα αγαπήσετε τον Θεό και θα περιφρονήσετε τους επίγειους θησαυρούς ή θα υποδουλωθείτε σε αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεό)» [Ματθ. 6, 24]. Ας αισθανθούμε φρίκη, αφού αντιληφθούμε τι διαπράξαμε ώστε ο Χριστός να πει και να τοποθετήσει τον χρυσό σε ίδια θέση με τον Θεό. Εάν όμως αυτό είναι φρικτό, ασφαλώς είναι πολύ πιο φρικτό να γίνεται στην πράξη και να προτιμούμε την τυραννία του χρυσού από τον φόβο του Θεού.

Τι λοιπόν; Δεν υπήρξαν Δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης που να ήσαν πλούσιοι; Ο Αβραάμ, για παράδειγμα, ή ο Ιώβ δεν ήσαν πλούσιοι και μάλιστα πάρα πολύ; Και βέβαια. «Τότε με ποιον τρόπο», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «προόδευσαν στην αρετή ο Αβραάμ και ο Ιώβ;»; Ναι ήσαν πλούσιοι. Όμως ήσαν αφεντικά και όχι υπηρέτες του πλούτου, καταναλώνοντας τον πλούτο σε εκείνους που τον είχαν ανάγκη. Διότι και ο Ιώβ ήταν πλούσιος, αλλά δεν ήταν δούλος στον μαμμωνά, μα τον είχε υπό την εξουσία του και ήταν κύριος και όχι δούλος του. Σαν να ήταν λοιπόν διαχειριστής ξένων χρημάτων, έτσι θεωρούσε τα αγαθά του, χωρίς να αρπάζει τα χρήματα των άλλων, αλλά έδινε και τα δικά του στους φτωχούς. Και το σπουδαιότερο, βέβαια, είναι ότι δε χαιρόταν, όταν τα είχε, πράγμα το οποίο αποδείκνυε, όταν έλεγε «εἰ δὲ καὶ εὐφράνθην πολλοῦ πλούτου μοι γενομένου, εἰ δὲ καὶ ἐπ᾿ ἀναριθμήτοις ἐθέμην χεῖρά μου (: Ποτέ δεν δοκίμασα υλόφρονη χαρά και αγαλλίαση για τον πλούτο, τον οποίον απέκτησα, ποτέ δεν άπλωσα το χέρι μου προς απόκτηση αναρίθμητου πλούτου)» (Ιώβ 31, 25), γι΄ αυτό και δεν λυπήθηκε, όταν τα έχασε.

Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι από τους σημερινούς πλουσίους δεν είναι παρόμοιοι με εκείνους τους δικαίους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, αλλά έχουν γίνει χειρότεροι από κάθε δούλο, σαν να πληρώνουν φόρους σε κάποιο φοβερό τύραννο. Πραγματικά, ο έρωτας για την απόκτηση όλο και περισσότερων χρημάτων έχει κυριεύσει την διάνοιά τους, σαν να ήταν κάποια ακρόπολις, και από εκεί εκδίδει κάθε μέρα τα παράνομα διατάγματά του και δεν υπάρχει κανένας, που να τα παρακούει. Δεν μπορούν να αναβλέψουν στον ουρανό, καθώς είναι μονίμως προσηλωμένοι και αγχωμένοι για τη συγκέντρωση επιγείων και μόνο θησαυρών. Και κατά κανόνα ποτέ δεν είναι ευτυχισμένοι, εφόσον έχουν χάσει από τον οπτικό τους ορίζοντα τον Θεό και δεν αξιοποιούν το χάρισμα (διότι περί ταλάντου πρόκειται κι εδώ) που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός για ανακούφιση του πόνου του πλησίον, παρά μόνο στο να υπηρετούν αμέτρητες και βλαβερές επιθυμίες στις οποίες γίνονται ταλαίπωροι δούλοι.

Μη φιλοσοφείς λοιπόν περιττά πράγματα, καθόσον μίλησε μία φορά ο ίδιος ο Θεός και είπε ότι είναι αδύνατο να συνυπάρχουν η δουλεία προς τον πλούτο και η δουλεία προς τον Θεό. Μη λέγεις λοιπόν εσύ ότι είναι δυνατόν αυτό. Διότι πώς είναι δυνατό να συνυπάρξουν, όταν ο μεν ένας αφέντης προστάζει να αρπάζεις όσα ανήκουν στους συνανθρώπους σου, ο δε άλλος να χαρίζεις ακόμη και αυτά που εσύ έχεις στην κατοχή σου; Όταν ο ένας αφέντης σού δίνει εντολή να σωφρονείς, ενώ ο άλλος να πορνεύεις; Όταν ο μεν ένας σού δίνει εντολή να εξουσιάζεις την κοιλιά σου ενώ ο άλλος να μεθάς και να ζεις ζωή ακόλαστη; και ο μεν ένας διδάσκει να περιφρονείς τα υλικά πράγματα, ο δε άλλος να προσηλώνεσαι στα γήινα; ο μεν ένας να θαυμάζεις μάρμαρα και τοίχους και ορόφους, ενώ ο άλλος και να περιφρονείς αυτά και να τιμάς την ευσέβεια;

Σε αυτήν την περίπτωση ονόμασε τον μαμμωνά «κύριο», όχι επειδή εκ φύσεως είναι κύριος, αλλά εξαιτίας της ταλαιπωρίας αυτών που υποτάσσονται σ’ αυτόν. Κατά παρόμοιο τρόπο και την κοιλιά την ονομάζει «θεό», όχι από το αξίωμα του αφεντικού, αλλά από την αθλιότητα αυτών που γίνονται δούλοι σε αυτήν, πράγμα το οποίο είναι χειρότερο από κάθε τιμωρία και ικανό να τιμωρήσει πριν από την τελική κόλαση αυτόν που συλλαμβάνει στα δίκτυά της. Διότι από ποιους καταδίκους δε θα ήσαν αθλιότεροι αυτοί που, ενώ έχουν Κύριο τον Θεό, φεύγουν όμως οικειοθελώς από την ήμερη βασιλεία Του προς τη φοβερή και σκληρή εκείνη τυραννία, όταν μάλιστα όλα αυτά προξενούν ακόμη και σ’ αυτήν τη ζωή τόση ζημία; Διότι πράγματι είναι απερίγραπτη και ανυπολόγιστη η ζημία από αυτό το πράγμα, καθόσον λαμβάνουν χώρα εξαιτίας αυτού και δίκες και αδικίες και διαμάχες και κόποι και βλάβη της ψυχής· και το φοβερότερο από όλα είναι το ότι χάνει κανείς τα ουράνια αγαθά, που τα παρέχει η υπηρεσία στο θέλημα του Θεού.

Γι’ αυτό και συνεχίζει λέγοντας: «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε (: μη φροντίζετε με στενοχώρια και αγωνία για τη ζωή σας, δηλαδή για το τι θα φάτε και το τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας με τι θα ντυθείτε)» [Ματθ. 6, 25]. Για να μη λένε: «Τι λοιπόν; Πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε, εάν δώσουμε όλα τα χρήματά μας; Σε αυτήν λοιπόν την αντίρρηση λαμβάνει θέση κατά τρόπο πολύ κατάλληλο. Όπως δηλαδή, εάν έλεγε από την αρχή «μὴ μεριμνᾶτε», θα φαινόταν ότι είναι βαριά η εντολή, κατά όμοιο τρόπο, αφού απέδειξε τη βλάβη που προκαλείται από τη φιλαργυρία, καθιστά πλέον στη συνέχεια ευπρόσδεκτη την παραίνεση αυτή. Γι’ αυτό ακριβώς και τώρα δεν είπε μόνο «μὴ μεριμνᾶτε», αλλά πρώτα ανέφερε την αιτία, και στη συνέχεια έδωσε αυτήν την εντολή.

Πραγματικά αφού είπε: «Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι του Θεού και δούλοι του πλούτου» [Ματθ. 6, 24], πρόσθεσε: «Αφού λοιπόν η καρδιά σας θα πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, για τον λόγο αυτό σας λέγω να κόψετε τη ρίζα της πλεονεξίας και να μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε και για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε». Τι εννοεί με τη λέξη «τοῦτο» όταν λέγει «Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε»; Εννοεί το απερίγραπτο της ζημίας που προκαλούν όλα αυτά στην ψυχή μας. Διότι η ζημία δεν περιορίζεται μόνο στα χρήματα, αλλά η πληγή αναφέρεται στα σπουδαιότερα σημεία και στην απώλεια της σωτηρίας μας, επειδή μας απομακρύνει από τον Θεό, ο οποίος μας δημιούργησε, μας φροντίζει και μας αγαπά.

Επειδή λοιπόν απέδειξε ότι η ζημία είναι απερίγραπτη, επιτείνει πλέον την εντολή. Πραγματικά δε μας εντέλλεται να αποβάλλουμε τα υπάρχοντά μας μόνο, αλλά να μη φροντίζουμε ούτε για την αναγκαία τροφή, λέγοντας τα εξής: «μη μεριμνάτε για την ψυχή σας τι θα φάτε», όχι επειδή η ψυχή έχει ανάγκη από τροφή, αφού είναι ασώματη, αλλά μίλησε σύμφωνα με την κοινή συνήθεια. Διότι, μολονότι δε χρειάζεται την τροφή, δε θα μπορούσε να παραμείνει διαφορετικά στο σώμα, παρά μόνο όταν τρέφεται αυτό.

Και αφού είπε αυτό, δεν το θέτει απλώς αλλά και εδώ χρησιμοποιεί συλλογισμούς, άλλους μεν από όσα υπάρχουν σε εμάς, άλλους δε από άλλα παραδείγματα. Και από όσα συμβαίνουν σε εμάς λέγει: «οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; (: Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή και το σώμα περισσότερο από το ένδυμα;» [Ματθ. 6, 25]. Συνεπώς, Αυτός που σας έδωσε το πολυτιμότερο, δε θα σας δώσει και το κατώτερο; Αυτός που δημιούργησε που έπλασε τη σάρκα που τρέφεται, πώς δε θα δώσει την τροφή; Για το λόγο αυτό ακριβώς δεν είπε απλώς «μη μεριμνάτε τι θα φάτε και τι θα πιείτε και τι θα ντυθείτε», αλλά «για το σώμα σας» και «για την ψυχή σας» επειδή σκόπευε από αυτά να λάβει τις αποδείξεις, οδηγώντας τον λόγο επί τη βάσει της συγκρίσεως.

Αλλά την μεν ψυχή την έδωσε μία φορά και παραμένει αναλλοίωτη, ενώ το σώμα κάθε μέρα δίνει και αυξάνει. Επεξηγώντας λοιπόν αυτά τα δύο, δηλαδή και της ψυχής την αθανασία και του σώματος τη φθαρτότητα, πρόσθεσε τα εξής: «τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; (: Ποιος από εσάς, όσες πολλές και μεγάλες φροντίδες και αν καταβάλει, μπορεί να προσθέσει στο ανάστημά του ένα πήχυ;)» [Ματθ. 6, 27]. Και χωρίς να κάνει λόγο για την ψυχή, επειδή δε λαμβάνει αύξηση, μίλησε μόνο για το σώμα, καθιστώντας φανερό από αυτό και εκείνο, ότι δηλαδή δε θα το αυξήσει αυτό η τροφή, αλλά η πρόνοια του Θεού. Το ίδιο πράγμα δηλώνοντας ο Παύλος με άλλες λέξεις έλεγε: «ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός (: ώστε στην πραγματικότητα για την επιτυχία του έργου του Θεού, ούτε εκείνος που φυτεύει είναι κάτι, ούτε εκείνος που ποτίζει, αλλά ο Θεός ο οποίος με τη χάρη Του δίνει την αύξηση. Σε Αυτόν ανήκει το παν)» [Α΄Κορ. 3, 7].

Από αυτά λοιπόν που συμβαίνουν σε εμάς προέτρεψε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ από άλλα παραδείγματα προέτρεψε με τα εξής λόγια: «ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ (: παρατηρείστε προσεκτικά τα πτηνά του ουρανού)» [Ματθ. 6, 26]. Για να μη λέγει λοιπόν κανείς ότι αποκομίζουμε ωφέλεια όταν μεριμνούμε, τους αποστομώνει και με το παράδειγμα του ανώτερου και με το παράδειγμα του κατώτερου. Το σπουδαιότερο βέβαια είναι η ψυχή και το σώμα, το κατώτερο δε τα πτηνά. Εάν λοιπόν τόσο πολύ ενδιαφέρεται, λέγει, για τα ελάχιστα, γιατί δε θα δώσει σε εσάς; Και προς αυτούς μεν έτσι μίλησε (επειδή ήταν όχλος αμόρφωτος), ενώ προς τον διάβολο δε μίλησε με αυτόν τον τρόπο. Αλλά πώς; «οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ (: ο άνθρωπος δε θα ζει μόνο με άρτο, αλλά και με κάθε λόγο που προέρχεται από το στόμα του Θεού)» [Ματθ. 4, 4]. Εδώ όμως αναφέρει τα πτηνά και μάλιστα με έντονο συμβουλευτικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο έχει μεγάλη δύναμη για να είναι αποτελεσματική η παραίνεση.

[…] Ας μην νομίζουμε λοιπόν ότι είναι ανεφάρμοστα τα προστάγματα του Θεού· διότι είναι πολλοί αυτοί που τα επιτυγχάνουν και τώρα και ζουν ευσεβή και μετρημένη ζωή. Γνωρίζω πολύ καλά βέβαια ότι το φορτίο της ακτημοσύνης προς το παρόν υπερβάλλει τις δυνάμεις σας, όσο κι αν αυτό είναι το τέλειο για κάθε Χριστιανό. Αρκεί όμως για σας προς το παρόν να μάθετε τουλάχιστον να μην είστε πλεονέκτες και ότι είναι μέγιστη αρετή η ελεημοσύνη, και επιπλέον να γνωρίζετε ότι πρέπει να δίδετε με προθυμία στους φτωχούς από αυτά που έχετε. Ας απορρίψουμε, επίσης, την περιττή πολυτέλεια και να κρατήσουμε το μέτρο στη ζωή και τη συμπεριφορά μας και να μάθουμε να αποκτούμε με δικαίους κόπους όλα γενικώς εκείνα τα οποία μας είναι απαραίτητα.

Εάν όμως δεν το πράττουμε ούτε αυτό, ποιας συγχωρήσεως θα μπορούσαμε να ήμασταν άξιοι εμείς, οι οποίοι λαμβάνουμε εντολή να είμαστε άγγελοι και τέκνα πιστά του Θεού, κι εμείς να μη φροντίζουμε να είμαστε έστω άνθρωποι; Διότι το να αρπάζει κανείς και να είναι αχόρταγος δεν είναι δείγμα της ημερότητας των ανθρώπων, αλλά της αγριότητας των θηρίων· μάλιστα δε είναι χειρότεροι και από εκείνα αυτοί που επιτίθενται εναντίον ξένων πραγμάτων. Διότι στα θηρία μεν υπάρχει αυτή η ιδιότητα εκ φύσεως, εμείς όμως οι άνθρωποι, οι οποίοι τιμηθήκαμε με τη λογική και καταπίπτουμε σε αυτήν την παρά φύση άπρεπη ενέργεια να αρπάζουμε με πλεονεξία ακόμα και όσα ανήκουν στους άλλους, ποια συγχώρηση θα απολαύσουμε;

Αφού λοιπόν κατανοήσουμε το ύψος της φιλοσοφίας που βρίσκεται μπροστά μας, τουλάχιστον ας φθάσουμε στη μέση, για να αποφύγουμε τη μέλλουσα τιμωρία και βαδίζοντας αυτήν την οδό να μπορέσουμε να φθάσουμε στην κορυφή των αγαθών, τα οποία μακάρι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:
• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Κ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 9, σελίδες 713-727.

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΑ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 9-21, 25-27.

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 183- 190 (ή: 88- 92 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 191- 200 (ή: 92-95 και 96- 97 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view

• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

• Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr