ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!

 
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- Αληθώς Ανέστη!

Η πλάνη πάντα αυτοκαταστρέφεται και, παρόλο που δεν το θέλει, στηρίζει σε όλα την αλήθεια. Πρόσεξε: Έπρεπε ν’ αποδειχθεί ότι ο Χριστός πέθανε και τάφηκε και αναστήθηκε. Ε, λοιπόν όλα αυτά τα κατοχυρώνουν οι ίδιοι οι εχθροί! Εφ’ όσον έφραξαν με τον βράχο και σφράγισαν και φρούρησαν τον τάφο, δεν ήταν δυνατό να γίνει καμιά κλοπή. Αφού όμως δεν έγινε κλοπή και εν τούτοις ο τάφος βρέθηκε άδειος, εί­ναι ολοφάνερο και αναντίρρητο ότι αναστήθηκε. Είδες πως και μη θέλοντας στηρίζουν την αλήθεια;

Αλλά και πότε θα τον έκλεβαν οι μαθηταί; Το Σάββατο; Μα αφού δεν επιτρεπόταν από τον νόμο να κυκλο­φορήσουν. Κι αν υποθέσουμε ότι θα παραβίαζαν τον νόμο του Θεού, πώς θα τολμούσαν αυτοί οι τόσο δειλοί να βγουν έξω απ’ το σπίτι; Και με ποιο θάρρος θα ριψο­κινδύνευαν για ένα νεκρό; Προσμένοντας ποιάν ανταπόδοση; Ποιάν αμοιβή;
Και στ’ αλήθεια, πού στηρίζονταν; Στη δεινότητα του λόγου τους; Αλλά ήταν απ’ όλους αμαθέστεροι. Στα πολλά τους πλούτη; Αλλά δεν είχαν ούτε ραβδί ούτε υποδήματα. Μήπως στην ένδοξη καταγωγή τους; Αλλά ήταν οι ασημότεροι του κόσμου. Μήπως στο πλήθος τους; Αλλά δεν ξεπερνούσαν τους ένδεκα, που κι αυτοί σκόρπισαν.
Αν ο κορυφαίος τους φοβήθηκε τον λόγο μιας γυ­ναίκας θυρωρού κι όλοι οι άλλοι, όταν είδαν τον Διδά­σκαλό τους δεμένο, σκόρπισαν και διαλύθηκαν, πώς θα τους περνούσε καν απ’ τον νου να τρέξουν στα πέρατα της οικουμένης και να φυτέψουν πλαστό κήρυγμα ανα­στάσεως; Αφού φοβήθηκαν τη γυναικεία απειλή και τη θέα μόνο των δεσμών, πώς θα μπορούσαν να τα βάλουν με βασιλείς και άρχοντες και λαούς, όπου ξίφη και τηγά­νια και καμίνια και μύριοι θάνατοι κάθε μέρα, αν δεν είχαν απολαύσει και οικειοποιηθεί τη δύ­ναμη και την έλξη του Αναστάντος;
Αλλά γι’ αυτά πρέπει να επανέλθουμε. Ας ξαναρω­τήσουμε όμως τώρα τους Εβραίους; Πώς έκλεψαν το σώμα του Χριστού οι μαθηταί, ώ ανόητοι; Επειδή η αλή­θεια είναι λαμπρή και ολοφάνερη, το ιουδαϊκό ψέμα δεν μπορεί ούτε σαν σκιά να σταθεί. Πώς θα το έκλεβαν, πες μου; Μήπως δεν ήταν σφραγισμένος ο τάφος; Δεν τον έζωναν τόσοι φρουροί και στρατιώτες και Ιουδαίοι, που είχαν την υποψία και αγρυπνούσαν και πρόσεχαν;
Μα και για ποιο λόγο θα το έκλεβαν; Για να πλάσουν το δόγμα της Αναστάσεως; Και πώς τους ήρθε να πλά­σουν κάτι τέτοιο αυτοί οι δειλοί; Και πώς κύλησαν τον ασφαλισμένο βράχο; Πώς ξέφυγαν από τόσους άγρυ­πνους κι άγριους φρουρούς;
Πρόσεξε όμως πως με όσα κάνουν οι Εβραίοι πιά­νονται πάντα στα ίδια τους τα δίχτυα. Να, αν δεν πήγαι­ναν στον Πιλάτο κι αν δεν ζητούσαν την κουστωδία, πιο εύκολα θα μπορούσαν να λένε τέτοια ψεύδη οι αδιάν­τροποι. Μα τώρα όχι. (Υπήρχε η κουστωδία. Κανείς δεν μπορούσε να γλυτώσει απ’ την άγρυπνη προσοχή της κι απ’ τα ξίφη της). Κι έπειτα γιατί να μην κλέψουν το σώμα νωρίτερα; Ασφαλώς αν είχαν σκοπό να κάνουν κάτι τέ­τοιο, θα το έκαναν όταν δεν εφρουρείτο ο τάφος, τότε που ήταν και ακίνδυνο και σίγουρο, δηλ. την πρώτη νύ­χτα· γιατί το Σάββατο πήγαν οι Εβραίοι στον Πιλάτο και ζήτησαν την κουστωδία και φρούρησαν τον τάφο, ενώ την πρώτη νύχτα δεν ήταν κανένας εκεί.
Και τι γυρεύουν στο έδαφος τα σουδάρια τα ποτισμέ­να με τη σμύρνα, που βρήκαν, τυλιγμένα μάλιστα, ο Πέ­τρος και οι άλλοι απόστολοι; Είχε πάει πρώτη η Μαγδα­ληνή Μαρία. Κι όταν γύρισε και ανήγγειλε τα θαυμαστά συμβάντα στους αποστόλους, εκείνοι χωρίς καθυστέρη­ση τρέχουν αμέσως στο μνημείο και βλέπουν κάτω τα οθόνια. Αυτό ήταν σημείο Αναστάσεως. Γιατί αν ήθελαν κάποιοι να τον κλέψουν, δεν θα τον έκλεβαν βέβαια γυ­μνό. Αυτό θα ήταν όχι μόνο ατιμωτικό αλλά και ανόητο. Δεν θα κοίταζαν να ξεκολλήσουν τα σουδάρια, να τα τυ­λίξουν με επιμέλεια και να τα βάλουν τακτοποιημένα σ’ ένα μέρος. Αλλά τι θα έκαναν; Θ’ άρπαζαν όπως-όπως το σώμα και θάφευγαν γρήγορα.
Γι’ αυτό άλλωστε προηγουμένως ο Ευαγγελιστής Ιω­άννης είπε ότι τον έθαψαν με πολλή σμύρνα που κολλά­ει τα οθόνια πάνω στο σώμα, όπως το μολύβι τα μέταλλα, και δεν ήταν καθόλου εύκολο να ξεκολλήσουν ώστε όταν ακούσεις ότι τα σουδάρια βρέθηκαν μόνα τους, να μην ανεχθείς εκείνους που λένε ότι εκλάπη. Θα πρέπει να ήταν βέβαια πολύ ηλίθιος ο κλέφτης, ώστε να σπατα­λήσει για ένα περιττό πράγμα τόση προσπάθεια. Για ποιο σκοπό θ’ άφηνε τα σουδάρια; Και πώς ήταν δυνατό να ξεφύγει την ώρα που θα έκανε αυτή τη δουλειά; Γιατί ασφαλώς θα δαπανούσε πολύ χρόνο και ήταν φυσικό καθυστερώντας να συλληφθεί επ’ αυτοφώρω.
Αλλά και τα οθόνια γιατί κοίτονται χωριστά και χωρι­στά το σουδάριο, τυλιγμένο μάλιστα; Για να βεβαιωθείς ότι δεν ήταν έργο βιαστικών ούτε ανήσυχων κλεφτών το να τοποθετήσουν χωριστά εκείνα και χωριστά τούτο τυ­λιγμένο. Κι από εδώ λοιπόν αποδεικνύεται απίθανη η κλοπή. Άλλωστε και οι ίδιοι οι Εβραίοι τα σκέφθηκαν όλα αυτά και γι’ αυτό έδωσαν χρήματα στους φρουρούς λέγοντας: «Πείτε σεις πως τον έκλεψαν, κι εμείς θα τα κανονίσουμε με τον ηγεμόνα».
Υποστηρίζοντας ότι οι μαθηταί τον έκλεψαν επικυ­ρώνουν και μ’ αυτό πάλι την Ανάσταση, γιατί έτσι ομολογούν πάντως ότι το σώμα δεν ήταν εκεί. Όταν όμως αυ­τοί οι ίδιοι βεβαιώνουν ότι το σώμα δεν ήταν εκεί, ενώ από την άλλη μεριά η κλοπή αποδεικνύεται ψευδής και απίθανη από τη σχολαστική φρούρηση και τις σφραγί­δες του τάφου και τα οθόνια και το σουδάριο και τη δει­λία των μαθητών, αναμφισβήτητα προβάλλει και από τα δικά τους τα λόγια η απόδειξη της Αναστάσεως.
Ρωτάνε όμως πολλοί: Γιατί μόλις αναστήθηκε να μη φανερωθεί αμέσως στους Ιουδαίους; Αυτός ο λόγος είναι περιττός. Αν υπήρχε ελπίδα να τους ελκύσει στην πίστη, δεν θ’ αμελούσε να φανερωθεί σε όλους. Αλλά ότι δεν υπήρχε τέτοια ελπίδα το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου: Αν και ήταν ήδη τέσσερις μέρες νεκρός και είχε αρχίσει να μυρίζει και να σαπίζει, τον ανέστησε μπροστά στα μάτια όλων. Παρά ταύτα, όχι μόνο δεν ελκύσθηκαν στην πίστη, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον του Χριστού, ώστε ήθελαν να σκοτώσουν κι Αυτόν και τον Λάζαρο.
Αφού λοιπόν άλλον ανέστησε και όχι μόνο δεν πί­στεψαν, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον του, αν ο ίδιος μετά την Ανάστασή του τους φανερωνόταν, δεν θα εξαγριώνονταν πολύ περισσότερο τυφλωμένοι από το μίσος και την απιστία τους;
Αλλά για ν’ αφοπλίσει τον άπιστο από κάθε αμφιβο­λία, όχι μόνο σαράντα ολόκληρες ήμερες εμφανιζόταν στους μαθητάς του και έτρωγε μάλιστα μαζί τους, αλλά παρουσιάσθηκε και σε πάνω από πεντακόσιους αδελ­φούς, δηλ. σε πλήθος ολόκληρο. Στο Θωμά μάλιστα που δυσπιστούσε, έδειξε τα σημάδια απ’ τα καρφιά και το τραύμα απ’ τη λόγχη.
Και γιατί, λένε, να μην κάνει μετά την Ανάστασή του μεγάλα κι εντυπωσιακά θαύματα, αλλά μόνο έφαγε και ήπιε; Γιατί αυτή καθ’ εαυτήν η Ανάσταση ήταν το μέγιστο θαύμα, και η πιο ισχυρή απόδειξη της Αναστάσεως ήταν ότι έφαγε και ήπιε.
Μα, για σκέψου, αν οι απόστολοι δεν έβλεπαν τον Χριστό Αναστάντα, πώς τους ήρθε να φαντασθούν ότι θα κυριέψουν την οικουμένη; Μήπως τρελλάθηκαν ώστε να νομίζουν ότι θα κατώρθωναν κάτι τέτοιο;
Αν όμως ήταν στα λογικά τους, όπως έδειξαν και τα πράγματα, πώς, χωρίς αξιόπιστα εχέγγυα από τους ουρανούς και χωρίς θεία δύναμη, πώς, πες μου, θ’ αποφάσιζαν να βγουν σε τόσους πολέμους, να τα βάλουν με στεριές και θάλασσες και, δώδεκα όλοι κι όλοι, ν’ αγωνι­σθούν με τόση γενναιότητα για να μεταβάλουν όλης της οικουμένης τα έθνη, που ήταν επί τόσα χρόνια νεκρά απ’ την αμαρτία;
Και αν ακόμη ήταν ένδοξοι και πλούσιοι και δυνατοί και μορφωμένοι, ούτε τότε θα ήταν λογικό να ξεσηκω­θούν για τόσο μεγαλεπήβολα σχέδια. Αλλά επί τέλους θα είχε κάποιο λόγο η προσδοκία τους. Αυτοί όμως εί­χαν περάσει τη ζωή τους άλλοι στις λίμνες, άλλοι κατα­σκευάζοντας σκηνές κι άλλοι στα τελωνεία. Απ’ αυτά τα επαγγέλματα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε πιο άχρηστο και για τη φιλοσοφία και για να πείσεις κάποιον να σκέ­πτεται ανώτερα, όταν μάλιστα δεν έχεις να του επιδεί­ξεις ανάλογο προηγούμενο. Πόσο μάλλον που οι από­στολοι, όχι μόνο δεν είχαν ανάλογα παραδείγματα απ’ το παρελθόν, ότι θα επικρατήσουν, αλλά αντίθετα είχαν παραδείγματα, και μάλιστα πρόσφατα, ότι δεν θα επι­κρατήσουν.
Είχαν επιχειρήσει πολλοί να εισαγάγουν καινούργιες διδασκαλίες, αλλά απέτυχαν. Κι όχι με δώδεκα ανθρώ­πους, μα με πολύ πλήθος. Ο Θευδάς κι ο Ιούδας1 π.χ. έχοντας ολόκληρες μάζες ανθρώπων χάθηκαν μαζί με τους οπαδούς των.
Ο φόβος εκείνος θα ήταν αρκετός να τους διδάξει. Αλλά ας υποθέσουμε ότι περίμεναν να κυριαρχήσουν. Με ποιες ελπίδες θα έμπαιναν σε τέτοιους κινδύνους, αν δεν απέβλεπαν στα μέλλοντα αγαθά; Τι κέρδος προσδοκούσαν με το να οδηγήσουν όλους στον μη αναστάντα, καθώς ισχυρίζονται οι εχθροί; Αν τώρα άνθρω­ποι που πίστεψαν στη βασιλεία των ουρανών και στα αμέτρητα αγαθά δύσκολα δέχονται να κινδυνέψουν, πώς εκείνοι θα υπέμεναν τα πάνδεινα ματαίως ή μάλλον για κακό τους; Γιατί αν δεν έγινε η Ανάσταση, που έγινε, κι ο Χριστός δεν ανέβηκε στον ουρανό, τότε προσπα­θώντας να τα πλάσουν όλα αυτά και να πείσουν τους άλ­λους, έμελλαν οπωσδήποτε να προκαλέσουν την οργή του Θεού και να περιμένουν μύριους κεραυνούς απ’ τον ουρανό.
Άλλωστε κι αν ακόμη είχαν μεγάλη προθυμία όταν ζούσε ο Χριστός, θα έσβηνε μόλις πέθανε. Αν δεν τον έβλεπαν Αναστημένο, τί θα ήταν ικανό να τους βγάλει σ’ εκείνο τον πόλεμο; Αν δεν είχε αναστηθεί, όχι μόνο δεν θα ριψοκινδύνευαν γι’ αυτόν, μα θα τον θεω­ρούσαν απατεώνα: Τους είχε πει «μετά τρεις ημέρες θ’ αναστηθώ» και τους υποσχέθηκε τη βασιλεία των ουρα­νών. Τους είπε ότι αφού λάβουν το Άγιο Πνεύμα θα κυ­ριαρχήσουν στην οικουμένη κι ακόμη τόσα άλλα υπερ­φυσικά και ουράνια. Αν τίποτε απ’ αυτά δεν γινόταν, όσο κι αν τον πίστευαν ζωντανό, πεθαμένο δεν θα τον υπά­κουαν φυσικά, αν δεν τον έβλεπαν Αναστάντα.
Και με το δίκιο τους, γιατί θα έλεγαν: «Μετά τρεις ημέρες», μας είπε, «θ’ αναστηθώ», και δεν αναστήθηκε. Υποσχέθηκε να μας στείλει Πνεύμα Άγιο, και δεν το έστειλε. Πώς λοιπόν να τον πιστέψουμε για τα μέλλον­τα, αφού διαψεύδονται τα παρόντα;
Αλλά για πες μου, σε παρακαλώ, για ποιο λόγο, χωρίς ν’ αναστηθεί, κήρυτταν ότι αναστήθηκε; Γιατί, λέει, τον αγαπούσαν. Μα το λογικό θα ήταν να τον μι­σούν τώρα, επειδή τους εξαπάτησε και τους πρόδωσε. Ενώ τους ξεμυάλισε με χίλιες δυο ελπίδες και τους χώρισε απ’ τα σπίτια τους κι απ’ τους γονείς τους κι απ’ όλα και ξεσήκωσε κι ολόκληρο το ιουδαϊκό έθνος εναν­τίον τους, ύστερα τους πρόδωσε. Κι αν μεν ήταν από αδυναμία, θα τον συγχωρούσαν. Τώρα όμως ήταν σωστό κακούργημα: Έπρεπε να τους είχε πει την αλήθεια και όχι να τους υποσχεθεί τον ουρανό, αφού ήταν θνητός.
Ώστε λοιπόν ήταν φυσικό να κάνουν το εντελώς αν­τίθετο: Να κηρύττουν την απάτη και να τον λένε απατεώ­να και μάγο. Έτσι θα γλύτωναν κι από τους κινδύνους κι από τους πολέμους των αντιπάλων. Όλοι ξέρουν ότι οι Ιουδαίοι αναγκάστηκαν να δωροδοκήσουν τους στρα­τιώτες, για να πουν ότι έκλεψαν το σώμα· αν λοιπόν πήγαιναν οι ίδιοι οι μαθηταί κι έλεγαν, «εμείς το κλέψα­με, δεν αναστήθηκε», πόσες τιμές δεν θ’ απολάμβαναν; Ώστε ήταν στο χέρι τους και να τιμηθούν και να στεφα­νωθούν! Ε, λοιπόν δεν αναρωτιέσαι γιατί ν’ ανταλλάξουν όλα αυτά με τις ατιμίες και τους κινδύνους, αν δεν ήταν μια θεία δύναμη που τους βεβαίωνε, δυνατώτερη απ’ όλα αυτά τα γήινα αγαθά;
Κι αν με όλα αυτά δεν σε πείσαμε, σκέψου και τούτο: Έστω ότι δεν είχε γίνει η Ανάσταση. Κι αν ακόμη οι από­στολοι ήταν αποφασισμένοι να διδάξουν τον κόσμο, επ’ ουδενί λόγω θα κήρυτταν στο όνομά του. Γιατί είναι γνωστό, πως όλοι μας δεν θέλουμε ούτε τα ονόματα ν’ ακούσουμε, όσων μας εξαπάτησαν. Άλλωστε γιατί θα διατυμπάνιζαν το όνομά του; Ελπίζοντας να επικρατή­σουν μ’ αυτό; Μα θα έπρεπε να περιμένουν το αντίθετο, γιατί κι αν έμελλαν να κυριαρχήσουν θα χάνονταν φέρνοντας στη μέση το όνομα ενός απατεώνα.
Ας θυμηθούμε εξ άλλου ότι η αγάπη των μαθητών προς τον Διδάσκαλο, ενώ ζούσε ακόμη, μαραινόταν σιγά-σιγά απ’ τον φόβο του επικειμένου μαρτυρίου. Όταν τους προανήγγειλε τα δεινά που θ’ ακολουθούσαν και τον σταυρό, πάγωσαν απ’ τον φόβο τους κι έσβησαν τε­λείως. Ένας μάλιστα δεν ήθελε ούτε καν να τον ακο­λουθήσει στην Ιουδαία, επειδή άκουσε για κινδύνους και για θανάτους. Αν μαζί με τον Χριστό φοβόταν τον θάνατο, χωρίς αυτόν και τους άλλους μαθητάς, μόνος δηλ., πώς θ’ αποτολμούσε;2
Επί πλέον: Πίστευαν ότι θα πεθάνει μεν, αλλά θ’ αναστηθεί κι όμως υπέφεραν τόσο. Αν δεν τον έβλε­παν Αναστημένο, πως δεν θα εξαφανίζονταν και δεν θα ζητούσαν ν’ ανοίξει η γη να τους καταπιεί απ’ την απελπισία τους για την απάτη κι απ’ τη φρίκη για τα επερχόμενα; Θ’ αντιμετώπιζαν τώρα την κατακραυγή για την αδιαντροπιά τους. Τι θα είχαν να πουν; Το πάθος το ήξερε όλος ο κόσμος: Τον κρέμασαν σε ψηλό ικρίωμα, ήταν μέρα μεσημέρι, μέσα στην πρωτεύουσα και στην πιο μεγάλη γιορτή που κανένας δεν ήταν δυνατό ν’ απουσιάζει.
Την Ανάσταση όμως δεν την είδε κανείς απ’ τους άλ­λους. Κι αυτό δεν ήταν μικρό εμπόδιο για να τους πεί­σουν. Πώς λοιπόν θα μπορούσαν να βεβαιώσουν στεριά και θάλασσα για την Ανάσταση; Και γιατί, πες μου, αφού σώνει και καλά ήθελαν να το κάνουν αυτό, δεν εγκατέλειπαν την Ιουδαία αμέσως, να πάνε στις ξένες χώρες; Αλλά δεν θαυμάζεις ότι έπεισαν πολλούς και μέσα στην Ιουδαία;
Είχαν την τόλμη να παρουσιάσουν τα τεκμήρια της Αναστάσεως στους ίδιους τους φονείς, σ’ εκείνους που τον σταύρωσαν και τον έθαψαν, στην ίδια την πόλη όπου αποτολμήθηκε το φοβερό κακούργημα. Ώστε και όλοι οι έξω ν’ αποστομωθούν. Γιατί όταν οι «σταυρώσαντες» γίνονται «πιστεύσαντες», τότε και η παρανομία της σταυρώσεως βεβαιώνεται και λάμπει η απόδειξη της Αναστάσεως.
Για να ελκύονται όμως τα πλήθη σημαίνει πως οι μαθηταί έκαναν θαύματα. Αν όμως δεν αναστήθηκε και μένει νεκρός, πώς οι απόστολοι θαυματουργούσαν στο όνομα του; Πως πάλι, αν δεν έκαναν θαύματα, έπειθαν; Και αν μεν έκαναν -και βεβαίως έκαναν- είχαν Θεού δύ­ναμη. Αν όμως δεν έκαναν και εν τούτοις κυριαρχούσαν παντού, θα ήταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστο, θα ήταν το μέγιστο θαύμα, αν χωρίς θαύματα διέσχιζαν και κυ­ρίευαν την οικουμένη δώδεκα φτωχοί και αγράμματοι άνθρωποι.
Ασφαλώς ούτε με τα πλούτη ούτε με τη σοφία τους επεκράτησαν οι ψαράδες. Ώστε και χωρίς να θέλουν κηρύττουν ότι μέσα τους ενεργούσε η θεία δύναμη της Αναστάσεως. Γιατί είναι τελείως αδύνατο ανθρώπινη δύναμη να κατορθώσει ποτέ τέτοια εκπληκτικά πράγμα­τα.
Προσέξτε με πολύ εδώ, γιατί αυτά είναι αναμφισβή­τητες αποδείξεις της Αναστάσεως. Γι’ αυτό και θα επα­ναλάβω: Αν δεν αναστήθηκε, πώς έγιναν αργότερα στο όνομά του μεγαλύτερα θαύματα; Κανείς βέβαια δεν κάνει μετά τον θάνατό του μεγαλύτερα θαύματα απ’ όσα όταν ζούσε. Ενώ εδώ μετά τον θάνατο του Χριστού γί­νονται θαύματα μεγαλύτερα και κατά τον τρόπο και κατά τη φύση: Κατά τη φύση ήταν μεγαλύτερα, γιατί ποτέ η σκιά του Χριστού δεν θαυματούργησε. Ενώ οι σκιές των αποστόλων έκαναν πολλά θαύματα. Κατά τον τρόπο πάλι ήταν μεγαλύτερα, επειδή τότε μεν ο ίδιος ο Κύριος πρό­σταζε και θαυματουργούσε. Μετά τη Σταύρωση όμως και την Ανάστασή του οι δούλοι του επικαλούμενοι απλώς το σεβάσμιο και άγιο όνομά του μεγαλύτερα και εκπληκτικώτερα επιτελούσαν. Έτσι δοξαζόταν κι ακτι­νοβολούσε πιο πολύ η δύναμή του.
Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες όρισαν να διαβάζονται αμέ­σως μετά τον σταυρό και την Ανάστασή του, οι «Πρά­ξεις» που περιγράφουν τα θαύματα των αποστόλων και κατ’ εξοχήν επικυρώνουν την Ανάσταση, για να έχουμε σαφή και αναμφισβήτητη της Αναστάσεως την απόδει­ξη: Δεν τον είδες Αναστάντα με τα μάτια του σώματος; Αλλά τον βλέπεις με τα μάτια της πίστεως. Δεν τον εί­δες με τα «όμματα» τούτα; Θα τον δεις με τα θαύματα εκείνα. Των θαυμάτων η επίδειξη σε χειραγωγεί στης Αναστάσεως την απόδειξη.
Θέλεις όμως να δεις και τώρα θαύματα; Θα σου δεί­ξω. Και μάλιστα πιο μεγάλα απ’ τα προηγούμενα: Όχι ένα νεκρό ν’ ανασταίνεται, όχι ένα τυφλό να ξαναβλέπει, αλλά τη γη ολόκληρη να εγκαταλείπει το σκοτάδι της πλάνης.
Μεγίστη απόδειξη της Αναστάσεως είναι ότι ο Εσφαγμένος Χριστός έδειξε μετά τον θάνατο τόση δύ­ναμη, ώστε έπεισε τους ζωντανούς να περιφρονήσουν και πατρίδα και σπίτι και φίλους και συγγενείς και την ίδια τη ζωή τους για χάρη του και να προτιμήσουν μαστι­γώσεις και κίνδυνους και θάνατο. Αυτά δεν είναι κατορ­θώματα νεκρού κλεισμένου στον τάφο, αλλά αναστημέ­νου και ζωντανού.
Πρόσεξε παρακαλώ· Οι απόστολοι, όταν μεν ζούσε ο Διδάσκαλος από τον φόβο τους τον πρόδωσαν κι εξα­φανίσθηκαν όλοι. Ο Πέτρος μάλιστα τον αρνήθηκε με όρκο τρεις φορές. Όταν όμως πέθανε ο Χριστός, αυτός που τον αρνήθηκε τρεις φορές και πανικοβλήθηκε μπροστά σε μιαν υπηρετριούλα, τόσο απότομα άλλαξε, ώστε ν’ αψηφήσει ολόκληρο λαό και μέσ’ στη μέση του Ιουδαϊκού όχλου να διακηρύξει ότι ο σταυρωθείς και ταφείς αναστήθηκε εκ νεκρών την τρίτη ήμερα και ότι ανέβηκε στα ουράνια. Και τα κήρυξε όλα αυτά χωρίς να υπολογίσει τη φοβερή μανία των εχθρών και τις συνέ­πειες.
Πού βρήκε αυτό το θάρρος; Πού αλλού παρά στην Ανάσταση. Τον είδε και συνομίλησε μαζί του και άκουσε για τα μέλλοντα αγαθά, κι έτσι έλαβε δύναμη να πεθάνει γι’ Αυτόν και να σταυρωθεί με την κεφαλή προς τα κάτω.
Το εξόχως σπουδαίο είναι ότι όχι μόνο ο Πέτρος και ο Παύλος και οι λοιποί απόστολοι, αλλά και ο Ιγνάτιος, που ούτε καν τον είδε ούτε απόλαυσε τη συντροφιά του, έδειξε τόση προθυμία για χάρη του, ώστε γι’ Αυτόν πρό­σφερε θυσία τη ζωή του.
Και μόνο ο Ιγνάτιος και οι απόστολοι; Και γυναίκες καταφρονούν τον θάνατο, που, πριν αναστηθεί ο Χρι­στός, ήταν φοβερός και φρικώδης ακόμη και σε άνδρες και μάλιστα αγίους.
Ποιος τους έπεισε όλους αυτούς να περιφρονήσουν την παρούσα ζωή; Φυσικά δεν είναι κατόρθωμα ανθρώ­πινης δυνάμεως να πεισθούν τόσες μυριάδες, όχι μόνο ανδρών, αλλά και γυναικών και παρθένων και μικρών παιδιών, να πεισθούν να θυσιάσουν την παρούσα ζωή, να τα βάλουν με θηρία, να περιγελάσουν τη φωτιά, να κατα­πατήσουν κάθε είδος τιμωρίας και να σπεύσουν προς τη μέλλουσα ζωή!
Και ποιος, παρακαλώ, τα κατόρθωσε όλ’ αυτά; Ο νε­κρός; Αλλά τόσοι νεκροί υπήρξαν και κανένας δεν έκα­νε τέτοια πράγματα. Μήπως ήταν μάγος και αγύρτης; Πλήθος μάγοι και αγύρτες και πλάνοι πέρασαν, αλλά ξε­χάστηκαν όλοι, χωρίς ν’ αφήσουν το παραμικρό ίχνος· μαζί με τη ζωή τους έσβησαν κι οι μαγγανείες τους. Η φήμη όμως κι η δόξα κι οι πιστοί του Χριστού κάθε μέρα αυξάνουν κι απλώνονται σ’ όλη την οικουμένη.

Οι άπιστοι φρίττουν κι οι πιστοί διακηρύττουν:

Χριστός ανέστη! Αληθώς Ανέστη!

«Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των  αιώνων.  Αμήν».

1) Τις σχετικές πληροφορίες αντλούμε από τον περίφημο Ιουδαίο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ που ανέφερε τα εξής στο Μ. Συνέδριο του Ισ­ραήλ: «Τον τελευταίο καιρό εμφανίσθηκε ο Θευδάς που ισχυριζόταν ότι είναι κάποιος μεγάλος και του προσκολλήθηκαν περίπου τετρακό­σιοι άνδρες. Αλλά φονεύθηκε εκείνος και όλοι οι οπαδοί του διαλύθη­καν και εξαφανίσθηκαν. Μετά από αυτόν παρουσιάσθηκε ο Ιούδας ο Γαλιλαίος… και παρέσυρε αρκετό λαό πίσω του. Χάθηκε κι εκείνος, και όσοι τον πίστευαν διασκορπίσθηκαν» (Πράξ. 5, 36-37).

2) Εννοεί τον Απ. Θωμά, πρβλ. Ιωάν. 11, 16.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ!


 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- Ο Νικητής τού θανάτου

Σήμερα λοιπόν ο Κύριός μας περιοδεύει στον Άδη. Σήμερα συνέτριψε τις χάλκινες πύλες και τους σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε την ακριβολογία. Δεν είπε, άνοιξε τις πύλες, αλλά «συνέτριψε τις χάλκινες πύλες», για να αχρηστεύσει το δεσμωτήριο.Δεν αφαίρεσε τους μοχλούς, αλλά τους συνέτριψε, για να αχρηστεύσει τη φυλακή. Όπου βέβαια δεν υπάρχει ούτε μοχλός ούτε θύρα, και αν κάποιος εισέλθει, δεν εμποδίζεται να εξέλθει. Όταν λοιπόν συντρίψει ο Χριστός, ποιος θα μπορέσει να διορθώσει; Οι βασιλείς όταν πρόκειται να αφήσουν ελεύθερους τους φυλακισμένους, δεν κάνουν αυτό που έκανε ο Χριστός, αλλά δίνουν διαταγές και αφήνουν στη θέση τους και τις πόρτες και τους φύλακες, δείχνοντας μ’ αυτό πώς θα χρειαστεί να μπουν πάλι εκεί μέσα ή εκείνοι που αποφυλακίστηκαν ή κάποιοι άλλοι στη θέση τους.

Αλλά ο Χριστός δεν ενεργεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Θέλοντας να δείξει ότι καταργήθηκε ο θάνατος, συνέτριψε τις χάλκινες πύλες του. Και τις ονόμασε χάλκινες όχι επειδή ήταν από χαλκό, αλλά για να δηλώσει τη σκληρότητα και την αδιαλλαξία του θανάτου. Και για να μάθεις ότι ο χαλκός και ο σίδηρος εκφράζουν την ακαμψία και τη σκληρότητα, άκουσε τι λέει σε κάποιον αδιάντροπο: «Τα νεύρα σου είναι από σίδηρο και ο τράχηλος και το μέτωπό σου από χαλκό». Και εκφράστηκε έτσι όχι διότι είχε σιδερένια νεύρα ή χάλκινο μέτωπο, αλλά επειδή έδειχνε πως είναι αυστηρός, αδιάντροπος και σκληρός.

Θέλεις να μάθεις πόσο αυστηρός και άκαμπτος και ασυγκίνητος είναι ο θάνατος; Κανένας δεν τον κατάφερε ποτέ ν’ αφήσει ελεύθερο κάποιον από τους αιχμαλώτους του, έως ότου ήρθε και τον ανάγκασε ο Κύριος των αγγέλων. Πρώτα λοιπόν συνέλαβε και φυλάκισε εκείνον (το θάνατο) και ύστερα του πήρε ό,τι του ανήκε. Γι’ αυτό προσθέτει: «Θησαυροί που βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι κρυμμένοι και δεν φαίνονται». Αν και αναφέρεται σε ένα πράγμα, η σημασία του είναι διπλή. Υπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οι οποίοι μπορεί πολλές φορές να φωτιστούν, αν τοποθετήσουμε μέσα τους λυχνία και φως. Οι χώροι όμως του Άδη ήταν πολύ σκοτεινοί και θλιβεροί και ποτέ δεν μπήκαν μέσα του ακτίνες φωτός, γι’ αυτό και τους χαρακτήρισε σκοτεινούς και αόρατους. Επειδή ήταν στην πραγματικότητα σκοτεινοί μέχρι τη στιγμή που κατέβηκε σ’ αυτούς ο Ήλιος της δικαιοσύνης και τους κατελάμπρυνε με το φως του και έκανε τον Άδη ουρανό. Γιατί όπου βρίσκεται ο Χριστός, ο τόπος μεταβάλλεται σε ουρανό.

Εύλογα ονομάζει τον Άδη σκοτεινό θησαυροφυλάκιο, γιατί εκεί υπήρχε σωρευμένος πολύς πλούτος. Πραγματικά, όλο το ανθρώπινο γένος που αποτελούσε πλούτο του Θεού ληστεύτηκε από τον διάβολο που εξαπάτησε τον πρωτόπλαστο και τον υποδούλωσε στο θάνατο. Το ότι το ανθρώπινο γένος αποτελούσε πλούτο του Θεού, το αποδεικνύει και ο Παύλος με όσα λέει: «Ο Κύριος είναι πλούσιος σε όλους και ιδιαίτερα σ’ εκείνον που τον επικαλείται». Όπως, λοιπόν, ένας βασιλιάς, όταν συλλάβει κάποιον ληστή, που λήστευε τις πόλεις, που άρπαζε από παντού, που κρυβόταν μέσα σε σπηλιές και αποθήκευε εκεί τα κλεμμένα πλούτη, αφού φυλακίσει τον ληστή, εκείνον μεν τον παραδίνει σε τιμωρία, τους δε θησαυρούς του μεταφέρει στα βασιλικά ταμεία, έτσι έκανε και ο Χριστός, με το θάνατό Του φυλάκισε τον ληστή και τον δεσμοφύλακα, δηλαδή τον διάβολο και το θάνατο, και μετέφερε όλα τα πλούτη, εννοώ το ανθρώπινο γένος, στα βασιλικά ταμεία.

Αυτό δηλώνει και ο Παύλος λέγοντας: «Ο Κύριος μάς λύτρωσε απ’ την υποδούλωσή μας στο σκοτάδι και μάς μετέφερε στο βασίλειο της αγάπης του». Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ασχολήθηκε με το γεγονός αυτό ο Ίδιος ο βασιλιάς, τη στιγμή που κανένας άλλος βασιλιάς δεν κατδέχτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά δίνει εντολή στους υπηρέτες του να ελευθερώσουν τους φυλακισμένους. Εδώ όμως δεν συνέβη έτσι, αλλά ήρθε ο Ίδιος ο βασιλιάς στους φυλακισμένους και δε ντράπηκε ούτε τη φυλακή ούτε τους φυλακισμένους. Γιατί ήταν αδύνατο να ντραπεί το πλάσμα Του.

Και συνέτριψε τις πύλες και διέλυσε τους μοχλούς και κυριάρχησε στον Άδη και εξαφάνισε όλη τη φρουρά και, αφού συνέλαβε δέσμιο τον δεσμοφύλακα (τον θάνατο), επανήλθε σ’ εμάς. Ο τύραννος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, ο ισχυρός δεμένος. Ο ίδιος ο θάνατος πέταξε τα όπλα του και έτρεξε άοπλος και δήλωσε υποταγή στο βασιλιά.

Είδες τι αξιοθαύμαστη νίκη; Είδες τα κατορθώματα του σταυρού; Να σου πω και κάτι άλλο πιο αξιοθαύμαστο; Αν μάθεις με ποιον τρόπο νίκησε ο Χριστός, ο θαυμασμός σου θα γίνει μεγαλύτερος. Με τα όπλα δηλαδή που νίκησε ο διάβολος, με τα ίδια τον υπέταξε ο Χριστός. Αφού του άρπαξε (ο Χριστός) τα όπλα του, με εκείνα τον κατετρόπωσε. Και άκουσε πώς; Παρθένος, ξύλο και θάνατος ήταν τα σύμβολα της ήττας μας. Παρθένος ήταν η Εύα, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνδρα της. ξύλο ήταν το δέντρο και θάνατος η τιμωρία του Αδάμ. Αλλά να, και πάλι Παρθένος και ξύλο και θάνατος, αυτά τα σύμβολα της ήττας έγιναν σύμβολα της νίκης. Γιατί αντί της Εύας έχουμε τη Μαρία, αντί του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, το ξύλο του σταυρού, και αντί του θανάτου ως τιμωρία του Αδάμ, το θάνατο του Χριστού. Βλέπεις ότι ο διάβολος νικήθηκε με τα όπλα που νίκησε άλλοτε; Τον Αδάμ πολέμησε ο διάβολος και τον νίκησε κοντά στο δέντρο, τον διάβολο νίκησε ο Χριστός πάνω στο σταυρό.

Το ξύλο την πρώτη φορά έστελνε απ’ τον Άδη στη ζωή ακόμη κι όσους είχαν πάει εκεί. Το ξύλο επίσης την πρώτη φορά έκρυψε τον αιχμάλωτο που ήταν γυμνός, τη δεύτερη έδειχνε σ’ όλους γυμνό το νικητή (το Χριστό) που ήταν κρεμασμένος ψηλά. Και ακόμη, ο πρώτος θάνατος (του Αδάμ) καταδίκασε κι όλους εκείνους που γεννήθηκαν μετά από αυτόν, ενώ ο δεύτερος (του Χριστού) ανάστησε κι εκείνους ακόμη που έζησαν πριν από Εκείνον. «Ποιος μπορεί να περιγράψει με λόγια τη δύναμη του Κυρίου; Από νεκροί που ήμασταν, γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα κατορθώματα του σταυρού.

Έμαθες για τη νίκη; Έμαθες με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε; Δες τώρα πώς επιτεύχθηκες χωρίς κόπο. Δεν βάψαμε τα όπλα μας στο αίμα, δεν παραταχθήκαμε σε θέση μάχης, δεν τραυματιστήκαμε, ούτε είδαμε κανέναν πόλεμο, κι όμως νικήσαμε. Αγωνίστηκε ο Κύριος και μεις στεφανωθήκαμε. Επειδή λοιπόν είναι και δική μας η νίκη, ας ψάλλουμε όλοι σήμερα σαν στρατιώτες ύμνο επινίκιο: «Κατανικήθηκε ο θάνατος και κατατροπώθηκε. Πού είναι θάνατε η νίκη σου; Πού είναι Άδη το κεντρί σου;».

(Πηγή: enoriaka.gr)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!


Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ: ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟ- ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΣΩΜΟΝ ΤΑΦΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!

 
Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Μ. Σάββατο: Εις την Θεόσωμον Ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Τίτλος της ομιλίας αυτής του Μεγάλου Φωτίου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, είναι: «ομιλία ρηθείσα εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τω αγίω Σαββάτω». Σώζονται πάρα πολλές προγενέστερες του Φωτίου ομιλίες, που εκφωνήθηκαν στις εκκλησίες το Μέγα Σάββατο, όπως του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Σεβήρου Αντιοχείας, του Γρηγορίου Αντιοχείας, του αγίου Γερμανού Α’ Κωνσταντινουπόλεως, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και άλλων, στους οποίους προστίθεται και ο ιερός Φώτιος με την ομιλία του αυτή, η οποία εκφωνήθηκε κατά πάσα πιθανότητα κατά τη δευτέρα πατριαρχεία του, και ίσως την 7η Απριλίου του 882, ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου, στην οποία αναφέρεται στα αμοιβαία καθήκοντα των αρχόντων και αρχομένων, των ποιμένων και ποιμενομένων, χωρίς να κάνει κανένα λόγο για τα πράγματα εκείνου του καιρού. Στην αρχή απαριθμεί με συντομία τα προγεγενημένα θαύματα του Κυρίου, και προβάλλει το έργο της θεόσομης ταφής, με την οποία ο Δεσπότης αφάνισε με τα αγωνίσματά του την εξουσία του θανάτου επάνω σε όλους, και κλείνοντας αυτήν, μας καλεί να προσφέρομε σ’ αυτόν που έγινε για χάρη μας άνθρωπος και τάφηκε για μας και μας απάλλαξε από την τυραννίδα του άδη, τα επινίκια δώρα όπως αυτά περιγράφονται στην η’ παράγραφο…

Ε. Μερετάκη.

ΟΜΙΛΙΑ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗ ΘΕΟΣΩΜΟ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ
ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟ ΑΓΙΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

1 Από καθένα βέβαια από τα έργα και τις πράξεις του Χριστού και Σωτήρα μας εμφανίζεται το μέγεθος της φιλανθρωπίας και εκδιπλώνονται οι δωρεές της σωτηρίας, και επιστάζοντας η γλυκύτητα της ευφροσύνης στις ψυχές των ανθρώπων, ξεπλένει τον προγονικό και πικρό μολυσμό της αμαρτίας, η μνήμη όμως και η υπόθεση του πάθους και της ταφής, πράγμα βέβαια φρικτό και απερίγραπτο, πέρας όμως όντας της οικονομίας, μας προσορμίζει προς αυτόν, θα έλεγε κανείς, τον λιμένα της ανάπλασης, και σαλπίζοντας βροντερά την πρόνοια του πλάστη για μας, κάνει τη διάθεση όχι απλή ούτε μονότροπη, αλλά ταυτόχρονα μας καταπλήσσει, και ανακτώντας μας μας δίνει θάρρος και μας λυπεί και μας ευχαριστεί, τα λυπηρά με το πάθος και το θάνατο, ενώ τα χαρωπά με τη φθορά των παθών και τη νέκρωση του θανάτου, τα οποία πρωτοφανή έργα επιτελεί για τη δική μου πάνω από το λόγο ανάσταση. Γιατί είναι ευχάριστο να βλέπεις στο γάμο το νερό να στίβεται ως κρασί από τα αγγεία σαν από τα τσαμιά για τους φίλους. Ευχάριστο επίσης και τα αγριεμένα κύματα της θάλασσας που τυλίγουν στους αφρούς τους το ναυάγιο, να γαληνεύουν μ’ ένα πρόσταγμα μόνο και να ηρεμούν και, το πιο παράδοξο, να μεταφέρουν τους ταξιδιώτες πάνω στις κυρτωμένες πλάτες τους, όπως και το πλήθος που χορταίνει στην έρημο με επτά άρτους, και πάλι με πέντε άρτους πολλές χιλιάδες και με τ’ απομεινάρια της ευωχίας να παρέχεται τροφή σε πολλούς. Ακόμα είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς και τον τυφλό να βρίσκει το φως του, και τις καταστροφικές ροές των αιμάτων να στερεύουν, και τα λέπια της λέπρας να αφαιρούνται από τους λεπρούς και να καθαρίζονται από το πύο με το λόγο μόνο και τη θέληση, και τον χωλό να πηδά, τα δαιμόνια να φυγαδεύονται και ο άνθρωπος να ελευθερώνεται από τα δαιμόνια που τον ενοχλούσαν. Είναι ευχάριστο και ο Λάζαρος που ανακαλείται από τον τάφο και ανασταίνεται έχοντας μείνει τέσσερις ημέρες νεκρός, και ο ύμνος που καταρτίζεται από παιδιά που κρατούν κλαδιά για τον Βασιλιά της δόξας.

Αλλά δεν είναι τόσο ευχάριστο, όσο πάθος που αναβλύζει απάθεια και θάνατος που ανθίζει την ωραιότητα της αθανασίας. Δεν είναι τόσο ευχάριστο, όσο ο Άδης που σκυλεύεται και ο θάνατος που νεκρώνεται, οι τάφοι που αδειάζουν, και η εξουσία εναντίον όλων την οποία παίρνει ο Κύριος με τα αγωνίσματά του. Γιατί το να κρεμασθεί σωματικά στο σταυρό αυτός που συγκρατεί και έχει κτίσει τα πάντα και να ταφεί στις λαγόνες της γης, να κατεβεί στον Άδη και να συμπεριληφθεί στον αριθμό των νεκρών, είναι βέβαια φρικτό και να το ακούσει κανείς μόνο, είναι φοβερό και να το νοήσουν οι άγγελοι, όπως και αβάσταχτο για όλη την κτίση να συμβαίνει, έστω και αν είναι άψυχη. Αλλ’ όσο καμμιά υπερβολή θάμβους και φρίκης δεν άφησε περιθώριο να δημιουργηθεί από κανενός το λογισμό, τόσο σε ανέκφραστο μέγεθος διευρύνεται για μένα η φιλανθρωπία και η πρόνοιά του. Και κρημνίζεται βέβαια το καταπέτασμα του ναού και ο ηνίοχος της ημέρας ήλιος βυθίζεται σε πολύ σκοτάδι, και η γη κατασείεται τρομαγμένη, και αλλάζουν την όψη τους σύμφωνα με τη σκυθρωπότητα του πάθους. Αλλά και οι τάφοι που εγκυμονούν τους νεκρούς καταλαμβάνονται από τους οδυνηρούς πόνους του τοκετού, και τα βασίλεια του Άδη αδειάζουν και καταργούνται λαφυραγωγημένα από τη δύναμη εκείνου που έπαθε, και το ανθρώπινο γένος, αυτό που ήταν σκοπός του Κυρίου και για το οποίο υπέμεινε και τα πάθη και το θάνατο, απαλλάσσεται από εκείνη την οδυνηρή και παλαιά τυραννία.

2 Ποιος θα μιλήσει για τα θαυμαστά έργα του Κυρίου και θα κάνει ν’ ακουσθούν οι έπαινοι που του αρμόζουν;»1 Ο λόγος σκιρτά από την προθυμία και θέλει γενναία να ξεδιπλώσει το μυστήριο και η σκέψη συστέλλεται και καταβυθίζεται στις μυχές του νου, εμποδίζοντας την ορμή να εκφρασθεί. Τα αυτιά άνοιξαν τις πύλες τους και η φωνή πατώντας, σαν σε χυμένο αίμα, πάνω στις εκπλήξεις των λογισμών, φέρνει σε απορία και αυτούς που πήραν το θάρρος να μιλήσουν και αυτούς που επέλεξαν να είναι ακροατές. «Ποιος θα μιλήσει για τα θαυμαστά έργα του Κυρίου και θα κάνει ν’ ακουσθούν οι έπαινοι που του αρμόζουν;». Τα καρφιά διαπερνούν τις δεσποτικές παλάμες και τους ρόζους της κακίας που φύτρωσαν στα μέλη μας, από τους οποίους καταρήμαξε και παραμορφώθηκε το ανθρώπινο γένος, τους αποσπούν από τη ρίζα. Το αγκάθινο στεφάνι σφίγγει γύρω από το κεφάλι του, και αφαιρείται από τον αυχένα μας της παλαιάς κατάρας το πολύκυκλο και πολυώδυνο χειρόγραφο. Η πλευρά του ανοίγεται με τη λόγχη, και η πηγή της σωτηρίας μας που είχε αποφραχθεί διευρύνεται για πάντα, αφού ανάβλυσε το τραύμα και μετά το θάνατο αίμα και νερό, καθάρσιο του παγκόσμιου παραπτώματος.

«Ποιος θα μιλήσει για τα θαυμαστά έργα του Κυρίου και θα κάνει ν’ ακουσθούν όλοι οι έπαινοί του;». Ο επονείδιστος θάνατος απάλλαξε τον κόσμο από τη ντροπή, και αυτός που γέννησε τις δροσοσταλίδες και μετρά τις σταγόνες της θάλασσας, αποδεχόμενος στο πρόσωπό του τα εμπτύσματα των Ιουδαίων, στέγνωσε τον κατακλυσμό της αμαρτίας. «Ποιος θα μιλήσει για τα θαυμαστά έργα του Κυρίου και θα κάνει ν’ ακουσθούν οι έπαινοί του;». Ο Δεσπότης καλύπτεται μέσα στον τάφο, αλλά δεν περικλείεται μαζί και η δεσποτική πρόνοια για το σύμπαν, ούτε των υβριστών του το πλημμέλημα προκαλεί την καταστροφή του παντός, αλλά και στον τάφο μένει ο πλάστης, και το σύμπαν το ηνιοχεί με ευταξία. Γιατί βέβαια δεν υπέμεινε θέλοντας ο πλάστης σταυρό και θάνατο και ραπίσματα και εμπτύσματα και κάθε κακοποίηση για να προκαλέσει το γενικό όλεθρο, αλλά για ν’ απαλλάξει τους ανθρώπους από αυτόν. Σκεπάζεται μέσα στον τάφο ο Δεσπότης, και όχλος αχάριστων δούλων αφού ασφάλισαν τον τάφο κάθεται γύρω του. Γιατί θαμπώθηκαν κοιτάζοντας τον πλάστη, έστω κι αν είναι νεκρός. Θαμπώθηκαν βέβαια, παραμένουν όμως αμετάβλητοι στην αγνωμοσύνη τους. Γιατί είναι φοβερό πράγμα η πώρωση του νου, ώστε να μην μπορεί να κάνει την επιλογή του πιο πρόχειρου και ευκολώτατου από τα βαρύτερα και άδηλα. Θαμπώθηκαν, αλλά δεν δοξολογούν, και τον φρουρούν βέβαια σαν βασιλιά, αλλά οι δυστυχείς τον βλασφημούν σαν κακούργο. Τον ασφάλισαν σαν θησαυρό, και βλέποντας τον πλούτο της σωτηρίας να τον αντλούν άλλοι από εκεί με τη δύναμη της πίστης, οι ίδιοι πιεζόμενοι από έσχατη πενία οδηγούν από απιστία άθλια τη ζωή τους στον όλεθρο. Γνωρίζουν την ανάσταση, αλλά την κρύβουν. Γιατί από φιλαργυρία πρόδωσαν την αλήθεια, και τα όσα είδαν με τα μάτια τους τα αντάλλαξαν με το ψεύδος.

3 Γιατί παρασύρεις τον εαυτό σου, Ιουδαίε, με τις απάτες σου; Γιατί κατασοφίζεσαι τη σωτηρία σου; Γιατί οπλίζεις τα χέρια σου εναντίον του εαυτού σου και δεν αφήνεις ούτε σταγόνα φιλανθρωπίας που θα επαρκούσε για την πράξη σου; Δεν βλέπεις τη γη και τις πέτρες που τρέμουν για το τόλμημά σου; Η κτίση πενθώντας για την παρανομία σου σκυθρωπάζει, εσύ όμως έχεις την αδιαντροπιά να είσαι πιο αναίσθητος και από τα άψυχα και χαίρεσαι χορεύοντας για την απώλειά σου. Την εορτή που είχες την έπαρση να εορτάσεις και να την κάνεις ημέρα χαράς, εννοώ την τόλμη κατά του Δεσπότου και το φόνο του, δεν τη βρήκες αιτία παντοτινής σκυθρωπότητας; Εκείνα που έτρεφες τις ελπίδες σου ότι θα πλατύνουν τα κράσπεδα των ρούχων σου και θα πληθύνουν τα θαύματα και το ‘ραββί ‘ θα αντηχήσει μέχρι τα πέρατα της γης και θα παχύνεις και θα λιπανθείς, δεν τα βρήκες αντίθετα από αυτά που είχες ελπίσει; Πού είναι τώρα εκείνος ο περιβόητος και μέγας ναός, δεν γκρεμίσθηκε από τα θεμέλια, και είναι μύθος και δάκρυα για τους πιο ευαίσθητους; Και η περιβόητη εκείνη μητρόπολη του έθνους δεν βρίσκεται πάνω πεσμένη, υπόθεση τώρα τραγικών διηγήσεων, και το πάθος βέβαια δεν αναφέρεται στα δεινά της Ιλιάδας, αλλά αποδεικνύει τις τρωϊκές συμφορές μέρος και όχι μεγάλο της πανωλεθρίας της; Πού οι δημόσιες και εξιλαστήριες θυσίες σου; Πώς σου διέφυγε η προφητική και θεία έμπνευση; Πού είναι η δόξα των αρχόντων και των ηγετών σου εις βάρος τότε των αλλοφύλων και τώρα κατεστραμμένη και ρήμαγμα τέλειας αναρχίας;

Φρύαξες με το λόγο; Ο λόγος σου όμως δεν άλλαξε το χρώμα σε αίμα, αλλά εισχωρώντας στο ίδιο το βάθος του παθήματος καταμαύρισε και καθόλου πια δεν ανεβάζει τη χαρούμενη όψη. Ύβρισες αυτόν που προφητεύθηκε; Αλλ’ έχασες τους δήλους, αφού κατάντησαν σε αφωνία ασήμαντων γραμμών τα γράμματα των χρησμών. Ξεσηκώθηκες εναντίον του αρχιερέα; Αλλά εκδιώχθηκες από το χάρισμα της ιερωσύνης. Έσφαξες τον αμνό; Αλλά σε βέβηλο χώρο κατέληξε καταρειπωμένο και φθαρμένο το θυσιαστήριό σου. Θυσίασες το ιερό θύμα; Αλλά οι βωμοί σου έπεσαν. Θανάτωσες τον κληρονόμο; Αλλά σβήσθηκες από τη διαθήκη. Γύμνωσες τον νομοθέτη; Αλλά ξεντύθηκες από τα προφητικά χαρίσματα, αλλά ξέπεσες από την περηφάνεια του νόμου για την οποία καυχώσουν. Γιατί η ισχύς και η δύναμη των νόμων είναι η τιμή και ο σεβασμός του νομοθέτη. Μοιράσθηκες τα ιμάτιά σου; Αλλά απογυμνώθηκες από τα πολλά εκείνα και πέρα από το λόγο θαύματα, αλλά δεν έχεις μερίδιο ούτε κλήρο στη γη της επαγγελίας, αλλά σκορπίσθηκες σε όλα τα έθνη και τους βαρβάρους, και ούτε ευτυχείς ούτε πληθαίνεις, αλλά ελαττώνεσαι και ταλαιπωρείσαι και γίνεσαι αντικείμενο χλεύης. Ποιός δαίμονας σε μέθυσε μ’ αυτή τη μανία; Ποιός σε άναψε με τέτοιο φθόνο, ποιός σε γέμισε με τέτοιο μίσος; Πραγματικά αποδείχθηκες ότι δεν λακτίζεις μόνο σε καρφιά, ούτε χτυπάς το πρόσωπό σου στην πέτρα, ούτε σκαλίζεις τη φωτιά με το μαχαίρι, ούτε κατεβάζεις τη σελήνη επάνω σου, ένα μικρό μέρος της κτίσης και παιγνίδι του μύθου που το λέγει η παροιμία για τον σωφρονισμό των ανοήτων, αλλά αληθινά με όσα τόλμησες επισείεις ολόκληρη την οικουμένη στον άπαντα χρόνο εναντίον της κεφαλής σου και της κεφαλής των τέκνων σου και όλων των απογόνων σου.

4 Αλλά οι Ιουδαίοι βέβαια και άθελά τους σωπαίνουν και έχουν φιμωθεί και στενάζουν και κατσουφιάζουν επιμένοντας στις σκιές και τους τύπους και στις κενές ελπίδες, εγώ όμως θέλησα να κάνω μια μικρή αναδρομή και σχολιάζοντας τα ευαγγελικά λόγια από αυτά να συμπληρώσω τις ελλείψεις της ημέρας αυτής. Τι λένε λοιπόν εκείνα τα θεία λόγια; Γιατί τίποτε από αυτά δεν είναι δυνατό να ακούσομε˙ «Όταν βράδυασε», λέγει, «πήγε κάποιος πλούσιος από την Αριμαθαία, ονομαζόμενος Ιωσήφ, και αφού προσήλθε στον Πιλάτο, ζήτησε το σώμα του Ιησού». Ήταν πραγματικά πλούσιος ο Ιωσήφ, επειδή ζητούσε το θησαυρό της ζωής˙ ήταν πλούσιος, γιατί ενδιαφερόταν για τον ασύλητο πλούτο της κτίσης. Ήταν πλούσιος και σοφός που με απλά και ήπια λόγια εμπορευόταν τον πολύτιμο και υπέρλαμπρο μαργαρίτη και έκρυβε από αυτούς ποιος ήταν αυτός. Όχι δηλαδή μεγαλοφρονώντας και λέγοντας υψηλούς λόγους, ζητούσε γι’ αυτό το λόγο το σώμα, αλλά υποχωρώντας στη φιλανθρωπία και τη συμπάθεια, ζητούσε να ταφεί ο νεκρός. Και προσέρχεται βέβαια στον Πιλάτο, απορρίπτοντας κάθε δισταγμό και φόβο, και σαν να είναι κοινωνός της σκέψης του τον συμβουλεύει να κατεβεί το σώμα του νεκρού. Γιατί ήδη με τη δύση του ηλίου τελείωνε και η Παρασκευή και μαζί άρχιζε την επομένη ο νόμος του Σαββάτου. Και φαινόταν πιστευτός και ίσως υποδείκνυε τον νόμο, εξαιτίας του οποίου δεν έπρεπε να μένουν μετέωρα πια τα σώματα των κρεμασμένων. Ενώ δηλαδή οι Ιουδαίοι έπρατταν παράνομα τα άλλα και καταπατούσαν τα πάτρια χωρίς καθόλου ντροπή, ούτε τίποτε δεν ήταν αντίθετο σ’ αυτό που ήθελαν και ήταν ευκολότερο να τα εκτελέσουν, εκεί εκδηλωνόταν με κάθε προθυμία η ευλάβειά τους για το νόμο.

Και λέγει λοιπόν ο Ιωσήφ˙ Δώσε μου,  αν θέλεις, την άδεια να ενταφιάσω τον νεκρό του Ιησού, τον οποίο όλοι οι γνωστοί του τον εγκατέλειψαν και έφυγαν. Δώσε μου την άδεια να θάψω τον νεκρό, για του οποίου βέβαια το πάθος έτρεξαν πολλοί θεατές, αλλά τώρα δεν έμεινε κανένας ούτε από τους φίλους του να τον ενταφιάσει. Δώσε μου την άδεια να θάψω ένα νεκρό ξένο και παρατημένο. Είναι απών για σένα ο φόβος της βασιλείας˙ πέθανε ο κατηγορούμενος ότι ήθελε ν’ αρπάξει την εξουσία, ο οποίος μέχρι και αυτή την απόφαση, από την αρχή της παράδοσης, αποδείχθηκε αθώος από κάθε αδίκημα. Αυτόν τον νεκρό σου ζητώ, τον οποίο η γλώσσα και η φωνή και τα χέρια των προφητοκτόνων τον οδήγησαν στη θανατική απόφαση, ενώ εσύ ήθελες να κάνεις πιο φιλάνθρωπη κρίση. Δώσε μου τον για να σου ομολογώ χάρη, με την οποία δεν ζημιώνεις κανένα. Γιατί ούτε ο Ιουδαϊκός όχλος θα λυπηθεί, αν μάθουν ότι τον εχθρό τους τον σκεπάζει η γη. Γιατί θυμώνουν βλέποντας και νεκρό ακόμα αυτόν που μισούν, από τη μια επειδή βλέπουν με το σταυρό να εξευτελίζει το απάνθρωπο έγκλημά τους, και από την άλλη να αποσπά την ευσπλαχνία των θεατών και να προκαλεί τον αποτροπιασμό για την ωμότητα των σταυρωτών σου. Ούτε θα σε απειλήσουν με τη φιλία του Καίσαρα, λέγοντας ότι δεν είσαι του Καίσαρα φίλος, αν παραδώσεις ένα νεκρό να ταφεί στη γη. Η εκπλήρωση του αιτήματός μου, αν θέλεις μόνο, δεν έχει δικαιολογία άρνησης από τον όχλο. Με αυτά τα λόγια ο σοφός και καλός Ιωσήφ, θέλγοντας την ψυχή του Πιλάτου, πετυχαίνει το σκοπό του, και παίρνει κατεβάζοντας το σώμα του Ιησού. Και πώς μπορούσε να μη γίνει έτσι, αφού προσερχόταν με πολύ πόθο και στοργή που πρέπει στον Θεό, στα οποία είχε βοηθό και εκπληρωτή του αιτήματός του τον ίδιο που ζητούσε να λάβει;

Αλλά τώρα ο Ιωσήφ ζητεί και παίρνει το σώμα. Γιατί δεν τον ζητούσε και όταν τον έσερναν στο σταυρό και δεν εμπόδιζε το φόνο; Τότε έπνεε θυμός πιο ισχυρός από την προαίρεση και τη δύναμή του και ο φθόνος των διψασμένων για αίμα ακύρωνε κάθε ελπίδα. Όταν όμως το ρεύμα της οργής απέρρευσε μαζί με τα αίματα του φόνου και εξέλιπε (γιατί ο θάνατος εκείνου που φθονούσαν ήταν εκτόνωση της οργής και της ζήλειας τους), τότε παίρνει θάρρος για να υποβάλει την αίτησή του, και εκδηλώνει την προθυμία που από πολύ πριν έκρυβε και υπέθαλπε, και πετυχαίνοντας το σκοπό του παίρνει εκείνο το σεπτό σώμα του Κυρίου. Κι αφού έπεσε και αγκάλιασε το ξαπλωμένο σώμα, από τη μια ξεσπά σε φωνές και θρήνους, και από την άλλη κυριεύεται από κάθε συναίσθημα. Τον κατείχαν όλα μαζί τα συναισθήματα˙ θάμβος, έκπληξη˙ ευφροσύνη, λύπη˙ χαρά, δάκρυα˙ μίσος, έλεος˙ φόβος, δειλία, θάρρος˙ φαιδρότητα και κατήφεια του προσώπου. Ποια περιγραφή με τα λόγια θα εικονίσει τη διάθεση αυτού την ώρα εκείνη; Χαιρόταν γιατί κρατούσε το ποθούμενο, θρηνούσε γιατί το έβλεπε νεκρό. Τον ελεούσε γιατί κειτόταν άταφος˙ ένοιωθε αποτροπιασμό για την ωμότητα των σταυρωτών του, θαύμαζε όμως τη μακροθυμία του σταυρωμένου. Ένοιωθε δέος αγγίζοντας το σώμα, άλλ’ έπαιρνε θάρρος καθώς ο πόθος του έδινε δύναμη. Γινόταν σκυθρωπός από το πάθος, αλλ’ ήταν χαρούμενος για την επιτυχία. Ήταν γεμάτος απορία για το γεγονός και οι λογισμοί του στρέφονταν προς κάθε κατεύθυνση. Να κλείσω άραγε εγώ με τα χέρια μου τα μάτια εκείνου που με τον πηλό και το λόγο του έκανε να φυτρώσουν μάτια στους τυφλούς, να κλείσω τα χείλη εκείνου που με το λόγο του άνοιγαν λαμπρά τα χείλη των μουγγών και έκαναν τη γλώσσα τους περίτρανο όργανο του λόγου; Να τυλίξω με το σάβανο αυτό το κεφάλι, εξαιτίας του οποίου, αφού, σαν από πάνδημο πένθος του ναού, σχίσθηκε το καταπέτασμά του, αποκάλυψε και εμφάνισε τα αθέατα του αδύτου και του αβάτου; Να διπλώσω εγώ αυτά τα χέρια ου ξεδίπλωσαν χέρια ξηραμένα από χρόνια και δεμένα και σφιγμένα με το νόμο; Να δέσω τα πόδια αυτού που βάδισαν πεζά πάνω στα υγρά κύματα της θάλασσας, και που με πρόσταγμά του χωλοί σηκώθηκαν στα πόδια τους και τους είδαν να τρέχουν; Πώς να ενταφιάσω αυτόν που κάλεσε τον νεκρό από τον Άδη, τον απάλλαξε από τα εντάφια και τον ανέστησε τετραήμερο από το μνήμα;

Αυτές τις σκέψεις ανακινούσε στο νου του και απορούσε πάρα πολύ˙ επειδή όμως ήταν καιρός να οικονομηθεί η ταφή επιδίδεται και αυτός στο έργο του και ραντίζοντας με σμύρνα και αλόη το δεσποτικό σώμα, πράγμα που είναι η τελευταία τιμή των Ιουδαίων προς τους νεκρούς, και τυλίγοντάς το με τα οθόνια που τυλίγουν τους νεκρούς, το αποθέτει στο νέο μνημείο. Και είχε κατασκευασθεί νέο μνημείο, βρίσκοντας με τον τρόπο που μπορούσε ο Ιωσήφ τιμητική εκδήλωση της συμπάθειάς του για τον ίδιο τον Κύριο (μ’ ένα τάφο δηλαδή καινούργιο και ατομικό, και όχι κοινό και μολυσμένο από πολλά σώματα, απονέμει στον ενταφιαζόμενο την τιμή που πρέπει στους νεκρούς), αλλά και για εξυπηρέτηση μιας άλλης διπλής αιτίας˙ η μία, για να μη διαδοθεί από τους πάντολμους και αδιάντροπους Ιουδαίους, ότι στο γενόμενο θαύμα της ανάστασης ήταν κάποιος άλλος από τους συνενταφιασμένους που είχε αναστηθεί από τους νεκρούς, και όχι αυτός που είχαν εκείνοι καταδικάσει με σταυρικό θάνατο, και να περικοπεί κάθε πρόφαση ψευδολογίας και θεομαχίας˙ η άλλη αιτία, για να μη νομίσουν κάποιοι ότι εκείνα μόνο τα σώματα αναστήθηκαν από τον τάφο που το δεσποτικό σώμα μοιραζόταν μαζί τους τον ίδιο χώρο και ήταν πλησίον του (πράγμα που και σε κάποιον από τους παλαιούς αγίους που ζούσε ακόμα είχε συμβεί), αλλά, όπως είχε αναλάβει ο Κύριος για χάρη όλων τη νίκη κατά του θανάτου, έτσι να γίνει λαμπρά γνωστό, ότι με το πάθος του είχε επιτύχει την ανάσταση των σωμάτων όσα σε όλη τη γη και τη θάλασσα είχαν πεταχτεί και είχαν σκορπισθεί στη φωτιά και στον αέρα. Γιατί με τα σώματα εκείνων που δεν είχε ταφεί μαζί (πολλοί βέβαια από τους αγίους που αναστήθηκαν σε άλλα και άλλα μέρη και κείτονταν σκόρπιοι, και όχι στο δεσποτικό μνήμα, εμφανίσθηκαν σε πολλούς), με αυτούς περίτρανα αποδεικνύεται, ότι το αγώνισμα του θανάτου και της ανάστασης το είχε διεξαγάγει ο Δεσπότης, όχι για κάποιους μόνο, ενώ για άλλους όχι, αλλά για όλους. Γι’ αυτά λοιπόν και τα παρόμοια ο Ιωσήφ λάξευε τον νέο δεσποτικό τάφο˙ και εκείνος βέβαια ίσως δεν τα είχε υπόψη όλ’ αυτά, αλλ’ απέβλεπε σε ένα μόνο, την τιμή, ενώ η θεία πρόγνωση τα είχε και όλα αυτά προετοιμάσει και πραγματοποιήσει μαζί.

5 Αλλά γεμάτος ευγένεια ο Ιωσήφ, αποθέτοντας στο καινό μνημείο τον καινό νεκρό και που κενώνει τους τάφους, εγκαινιάζει για εμάς τον καινούργιο χώρο της ανάστασης, και κλείνοντας το στόμα του τάφου με πέτρα μεγάλη, φεύγει καταλυπημένος και θρηνώντας, ενώ η φονική μανία των Ιουδαίων ερεθίζεται σε άλλη ενέργεια εναντίον του Σωτήρα και ανάβει για άλλη ύβρη. Γιατί στους άλλους ανθρώπους μπορεί να δει κανείς, όταν λάβουν την ικανοποίηση που θέλουν από αυτούς εναντίον των οποίων είχαν οργισθεί, ο θυμός τους καταπραΰνεται, όταν με την πραγματοποίηση της επιθυμίας παύσει η οργή τους, και πολλές φορές μεταβάλλονται και νοιώθουν ευσπλαχνία. Το έθνος όμως των Ιουδαίων, που έχει κυλισθεί στο αίμα των προφητών και των αγίων, δεν έχει χορτασμό στην οργή του, ακόμα και αν τους παραχωρηθεί η τελευταία πράξη της εκδίκησης, το μίασμα του φόνου. Γιατί μπορούμε και τώρα να δούμε την απέραντη μοχθηρία και ωμότητα αυτών˙ μετά τον μυκτηρισμό και τον χλευασμό, μετά τα ραπίσματα και τα εμπτύσματα, μετά τους κολαφισμούς και τα τρυπήματα των χεριών και τη διάτρηση των ποδιών με καρφιά, μετά τον σταυρό και τον θάνατο και τον εξαφανισμό, όπως νόμιζαν, του Σωτήρα από τους ανθρώπους, μετά από όλα αυτά, καταφεύγουν σε άλλη παράφρονη ενέργεια και αναρριπίζουν άλλο πόλεμο εναντίον του Κυρίου και δεν ησυχάζουν γι’ αυτόν που πέθανε γι’ αυτούς, αλλά τρέχουν στον Πιλάτο και φέρονται με μανία εναντίον του νεκρού και βάζουν φωνές άξιες της εχθρόθεης γνώμης και γλώσσα τους.

Ποιοι τα κάνουν αυτά; Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, οι κορυφαίοι της Ιουδαϊκής φιλανθρωπίας και σοφίας˙ γιατί λέγει το ευαγγέλιο; «Την επομένη ημέρα, που είναι η μετά την Παρασκευή, μαζεύτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στον Πιλάτο και είπαν˙ Θυμηθήκαμε, κύριε, ότι εκείνος ο πλάνος όταν ακόμα ζούσε είπε, μετά τρεις ημέρες θ’ αναστηθώ. Δώσε λοιπόν διαταγή ν’ ασφαλισθεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα, μήπως πάνε οι μαθητές του και τον κλέψουν και πουν στο λαό, αναστήθηκε από τους νεκρούς».2  Τι υπάρχει πιο μιαρό από αυτές τις φωνές; Τι πιο άθεο από αυτή τη γνώμη; Τι πιο μανιακή αδιαντροπιά; Πλάνο καλείς, Ιουδαίε, τον απλανή οδηγό της σωτηρίας, αυτόν που ήρθε για ν’ απαλλάξει εσένα τον υβριστή από την πλάνη σου και να σε αρπάξει από την καταδίκη της πλάνης; Γι’ αυτό είναι πλάνος, επειδή απέσπασε τους ανθρώπους από την ειδωλολατρία, επειδή τους άρπαξε από την τυραννία των δαιμόνων, και επειδή τον νομικό και βαρύ ζυγό τον μετέβαλε στον χρηστό και ελαφρύ ζυγό του Ευαγγελίου; Επειδή ήλεγχε με παρρησία την υποκρισία σου; Επειδή απειλούσε με το μαστίγιο εκείνους που τολμούσαν να μετατρέψουν τον οίκο του Πατέρα του σε οίκο εμπορίου, όχι βέβαια χτυπώντας τους, αλλά δείχνοντας ότι ήταν ένοχοι τιμωρίας όπως τα άλογα ζώα; Αφήνω τώρα τα σημεία και τα τέρατα και τις ανείπωτες και πάνω από το λόγο ευεργεσίες, τις οποίες έκανε σ’ εσάς, το γένος των αχαρίστων, ο πιο φιλάνθρωπος από όλους.

Αλλ’ ήταν πλάνος; Όμως πέθανε˙ γιατί ασχολείσαι μ’ αυτόν που δεν υπάρχει πια ούτε έχει τη δύναμη να παρασύρει άλλους στην πλάνη; Ήταν εκείνος πλάνος; Άφησε τους λόγους εκείνου να κείτονται πεσμένοι κάτω και παραμελημένοι˙ γιατί δεν θα μείνει τίποτε από όσα είπε. Τι πολυεξετάζεις τα όσα είπε και λέγεις ότι θυμάσαι, πως είπε ότι μετά τρεις ημέρες θα αναστηθεί; Αλλά φοβάσαι και τρέμεις μήπως οι λόγοι του πραγματοποιηθούν; Πώς δεν φοβάσαι να τον αποκαλείς πλάνο, και πώς, ενώ πρέπει να στενάζεις και να κλαις χύνοντας αιματηρά δάκρυα και με την μετάνοιά σου για όσα τόλμησες να κάνεις κάπως ανεκτή την καταδίκη σου, εσύ όμως σα να φιλοδοξείς να μην αφήσεις σε άλλους να σε ξεπεράσουν σε καμμιά ασέλγεια και αδιαντροπιά, βιάζεσαι με δεύτερα κακά να ξεπεράσεις τα πρώτα; Αλλ’ αληθινά, όταν κάποιος κυριευθεί από τον φθόνο και την επιθυμία του φόνου, δεν μπορεί να επαναφέρει τους λογισμούς έστω και λίγο από τη ξέφρενη λύσσα και παραφροσύνη, από τα οποία ξετρελαμένοι και αυτοί τώρα παραληρούν λέγοντας˙ «Θυμηθήκαμε ότι είπε, μετά τρεις ημέρες θ’ αναστηθώ, και πρόσταξε ν’ ασφαλιστεί ο τάφος, μήπως τον κλέψουν οι μαθητές του». Άρα έπρεπε τους μαθητές του να κατηγορείς για κλοπή, και όχι να κατηγορείς τον διδάσκαλο ως πλάνο. Τι δηλαδή; Εγώ είμαι πλάνος αν κάποιος άλλος ανασκάπτει τον τάφο και χαίρεται να κακοποιεί το σώμα μου ατιμάζοντάς με; Εναντίον εκείνων λοιπόν έπρεπε να ζητάμε στρατιώτες, και όχι να υβρίζετε αυτόν που φρουρείτε στον τάφο για δεύτερη φορά˙ εκείνους να εμποδίσετε από την ορμή τους, και όχι να συκοφαντείτε αυτόν που σε τίποτε δεν αδίκησε.

Εσύ όμως τι κάνεις; Αυτούς που θεωρείς ύποπτους κλοπής τους αφήνεις αφύλακτους, ενώ αυτόν που τον κατέχει η γη και η πέτρα, εναντίον εκείνου πάλι εκδηλώνεις τις φονικές διαθέσεις σου, στήνοντάς του ενέδρες και φρουρές. Έπειτα γιατί φοβάσαι την κλοπή; Για να μη τον κλέψουν, λέγει, οι μαθητές του, και πουν ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Μα πότε παρουσιάσθηκε κάποιος νεκρός άνθρωπος να πραγματοποιεί την ανάστασή του ο ίδιος, ώστε να είναι εύκολο, χωρίς να γίνει αυτό, να πλάθεται η κλοπή από τους μαθητές του; Ή πώς συμβιβάζεται, να εκτελούν την κλοπή, εγχείρημα τολμηρό, αλλά για να διαφημίσουν την ανάσταση, έργο απίθανο και όταν πραγματοποιηθεί, να τρέξουν στους ανθρώπους; Αυτό θα ήταν κάποιων που κατηγορούν οι ίδιοι τον εαυτό τους για την κλοπή, και όχι κάποιων που θέλουν ν’ αποφύγουν τη διαβολή˙ γιατί σ’ εκείνους που έκαναν απίθανη τη δικαιολογία τους, έκαναν βέβαια την κατηγορία. Γιατί όταν κάποιος εκτελεί μια παράνομη πράξη και ζητεί ν’ αποφύγει να γίνει αντιληπτός, κατασκευάζει εκ των προτέρων πιθανή και σύμφωνη με τις δυνάμεις του τη διαφυγή του, ενώ το να κλέψει ένα σώμα νεκρό και να διαδίδει ότι έχει αναστηθεί, αυτό είναι φανερό χλευασμός εχθρών, και όχι μαθητών, και που χαίρονται απέραντα με τον εξευτελισμό εκείνου που έχει κλαπεί.

Δεν είχες λοιπόν, (Ιουδαίε), φοβηθεί την κλοπή, ούτε το να αναπλάσουν την ανάστασή του αφού τον κλέψουν, αλλά τα λόγια του σταυρωμένου σε ανησυχούσαν και τάραζαν την ψυχή σου και σ’ έκαναν να βλέπεις σαν μπροστά στα μάτια σου την ανάσταση, και γι’ αυτό δεν απομάκρυνες το μυαλό σου από αυτήν, συγκροτώντας γι’ αυτήν δράμα όχι τραγικό ούτε κωμικό, αλλά αληθινά δράμα Ιουδαϊκό, δράμα φαρισαϊκό, και άξιο για την προφητοκτόνο σκηνή, και τοποθετούσες γύρω στον ενταφιασμένο νεκρό στρατιώτες και κλειδαριές και σφραγίδες και φύλακες, ώστε την κλοπή, της οποίας εσύ έγινες αρχιτέκτονας, να ξεγελάς τον εαυτό σου ότι τη μηχανορράφησες. Κλέβει κάποιος από εχθρούς ή φίλους σώμα νεκρό; Αλλά, αν είναι κάποιος από τους εχθρούς, μιλάς για δικό σου έργο και τόλμημα του χεριού σου. Γιατί λοιπόν τον κλέβεις; Ή για να πουν οι μαθητές, ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς; Αν πάλι είναι κάποιος από τους φίλους, πώς τον παίρνουν γυμνό; Γιατί δηλαδή έπρεπε να προσβάλει τον νεκρό γυμνώνοντας και εξευτελίζοντάς τον, αυτόν που έπρεπε, αν δεν του έκανε καμιά άλλη τιμή, τουλάχιστον να του κάνει τη θρησκευτική τελετή και να σεβαστεί τα κοινά νόμιμα των ανθρώπων και να μη ξεπαραχώνει γενικά ένα σώμα που μόλις είχε ταφεί στη γη; Και το κλέβει κάποιος, για να συμβεί τι; Για να πουν, λέγει, οι μαθητές του, ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Ήταν δηλαδή, όπως φαίνεται, πράγμα πολύ πιθανό η ανάσταση και εύκολο να πραχθεί, και σε πολλούς είχε συμβεί προηγουμένως, ώστε, κλέβοντάς τον, να καταφύγουν σ’ αυτήν την αιτία, που είναι εύκολα παραδεκτή και δεν αμφισβητείται. Πολύ ευκολώτερο θα ήταν, κλέβοντας το σώμα να πουν, αν είχαν σκοπό να δώσουν μια πλαστή αιτία, ότι το σώμα του το είχε καταπιεί η γη, παρά να καταφεύγουν σε μια ανάσταση που δεν είχε γίνει. Όχι λοιπόν, δεν φοβόσουν αυτό το πράγμα, για να μην πουν κλέβοντάς τον, ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς, αλλά έτρεμες τις φωνές των προφητών, τις οποίες θέλοντας και μεθυσμένος για φόνο απέφευγες για κακό σου, που προανήγγειλαν οι ολοφάνερα και το δικό σου βδελυρό φόνο, και διακήρυτταν την ανάσταση του Κυρίου. Αυτά φοβόσουν. Είδες ότι για το πάθος του Κυρίου σκυθρώπασε όλη η φύση και η γη έτρεμε. Σε φόβισαν αυτά και σε τρόμαξαν, έστω και να παρουσιαζόσουν ότι ήσουν σκληρός και ασυγκίνητος. Αυτά εισερχόμενα και εγκαθιστάμενα στη μνήμη όταν έβρισκε ησυχία σε έκαναν και χωρίς να θέλεις να υποβλέπεις την ανάσταση. Γι’ αυτό προλαμβάνεις και εκδηλώνεις από πριν την κακουργία σου και διαλαλείς εκ των προτέρων την κλοπή, ώστε, όταν γίνει η ανάσταση, να έχεις καταφυγή άθλια την κλοπή που είχες προαναγγείλει.

Τον έκλεψαν; Γιατί λοιπόν δεν έπιασες επ’ αυτοφόρω τους τυμβωρύχους και δεν τους οδήγησες στον Πιλάτο; Γιατί είχες φρουρά του τάφου ένα λόχο στρατιωτών˙ εξάλλου και την κλοπή που επρόκειτο να γίνει, και την οποία εσύ την προέλεγες, δεν την αγνοούσες. Ποιοι λοιπόν ήταν οι μαθητές που τον σύλησαν, και πού μετέφεραν αυτό που έκλεψαν; Και γιατί εκείνοι που τον έκλεψαν θέλησαν να ξελύσουν τα οθόνια και ν’ αφαιρέσουν το σουδάριο (μαντήλι) του κεφαλιού, που μάλιστα ήταν σφιχτά τυλιγμένα με σμύρνα και αλόη, πράγμα που ακόμα και σε ερημιά και σε ησυχία και όταν δεν υπάρχει υποψία για κανένα κακό ούτε και φόβος από φύλακες στρατιώτες, επειδή τα εντάφια ήταν κολλημένα και τυλιγμένα με το μίγμα της σμύρνας και της αλόης, δεν θα το έκανε κανείς εύκολα, ούτε θα τα ξεκολλούσε από το σώμα; Ωστόσο τον έκλεψαν. Άραγε κατέφυγες στην αναζήτηση των κλεφτών; Άραγε τιμώρησες τους φύλακες για την αμέλειά τους; Δεν κάνεις όμως τίποτε από αυτά. πολύ απέχεις από αυτά. Ούτε υπήρξε κάποιος που άνοιξε τον τάφο και αφαίρεσε το σώμα, αλλά εσύ ήσουν, αν υπήρχε κάποιος, ο κλέφτης, εσύ ο συκοφάντης, εσύ έπαιρνες μήνυτρα από τους πιο ηλίθιους ή τους ασεβέστατους την απιστία προς την ανάσταση. Εσύ ήσουν ο δικαστής που δεν ανησυχούσε, εσύ ο πολυπράγμων και φλύαρος που ούτε φωνή έβγαζες.

Γι’ αυτό σωπαίνεις τώρα και δεν σ’ ενδιαφέρει καθόλου για τους νόμους που υπήρχαν για την κλοπή, ούτε για την άλλη εξέταση. Αλλ’ έκανες αυτό που ήθελες˙ αφού με κάθε μηχανή και χρήματα διέδωσες την κλοπή της αληθινής ανάστασης, αρκέσθηκες στις ψευδολογίες, πετυχαίνοντας σαν κάποιο δώρο του Θεού τη φιλαργυρία των στρατιωτών και χρεωστώντας χάρη αν κάποιος δεν εξήταζε, πώς έγινε η κλοπή και από ποιους. Μολονότι βέβαια έπρεπε να εξετάσεις μαζί μ’ αυτό και εκείνο, ότι κανένας από τους συνετούς δεν θα πιστέψει ούτε ότι τον έκλεψαν οι μαθητές, ούτε ότι διέδωσαν την ανάστασή του. Γιατί θα διαφημίσουν, κατά τη γνώμη σου, την ανάσταση που δεν έγινε˙ πώς όμως θα παρουσιάσουν τον αναστημένο; Απόδειξη όμως ακαταμάχητη της διάδοσης είναι το ότι ο διαφημιζόμενος δεν φάνηκε πουθενά. Κι αν δεν τον παρουσιάσουν, πώς δεν θα δώσουν την εντύπωση ότι είναι τρελοί και περίγελως όλων και ότι έκαναν τον διδάσκαλό τους αντικείμενο χλεύης; Γιατί για όσα διελέγχεται κανείς ότι δεν έγιναν, αλλά τα έχει πλάσει, αυτός στερεί ανόητα αυτόν για τον οποίο τα πράττει αυτά και από την αληθινή πίστη του κόσμου και από έργα που έχουν γίνει από αυτόν. Γιατί αν, μολονότι και πολλοί πολλές φορές μετά την ανάσταση από τους νεκρούς του Σωτήρα τον είδαν, και εμφανίσθηκαν πολλά σώματα αγίων, και άγγελοι κάθισαν επάνω στο μνημείο και έγιναν τόσα θαυμαστά πράγματα, εσείς αγωνισθήκατε να διαδοθεί όσο γίνεται περισσότερο το ψεύδος από την αλήθεια3 (γιατί λέγει, «η φήμη αυτή διαδόθηκε ανάμεσα στους Ιουδαίους μέχρι σήμερα»),4 αν δεν είχε γίνει λαμπρή και περιφανής και με όλα τα έργα η ανάσταση του Χριστού και Σωτήρα μας, επιβεβαιούμενη από το κένωμα των τάφων, από τους τόσους νεκρούς που έγιναν από μόνοι τους μάρτυρες της ανάστασής τους, από τους αγγέλους και από τον ίδιο τον Κύριο που φανερώθηκε σε διάφορους καιρούς και τόπους σε διάφορα πρόσωπα, αν με όλα αυτά δεν επιβεβαιωνόταν η ανάσταση και δεν ενισχυόταν, πώς θα τολμούσε κάποιος από τους μαθητές να ισχυρισθεί ότι ο διδάσκαλος αναστήθηκε;

Αλλά και ο ίδιος, έστω κι αν άλλοι το ισχυρίζονταν, δεν θα κρυβόταν από ντροπή, από φόβο για την παραδοξότητα του λόγου; Η αψευδέστατη όμως κατανόηση εκείνων που είδαν και το ολοφάνερο και αναμφισβήτητο της ανάστασης, αυτά γέμισαν τους μαθητές με θάρρος και δύναμη να γίνουν διδάσκαλοι και κήρυκες εκείνων που γνώριζαν με ακρίβεια. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να πλάσει κάποιος, έστω κι αν ήταν γυμνασμένος στο πλάσιμο μύθων, ή να κατηγορήσει οπλίζοντας την γλώσσα του να ψευσθεί αδιάντροπα, παρά το αμετάπειστο για όσα είδαν και γνώρισαν με ακρίβεια; Γιατί αυτοί, όταν τον είχαν συλλάβει και στήθηκε ο σταυρός, εγκαταλείποντας τον διδάσκαλο και απορρίπτοντας τα πάντα από τον απροσδόκητο φόβο, όσα σημεία είδαν και όσα τον άκουσαν να διδάσκει και όσα θαυμαστά έπρατταν οι ίδιοι με τη χορηγία της χάριτος, αυτοί που όλα αυτά τα ξέχασαν από το φόβο τους, πώς αυτοί, αφού πίστεψαν ότι είναι νεκρός και δεν πραγματοποίησε το μυστήριο της αυτοανάστασής του, ή θα έπαιρναν τη δύναμη να κηρύξουν αμέσως (γιατί πρέπει να πούμε ότι σκέφθηκαν να τον κλέψουν;), ή σε όλη τη ζωή τους θα δέχονταν με πολλή χαρά και προθυμία το θάνατο για χάρη της ομολογίας τους και της πίστης τους σ’ αυτόν; Έτσι δεν έχουν τη δυνατότητα όσοι εξευβρίζουν την ανάσταση, προκειμένου ν’ αποφύγουν το αναπόδραστο των ελέγχων, να μην εκδηλώνουν τη λύσσα και τη μανία και τη συκοφαντία της ανάστασης.

7 Αλλά γι’ αυτά βέβαια θα μιλήσω καλύτερα στη συνέχεια την κατάλληλη ώρα. Εμένα όμως η παραδοξότητα του τάφου και της ταφής με κάνει πάλι να γυρίσω στα δικά μου. Πώς τυλίγεται το σώμα με τα εντάφια, αυτός που εξάπλωσε τον ουράνιο θόλο σαν ένα πολυύμνητο θαύμα; Πώς η ζωή και η ανάσταση όλων έγινε υπηρέτης στους νόμους του θανάτου, μολονότι διέλυσε τη δύναμή του στο σώμα του; Πώς γίνεται ομόσκηνος των νεκρών ο ομόθρονος πριν από τους αιώνες με τον Πατέρα; Αλλά ω δεσποτικές δωρεές προς εμένα, ω δύναμη του νεκρού, ω τάφος κένωση τάφων και καθαίρεση του Άδη και νέκρωση του θανάτου και πολυύμνητος νυφικός θάλαμος της ανάστασής μου. Η παστάδα της κοσμογονίας γέννησε το γάμο, έτρεφε ελπίδες παιδιών και οδήγησε στο νυφικό θάλαμο τους γεωργούς του ανθρώπινου γένους, αλλ’ είχε και λύπες βλαστάνουσες και θάνατο δίπλα παραβρισκόμενο, που βάσκαιναν το άνθος της ζωής και η ευδαιμονία ήταν αμφίβολο να παγιωθεί στη ζωή. Η παστάδα όμως του τάφου φιλοξενώντας αυτόν τον ίδιο τον τεχνίτη και της ανάστασης και της πλάσης μας, δεν προβάλλει ρίζες παιδιών που γρήγορα μαραίνονται από τα βλαστήματά τους, ούτε μνηστεύεται βίο και ζωή που διακόπτεται από το θάνατο, αλλά νυμφεύεται παρθενία για την ανθρώπινη φύση, δίνοντας στη γη τη δυνατότητα επιτέλεσης με παρρησία του έργου των αγγέλων, και στους προγόνους, που κατέχωσαν τη δεσποτική εικόνα με τα πάθη, αποκαθιστά εκείνο το αρχαίο νυφικό κάλλος, και καθιερώνοντας ως κληρονομία για τους ανθρώπους την χωρίς λύπες και ταλαιπωρίες πολιτεία, ανέδειξε το δώρο της αθανασίας υψηλότερο από τα πάθη και τη φθορά.

Και η κιβωτός βέβαια του Νώε διέσωσε το σπέρμα δεύτερου κόσμου έπειτα από το ναυάγιο που προκάλεσαν οι καταρράκτες του ουρανού,5 διατηρώντας εκείνους που έπλεαν με αυτήν να δοκιμάσουν δεύτερη φορά τα αλγεινά και τις συμφορές του βίου, ενώ αυτή η σωστική του κόσμου κιβωτός του δεσποτικού σώματος, αφού έκλεισε μέσα της σαν θησαυρό τον ταμία της ζωής και χορηγό της ευφροσύνης, ανεβάζοντας ελαφρές τις ψυχές από την πανωλεθρία, διασώζει το ανθρώπινο γένος, και αδειάζοντας τους τάφους από τους νεκρούς, σκορπίζει ατελείωτη τη χάρη της ανάστασης, και διαμετακομίζοντάς τους προς τη βασιλεία των ουρανών, τους φυλάγει και τους διατηρεί απείραστους από δεύτερα δεινά. Και η σκηνή βέβαια που κατασκευάσθηκε από τον Μωυσή είχε τη στάμνα και το μάννα και τη λυχνία και την τράπεζα και χαραγμένα σε λίθινες πλάκες τα λόγια του νόμου,6 η ζωοδόχος όμως αυτή και σεβάσμια σκηνή δεν καυχιέται για τις σκιές και τους τύπους τα σύμβολα της νομικής λατρείας, αλλά υπηρετώντας τον νομοθέτη και κοινό Κύριο για την τριήμερη ταφή του, αποκάλυψε το θείο και μέγα μυστήριο της χάριτος σε όλα τα πέρατα της οικουμένης, και μένοντας ανίκητη η ίδια, εξάπλωσε την ευσέβεια. Αυτή δεν έχει βέβαια τον θησαυρό (γιατί αναστήθηκε, όπως θέλησε), δεν άδειασε όμως από τον πλούτο των χαρισμάτων˙ γιατί διατηρεί ανεξάντλητη τη χορηγία των θαυμάτων˙ και πάθη θεραπεύει, και ασθένειες διώχνει, και δαίμονες φυγαδεύει, και ψυχές αγιάζει, και κατανικά την ανοησία των Ιουδαίων, και κηρύσσει με ορατά σύμβολα την ανάσταση του Κυρίου, και υπογραμμίζει την άβυσσο της φιλανθρωπίας του προς εμάς.

Θαυμαστή βέβαια ήταν και η φάτνη της Βηθλεέμ που υποδέχθηκε βρέφος σπαργανωμένο μόλις προήλθε από τις παρθενικές λαγόνες και ήρθε στην ανθρώπινη ζωή, αλλά πολύ μεγαλύτερο και από αυτήν θαύμα προβάλλει ο τάφος. Γιατί εκεί έκανε την αρχή του το μυστήριο της οικονομίας του Χριστού, όπου η θεότητα καλυπτόταν με τη σάρκα, εδώ τελεσιουργείται το τέλος, και ο σκοπός της θεϊκής επιδημίας, η τελείωση και η ανάπλασή μου, κατορθώνεται, που λάμπει και αστράφτει και καταυγάζει τα πάντα με την αστραπή της ανάστασης. Και εκεί βέβαια μάγοι από την ανατολή φέρνουν δώρα στο βρέφος, ενώ εδώ σ’ αυτόν που αναστήθηκε από τους νεκρούς από την ανατολή και τη δύση και τις άλλες άκρες της οικουμένης λαοί, φυλές και γλώσσες και κάθε ηλικία δεν προσκομίζουν σμύρνα και λιβάνι και χρυσό,7 γεννήματα της άψυχης γης, αλλά τα ίδια τα σώματα και τις ψυχές που μοσχοβολούν την πίστη και φορούν χρυσή την ευσέβεια, σαν παμβασιλέα και ποιητή των όλων την παραδίδουν στα χέρια του. Ψάλλονταν πάνω από τη φάτνη ύμνοι αγγέλων, αλλά και παρουσίες αγγέλων στον τάφο που προκαλούσαν κατάπληξη. Και στη φάτνη βέβαια υποσημαίνοντας κατά κάποιο τρόπο τη συγκατάβαση του βρέφους έψαλλαν στις μελωδίες τους δόξα για τον ύψιστο Θεό και ειρήνη για τη γη και την ευδοκία για τους ανθρώπους,8 ενώ στον τάφο με έντονη και λαμπρή φωνή και χωρίς κάποιο παραπέτασμα και αίνιγμα σαλπίζουν την εξουσία αυτού που αναστήθηκε, βροντοφωνώντας και λέγοντας ότι «Δεν είναι εδώ˙ αναστήθηκε όπως είπε. Πέστε στους μαθητές του ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς»˙9 και˙ «Μην εκπλήττεσθε˙ ζητείτε τον Ιησού τον Ναζαρηνό, που τον σταύρωσαν; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ˙ να ο τόπος όπου τον είχαν ενταφιάσει»˙10 και, «Γιατί ζητείτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ, αλλά αναστήθηκε».11 Έπειτα και ο ίδιος ο Κύριος που είχε κάνει ο ίδιος την ανάστασή του λέγει˙ «Γυναίκα, γιατί κλαίς; Ποιόν ζητάς; Πήγαινε στους αδελφούς μου και πες τους, ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας»˙12 και˙ «Μου δόθηκε όλη η εξουσία στον ουρανό και επάνω στη γη».13

Σ’ αυτόν που για μας έγινε άνθρωπος και έπαθε για μας και μπήκε στον τάφο και μας απάλλαξε από την παλαιά τυραννία του Άδη, πρόθυμα και εμείς καθώς ανασταίνεται από τους νεκρούς και έλαβε την εξουσία εναντίον όλων, ας του προσφέρουμε δώρο τα επινίκια. Όσοι έχουμε άφθονο πλούτο ας προσφέρουμε τη βοήθεια και την ανακούφιση των φτωχών˙ όσοι πιέζονται από τη φτώχεια ας προσφέρουν την υπομονή και την ευχαριστία˙ όποιοι είναι σε αρχές και εξουσίες τον σεβασμό προς τα ξένα πράγματα, την προστασία των αδικουμένων, το να διοικούν με πραότητα τους υπηκόους τους, αφού είναι συνάνθρωποι, και να μην τους εξουθενώνουν αλαζονικά σαν να είναι αλόφυλοι, για να δείξετε και εσείς ότι αληθινά οι αρχές και οι εξουσίες είναι ταγμένες από τον Θεό και χαρισμένες σ’ εσάς και να μην οπλίζετε τις γλώσσες των πολλών, με όσα οι πράξεις σας σας ωθούν στην παρανομία, εναντίον εκείνου που δημιούργησε και όρισε τις εξουσίες. Όσοι βρίσκονται κάτω από εξουσία να αγωνίζονται να άρχονται με ευπρέπεια και ηρεμία, και να μη θέλουν να καταδαπανούν τη μακροθυμία των αρχόντων με αδιάκοπες αταξίες κάνοντας ανόητα τη φιλανθρωπία αφορμή οκνηρίας. Όσοι σηκώνουν ακόμα τα ζυγό του γάμου να δείχνουν τη συμφωνία και τη σεμνότητα στο καλό˙ γιατί έτσι ο γάμος θα διασώσει την τιμή του. Όσοι έχετε διαζευχθεί από αυτή την ηδυπαθή υποχρέωση, σα να έχετε απελευθερωθεί από μια επίμοχθη δουλεία, κατευθυνθείτε στο δρόμο της σωφροσύνης. Όσοι ξεπέρασαν όλα αυτά ας δώσουν την παρθενία με ευσπλαχνία και ταπεινό φρόνημα, ώστε να μην σταθείτε άμοιροι του να κριθείτε φρόνιμοι, και να μην παρενοχλείται καθόλου η λαμπάδα παρθενίας από το πνεύμα της οίησης. Οι ιερείς και ποιμένες να προσφέρετε την άγρυπνη επιστασία του ποιμνίου και το να προβάλετε τον εαυτό σας παράδειγμα στους ποιμαινόμενους, και περισσότερο να έλκετε προς την αρετή με τη μίμηση, παρά με τις προφορικές παραινέσεις. Οι ποιμαινόμενοι πάλι να δείξετε υπακοή και πειθαρχία. Να υπακούτε στον Παύλο που επιβεβαιώνει και λέγει˙ «Να πειθαρχείτε στους ηγέτες σας  και να δείχνετε υπακοή, γιατί αυτοί αγρυπνούν» (γιατί δεν έχω ακόμα το θάρρος να πω αγρυπνούμε) «για τις ψυχές σας».14 Οπωσδήποτε όλοι ας δείξομε τη μεταξύ μας αγάπη και ας καρποφορήσουμε την προς αυτόν αδίστακτη πίστη και ευσέβεια, χωρίς τα οποία δεν θα μπορέσουμε να εγγραφούμε ούτε στην τάξη των μαθητών, αλλ’ ούτε στους υπηρέτες ή θεράποντες.

9 Εκείνος όμως που σκύλευσε τον Άδη και θανάτωσε τον θάνατο και ανέστησε μαζί του εμάς, ο Χριστός ο Θεός μας, αυτόν τον οποίο μας χάρισε να βασιλεύει στους επί γης ανθρώπους στη θέση του, είθε να τον αναδείξει, λαμπρύνοντάς τον ακόμα περισσότερο με την ευσέβεια και τα άλλα κατορθώματα, άξιο και για την επουράνια βασιλεία και μαζί του και μας όλους με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου και όλων των αγίων. Αμήν.

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Ψαλμ. 105,2.

  2. Ματθ. 27,62-64. 

  3. Ματθ. 27, 52-53.

  4. Ματθ. 28,15.              

  5. Γέν. κεφ. 6 και 7.

  6. Πρβλ. Εβρ. 9, 14.

  7. Ματθ. 2,11.

  8. Λουκά 2, 14.

  9. Ματθ. 28,6-7.

  10. Μάρκ. 16,6.

  11. Λουκά 24, 6.

  12. Ιω. 20, 15 και 17

  13. Ματθ. 28, 18.

  14. Εβρ. 13, 17.


(Πηγή: orp.gr, Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη)

alopsis.gr

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ!

 
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Ομιλία περί Ταφής και Αναστάσεως του Κυρίου

Υπόμνημα εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον

(Ματθ. 27, 62- 28, 10)

«Την δε επομένην ημέραν, μετά την Παρασκευήν, συνεκεντρώθησαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι εις τον Πιλάτον και του είπαν· Κύριε, ενεθυμήθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν, όταν ακόμη εζούσε, μετά τρεις ημέρας θα αναστηθώ. Δώσε λοιπόν διαταγήν να ασφαλισθή ο τάφος έως την τρίτην ημέραν, μήπως έλθουν οι μαθηταί Του και τον κλέψουν και ειπούν εις τον λαόν ότι ανεστήθη από τους νεκρούς, οπότε η τελευταία αυτή απάτη θα είναι χειροτέρα από την πρώτη»

Παντού η πλάνη συγκρούεται με τον εαυτό της και άθελά της συνηγορεί υπέρ της αληθείας. Πρόσεξε όμως. Έπρεπε να πιστευθή ότι απέθανεν, ότι ετάφη και ότι ανέστη. Και όλα αυτά γίνονται από τους εχθρούς. Κύτταξε λοιπόν ότι τα λόγια αυτά βεβαιώνουν όλα αυτά. «Ενεθυμήθημεν», λέγει, «ότι εκείνος ο πλάνος είπεν ενώ ακόμη εζούσεν»· άρα απέθανεν· «Ότι μετά από τρεις ημέρας θα αναστηθώ. Δώσε λοιπόν διαταγήν να σφραγισθή ο τάφος»· άρα ετάφη· «Μήπως έλθουν οι μαθηταί του και τον κλέψουν». Άρα, εάν ο τάφος σφραγισθή δε θα γίνη καμμία απάτη. Δεν έγινε λοιπόν. Επομένως η απόδειξις της αναστάσεως, με όσα επροτείνατε σεις, έγινεν αναντίρρητος. Διότι αφού εσφραγίσθη, δεν συνέβη καμμία απάτη. Εάν δε δεν έγινε καμμία απάτη, ευρέθη όμως κενός ο τάφος, είναι φανερόν ότι ανέστη σαφώς και αναντιρρήτως.

Είδες ότι και χωρίς να το θέλουν υποστηρίζουν την απόδειξιν της αληθείας; Συ δε κάνε μου την χάριν να προσέξης την φιλαλήθειαν των μαθητών· ότι δεν αποκρύπτουν τίποτε από όσα λέγουν οι εχθροί, και όταν ακόμη λέγουν πράγματα υβριστικά. Να που τον ονομάζουν και πλάνον και αυτοί δεν το αποσιωπούν. Αυτά δε δείχνουν και την σκληρότητα εκείνων, αφού ούτε με τον θάνατον απέβαλαν την οργήν, και αυτών την απλότητα και φιλαλήθειαν.

Αξίζει δε να αναζητήσωμεν και τούτο, που είπεν ότι «μετά τρεις ημέρας θα αναστηθώ;» Διότι δεν θα το εύρη κανείς πουθενά να λέγεται τόσον σαφώς, εκτός από το παράδειγμα του Ιωνά. Ώστε λοιπόν εγνώριζαν αυτά που έλεγαν και ηθελημένως τα παραποιούσαν. Τι απαντά δε ο Πιλάτος; «Έχετε φρουράν, ασφαλίσατέ τον όπως γνωρίζετε. Και τον ησφάλησαν σφραγίσαντες τον λίθον μαζί με την φρουράν». Διατί αφήνει μόνους τους στρατιώτας να τον σφραγίσουν; Διότι, επειδή είχε μάθει τα σχετικά με Αυτόν, δεν ήθελε πλέον να συμπράξη με αυτούς. Αλλά διά να απαλλαγή από αυτά ανέχεται και τούτο και λέγει· Σφραγίσατέ τον όπως θέλετε σεις, διά να μη ημπορήτε να κατηγορήτε άλλους. Διότι εάν τον εσφράγιζαν μόνοι οι στρατιώται, θα ημπορούσαν να ειπούν (αν και θα ήσαν απίθανα και ψευδή όσα θα έλεγαν, αλλ’ όμως, όπως εις τα άλλα έδειχναν αναισχυντίαν, έτσι θα ημπορούσαν να ειπούν και εις την περίπτωσιν αυτήν), ότι οι στρατιώται επιτρέψαντες να κλαπή το σώμα, έδωσαν το δικαίωμα εις τους μαθητάς να πλάσουν το κήρυγμα της αναστάσεως. Τώρα όμως που οι ίδιοι εσφράγισαν τον τάφον, ούτε αυτό ημπορούν να ειπούν.

Είδες πώς πασχίζουν άθελά τους υπέρ της αληθείας; Διότι αυτοί προσήλθαν εις τον Πιλάτον, αυτοί εζήτησαν να ασφαλισθή ο τάφος, αυτοί τον εσφράγισαν μαζί με την φρουράν, ώστε να είναι κατήγοροι και ελεγκταί των εαυτών των. Αν και πότε θα ημπορούσαν να τον κλέψουν; Το Σάββατον; Και με ποίον τρόπον, αφού ούτε να εξέλθουν ήτο δυνατόν; Εάν πάλιν παρέβαιναν τον νόμον, πώς θα ετόλμων να εξέλθουν αυτοί οι τόσον δειλοί; Πώς ακόμη θα ημπορούσαν να πείσουν το πλήθος; Τί θα έλεγαν; Τί θα έκαναν; Με ποίαν διάθεσιν θα ετάσσοντο με το μέρος του νεκρού; Ποίαν επί τέλους αντιμισθίαν θα επερίμεναν; Ποίαν ανταμοιβήν; Ενώ ακόμη ήτο ζωντανός, και μόνον όταν τον είδαν να συλλαμβάνεται, έφυγαν. Και θα ωμιλούσαν με θάρρος μετά τον θάνατόν Του υπέρ Αυτού εάν δεν είχεν αναστηθή;

Και πώς θα ημπορούσαν αυτά να δικαιολογηθούν; Διότι ότι ούτε εσκέφθησαν ούτε ημπορούσαν να πλάσουν μίαν ανάστασιν η οποία δεν έγινεν, είναι φανερόν από τα εξής: Πολλά τους είχεν ειπεί και συνεχώς τους έλεγε περί της αναστάσεως, όπως είπαν και αυτοί οι ίδιοι ότι «μετά τρεις ημέρας θα αναστηθώ». Εάν όμως δεν ανίστατο, είναι ολοφάνερον ότι, επειδή αυτοί είχαν απατηθή και είχαν παρασυρθή εξ αιτίας Του εις πόλεμον προς ολόκληρον το έθνος, και είχαν μείνει χωρίς οικογένειαν και χωρίς πατρίδα, θα τον απεστρέφοντο και δεν θα ήθελαν να του προσδώσουν τοιαύτην δόξαν, καθόσον είχαν απατηθή και είχαν περιέλθει εις έσχατον κίνδυνον δι΄ Αυτόν.

Ότι δε δεν θα ημπορούσαν, εάν η ανάστασις δεν ήτο αληθινή, να την πλάσουν, αυτό δεν χρειάζεται ούτε απόδειξιν. Διότι εις τι θα εβασίζοντο; Εις την δεινότητα των λόγων; Αλλ’ αυτοί ήσαν πιο αμαθείς από όλους. Μήπως εις τα πολλά τους χρήματα; Αλλ’ αυτοί δεν είχαν ούτε ράβδον ούτε υποδήματα. Μήπως εις την ευγενή καταγωγήν των; Αλλ’ αυτοί ήσαν άσημοι και κατήγοντο από ασήμους γονείς. Μήπως εις την μεγάλην πατρίδα των; Αλλά κατήγοντο από ασήμαντα χωριά. Μήπως εις τον μεγάλον αριθμόν των; Αλλά δεν ήσαν περισσότεροι από ένδεκα και αυτοί μάλιστα διεσπαρμένοι. Μήπως εις τας υποσχέσεις του Διδασκάλου των; Ποίας; Διότι εάν δεν ανίστατο, ούτε εκείναι θα ήσαν δι’ αυτούς αξιόπιστοι.

Πώς δε θα υπέφεραν τον μαινόμενον όχλον; Διότι εάν ο κορυφαίος από αυτούς δεν άντεξε τον λόγον της θυρωρού που ήτο γυναίκα, όλοι δε οι υπόλοιποι όταν τον είδαν δεμένον διεσκορπίσθησαν, πώς θα διενοούντο να τρέξουν εις τα πέρατα της οικουμένης και να σπείρουν το φανταστικόν κήρυγμα της αναστάσεως; Διότι, εάν ο μεν πρώτος δεν αντέστη εις την απειλήν της γυναικός, οι δε άλλοι ούτε εις την θέαν της δεσμεύσεως, πώς ημπορούσαν να αντισταθούν εις βασιλείς και άρχοντας και πλήθη, όπου υπήρχαν ξίφη και τηγάνια και κάμινοι και μυρίου είδους θανατώσεως καθημερινώς, εάν δεν εδέχοντο την δύναμιν και την τόνωσιν του αναστάντος; Τόσα και τοιούτου είδους θαύματα είχαν γίνει και τίποτε από αυτά δεν εσεβάσθησαν οι Ιουδαίοι, αλλά εσταύρωσαν Αυτόν που τα έκαμεν· και θα έλεγαν εις αυτούς απλώς να πιστεύσουν εις την ανάστασιν; Δεν είναι δυνατά αυτά, δεν είναι· αλλά μόνον η δύναμις του αναστάντος τα έκαμεν.

Κάνε μου δε την χάριν να προσέξης την καταγέλαστον απάτην των. «Ενεθημήθημεν», λέγει, «ότι εκείνος ο πλάνος είπεν όταν ακόμη εζούσεν, ότι μετά από τρεις ημέρας θα αναστηθώ». Και εφ’ όσον ήτο πλάνος και εκαυχάτο ψευδώς, διατί εφοβήθητε και τρέχετε τριγύρω και δείχνετε τόσην βιασύνην; Φοβούμεθα, λέγει, μήπως Τον κλέψουν οι μαθηταί και εξαπατήσουν τα πλήθη. Αν και βεβαίως απεδείχθη ότι ο φόβος των αυτός δεν είχε κανένα λόγον, αλλά η κακία είναι πράγμα φιλόνεικον και αναιδές και επιχειρεί και τα παράλογα. Έτσι παρακαλούν να ασφαλισθή ο τάφος επί τρεις ημέρας, ωσάν να ηγωνίζοντο περί αποφάσεων, και θέλοντες να δείξουν ότι και πριν από αυτό ότι είναι πλάνος, δι’ αυτό επεκτείνουν την κακίαν των μέχρι του τάφου.

Διά τούτο ακριβώς ανεστήθη ενωρίτερα, διά να μη λέγουν ότι διεψεύσθη και ότι εκλάπη. Διότι αυτό μεν, το να αναστηθή ενωρίτερα, δεν επέτρεπε κατηγορίαν, ενώ το να αναστηθή βραδύτερον, ήτο γεμάτον υποψίας. Διότι, εάν δεν ανίστατο τότε, όταν εκάθηντο αυτοί εκεί και εφύλασσαν τον τάφον, αλλά όταν θα ανεχώρουν μετά τρεις ημέρας, θα είχαν κάτι να ισχυρισθούν και να αντείπουν, έστω και ανοήτως. Δι’ αυτό λοιπόν τους επρόλαβε. Διότι έπρεπε καθώς εκάθηντο κοντά εις τον τάφον και τον εφύλασσαν να γίνη η ανάστασις. Επίσης έπρεπε να γίνη εντός των τριών ημερών, διότι εάν εγίνετο όταν παρήρχοντο αυταί και ανεχώρουν, θα εθεωρείτο ύποπτον το πράγμα. Δι’ αυτό και επέτρεψε να σφραγίσουν τον τάφον όπως ήθελαν και στρατιώται εφύλασσαν.

Και δεν τους έμελε που έκαναν αυτά εις ημέραν Σαββάτου και ότι ειργάζοντο, αλλά μόνον εις ένα πράγμα απέβλεπαν, την πονηρίαν των, πώς δηλαδή θα επικρατήσουν με αυτήν, πράγμα το οποίον ήτο δείγμα εσχάτης μωρίας και φόβου ο οποίος τους ετάρασσε δυνατά. Διότι αυτοί οι οποίοι Τον συνέλαβαν ζωντανόν, τον εφοβούντο νεκρόν. Αν και, εάν ήτο απλός άνθρωπος, έπρεπε να έχουν θάρρος. Αλλά διά να μάθουν ότι και όταν ήτο ζωντανός με την θέλησίν Του έπαθε αυτά τα οποία έπαθεν, ετοποθετήθη και η σφραγίς και ο λίθος και η φρουρά, και δεν ημπόρεσαν να τον κρατήσουν. Με όλα αυτά ένα πράγμα μόνον επιτυγχάνεται, να γίνη γνωστή δημοσία η ταφή και έτσι να πιστευθή η ανάστασις. Διότι και στρατιώται εφύλασσαν και οι Ιουδαίοι εκάθηντο πλησίον.

«Αργά δε το Σάββατον, μόλις ήρχισε να φωτίζη η πρώτη ημέρα της εβδομάδος, ήλθεν η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία διά να ιδούν τον τάφον. Και τότε έγινε μεγάλος σεισμός, διότι ένας άγγελος του Κυρίου κατέβη από τον ουρανόν και αφού επλησίασεν απεκύλισε τον λίθον από την θύραν του μνήματος και εκάθητο επάνω εις αυτόν. Το πρόσωπόν του δε ήτο ωσάν αστραπή και το ένδυμά του λευκόν ωσάν το χιόνι». Μετά την ανάστασιν ήλθεν ο άγγελος. Διατί λοιπόν ήλθε και εσήκωσε τον λίθον; Διά τας γυναίκας. Διότι αυταί τον είδαν τότε εις τον τάφον. Διά να πιστεύσουν λοιπόν ότι ανεστήθη, βλέπουν τον τάφον να είναι άδειος από το σώμα. Δι’ αυτό εσήκωσε τον λίθον, δι’ αυτό έγινε και σεισμός, διά να ξυπνήσουν και να σηκωθούν. Διότι είχαν έλθει διά να βάλουν έλαιον και αυτά εγίνοντο κατά την διάρκειαν της νυκτός και ήτο φυσικόν μερικαί να έχουν αποκοιμηθή.

Και ένεκα τίνος και διατί λέγει· «Μη φοβείσθε εσείς»; Πρώτα τας απαλλάσει από τον φόβον και έπειτα ομιλεί περί της αναστάσεως. Και το «εσείς» περιέχει πολύ μεγάλην τιμήν και δείχνει ότι η εσχάτη τιμωρία αναμένει εκείνους που διέπραξαν όσα απετόλμησαν, εάν δεν μετανοήσουν. Λέγει δηλαδή, δεν πρέπει σεις να φοβήσθε, αλλά εκείνοι που Τον εσταύρωσαν.

Αφού τας απήλλαξε λοιπόν από τον φόβον, και με τα λόγια και με την εμφάνισίν του (διότι και η εμφάνισίς του ήτο χαρωπή, εφ΄ όσον έφερε τέτοιαν χαρμόσυνον αγγελίαν), επρόσθεσε λέγων «γνωρίζω ότι ζητείτε τον Ιησούν τον εσταυρωμένον». Και δεν εντρέπεται να Τον αποκαλή εσταυρωμένον, διότι αυτό ήτο η απαρχή των αγαθών. «Ανέστη». Από πού είναι φανερόν; «όπως είπεν». Ώστε και αν δυσπιστήτε εις εμέ, λέγει, θυμηθείτε τα λόγια Εκείνου και έτσι ούτε εις εμέ, θα δυσπιστήσετε.

Έπειτα ακολουθεί και άλλη απόδειξις· «Ελάτε να ιδήτε τον τόπον όπου ευρίσκετο». Δι’ αυτό εσήκωσε τον λίθον, ώστε και από αυτό να πάρουν αυταί απόδειξιν. «Και να ειπήτε εις τους μαθητάς, ότι θα τον ιδήτε εις την Γαλιλαίαν». Και με άλλα τας προετοιμάζει να διαδώσουν το χαρμόσυνον μήνυμα, πράγμα το οποίον τας κάνει να πιστεύσουν καλύτερα. Και καλώς είπεν «εις την Γαλιλαίαν», απαλλάσσων από ενοχλήσεις και κινδύνους, ώστε να μη παρεμποδίση ο φόβος την πίστιν των.

«Και εβγήκαν από το μνήμα με φόβον και με χαράν». Διατί άραγε; Διότι είδαν καταπληκτικόν και παράδοξον πράγμα, κενόν τον τάφον, όπου προηγουμένως τον είχαν ιδεί να τοποθετήται. Δι’ αυτό και τας ωδήγησε να ιδούν, διά να γίνουν μάρτυρες και των δύο, και του ενταφιασμού και της αναστάσεως. Διότι κατενόουν ότι κανείς δεν ημπορούσε να Τον πάρη, αφού εφύλασσαν τόσοι στρατιώται, εάν δεν ανέστησεν ο ίδιος τον εαυτόν Του. Δι’ αυτό και χαίρονται και απορούν και αμοίβονται για την τόσην παραμονήν των, με το να ιδούν πρώται και να διακηρύξουν όχι μόνον όσα ελέχθησαν, αλλά και όσα ωράθησαν.

Όταν λοιπόν εξήλθαν με φόβον και χαράν «τας συνήντησεν ο Ιησούς και είπε· χαίρεται. Αυταί δε έπιασαν τα πόδια Του». Και αφού έτρεξαν πλησίον του με μεγάλην χαράν, έλαβαν και διά της αφής απόδειξιν και διαβεβαίωσιν της αναστάσεως. «Και τον επροσκύνησαν». Τι τους λέγει δε Εκείνος; «Μη φοβάσθε». Και αυτός δηλαδή εκδιώκει τον φόβον των και προετοιμάζει την οδόν διά την πίστιν. «Αλλά πηγαίνετε και να ειπήτε εις τους αδελφούς μου να αναχωρήσουν εις την Γαλιλαίαν· και εκεί θα με ιδούν». Πρόσεξε ότι και Αυτός διά μέσου αυτών κηρύσσει εις τους μαθητάς το χαρμόσυνον άγγελμα, πράγμα το οποίον ανέφερα πολλές φορές, τιμών και αναθέτων χρηστάς ελπίδας εις το γένος, που κατ’ εξοχήν είχε περιφρονηθή και θεραπεύων το ασθενές φύλον.

Μήπως κανείς από σας θα ήθελε να ευρίσκετο εις την θέσιν των και να κρατήση τα πόδια του Ιησού; Ημπορείτε και τώρα όσοι θέλετε, όχι μόνον τα πόδια και τα χέρια, αλλά ακόμη και την ιεράν εκείνην κεφαλήν να αγκαλιάσετε, συμμετέχοντες εις τα φρικτά μυστήρια με καθαράν συνείδησιν. Και όχι μόνον εδώ, αλλά και κατ’ εκείνην την ημέραν θα τον ιδήτε να έρχεται με την απερίγραπτον εκείνην δόξαν και με το πλήθος των αγγέλων, εάν θελήσετε να γίνετε φιλάνθρωποι. Και θα ακούσετε όχι μόνον τα λόγια αυτά, όπως το «χαίρετε», αλλά και τα άλλα· «Ελάτε οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομήσατε την βασιλείαν η οποία είναι ητοιμασμένη προς χάριν σας από τον καιρόν της δημιουργίας» (Ματθ. 25, 34).

Γίνετε λοιπόν φιλάνθρωποι, διά να ακούσετε αυτά και σεις αι χρυσοφορεμέναι γυναίκες, αι οποίαι είδατε την διαδρομήν των γυναικών αυτών, αφού αποβάλετε έστω και καθυστερημένα την αρρώστιαν της επιθυμίας των χρυσαφικών. Εις τρόπον ώστε, εάν θαυμάζετε τας γυναίκας, να αντικαταστήσετε τα κοσμήματα που φορείτε με την ελεημοσύνην. Ειπέ μου, ποιον είναι το όφελος αυτών των πολυτίμων λίθων και των χρυσοκεντήτων ενδυμάτων; Χαίρεται μ’ αυτά, ισχυρίζεται, η ψυχή και ευφραίνεται.

Εγώ σε ερώτησα ποιον είναι το κέρδος· ενώ συ μου ανέφερες την ζημίαν. Διότι δεν υπάρχει χειρότερον πράγμα από το να ασχολήσθε με αυτά και να χαίρεσθε και να προσηλώνεσθε εις αυτά. Μάλιστα η φοβερά αυτή δουλεία γίνεται ακόμη πιο οδυνηρά, όταν κανείς, ενώ καθίσταται δούλος, χαίρεται. Διότι διά ποίον από τα πνευματικά πράγματα θα ενδιαφερθή ποτέ όπως πρέπει και πότε θα περιγελάση όπως αξίζει τα βιωτικά πράγματα, αυτή η οποία νομίζει ότι είναι άξιον χαράς το να είναι δεμένη με χρυσόν; Διότι αυτός που μένει εις το δεσμωτήριον και ευχαριστείται, ποτέ δεν θα θελήση να απαλλαγή, όπως και αυτή εδώ. Αλλ’ επειδή έχει γίνει αιχμάλωτος αυτής της κακής επιθυμίας, δεν ανέχεται ούτε φωνήν πνευματικήν να ακούση με όσην χρειάζεται επιθυμίαν και προθυμίαν, από φόβον μήπως αλλάξη ασχολίαν.

Ειπέ μου λοιπόν ποιον είναι το κέρδος αυτών των κοσμημάτων και αυτής της μωρίας; Ευχαριστούμαι, λέγει. Πάλιν όμως μου ανέφερες την ζημίαν και την καταστροφήν. Αλλά απολαμβάνω και πολλάς τιμάς, λέγει, από εκείνους που με βλέπουν. Και τι σημαίνει αυτό; Διότι αυτό είναι άλλη αιτία διαφθοράς, όταν ωθή εις αλαζονείαν και εις ανοησίαν. Έλα λοιπόν, αφού εσύ δεν ανέφερες το κέρδος, ανέξου εμένα να σου διηγηθώ τας ζημίας.

Ποίαι λοιπόν είναι αι ζημίαι που προκύπτουν από αυτά; η φροντίς, η οποία είναι μεγαλυτέρα από την ευχαρίστησιν. Δι’ αυτό, πολλοί από εκείνους που βλέπουν, με αυτά τα παχύτερα ευχαριστιούνται περισσότερον, παρά συ η οποία τα φορείς. Διότι συ καλλωπίζεσαι με φροντίδα, ενώ εκείνοι χωρίς αυτήν δίνουν τροφήν εις τους οφθαλμούς των. Άλλη πάλιν ζημία είναι ότι ταπεινώνεται η ψυχή και συκοφαντείται από παντού. Διότι όσαι είναι κοντά, πληγωθείσαι οπλίζονται εναντίον των ανδρών των και σου ανάπτουν φοβερούς πολέμους. Μαζί με αυτά ζημία είναι και το ότι δαπανάς όλον τον ελεύθερον χρόνον σου και όλας τας φροντίδας σου προς τον σκοπόν αυτόν, ότι δεν επιδίδεσαι πάρα πολύ εις τα πνευματικά κατορθώματα, ότι γεμίζεις από αλαζονείαν και ανοησίαν και ματαιοδοξίαν, ότι προσηλώνεσαι εις την γην και μαδιέσαι, και αντί να είσαι αετός, γίνεσαι σκύλος και χοίρος. Διότι έπαψες να βλέπης προς τον ουρανόν και να πετάς και όπως οι χοίροι κυττάζεις κάτω, περιεργαζομένη μέταλλα και κοιλώματα και κάμνουσα την ψυχήν σου άνανδρον και ανελευθέραν.

Αλλά περιφέρεσαι εμφανιζομένη εις όσους ευρίσκονται εις την αγοράν; Δι’ αυτό ακριβώς δεν έπρεπε να χρυσοφορής, διά να μη γίνεσαι δημόσιον θέαμα και ανοίγης τα στόματα πολλών φιλοκατηγόρων. Διότι κανείς από όσους συναναστρέφεσαι δεν σε θαυμάζει, αλλά σε κοροϊδεύουν ως φιλάρεσκον, ως αλαζόνα, ως γυναίκα αισθησιακήν. Και εις την εκκλησίαν εάν εισέλθης, θα εξέλθης χωρίς να λάβης τίποτε, εκτός από άπειρα σκώμματα και κακολογίας και κατάρας, όχι μόνον από εκείνους που σε βλέπουν, αλλά και από τον προφήτην. Διότι αμέσως μόλις σε ιδή ο μεγαλοφωνότατος προφήτης Ησαΐας θα φωνάξη «Τα εξής λέγει ο Κύριος εις τας θυγατέρας της Σιών αι οποίαι άρχουν· επειδή βαδίζουν με τεντωμένον τον τράχηλον και με νεύματα των οφθαλμών, και κατά το βάδισμα των ποδιών των σύρουν τους χιτώνας των και συγχρόνως παίζουν με τα πόδια των· θα ξεσκεπάση ο Κύριος τον διάκοσμόν των και αντί της ευχαρίστου οσμής θα γίνη σκόνη, θα τας ζώση δε με σχοινί αντί ζώνης» (Ησ. 3, 16, 17 και 24).

Αυτά απειλούνται εναντίον σου, εξ αιτίας του καλλωπισμού. Διότι δεν ελέχθησαν μόνον εναντίον εκείνων αυτά, αλλά προς κάθε γυναίκαν η οποία τας μιμείται. Και ο Παύλος όμως μαζί με εκείνον εμφανίζεται κατήγορος λέγων εις τον Τιμόθεον να συστήση εις τας γυναίκας «να στολίζωνται όχι με πλέξιμο των μαλλιών, ή με χρυσά κοσμήματα ή μαργαριτάρια ή με πολυτελή φορέματα» (Α’ Τιμ. 2, 9). Ώστε παντού η πολυτελής εμφάνησις είναι βλαβερά, ιδιαιτέρως μάλιστα όταν εισέρχεσαι εις την εκκλησίαν, όταν περνάς μέσα από τους πτωχούς. Διότι εάν επιθυμούσες να κατηγορήσης τον εαυτόν σου πάρα πολύ, δεν θα εχρησιμοποιούσες άλλην εμφάνισιν, παρά αυτό το προσωπείον της σκληρότητος και της απανθρωπίας.

Σκέψου λοιπόν πόσας πεινασμένας κοιλίας προσπερνάς με αυτήν την περιβολήν, πόσα γυμνωμένα σώματα με αυτήν την σατανικήν εμφάνισιν. Σκέψου πόσον καλύτερον είναι να διατρέφης πεινασμένας ψυχάς, παρά να διατρυπάς το κάτω μέρος των αυτιών σου και να κρεμάς τας τροφάς μυρίων πτωχών αλόγιστα και μάταια! Μήπως ο πλούτος αποτελεί εγκώμιον; Μήπως το να φορής χρυσοκέντητα είναι έπαινος; Ακόμη και αν προήρχοντο αυτά που φορείς από τιμίους κόπους, και πάλιν θα ήτο πολύ μεγάλη κατηγορία αυτό που κάμνεις. Όταν μάλιστα προέρχωνται από αδικίαν, φαντάσου πόσον περισσότερον.

Αλλά αγαπάς τους επαίνους και την δόξαν; Βγάλε λοιπόν αυτήν την γελοίαν αμφίεσιν και τότε θα σε θαυμάσουν όλοι· τότε και δόξαν θα απολαύσης και καθαράν ευχαρίστησιν, ακριβώς όπως τώρα είσαι γεμάτη από σκώμματα, δημιουργούσα από αυτά εις βάρος σου πολλάς αφορμάς στενοχωρίας. Διότι εάν κάποιο από αυτά πέση, σκέψου πόσα κακά δημιουργούνται από αυτό. Πόσαι υπηρέτριαι θα μαστιγωθούν, πόσοι άνδρες θα ενοχληθούν, πόσοι θα οδηγηθούν εις τα δικαστήρια, πόσοι θα κλεισθούν εις την φυλακήν. Και δικαστήρια εξ αιτίας αυτού, και προσαγωγαί εις δίκην και μύριαι από παντού κατάραι και κατηγορίαι, της γυναικός από τον άνδρα, του ανδρός από τους φίλους, της ψυχής από τον εαυτόν της.

Ας υποθέσωμεν όμως ότι δεν χάνονται. Αν και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολον, αλλά και να ακόμη διασωθούν διά παντός, και όταν διασώζωνται πάλιν προκαλούν πολλήν μέριμναν και φροντίδα και δυσαρέσκειαν, και κέρδος κανένα. Διότι ποίον έσοδον γίνεται από αυτά εις την οικίαν; Ποίον όφελος εις αυτήν που τα φορεί; Όφελος βέβαια κανένα, αλλά πολλή ακαταστασία και κατηγορία από παντού. Πώς θα ημπορέσης να φιλήσης και να κρατήσης τα πόδια του Χριστού, έτσι όπως είσαι στολισμένη; Αυτόν τον στολισμόν Εκείνος τον αποστρέφεται. Δι’ αυτό κατεδέχθη να γεννηθή εις την οικίαν του μαραγκού, ή μάλλον ούτε εις εκείνην την οικίαν, αλλά εις καλύβην και φάτνην.

Πώς λοιπόν θα δυνηθής να Τον ιδής, χωρίς να έχης ωραιότητα η οποία του είναι ποθητή, χωρίς να φορής στολισμόν αξιαγάπητον εις Αυτόν, αλλά μισητόν; Διότι εκείνος που Τον πλησιάζει δεν πρέπει να καλλωπίζεται με τέτοια ιμάτια, αλλά να ενδύεται με αρετήν. Σκέψου τι είναι επί τέλους αυτό το χρυσάφι. Τίποτε άλλο παρά χώμα και στάχτη. Βάλε νερό και θα γίνη πηλός. Σκέψου και δοκίμασε εντροπήν διότι κάνεις τον πηλόν κύριον και αφήνεις τα πάντα και κάθεσαι κοντά του και τον φορείς παντού και τον περιφέρεις και όταν ακόμη εισέρχεσαι εις την εκκλησίαν, όπου προ παντός έπρεπε να τον αποφεύγης. Διότι η εκκλησία δεν εκτίσθη δι’ αυτό, διά να επιδεικνύης εις αυτήν τον πλούτον αυτόν, αλλά τον πνευματικόν πλούτον.

Συ όμως καλλωπίζεις τον εαυτόν σου από κάθε άποψιν μιμουμένη τας γυναίκας του θεάτρου και φορείς με αφθονίαν αυτά τα καταγέλαστα φρύγανα, ωσάν να εισέρχεσαι εις πομπήν. Ακριβώς δι’ αυτό εις πολλούς προκαλείται καταστροφή, και όταν τελειώση η εκκλησία, εις τας οικίας, εις τα τραπέζια, θα ακούση κανείς αυτά να διηγούνται οι περισσότεροι. Διότι αντί να συζητούν ότι αυτό και αυτό είπεν ο προφήτης και ο Απόστολος, σχολιάζουν την πολυτέλειαν των ενδυμάτων, το μέγεθος των πολυτίμων λίθων και όλην την άλλην ασχημοσύνην εκείνων που φορούν αυτά.

Αυτά και σας κάνουν αδρανείς προς την ελεημοσύνην, και εκείνους που κατοικούν μαζί σας. Διότι καμμία από σας δεν θα επροτιμούσεν εύκολα να σπάση κάποιο από τα χρυσαφικά αυτά και να θρέψη ένα πεινασμένον. Όταν δε κι η ιδία θα επροτιμούσες να ευρεθής εις στενοχωρίαν, παρά να ιδής αυτά να θραύωνται εις δύο, πώς θα ημπορούσες να θρέψης άλλον με αυτά; Διότι αι περισσότεραι διάκεινται προς αυτά ως προς έμψυχα και όχι κατώτερα από ό,τι προς τα παιδιά των.

Μακρυά από εδώ κάτι τέτοιο, λέγει. Δείξατέ το μου λοιπόν αυτό, δείξετέ το με τα έργα, διότι τώρα τουλάχιστον βλέπω τα αντίθετα. Διότι ποίος ποτέ από εκείνους που έχουν κυριευθή πάρα πολύ από αυτό το πάθος, έλυωσεν αυτά διά να γλυτώση από τον θάνατον την ψυχήν ενός παιδιού; Και διατί λέγω παιδιού; Ποίος εξηγόρασε με αυτά την ιδικήν του ψυχήν όταν εχάνετο; Αντιθέτως μάλιστα οι περισσότεροι καθημερινώς την πωλούν εξ αιτίας αυτών. Και εάν μεν τους εύρη σωματική ασθένεια κάνουν τα πάντα. Όταν όμως βλέπουν την ψυχήν να διαφθείρεται, δεν κάνουν τίποτε τέτοιο, αλλά παραμελούν και τους απογόνους και την ψυχήν των, μόνον και μόνον διά να παραμένουν αυτά δια μέσου του χρόνου. Και συ μεν φορείς μυρίων ταλάντων χρυσαφικά, ενώ το μέλος του Χριστού δεν έχει ούτε την απόλαυσιν της αναγκαίας τροφής. Αλλ’ ο μεν κοινός όλων Δεσπότης, και του ουρανού, και αυτών που ευρίσκονται εις τους ουρανούς, προσέφερε και την πνευματικήν τράπεζαν εις όλους εξ ίσου· ενώ συ δεν προσφέρεις εις Αυτόν ούτε αυτά που καταστρέφονται, διά να μείνης δεμένη συνεχώς με τας φοβεράς αυτάς αλυσίδας.

Από εδώ προέρχονται τα μύρια κακά. Από εδώ προέρχονται αι πορνείαι των ανδρών, όταν αντί να τους προετοιμάζετε να υπομένουν, τους εκπαιδεύετε να χαίρωνται με αυτά, με τα οποία στολίζονται αι γυναίκες που πορνεύονται. Δι’ αυτό και νικώνται γρήγορα. Διότι εάν τον εξεπαίδευες αυτά μεν να τα παραβλέπη, να χαίρεται δε με την σωφροσύνην, την ευλάβειαν, την ταπεινοφροσύνην, δεν θα εσκλαβώνετο εύκολα από τα πτερά της πορνείας. Διότι έτσι ημπορεί να στολισθή η πόρνη και ακόμη περισσότερον· με εκείνα όμως όχι πια. Συνήθεσέ τον λοιπόν να χαίρεται με αυτόν τον στολισμόν, τον οποίον δεν ημπορεί να τον εύρη εις την πόρνην. Πώς δε θα τον οδηγήσης εις αυτήν την συνήθειαν; Εάν αφαιρέσης αυτόν τον στολισμόν και φορέσης εκείνον. Έτσι και ο άνδρας θα βρίσκεται εν ασφαλεία και συ θα εκτιμάσαι και ο Θεός θα σας λυπηθή και όλοι οι άνθρωποι θα σας θαυμάζουν και τα μελλοντικά αγαθά θα επιτύχετε, με την χάριν και φιλανθρωπίαν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις αιωνίως. Αμήν.

(Πηγή ηλ. κειμένου: ppu.org.cy, Η/Υ επιμέλεια, Σοφίας Μερκούρη)

alopsis.gr