ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΛΟΥΚΑ- ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΓΑΜΩΝ!

 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή ΙΑ΄Λουκά: σχετικά με την παραβολή των βασιλικών γάμων 

(Λουκά ιδ΄16-24)
Eπιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΞΘ΄

«Και αποκρινόμενος ο Ιησούς είπε πάλι με παραβολές: Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει με άνθρωπο βασιλέα, ο οποίος έκανε τους γάμους του υιού του. Και έστειλε τους δούλους του να καλέσουν τους καλεσμένους στους γάμους, αλλά αυτοί δεν ήθελαν να έλθουν. Πάλι έστειλε άλλους δούλους, λέγοντας· Πείτε στους καλεσμένους· το γεύμα μου είναι έτοιμο, οι ταύροι και τα μοσχάρια μου είναι σφαγμένα και όλα είναι έτοιμα· ελάτε στους γάμους. Αυτοί όμως έδειξαν αδιαφορία και μετέβησαν, άλλος μεν στο χωράφι του και άλλος στην επιχείρησή του, οι δε υπόλοιποι, αφού συνέλαβαν τους δούλους του, τους κακοποίησαν και τους φόνευσαν. Όταν όμως ο βασιλεύς τα άκουσε αυτά, οργίστηκε και έστειλε τον στρατό του, εξολόθρευσε εκείνους τους φονείς και κατέκαυσε την πόλη τους. Τότε λέγει στους δούλους του· Ο μεν γάμος είναι έτοιμος, αλλά οι καλεσμένοι δεν ήσαν άξιοι. Πηγαίνετε στα σταυροδρόμια και όσους θα βρείτε καλέστε τους στους γάμους. Και αφού βγήκαν οι δούλοι στους δρόμους, μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς, και γέμισε η αίθουσα των γάμων από τους καλεσμένους. Όταν όμως εισήλθε ο βασιλιάς για να δει τους καλεσμένους, είδε κάποιο άνθρωπο που δεν είχε ένδυμα γάμου και του λέγει· Φίλε, πώς εισήλθες εδώ χωρίς να έχεις το ένδυμα του γάμου; Αυτός δε δεν απάντησε. Ο δε βασιλιάς είπε στους υπηρέτες· Δέσετέ τον πόδια και χέρια και ρίξτε τον στο σκότος το εξώτερο· εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών· διότι πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί». 

Αντιλήφθηκες τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της προηγούμενης παραβολής του υιού του κτηματία που θανάτωσαν οι κακοί γεωργοί και αυτής εδώ της παραβολής των δούλων;
Αντιλήφθηκες ότι υπάρχει μεγάλη μεν συγγένεια μεταξύ των δύο παραβολών, αλλά και πολύ μεγάλη διαφορά; Καθ’ όσον και αυτή δείχνει και του Θεού την μεγάλη μακροθυμία και την πρόνοια και την ιουδαϊκή αγνωμοσύνη. Αλλ΄ αυτή έχει και κάτι επιπλέον από εκείνη. Διότι προλέγει μεν και την έκπτωση των Ιουδαίων και την κλήση των εθνικών, αλλά μαζί με αυτά δείχνει και την ορθότητα του βίου και πόση τιμωρία επιφυλάσσεται για εκείνους που θα επιδείξουν αδιαφορία. Και πολύ ορθά αυτή η παραβολή αναφέρεται μετά από εκείνη. Διότι, επειδή είπε ότι «θα δοθεί η βασιλεία του Θεού σε έθνος που θα παράγει τους καρπούς της», αποκαλύπτει λοιπόν εδώ και σε ποιο έθνος θα δοθεί· και όχι μόνον αυτό, αλλά δείχνει και πάλι την απερίγραπτη πρόνοια του Θεού προς τους Ιουδαίους. Διότι σε εκείνη μεν την παραβολή φαίνεται να τους καλεί πριν από την σταύρωση Του, ενώ σε αυτήν και μετά την σφαγή Του φροντίζει να τους προσκαλεί κοντά Του. Και τότε που έπρεπε αυτοί να υποστούν την πιο φοβερή τιμωρία, ακριβώς τότε και στους γάμους τους προσκαλεί και τους τιμά με την ανωτάτη τιμή. Και πρόσεχε ότι και στην παραβολή των κακών γεωργών δεν προσκαλεί πρώτα τους εθνικούς, αλλά τους Ιουδαίους, το ίδιο επίσης κάνει και εδώ. Αλλά όπως ακριβώς εκεί, τότε έδωσε τον αμπελώνα στους άλλους, όταν δεν θέλησαν να Τον δεχθούν αλλά και Τον σφαγίασαν όταν ήλθε, έτσι και εδώ, τότε κάλεσε άλλους στους γάμους, όταν δεν θέλησαν αυτοί να έλθουν. Τι λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί μεγαλύτερο από αυτή την αχαριστία τους, από τη στιγμή που αποσκιρτούν την ώρα που προσκαλούνται στους γάμους; Διότι ποιος δε θα προτιμούσε να έλθει σε γάμους βασιλέως και μάλιστα σε γάμους του υιού του βασιλέως;

Και γιατί, θα πει κάποιος, ονομάσθηκε το γεγονός αυτό «γάμος»; Για να γνωρίσεις την φροντίδα του Θεού, την μεγάλη αγάπη Του προς εμάς, το χαρωπό του γεγονότος, διότι τίποτε το λυπηρό δεν υπάρχει εκεί ούτε δυσάρεστο, αλλά όλα είναι γεμάτα από πνευματική χαρά. Για τον λόγο αυτό και ο Ιωάννης τον ονομάζει «νυμφίον» (Ιω.3, 29), για τον λόγο αυτό και ο Παύλος λέγει· «σας έχω ενώσει με δεσμούς αρραβώνος προς ένα άνδρα, δηλαδή τον Χριστό, για να παρουσιάσω την ψυχή σας αγνή και καθαρή προς αυτόν, ως παρθένο και πνευματική νύφη» (Β΄Κορ. 11, 2)· και αλλού πάλι· «Αυτό το μυστήριο είναι μεγίστης σπουδαιότητος· κατά την γνώμη μου λοιπόν αναφέρεται στην πνευματική ένωση Χριστού και Εκκλησίας» (Εφ. 5, 32). Γιατί λοιπόν η νύμφη-Εκκλησία δεν αρραβωνίζεται με τον Πατέρα, αλλά με τον Υιόν; Διότι η νύμφη που αρραβωνιάζεται με τον Υιό, συνδέεται και με τον Πατέρα. Καθόσον η Γραφή αναφέρει αυτό ή εκείνο χωρίς καμία διάκριση, διότι ο Υιός είναι ομοούσιος του Πατέρα.

Με αυτήν επίσης την παραβολή προείπε και την ανάσταση. Επειδή δηλαδή προηγουμένως μίλησε για τον θάνατό Του, δείχνει τώρα ότι και μετά τον θάνατο, τότε θα γίνουν οι γάμοι, τότε θα έλθει ο νυμφίος. Αλλά όμως ούτε και έτσι γίνονται αυτοί καλύτεροι, ούτε ημερότεροι· τι θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από αυτό; Και αυτό είναι η τρίτη κατηγορία. Η πρώτη είναι ότι φόνευσαν τους προφήτες· η δεύτερη ότι φόνευσαν και τον Υιό· στη συνέχεια, αν και εφόνευσαν τον Υιό, και καλούνται στους γάμους του φονευθέντος Υιού από τον ίδιο τον φονευθέντα, δεν προσέρχονται, αλλά προβάλλουν δικαιολογίες, ζεύγη βοδιών, αγρούς και γυναίκες. Μολονότι βέβαια οι προφάσεις φαίνονται δικαιολογημένες, αλλ’ από εδώ διδασκόμαστε ότι και αν ακόμη είναι αναγκαία τα υλικά καθήκοντά μας, πρέπει πριν από όλα να προτιμώνται τα πνευματικά.

Και η πρόσκληση δεν γίνεται την τελευταία στιγμή, αλλά πριν από πολύ χρόνο. Διότι λέγει «πείτε στους καλεσμένους»· και πάλι· «καλέστε τους καλεσμένους», πράγμα που έκανε μεγαλύτερη την κατηγορία. Και πότε καλέστηκαν; Κατ’ αρχήν με όλους τους προφήτες και ύστερα διά του Ιωάννου· διότι προς τον Χριστόν τους έστειλε όλους, λέγοντας· «Εκείνος πρέπει να αυξάνει, εγώ δε, ο πρόδρομός του, να μικραίνω, ώστε όλοι πλέον να ακολουθούν εκείνον και όχι εμένα» (Ιω. 3, 30). Αλλά και με τον ίδιο τον Υιό Του· διότι λέγει· «Ελάτε κοντά μου όλοι όσοι μοχθήτε και κοπιάζετε και είσθε φορτωμένοι από το βάρος των αμαρτιών και των θλίψεων και των πλανών και εγώ θα σας αναπαύσω και θα σας ξεκουράσω» (Ματθ. 11, 28)· και πάλι· «Εάν κάποιος διψά, ας έλθει προς εμένα και ας πιει». Και δεν τους καλούσε μόνο με λόγια, αλλά και με έργα και μετά την Ανάληψη διά του Πέτρου και των συνεργατών του. «Διότι», λέγει, «αυτός που ενήργησε στον Πέτρο, ώστε να γίνει απόστολος των περιτμημένων, ενήργησε και εμένα, ώστε να γίνω απόστολος στα έθνη» (Γαλ. 2, 8). Διότι επειδή οργίσθηκαν μόλις είδαν τον Υιό και Τον εφόνευσαν, στη συνέχεια τους προσκαλεί διά των δούλων. Και για ποιο πράγμα τους καλεί; Για μόχθους και κόπους και ιδρώτες; Όχι, αλλά για απόλαυση· διότι λέγει· «οι ταύροι μου και τα καλοθρεμμένα θρεφτάρια έχουν σφαγεί». Πρόσεχε πόσο πολύ πλούσιο είναι το συμπόσιο, πόσο μεγάλη η τιμή που τους γίνεται. Και όμως ούτε και έτσι φιλοτιμήθηκαν, αλλά όσο μεγαλύτερη μακροθυμία έδειχνε, τόσο μεγάλωνε η σκληρότητά τους. Και δεν ήλθαν όχι επειδή ήταν απασχολημένοι, αλλά από αδιαφορία.

Πώς λοιπόν άλλοι μεν προβάλλουν ως δικαιολογία γάμους και άλλοι ζεύγη βοδιών; Ασφαλώς αυτά είναι απασχόληση. Δεν είναι καθόλου απασχόληση· διότι όταν υπάρχει πρόσκληση για πνευματικά πράγματα, δεν είναι αναγκαία καμία άλλη απασχόληση. Έχω την εντύπωση ότι χρησιμοποίησαν αυτές τις προφάσεις για να τις προβάλουν ως προκαλύμματα της αδιαφορίας τους. Και δεν είναι μόνο αυτό το φοβερό, το ότι δεν ήλθαν δηλαδή, αλλά το πιο φοβερό και το μεγαλύτερο δείγμα της παραφροσύνης τους είναι το ότι έδειραν χωρίς κανένα οίκτο αυτούς που ήλθαν, τους κακοποίησαν και τους φόνευσαν· αυτό ήταν χειρότερο από το προηγούμενο. Διότι εκείνοι μεν [:οι υπηρέτες του γαιοκτήμονα που θανάτωσαν οι κακοί γεωργοί στην προηγούμενη παραβολή] ήλθαν για να ζητήσουν τη σοδειά και τους καρπούς και εσφάγησαν, ενώ αυτοί καλώντας αυτούς στους γάμους αυτού που εσφάγη από αυτούς, φονεύονται και αυτοί. Τι μπορεί να εξισωθεί με αυτή τη μανία; Γι’αυτό το πράγμα κατηγορώντας τους ο Παύλος, έλεγε: «Αυτοί οι οποίοι και τον Κύριο εφόνευσαν και τους ίδιους τους προφήτες και εμάς κατεδίωξαν» (Α΄Θεσσ. 2, 15).

Έπειτα για να μη λένε ότι είναι αντίθεος και για τούτο δεν προσερχόμαστε, άκουσε τι λένε αυτοί που τους προσκαλούν· «ο Πατήρ είναι αυτός που κάνει τους γάμους και ο ίδιος τους προσκαλεί». Τι ακολουθεί στην συνέχεια; Επειδή δεν θέλησαν να έλθουν, αλλά και εφόνευσαν αυτούς που ήλθαν να τους καλέσουν, κατακαίει τις πόλεις τους, και αφού απέστειλε στρατό, τους εξολόθρευσε. Αυτά δε τα λέγει, προλέγοντας τα όσα συνέβησαν επί Βεσπασιανού και επί Τίτου, και ότι και τον Πατέρα εξόργισαν, επειδή δεν πίστευσαν σ’ Αυτόν· διότι Αυτός είναι εκείνος που επέτρεψε την καταστροφή τους. Για τον λόγο αυτόν και η άλωση της Ιερουσαλήμ δεν έγινε αμέσως μετά την σταύρωση του Χριστού, αλλά μετά σαράντα χρόνια, για να δείξει την μακροθυμία Του· η καταστροφή έγινε αφού φόνευσαν τον Στέφανο, αφού φόνευσαν τον Ιάκωβο, αφού κακοποίησαν τους αποστόλους. Είδες πραγματοποίηση προφητειών και ταχύτητα πραγματοποιήσεως αυτών; Διότι αυτά συνέβησαν ενώ ζούσε ακόμη ο Ιωάννης ο ευαγγελιστής και πολλοί άλλοι από αυτούς που συναναστράφηκαν τον Χριστό και ήσαν μάρτυρες των όσων συνέβησαν αυτοί που τα άκουσαν αυτά.

Πρόσεχε λοιπόν απερίγραπτη κηδεμονία. Φύτευσε αμπελώνα και όλα τα έκανε και τα τακτοποίησε· και μολονότι φονεύθηκαν οι δούλοι, έστειλε άλλους δούλους· και όταν και εκείνοι εσφάγησαν, έστειλε τον Υιό Του· και όταν και εκείνος εφονεύθη, τους καλεί και πάλι στους γάμους· αλλά δεν θέλησαν να έλθουν. Στη συνέχεια αποστέλλει άλλους δούλους· αυτοί όμως και αυτούς τους εφόνευσαν. Τότε λοιπόν καταστρέφει αυτούς, επειδή ήταν αθεράπευτη η ασθένειά τους. Το ότι βέβαια ήταν αθεράπευτη η ασθένειά τους, το απέδειξαν όχι μόνο τα όσα συνέβησαν, αλλά και το ότι, αν και πίστευαν και οι πόρνες ακόμη και οι τελώνες, αυτοί διέπραξαν όλα αυτά. Ώστε κατακρίνονται όχι μόνο από όσα διέπραξαν οι ίδιοι, αλλά και από όσα κατόρθωσαν οι άλλοι.

Εάν όμως κάποιος ήθελε να πει ότι δεν εκλήθησαν τότε οι εθνικοί, όταν δηλαδή μαστιγώθηκαν οι απόστολοι και έπαθαν τόσα πολλά, αλλά αμέσως μετά την ανάσταση (διότι τότε λέγει σε αυτούς, «πηγαίνετε και κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη»), θα μπορούσαμε να του πούμε, ότι και πριν από τη σταύρωσή Του και μετά από αυτήν με αυτούς εξαρχής είχε συνδιαλλαγές. Καθόσον πριν από την σταύρωσή Του λέγει προς αυτούς· «Πηγαίνετε προς τα πρόβατα τα χαμένα του οίκου Ισραήλ» (Ματθ. 10, 6)· και μετά από τον σταυρό δεν τους εμπόδισε αλλά έδωσε εντολή προς αυτούς να κηρύσσουν το ευαγγέλιο. Μολονότι βέβαια είπε, «κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη», όταν όμως επρόκειτο να ανεβεί στον ουρανό, είπε σε εκείνους να κηρύξουν πρώτα. Διότι λέγει· «Θα λάβετε δύναμη, όταν θα έλθει το άγιο Πνεύμα σε εσάς, και θα γίνετε μάρτυρές μου και στην Ιερουσαλήμ και σε όλη την Ιουδαία και μέχρι τα πέρατα της γης»(Πρ. 1, 8). Και ο Παύλος πάλι· «Αυτός που ενήργησε στον Πέτρο, στέλνοντάς τον σε αποστολή γι’ αυτούς που έχουν την περιτομή, ενήργησε και σ’ εμένα στέλνοντάς με στους εθνικούς» (Γαλ. 2, 8). Για τούτο και οι απόστολοι αρχικά μετέβησαν προς τους Ιουδαίους και αφού διέμειναν επί πολύ χρόνο στην Ιερουσαλήμ, στη συνέχεια, αφού εκδιώχθηκαν από αυτούς, τότε διασκορπίσθηκαν στα έθνη.

Εσύ όμως πρόσεχε και στην περίπτωση αυτή την φιλοτιμία του Κυρίου. «Όσους θα βρείτε», λέγει, «καλέστε τους στους γάμους». Διότι πριν από αυτό που προανέφερα, κήρυτταν και προς τους Ιουδαίους και προς τους εθνικούς, και περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους διαμένοντας στην Ιουδαία, επειδή όμως επέμεναν οι Ιουδαίοι να τους επιβουλεύονται, άκουσε τον Παύλο που ερμηνεύει αυτή την παραβολή και λέγει τα εξής: «Σ’ εσάς ήταν κατ’ αρχάς αναγκαίο να κηρυχθεί ο λόγος του Θεού, επειδή όμως φανήκατε ανάξιοι να δεχθείτε τον λόγο του Θεού, στρεφόμαστε πλέον προς τα έθνη» (Πρ. 13, 46). Για τον λόγο αυτό λέγει και αυτός˙ «ο μεν γάμος είναι έτοιμος, οι καλεσμένοι όμως δεν ήσαν άξιοι». Βέβαια αυτό το γνώριζε και πριν να συμβεί, αλλά όμως για να μην τους αφήσει καμία πρόφαση αναισχύντου αντιλογίας, μολονότι τα γνώριζε, προς αυτούς πρώτα και ο ίδιος ήλθε, και άλλους απέστειλε στη συνέχεια και αποστομώνοντας έτσι εκείνους και διδάσκοντάς μας να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από μας, και αν ακόμη πρόκειται κανείς να μην κερδίσει τίποτε από αυτό.

Επειδή λοιπόν δεν ήσαν άξιοι, «πηγαίνετε», λέγει, «όπου βγάζουν οι δρόμοι και καλέστε όσους θα βρείτε» και αυτούς που θα βρίσκονται εκεί κατά τύχη και τους περιφρονημένους. Επειδή δηλαδή συνεχώς έλεγε, ότι «πόρνες και τελώνες θα κληρονομήσουν τον ουρανό» (Ματθ. 21, 31) και «οι πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι» (Ματθ. 19, 30) αποδεικνύει ότι αυτά δικαίως γίνονται, πράγμα που κατ’ εξοχήν ενοχλούσε τους Ιουδαίους και τους πείραζε πολύ φοβερότερα αυτό και από την κατακρήμνιση του ναού, το να βλέπουν δηλαδή να εισάγονται οι εθνικοί και μάλιστα πολύ περισσότερο στη θέση εκείνη που ανήκε σε αυτούς.

Στη συνέχεια για να μην επαναπαυθούν και αυτοί απλώς και μόνο στην πίστη, τους ομιλεί και περί της κρίσεως για τις πονηρές πράξεις, των μεν απίστων για το ότι δεν προσήλθαν ακόμη στην πίστη, των δε πιστών για την ανάλογη φροντίδα που έδειξαν στη ζωή τους. Διότι στην περίπτωση αυτή «ένδυμα» είναι ο τρόπος ζωής και οι πράξεις. Και βέβαια η κλήσις είναι έργο της χάριτος. Γιατί όμως ομιλεί με τόση ακρίβεια; Για το ότι η μεν κλήση και η κάθαρση είναι έργο της χάριτος, το να παραμείνει όμως κανείς από αυτούς που κλήθηκαν και ενδύθηκαν καθαρά ενδύματα με τέτοια ενδύματα, οφείλεται στη φροντίδα αυτών που εκλήθησαν. Η κλήση δεν έγινε εξαιτίας της αξίας τους, αλλά κατά θεία χάρη. Έπρεπε λοιπόν η χάρις να αμείψει αυτόν που υπάκουσε και να μη δείξει ο τιμημένος τόση κακία μετά την τιμή που του έγινε.

Αλλά, θα πει κάποιος, δεν απήλαυσα αυτά που απήλαυσαν οι Ιουδαίοι. Και όμως απήλαυσες πολύ περισσότερα αγαθά. Διότι αυτά που ετοιμάζονταν για εκείνους, αυτά τα έλαβες εσύ. Για τον λόγο αυτό και ο Παύλος λέγει˙«Τα δε έθνη να δοξάσουν τον Θεό για την ευσπλαχνία Του προς αυτά» (Ρωμ. 15, 9). Διότι αυτά που προετοιμάζονταν για εκείνους σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, αυτά εσύ τα έλαβες σε μία στιγμή χωρίς να είσαι άξιος. Για τον λόγο αυτό και αναμένει μεγάλη τιμωρία εκείνους που θα δείξουν αδιαφορία. Καθόσον, όπως ακριβώς εκείνοι τον προσέβαλαν που δεν προσήλθαν, έτσι και εσύ Τον προσβάλλεις με το να καθίσεις στην τράπεζα με τέτοιο διεφθαρμένο βίο. Διότι αυτό σημαίνει η είσοδος με ρυπαρά ενδύματα˙ το να φύγει δηλαδή κανείς από αυτήν τη ζωή με βίο ακάθαρτο˙ και ακριβώς για τον λόγο αυτό και «αυτός που δε φορούσε ένδυμα γάμου» σιωπούσε, όντας αναπολόγητος. Βλέπεις πως αν και είναι τόσο ολοφάνερο το πράγμα, δεν τιμωρεί κατ’ αρχήν, προτού ο ίδιος ο αμαρτωλός γίνει αίτιος της καταδίκης του; Διότι, με το να μην έχει να πει τίποτε, κατέκρινε τον εαυτό του και έτσι οδηγείται προς τις απερίγραπτες τιμωρίες. Μη νομίσεις όμως ακούγοντας τη φράση «σκότος το πυκνότατο» ότι αυτός τιμωρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, οδηγούμενος δηλαδή απλώς και μόνο οδηγούμενος σε σκοτεινό μέρος, αλλά οδηγείται εκεί όπου είναι το κλάμα και ο τριγμός των δοντιών. Αυτό δε το λέγει για να δείξει τα ανυπόφορα βάσανα.

Ακούστε όσοι απολαύσατε των μυστηρίων και περιβάλλετε την ψυχή σας με ρυπαρές πράξεις, αν και προσήλθατε στους γάμους. Ακούσατε από που προσκληθήκατε. Από τα σταυροδρόμια. Τι ήσαστε προηγουμένως; Χωλοί και ψυχικά ανάπηροι, πράγμα που είναι κατά πολύ χειρότερο από τον ακρωτηριασμό του σώματος. Σεβασθείτε την φιλανθρωπία Αυτού που σας κάλεσε και κανείς ας μη συνεχίσει να μένει με ρυπαρά ενδύματα, αλλά ο καθένας ας φροντίζει για την στολή της ψυχής του. Ακούστε, γυναίκες˙ ακούστε, άνδρες. Δε χρειαζόμαστε αυτά τα χρυσοΰφαντα ενδύματα, που μας στολίζουν εξωτερικά, αλλ’ εκείνα που μας στολίζουν εσωτερικά. Ενόσο θα έχουμε αυτά, είναι δύσκολο να ενδυθούμε εκείνα. Δεν είναι δυνατόν να καλλωπίζουμε συγχρόνως και την ψυχή και το σώμα. Δεν είναι δυνατό και στον μαμωνά να δουλεύεις και στον Χριστό να υπακούεις όπως πρέπει.

Ας εκδιώξουμε λοιπόν από πάνω μας αυτή τη φοβερή τυραννίδα. Διότι ούτε θα το ανεχόσουν με ευχαρίστηση εάν κάποιος την μεν οικία του την στόλιζε κοσμώντας την με χρυσά παραπετάσματα, εσένα όμως σε προσκαλούσε να καθίσεις στο τραπέζι του κουρελιάρη και γυμνό. Αλλά να, τώρα εσύ το κάνεις αυτό στον εαυτό σου˙ την μεν οικία της ψυχής σου, δηλαδή το σώμα, το καλλωπίζεις με άπειρα παραπετάσματα, την δε ψυχή σου την αφήνεις να κάθεται μέσα σε αυτό με κουρέλια. Δε γνωρίζεις ότι ο βασιλεύς της πόλεως πρέπει προπάντων να στολίζεται; Και ακριβώς για τον λόγο αυτόν για μεν την πόλη έχουν κατασκευαστεί παραπετάσματα από λινό, για δε τον βασιλέα αλουργίδα και στέμμα. Έτσι και συ, το μεν σώμα ένδυσέ το με πολύ ασήμαντη στολή, τον δε νου ένδυσέ τον με αλουργίδα και βάλε επάνω σε αυτόν στεφάνι και βάλε τον να καθίσει επάνω σε όχημα υψηλό και περίλαμπρο. Τώρα όμως κάνεις το αντίθετο˙ την μεν πόλη την καλλωπίζεις ποικιλοτρόπως, τον βασιλέα όμως νου τον αφήνεις να σύρεται δεμένος οπίσω από τα παράλογα πάθη. Δε σκέπτεσαι ότι κλήθηκες σε γάμο και μάλιστα γάμο Θεού; Δεν αναλογίζεσαι πώς πρέπει να εισέρχεται σ’ αυτούς τους νυφικούς θαλάμους η καλεσμένη ψυχή, ενδεδυμένη δηλαδή με χρυσά κροσσωτά και καλλωπισμένη;

Θέλεις να σου δείξω αυτούς που είναι έτσι στολισμένοι; Αυτοί που έχουν ένδυμα γάμου; Ενθυμήσου εκείνους τους αγίους, περί των οποίων σας μίλησα παλαιότερα, που φορούν τρίχινα ενδύματα και κατοικούν στις ερήμους. Αυτοί κατ’ εξοχήν είναι εκείνοι που φορούν τα ενδύματα εκείνων των γάμων· και αυτό γίνεται φανερό από το εξής· όσα δηλαδή βασιλικά ενδύματα και αν τους δώσεις, δε θα προτιμούσαν να τα λάβουν· αλλ’ όπως ακριβώς ένας βασιλιάς, εάν κάποιος αφού λάμβανε το κουρελιασμένα ενδύματα του πτωχού, προέτρεπε αυτόν να ενδυθεί αυτά, θα βδελυσσόταν την στολή, έτσι και εκείνοι σιχαίνονται την βασιλική στολή. Και συμβαίνει αυτό σε αυτούς όχι για κάποια άλλη αιτία, αλλά για το ότι γνωρίζουν το κάλλος της δικής τους στολής. Για τον λόγο αυτό και το βασιλικό εκείνο ένδυμα το περιφρονούν σαν αράχνη. Και όλα αυτά βέβαια τους τα δίδαξε ο σάκος που φορούν· καθόσον είναι πολύ υψηλότεροι και λαμπρότεροι και από αυτόν τον ίδιο τον βασιλέα. Και αν μπορέσεις να ανοίξεις τις πύλες του νου τους και να εξετάσεις την ψυχή τους και όλο τον εσωτερικό τους κόσμο και αν ακόμη καταπέσεις στη γη, δε θα μπορέσεις να αντέξεις την λαμπρότητα της ομορφιάς τους και την λάμψη των ενδυμάτων εκείνων και την απαστράπτουσα συνείδησή τους.

[…] Τι λοιπόν; Δε θα προσφύγουμε προς μία τόσο μεγάλη μακαριότητα; Δε θα φορέσουμε καθαρά ενδύματα για να ακολουθήσουμε τους γάμους αυτούς, αλλά θα παραμείνουμε επαίτες, χωρίς να βρισκόμαστε σε καλύτερη μοίρα από τους ζητιάνους των δρόμων, μάλλον δε σε πολύ χειρότερη και αθλιότερη κατάσταση; Καθόσον είναι πολύ χειρότεροι από εκείνους όσοι πλουτίζουν παράνομα, και είναι προτιμότερο να ζητιανεύει κανείς, παρά να αρπάζει˙ διότι το μεν πρώτον είναι δυνατόν να συγχωρηθεί, το δεύτερο όμως είναι άξιο κατηγορίας˙ και ο μεν ζητιάνος καθόλου δεν αντιστρατεύεται προς τον Θεό, αυτός που πλουτίζει αρπάζοντας τα αγαθά των άλλων όμως, παρανομεί και έναντι των ανθρώπων και έναντι του Θεού.

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά και απορρίπτοντας την πλεονεξία εξ ολοκλήρου, ας προσπαθούμε να συγκεντρώνουμε περισσότερο ουράνιο πλούτο, αρπάζοντας με πολλή προθυμία την ουράνια βασιλεία. Διότι δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν κάποιος που είναι ράθυμος να εισέλθει σε αυτήν. Είθε δε αφού όλοι γίνουν πρόθυμοι και επάγρυπνοι να επιτύχουν αυτήν, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 

(Πηγή: Ιερού Χρυσοστόμου “Άπαντα τα έργα”, εκδ. σειρά “Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας”, σελ. 401-431) 

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

ΓΕΡΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ: Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΠΟΥ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕ ΤΑ ΕΓΚΟΣΜΙΑ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΑΣΚΗΤΗΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ!

 Γέρων Σεραφείμ: Ο δημοσιογράφος 
που εγκατέλειψε τα εγκόσμια και έγινε ασκητής στο Άγιο Όρος! 

Ένας πρώην δημοσιογράφος, τώρα ασκητής στο «Περιβόλι της Παναγιάς» και μάλιστα στα «φρικτά» Καρούλια του Αγίου Όρους. Το ρεπορτάζ φέρνει στο φως το «Αγιορείτικο Βήμα». 

Ο ερημίτης Γέροντας Σεραφείμ από τη Σερβία σπούδασε οικονομικά και στη συνέχεια εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης.

«Aυτά που πίστευα στην θρησκεία μου δεν είχαν καμία σχέση με αυτά που έπραττα ως δημοσιογράφος, δυο αντίθετοι δρόμοι, διαφορετικές αξίες», λέει χαρακτηριστικά για την απόφαση του να εγκαταλείψει την καριέρα του και να πάει στο Άγιο Όρος.

Ζει ολομόναχος σε ένα απόκρημνο σημείο στα Καρούλια, σε ένα ξύλινο σπιτάκι, έξω από το στενό σπήλαιο που χωράει μόνο έναν άνθρωπο. Τέσσερις σανίδες και μία κουρελού του αρκούν για να κοιμάται.

Πατέρας ενός 16χρονου κοριτσιού, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στο Θεό. «Εδώ προσεύχομαι για την κόρη μου και τη γυναίκα μου, δεν τους εγκατέλειψα. Νοερά είμαι μαζί τους. Ερωτεύτηκα τον Τριαδικό Θεό μας. Έτσι θα ωφεληθούμε όλοι μας καλύτερα», τονίζει, εξηγώντας την απόφαση του να αφήσει την οικογένεια του και να φορέσει το μοναχικό σχήμα.

Όσο για το πώς αισθάνεται ζώντας εκεί ολομόναχος, η απάντηση του είναι αφοπλιστική: «Δεν ζω μόνος, εδώ έχω πολλούς συντροφιά, τους χιλιάδες αγγέλους που τους βλέπεις μόνο όταν δουλεύεις για την ψυχή και όχι για το σώμα, τη σάρκα τη συντηρούμε με κάποια αγαθά που μας προσφέρει ο Πανάγαθος».

Είχε, όμως, να μας διηγηθεί και μια θαυμαστή ιστορία: «Μία μέρα δεν είχα απολύτως τίποτα να φάω και ιδού το θαυμαστό. Βλέπω ένα αετό με πολύ υψηλή ταχύτητα να έρχεται προς τη σπηλιά μου και λέω τώρα θα με πάρει μαζί του… έβαλα κακό λογισμό. Αλλά όσο πλησίαζε διέκρινα ότι κάτι κρατούσε. Ήταν ἐνα ψάρι ολόφρεσκο… Ε με αυτό έβγαλα την ημέρα μου»… 

Αγιορείτικο Βήμα

Π. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΤΣΗΣ: ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΜΙΚΡΟΝ ΠΟΙΜΝΙΟΝ!

 Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης
Διακονία εἰς τό μικρόν ποίμνιον 

μείωση τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, ἀστυφιλία καὶ μετανάστευση συνετέλεσαν στὸ νὰ ἐγκαταλειφθεῖ ἐπαρχία, νὰ κλείσουν τὰ σχολεῖα, νὰ καταργηθοῦν οἱ δημόσιες ὑπηρεσίες, νὰ ἐρημώσει τόπος. Πρόκειται γιὰ ἕνα μεγάλο, σοβαρὸ καὶ δυσ­επίλυτο πρόβλημα. Οἱ πολιτικοὶ δὲν ἀνησυχοῦν στὸ βαθμὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε, ἐνῶ προεκλογικὰ ὑπόσχονται πολλά, γιὰ νὰ βελτιωθεῖ ἡ καταστάση καὶ νὰ ξαναζωντανέψουν οἱ κωμοπόλεις καὶ τὰ χωριά.Τελικὰ δὲν γίνεται τίποτα. Σὲ λίγα χρόνια ἡ ἐρήμωση τῆς ἐπαρχίας θὰ ὁλοκληρωθεῖ καὶ οἱ ἐλάχιστοι κάτοικοι θὰ μείνουν ἀπροστάτευτοι καὶ ἀποίμαντοι.

  Τὸ πρόβλημα ἐπηρεάζει καὶ τὴν Ἐκκλησία, γιατί δὲν ὑπάρχουν ὑποψήφιοι κληρικοὶ καταγόμενοι ἀπὸ τὴν περιοχή, ὅπως καὶ οἱ κληρικοί, ποὺ διακονοῦν δὲν ἐπαρκοῦν. Δὲν λείπουν κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶναι πρόθυμοι νὰ ἐργαστοῦν σὲ ἐρημωμένες περιοχές, ὅπου οἱ ἐνορίες εἶναι ὀλιγάνθρωπες. Ἀπρόθυμοι εἶναι καὶ οἱ πρὸς ἀρχιερατείαν ἀρχιμανδρίτες. Διστάζουν νὰ ἐκλεγοῦν σὲ μητροπόλεις μὲ μειωμένο πληθυσμό, μὲ ἐλάχιστους οἰκονομικοὺς πόρους καὶ μὲ κληρικοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ζῆλο, γιὰ νὰ διακονήσουν τὴν Ἐκκλησία.

  Πρέπει ὅμως νὰ διευκρινίσουμε τὸ ἑξῆς: Ἡ πολιτεία εὔκολα καταργεῖ ὑπηρεσίες, εὔκολα μετακινεῖ στρατιωτικὲς μονάδες καὶ δὲν ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν ἐρήμωση τῆς ἐπαρχίας. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως πρέπει νὰ εἶναι παντοῦ παροῦσα μὲ τοὺς κληρικούς της, γιὰ νὰ καλύπτει τὶς θρησκευτικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, νὰ συντηρεῖ τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια, νὰ προστατεύει τὰ ἐκκλησιαστικὰ κειμήλια καὶ γενικὰ καθετὶ ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει στόχος τῶν ἀρχαιοκάπηλων.

  Ὁ πόνος τῶν κληρικῶν ποὺ ἐργάζονται στὶς ἐγκαταλελειμμένες ἐνορίες ἐπὶ δεκαετίες καὶ κοπιάζουν γιὰ τὴ συντήρηση τῶν ναῶν εἶναι μεγάλος. Χωρὶς οἰκονομικοὺς πόρους, ἀλλὰ μόνο μὲ τὶς προσφορὲς τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν- ὅταν φυσικὰ ἐμπιστεύονται τοὺς ἱερεῖς τους καὶ διαπιστώνουν τὸ ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὴν ἐνορία τους- μο-χθοῦν χωρὶς καμιὰ ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ μητροπολίτη τους!

  Οἱ συγκεκριμένοι αὐτοὶ ἱερεῖς αἰσθάνονται βαθιὰ ἱκανοποίηση, γιατί ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντά τους, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν τὴ δυσκολία μετακίνησή τους ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ καὶ τὰ ποικίλα προβλήματα ποὺ ὑπάρχουν σὲ κάθε ἐνορία. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματική τους ἀνταμοιβή, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλη ἀξία καὶ διατηρεῖ τὴν ἱερωσύνη τους ζῶσα.

  Τὸ ἱερατικὸ αὐτὸ βίωμα δὲν ὑπάρχει στοὺς ἱερεῖς τῶν πόλεων, γιατί ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐντυπωσιάζονται ἀπὸ τὶς δραστηριότητές τους, οἱ ὁποῖες εἶναι τυποποιημένες καὶ συνήθεις.

  Τὸ ἔργο τοῦ μητροπολίτη μίας μικρῆς καὶ πτωχῆς περιοχῆς πολλὲς φορὲς ἐντυπωσιάζει τοὺς πιστούς, ὅταν βέβαια ἔχει ἱερὸ ζῆλο, ἀγαπάει τὸν τόπο καὶ εἶναι στοργικὸς ἀπέναντί τους. Διαπιστώνει ὁ ἴδιος τὸ σεβασμὸ τοῦ ποιμνίου του πρὸς τὸ πρόσωπό του, κάτι ποὺ δὲν εἶναι δεδομένο στὴ σκληρὴ ἐποχή μας. Οἱ πιστοὶ τὸν προσ­έχουν σὲ κάθε κίνηση καὶ πρωτοβουλία του, εἶναι πάντα κοντά του. Ὅταν τὸν συναντοῦν χαίρονται καὶ διατυπώνουν τὰ καλύτερα λόγια γι’ αὐτόν. Τὸν νιώθουν δίπλα τους, γιατί εἶναι κοινωνικὸς καὶ προσιτός. Τὸν ἔχουν πνευματικό τους στήριγμα. Καὶ ἰσχύει γιὰ τὸ μητροπολίτη τους αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Κύριος γιὰ τὸν ἑαυτό του: «Ἐγὼ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν» (Ἰωάν. ι΄ 14). Ἐγὼ εἶμαι ὁ καλὸς βοσκὸς καὶ γνωρίζω τὰ πρόβατα ποὺ εἶναι δικά μου, καὶ τὰ δικά μου μὲ ἀναγνωρίζουν).

  Αὐτὴ ἡ ἀνυπόκριτη ἐπικοινωνία τοῦ μητροπολίτη μὲ τοὺς πιστοὺς ἀνθρώπους εἶναι θεοφιλής, ἀποφέρει πνευματικοὺς καρποὺς καὶ στηρίζει βαθύτατα τὸν ποιμένα καὶ τὸ ποίμνιο.

  Ὡστόσο ὑπάρχει καὶ μία ἐξαίρεση στὰ ὅσα ὑποστηρίζουμε. Μερικοὶ φιλόδοξοι ἀρχιμανδρίτες δέχονται νὰ ἐκλεγοῦν μητροπολίτες, ἔστω καὶ σὲ περιοχὲς ποὺ παραπάνω περιγράψαμε, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν τὴν ἰδιαιτερότητά τους καὶ γρήγορα δυσκολεύονται νὰ προσαρμοστοῦν. Μαθημένοι στὴν ἄνεση τῆς πόλης, θεωροῦν τὴ μητρόπολή τους ἐξορία, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν δείχνουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν τόπο καὶ συχνὰ ἀπουσιάζουν γιὰ πολὺ καιρὸ προφασιζόμενοι διάφορους λόγους, δῆθεν πνευματικούς, δηλαδὴ γιὰ νὰ συναντήσουν τὰ πνευματικά τους τέκνα καὶ νὰ τὰ στηρίξουν στὸν καλό τους ἀγώνα! Αὐτὸ προφανῶς δὲν ἀληθεύει. Ἐὰν δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ ἀνάγκη, ἂς ἐπισκέπτονται τὰ τέκνα τὸν πνευματικό τους πατέρα.

  Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς οἱ περιοχὲς παραμένουν ἀποίμαντες καὶ οἱ σκανδαλώδεις ἐκδηλώσεις δὲν λείπουν. Ἀλίμονο στοὺς καλοπροαίρετους χριστιανοὺς ποὺ ἀποτελοῦν ποίμνιο χωρὶς ποιμένα! Κινδυνεύουν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ἀπὸ τοὺς φανεροὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς προβατόσχημους λύκους! 

Ορθόδοξος Τύπος

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ: ΦΟΒΕΡΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΘΕΙΑ ΔΙΚΗΣ ΒΛΑΣΦΗΜΩΝ!

 Φοβερές περιπτώσεις Θείας Δίκης βλασφήμων 

Ο αείμνηστος πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος, ηγούμενος τότε, γιά 50 περίπου χρόνια στό ιστορικό μοναστήρι Λογγοβάρδας στήν Πάρο, στό βιβλίο του " Πόλεμος κατά τής βλασφημίας" σημειώνει κάποια συνταρακτικά περιστατικά τα οποία πρέπει να μας προβληματίσουν όλους, ιδιαίτερα όσουν βρίζουν τα Θεία .

1. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ

Γράφει σχετικά ο Γέροντας:

Κατά τό έτος 1924, είς τήν αρχή τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθήμενος είς τό κελλίον μου καί μελετών, άκουσα γοερές κραυγές. Σκύβοντας από τό παράθυρό μου, είδα στό προαύλιο τής Μονής ένα νέο φορτωμένο επάνω σ΄ ένα γαϊδουράκι. Τόν βάσταζαν δύο άνθρωποι, οί οποίοι αφού τόν κατέβασαν από τό υποζύγιο, κρατώντας τον από τά χέρια τόν οδήγησαν πρός τόν Iερόν Nαόν τής Μονής. Κατέβηκα κι΄ εγώ στήν εκκλησία, γιά νά πληροφορηθώ τί συμβαίνει.

Είδα τό παιδί αυτό, πεσμένο στήν πόρτα τού ναού, εντελώς παραμορφωμένο στό πρόσωπο. Όλο του τό σώμα, χέρια πόδια, στόμα, μύτη, είχαν στρεβλωθεί, σέ μία αλλόκοτη, τερατώδη, καί δαιμονική έκφραση. Είδα ότι ήταν καί τυφλός...

Αυτοί πού τόν συνόδευαν μπήκαν μέσα καί προσκύνησαν τίς εικόνες. Ήταν, όπως έμαθα, ό πατέρας του καί ένας εξάδελφός του.

Ξαφνικά βλέπω αυ τόν τόν νεαρό, νά σέρνεται σάν φίδι μέσα στήν Εκκλησία, καί αφού έφθασε στήν μέση γονατιστός, στάθηκε μπροστά στίς άγιες εικόνες καί άρχισε νά βλαστημάει τόν Χριστό...

Τόν πλησίασα αγανακτισμένος γιά τήν ασέβειά του καί χαστουκίζοντάς τον δυνατά, τού είπα,

"Ασεβέστατε! Καί μέσα στήν εκκλησία τολμάς νά βλαστημάς τόν Θεό;"

Μαζεύτηκε, καί είπε, " Κύριε ελέησον! "

Ρώτησα τόν πατέρα του πώς τό έπαθε, καί μού είπε, ότι o Γιώργος από μικρό παιδί βλαστημούσε...

" Χθές τό πρωϊ, μού είπε, τού φύγανε τά πρόβατα καί μπήκαν σέ ένα χωράφι σπαρμένο. Πήγε νά τά μαζέψει βλαστημώντας τουλάχιστον 10-15 φορές τήν Παναγία. Ενώ πλησίαζε στό χωράφι βλασφημώντας συνέχεια, έπεσε κάτω, τυφλώθηκε, καί μεταμορφώθηκε ή όψι του σε αυτή τήν τερατώδη κατάσταση. Τόν φέραμε στή Μονή,είπε, νά τού κάνετε αγιασμό, παρακλήσεις, καί ότι άλλο χρειάζεται..."

Τού κάναμε πράγματι όλα αυτά, τού διαβάσαμε καί εξορκισμούς, αλλά αυτό ό βέβηλος δέν σταμάτησε νά βλαστημάει. Μετά από λίγες μέρες μέ φώναξε ό υπηρέτης τής Μονής πού βοηθούσε τόν νεαρό καί τόν τάϊζε καί μού είπε,

- Ελα νά ιδής τόν πάσχοντα. Τού κόπηκε ή γλώσσα καί δέν μπορεί ούτε νερό νά πιεί...

" Πήγα, καί έφριξα μέ ότι είδα. Ή γλώσσα του, αυτή πού συνεχώς βλαστημούσε, ήταν κομμένη καί ξεριζωμένη, σφηνωμένη εντελώς στόν λάρυγγα.

Τήν άλλη μέρα, διηγείται ό π. Φιλόθεος Ζερβάκος, έφυγα γιά νά πάω στήν Νάξο. Όταν γύρισα, ρώτησα σχετικά τούς πατέρες καί μού είπαν.

"Πέθανε εδώ καί δυό μέρες.

Ό πατέρας του είχε πάει στό χωριό γιά νά φέρει καθαρά ρούχα γιά τήν ταφή, καί ο υπηρέτης είχε πάει σπίτι του. Τήν νύκτα τού θανάτου του, ακούγαμε στό μοναστήρι χορούς, φασαρίες, καί τραγούδια...

ΕΙΣΑΙ '' ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ '' ΤΩΡΑ...

Ξυπνήσαμε όλοι, νομίζοντας ότι τραγουδούσαν καί χόρευαν οί υπηρέτες τής Μονής. Ό πατήρ Σάββας μάλιστα, πήρε τό ραβδί του γιά νά πάει νά τούς διώξει. Ανοίγοντας τό παράθυρό, τρείς ή ώρα τήν νύκτα, άκουσε φωνές στό σκοτάδι πού έλεγαν δυνατά,

" Γιώργο! Γιώργο! Έλα δώ, πού πάς νά φύγεις! Είσαι δικός μας τώρα..."

Αφού παύσανε αυτοί, ακούστηκαν άλλες φωνές απέναντι από τό μέρος τών τραγουδιών...

" Βρέ, ελάτε εδώ, μή φοβάστε, τόν πήραμε εμείς τόν Γιώργο! "

Ο πατήρ Σάββας έντρομος τότε, από τίς φωνές τών δαιμόνων, πού τραβούσαν μαζί τους τήν ψυχή τού βλασφήμου, άρχισε νά προσεύχεται στόν Χριστό καί στήν Παναγία ζητώντας βοήθεια. Πράγματι σταμάτησαν οί φωνές καί οί δαίμονες έγιναν άφαντοι. Όταν μετά από λίγο κατέβηκε καί πήγε στό δωμάτιο τού παιδιού, τό βρήκε πεθαμένο καί ριγμένο μέ δύναμι, έξω από τό σπίτι...

Φόβος καί τρόμος μάς κατέλαβε όλους, γράφει ό πατήρ Φιλόθεος.

Καί συνεχίζει...

" Τί φαντάζεσθε εσείς οί βλάσφημοι; Επειδή βλέπετε ότι ό Θεός αργεί νά σάς παιδεύσει, νομίζετε ότι θά αποφύγετε καί τήν τιμωρία;

Εάν νομίζετε ότι ό Θεός δέν σάς βλέπει, δέν σάς ακούει, καί γι΄αυτό δέν σάς τιμωρεί τήν ώρα πού τόν βλαστημάτε, πλανάσθε ταλαίπωροι.

Εάν τήν ευσπλαχνία καί μακροθυμία τού Θεού πού από αγάπη σάς κάνει γιά νά μή κολασθείτε αιώνια, τήν θεωρείτε αδυναμία, τότε αληθινά αλλοίμονό σας...

2. ΕΠΕΣΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΣΑΝ ΚΟΥΜΠΙΑ ΕΠΑΝΩ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ...

Συνεχίζει ό π. Φιλόθεος.

" Γύρω στά 1921 μετέβαινα ατμοπλοϊκώς στόν Βόλο, πρός επίσκεψη πνευματικών μου αδελφών. Μεταξύ τών επιβατών ήταν καί δυό ομογενείς από τήν Αμερική πού γύριζαν στήν πατρίδα τους. Ο νεώτερος ήταν Κεφαλλονίτης καί ό μεγαλύτερος καταγόταν από κάποιο χωριό τού Πηλίου.

Τό βράδυ, στό σαλόνι τού πλοίου πιάσαμε συζήτηση μαζί μέ άλλους επιβάτες καί τούς μίλησα ανάμεσα στά άλλα καί γιά τήν μεγάλη αμαρτία τής βλασφημίας τού Χριστού, τής Παναγίας, καί τών Αγίων. Οί περισσότεροι άκουγαν μέ ευλάβεια καί ενδιαφέρον αυτά πού τούς έλεγα. Δυό-τρείς όμως από τούς ακροατές δυσανασχέτησαν καί άρχισαν νά λένε, ότι όσα τούς λέω είναι γιά νά τούς φοβίσω γιά νά μή βλαστημάνε, καί καλά βέβαια κάνω πού τά λέω αυτά, αλλά είμαι υπερβολικός καί δέν λέω αλήθεια.

Τότε σηκώθηκε όρθιος ό νεαρός Κεφαλλονίτης καί μέ θάρρος τούς είπε.

" Θά σάς διηγηθώ ένα περιστατικό πού τό είδα μέ τά μάτια μου, καί άν θέλετε πιστέψτε το. Εδώ καί τρείς μήνες πού ήμουν στήν Αμερική, παραμονή τού Αγίου Βασιλείου, βρισκόμουν μέ άλλους ομογενείς καί παίζαμε χαρτιά γιά τό καλό τού χρόνου πού λέμε, σ΄ ένα ελληνικό καφενείο.

Ένας συμπατριώτης μου καί πολύ γνωστός μου, κι΄αυτός από τήν Κεφαλονιά, επειδή συνεχώς έχανε στά χαρτιά, άρχισε νά βλαστημάει τόν Θεό, τήν Παναγία, τά καντήλια, τόν Χριστό, τούς Αγίους, κλπ. Δέν είχε αφήσει τίποτα όρθιο...

Στίς παρατηρήσεις πού τού κάναμε, καί εγώ καί άλλοι συμπαίκτες του, αυτός βλαστημούσε περισσότερο. Τελευταία, αφού έχασε όλα τά λεφτά του, σηκώθηκε από τό τραπέζι καί άρχισε νά βλαστημάει τόν Άγιο Γεράσιμο. Τρείς ώρες βλαστημούσε τά θεία, στό τέλος βλαστημούσε καί τόν Άγιο Γεράσιμο καί μάλιστα μούντζωνε καί τόν ουρανό, σάν νά τόν έβλεπε, μέ χυδαίες εκφράσεις...

Τήν στιγμή όμως κατά τήν οποία ύψωσε πάλι τά χέρια του μουντζώνοντας πρός τά πάνω, τά χέρια του παρέλυσαν πέφτοντας άψυχα κάτω, καί τά μάτια του σάν κάποιος νά τά έβγαλε τινάχτηκαν καί κύλησαν πάνω στό τραπέζι πού χαρτοπαίζαμε!!!

Φόβος καί τρόμος μάς κατέλαβε μέσα στό καφενείο...

Ό βλάσφημος κλαίγοντας καί θρηνώντας γιά τό ελεεινό πιά κατάντημά του, άρχισε νά παρακαλεί τόν Χριστό, τήν Παναγία, καί τόν Άγιο Γεράσιμο, νά τόν συγχωρήσουν καί νά τού δώσουν τό φώς του.

Δυστυχώς, συμπλήρωσε ό νεαρός Κεφαλλονίτης, μέχρι τήν ημέρα πού έφυγα από τήν Αμερική, γύριζε τυφλός καί κουλός, ζητιανεύοντας από τούς άλλους ομογενείς γιά νά ζήσει...

3. ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

Τόν Δεκέμβριο τού 1924, λίγο πρίν τά Χριστούγεννα, ήλθε στό μοναστήρι μας μία γυναίκα από τήν Νάουσα τής Πάρου γιά εξομολόγηση, καί ανάμεσα στά άλλα μού είπε, γράφει ό π. Φιλόθεος.

" Πρέπει νά σάς κάνω γνωστό, σάν Πνευματικός μου Πατέρας πού είστε, μία μεγάλη συμφορά πού έχει συμβεί στό σπίτι μου. Ό άνδρας μου ήταν πολύ βλάσφημος. Βλασφημούσε εμένα, τά παιδιά, τά ζώα μας, μέ τήν πιό μικρή αφορμή, καί κανέναν δέν άκουγε. Εδώ καί 15 μέρες κατεβαίνοντας τήν νύκτα ό άνδρας μου κάτω στόν στάβλο γιά νά δώση τροφή στά ζώα προσπάθησε νά ξεχωρίσει δυό μοσχάρια πού μάλωναν. Αυτός, αντί νά κτυπήσει ή νά τραβήξει καί νά δέσει αλλού τό ένα μοσχάρι, άρχισε μέ δυνατές φωνές νά βλαστημάει Χριστούς καί Παναγίες...

Τήν στιγμή ακριβώς πού βλαστημούσε, ένα βόδι τού στάβλου, τό πιό ήσυχο από άλλες φορές, ενώ έτρωγε, αφήνει τήν τροφή του καί σάν νά ήταν λογικό όρμησε εναντίον του τόν κτύπησε μέ τά κέρατά του, καί αφού τόν έριξε ανάσκελα, γονάτισε επάνω του κτυπώντας τον στό κεφάλι. Προσπαθούσε μέ τά κέρατα νά τόν τρυπήσει στό στόμα ή νά τού βγάλει τά μάτια...

Τρέξαμε κάτω στίς πρώτες φωνές του, " βοήθεια, μ΄ εσκότωσε!" , μαζί μέ τά παιδιά μου, φωνάξαμε καί γείτονες, καί όλοι μαζί 7-8 άνδρες δυνατοί δέν μπορούσαμε νά τραβήξουμε τό βόδι από πάνω του. Μέ τά πολλά, καί αφού τό πιάσαμε από τά τέσσερα πόδια τραβώντας το, βάλαμε τόν άνδρα μου σέ μιά κουβέρτα καί πήγαμε νά τόν βγάλουμε από τόν στάβλο. Τό βόδι, όρμησε πάλι πάνω στό σώμα μέ τήν κουβέρτα, όχι στούς άλλους, σάν να είχε λογική τιμωρίας γιά τόν βλάσφημο, καί τόν κυνήγησε ώς τά πρώτα σκαλοπάτια τού ανωγείου, μή μπορώντας νά ανέβει επάνω. Στεκόταν μάλιστα στήν βάση τής σκάλας, κοιτάζοντας πρός τόν άνδρα μου αγριεμένο, κουνώντας τό κεφάλι του καί ξεφυσώντας...

Μετά 3 μήνες, διηγείται ό π. Φιλόθεος, στό τέλος τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ήλθε πάλι η γυναίκα αυτή στό μοναστήρι γιά νά εξομολογηθεί. Φορούσε μαύρα καί μού είπε ότι ό άνδρας της είχε πεθάνει αφού είχε βασανιστεί πολύ από τούς πόνους μιά καί τό βόδι τού είχε σπάσει τήν σπονδυλική στήλη. Τόν είχαν στηρίξει μάλιστα μέ μαξιλάρια καί τόν τάϊζαν μέ τό κουταλάκι.

Είχε πληρώσει δυστυχώς, τά επίχειρα τής βλασφημίας του...

(Αποσπάσματα από τό βιβλίο " Πόλεμος κατά τής βλασφημίας" ( εκδόσεις 'Ορθόδοξος Κυψέλη", Θεσ/κη), τού αείμνηστου αγίου γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου, πρώην ηγούμενου τής Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας στήν Πάρο.)

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΠΟΥ ΕΒΓΑΙΝΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ!

 Η Γερόντισσα Λαμπρινή που έβγαινε έξω από το σώμα της

Η κυρία Βασιλική Τζουρμανά από το Κομμένο Άρτας μαρτυρεί:

«Άκουσα σε μια Εκκλησία της Άρτας για πρώτη φορά να συζητούν για την Λαμπρινή και τα πνευματικά της χαρίσματα και ένιωσα μεγάλη επιθυμία να την γνωρίσω. Με μια συγγένισσά μου που την ήξερε πήγαμε στο φτωχικό σπιτάκι της. Από τότε για σαράντα περίπου χρόνια μέχρι πού έφυγε από την ζωή την ακολουθούσα σχεδόν πάντοτε σε προσκυνήματα, σε αγρυπνίες, σε λειτουργίες που έκανε σε Εκκλησίες και κοιμόμασταν μέσα σ’ αυτές τις νύχτες. 

Η θεία Λαμπρινή προσευχόταν και διάβαζε πολλές ώρες και κοιμόταν ελάχιστα. 

Κάποτε ζήτησα την βοήθειά της. Ο άνδρας μου χαρτόπαιζε και παραμελούσε το σπίτι. Είχαμε φθάσει σε αδιέξοδο. «Μη φοβάσαι», μου είπε, «όλα θα τα τακτοποιήσει ο Κύριος Ιησούς Χριστός, αρκεί να δείξεις πίστη στον Κύριο». 

Μου ζήτησε για σαράντα μέρες να ξυπνώ στις 3 μετά τα μεσάνυχτα και να προσεύχομαι κάνοντας και 40 μετάνοιες. Μου είχε δώσει να διαβάζω κάποιες προσευχές και μου είπε ότι και αυτή θα προσεύχεται για να μας βοηθήσει ο Κύριος. «Πράγματι έκανα όπως μου είπε η θεία Λαμπρινή κρυφά από τον άνδρα μου και μετά τις σαράντα μέρες ξαφνικά όλα άλλαξαν. Ο άνδρας μου δεν ξανάπαιξε χαρτιά, ασχολούνταν με τα κτήματα και την οικογένεια και τα οικονομικά μας βελτιώθηκαν. 

Κάποτε με τη θεία Λαμπρινή και άλλες γυναίκες κοιμηθήκαμε σε μια Εκκλησία. Αφού τελείωσε τις προσευχές της ξάπλωσε να κοιμηθεί. Εμένα δεν με έπαιρνε ο ύπνος. Ακούω την θεία Λαμπρινή ενώ κοιμόταν έβγαζε κάτι αναστεναγμούς, σαν να δούλευε και ήταν πολύ κουρασμένη. Αυτό κράτησε για λίγο. Σηκώθηκα και έπιασα τα χέρια της και τα πόδια της. Ήταν σαν να έπιανα έναν πεθαμένο… Κατάλαβα ότι πάλι η θεία Λαμπρινή έφυγε πνευματικά από το σώμα της. Τις πρωινές ώρες την άκουσα πάλι σαν να αγκομαχούσε. «Τώρα θα επέστρεψε», σκέφθηκα. Μόλις ξύπνησε την ρωτάω: «Το βράδυ έφυγες; Που πήγες»; Μου έδωσε την έξης απάντηση: «Πήρα την (τάδε, μια γυναίκα πού ήταν στην παρέα μας) και την παρουσίασα στον Κύριο». 

Κάποια φορά αντιμετώπισα ένα μεγάλο πρόβλημα. Έμεινα για έξι μήνες στο κρεββάτι με δυνατούς πόνους στην μέση μου. Δεν μπορούσα να κουνηθώ και πήγαινα από γιατρό σε γιατρό, αλλά η κατάσταση μου χειροτέρευε. Μια μέρα η θεία Λαμπρινή με επισκέφθηκε στο σπίτι μου. 

«Μην ανησυχείς», μου είπε, «σε λίγο καιρό θα είσαι τελείως καλά». Την ίδια μέρα με πληροφόρησε κάποια γνωστή μου ότι η θεία Λαμπρινή πριν έρθει στο σπίτι μου πήγε στην Εκκλησία του χωριού μου, και γονατιστή για πολλή ώρα προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Κοιμήσεως της Παναγίας, που είναι αφιερωμένη η Εκκλησία. Σε λίγες μέρες με την βοήθεια κάποιου γιατρού περπατούσα κανονικά. Από τότε μέχρι σήμερα για 18 χρόνια δεν είχα την παραμικρή ενόχληση. 

Και μετά την κοίμηση της σε δύσκολες στιγμές της ζωής μου την επικαλούμαι και πάντα με βοηθάει. Είχα ένα καλοκαίρι πονοκεφάλους και ζαλάδες που ίσως οφείλονταν στους καύσωνες. Ξάπλωσα να κοιμηθώ, αφού πρώτα ζήτησα την βοήθεια της. Ήρθε στον ύπνο μου, στάθηκε από πάνω μου και με σκέπασε μ’ ένα σεντόνι. Το πρωί πού σηκώθηκα ήμουν υγιέστατη».

Η κυρία Μαρία Δραγατάκη από την Άρτα αναφέρει: 

«Έμαθα πολλά κοντά στη γιαγιά Λαμπρινή πηγαίνοντας μαζί της στις αμέτρητες ολονυχτίες και στα προσκυνήματα πού οργάνωνε η ίδια. Με αποκαλούσε «παιδί μου» και η λέξη αυτή άγγιζε πραγματικά την ψυχή μου. Είχε υπομονή και άκουγε τα προβλήματα μου και πάντα εύρισκε λύσεις. 

Η ζωή της ήταν αγία και ήταν πολύ ταπεινή. Τι να πρωτοθυμηθώ; Την βοήθεια της προς την μητέρα μου; Τις προβλέψεις και την προσευχή πού έκανε για τα παιδιά μου; Ή το μεγάλο καλό πού έκανε σε μένα; 

Όταν μετά από ένα βαρύ χειρουργείο έχασα τον ύπνο μου, νιώθοντας απελπισμένη και χαμένη, πήγα μεσάνυχτα στο σπίτι της, ζητώντας βοήθεια και την βρήκα στα γόνατα να προσεύχεται λουσμένη στον ιδρώτα και γύρω της αναμμένα καντήλια και κεριά. Μου είπε: «Παιδί μου, Τι έπαθες απόψε»; 

Σταυρώνοντάς με από τότε ηρέμησα. Να είναι καλά εκεί πού βρίσκεται η γιαγιά Λαμπρινή και να πρεσβεύει για όλους μας». 

Ο Α. Γ. αναφέρει: 

«Γνώριζα την γιαγιά Λαμπρινή από μικρός, γιατί ερχόταν στο σπίτι μας και έβλεπε την κατάκοιτη γιαγιά μου, αλλά την θεωρούσα μια αγράμματη γιαγιά. Άκουσα άλλους να μιλούν με ευλάβεια γι’ αυτήν και όταν γύρισα από το πρώτο προσκύνημα μου στο Άγιον Όρος το 2002, πήγα να την δω και να της δώσω μια ευλογία. Μπαίνοντας στο κελλάκι της ένιωσα σαν να βρίσκομαι μπροστά σ’ ένα γίγαντα. Συνειδητοποίησα τότε, χωρίς να ξέρω πώς, ότι αυτή η γυναίκα ήταν πολύ ψηλά πνευματικά, τόσο πού δεν μπορούσα να την ατενίσω, αν και σωματικά ήταν μικροκαμωμένη. 

Η συζήτηση μαζί της ήταν μια πνευματική πανδαισία. Τότε κυριαρχούσε το θέμα των ταυτοτήτων που με απασχολούσε έντονα. Η πρώτη κουβέντα που μου είπε, χωρίς να αναφέρω κάτι σχετικό, ήταν: «Δεν πρέπει να πάρουμε τις ταυτότητες με το χάραγμα…»

Στις επόμενες επισκέψεις μου μέχρι την κοίμησή της διαπίστωσα ότι είχε το προορατικό και διορατικό χάρισμα. Μου ανέφερε γεγονότα άγνωστα σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, άλλοτε γεγονότα που αφορούσαν το μέλλον μου και έγιναν, και άλλα για γενικότερα θέματα. Ορισμένες δε φορές ενώ είχα στο νου μου να θέσω μια ερώτηση η μου γεννιόταν μια απορία σε συζήτηση παρουσία και άλλων ανθρώπων, αυτή σταματούσε την συζήτηση, απαντούσε στην ερώτηση που σκεφτόμουν και συνέχιζε την συζήτηση. 

Τον Μάϊο του 2002 πού την είδα μου είπε ότι σε λίγους μήνες θα φύγει. Αλλά όταν με είδε πως στενοχωρήθηκα πολύ, είπε: «Ε, έτσι το λέω, μήνες – χρόνια». Αλλά κοιμήθηκε πράγματι σε λίγους μήνες, τον Οκτώβριο του 2002 και πορεύθηκε η ψυχή της στον Κύριο που τόσο πόθησε από μικρή». 

Την τελευταία Κυριακή που πήγε στην Εκκλησία κοινώνησε και διάβασε την Ευχαριστία στο σπίτι της. Την Δευτέρα άπλωσε όλα τα βιβλία στο κρεββάτι της, διάβαζε από το καθένα λίγο, το σταύρωνε, το ασπαζόταν και το άφηνε στην άκρη. Τρόπον τινά τα αποχαιρετούσε, γιατί τόσα χρόνια αυτά ήταν η καλύτερη συντροφιά της. Την Τρίτη το απόγευμα κάλεσε την κόρη της να κάνουν Παράκληση. 

Τελειώνοντας είπε: «Σ’ ευχαριστώ, Παναγία μου, πού μου έδωσες να κάνω κι αυτή την Παράκληση. Γιατί μέχρι την Πέμπτη έχω πολλές προσευχές να κάνω ακόμη». Στην ερώτηση της κόρης της τι θα κάνει την Πέμπτη, απάντησε: «Θα πάω για εκεί πού εργάστηκα, αν εργάστηκα καλά…» 

Την Τετάρτη το πρωί ζήτησε να δη τα εγγόνια της. «Αύριο θα φύγω», είπε. Το βράδυ είπε σε μια ανιψιά της: «Τώρα εγώ θα φύγω. Να πας να το πεις εσύ στην Σταθούλα, να μην της κακοφανεί. Παρακαλούσα τον Θεό να με αφήσει να ζήσω, μέχρι να ωριμάσει η Σταθούλα και να καταλάβει τι είναι η άλλη ζωή».

Κάποια στιγμή ανασηκώθηκε στο κρεββάτι, άνοιξε τα χέρια της και είπε στους παρευρισκομένους: «Ελατέ τώρα, όλοι μαζί, να πάμε στα Ιεροσόλυμα». Τους αγκάλιασε όλους, μετά σταύρωσε το στήθος της, το προσκέφαλο και ξάπλωσε. Τότε η Σταθούλα έβγαλε τους άλλους έξω και μαζί με τον σύζυγο της άναψαν κεράκι και διάβασαν τις προσευχές, όπως ακριβώς της είχε αφήσει εντολή να κάνει η μητέρα της Λαμπρινή. Όταν τελείωσαν τις προσευχές άκουσαν ένα ελαφρύ σσσσς και η Λαμπρινή Βέτσιου ξεψύχησε σαν πουλάκι, στις 17 ‘Οκτωβρίου 2002, ημέρα Πέμπτη. 

Στον τάφο της περνούν και προσκυνούν πολλοί άνθρωποι. Προσεύχονται και αντλούν δύναμη. Κάποια που όσο ζούσε η Λαμπρινή την συμβουλευόταν, ήταν πολύ στενοχωρημένη, γιατί ο σύζυγός της θα έκανε σοβαρή εγχείρηση καρδιάς. Αφού προσκύνησαν τον τάφο της και προσευχήθηκαν, είδε στον ύπνο της την γιαγιά Λαμπρινή που της είπε: «Μην στενοχωριέσαι. Ο άνδρας σου θα γίνει καλά. Μόνο πριν πας στο νοσοκομείο, θα φτιάξεις πρόσφορο και θα το πας στην Εκκλησία. Πράγματι έκανε το πρόσφορο και όλα πήγαν καλά. 

Αυτή ήταν η Λαμπρινή Βέτσιου. Ασκήτρια με μεγάλες νηστείες, με καθημερινές αγρυπνίες, με συνεχή μελέτη και προσευχή. Αγαπούσε τον Χριστό, μιλούσε συνέχεια γι’ Αυτόν και όλα τα κύτταρα του σώματος της ανέδιναν Χριστό. Βοηθούσε τους ανθρώπους με την χάρη πού είχε. Είδε απ’ αυτή την ζωή τον Παράδεισο και την Κόλαση. Ενώ προσευχόταν ερχόταν ενίοτε ο Χριστός, η Παναγία και άλλοι Άγιοι και συνομιλούσαν. 

Ήξερε τα μελλούμενα και έλεγε ότι μας περιμένουν πολύ δύσκολα χρόνια. Λυπόταν τα μικρά παιδιά και έλεγε: «Αν ήξεραν τι θα περάσουν»!. Αλλά αμέσως συμπλήρωνε: «Έχει ο Θεός. Θα οικονομήσει για τους Χριστιανούς». 

Περισσότερα, έλεγε, δεν την άφηνε ο Χριστός να ειπεί …
Αιωνία ας είναι η μνήμη της… 

Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», η 19η διήγηση. Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής.