ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ- ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΝΗΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΩΝ ΦΑΡΙΣΑΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΦΟΡΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Μεγάλη Τρίτη: Για την πονηρή ερώτηση των Φαρισαίων
σχετικά με την καταβολή φόρων στον Καίσαρα και τη θαυμαστή απόκριση του Κυρίου

Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 22, 15 – 22]
«Τότε πορευθέντες οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ (: τότε πήγαν οι Φαρισαίοι στον τόπο των συσκέψεών τους και συμφώνησαν να Τον παγιδεύσουν με ερωτήσεις)» [Ματθ. 22,15].

«Τότε». Πότε δηλαδή; Όταν προπάντων έπρεπε να δείξουν κατάνυξη, όταν έπρεπε να εκπλαγούν από την φιλανθρωπία Του, όταν έπρεπε να φοβηθούν για τα μέλλοντα, όταν έπρεπε να πιστέψουν και για τα μέλλοντα, λαμβάνοντας αφορμή από τα παρόντα. Καθόσον τα όσα ειπώθηκαν, βροντοφώναζαν και για τα γεγονότα του μέλλοντος· διότι πράγματι τελώνες και πόρνες πίστεψαν, και προφήτες και δίκαιοι φονεύθηκαν, και έπρεπε από όλα αυτά να μην έχουν καμία αμφιβολία και για τη δική τους απώλεια, αλλά αντιθέτως έπρεπε και να πιστέψουν και να σωφρονίζονται. Αλλά όμως ούτε και εδώ τερματίζουν τα έργα της κακίας τους, αλλά αυτή αυξάνεται διαρκώς και προχωρούν ακόμη παραπέρα. Και επειδή δεν μπορούσαν να Τον συλλάβουν (διότι φοβόντουσαν τα πλήθη του λαού) μεταχειρίστηκαν άλλη οδό, θέλησαν δηλαδή να Τον παρουσιάσουν ως επικίνδυνο και ως υπεύθυνο δημόσιων αδικημάτων.

«Καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς μαθητὰς αὐτῶν μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων· εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; (: Του αποστέλλουν λοιπόν τους μαθητές τους μαζί με εκείνους που ανήκαν στο κόμμα του Ηρώδη, και Του είπαν: ‘’Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι είσαι ειλικρινής και αληθινός και διδάσκεις τον δρόμο του Θεού με βάση την αλήθεια και χωρίς ψέματα, και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙ διότι δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα). Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις; Επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να δώσουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα και να αναγνωρίσουμε έτσι ότι είμαστε υποτελείς και δούλοι του Καίσαρα;’’ [συμπληρωματικό σχόλιο Παν. Τρεμπέλα: Έτσι οι Φαρισαίοι σκόπευαν ή να κινήσουν την οργή του πλήθους εναντίον Του, εάν επέτρεπε την πληρωμή του φόρου, ή να Τον καταγγείλουν μέσω των Ηρωδιανών ως επαναστάτη, εάν απαγόρευε την πληρωμή του])» [Ματθ. 22, 16-17].

Καθόσον βέβαια ήσαν φόρου υποτελείς, αφού είχαν περιέλθει υπό την εξουσία των Ρωμαίων. Επειδή λοιπόν γνώριζαν ότι οι οπαδοί του Θευδά και του Ιούδα, που έζησαν πριν από Αυτόν, γι΄ αυτόν τον λόγο θανατώθηκαν, επειδή δηλαδή επιχείρησαν αποστασίαήθελαν και Αυτόν με αυτούς τους λόγους να Τον οδηγήσουν σε μια παρομοίου είδους υποψία. Για τον λόγο αυτόν και τους δικούς τους μαθητές απέστελλαν και τους στρατιώτες του Ηρώδη, σκάπτοντας διπλό γκρεμό γύρω από τον Χριστό και θέτοντας από παντού την παγίδα τους, ώστε, οτιδήποτε και αν επρόκειτο να απαντήσει ο Ιησούς, να Τον συλλάβουν.

Εάν μεν μιλούσε υπέρ της γνώμης των Ηρωδιανών, να Τον κατήγγειλαν οι μαθητές των ίδιων των Φαρισαίων που ήταν παρόντες· εάν πάλι ομιλούσε υπέρ της γνώμης των Φαρισαίων, να Τον κατηγορούσαν οι στρατιώτες του Ηρώδη. Μολονότι βέβαια είχε πληρώσει τα δίδραχμα, αλλά δεν το γνώριζαν αυτό. Και περίμεναν να φέρει αντίρρηση και προς τους δύο, αλλά επιθυμούσαν πολύ περισσότερο να πει κάτι εναντίον των Ηρωδιανών. Για τον λόγο αυτόν, αποστέλλουν και τους μαθητές τους, ωθώντας Αυτόν, με την παρουσία αυτών, προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να Τον παραδώσουν στον ηγεμόνα ως τύραννο. Αυτό βέβαια και ο Λουκάς το δήλωσε υπαινισσόμενος, λέγοντας ότι Τον ρωτούσαν παρουσία του πλήθους του λαού, ώστε να έχουν πολύ περισσότερους μάρτυρες. Αλλά όμως συνέβη εντελώς το αντίθετο διότι με την παρουσία περισσότερου πλήθους θεατών απέδειξαν την ανοησία τους.

Και προσέχετε την κολακεία τους και τον καλυμμένο δόλο τους. «Διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός (: Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι είσαι ειλικρινής και αληθινός και διδάσκεις τον δρόμο του Θεού με βάση την αλήθεια και χωρίς ψέματα, και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙ διότι δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)», λέγουν. Πώς λοιπόν λέγατε ότι είναι πλάνος και ότι πλανά τον λαό και ότι έχει δαιμόνιο και ότι δεν είναι απεσταλμένος από τον Θεό; Πώς πριν από λίγο θέλατε να Τον φονεύσετε;

Αλλά όλα γίνονται όπως ακριβώς τα είχε υπαγορεύσει η συκοφαντική τους διάθεση. Επειδή δηλαδή πριν από λίγο Τον ρώτησαν με αυθάδεια«ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς(: Πες μας, με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά;)» [Λουκ. 20, 22] και δεν έλαβαν απάντηση στην ερώτησή τους, αναμένουν να Τον εξαπατήσουν με την κολακεία τους και να τον πείσουν να πει κάτι εναντίον των νόμων που ίσχυαν και αντίθετο προς την εξουσία που κυβερνούσε. Για τον λόγο αυτόν βεβαιώνουν ότι λέγει και την αλήθεια ομολογώντας έτσι την πραγματικότητα, πλην όμως όχι με ορθή σκέψη, ούτε και με την θέλησή τους, και προσθέτουν τους λόγους  «οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός (: και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)».

Πρόσεχε πώς αποκαλύπτονται θέλοντας να Τον οδηγήσουν να πει εκείνα τα λόγια, που θα Τον παρουσιάσουν αντίθετο και προς τον Ηρώδη και θα δημιουργήσει την υποψία ότι είναι τύραννος, ως αντιτιθέμενος προς τους νόμους, ώστε να Τον τιμωρήσουν ως στασιαστή και τύραννο. Διότι το «οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός (: και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)» το έλεγαν υπονοώντας τον Ηρώδη και τον Καίσαρα. «Εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; (: Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις;)»Τώρα τιμάτε και θεωρείτε διδάσκαλο εκείνον, που όταν σας μιλούσε για την σωτηρία σας Τον περιφρονούσατε και πολλές φορές Τον βρίζατε.

Επομένως παρουσιάστηκαν ως άνθρωποι που συμφωνούσαν μαζί Του. Και πρόσεχε την κακουργία τους: δεν λένε «πες μας ποιο είναι το καλό, ποιο το συμφέρον, ποιο το νόμιμο;», αλλά: «Ποια είναι η δική σου γνώμη;»· με αυτό προς ένα και μόνο απέβλεπαν, να Τον κατηγορήσουν και να Τον παρουσιάσουν ως εχθρό του άρχοντα. Και ο ευαγγελιστής Μάρκος επίσης το αποκαλύπτει αυτό και δηλώνει σαφέστερα την αυθάδειά τους και τη φονική διάθεσή τους, λέγοντας ότι αυτοί Τον ρώτησαν: «ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν; (: πες μας λοιπόν: Επιτρέπεται ή όχι να πληρώνουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα; Ναι ή όχι; Να δώσουμε ή να μη δώσουμε τον φόρο αυτό;)» [Μαρκ. 12, 14]. Έτσι ήσαν μεν γεμάτοι από θυμό και φούντωνε η συκοφαντική τους διάθεση, αλλά υποκρίνονταν υποταγή.

Τι τους απαντά λοιπόν ο Ιησούς; «Τί με πειράζετε, ὑποκριταί; (: γιατί προσπαθείτε να με εκθέσετε σε πειρασμό, υποκριτές;)» [Ματθ. 22, 18]. Βλέπεις πώς τους ομιλεί κατά τρόπο που τους ελέγχει σε μεγαλύτερο βαθμό; Επειδή δηλαδή η κακία τους ήταν ολοκληρωμένη  και ολοφάνερη, τους δίνει βαθύτερο χτύπημα, κατά πρώτον με το να προκαλέσει σύγχυση σε αυτούς και να τους αποστομώσει και δεύτερο με το φανερώσει ενώπιον όλων τα κρυφά σχέδιά τους και στη συνέχεια με το να αποκαλύψει σε όλους με ποιες διαθέσεις Τον πλησιάζουν. Αυτά δεν τα έκανε με σκοπό να μειώσει την κακία τους, ώστε να μην επιχειρούν και πάλι να Τον βλάψουν με τις ίδιες ενέργειές τους.

Μολονότι βέβαια τα λόγια τους ήσαν γεμάτα από πολλή τιμή, καθόσον και Διδάσκαλο Τον αποκαλούσαν και Τον επιβεβαίωναν ότι λέγει την αλήθεια και ότι τάχα δεν ήταν προσωπολήπτης, επειδή όμως ήταν Θεός, τίποτε από όλα αυτά δεν υπήρχε που να μην το γνώριζε. Για τον λόγο αυτόν έπρεπε και εκείνοι να αναλογίζονται ότι η επίπληξή Του δεν ήταν προϊόν στοχασμού, αλλά απόδειξη ότι γνωρίζει τις απόκρυφες σκέψεις τους.

Δε σταμάτησε όμως μέχρι την επίπληξη, αν και ήταν αρκετό και μόνο το ότι έλεγξε την σκέψη τους να καταισχύνει την πονηρία τους,  αλλά όμως δεν σταματά μέχρι εδώ, αλλά και με άλλο τρόπο τους αποστομώνει. Διότι τους λέγει: «Ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου (: Δείξτε μου το νόμισμα με το οποίο πληρώνεται ο φόρος) Οἱ δὲ προσήνεγκαν αὐτῷ δηνάριον (: αυτοί λοιπόν του έφεραν ένα δηνάριο, το οποίο ως νόμισμα ρωμαϊκό έφερε επάνω την εικόνα και την επιγραφή του Καίσαρα)»· και μόλις το έδειξαν, πράγμα που πάντοτε κάνει, τους απαντά με τα ίδια τα λόγια τους και τους αναγκάζει να παραδεχθούν ότι επιτρέπεται, πράγμα που ήταν λαμπρή και φανερή νίκη. Ώστε όταν ρωτά, δεν ρωτά γιατί δεν γνωρίζει, αλλά επειδή θέλει να τους παρουσιάσει υπεύθυνους από τις δικές τους απαντήσεις. Επειδή λοιπόν τους ρώτησε «Τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη, καὶ  ἐπιγραφή; (: και τότε δείχνοντας το νόμισμα τούς λέει: Τίνος είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή;)» και απάντησαν ότι είναι του Καίσαρα, τους λέγει «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος, Καίσαρι (: Δώστε λοιπόν πίσω στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα)»Αυτό βέβαια δεν σημαίνει να δώσουν, αλλά να αποδώσουν, πράγμα που αποδεικνύεται και από την εικόνα και από την επιγραφή.

Στη συνέχεια για να μην πουν :«μας προτρέπεις να υποτασσόμαστε σε ανθρώπους;» πρόσθεσε «καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ (: και στον Θεό δώστε εκείνα που ανήκουν στο Θεό. Στον Καίσαρα και στους άρχοντες ανήκουν οι φόροι και ο σεβασμός και η υποταγή  στους νόμους, εφόσον αυτά δεν σας ζημιώνουν στην ευσέβεια˙ η ψυχή σας όμως και ολόκληρο το εσωτερικό σας και όλος ο εαυτός σας ανήκουν στον Θεό)» [Ματθ. 22, 21]. Διότι είναι δυνατόν και προς τους ανθρώπους να εκπληρώνει κανείς τις υποχρεώσεις του και στον Θεό να αποδίδει, αυτά που οφείλουμε να αποδίδουμε στον Θεό.

Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος λέγει «ἀπόδοτε οὖν πᾶσι τὰς ὀφειλάς, τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος, τῷ τὸν φόβον τὸν φόβον, τῷ τὴν τιμὴν τὴν τιμήν (: αποδώστε λοιπόν σε όλους όσους κατέχουν εξουσία, ό,τι τους οφείλετε ως χρέος και καθήκον. Σε εκείνον που εισπράττει τον φόρο για τα εισοδήματα και τον κεφαλικό φόρο, αποδώστε τον φόρο. Σε εκείνον που εισπράττει τους τελωνειακούς δασμούς, αποδώστε τον τελωνειακό δασμό. Σε εκείνον που ανήκει ο βαθύς σεβασμός, αποδώστε τον βαθύ σεβασμό. Σε εκείνον που ανήκει η τιμή, αποδώστε την τιμή)» [Ρωμ. 13, 7]. Εσύ όμως όταν ακούσεις «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος, Καίσαρι (: δώστε λοιπόν πίσω στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα)» γνώριζε ότι ο Κύριος παραγγέλλει εκείνα μόνο, που δεν παραβλάπτουν την ευσέβεια, διότι εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αυτό δεν αποτελεί οφειλή προς τον Καίσαρα, αλλά το παρόμοιο είναι φόρος και δασμός του διαβόλου.

Όταν τα άκουσαν αυτά οι Φαρισαίοι αποστομώθηκαν και θαύμασαν την σοφία Του [«Καὶ ἀκούσαντες, ἐθαύμασαν (: κι όταν άκουσαν την απάντηση, θαύμασαν)» [Ματθ. 22, 22]. Βέβαια έπρεπε να πιστέψουν και να εκπλαγούν από τα λόγια Του, καθόσον τους έδωσε δείγματα της θεότητάς Του και με το ότι τους απεκάλυψε τα μυστικά σχέδιά τους και με το ότι τους αποστόμωσε με επιείκεια. Τι λοιπόν; Πίστεψαν; Καθόλου· αλλά «ἀφέντες αὐτὸν, ἀπῆλθον (: Τον άφησαν τότε κι έφυγαν)» [Ματθ. 22, 22]· και μετά από αυτούς Τον πλησίασαν οι Σαδουκκαίοι.

ΠΗΓΕΣ:

  • http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf

  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ο΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 432-441.

  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 68, σελ. 112-116.

  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΙΤΗΣ: ΙΩΣΗΦ Ο ΠΑΓΚΑΛΟΣ, ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ!

 Γέροντας Πετρώνιος Προδρομίτης
Ιωσήφ ο Πάγκαλος, τύπος και εικόνα του Κυρίου

Ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος μνημονεύεται τη Μεγάλη Δευτέρα, αφενός μεν για την καθαρότητά του και αφετέρου γιατί είναι τύπος και εικόνα του Κυρίου. Όπως ο Ιωσήφ έφυγε κυνηγημένος τότε από τους αδελφούς του, ότι δήθεν ήταν φονιάς, αργότερα όμως έγινε ο σιτοδότης και σωτήρας τους, προσφέροντας ψωμί την περίοδο εκείνη της πείνας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός καταδιώχθηκε και οδηγήθηκε στον θάνατο από το γένος Του, όμως στο τέλος έγινε ο Σωτήρας του Ισραήλ και ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, τρέφοντας όλους εμάς με το ουράνιο Άρτο του παναχράντου Σώματός Του.

Ο Ιωσήφ από το σπέρμα του Ισραήλ είναι ένα παράδειγμα καθαρότητας και ευσεβείας ενώπιον του κυρίου του. Προτίμησε την φυλακή, παρά να συγκατανεύσει στα πορνικά δελεάσματα της Αιγυπτίας.

Ο Ιωσήφ ονομάζεται “Πάγκαλος” όχι τόσο για τη σωματική του ωραιότητα, αλλά για τον θησαυρό της σωφροσύνης του. Η καθαρότητα είναι ολόκληρη φιλοσοφία, όπως την ονομάζουν οι Πατέρες. Είναι μία ονομασία περιεκτική όλων των αρετών. Είναι το σημείο της σταθερής ευσέβειας ενώπιον του Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν, η αμαρτία είναι έκφραση ακαθαρσίας, πορνείας, διότι, όταν αμαρτάνει ο άνθρωπος, εγκαταλείπει τον αληθινό Νυμφίο, ο Οποίος τον δημιούργησε, και τρέχει στον ακάθαρτο δαίμονα.

Το Δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου θεολογεί θαυμάσια για την πνευματική σημασία της αγνείας: «Δευτέραν Εύαν την Αιγυπτίαν, ευρών ο δράκων, δια ρημάτων, έσπευδε κολακείαις, υποσκελίσαι τον Ιωσήφ· αλλ’ αυτός καταλιπών τον χιτώνα, έφυγε την αμαρτίαν, και γυμνός ουκ ησχύνετο, ως ο Πρωτόπλαστος, προ της παρακοής…».

Ο Αδάμ και η Εύα δημιουργήθηκαν από τον Θεό γυμνοί και δεν αισθάνονταν ντροπή (Γεν. 2:25), και επειδή ήσαν έτσι, ήσαν όπως ολόκληρο το σύμπαν πολύ ωραίοι. Σε τι απέβλεπε η γυμνότητα του Αδάμ; Ο άνθρωπος στον παράδεισο, λέγει ο άγιος Μάξιμος, έκανε μία ζωή απλή, ανέμελη, δεν είχε ανάγκη να σκεπάσει την γύμνια του, και λόγω της απαθείας την οποία είχε, δεν αισθανόταν ντροπή. Προ της πτώσεως δεν φερόταν εδώ και εκεί με εμπαθή νοήματα και σωματικές αντιδράσεις , αλλά ήταν πάντοτε ελεύθερος, χωρίς ψυχικές μεταπτώσεις και είχε μία σωματική κατάσταση αθώα και απλή.

Μετά την πτώση όμως, τα ανθρώπινα πάθη τού άνοιξαν τα μάτια.

Γνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί, ντράπηκαν και έφτιαξαν πρόχειρα σκεπάσματα από φύλλα δένδρων και έκρυψαν την γύμνια τους (Γεν. 3:7-10). Ενώ μετά την καταδίκη τους, ο Θεός τους έδωσε δερμάτινους χιτώνες και τους έβγαλε έξω από τον παράδεισο.

Από τότε η σωματική γύμνωση είναι πάντοτε ντροπή για τον άνθρωπο και υπενθυμίζει την πρώτη πτώση των Πρωτοπλάστων στην αμαρτία. Όταν όμως ο άνθρωπος νικήσει την αμαρτία και φθάσει στην απάθεια, η γυμνότητα δεν προκαλεί πλέον ντροπή. Ο Ιωσήφ, ενώ ήταν γυμνός, δεν ντρεπόταν, όπως ο Αδάμ προ της πτώσεως. Πολλοί ερημίτες και άνθρωποι του Θεού, όπως η οσία Μαρία η Αιγυπτία και άλλοι, έζησαν γυμνοί και δεν ντρέπονταν, διότι η γυμνότητα τους ήταν σημείο απαθείας και αιτία δόξας.

Συνεπώς, ο άνθρωπος στον παράδεισο δεν ήταν τελείως γυμνός. Ήτο ντυμένος με το ένδυμα της Χάριτος της απαθείας, ενώ η εξωτερική γυμνότητα γι’ αυτόν δεν είχε καμία σημασία. Έτσι ακριβώς και ο πνευματικός άνθρωπος, κι όταν ακόμη είναι με το σώμα γυμνός, είναι όμως ντυμένος με το ένδυμα των αρετών, τότε και η σωματική του γυμνότητα δεν αποτελεί πρόβλημα ντροπής.

Ο αμαρτωλός, όταν στερηθεί του ενδύματος της Χάριτος, μας δίνει την αίσθηση της αναίσχυντης γυμνότητας, από την οποία προέρχεται η ενστικτώδης ζωή του ανθρώπου, έστω κι αν σκεπάζει τη σωματική του γυμνότητα.

Άραγε στη σωματική γύμνωση που συναντάμε στον σημερινό άνθρωπο, μήπως δεν φαίνεται ασυνείδητα η νοσταλγία του ανθρώπου για την προ της πτώσεως τιμημένη γυμνότητα; Αλλ’ επειδή αυτή στερείται της τιμής των αρετών, επιστρέφει στην αμαρτία και προκαλεί μεγαλύτερη ντροπή.

Από το βιβλίο: Γέροντος ιερομ. Πετρωνίου Τανάσε, Δικαίου Ρουμανικής Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους, ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ (Πνευματικοί στοχασμοί για την περίοδο του Τριωδίου). Μετάφραση Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου, 2003 (“Η Αγία και Μεγάλη Δευτέρα”, αποσπάσματα).

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΙΤΗΣ: Η ΠΤΩΧΕΙΑ, Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ!

 Γέροντας Πετρώνιος Προδρομίτης
Η πτωχεία, η αγάπη και η ταπείνωση του Θεού – Αγία και Μεγάλη Δευτέρα

«Κεκοσμημένος Νυμφών» του Σωτήρα, στον οποίο πρέπει να εισέλθει ο Ισραήλ είναι η Εκκλησία του Χριστού. Δεν εισήλθε σ’ αυτήν λόγω δύο μεγάλων αμαρτιών, τις οποίες μνημονεύει ο Κύριος στον όρθρο της Μεγάλης Παρασκευής: «Δύο και πονηρά εποίησεν ο πρωτότοκος υιός μου Ισραήλ. Εμέ εγκατέλιπε, πηγήν ύδατος ζωής και ώρυξεν εαυτώ φρέαρ συντετριμμένον, εμέ επί ξύλου εσταύρωσε, τον δε Βαραββάν, ητήσατο και απέλυσεν…».

Το πρώτο είναι η στειρότητα και ακαρπία. Εγκατέλειψε το ύδωρ της ζωής, το ευαγγελικό κήρυγμα, και έσκαψε φρέαρ συντετριμμένον, δηλαδή διαστρέβλωσε τα νοήματα του Νόμου. Η περικοπή για την άκαρπη συκιά λέχθηκε κατ’ αρχάς για να εκφράσει την ακαρπία της Συναγωγής. Δεν ήταν ο καιρός της καρποφορίας – δεν είχε κατέβει το Άγιο Πνεύμα. Ήταν στείρα, διότι δεν είχε ακόμη δείξει σημεία καρποφορίας. Η κατηγορηματική άρνηση του Ευαγγελίου και η υποβίβαση του Νόμου σε τυπολατρία, τους προκάλεσε την κατάρα και πνευματική στειρότητα. «Μηκέτι εκ σου καρπός γένηται εις τον αιώνα» (Ματθ. 21:19).

Το άλλο αμάρτημα του Ισραήλ είναι η πορνεία. Ο Μεσσίας ήλθε κατά πρώτο λόγο για τα χαμένα πρόβατα του οίκου Ισραήλ. Αυτά προσκάλεσε να εισέλθουν πρώτα στον οίκο Του.

Αλλά ο Ισραήλ αρνήθηκε τον πραγματικό Νυμφίο και προτίμησε ένα ληστή, τον Βαραββά. Γι’ αυτό η Εκκλησία τον ονομάζει συναγωγή πονηρά και μοιχαλίδα, η οποία δεν φύλαξε την πίστη προς τον άνδρα της.

Αυτά τα δύο αμαρτήματα του Ισραήλ είναι τα παντοτινά εμπόδια για την είσοδό του στον θείο Νυμφώνα του Νυμφίου Χριστού. Άκαρπη συκιά επίσης είναι και η ψυχή, η οποία δεν τρέφεται από την πηγή της ζωής, τον Χριστό, και δεν καρποφορεί τον πνευματικό καρπό του Ευαγγελίου. Ο Κύριος ανέκαθεν διψούσε την σωτηρία μας και ζητούσε από εμάς τον καρπό των σωτηρίων έργων. Αλλά μη βρίσκοντας καρπό, μας καταράσθηκε με ξηρασία, μεταβάλλοντάς μας σε ύλη κατάλληλη μόνο για την φωτιά της κολάσεως. Γι’ αυτό ο εσπερινός της Μεγάλης Δευτέρας μας προτρέπει, λέγοντας: «Της ξηρανθείσης συκής δια την ακαρπίαν, το επιτίμιον φοβηθέντες αδελφοί, καρπούς αξίους της μετανοίας προσάξωμεν Χριστώ τω παρέχοντι ημίν το μέγα έλεος». Η καρποφορία των καλών έργων είναι ένα χρέος, σύμφωνα με τη δύναμη της Χάριτος που λάβαμε στο Άγιο Βάπτισμα, καθώς θεολογεί και προτρέπει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής: «Άνθρωπε, που βαπτίσθηκες εν Χριστώ, δώσε τώρα έργα για τα οποία έλαβες την δύναμη να τα εκτελέσεις εκ του βαπτίσματος». Αυτή είναι η πνευματική ενδυμασία με την οποία μπαίνουμε στον οίκο της αιώνιας ζωής.

Η ακαρπία των αρετών και η ακαθαρσία των παθών είναι τα μεγαλύτερα αμαρτήματα, τα οποία μας στερούν του κεκοσμημένου νυμφώνος του Σωτήρος Χριστού. Αντίθετα, για να μπορέσουμε να συγκατοικήσουμε μ’ Αυτόν, πρέπει να επιτύχουμε την ομοίωση μ’ Αυτόν με την ολοκληρωτική προσφορά μας στην διακονία Του και με την τέλεια καθαρότητα.

Αυτό είναι το πρώτο μάθημα της αγίας και Μεγάλης Δευτέρας.

Υπάρχει όμως ακόμη ένας κίνδυνος. Οι Απόστολοι πηγαίνοντας για την Ιερουσαλήμ, νόμισαν ότι τότε ήταν και ο καιρός του περιπόθητου εγκαινιασμού της μεσσιανικής βασιλείας, η οποία θα προστατεύσει μόνο τον Ισραήλ ανάμεσα στα άλλα έθνη. Γι’ αυτό η επιθυμία των δύο υιών του Ζεβεδαίου να σταθούν δεξιά και αριστερά του Κυρίου, είναι γεγονός το οποίον αναφέρεται επίσης τη Μεγάλη Δευτέρα: «Κύριε, προς το μυστήριον το απόρρητον της σης οικονομίας ουκ εξαρκούσα η των εκ Ζεβεδαίου μήτηρ, ητείτο σοι προσκαίρου βασιλείας τιμήν, τοις εαυτής δωρήσασθαι τέκνοις…» (Όρθρος Μ. Δευτέρας).

Εάν τα δύο ανωτέρω αμαρτήματα έθεσαν σε κίνδυνο την συναγωγή, έπεται ότι από αυτό τον κίνδυνο κινδύνευσαν οι πιστοί ακόλουθοι του Κυρίου, οι Μαθητές, η Εκκλησία Του. Ο Κύριος όμως μας αποκαλύπτει ότι αυτή η έννοια είναι ξένη προς Αυτόν. «Κύριε τα τελεώτατα φρονείν τους οικείους παιδεύων Μαθητάς, μη ομοιούσθαι τοις έθνεσιν έλεγες, εις το κατάρχειν των ελαχιστοτέρων… ουχ ούτω γαρ έσται υμίν, τοις εμοίς Μαθηταίς… Ο πρώτος ουν υμών, έστω πάντων διάκονος… και γαρ ελήλυθα αυτός, τω πτωχεύσαντι Αδάμ διακονήσαι, και λύτρον δούναι αντί πολλών…» (Όρθρος Μ. Δευτέρας).

Δόξα και πλούτος, τα οποία ονειρεύονταν οι Μαθητές και τα οποία γνώρισε κατά την διέλευση των αιώνων η επί γης Εκκλησία, δεν είναι στο πνεύμα του Διδασκάλου, ο Οποίος, ενώ ήταν πλούσιος και κυβερνήτης όλων, με την θέλησή Του επτώχευσε και έλαβε δούλου μορφή και ήλθε, όχι για να διακονηθεί, αλλά να διακονήσει και να δοθεί ως λύτρο σωτήριο για τον κόσμο. Η πτωχεία και η ταπείνωση που ντύθηκε ο Σωτήρας για να υπηρετήσει τον άνθρωπο, είναι οι αρετές του Χριστού με τις οποίες ανέκαθεν η Εκκλησία έβλεπε και απεκάλυπτε το αληθινό τους νόημα και φως. Πόσο λυπηρό είναι, όταν μερικές σπουδαιότατες αλήθειες αγνοούνται από τους ανθρώπους! Τα καλά παραδείγματα δεν χάθηκαν, διότι η Εκκλησία ανέκαθεν τιμά τους Οσίους της: «Όσιε πάτερ, της φωνής του Ευαγγελίου ακούσας… πλούτον και δόξαν εις ουδέν λογισάμενος πάσιν εβόας· Αγαπήσατε τον Θεόν και ευρήσετε χάριν αιώνιον. Μηδέν προτιμήσητε της αγάπης αυτού, ίνα όταν έλθη εν τη δόξη αυτού, ευρήσητε ανάπαυσιν μετά πάντων των Αγίων…».

Η πτωχεία, η αγάπη και η ταπείνωση του Θεού είναι τα στολίδια, τα οποία μας ανοίγουν διάπλατα την θύρα του κεκοσμημένου νυμφώνος του Σωτήρα μας Χριστού.

Από το βιβλίο: Γέροντος ιερομ. Πετρωνίου Τανάσε, Δικαίου Ρουμανικής Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους, ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ (Πνευματικοί στοχασμοί για την περίοδο του Τριωδίου). Μετάφραση Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου, 2003 (“Η Αγία και Μεγάλη Δευτέρα”, αποσπάσματα).

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ!


Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Στην αγία εορτή των Βαΐων

«Έξι ημέρες πριν από το Πάσχα πήγε ο Ιησούς στη Βηθανία, όπου ήταν ο Λάζαρος», στον οίκο της Μαρίας και της Μάρθας, «και του παρατέθηκε δείπνο από αυτούς»· η Μάρθα υπηρετούσε και ο Λάζαρος έτρωγε. Και αυτό ήταν απόδειξη της αληθινής αναστάσεως, το ότι μετά από πολλές ημέρες και ζούσε και έτρωγε. Άρα είναι φανερό, ότι το γεύμα γινόταν στην οικία της Μάρθας· δέχονται δηλαδή τον Ιησού επειδή ήταν φίλοι και αγαπώνταν από αυτόν. Κάποιοι όμως λένε, ότι αυτό γινόταν σε ξένη οικία. Η Μαρία υπηρετούσε γιατί ήταν μαθήτρια. Πάλι αυτή εδώ επιτελεί πνευματικότερη διακονία· δεν διακονούσε όμως σαν προς καλεσμένο, ούτε ήταν κοινή η υπηρεσία της, αλλά σ’ αυτόν μόνο παρείχε την τιμή, και απέδιδε αυτήν, όχι ως προς άνθρωπο, αλλ’ ως προς Θεό. Γιατί γι’ αυτό έχυσε μύρο και το σκούπισε με τα μαλλιά της κεφαλής της, πράγματα που έδειχναν, ότι η υπόληψή της προς αυτόν δεν ήταν τέτοια, τέτοια που του απέδιδαν οι πολλοί. Αλλά την επετίμησε ο Ιούδας με πρόσχημα δήθεν την ευλάβεια. Τί λέγει λοιπόν ο Χριστός; «Άφησέ την· αυτό το έκανε προνοητικά για την ημέρα του ενταφιασμού μου». Γιατί τέλος πάντων δεν ήλεγξε τον μαθητή για την επιτίμηση της γυναίκας, ούτε είπε αυτό το οποίο είπε ο ευαγγελιστής, ότι επετίμησε τη γυναίκα επειδή ο ίδιος ήταν κλέφτης;
Ήθελε με την πολλή μακροθυμία του να του προκαλέσει ντροπή και να τον αποτρέψει από το σχέδιό του. Γιατί, το ότι γνώριζε, ότι ήταν προδότης, φαίνεται από το ότι τον ήλεγξε στην αρχή λέγοντας πολλές φορές• «Δεν πιστεύουν όλοι», και, «Ένας από σας είναι διάβολος». Δήλωσε δηλαδή ότι γνώριζε πως αυτός θα είναι ο προδότης, δεν τον ήλεγξε όμως φανερά, αλλά τον συγχώρησε, θέλοντας να τον αποτρέψει από το σχέδιό του.

Πώς τότε άλλος λέγει, ότι όλοι οι μαθητές το είπαν αυτό; Και όλοι και εκείνος· αλλ’ οι υπόλοιποι όχι με την ίδια προαίρεση. Αν όμως κάποιος θελήσει να εξετάσει, γιατί τέλος πάντων, ενώ ήταν κλέφτης, παρέδωσε σ’ αυτόν το χρηματοκιβώτιο των φτωχών και τον έκανε οικονόμο, ενώ ήταν φιλάργυρος, εκείνο θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τον απόρρητο λόγο τον γνωρίζει ο Ιησούς· αν όμως πρέπει εμείς στοχαζόμενοι να πούμε κάτι, το έκανε για να του αποκόψει κάθε πρόφαση.
Γιατί δεν μπορούσε να πει, ότι το έκανε αυτό από έρωτα για τα χρήματα (καθόσον είχε από το χρηματοκιβώτιο ικανή παρηγοριά της επιθυμίας του), αλλά από μεγάλη κακία, την οποία αν ήθελε να τη συγκρατήσει, δεν θα παρέδιδε τον ευεργέτη. Ο Χριστός όμως, δείχνοντας πολλή συγκατάβαση προς αυτόν, τον ανεχόταν μακροθυμώντας. Γι’ αυτό δεν τον επιτιμούσε που έκλεβε, μολονότι βέβαια το γνώριζε, εμποδίζοντας την πονηρή επιθυμία του και αφαιρώντας του κάθε απολογία. Γι’ αυτό και έλεγε, «Άφησέ την· το έκανε αυτό προνοητικά για την ημέρα του ενταφιασμού μου». Πάλι τον προδότη υπενθύμισε, αναφέροντας τον «ενταφιασμό». Αλλά δεν άγγιζε ο έλεγχος την ψυχή του, ούτε τον μαλάκωσε ο λόγος, μολονότι ήταν ικανός να δημιουργήσει μέσα του οίκτο· ήταν σαν να του έλεγε, είμαι μισητός και φορτικός, αλλά περίμενε λίγο και θα φύγω. Καθόσον και αυτό προετοίμαζε και προμήνυε με το να λέγει, «Εμένα όμως δεν θα με έχετε πάντοτε». Αλλά τίποτε από αυτά δεν έκανε τον θηριώδη και μαινόμενο εκείνον ν’ αλλάξει γνώμη, μολονότι βέβαια πολύ περισσότερα και είπε και έκανε, και τα πόδια του ένιψε την ίδια αυτή νύχτα, και του πρόσφερε τροφή από την ίδια τράπεζα.

«Πολλοί από τους Ιουδαίους έμαθαν ότι ο Ιησούς βρίσκεται στη Βηθανία, και πήγαν, όχι μόνο γι’ αυτόν, αλλά και για να δουν τον Λάζαρο, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς». Και εδώ
βλέποντας το θαύμα πίστεψαν πολλοί. Οι άρχοντες όμως δεν αρκούνταν μόνο στα δικά τους κακά, αλλ’ επιχειρούσαν και τον Λάζαρο να φονεύσουν. Γιατί λέγει, «Οι αρχιερείς αποφάσισαν και τον Λάζαρο να θανατώσουν, επειδή εξαιτίας αυτού πολλοί από τους Ιουδαίους έφευγαν και πίστευαν στον Ιησού». Έστω, ήθελαν να θανατώσουν τον Χριστό, ότι καταργούσε το Σάββατο, ότι έκανε ίσο τον εαυτό του με τον Πατέρα, και εξαιτίας των Ρωμαίων, όπως λένε, για να μη καταστρέφουν και τον τόπο και το έθνος αυτών, τον Λάζαρο ποιά κατηγορία είχαν εναντίον του και επιχειρούσαν να τον θανατώσουν, παρά μόνο την κατηγορία ότι ευεργετήθηκε; Βλέπεις πώς η προαίρεσή του ήταν φονική; Μολονότι βέβαια πολλά θαύματα έκανε, αλλά κανένα δεν κατέστησε αυτούς τόσο πολύ θηρία, ούτε ο παράλυτος, ούτε ο τυφλός. Γιατί αυτό και από τη φύση του ήταν θαυμαστότερο, και είχε γίνει μετά από πολλά, και ήταν παράδοξο, να δουν νεκρό τετραήμερο να περπατά και να μιλάει. Πόση μεγάλη αλήθεια η αφροσύνη των δήθεν αρχιερέων! Καθόσον κατόρθωμά τους ήταν ν’ αναμιγνύουν την πανήγυρη της εορτής των με φόνους. Αλλωστε, εκεί βέβαια νόμιζαν ότι κατηγορεί το Σάββατο και απομακρύνει τα πλήθη με την πλάνη, ενώ εδώ, επειδή δεν είχαν κανένα ψέμα να προβάλουν, επιχειρούν το φονικό έργο τους εναντίον αυτού που έχει θεραπευτεί. Γιατί εδώ δεν μπορούσαν ούτε αυτό να πουν, ότι εναντιώνεται στον Πατέρα· γιατί η προσευχή τούς αποστόμωνε.

Επειδή λοιπόν και αυτό για το οποίο τον κατηγορούσαν πάντοτε ανατράπηκε και το θαύμα ήταν λαμπρό, ορμούν στο φόνο. Αρα λοιπόν και στην περίπτωση του τυφλού αυτό θα έκαναν, αν δεν είχαν να τον κατηγορήσουν για το Σάββατο. Εξάλλου, εκείνος ήταν άσημος και τον έβγαλαν έξω από τον ναό, ενώ αυτός ήταν επισημότερος· και γίνεται φανερό από το ότι πολλοί πήγαν προς παρηγοριά των αδελφών, και ότι το θαύμα έγινε μπροστά στα μάτια όλων και με πολύ παράδοξο τρόπο· γι’ αυτό όλοι έτρεχαν να τον δουν. Αυτό λοιπόν τους πλήγωνε, το ότι, ενώ η εορτή διαρκούσε ακόμη, αφήνοντας τους πάντες, έτρεχαν να πάνε στη Βηθανία. Επεχείρησαν λοιπόν να τον θανατώσουν, και δεν πίστευαν ότι είναι φαύλο αυτό που τολμούν να κάνουν· τόσο πολύ φονικοί ήταν. Γι’ αυτό αρχίζοντας ο νόμος τις εντολές από αυτό αρχίζει, λέγοντας, «Δεν θα φονεύσεις». Και ο προφήτης αυτό κατηγορεί λέγοντας• «Τα χέρια τους είναι γεμάτα από αίμα».

«Την επόμενη ημέρα το μεγάλο πλήθος που είχε μεταβεί στην εορτή, ακούοντας ότι ο Ιησούς έρχεται στα ’Ιεροσόλυμα, πήραν κλαδιά από φοίνικες και βγήκαν προς προϋπάντηση αυτού και κραύγαζαν· Ωσαννά, ευλογημένος να είναι αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, ο βασιλιάς του Ισραήλ». Πώς λοιπόν, ενώ δεν περπατούσε με παρρησία στα μέρη της Ιουδαίας και έφευγε στην έρημο, πάλι μπαίνει με παρρησία στα Ιεροσόλυμα; Αφού έσβησε τον θυμό τους με την αναχώρηση, έρχεται σ’ αυτήν έχοντας παύσει ο θυμός τους· άλλωστε, το πλήθος που προηγείτο και εκείνο που ακολουθούσε ήταν ικανό να τους οδηγήσει σε αγωνία. Γιατί κανένα θαύμα δεν τους απέσπασε τόσο πολύ, όσο το θαύμα του Λαζάρου. Και άλλος επίσης ευαγγελιστής λέγει, ότι «έστρωναν τα ενδύματά τους στα πόδια του», και ότι «όλη η πόλη σείσθηκε», με τόση μεγάλη τιμή εισήλθε. «Βρίσκοντας τότε ο Ιησούς έναν μικρό όνο, κάθισε πάνω σ’ αυτόν, όπως έχει γραφεί, μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών να ο βασιλιάς σου έρχεται καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου». Το έκανε βέβαια αυτό, από τη μια εκπληρώνοντας προφητεία, και από την άλλη προτυπώνοντας άλλη προφητεία· και το ίδιο πράγμα της μιας γινόταν αρχή, και της άλλης τέλος. Το, «μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών, να χαίρεσαι γιατί, ο βασιλιάς σου έρχεται σε σένα πράος», ήταν ασφαλώς προφητεία που εκπληρωνόταν, το να καθίσει όμως πάνω σε όνο, προτύπωνε μελλοντικό γεγονός, ότι το ακάθαρτο γένος των εθνών επρόκειτο να γίνει υποχείριο αυτού.

Πώς όμως οι ευαγγελιστές λένε, ότι έστειλε μαθητές και είπε, «λύσατε την όνο και το πουλάρι», ενώ αυτός τίποτε τέτοιο δεν λέγει, αλλ’ ότι «βρίσκοντας έναν μικρό όνο κάθισε πάνω σ’ αυτόν»; Ότι φυσικό ήταν να συμβούν και τα δύο, και μετά το λύσιμο του όνου, αφού ήρθαν οι μαθητές που βρήκαν το πουλάρι, κάθισε πάνω σ’ αυτό. Τα κλαδιά πάλι των φοινίκων και των ελιών και τα ενδύματά τους τα έστρωσαν κάτω, για να δείξουν, ότι είχαν πλέον μεγαλύτερη γνώμη γι’ αυτόν, παρά για προφήτη, και έλεγαν· «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου». Βλέπεις ότι αυτό προπάντων κατέπνιγε, τους αρχιερείς και γραμματείς, το ότι πίστευαν όλοι, ότι δεν είναι αντίθεος;
Και αυτό προπάντων δίχαζε τον λαό, το να λέγει αυτός ότι ήρθε από τον Πατέρα. Το, «μη φοβάσαι, αλλά να χαίρεσαι υπερβολικά, θυγατέρα Σιών», το λέγει ο προφήτης, επειδή όλοι οι βασιλείς αυτών κατά το πλείστον ήταν άδικοι και πλεονέκτες, και παρέδωσαν αυτούς στους εχθρούς, και διέστρεφαν το πλήθος, και τους καθιστούσαν υπόλογους στους εχθρούς. Έχε θάρρος, λέγει· αυτός δεν είναι τέτοιος, αλλ’ είναι πράος και επιεικής· και γίνεται φανερό από την όνο· γιατί δεν εισήλθε σύροντας από πίσω του στρατεύματα, αλλ’ έχοντας μόνο όνο. «Αυτά όμως που συνέβηκαν τότε», λέγει, «δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του, ότι αυτά είχαν γραφεί γι’ αυτόν, και τα έκαναν αυτά γι’ αυτόν».

Βλέπεις ότι τα περισσότερα τα έκαναν αγνοώντας; Αλλ’ όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς, «τότε θυμήθηκαν, ότι αυτά είχαν γραφεί γι’ αυτόν, και τα έκαναν αυτά γι’ αυτόν», και αυτός δεν τα απεκάλυψε. Και πράγματι όταν είπε, «γκρεμίστε αυτόν τον ναό και σε τρεις ημέρες θα τον ανοικοδομήσω», ούτε αυτό το κατάλαβαν οι μαθητές.
Και άλλος όμως ευαγγελιστής λέγει, ότι ήταν κρυμμένος ο λόγος από αυτούς και δεν γνώριζαν ότι πρέπει αυτός ν’ αναστηθεί από τους νεκρούς. Αλλ’ αυτό βέβαια εύλογα κρυβόταν γι’ αυτό και άλλος ευαγγελιστής λέγει, ότι ακούοντας καθημερινά για το πάθος στεναχωρούνταν και ήταν λυπημένοι· και αυτό συνέβαινε από το ότι δεν γνώριζαν τον λόγο της αναστάσεως.
Αυτό λοιπόν εύλογα κρυβόταν, επειδή ήταν ανώτερο από τις πνευματικές δυνάμεις τους, το νόημα όμως της όνου γιατί δεν φανερώθηκε σ’ αυτούς; ’Επειδή και αυτό ήταν μεγάλο. Και πρόσεχε τη φιλοσοφία του ευαγγελιστή, πως δεν ντρέπεται να διαπομπεύει την προηγούμενη άγνοιά τους γιατί, το ότι βέβαια είχε γραφεί το γνώριζαν, το ότι όμως ήταν γραμμένο γι’ αυτόν, δεν το γνώριζαν· καθόσον θα μπορούσε να τους σκανδαλίσει, αν επρόκειτο ο βασιλιάς να πάθει τέτοια. Και εξάλλου, δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν αμέσως τη γνώση της βασιλείας για την οποία έλεγαν. Και πράγματι άλλος ευαγγελιστής λέγει πως νόμιζαν, ότι αυτά λέγονται για τη βασιλεία αυτή.

«Ο κόσμος λοιπόν που ήταν μαζί του διαβεβαίωνε, ότι φώναξε τον Λάζαρο από το μνημείο και τον ανέστησε από τους νεκρούς. Γι’ αυτό και τον υποδέχτηκε ο κόσμος, επειδή άκουσαν, ότι αυτός έκανε αυτό το θαύμα». Γιατί δεν θα άλλαζαν γνώμη, λέγει, ξαφνικά τόσοι πολλοί, αν δεν είχαν πιστέψει στο θαύμα. «Οι Φαρισαίοι τότε είπαν μεταξύ τους• Βλέπετε ότι δεν ωφελείτε καθόλου μ’ αυτά που κάνετε; Να ο κόσμος έτρεξε πίσω του». Νομίζω ότι τα λόγια αυτά λέχθηκαν από εκείνους που ήταν βέβαια υγιείς πνευματικά, δεν τολμούσαν όμως να εκφράζουν τη γνώμη τους με θάρρος. Και ο Παύλος μιλώντας για την ανάσταση, αυτόν τον λόγο ανέφερε. Ποιά απολογία λοιπόν θα έχουν αυτοί που δεν πιστεύουν στην ανάσταση;

Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητοί, για να μη σας απασχολήσομε μάταια και καταστήσομε τον λόγο λαβύρινθο, αφήνοντας αυτά, εκείνο θα πούμε. Να φροντίζετε για την ακρόαση των θείων Γραφών, και να μη λογομαχείτε για τίποτε το μη χρήσιμο προς καταστροφή αυτών που σας ακούνε. Γιατί και ο Παύλος συμβούλευε τον Τιμόθεο, μολονότι βέβαια ήταν γεμάτος από πολλή σοφία και είχε και τη δύναμη να επιτελεί θαύματα. Ας δείχνομε λοιπόν υπακοή σε εκείνον, και αφήνοντας τις φλυαρίες, ας καταγινόμαστε με τα έργα, εννοώ τη φιλαδελφία και τη φιλοξενία, και ας δείχνομε πολύ ενδιαφέρον για την ελεημοσύνη, ώστε και τα αγαθά που μας έχει υποσχεθεί ο Θεός να επιτύχουμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου και μαζί με τον οποίο στον Πατέρα πρέπει η δόξα συγχρόνως και στο Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία ΛΓ΄, Εις την αγίαν εορτήν των Βαΐων, Ε.Π.Ε τ. 40, σ. 311-321)

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ!

 Γέρων Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός
Για την ανάσταση του Λαζάρου 

   Θα σας ενθυμίσω ένα ωραίο ρητό του μεγάλου μας πατρός Επιφανίου Επισκόπου Κύπρου, το οποίον εξεφώνησε κάποτε στην αρχή ενός λόγου του. «Προ εξ ημερών του Πάσχα, δια των πέντε αισθήσεων, τον τετραήμερον ο τριήμερος, ταις δυσί τον έναν χαρίζεται».

   Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος αποτελείωσε την Αποστολή Του και θεράπευσε το πανανθρώπινο τραύμα και σε έξι ημέρες θα παρεδίδετο στα πανάχραντα Του πάθη, όπου θα εσφράγιζε την επιτυχία της σωτηρίας μας, έδειξε, σαν προοίμιο σε μας τους μαθητές Του και γενικά σε όλον τον κόσμο, ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών και ότι Αυτός είναι όντως «η Ανάστασις και η Ζωή».

   Ακριβώς πριν από τα συνταρακτικά τούτα γεγονότα, της αναστάσεως δηλαδή του Κυρίου, προηγήθηκεν κατά έξι μέρες η ανάσταση του Λαζάρου, ο οποίος, όπως ξέρετε, ήταν φίλος του Χριστού. Και ο Σίμων ο λεπρός, ο Φαρισαίος, ο πατέρας του Λαζάρου, επειδή ήταν πιστός, αρεσκόταν ο Κύριος να συχνάζη στην οικία του και να έχη φιλικές σχέσεις με αυτήν την οικογένεια.

   ανέστησε φυσικά τον Λάζαρο, όχι τόσο για να δείξη την δύναμη της θεοπρεπούς Του μεγαλωσύνης, άλλωστε το είχε κάνει και ενωρίτερα αυτό σε άλλες περιπτώσεις, αλλά για να δείξη ότι πλησιάζει το προοίμιο της συντριβής του θανάτου και της γενικής αναστάσεως της ανθρώπινης φύσεως και της αποκαταστάσεως συμπάσης της κτίσεως «της υποταγείσης εις την φθοράν» εξ αιτίας της πτώσεως του ανθρώπου.

   Το ιστορικό γεγονός της αναστάσεως του Λαζάρου το φέρομε στην αναγωγή, καθώς πολλές φορές κάνουν οι Πατέρες μας ερμηνεύοντας την Γραφή, για να ορθάσωμεν έτσι σ’ ένα πόρισμα πνευματικό, το οποίο πολύ θα μας ωφελήση.

Κάθε τι το οποίο περιέχεται στην Γραφή, έχει πολλαπλές ερμηνείες.

   Η ανάσταση του ιστορικού Λαζάρου έγινε τότε, αλλά αυτό, μεταφερόμενο στην αλληγορία, ενεργείται κάθε μέρα στις ψυχές των ανθρώπων. Η αναγωγή λοιπόν είναι η εξής. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι πάντοτε μαζί μας, όπως ο ίδιος ομολογεί, «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντέλειας του αιώνος», περιστρέφεται και ανασκοπεί του καθενός την κατάσταση και μυστικώς εκφράζει στις ουράνιες Του δυνάμεις και στους σεσωσμένους· «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται».

   Κάθε ένας από μας είναι νεκρός Λάζαρος και φίλος του Ιησού μας, χάριν του ότι για μας εθυσιάσθη, για όλους ενδιαφέρεται. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο παντογνώστης Θεός, ο πανάγαθος Δεσπότης και ο αληθινός μας πατέρας, βλέποντας την νέκρωση μας, συνεχώς φωνάζει προς τις ουράνιες δυνάμεις Του. «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται».

   Τώρα ποιος από μας τους κεκοιμημένους θα είναι ικανός να προκαλέση την συμπάθεια Του, ούτως ώστε να επέμβη και να τον αναστήση; Γιατί αυτός μόνος Του ομολόγησε ότι, «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». Όπως αναφέρεται, όταν η αδελφή του Λαζάρου η μεγαλύτερη, η Μάρθα, αν και πίστευε στον Ιησού Χριστό, εν τούτοις, από το βόγγο του πόνου που έχασε τον μονάκριβο της αδελφό, ξεχνώντας την δύναμη της αναστάσεως που βρισκόταν σ’ Αυτόν, άρχισε να του λέη με παράπονο: «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανε μου ο αδελφός».

   Και ο Ιησούς απαντά: «Αναστήσεται ο αδελφός σου». Πάλιν αυτή δεν καταλαβαίνει το νόημα και επιμένει: «Ναι, Κύριε, ξέρω ότι στην έσχατη ημέρα της παλιγγενεσίας και αυτός θα αναστηθή». Τότε ο Ιησούς διακηρύττει: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή.

   Λοιπόν αυτός είναι ο Ιησούς μας ο οποίος μένει μαζί μας σαν η αιωνία και μόνιμος ανάσταση και προσδοκά του καθενός μας την ανάσταση. Πότε θα στραφούμε προς Αυτόν να εκφράσωμε τον πόνο της νεκρώσεως μας, για να φωνάξη και σε μάς: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Για να γίνη αυτό χρειαζόμαστε συμπαραστάτες, όπως είχε και ο Λάζαρος τις δύο αδελφές, την Μάρθα και την Μαρία.

   Η μεν Μάρθα συμβολίζει κατά τους Πατέρες την πρακτική εργασία, την πρακτική μετάνοια και τα σωματικά έργα. Η δε Μαρία συμβολίζει την θεωρία, την πνευματική εσωστρέφεια μέσω της οποίας επικοινωνεί κάθε λογική ψυχή με τον Θεό.

 Η πρακτική μετάνοια συνίσταται στον πόνο, στο πένθος και στο κλάμα «υπέρ των προτέρων αμαρτημάτων» και στο πένθος υπέρ της ανακτήσεως των αρετών και των χαρισμάτων, τα οποία κληρονομικά μας παρέδωσε ο Ιησούς μας και ανήκουν στον καθένα από μάς.

   Ούπω γαρ εφανερώθη – λέγει ο άγιος Ιωάννης – τι εσόμεθα, άδαμεν δε, όταν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα». Δηλαδή θα δούμε τον Κύριο μας στην ημέρα εκείνη της παλιγγενεσίας και θα είμεθα όμοιοι με αυτόν. «Ο Θεός εν μέσω Θεών» εκμαγεία του αρχετύπου.

   Για να φθάσωμε σ' αυτήν την αξία, πρέπει, όπως είπα, να αποκτήσωμε πρωτίστως την συνεχή ειλικρινή πρακτική μετάνοια, που αυτή θα μας οδηγήση στην θεωρία. Επειδή πρακτικά αμαρτήσαμε, πρακτικά αρνηθήκαμε τον Ιησού μας, πρακτικά τον προσβάλαμε και τον προδώσαμε, πρακτικά τώρα να επιστρέψωμε πίσω και ν’ αποδείξωμεν ότι πλέον δεν θα ξανακάμψωμε τα γόνατα μας μπροστά σε κάθε είδωλο της αμαρτίας.

   Είμεθα υπόχρεοι τώρα, ο καθ’ ένας από ‘μας, ν’ αποκτήσωμε τις δύο αδελφές, την πραγματική πράξη της μετανοίας που μας οδηγεί μακριά από κάθε παράβαση της εντολής. Άρνηση στον Θεό δεν υπάρχει από κανένα λογικό ον, και από αυτούς ακόμα τους άθεους, τους υλιστές, τους αναρχικούς.

   Ας κομπάζουν με τα χείλη.

   Δεν μπορούν ν’ αρνηθούν τον Θεό, διότι, για να μπορέσωμε να αρνηθούμε ένα πράγμα, πρέπει να είμαστε δυνατοί να το καταργήσωμε. Τότε θα καυχηθούμε πάνω στην απιστία μας ότι όντως αυτό δεν υπάρχει, το καταστρέψαμε.

   Αν εμείς αρνηθούμε Αυτόν, λέει ο Παύλος, αυτός πιστός μένει. Ποία λοιπόν είναι η άρνηση αφού τα πράγματα είναι έτσι; Η άρνηση είναι στην παράβαση της εντολής.

   Αυτό μας διδάσκει η παγκόσμια ιστορία. Και τα δύο στοιχεία, το ανθρώπινο και το αγγελικό, τα οποία κατέβησαν και συνετρίβησαν, δεν αρνήθησαν τον Θεό, αλλά την εντολή. Και ακριβώς η παράβαση της εντολής, που θεωρείται άρνηση, προκάλεσε την πτώση, την συντριβή και τον θάνατο. Τώρα και σε μας ο τρόπος της επιστροφής είναι η πρακτική ομολογία.

   Από εκεί που πλανηθήκαμε και παρασυρθήκαμε και αρχίσαμε να παραβαίνουμε τις εντολές του Χριστού μας και καταρρακώσαμε την προσωπικότητα μας, από την Ίδια θύρα θα επιστρέψωμε. Να παύσωμε να αμαρτάνωμε, να τον αρνούμεθα και να τον προδίδουμε. Αφού φθάσωμε σ' αυτήν την κατάσταση δια της Χάριτος Του, τότε βαθύτερα μέσα στο είναι μας θα ριζώση η αίσθηση αυτή της μετανοίας που θα μας προκαλέση το πένθος και τον πόνο και το δάκρυ.

   Τότε ο νους ελεύθερος από την επίδραση και την αιχμαλωσία των εξωτερικών σφαλμάτων, της εξωτερικής χρεωκοπίας, γυρίζει προς τον Θεό και συνεχώς πενθών ζητεί το έλεος Του και αυτή είναι η θέση της Μαρίας. Όταν οι δύο αδελφές αποκτηθούν, να είστε βέβαιοι ότι τότε ο Λάζαρος νους, το ψυχικό μας είναι, θα αναστηθή, όπως τότε στον ιστορικό Λάζαρο.

   Και τότε, όπως αναφέρει το ευαγγέλιο, επισκέφθηκε ο Ιησούς μας την οικία του Λαζάρου και του παρέθεσαν εκεί τράπεζα και ο Λάζαρος «ην εις των συνανακειμένων». Έτσι και ο Λάζαρος νους θα ευρίσκεται μαζί με τον Ιησού μας στην πνευματική ευφροσύνη, εκεί όπου μας διαβεβαιώνει ότι «ετοιμάσω ημίν τόπον».

 Εκεί στην ουράνια πανευφροσύνη, ως κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Ιησού μας, θα ευρισκόμαστε και ‘μείς, όπως τότε ο Λάζαρος, στην ιδία τράπεζα «συνευοχούμενοι» και όχι πενθούντες για τον θάνατο, αλλά χαίροντες για την δική μας ανάσταση.

   Ο καθένας από μας λοιπόν ας επισπεύση να απόκτηση χωρίς χρονοτροβή τις αρετές που αντιπροσωπεύουν οι δύο αδελφές, Μάρθα και Μαρία, που είναι ικανές να πείσουν τον Ιησού μας να παρουσίαση το πτώμα του νεκρού νου και να διάταξη ως Πανσθενουργός Λόγος το «Λάζαρε, δεύρο έξω» από τον τάφο της αναισθησίας και «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Αμήν. 

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Αθωνικά μηνύματα, Ψυχωφελή Βατοπεδινά, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου, Άγιον Όρος 1999.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΓΕΡΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ!

 Ο Χριστός και το κοινωνικό πρόβλημα
Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου 

Όσο καθαρίζεται ο άνθρωπος από τα πάθη, τόσο αποκτά τη δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας με το Θεό και τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα.

Όσοι βλέπουν τον άνθρωπο ρομαντικά και εξωτερικά μεταθέτουν το κακό από τα πρόσωπα στην κοινωνία, γι’ αυτό και πρεσβεύουν ότι η βελτίωση της κοινωνίας θα φέρει και βελτίωση των προσώπων. Αλλά οι Ορθόδοξοι χωρίς να αρνούμεθα τη σημασία της κοινωνικής επιδράσεως στα πρόσωπα, δίνουμε την προτεραιότητα στη μεταμόρφωση του προσώπου διά της μετανοίας και της Θ. Χάριτος.

Είναι μεγάλη πλάνη να θέλουμε να αλλάξουμε την κοινωνία χωρίς να αγωνισθούμε, να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι η αλλαγή μερικών κοινωνικών θεσμών θα φέρει και την αλλαγή των ανθρώπων χωρίς μετάνοια.

Ο άρρωστος άνθρωπος κάνει άρρωστες κοινωνίες και οι άρρωστες κοινωνίες αρρωσταίνουν χειρότερα τους ανθρώπους. Το να θεραπεύουμε τις κοινωνικές αρρώστιες χωρίς να θεραπεύσουμε την προσωπική αρρώστια, αποτελεί μετάθεση του προβλήματος, άρνηση της αποδοχής της προσωπικής μας ευθύνης, υπεκφυγή από τη μετάνοια, κατάφαση στον εγωισμό μας, απροθυμία να δούμε τον πραγματικό μας εαυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος έθεσε την προσωπική μετάνοια σαν προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη Βασιλεία Του.

Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται το έργο του διαβόλου στη διάλυση των προσώπων και των κοινωνιών και στην επικράτηση του κακού. Η ανθρωπιστική απλούστευση των κοινωνικών προβλημάτων αρνείται την ύπαρξη του διαβόλου. Αντίθετα, στο Ευαγγέλιο και στη χριστιανική εμπειρία φανερώνεται η έκταση των διαβολικών ενεργειών σε πρόσωπα και κοινωνικές καταστάσεις και η ανάγκη αγώνος κατά του διαβόλου, αποταγής και εξορκισμού των πονηρών πνευμάτων. Έργο των χαρισματούχων ιερωμένων μοναχών και λαϊκών είναι η διάκριση των πνευμάτων, για να μην πέφτει ο Χριστιανός στις παγίδες που του στήνει ο πονηρός, όταν εμφανίζεται με το προσωπείο του καλού.

Τονίσαμε τη δύναμη των αντιθέτων αντιευχαριστιακών και αντικοινωνικών δυνάμεων όχι για να δείξουμε την αδυναμία υπερνικήσεώς τους, αλλά την ανάγκη να λαμβάνονται υπ’ όψιν από τον αγωνιζόμενο Χριστιανό. Ο Χριστός νίκησε τις δυνάμεις αυτές και ο Χριστιανός μπορεί με τη δύναμη του Χριστού και τη συνεργασία της Θείας Χάριτος να συμμετάσχει στη νίκη αυτή του Χριστού. 

Στο σημείο αυτό διαφοροποιείται ριζικά ο χριστιανικός κοινωνικός αγώνας από κάθε άλλο αγώνα. Η κοινωνία που θέλουν να δημιουργήσουν τα ουμανιστικά συστήματα (ιδεαλιστικά και υλιστικά) είναι ανθρωποκεντρική. Η κοινωνία των χριστιανών είναι Θεανθρωποκεντρική. Αλλά και τα μέσα των ουμανιστών είναι ανθρώπινα. Των χριστιανών Θεανθρώπινα. Στη βάση δηλαδή του χριστιανικού κοινωνισμού βρίσκεται η ταπείνωση. Ενώ στην βάση του ουμανιστικού κοινωνισμού η υπερηφάνεια, η αυτάρκεια, το κλείσιμο από το Θεό. Πρόκειται για την επανάληψη της ίδιας της αμαρτίας του Αδάμ: Η επιδίωξη της θεώσεως χωρίς το Θεό.

Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι και τα δύο αυτά ουμανιστικά συστήματα με τις εφαρμογές τους στην οικονομία (καπιταλισμός, κομμουνισμός) γεννήθηκαν στην αιρετική δύση, στην οποία προηγήθηκε ο θρησκευτικός ανθρωποκεντρισμός του «αλαθήτου» Πάπα και του Filioque. Ας σκεφθούν στο θέμα αυτό οι Ορθόδοξοι ή πρώην Ορθόδοξοι που αβασάνιστα αρνούνται την ορθόδοξη παράδοσή μας, συνήθως από άγνοια, για να προσκολληθούν στα δυτικά συστήματα.

Ο ανθρώπινος μόνο χαρακτήρας του μη χριστιανικού κοινωνισμού, του αφαιρεί τη δυνατότητα να δώσει ειρήνη στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον αφήνει ασυμφιλίωτο με τον Ουράνιο Πατέρα του, και γι’ αυτό ανέστιο. Ας θυμηθούμε το λόγο του Αγίου Αυγουστίνου, που εκφράζει ανθρωπολογική εμπειρία: «Μας έπλασες Κύριε για Σένα και η καρδιά μας είναι ανήσυχη ως ότου αναπαυθεί κοντά Σου».

Τα άθεα κοινωνικά συστήματα βοηθούν να λύσουμε μερικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, αλλά όχι να συναντήσουμε αληθινά και ουσιαστικά το Θεό και τον άνθρωπο. Δεν απαντούν ικανοποιητικά στα υπαρξιακά μας ερωτήματα και ιδίως στο κεντρικό πρόβλημα του θανάτου. Ο κόσμος τακτοποιείται ωραία για να πεθάνει. Αν και τα συστήματα αυτά, και ιδίως ο μαρξισμός, χαρακτηρίζονται από ένα έντονο εγκόσμιο μεσσιανισμό, στην πραγματικότητα δεν «μετάγουν εκ του θανάτου εις την ζωήν», και γι’ αυτό δημιουργούν ανθρώπους τραγικούς, χωρίς ελπίδα. Η έντονη μάλιστα ανθρωπιστική ή και επιχειρηματική δράση κάποτε είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας να ξεχάσουμε το βασικό μας πρόβλημα, το πρόβλημα του θανάτου, και να λυτρωθούμε από το άγχος, το κενό και την πλήξη που σημαδεύει τη ζωή τη χωρισμένη από την πηγή της, τον Τριαδικό Θεό.

Γι’ αυτό και τα συστήματα αυτά, παρά τις καλές και αγνές προθέσεις πολλών ευγενών ανθρώπων που αγωνίζονται και θυσιάζονται για τα ιδεώδη τους, στο βάθος είναι κατά του ανθρώπου. Εν ονόματι μιας καλύτερης και δικαιότερης κοινωνίας εμποδίζουν τον άνθρωπο από την πλήρη θεανθρώπινη κοινωνία, που μόνη τελικά αναπαύει και ολοκληρώνει τη φύση του, τον εγκλωβίζουν στις περιορισμένες διαστάσεις ενός κλειστού μηχανοκρατουμένου απρόσωπου υλιστικού σύμπαντος, του στερούν τη θέα του Ουρανού. Τί νόημα μπορεί αλήθεια να έχει η ζωή μας, αν είμαστε εξελιγμένα ζώα και όχι εικόνες του Θεού; Αν είμαστε καταδικασμένοι μελλοθάνατοι, χωρίς δυνατότητα μεθέξεως στην αιώνια ζωή του Θεού;

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΩΝ!

 
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς 
Ερμηνεία των Δέκα Εντολών 

1.  Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου, ουκ έσονται σοι θεοί έτεροι πλην εμού.
Ένας Κύριος είναι ο Κύριος ο Θεός σου, Αυτός που φανερώνεται (με τρία πρόσωπα, δηλ.) σαν Πατέρας και σαν Υιός και σαν Άγιο Πνεύμα. Σαν Πατέρας μεν αγέννητος, σαν Υιός δε γεννητός (μεν, αλλά και αυτό πάλι) χωρίς αρχή, και πέρα από τον χρόνο, και χωρίς να πάθει καμμία
αλλοίωση, σαν Λόγος (του Θεού Πατρός).
Αυτός δε ονομάζεται Χριστός, γιατί έχρισε (δηλ. αγίασε) με το να αναλάβει ο ίδιος το δικό μας (ανθρώπινο) είδος. Και σαν Άγιο Πνεύμα, που και Αυτό προέρχεται από τον Πατέρα, όχι γιατί γεννήθηκε απ΄ Αυτόν, αλλά γιατί Αυτός Το στέλνει. Αυτός μόνο είναι Θεός.
Και μάλιστα ο αληθινός Θεός, ο ένας Κύριος, που εμφανίζεται με τρεις υποστάσεις. (Είναι ένας και μοναδικός ο Θεός αυτός, που) δεν διαιρείται κατά την φύση, τη θέληση, την σκέψη, την δύναμη και την ενέργεια, και όλα γενικώς τα γνωρίσματα της Θεότητας.
Αυτόν (λοιπόν τον ένα και αληθινό Θεό) μόνο θα (πρέπει να) λατρεύσεις με όλη την δύναμη που έχει ο νους σου, και με όλο το πλάτος της καρδιάς σου και με όλη την πληρότητα της δυνάμεώς σου.
Και όλα όσα (ο Θεός σου) λέει και εντέλλεται, (θα πρέπει) να είναι πάντοτε νωπά μέσα στην καρδιά σου, ώστε να εφαρμόζεις και να εντρυφάς μέσα σε αυτά και να ομιλείς με βάση αυτά (σε όλες τις περιστάσεις της ζωής σου, δηλαδή) και όταν κάθεσαι (κάπου και δεν μετακινείσαι), και όταν βαδίζεις (για να πας από το ένα μέρος στο άλλο), και όταν είσαι πεσμένος στο κρεβάτι, κι όταν είσαι όρθιος.
Και (θα πρέπει ακόμα) να ενθυμείσαι πάντοτε (δηλαδή αδιαλείπτως και χωρίς διακοπή) τον Κύριο το Θεό σου και Αυτόν μόνο να φοβάσαι (με τον Άγιο φόβο του Θεού), και να μην λησμονήσεις ποτέ ούτε Αυτόν ούτε τις εντολές Του.
Γιατί (μόνο) έτσι και ο Θεός θα σου δώσει την δύναμη (που είναι απαραίτητη) για να εφαρμόζεις (στην ζωή σου) το (άγιο) θέλημά Του.
Γιατί (ο Θεός, που δεν έχει κανενός την ανάγκη) τίποτε άλλο δεν σου ζητεί παρά μόνον να Τον φοβάσαι και να Τον αγαπάς (γιατί Αυτός ακριβώς ο φόβος του Θεού συμβαδίζει με την αγάπη προς Αυτόν) και να ακολουθείς τον δρόμο Του που Αυτός θέλει (πράγμα που είναι η φυσική συνέπεια των άλλων).
Αυτός θα είναι το καύχημά σου και Αυτός θα είναι ο Θεός σου. (Πρόσεξε) μήπως ακούγοντας τίποτα σχετικό με την (ηθική) απάθεια των αγγέλων και με την ιδιότητά τους να είναι αόρατοι, η για την μεγάλη (κι εκπληκτική) πονηρία του (διαβόλου, που) εκπέσοντος από το ύψος το αγγελικό, και για την (μεγάλη του) επινοητικότητα και εξυπνάδα και ευστροφία για κάθε πλάνη, εξ΄ αιτίας όλων αυτών
αποδόσεις σε κάποιο από αυτά (τα πνεύματα-αγαθά η πονηρά) τιμή που ανήκει στον Θεό. (Πρόσεξε) μήπως ατενίζοντας το μεγάλο μέγεθος του ουρανού και την ποικιλία της κινήσεως των ουράνιων σωμάτων, την λαμπρότητα του ήλιου, το γλυκό φως της σελήνης, την όμορφη διαύγεια των άλλων αστέρων, τη χρησιμότητα του αέρα (και την αναγκαιότητά του) για την αναπνοή, και της θαλάσσης η της γης τις ανεξάντλητες προσφορές, και (συνηπαρμένος από τα φαινόμενα τούτα τα λαμπρά) θεοποιήσεις κανένα από αυτά τα κτίσματα.
Γιατί όλα αυτά είναι κατά τρόπο δουλικό ταγμένα στον μόνο Θεό και δημιουργήματα δικά Του, που έλαβαν οντότητα από την κατάσταση της ανυπαρξίας που ήσαν, με μόνο τον λόγο του Θεού. Γιατί (όπως λέγει η Γραφή) Αυτός (ο Θεός) απλώς είπε και έγιναν (όλα όσα βλέπουμε και δεν βλέπουμε), Αυτός διέταξε και εδημιουργήθησαν.
Αυτόν λοιπόν τον Κύριο και δημιουργό της κτήσεως πρέπει να τιμήσεις (με λατρεία) σαν μόνο Θεό και με την αγάπη να ενωθείς μαζί Του, και μέρα και νύκτα από Αυτόν να ζητάς συγχώρεση για τα θεληματικά σου και αθέλητα παραπτώματα.
Γιατί Αυτός ( ο μεγαλοδύναμος Κύριος) είναι (ταυτόχρονα) γεμάτος αγάπη και φιλανθρωπία και μακροθυμία και πολύ έλεος, και κάνει αιώνια το καλό ( το αγαθό)...

2. Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης.
Δεν θα (πρέπει) να κατασκευάσεις κανένα ομοίωμα κάποιου πράγματος από όσα βρίσκονται επάνω στον ουρανό και κάτω στην γη και μέσα στην θάλασσα, με σκοπό να τους αποδώσεις λατρεία και δόξα όμοια με εκείνη που αρμόζει στο Θεό.
Και τούτο, γιατί όλα αυτά είναι δημιούργημα του ενός και μοναδικού Θεού, που, αφού τώρα τελευταία επήρε σάρκα γεννηθείς από παρθενική γαστέρα, παρουσιάστηκε στην γη και ήλθε σε επαφή με τους ανθρώπους, και αφού πρώτα υπέστη πάθος για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων και απέθανε και αναστήθηκε, ανέβηκε ψηλά στους ουρανούς με σώμα κι εκάθησε στα δεξιά του θρόνου της μεγαλειότητος του Θεού, στα ψηλά ουράνια σκηνώματα.
Με το σώμα δε αυτό πρόκειται να ξαναρθεί στη γη, μέσα σε δόξα λαμπρή, για να κρίνει ζωντανούς και πεθαμένους. Αυτού λοιπόν (του Θεού), που έγινε άνθρωπος για χάρη μας, να κατασκευάσεις την εικόνα σε ένδειξη της αγάπης σου γι΄ Αυτόν, και να Τον θυμάσαι βλέποντας την εικόνα, και να Τον προσκυνάς προσκυνώντας την εικόνα.
Επίσης η εικόνα θα σε βοηθά να στρέψεις το νου σου στο άξιο προσκυνήσεως σώμα του Σωτήρος, που τώρα βρίσκεται ψηλά στον ουρανό στα δεξιά του Πατρός. Επίσης (θα πρέπει) να κατασκευάσεις εικόνες και για τους Αγίους και να τις προσκυνάς, όχι βέβαια σαν Θεούς, γιατί αυτό απαγορεύεται, αλλά για να δείξεις με τον τρόπο αυτό την σχέση που εσύ (σαν θνητός άνθρωπος) έχεις με αυτούς (που ήσαν σαν και εσένα άνθρωποι), και την διάθεση να τους τιμήσεις με εξαιρετική τιμή, πράγμα που θα κάνει το νου σου να πηγαίνει δια μέσου της εικόνος στους (εικονιζομένους) Αγίους.
Έτσι θα μιμηθείς και τον Μωυσή, που έφτιαξε τις εικόνες των Χερουβίμ μέσα στα Άγια. Έπειτα (μην ξεχνάς ότι) και αυτά ακόμη τα Άγια των Αγίων ήταν (σαν μία κάποια) εικόνα αυτών που ήταν στα ουράνια.
Και (μέσα στην σκηνή του Μαρτυρίου ) το άγιο κοσμικό εικόνιζε όλο τον κόσμο, και (όμως παρά ταύτα) ο Μωυσής όλα αυτά τα ονόμασε άγια, γιατί με τούτο δεν είχε σκοπό να αποδώσει δόξα στα κτίσματα, αλλά δια μέσου αυτών στον δημιουργό του κόσμου Θεό.
Και εσύ λοιπόν δεν (θα πρέπει) να θεοποιήσεις τις εικόνες (σαν υλικό κατασκεύασμα) του Δεσπότου Χριστού και των Αγίων. Αλλά δια μέσου αυτών (και με την βοήθειά τους) θα (πρέπει να) προσκυνήσεις (λατρευτικώς) Αυτών που μας έπλασε πρώτα κατ΄ εικόνα δική του, και έπειτα δέχτηκε από μεγάλη και άπειρη αγάπη προς τον άνθρωπο να λάβει την εικόνα μας την ανθρώπινη (δηλ. να παρουσιαστεί με ανθρώπινη μορφή, και με τον τρόπο αυτό) να γίνει αντικείμενο απεικονίσεως και περιγραφής.
Θα πρέπει δε να μην περιοριστείς μόνο στην προσκύνηση της θείας εικόνος, αλλά να επεκτείνης αυτήν και στο σημείο του σταυρού. Γιατί ο σταυρός είναι πολύ μεγάλο σημείο και δείγμα της νίκης της ολοκληρωτικής του Χριστού εναντίον του διαβόλου και όλης της εχθρικής για μας παρατάξεώς του...

3. Ου λήψει το όνομα του Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω.
Μη πάρεις στο στόμα σου για το τίποτε το όνομα του Κυρίου του Θεού σου (και μην ορκισθείς ποτέ) είτε για υπόθεση γήινη, είτε από φόβο μη πάθεις τίποτε κακό από κανένα άνθρωπο, η από ντροπή, η για να κερδίσεις προσωπικό όφελος, ορκιζόμενος ψεύτικα, γιατί η παράβαση του όρκου σημαίνει άρνηση του Θεού.
Γι΄ αυτό να μην ορκίζεσαι ποτέ, αλλά να αποφεύγεις ολοσδιόλου τον όρκο, γιατί από τον όρκο προέρχεται και η παράβαση του όρκου, που απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό και συγκαταλέγει με τους αμαρτωλούς τον επίορκο.
Όταν λες πάντοτε την αλήθεια, τότε δεν υπάρχει λόγος να ορκίζεσαι, γιατί τα (αληθινά πάντοτε) λόγια σου θα είναι σαν όρκος (και θα καθιστούν περιττή κάθε άλλη βεβαίωση με όρκο). Αν όμως συμβεί καμμιά φορά και ορκισθείς, πράγμα που μακάρι ποτέ να μην γίνει, εάν μεν δώσεις τον όρκο για κάτι τι σύμφωνο με τον Θείο Νόμο, τότε θα πρέπει να εκτελέσεις το νόμιμο αυτό, αλλά εν συνεχεία θα πρέπει να ζητήσεις από τον εαυτό σου ευθύνες επειδή έδωσε όρκο, φροντίζοντας με ελεημοσύνη, δέηση και πένθος και σκληραγωγία του σώματος να εξιλεώσεις τον Χριστό που είπε να μην ορκίζεσαι.
Εάν δε έδωσες όρκο για πράγμα παράνομο, πρόσεξε μήπως εξ΄ αιτίας του όρκου εκτελέσεις παράνομη πράξη, για να μην συγκαταριθμηθείς κι εσύ μαζί με τον Προφητοκτόνο Ηρώδη. Αφού δε αθετήσεις και παραβείς τον παράνομο τούτο όρκο, βάλε κανόνα στον εαυτό σου να μην ξαναορκισθεί, και φρόντισε να εξιλεωθείς απέναντι του Θεού, χρησιμοποιώντας με περισσότερη μέριμνα τα φάρμακα που είπαμε προηγουμένως, μαζί με δάκρυα.

4. Εξ ημέρας έργα και ποιήσεις πάντα τα έργα σου. Τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου.
Μια μέρα της εβδομάδος, που ονομάζεται Κυριακή, επειδή είναι αφιερωμένη εις τον Κύριο, γιατί την ημέρα τούτη αναστήθηκε εκ νεκρών και (με τον τρόπο αυτό) μας έκανε γνωστή και βέβαιη την κοινή ανάσταση, κατ΄ αυτή θα πρέπει κάθε γήινο έργο να σταματήσει.
Τούτη λοιπόν την ημέρα να την αγιάσεις και να μην κάνεις κανένα έργο βιοτικό, εκτός από τα απαραίτητα, και να δώσεις την ευκαιρία σε αυτούς που είναι δικοί σου η σε υπηρετούν να ξεκουραστούν, ώστε όλοι μαζί να δοξάσετε Εκείνον που με το να θανατωθεί μας έκανε δικούς του και αναστήθηκε και ανέστησε μαζί την δική μας φύση.
Κατά την ημέρα αυτή να θυμηθείς την μέλλουσα ζωή, και να περάσεις τον καιρό σου μελετώντας τις εντολές και τα δικαιώματα του Κυρίου και εξετάζοντας τον εαυτό σου για να εξακριβώσεις μήπως παρέβης κάτι τι η παράλειψες, ώστε να διορθώσεις σε όλα τον εαυτό σου.
Επίσης, την ημέρα αυτή να περάσεις πολλές ώρες μέσα στον ναό του Θεού παρακολουθώντας τις ιερές (λατρευτικές) συνάξεις που τελούνται εκεί, και να κοινωνήσεις με ειλικρινή πίστη και με ήσυχη συνείδηση το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού, και να κάνεις αρχή για μία ζωή περισσότερο σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, και να ξεκαινουργώσεις τον εαυτό σου και να τον ετοιμάσεις για την υποδοχή των μελλοντικών αιωνίων αγαθών.
Γι΄ αυτά πρέπει να μην κάνεις καταχρήσεις ούτε τις άλλες ημέρες. Τη δε Κυριακή πρέπει από όλα να απέχεις, αφού μένεις κοντά στον Θεό, κάνοντας μόνον τα απολύτως αναγκαία έργα κι εκείνα που χωρίς αυτά δεν μπορείς να ζήσεις. Έτσι με το να έχεις τον Θεό σαν τόπο για να καταφύγεις, δεν θα πας αλλού πουθενά.
Και δεν θα υποστείς την πύρωση που φέρνει η φλόγα των παθών, και δεν θα σηκώσεις (στον ώμο σου) το βάρος της αμαρτίας. Με τον τρόπο δε αυτό θα αγιάσεις την (πρώτη αυτή) ημέρα της εβδομάδος, (δηλ. με το να τιμάς αυτή) παραμένοντας μακριά από κάθε τι κακό.
Αυτά δε που είπαμε, να τα εφαρμόσεις και στις μεγάλες εορτές, πράττοντας τα ίδια (τα παραπάνω) και απέχοντας πάλι από όσα προηγουμένως είπαμε.

5. Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης.
Να σέβεσαι τον πατέρα σου και την μητέρα σου, γιατί ο Θεός - χρησιμοποιώντας σαν όργανα αυτούς - σε έφερε στην ζωή, και αυτοί είναι για σένα έπειτα από τον Θεό αίτιοι της υπάρξεώς σου. Γι΄ αυτό λοιπόν και εσύ, έπειτα από τον Θεό αυτούς και να τιμήσεις και να αγαπήσεις, αν βέβαια η αγάπη προς τους γονείς βοηθάει την προς Θεό αγάπη.
Αν όμως δεν βοηθάει, τότε να φύγεις αμέσως μακριά από αυτούς... Πρέπει να σέβεσαι και να αγαπάς αυτούς που για σένα γίνηκαν πνευματικοί πατέρες.
Γιατί αυτοί εσένα σε έφεραν από την κατάσταση της (απλής) υπάρξεως, στην κατάσταση (της κατά Θεόν) υπάρξεως και σου μετέδωσαν τον φωτισμό της (θείας) γνώσεως και σου δίδαξαν την φανέρωση της αλήθειας και σε αναγέννησαν με το λουτρό της παλιγγενεσίας και σου φύτεψαν μέσα σου την ελπίδα για την ανάσταση και την αθανασία (της ψυχής) και για την αδιάδοχη βασιλεία και κληρονομία (της βασιλείας των ουρανών) και σε έκαναν, από ανάξιο που ήσουνα, άξιο των αιώνιων αγαθών, και από έπιγειο (σε αντικατέστησαν) ουράνιο, και από πρόσκαιρο, αιώνιο και υιό μαθητείας (παρά τους πόδας) όχι ανθρώπου πια, αλλά του Θεανθρώπου Χριστού, που σου χάρισε το πνεύμα της υιοθεσίας.
Αυτός μάλιστα είπε : «Μην ονομάσετε κανένα άνθρωπο πατέρα η καθηγητή, γιατί ένας είναι ο πατέρας και καθηγητής σας, ο Χριστός.
Γι΄ αυτό οφείλεις κάθε τιμή και αγάπη στους πνευματικούς πατέρες, έχοντας την συναίσθηση πως η τιμή που δίνεις σε αυτούς πηγαίνει στον Χριστό και στο Πανάγιο Πνεύμα, μέσα στο Οποίο έλαβε την υιοθεσία, και στον επουράνιο Πατέρα, από τον Οποίο πηγάζει κάθε πατριά στον ουρανό και στην γη.
Πρέπει δε να φροντίσεις σε όλο τον βίο να έχεις ένα πνευματικό πατέρα, και να του εξομολογήσαι κάθε σου αμάρτημα και κάθε λογισμό η να παίρνεις απ΄ αυτόν την θεραπεία και την συγχώρεση. Γιατί σ΄ αυτόν (δηλ. τον πνευματικό πατέρα) δόθηκε (από τον Κύριο η εξουσία) να συγχωρεί η να μην συγχωρεί αμαρτίες (δηλ. να ελευθερώνει η όχι ψυχές).
Όλα όσα δεν συγχωρήσουν στη γη, θα μείνουν ασυγχώρητα (και) στον ουρανό. Και όλα όσα συγχωρήσουν στη γη, θα συγχωρεθούν (και) στον ουρανό.
Αυτή δε τη χάρη και την δύναμη την έλαβαν από τον Χριστό. Γι΄ αυτό πρέπει να υπακούς σε αυτούς και να μην έχεις αντίθετη με αυτούς γνώμη, για να μην φέρεις την καταστροφή στην ψυχή σου.
Γιατί αν εκείνος που αντιμιλάει στους σαρκικούς του γονείς, σε πράγματα που δεν απαγορεύονται από τον νόμο του Θεού, τιμωρείται - σύμφωνα με τον νόμο (του Μωϋσέως)- με θάνατον, πως είναι δυνατόν εκείνος που αντιμιλάει στους πνευματικούς πατέρες να μην διώχνει μακριά του το πνεύμα του Θεού και να μην χάνει την ψυχή του;
Γι΄ αυτό να συμβουλεύεσαι και να υπακούς μέχρι τέλους στους πνευματικούς πατέρες, για να σωθεί η ψυχή σου και να γίνεις κληρονόμος των αιωνίων και ακηράτων αγαθών.

6. Ου μοιχεύσεις
Να μην πορνεύσεις, για να μην καταντήσεις να γίνεις από μέλος Χριστού μέλος πόρνης, και (έτσι) αποκοπείς από το θείο σώμα (σαν σάπιο μέλος) και χάσεις την Θεία κληρονομιά και ριχθείς στην γέενα (του πυρός).
Γιατί (όπως λέει ο νόμος) εάν η θυγατέρα ιερέως που συλληφθεί να πορνεύεται, υπομένει την τιμωρία τον θάνατο δια πυράς, επειδή (με την πράξη της) τον πατέρα (της) εντρόπιασε, πόσο μεγαλύτερη τιμωρία αξίζει όποιος τέτοια βρωμιά κάνει στο σώμα του Χριστού;
Συ μεν λοιπόν, αν μπορείς, εφάρμοσε (στην ζωή σου) την παρθενία, για να μπορέσεις να αφιερωθείς εξ΄ ολοκλήρου στον Θεό και με τέλεια αγάπη σε Αυτόν να προσκολληθείς, μένοντας κοντά Του σε όλη σου την ζωή και φροντίζοντας αποκλειστικά πάντοτε (να κάνεις) ότι αρέσει στον Κύριο, και (έτσι) από τώρα εξασφαλίζοντας την μέλλουσα ζωή και ζωντας κάτω στην γη σαν Άγγελος Θεού.
Γιατί αυτών (δηλαδή των Αγγέλων) γνώρισμα είναι η παρθενία, και γίνεται όμοιος με αυτούς, -αν και έχει σώμα- όσο τούτο είναι δυνατόν, όποιος ακολουθεί την παρθενία...
Αν πάλι προτιμήσεις να ακολουθήσεις την (κατά Χριστόν) παρθενική ζωή και δεν έχεις δώσει τέτοια υπόσχεση στον Θεό, τότε σου επιτρέπεται να πάρεις μία γυναίκα σύμφωνα με τον νόμο του Κυρίου, και μόνο με αυτήν να κατοικείς και να μην την θεωρείς σαν δικό σου σκεύος προς σκοπό αγιασμού, απέχοντας με όλη σου την δύναμη από ξένες γυναίκες.
Θα μπορέσεις δε τελείως να αποφεύγεις αυτές, αν προσέξεις τις άκαιρες (και ψυχικά επικίνδυνες) συναντήσεις και συζητήσεις μαζί τους, και (φρόντιζε) να μην σου αρέσουν τα πορνικά λόγια και ακούσματα, και να διώχνεις τα μάτια του σώματος και της ψυχής σου από πάνω τους όσο σου είναι τούτο δυνατό, και συνήθιζε να μην ρίχνεις βλέμματα εμπαθή και περίεργα πάνω στην ομορφιά των προσώπων.
Γιατί εκείνος που κυττάζει μια γυναίκα με κακή πρόθεση και επιθυμία, ήδη (όπως λέει ο Κύριος) είναι σαν να έκανε μαζί της την κακή πράξη (της μοιχείας η πορνείας), και έτσι έχει γίνει ακάθαρτος μπροστά στα μάτια του Χριστού που βλέπει (τα κρυπτά) στις καρδιές.
Από το σημείο δε αυτό (της ψυχικής αμαρτίας, ο άνθρωπος) ο ταλαίπωρος, καταντάει και στο να διαπράξει και τη σωματική αμαρτία. Αλλά τι μιλάω (μόνο) για τις βρωμιές της πορνείας και της μοιχείας και όλες τις άλλες τέτοιες που ενεργούνται κατά φύση;
Γιατί ο άνθρωπος όταν με περιέργεια κοιτάει τα όμορφα πρόσωπα, σέρνεται ακόλαστα και στις παρά φύση (σαρκικές αμαρτίες και) ασέλγειες.
Συ λοιπόν, άμα κόψεις από πάνω σου τις πικρές ρίζες (της αμαρτίας), δεν θα δοκιμάσεις τους καρπούς (της) αλλά θα φέρεις αντιθέτως τον καρπό της αγνότητας και του αγιασμού που έρχεται μαζί της, χωρίς τον οποίο κανείς δεν πρόκειται να ιδεί τον Κύριο.

7. Ου κλέψεις.
Να μην κλέψεις, για να μην σου δώσει πολύ μεγαλύτερη τιμωρία ο γνωρίζων τα κρύφια (Θεός), επειδή Τον περιφρόνησες. Μάλλον πρέπει απ΄ ότι έχεις, κρυφά να δίνεις σε όσους έχουν ανάγκη, για να πάρεις εκατονταπλασίονα και να κληρονομήσεις ζωή αιώνια στον μέλλοντα αιώνα από τον Θεό, που βλέπει τα κρυφά.

8. Ου φονεύσεις.
Να μην φονεύσεις, για να μην εκπέσεις από (την χάρη) της υιοθεσίας που σου έδωσε Εκείνος που ανασταίνει τους νεκρούς, και να γίνεις με τα έργα σου παιδί εκείνου που εξ΄ αρχής είναι δολοφόνος του ανθρώπου.
Επειδή δε ο φόνος έχει ως αφορμή το κτύπημα, τούτο δε το μάλωμα, και τούτο το θυμό, ο δε θυμός έρχεται εξ΄ αφορμής της ζημίας η του κτυπήματος η της βρισιάς που άλλοι μας κάνουν, γι΄ αυτό είπε ο Χριστός εκείνον που σου παίρνει το πανωφόρι, μην εμποδίσεις να σου πάρει και το χιτώνα σου και μην αποκριθείς με βρισιές σε εκείνον που σε βρίζει.
Γιατί με τον τρόπο τούτο, και τον εαυτό σου και εκείνον που σου κάνει κακό θα γλιτώσεις από το φοβερό κακό του φόνου. Συ λοιπόν, (κάνοντας έτσι), θα πετύχεις τη συγχώρεση των αμαρτιών σου που έχεις απέναντι του Θεού. Γιατί είπε: «δίδετε συγχώρεση (σε όσους σας φταίουν) και θα συγχωρεθούν και οι δικές σας αμαρτίες».
Εκείνος δε που κακολογεί και κακοποιεί τους άλλους, (αυτός) θα δώσει λόγο και θα τιμωρηθεί με αιώνια τιμωρία. Γιατί ο Χριστός είπε : «αυτός που θα πει τον αδερφό του «μωρέ», είναι άξιος να ριχτεί στη γέενα του πυρός». Αν λοιπόν κατορθώσεις να ξεριζώσεις το κακό (από μέσα σου) και να χαρίσεις στην ψυχή σου τη μακαριώτητα της πραότητος, δόξασε τον Χριστό που είναι ο διδάσκαλος και ο συνεργός των αρετών, χωρίς τον Οποίον, όπως έμαθες, δεν μπορούμε τίποτα καλό να κάνουμε.
Αν πάλι δεν μπορέσεις να μείνεις πράος (και μακριά από τον θυμό), να κατηγορείς τον εαυτό σου που θυμώνει, και να μετανοιώνεις μπροστά στον Θεό και μπροστά στον άνθρωπο που είτε του μίλησες άσχημα, είτε του έκανες κακό.
Γιατί εκείνος που μετανιώνει όταν η αμαρτία του βρίσκεται στα πρώτα βήματα, αυτός δεν φτάνει στο τελευταίο σκαλοπάτι, (αντιθέτως δε) όποιος με αδιαφορία (και αναισθησία) αντιμετωπίζει τις μικρές πτώσεις, αυτός γι΄ αυτές θα πέσει και στις μεγαλύτερες.

9. Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή.
Να μην συκοφαντήσεις, για να μην εξομοιωθείς μ΄ εκείνον που παλιά (στην αρχή της ανθρώπινης ζωής) εσυκοφάντησε στην Εύα τον Θεό, και γίνεις καταραμένος όπως εκείνος. Αλλά μάλλον πρέπει, αν τούτο δεν θα κάνει κακό στους πολλούς, να σκεπάζεις τα κακά του διπλανού σου (που μοιάζουν με πτώμα), για να μοιάσεις όχι του Χαμ, αλλά του Σημ και του Ιάφεθ, και να κερδίσεις την ευλογία.

10. Ουκ επιθυμήσεις πάντα όσα τω πλησίον σου εστι.
Να μην (επιθυμήσεις να αρπάξεις) τίποτα ξένο, που ανήκει στον διπλανό σου. Ούτε κτήμα, ούτε χρήμα, ούτε δόξα, ούτε τίποτε από όσα ανήκουν στον πλησίον σου. Γιατί η επιθυμία (των ξένων πραγμάτων) αφού γεννηθεί στην ψυχή, γεννάει αμαρτία.
Η δε αμαρτία άμα γίνει, φέρνει τον θάνατο. Συ δε, όταν θα μένεις ξένος προς την επιθυμία των πραγμάτων του άλλου, θα κατορθώσεις να μείνεις μακρυά και από την αρπαγή, που έχει σαν αίτιο την πλεονεξία.
Συ μάλιστα πρέπει (όχι μόνο να μην βάζεις στο μάτι του διπλανού σου τα καλά, αλλά) και από τα δικά σου να δίνεις σε αυτόν που ζητά, και να ελεείς, όσο μπορείς, αυτόν που έχει την ανάγκη σου, και να μην διώξεις αυτόν που σου ζητάει δανεικά. Και αν βρεις κάτι που χάθηκε, να το δώσεις στον κύριό του, έστω κι αν αυτός είναι από τους πιο μεγάλους σου εχθρούς.
Γιατί με τον τρόπο τούτο και θα αγαπήσετε, και θα νικήσεις εσύ το κακό με την βοήθεια του καλού, όπως ο Χριστός σε διατάζει.

* * *

Όταν λοιπόν όλα αυτά εσύ τα εκτελείς με όλη σου την δύναμη και ζεις μέσα στην ατμόσφαιρά τους, τότε μέσα στην ψυχή σου θα αποκτήσεις (σαν μεγάλο απόκτημα) τον θησαυρό της ευσέβειας, και θα ευαρεστήσεις στον Θεό και θα ευεργετηθείς από τον Θεό και από τους ανθρώπους του Θεού, και θα γίνεις κληρονόμος των αιωνίων αγαθών, τα οποία είθε όλοι να τα κερδίσουμε, με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας, του Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση (λατρευτική) μαζί με το άναρχό του Πατέρα και το Πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και εις τους ατελεύτητους αιώνες, Αμήν.

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΝΤΟΦΘΑΛΜΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ!

 Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μιλά για την κοντοφθαλμία των ανθρώπων 

Διαφορετικά βλέπουν τά μάτια τῶν ἀνθρώπων καί διαφορετικά ὁ Θεός. 

Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Εἶδα ἄνθρωπον πού φανερά ἁμάρτησε, ἀλλά μυστικά μετενόησε. Καί αὐτόν πού ἐγώ τόν κατέκρινα ὡς ἀνήθικον, ὁ Θεός τόν θεωροῦσε ἁγνόν, διότι μέ τήν μετάνοιάν του Τόν εἶχε ἐξευμενήσει πλήρως».

 Εἰς τήν παροῦσαν ζωήν, ὁ ἕνας, μικρός ἤ μεγάλος, θά κρίνεται πάντοτε ἀπό τούς ἄλλους. Εἰς τήν μέλλουσαν ὅμως ζωήν, οἱ πολλοί, δηλαδή οἱ πάντες, θά κριθοῦμε ἀπό τόν Ἕναν! Τόν Θεόν. 

Ἡ ἀπόφασις διά τούς πολλούς θά εἶναι τότε ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑνός. Ἐδῶ, εἰς αὐτήν τήν ζωήν, οἱ κρίσεις τῶν ἀνθρώπων διά τούς ἄλλους στηρίζονται σέ ὅ,τι βλέπουν μόνον ὡς θεατές. Ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ δι᾽ ὅλους μας ὅμως, βασίζεται εἰς ὅσα Ἐκεῖνος γνωρίζει, ὡς τέλειος καρδιογνώστης.  

Δέν πρέπει ποτέ νά κρίνωμε, οὔτε νά περιφρονοῦμε κανέναν. 

Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἄν βλέπῃς τόν ἀδελφόν σου εἰς τόν δρόμον τῆς ἁμαρτίας, ρίψε εἰς τούς ὤμους του τόν μανδύαν τῆς ἀγάπης σου», καί πρέπει «νά ἀγαπᾶμε τόν ἁμαρτωλόν, καί νά μισοῦμε μόνον τήν ἁμαρτίαν».  

Εἰς τά σπλάχνα οἰκτιρμῶν πού ζητοῦμε ἀπό τόν Θεόν διά τίς ἰδικές μας ἁμαρτίες, ὀφείλομε νά καταθέσωμε καί τήν ἰδικήν μας εὐσπλαχνίαν πρός τούς συνανθρώπους μας. Καί ἄς μήν λησμονοῦμε, ὅτι εἴμεθα ὅλοι ἁμαρτωλοί καί φέρομε μέσα μας τήν ἀνθρωπίνην πεπτωκυῖαν φύσιν μας, τήν πεσμένην φύσιν μας. Εἰς τό σφάλμα πού ἔπεσε σήμερα κάποιος, αὔριο ἠμπορεῖ νά πέσωμε ἐμεῖς.