ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ!

 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή των 318 Πατέρων Α’ Οικουμενικής Συνόδου 

«Αὐτά εἶπεν Ἰησοῦς καί ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπε. Πάτερ, ἦλθεν ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου».
1. «Αὐτός πού ἐφαρμόζει τάς ἐντολάς σου καί τάς διδάσκει», λέγει, «αὐτός θά ὀνομασθῇ μέγας εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 19). Καί πολύ εὔλογα· διότι τό νά φιλοσοφῇ κανείς μέ λόγια εἶναι εὔκολον, ἐνῷ τό νά παρουσιάζῃ μέ ἔργα αὐτά πού λέγει, εἶναι γνώρισμα ἀνθρώπου γενναίου καί μεγάλου. Διά τοῦτο καί ὁ Χριστός, ὁμιλῶν περί ἀνεξικακίας, ἀναφέρει τόν ἑαυτόν του, προτρέπων ἀπό αὐτόν νά λαμβάνωμεν τά παραδείγματα. Διά τοῦτο καί μετά ἀπό αὐτήν τήν παραίνεσιν, ἔρχεται εἰς τήν προσευχήν, διδάσκων ἡμᾶς κατά τάς δοκιμασίας, ἀφήνοντες κατά μέρος ὅλα, νά καταφεύγωμεν εἰς τόν Θεόν. Ἐπειδή δηλαδή εἶπεν, «Εἰς τόν κόσμον θά ἔχετε θλῖψιν» (Ἰω. 16, 33), καί ἐνέβαλεν ἀνησυχίαν εἰς τάς ψυχάς των, μέ τήν προσευχήν ἀνιστᾷ πάλιν τό φρόνημά των· διότι μέχρι τότε τόν ἐπρόσεχαν ὡσάν ἄνθρωπον. Καί δι’ ἐκείνους κάμνει τά ἴδια, ὅπως ἀκριβῶς καί εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ Λαζάρου, καί λέγει τήν αἰτίαν, ὅτι δηλαδή «Τό εἶπα διά τό παρευρισκόμενον πλῆθος, διά νά πιστεύσουν ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες» (Ἰω. 11,42).

Ναί, λέγει· ἀλλά διά μέν τούς Ἰουδαίους ἐγίνοντο αὐτά πολύ εὔλογα, διά ποῖον λόγον ὅμως ἐγίνοντο καί διά τούς Μαθητάς; Καί διά τούς Μαθητάς ἐγίνοντο κατά πολύ φυσικόν λόγον· διότι αὐτοί, πού μετά ἀπό τόσα ἔλεγον, «Τώρα γνωρίζομεν ὅτι ὅλα τά γνωρίζεις» (Ἰω. 16, 30), ἐχρειάζοντο περισσότερον ἀπό ὅλους τήν ἐπιβεβαίωσιν. Ἄλλωστε δέ οὔτε προσευχήν ὀνομάζει ὁ εὐαγγελιστής τό πρᾶγμα, ἀλλά τί λέγει; «Ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν», καί ἀποκαλεῖ αὐτό μᾶλλον συνομιλίαν μέ τόν Πατέρα. Ἐάν δέ εἰς ἄλλην περίπτωσιν τήν ὀνομάζῃ προσευχήν, καί δείχνει αὐτόν ἄλλοτε μέν νά γονατίζῃ, ἄλλοτε δέ νά ὑψώνῃ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν, μή θορυβηθῇς· μέ αὐτά διδασκόμεθα τό ἀκατάπαυστον τῆς προσευχῆς, ὥστε καί ὅταν ἱστάμεθα νά βλέπωμεν ὄχι μόνον μέ τούς ὀφθαλμούς τῆς σαρκός, ἀλλά καί τῆς διανοίας, καί διά νά γονατίζωμεν συντρίβοντες ἔτσι τή καρδίαν μας· διότι ἦλθεν ὁ Χριστός, ὄχι μόνον διά νά μᾶς δείξῃ τόν ἑαυτόν Του, ἀλλά καί νά μᾶς διδάξῃ τήν ἀνεκδιήγητον ἀρετήν. Αὐτός δέ πού διδάσκει πρέπει νά διδάσκῃ ὄχι μόνον μέ λόγια, ἀλλά καί μέ τά ἔργα. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τί λέγει ἐδῶ. «Πάτερ, ἦλθε ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου».

Πάλιν μᾶς δείχνει ὅτι δέν ἔρχεται εἰς τόν Σταυρόν χωρίς τήν θέλησίν Του. Διότι πῶς δέν θά ἤρχετο μέ τήν θέλησίν του αὐτός πού καί εὔχεται αὐτό νά συμβῇ καί δόξαν ὀνομάζει τό πρᾶγμα, ὄχι μόνον αὐτοῦ πού θά ἐσταυρώνετο, ἀλλά καί τοῦ Πατρός; Καί πράγματι ἔτσι ἔγινε· καθ’ ὅσον δέν ἐδοξάσθη μόνον ὁ Υἱός, ἀλλά καί ὁ Πατήρ· διότι πρίν ἀπό τόν σταυρόν οὔτε οἱ Ἰουδαῖοι τόν ἐγνώριζον (διότι λέγει «Ὁ Ἰσραήλ δέν μέ ἐγνώρισεν» (Ἠσ. 1, 3), μετά ὅμως τόν Σταυρόν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἔτρεξε κοντά Του. Ἔπειτα λέγει καί τόν τρόπον τῆς δόξης, καί πῶς θά τόν δοξάσῃ. «Σύμφωνα μέ τήν ἐξουσίαν πού τοῦ ἔδωσες ἐπί ὅλων τόν ἀνθρώπων, ὥστε νά μή χαθῇ κανείς ἀπό αὐτούς πού τοῦ ἔδωσες». Διότι τό νά εὐεργετῇ πάντοτε, ἀποτελεῖ δόξαν διά τόν Θεόν. Τί σημαίνει δέ «Καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Κατ’ ἀρχήν δείχνει ὅτι τό κήρυγμά του δέν περιορίζεται μόνον μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καί εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην καί προετοιμάζει τήν κλῆσιν τῶν ἐθνικῶν. Ἐπειδή δηλαδή εἶπεν, «Μή πηγαίνετε πρός τούς ἐθνικούς» (Ματθ. 10, 5), πρόκειται εἰς τήν συνέχειαν νά εἰπῇ, «Πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28,19), δείχνει, ὅτι καί ὁ Πατήρ τό θέλει αὐτό· καθ’ ὅσον αὐτό ἐσκανδάλιζε πάρα πολύ τούς Ἰουδαίους, ἀλλά καί τούς μαθητάς· διότι οὔτε μετά ἀπό αὐτά ἠνείχοντο εὔκολα νά ἐπικοινωνοῦν μέ τούς ἐθνικούς, μέχρι ὅτου ἔλαβον τήν διδασκαλίαν τοῦ Πνεύματος· καθ’ ὅσον δέν ἐγίνετο αὐτό μικρόν σκάνδαλον εἰς τούς Ἰουδαίους. Μετά λοιπόν τήν τόσον μεγάλην ἐπίδειξιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐλθών ὁ Πέτρος εἰς τά Ἰεροσόλυμα, μόλις κατώρθωσε νά διαφύγῃ τάς κατηγορίας, ὅταν ἀνέφερε τά σχετικά μέ τήν σινδόνα (Πράξ. κεφ. 11). Τί σημαίνει δέ, «Ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Πότε λοιπόν, θά ἐρωτήσωμεν τούς αἱρετικούς, ἔλαβεν αὐτήν τήν ἐξουσίαν; πρίν πλάσῃ αὐτούς ἤ ἀφοῦ τούς ἔπλασεν; Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει μετά τήν Σταύρωσιν καί τήν Ἀνάστασιν. Τότε δηλαδή λέγει.«Μοῦ ἐδόθη κάθε ἐξουσία» (Ματθ. 28, 18), «πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28, 19).

Τί λοιπόν; δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπί τῶν ἰδικῶν του ἔργων, ἀλλ̉ ἔδωσε μέν ἐξουσίαν εἰς αὐτούς, ὁ ἴδιος δέ μετά τό γεγονός αὐτό δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτῶν; (Καί ὅμως φαίνεται ὅλα αὐτός νά τά κάμνῃ καί κατά τήν παλαιάν ἐποχήν, ἄλλους μέν τιμωρῶν ἐπειδή ἡμάρτανον, ἄλλους ἐπιστρέφοντας νά τούς διορθώνῃ· διότι λέγει· «δέν θά κρύψω ἀπό τόν υἱόν μου Ἀβραάμ, αὐτό πού πρόκειται νά κάμω» (Γεν. 18, 17), ἄλλους δέ ἐκτελοῦντας τάς ἐντολάς του νά τούς τιμᾷ)· ἔπειτα, τότε μέν εἶχεν ἐξουσίαν, μετά δέ τήν ἔχασε καί πάλιν τήν ξαναέλαβεν; Καί ποῖος δαίμων θά ἦτο δυνατόν νά εἰπῇ αὐτά; Ἐάν δέ εἶναι ἡ ἴδια ἐξουσία καί τότε καί τώρα (διότι λέγει. «Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Πατήρ ἀνιστᾷ τούς νεκρούς καί τούς ζωοποιεῖ, ἔτσι καί ὁ Υἱός του ζωοποιεῖ ὅποιους θέλει» (Ἰω. 5, 21)· τί σημαίνει αὐτό πού ἐλέχθη; Ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη· διά νά μή νομίσουν λοιπόν αὐτό ὡς καινοτομίαν ἐπειδή ἔλεγε. «Δέν ἀπεστάλην δι’ ἄλλο τίποτε, παρά διά τά χαμένα πρόβατα τοῦ οἴκου Ἰσραήλ» (Ματθ. 5, 24), δείχνει ὅτι αὐτό εἶναι ἐπιθυμητόν καί εἰς τόν Πατέρα. Ἐάν δέ τό λέγῃ αὐτό μέ πολύ ταπεινά λόγια, δέν εἶναι καθόλου ἀξιοθαύμαστον· διότι ἔτσι καί ἐκείνους ἐπαίδευε τότε καί τούς μετά ταῦτα, καί, ὅπως προανέφερα, πάντοτε μέ τήν ὑπερβολικήν χρῆσιν ταπεινῶν ἐκφράσεων ἔπειθε πάρα πολύ ὅτι τά λόγια Του αὐτά ἐλέγοντο ἀπό συγκατάβασιν.

2. Τί σημαίνει δέ «πάσης σαρκός»; Διότι, βέβαια, δέν ἐπίστευσαν ὅλοι. Καί ὅμως, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπό Αὐτόν, ὅλοι ἐπίστευσαν· ἄν δέ δέν ἐπρόσεχαν εἰς τά λεγόμενά Του, ἡ κατηγορία δέν ἀνήκει εἰς τόν διδάσκαλον, ἀλλ̉ εἰς ἐκείνους πού δέν ἐδέχθησαν τά λόγια του. «Ὥστε νά δώσῃ ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα ἀπό ἐκείνους πού τοῦ ἔδωσες». Ἐάν δέ καί ἐδῶ ὁμιλῇ ἀνθρωπινώτερα, μή θαυμάσῃς· διότι τό κάμνει αὐτό καί διά τούς λόγους πού ἔχομεν εἰπεῖ, καί διότι ἀποφεύγει πάντοτε ὁ Ἴδιος νά λέγῃ κάτι τό σπουδαῖον διά τόν ἑαυτόν Του, ἐπειδή αὐτό θά προσέκρουεν εἰς τήν σκέψιν τῶν ἀκροατῶν του, ἀφοῦ εἰς τήν ἀρχήν δέν ἐφαντάζοντο τίποτε τό ὑψηλόν περί αὐτοῦ. Ὁ Ἰωάννης λοιπόν, ὅταν ὁμιλῇ ἀπό μόνος του, δέν κάμνει τό ἴδιον, ἀλλά ἐκφράζεται κατά ὑψηλότερον τρόπον, λέγων τά ἑξῆς. «Ὅλα δι’ αὐτοῦ ἔγιναν, καί τίποτε δέν ἔγινε χωρίς αὐτόν» (Ἰω. 1, 3), καί ὅτι «ἦτο ζωή» (Ἰω. 1, 4), καί ὅτι «ἦτο φῶς» (Ἰω. 1, 9), καί ὅτι «ἦλθεν εἰς τούς ἰδικούς του» (Ἰω. 1, 11)· ὄχι ὅτι δέν θά εἶχεν ἐξουσίαν, ἐάν δέν ἐλάμβανεν, ἀλλ̉ ὅτι καί εἰς ἄλλους ἔδωσεν «ἐξουσίαν νά γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 12). Καί ὁ Παῦλος ὁμοίως τόν ὀνομάζει ἴσον μέ τόν Θεόν (Φιλιπ. 2, 6). Αὐτός ὅμως παρακαλεῖ τόν Πατέρα ἀνθρωπινώτερον, λέγων τά ἑξῆς. «Διά νά δώσω ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα πού μοῦ ἔδωσες. Αὐτή δέ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, τό νά γνωρίσουν ἐσένα ὡς τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καθώς καί τόν Ἰησοῦν Χριστόν πού ἔστειλες εἰς τόν κόσμον». Τό «Μόνον ἀληθινόν Θεόν» τό λέγει πρός διάκρισιν ἀπό τούς μή πραγματικούς θεούς· καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη. Ἐάν ὅμως δέν τό δεχθοῦν μέ αὐτό καί μόνον ἀρνοῦνται τόν Υἱόν ὡς ἀληθινόν Θεόν, προχωροῦντες δέ ἔτσι θ’ ἀρνηθοῦν καί ὅτι εἶναι Θεός· καθ̉ ὅσον λέγει. «Δέν ζητεῖτε τήν τιμήν πού προέρχεται ἀπό τόν μόνον Θεόν» (Ἰω. 5, 44).

Τί λοιπόν; Δέν εἶναι ὁ Υἱός Θεός; Ἐάν δέ ὁ Υἱός εἶναι Θεός καί ὀνομάζεται μόνος τοῦ Πατρός, εἶναι φανερόν ὅτι εἶναι καί ἀληθινός καί ὀνομάζεται μόνος ἀληθινός. Τί δέ; ὅταν ὁ Παῦλος λέγῃ, «Ἤ μόνος ἐγώ καί ὁ Βαρνάβας;» (Α´ Κορ. 14, 6), ἆρά γε ἀρνεῖται τόν Βαρνάβαν; Καθόλου· διότι τό «μόνος» χρησιμοποιεῖται πρός διάκρισιν ἀπό ἄλλους. Ἐάν δέ δέν εἶναι ἀληθινός Θεός, πῶς εἶναι ἀλήθεια; (Ἰω. 14,6) διότι ἡ ἀλήθεια δέν διαφέρει τοῦ ἀληθινοῦ. Τί θά εἰποῦμεν ὅτι δέν εἶναι κἄν ἄνθρωπος; Κατά τόν ἴδιον τρόπον, ἐάν ὁ Υἱός δέν εἶναι ἀληθινός Θεός πῶς εἶναι Θεός; πῶς ἐμᾶς μᾶς κάμνει θεούς καί υἱούς, χωρίς νά εἶναι ἀληθής; Ἀλλά δι’ αὐτά ἐλέχθησαν εἰς ἐσᾶς λεπτομερέστερον εἰς ἄλλους λόγους, διά τοῦτο ἄς προχωρήσωμεν εἰς τήν συνέχειαν. «Ἐγώ σέ δόξασα ἐπάνω εἰς τήν γῆν». Καλῶς εἶπεν, «Ἐπί τῆς γῆς»· διότι εἰς τόν οὐρανόν εἶχε δοξασθῆ, ἔχων καί εἰς τήν φύσιν Του τήν δόξαν καί προσκυνούμενος ὑπό τῶν Ἀγγέλων. Δέν ὁμιλεῖ λοιπόν δι’ ἐκείνην τήν δόξαν, πού εἶναι συνηνωμένη μέ τήν οὐσίαν Του (διότι ἐκείνην τήν δόξαν, καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν δοξάσῃ, ἐξακολουθεῖ νά τήν ἔχει πλήρη), ἀλλ̉ ὁμιλεῖ δι̉ αὐτήν πού προέρχεται ἀπό τήν λατρείαν τῶν ἀνθρώπων. Ὥστε λοιπόν τό «δόξασόν με» ἔχει αὐτήν τήν σημασίαν.

Καί διά νά μάθῃς ὅτι αὐτόν τόν τρόπον τῆς δόξης ἐννοεῖ, ἄκουσε τά ἐν συνεχείᾳ. «Τό ἔργον τό ἐτελείωσα πού μοῦ ἔδωσες νά κάνω»· μολονότι βέβαια ἀκόμη τό ἔργον του εὑρίσκετο εἰς τήν ἀρχήν, μᾶλλον δέ οὔτε εἰς τήν ἀρχήν. Πῶς λοιπόν λέγει, «ἐτελείωσα»; Ἤ ἐννοεῖ ὅτι ἔκαμα ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπό ἐμένα, ἤ ὀνομάζει ὡς νά ἔγινεν ἐκεῖνο πού ἐπρόκειτο νά γίνῃ ἤ αὐτό πού κυρίως ἠμποροῦμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι τό πᾶν ἦτο πλέον τετελεσμένον, ἐφ’ ὅσον εἶχε τοποθετηθῆ ἡ ρίζα τῶν ἀγαθῶν, ἀπό τήν ὁποίαν ὁπωσδήποτε κατ̉ ἀνάγκην ἐπρόκειτο νά προέλθουν οἱ καρποί καί ὅτι θά ἦτο παρών καί συνηνωμένος μέ ἐκείνους πού θά ἤρχοντο εἰς τό μέλλον. Διά τοῦτο πάλιν λέγει μέ τρόπον συγκαταβατικόν. «Αὐτό πού μοῦ ἔδωσες». Διότι, ἐάν βέβαια ἐπερίμενε νά ἀκούσῃ καί νά μάθῃ, θά ἀπεῖχον αὐτά πολύ ἀπό τήν δόξαν του· τό ὅτι λοιπόν αὐτό τό ἔκαμε μέ τήν θέλησίν Του εἶναι φανερόν ἀπό πολλά. Ὅπως, ὅταν λέγῃ ὁ Παῦλος ὅτι «τόσον πολύ μᾶς ἠγάπησεν, ὥστε νά παραδώσῃ τόν ἑαυτόν του πρός χάριν μας» (Ἐφ. 5, 2), καί «ἐταπείνωσε τόν ἑαυτόν του, λαβών μορφήν δούλου» (Φιλιπ. 2, 7), καί πάλιν· «Ὅπως ἀκριβῶς μέ ἠγάπησεν ὁ Πατήρ μου καί ἐγώ ἠγάπησα ἐσᾶς» (Ἰω. 5, 9). «Δόξασέ με, Πάτερ, μέ τήν δόξαν ἐκείνην πού εἶχα πρίν ἀκόμη ὁ κόσμος ἔλθῃ εἰς τήν ὕπαρξιν». Καί ποῦ εἶναι ἐκείνη ἡ δόξα; Ἔστω λοιπόν ὅτι πλησίον τῶν ἀνθρώπων πολύ εὔλογα ἦτο χωρίς δόξαν ἐξ αἰτίας τῆς ἐνδυμασίας Του, πῶς ζητεῖ νά δοξασθῇ πλησίον τοῦ Θεοῦ; Τί λοιπόν ἐννοεῖ ἐδῶ; Ἐδῶ ὁ λόγος γίνεται περί τοῦ ἔργου τῆς θείας οἰκονομίας· διότι ἀκόμη δέν εἶχε δοξασθῆ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις του οὔτε εἶχεν ἀπολαύσει ἀφθαρσίας, οὔτε εἶχε λάβει μέρος εἰς τόν βασιλικόν θρόνον. Διά τοῦτο δέν εἶπεν, «Ἐπί τῆς γῆς», ἀλλά «πλησίον σου».

3. Αὐτήν τήν δόξαν θά ἀπολαύσωμεν καί ἡμεῖς κατά τό ἰδικόν μας μέτρον, ἐάν εἴμεθα προσεκτικοί. Διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος λέγει. «Ἐάν βέβαια πάσχωμεν μαζί του, διά νά δοξασθῶμεν μαζί του» (Ρωμ. 8, 17). Ἑπομένως εἶναι ἄξιοι μυρίων δακρύων ἐκεῖνοι πού, ἄν καί ὑπάρχει ἔμπροσθέν των τόση δόξα, ἐξ αἰτίας τῆς ὀκνηρίας των καί τῆς ἀδιαφορίας των προκαλοῦν κακά εἰς τόν ἑαυτόν των, καί, ἐάν δέν ὑπῆρχε γέεννα, θά ἦσαν ἀθλιώτεροι ἀπό ὅλους, καθ̉ ὅσον, ἐνῷ ἠμποροῦν νά βασιλεύσουν καί νά δοξασθοῦν μαζί μέ τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ἀποστεροῦν τόν ἑαυτόν των ἀπό τόσα ἀγαθά· διότι, ἐάν ἐχρειάζετο νά κατασφαγοῦν, ἐάν ἐχρειάζετο νά ὑποστοῦν μυρίους θανάτους, ἐάν ἐχρειάζετο νά παραδώσουν ἀπείρους ψυχάς καί τόσα ἄλλα σώματα καθημερινῶς, δέν ἔπρεπε νά ὑποστοῦν ὅλα αὐτά χάριν τῆς τόσον μεγάλης δόξης; Τώρα ὅμως οὔτε τά χρήματα περιφρονοῦμεν, τά ὁποῖα ἀργότερον θά τά ἀποχωρισθοῦμεν καί χωρίς νά τό θέλωμεν· δέν περιφρονοῦμεν τά χρήματα, πού μᾶς περιβάλλουν μέ ἀμέρτητα κακά, καί πού μένουν ἐδῶ καί δέν εἶναι ἰδικά μας (διότι διαχειριζόμεθα ἐκεῖνα πού δέν εἶναι ἰδικά μας καί ἄν ἀκόμη τά ἔχωμεν ἀπό πατρικήν κληρονομίαν)· ὅταν ὅμως καί γέεννα ὑπάρχῃ καί σκώληξ αἰώνιος καί ἄσβεστον πῦρ καί τρυγμός τῶν ὀδόντων, εἰπέ μου, πῶς θά τά ὑποφέρωμεν αὐτά;

Μέχρι πότε θά εἴμεθα ἀπρόσεκτοι καί θά δαπανῶμεν τό πᾶν εἰς καθημερινάς διαμάχας καί φιλονεικίας καί λόγους ἀνωφελεῖς, τρέφοντες τήν γῆν, παχαίνοντας τό σῶμα, καί ἀδιαφοροῦντες διά τήν ψυχήν, διά μέν τά ἀναγκαῖα μή κάμνοντες κανένα λόγον, διά δέ τά περιττά καί ἀνώφελα δεικνύοντες πολλήν φροντίδα; Καί οἰκοδομοῦμεν μέν λαμπρούς τάφους καί ἀγοράζομεν πολυτελεῖς οἰκίας καί ἀκολουθούμεθα ἀπό ἀγέλας παντός εἴδους ὑπηρετῶν καί ἐπινοοῦμεν διαφόρους οἰκονόμους, ἀγρῶν, οἰκιῶν, διαχειριστάς χρημάτων καί καθιστῶντες ἄρχοντες ἀρχόντων, διά δέ τήν ψυχήν μας πού ἔχει μείνει τελείως ἔρημη δέν δείχνομεν καμμίαν φροντίδα. Καί ποῖο θά εἶναι τό τέλος αὐτῶν; δέν γεμίζομεν μίαν γαστέρα; Δέν ἐνδύομεν ἕνα σῶμα; διατί τόσος πολύς θόρυβος δι’ αὐτά τά πράγματα; Διατί τέλος πάντων ὅλα αὐτά καί διατί τήν ψυχήν πού ἐλάβομεν τήν κατασφαγιάζομεν, τήν κατασπαράσσομεν μέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τάς φροντίδας, ἐπινοοῦντες φοβεράν δουλείαν διά τούς ἑαυτούς μας; Διότι ἐκεῖνος πού ἔχει ἀνάγκην ἀπό πολλά, εἶναι δοῦλος πολλῶν, καί ἄν ἀκόμη φαίνεται ὅτι εἶναι κυρίαρχος αὐτῶν. Διότι καί τῶν ὑπηρετῶν δοῦλος εἶναι ὁ κύριος καί δημιουργεῖ ἄλλον μεγαλύτερον τρόπον ὑπηρεσίας.καί κατ’ ἄλλον τρόπον δέ εἶναι δοῦλος, διότι δέν τολμᾷ χωρίς ἐκείνους νά μεταβῇ εἰς τήν ἀγοράν οὔτε εἰς τό λουτρόν, οὔτε εἰς τόν ἀγρόν, ἐνῷ αὐτοί πολλές φορές παντοῦ πηγαίνουν χωρίς τόν κύριόν των. Ἀλλ̉ ὁ θεωρούμενος ὅτι εἶναι κύριος, ἄν δέν εἶναι παρόντες οἱ δοῦλοι, δέν τολμᾷ νά βγῇ ἀπό τήν οἰκίαν, ἀλλά καί ἄν ἀκόμη συμβῇ νά βγῇ μόνος ἀπό τήν οἰκίαν, θεωρεῖ τόν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι διά γέλια.

Ἴσως μερικοί μᾶς γελοῦν πού λέγομεν αὐτά, ἀλλ̉ ὅμως ἀκριβῶς δι’ αὐτό θά ἦσαν ἄξιοι μυρίων δακρύων· διότι διά νά διαπιστώσῃς ὅτι αὐτό εἶναι δουλεία, θά σέ ἐρωτοῦσα εὐχαρίστως· ἤθελες νά εἶχεις τήν ἀνάγκην ἐκείνην πού θά ἔθετε τήν τροφήν εἰς τό στόμα σου ἤ θά προσέφερε τό ποτήρι εἰς τά χείλη σου; Δέν θά ἐθεωροῦσες αὐτήν τήν ὑπηρεσίαν ἀξίαν δακρύων; Τί δέ, ἐάν ἐχρειάζεσο μερικούς διά νά σέ βαστάζουν διαρκῶς διά νά βαδίζῃς, δέν θά ἐθεωροῦσες ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τόν ἑαυτόν σου ἐλεεινόν καί ἀθλιώτερον ἀπό ὅλους; Λοιπόν καί τώρα τέτοιαι ἔπρεπε νά εἶναι οἱ διαθέσεις σου· διότι καθόλου δέν διαφέρει, εἴτε νά παθαίνει αὐτά κανείς ἀπό ἄλογα ζῶα εἴτε ἀπό ἀνθρώπους. Τί δέ, εἰπέ μου, δέν διαφέρουν ὡς πρός αὐτό οἱ ἄγγελοι ἀπό ἡμᾶς, τό ὅτι δηλαδή δέν ἔχουν τήν ἀνάγκην των ὅσων ἔχομεν ἡμεῖς; Λοιπόν, ὅσον ὀλιγωτέραν ἔχομεν τήν ἀνάγκην, τόσον περισσότερον πλησιάζομεν πρός ἐκείνους, ὅσον δέ περισσοτέραν, τόσον περισσότερον καταπίπτομεν εἰς αὐτόν τόν φθαρτόν βίον. Καί διά νά μάθῃς ὅτι αὐτά ἔχουν ἔτσι, ἐρώτησε τούς γέρους ποῖον βίον μακαρίζουν, ἐκεῖνον πού ἦσαν τότε ὑποδουλωμένοι εἰς αὐτόν ἤ ἐκεῖνον πού εἶναι σήμερα κυρίαρχοι αὐτοῦ; Διότι ἀκριβῶς δι’ αὐτό ἀνεφέραμεν ἐκείνους, ἐπειδή ἐκεῖνοι πού εἶναι μεθυσμένοι ἀπό τά τῆς νεότητος οὔτε κἄν γνωρίζουν τό ὑπερβολικόν μέγεθος τῆς δουλείας. Τί δέ, αὐτοί πού πάσχουν ἀπό πυρετόν μακαρίζουν τόν ἑαυτόν των, ὅταν αἰσθάνονται μεγάλην δίψαν καί πολλήν πεῖναν καί ἔχουν ἀνάγκην ἀπό πολλά ἄλλα ἤ ὅταν ἀποκτήσουν τήν ὑγείαν των καί ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν ἐπιθυμίαν; Βλέπεις ὅτι παντοῦ εἶναι ἐλεεινόν καί ξένον πρός τήν φιλοσοφίαν καί ἐπέκτασις τῆς δουλείας καί τῆς ἐπιθυμίας τό νά ἔχῃ κανείς ἀνάγκην ἀπό πολλά πράγματα;

Διατί λοιπόν μέ τήν θέλησίν μας μεγαλώνομεν τήν ἀθλιότητα εἰς τόν ἑαυτόν μας; Διότι εἰπέ μου, ἐάν ἦτο δυνατόν νά κατοικῇς χωρίς στέγην καί τοίχους καί χωρίς νά βλάπτεσαι καθόλου, δέν θά ἐπροτιμοῦσες περισσότερον αὐτό; Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐπεκτείνεις τά γνωρίσματα τῆς ἀσθενείας; Δέν μακαρίζομεν δι’ αὐτό τόν Ἀδάμ, ἐπειδή δέν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό τίποτε, οὔτε ἀπό οἰκήματα, οὔτε ἀπό ἐνδύματα; Ναί, λέγει· ἀλλά τώρα εἴμεθα ὑπό τό κράτος τῆς ἀνάγκης. Διατί λοιπόν αὐξάνομεν τήν ἀνάγκην; Διότι, ἐάν πολλοί περικόπτουν πολλά καί ἀπό τά ἀναγαῖα (ἐννοῶ τούς δούλους, τά οἰκήματα καί τά χρήματα), ποίαν δικαιολογίαν θά ἠμπορούσαμεν νά ἔχωμεν, ὑπερβαίνοντες τήν ἀνάγκην; Μέ ὅσον περισσότερα περιβάλλεσαι, τόσον περισσότερον δουλικώτερος γίνεσαι· διότι ὅσον περισσότερα χρειάζεσαι, τόσον περισσότερον μειώνεις τήν ἐλευθερίαν σου· καθ̉ ὅσον ἡ μέν πλήρης ἐλευθερία συνίσταται εἰς τό νά μή ἔχωμεν καμμίαν ἀνάγκην, ἐνῷ ἐκείνη πού ἀκολουθεῖ αὐτήν συνίσταται εἰς τό νά ἔχωμεν τήν ἀνάγκην ὀλίγων πραγμάτων, τήν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἄγγελοι πρό πάντων καί οἱ μιμηταί αὐτῶν, ὅμως τό νά τό κατορθώσουν αὐτό ἄνθρωποι πού μένουν μέσα εἰς θνητόν σῶμα σκέψου πόσον μεγάλον ἔπαινον ἔχει αὐτό τό πρᾶγμα. Αὐτό ἔλεγε καί ὁ Παῦλος γράφων πρός τούς Κορινθίους.«Ἐγώ δέ σᾶς λυποῦμαι» (Α´ Κορ. 7, 28), καί «Διά νά μή ὑποφέρουν αὐτοί εἰς τήν ζωήν» (Αὐτόθι). Διά τοῦτο ὀνομάζονται χρήματα, διά νά τά χρησιμοποιοῦμεν ὅπου χρειάζονται, ὄχι διά νά τά φυλάσσωμεν καί νά τά κρύπτωμεν μέσα εἰς τήν γῆν· διότι αὐτό δέν δείχνει ὅτι τά ἀπεκτήσαμεν, ἀλλ̉ ὅτι αὐτά ἀπέκτησαν ἡμᾶς· καθ’ ὅσον ἐάν πρόκειται αὐτό νά σκεπτώμεθα, πῶς αὐτά νά τά κάνωμεν πολλά καί ὄχι διά νά τά ἀπολαύσωμεν εἰς τά ἀναγκαῖα πράγματα, ἀνετράπη ἡ τάξις, καί ἐκεῖνα κατέκησαν ἡμᾶς καί ὄχι ἡμεῖς ἐκεῖνα.

Ἄς ἀπαλλαγῶμεν λοιπόν ἀπό αὐτήν τήν φοβεράν δουλείαν· καί ἄς γίνωμεν κάποτε ἐλεύθεροι. Διατί ἐπινοοῦμεν διά τούς ἑαυτούς μας ἀπείρους καί διαφόρων εἰδῶν δεσμούς; Δέν σοῦ ἀρκεῖ ὁ δεσμός τῆς φύσεως καί ἡ ἀνάγκη τῆς ζωῆς καί τό πλῆθος τῶν ἀπείρων πραγμάτων, ἀλλά πλέκεις καί ἄλλα δίκτυα διά τόν ἑαυτόν σου καί δένεις μέ αὐτά τά πόδια σου; Καί πότε θά σκεφθῇς καί θά φροντίσῃς, διά τόν οὐρανόν καί θά ἠμπορέσῃς νά ἀνεβῇς πρός τό ὕψος ἐκεῖνο; Πρέπει λοιπόν νά θελήσῃ κανείς, νά θελήσῃ νά κόψῃ αὐτά τά σχοινιά διά νά ἠμπορέσῃ νά φροντίσῃ διά τήν οὐράνιον πόλιν· τόσα πολλά ἄλλα ἐμπόδια ὑπάρχουν, πού διά νά τά νικήσωμεν ὅλα πρέπει νά ἀρκούμεθα εἰς τά ὀλίγα· διότι ἔτσι θά φροντίσωμεν καί διά τήν αἰώνιον ζωήν μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τόν Ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

alopsis.gr

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΑΝ ΗΞΕΡΕΣ ΠΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΘΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΟΥ!

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ΧρυσόστομοςἊν ἤξερες πόσο γρήγορα θὰ σὲ ξεχάσουν οἱ ἄνθρωποι μετὰ τὸ θάνατο σου, δὲν θὰ ἐπιδιώξεις στὴ ζωή σου νὰ εὐχαριστήσεις κανέναν παρὰ μόνο τὸν Θεό.

ΑΓΙΟΣ ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ: Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΚΑΝΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΘΕΟ!

Όσιος Ευμένιος Σαριδάκης: Η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο θεό. Η υπερηφάνεια έκανε τους αγγέλους δαίμονες. Η ταπείνωση θα σου ανοίξει τις πόρτες του Ουρανού, ενώ η υπερηφάνεια θα τις κλείσει.

ΕΑΝ ΣΥΓΧΩΡΗΣΟΥΜΕ, ΘΑ ΣΥΓΧΩΡΗΘΟΥΜΕ!

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΠΕΡΙ ΕΚΔΙΚΗΣΕΩΣ!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Γιατί, εάν θελήσεις, εσύ ο ίδιος να εκδικηθείς και να επιτεθείς εναντίον του είτε με τα λόγια σου, είτε με κάποια ενέργειά σου, η με την κατάρα σου, ο Θεός όχι μόνο δεν θα επέμβει κατ᾿ αυτού -εφόσον εσύ ανέλαβες την τιμωρία του- αλλά επιπλέον θα σε τιμωρήσει ως θεομάχο.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ!

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Μνήμη Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-5-2002 

Η εορτή, αγαπητοί μου, των αγίων θεοστέπτων και ισαποστόλων βασιλέων, αγίου Κωνσταντίνου και αγίας Ελένης μάς δίνει την ευκαιρία να δούμε ένα μεγάλο σταθμό στην πορεία της Εκκλησίας μας μέσα εις τους αιώνες. Η Εκκλησία εβρίσκετο, όπως γνωρίζετε και πρέπει να γνωρίζουμε, να διαβάζουμε, θα λέγαμε, την πορεία της Εκκλησίας μες στην ιστορία, εβρίσκετο εις απηνή διωγμόν υπό της τότε κρατούσης πολιτείας, η οποία θεωρούσε σαν εσχάτη προδοσία εκ μέρους των Χριστιανών το γεγονός ότι δεν εθυσίαζαν στην «αγαθή τύχη» του αυτοκράτορος, του Καίσαρος. Έτσι, τρεις αιώνες η Εκκλησία δίδει συνεχώς μάρτυρες εις την θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Το βιβλίο της Αποκαλύψεως μάς δίδει μία θαυμασία εικόνα των μαρτύρων στον ουρανό. Θα σας το διαβάσω, παρότι είναι λίγο μακρά η περικοπή: «Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν πέμπτην σφραγῖδα», γράφει ο Ιωάννης ο ευαγγελιστής, «εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον (Αυτός ο χώρος, νοητός πάντοτε, κάτω από το θυσιαστήριον δεν είναι παρά ο Παράδεισος)»· «ἐσφαγμένων», λοιπόν, «διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον (: την οποίαν είχαν)· «καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς; Καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς (: ειπώθηκε εις αυτούς) ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν –σημειώσατε: «χρόνον μικρόν»-, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί».

Βλέπει κανείς ότι το θέμα του διωγμού των Χριστιανών και του μαρτυρίου των Χριστιανών θα είναι έως το τέλος της ιστορίας. Οι δε Πατέρες μάς λέγουν, συγκεκριμένα ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, ότι προς το τέλος της Ιστορίας, το μαρτύριο θα είναι φοβερότερο και οδυνηρότερο· των Χριστιανών· ιδίᾳ στις ημέρες του Αντιχρίστου. Όταν μάλιστα –το είδαμε στον αιώνα μας, να κάνουν, να προσβάλλουν τον μάρτυρα, με πράγματα τα οποία, βέβαια, οι παλαιότεροι αιώνες δεν τα είχαν διανοηθεί· όπως, φερειπείν, μίαν φαρμακευτικήν, φαρμακευτικήν προσέξτε, ένα φαρμακευτικόν μαρτύριον ή ένα ψυχολογικόν μαρτύριον κ.ο.κ. Να κάνουν, φερειπείν, σε ανθρώπους υγιείς μεγάλες δόσεις ινσουλίνης, μόνο και μόνο για να υφίστανται μαρτύριον– είναι φοβερό πράγμα… Αυτά γίνηκαν λίγα χρόνια πιο πίσω. Τα ξέρετε πού γίνηκαν. Ο Θεός να ελεεί πάντως, το μαρτύριον θα υπάρχει και θα επιτείνεται.

Αλλά ο Κύριος του ελέους έδωσε κάποια άνεση στον λαό Του, χρησιμοποιώντας σαν εκλεκτό όργανό Του, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνον και την μητέρα του αγίαν Ελένη. Ήταν η ευτυχής ημέρα του 311 μ.Χ., με το διάταγμα του Μεδιολάνου, που κατέπαυσε κάθε διωγμός της Εκκλησίας. Εθεωρήθη το γεγονός τεράστια μεγάλο, ανακουφίστηκε η Εκκλησία, ανέπνευσε η Εκκλησία και πολύ δικαίως ανεκήρυξε τον μεγάλον, αυτόν, αυτοκράτορα, τον Κωνσταντίνο –δεν ήτο βαπτισμένος· αργότερα εβαπτίσθη ο Μέγας Κωνσταντίνος- και την μητέρα του, αγίαν Ελένη, η οποία βεβαίως κατήγετο από τον Πόντο η αγία Ελένη, ήταν Ποντία και αυτή ήτο βαπτισμένη. Και έτσι τους ανεκήρυξε δικαιότατα ως αγίους.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψις του θέματος. Αυτή, η οποία πάρα πολύ μας ενδιαφέρει, όπως θα το δείτε. Η άνεση της Εκκλησίας έδωσε την αφορμή ώστε οι Χριστιανοί να χαλαρώσουν εις τα ήθη. Αυτό είναι παρατηρημένο. Αυτό το γνωρίζουμε. Προς αντιμετώπισιν του πράγματος εδημιουργήθη ο μοναχισμός· ο οποίος βέβαια υπήρχε και προ του διατάγματος του Μεδιολάνου, υπήρχε, πάντοτε υπήρχε, αλλά όμως ο μοναχισμός ιδιαιτέρως εγιγαντώθη κατά τους μετά χρόνους των διωγμών. Γιατί; Γιατί η Εκκλησία εδέχθη, βέβαια, αυτήν την έξωθεν άνεσιν, αλλά ελησμονήθη, όμως, ότι η φύσις της Εκκλησίας είναι ασκητική, είναι μαρτυρική και συνεπώς τώρα που της δόθηκε η άνεσις, κάπου τα πράγματα άρχισαν να μην πηγαίνουν καλά, εφόσον, βέβαια, ο κόσμος όλος κατά την μαρτυρία της Αγίας Γραφής, «ὅλος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ». Έτσι λοιπόν οι Χριστιανοί βρέθηκαν μέσα εις έναν κόσμο, ο οποίος κόσμος ζούσε ό,τι πονηρόν.

Το θέμα είναι ότι ναι μεν, καλή είναι η άνεσις, να μην έχουμε διωγμούς, αλλά θα είμεθα, όμως, προσεκτικοί. Γιατί, μην ξεχνάμε, ότι όταν έχομε την έξωθεν, αυτήν, άνεσιν, τότε ο διάβολος είναι ο μεγάλος διώκτης. Και διώκει. Και ξέρετε πώς διώκει; Με την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας. Εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα, που η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας οδηγεί, μετά μαθηματικής ακριβείας, εις την αποστασίαν. Το λέει ο απόστολος Παύλος εις τους Θεσσαλονικείς: «Θα ‘ρθουν οι μέρες που…-σχετικά με τον Αντίχριστον- και τότε θα έρθει και η αποστασία». Αλλά πώς θα έρθει η αποστασία; Παρατηρήσατέ το στην εποχή μας. Παρατηρήσατέ το εις τους εαυτούς μας. Όπου έχουμε μίαν ελευθερία κινήσεων, δεν πάμε καλά. Καθόλου καλά… Αυτό είναι το μεγάλο θέμα.

Ο μεγάλος διώκτης, δε, κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον, είναι ο ευδαιμονισμός: «Έχω όλα τα αγαθά. Γιατί να προσέχω; Γιατί να μη γευθώ εγώ τα αγαθά τα οποία μου δίδονται; Θα ήμουν ανόητος να μην τα δεχθώ». Οπότε, με τον τρόπον αυτόν, επέρχεται, όπως σας είπα, και η χαλάρωσις της Εκκλησίας. Και ναι μεν ο Θεός έδωσε την άνεση από τους διωγμούς και ο Μέγας Κωνσταντίνος είναι όντως μέγας, αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η άνεσις είναι σχετική. Πρέπει πάρα πολύ να προσέχομε.

Έχω τρομάξει μπροστά σ’ αυτό που λέμε «εκκοσμίκευση» και μάλιστα, η εκκοσμίκευσις αυτή παίρνει χίλιες μορφές. Βλέπετε τον τελευταίο καιρό –να μείνω μόνον εις τον χώρο τον εκκλησιαστικό- αν διαβάζετε, αν παρακολουθείτε, ιδιαιτέρως τονίζονται πολλές αλλαγές μέσα στην Εκκλησία μας, «χάριν», λένε, «εκσυγχρονισμού». Βέβαια, και μια εκδήλωση να βγάλομε κι εμείς τα ράσα μας και άλλα πολλά και τοιαύτα και τοιαύτα. Γιατί να βγάλω τα ράσα μου; Για να πηγαίνω στον κινηματογράφο άνετα; Να μην πουν: «Α, δες αυτός ο παπάς…» -γιατί σήμερα αν πάω σε έναν κινηματογράφο με τα ράσα μου θα μου πουν: «Δείτε, δείτε, ένας παπάς πάει στον κινηματογράφο!». Αυτό έχει γίνει στην Αμερική, είναι γνωστό. Κι εκεί, οι Ορθόδοξοι – όχι οι Ρώσοι όμως- ορθόδοξοι ιερείς απέβαλαν το ράσο. Και μπορούν να βρίσκονται όπου θέλουν… Αλλά τότε όμως, εάν εγώ μπορώ να πηγαίνω όπου θέλω, χωρίς να έχω τουλάχιστον τον εξωτερικόν έλεγχον, δεν εκκοσμικεύομαι;

Όλες δε αυτές οι αλλαγές που προτείνονται, ιδίως στην Θεία Λειτουργία κ.λπ. κ.λπ. δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να λιγοστεύομε τα πράγματα, και ποσοτικώς και ποιοτικώς, και στο τέλος να παραδώσουμε στους μετά από μας μίαν κατάσταση αγνώριστη. Είναι τραγικό! Είναι φοβερό! Αλήθεια, θα είχαμε ποτέ σκεφτεί αν αυτήν την στιγμή εμείς οι Έλληνες βρισκόμεθα κάτω από μίαν ξενικήν κατοχήν –ας πούμε γερμανική κατοχή· που περάσαμε πρόσφατα, εις τον αιώνα μας- θα είχαμε διανοηθεί ποτέ κατά την διάρκεια της ξενικής κατοχής να προβούμε σε διορθώσεις, σε ανανεώσεις, σε εκσυγχρονισμούς κ.λπ; Νομίζω ποτέ δεν θα το είχαμε σκεφθεί!

Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, εκείνο που δυναμώνει τους Χριστιανούς είναι ο διωγμός. Είναι ο διωγμός. Βέβαια, ένας άνεμος φυσάει πάνω στα δέντρα. Αν ποτέ δεν φυσούσε, και πρώτη φορά γινόταν ένας άνεμος, πολλά δέντρα θα είχαν ξεριζωθεί. Ξέρετε τι είναι εκείνο που τα κρατάει τα δέντρα να μην ξεριζωθούν; Και να απλώνουν βαθύτερα και βαθύτερα τις ρίζες των; Οι άνεμοι που υπάρχουν. Τι νομίζετε; Οι άνεμοι που υπάρχουν κάνουν το δέντρο να αντιστέκεται και να είναι ανθεκτικό σε κάποια βία του ανέμου. Και απλώνει πιο βαθιά ακόμα τις ρίζες. Αυτό είναι με τους Χριστιανούς. Είναι -δεν θέλομε να μειώσομε- αυτό το χάρισμα που μας έδωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, και μάλιστα προήδρευσε, παρακαλώ, και εις την πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον, δεν θα ‘θελα να το μειώσω, αντιθέτως, μάλιστα, να δοξάζομε τον Θεό, αλλά μην ξεχνάμε όμως ότι όταν έχουμε μίαν άνεσιν, οπουδήποτε αυτή αν υπάρχει, ιδίως στον ευδαιμονισμόν, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου καλά.

Έτσι, αγαπητοί, μη μας τρομάζει κάθε διωγμός. Πολλές φορές λένε: «Να, ξέρετε θα στραφούν εναντίον της Εκκλησίας…». Ας στραφούν! Ε, λοιπόν; Και τι θα γίνει; Το ξέρουμε. Τό ‘παν και οι Πατέρες μας, ότι «ἡ Ἐκκλησία διωκομένη νικᾶ». Ρωτάει κάπου ρητορικότατα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Πού είναι εκείνοι οι οποίοι εδίωξαν την Εκκλησία; Πού είναι; Όλοι εσίγησαν. Γιατί; Γιατί δεν είχανε βοηθόν τον Θεόν». «Ἡ Ἐκκλησία», λέει, «γιγαντοῦται». Μη φοβόμαστε. Αυτό είναι αλήθεια. Μπορεί αυτή τη στιγμή ίσως να έχομε αυτήν την ελευθερία, αυτήν την άνεση, αλλά προς Θεού, μη μας οδηγήσει αυτή η άνεσις εις την εκκοσμίκευσιν. Πολύ θα το παρακαλέσω! Η εκκοσμίκευσις είναι, είναι μπροστά μας, είναι μια απειλή μας, πρέπει να το ξέρουμε· γιατί απευθύνεται πλέον, κατευθύνεται πλέον αυτή η άνεσις, η εκκοσμίκευσις, όπως σας είπα και προηγουμένως, προς την αποστασία. Μη φοβόμαστε τον διωγμόν.

Και ξέρετε, ο πιστός έχει τον καθημερινό του διωγμόν. Όταν κάποτε τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, με τους οικείους του, με τον γείτονα, με την κοινωνία, λέει: «Με κοροϊδεύουν». «Και δεν χαίρεσαι;». Α δεν χαίρεσαι… Και διαμαρτύρεσαι! Και λες: «Με κοροϊδεύουν». Τα παιδιά· πάρτε τα κορίτσια- σήμερα αρχίζουν μάλιστα τα παιδιά και τις εξετάσεις των· να τους βοηθήσει ο Θεός να πάνε καλά-. Όμως, όμως, όταν πείτε σε ένα κορίτσι να βάλει φουστάνι και όχι παντελόνι, θα σας πει: «Μα με κοροϊδεύουνε». Και δεν χαίρεσαι; Μια φορά, γιατί ήταν φανάρια δηλαδή, μας σταμάτησαν εκεί στην γέφυρα της Λαρίσης, που περνάμε από την άλλη μεριά· σταματήσαμε εκεί, εκείνη την ώρα δε περνούσε και ένα σχολείο, δημοτικό σχολείο ήτανε, και πήγαιναν αυτές τις ολιγόωρες εκδρομούλες εις το Αλκαζάρ. Κι εμείς ήμασταν μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν είδα κανένα κοριτσάκι να φοράει φουστάνι. Όλα τα παιδάκια, τα κοριτσάκια φορούσανε παντελόνι. Οπότε λέει κανείς για μια στιγμή: «Να, το παιδί μου έρχεται διαμαρτυρόμενο ότι το κοροϊδεύουνε, γιατί αποτελεί μοναδικότητα εις το σχολείο». Εδώ τώρα η μητέρα και ο πατέρας πρέπει να βοηθήσουν το παιδί να καταλάβει ότι ακριβώς αυτή η μοναδικότητα είναι σπουδαία! Το καταλαβαίνουν, όμως, οι γονείς;

Αγαπητοί, σας είπα, ας προσέχομε. Ας προσέχομε γιατί δεν πρέπει ποτέ από την ζωή μας, την καθημερινότητα, να λείπει η ασκητικότητα. Μάλιστα, να την προκαλούμε. Ακριβώς όπως προκαλείται και η άσκησις σε κάποιους ανθρώπους νέους· φερειπείν, στρατιώτες, θα κάνουνε τις πορείες τους, ακούσατε; Τις πορείες τους, χωρίς να υπάρχει πρόβλημα. Να καταρτίζονται. Να βρίσκονται, δηλαδή, σε μία κίνηση. Κι εμείς οι Χριστιανοί σε μια ασκητικότητα. Και πρέπει πάντοτε να ζούμε την μαρτυρικότητα του Ευαγγελίου. Τότε, έχουμε μία ελπίδα, όταν θα ‘ρθουν τα χειρότερα και τα δελεαστικότατα, να μπορούμε να λέμε: «Όχι!». Αλλά το λέει αυτό ο Χριστιανός εκείνος που συνήθισε τον εαυτό του να ζει την μαρτυρική ευαγγελικότητα. Αμήν.

(Απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr