ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΑΣ: ΤΑ ΔΕΙΝΑ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΝ!

 Γέρων Εφραίμ Αριζόνας
Τα δεινά χρόνια πλησιάζουν 

Τα δεινά χρόνια πλησιάζουν. Όταν δούμε πολέμους και σεισμούς και διάφορα γεγονότα, εγγύς το τέλος.

Περιμένουμε πολλά να μας συμβούν – σύμφωνα με τις προφητείες των αγίων, εις τους έσχατους χρόνους θα συμβούν μεγάλα γεγονότα. Και ο λόγος του Θεού και των αγίων είναι αλήθεια.

Το άθλημα, το οποίον περιμένουμε να δώσουμε είναι για την πίστη στην Θεανθρωπία του Ιησού, αφού βέβαια πιστεύουμε ότι ο Χριστός ήτο Θεός κι έγινε άνθρωπος κι ότι κατέβηκε στη γη, να δώσει τη λύτρωση και να διώξει το σκοτάδι της απιστίας και της αθεϊας.

Κι εμείς σαν στρατιώτες του Χριστού μας, αφού αποτελούμε το στράτευμα του Χριστού, οφείλουμε να προετοιμασθούμε, να οπλισθούμε.

Ένα κράτος, όταν αντιληφθεί ότι κάποιο άλλο κράτος ετοιμάζει επίθεση αρχίζει την προετοιμασία της άμυνας και της αντεπιθέσεως. Ούτω πως και εμείς. Και η προετοιμασία είναι γνωστή.

Να πιστεύουμε κατά πρώτον, ότι εάν έχουμε πίστη και ταπείνωση θα ελκύσουμε την Χάρη κι αυτή τη μεγάλη δύναμη του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε. Ποτέ να μη πιστέψουμε και να τολμήσουμε να σκεφτούμε, ότι εμείς μόνοι μας έχουμε αυτή τη δύναμη. Θα λέμε: «Εγώ είμαι αδύναμος, είμαι ανίκανος, είμαι αμαρτωλός, είμαι μηδέν, είμαι ο πιο άχρηστος άνθρωπος».

Μόνον η ταπείνωση θα ελκύσει τη δύναμη του Χριστού και θα νικήσει. Διότι όπου ο Χριστός επιφοιτά με την υπερφυσική Του δύναμη, υπέρ φύσιν ποιεί πράγματα.

Μη νομίσετε ότι με τις προσωπικές και ανθρώπινες δυνάμεις θα αντιμετωπίσουμε οιανδήποτε ενέργεια και επέμβαση του διαβόλου και των συνεργατών του. Ποτέ. Ο άνθρωπος είναι ασθενικός, δεν έχει καμιά δύναμη να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα δεινά, παρά μόνο με τη δύναμη του Θεού.

Να πιστέψουμε ότι, όταν ο Θεός μας καλέσει σε αυτό το μαρτύριο, θα δώσει «συν τον πειρασμό και την έκβασιν» (Α΄Κορινθ. ι΄13) κι ότι όταν εν ταπεινώσει δεχθούμε να δώσουμε αυτή τη μαρτυρία, θα πάρουμε τη Χάρη του Θεού, για να νικήσουμε τον πονηρό και να στεφανωθούμε… 

Από το βιβλίο: «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ» – Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεϊτου (Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη).

ΕΝΑ ΦΟΒΕΡΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ

ΕΝΑ ΦΟΒΕΡΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ 

Ο π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος αφηγήθηκε, ότι κάποτε ο γέροντάς του, ο πατήρ Εφραίμ από την Αριζόνα, είδε το εξής φοβερόν όραμα.

Βρέθηκα, μας διηγείται, σε ένα απέραντο τόπο, όπου υπήρχαν χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι, πάσης ηλικίας και φύλου. Και μπροστά σ’ αυτό το πλήθος, στεκόμουν και γώ. Απέναντι από μένα βρισκόταν ένας γίγαντας, ένας δαιμόνιος άνθρωπος, ένας φοβερός κατήγορος, έτοιμος να κατηγορήσει, και να τους καταδικάσει όλους, με επιχειρήματα σατανικά. Επιχειρήματα που του έδιδε αυτό το πλήθος. Το αξιοπερίεργον λοιπόν ήτο, ότι όλο αυτό το πλήθος, ήταν βουβό, είχαν μεν όλοι στόματα, όπως και μάτια και τα λοιπά και πρόσωπο, αλλά το στόμα τους ήταν κλειστό. Ήταν όλοι τους μουγγοί. Διότι όλοι τους ήσαν αναπολόγητοι σ’ αυτή την κρίση που γινόταν, σ’ αυτό το δικαστήριο. Και τώρα τι θα γίνει; Τι πρέπει να κάνω εγώ; Και αμέσως του λέγω θαρρετά. Ο γέροντας, λέει θαρρετά, στον δαιμόνιο αυτόν άνθρωπο. Δεν μπορείς να τους καταδικάζεις όλους αυτούς τους ανθρώπους εσύ, επειδή συ έτσι το θέλεις! Εκεί τότε εκείνο το φοβερό δαιμόνιο, άρχισε να κατηγορεί τον καθέναν χωριστά, για τα αμαρτήματά του. Και πρώτον, διότι δεν είχε κανείς μετάνοια. Το επαναλαμβάνω σε όλους. Δεν είχε κανείς μετάνοια! Δεύτερον, τρίτον, τέταρτον, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο, θα απαριθμήσω μερικά απ’ αυτά. Ο ένας ήταν κλέπτης. Ο άλλος, μέρα νύχτα έλεγε ψέματα. Ο άλλος ήταν υπερήφανος. Και για να μη λέω ο άλλος, ο άλλος, λέω, εγωιστής, κενόδοξος, πόρνος, μοιχός, παιδεραστής, ομοφυλόφιλος, φονιάς, πατροκτόνος, μητροκτόνος, εκτρώσεις, αρσενοκοιτία, μέθυσοι χαρτοπαίκτες, λίδοροι, μαλακοί, δειλοί, φιλάργυροι, οργίλοι, θυμώδεις, κατακριτές, κουτσομπόληδες, αργολόγοι, αιμομίχτες, φθονεροί, ζηλιάρηδες, άδικοι, άρπαγες, δόλιοι, πονηροί, χωρίς προσευχή, χωρίς εκκλησιασμό, χωρίς εξομολόγηση και μετάνοια, χωρίς Θεία Κοινωνία, ανελεήμονες, άσπλαχνοι, άστοργοι, ασεβείς προς τους γονείς και μεγαλυτέρους, κακούργοι, αναρχικοί, ανήθικοι, αργόσχολοι, σκληροτράχηλοι, αγνώμονες, αχάριστοι, θέλετε να πω και άλλα; Και γώ, λέει ο γέροντας, τους υπερασπιζόμουν όλους αυτούς. Να τι κάνει το κομποσχοινάκι σας! Α, πούντα; Να τι κάνει η προσευχή. Να τι κάνει η αγιασμένη ζωή, να τι κάνει η παρρησία προς το Θεό! Υπερασπίζεσαι τον άνθρωπο που είναι αμετανόητος. Και τους παίρνεις φώς! Και θείον φόβον! Για να έρθει στη μετάνοια ! Και όμως αυτός τους καταδίκαζε, με βάση την Αγία Γραφή διότι όλες αυτές οι αμαρτίες που ανέφερα, είναι όντως γραμμένες, σε ολόκληρη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και στο Ευαγγέλιο. Και συνεχίζει ο γέροντας: Κι όμως εγώ τους υπερασπιζόμουν όλους αυτούς, επικαλούμενος την ευσπλαχνία του Θεού, την άκρα μακροθυμία Του και το έλεός Του. Όχι, φώναζε αυτός, θα καταδικαστούν όλοι τους, στους αιώνας των αιώνων, διότι δεν είχαν μετάνοια ειλικρινή, θείον φόβον, αγάπη, μυστήρια, προσευχή, ελεημοσύνη, θεία μυστήρια, και δε συγχωρούσε ο ένας τον άλλον. Και άμα ξέρετε, θυμώσουμε λιγάκι, κατεβάζουμε μια μούρη μέχρι κει κάτω, έτσι, μέχρι κει κάτω πάει η μούρη μας. Ιδίως μεταξύ των συζύγων. Μη παρεξηγείται κανένας. Και μεταξύ φίλων, και μεταξύ συνεργατών, και μεταξύ γειτόνων, και μεταξύ παπάδων, και μεταξύ δεσποτάδων, και μεταξύ μοναχών, και μεταξύ όλων ημών. Έβλεπα αυτούς τους ανθρώπους μουγκούς και βουβούς, και τους λυπόμουνα κατάβαθα. Δεμένες οι γλώσσες τους. Κλειστά τα στόματά τους. Και όμως εγώ δεν σταματούσα να αντιμάχομαι, -προσέξτε τώρα με τι αντιμάχομαι,- όχι εγώ, ο γέροντας. Με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, μετάνοιες, κομποσχοίνι, ελεημοσύνη, εγκράτεια, δάκρυα παρακλητικά προς τον φιλάνθρωπον Κύριον, και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν και την Παναγία Μητέρα Του. Και ενώ συνεχώς μαχόμουν μαζί του, λέγοντας αυτός τα δικά του, και ’γω αντιλέγοντας, υπερασπιζόμενος όλους αυτούς, ακριβώς τότε, από τις πολλές φορές, που έλεγε κείνος και έλεγε και ο γέροντας, ήλθε εις εαυτόν. Και ερχόμενος εις εαυτόν, είπα. «Και τώρα τι γίνεται; Παναγία μου φώναξα μέσα στο κελί μου, Χριστέ μου, σε τι μέρες ζούμε; Χάνονται εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ψυχές. Χριστέ μου, πού πάμε; Πού πάμε; Πού πάμε; 
Η ώρα του θανάτου έρχεται, οι άνθρωποι και μείς μαζί τους περπατάμε αδιάφοροι. Μας κατέλαβε όλους μια απέραντη πνευματική νάρκη και ραθυμία. Ούτε πίστις, ούτε Θεός, ούτε αγάπη, ούτε έλεος προς τον πλησίον, ούτε συμμετοχή στα άγια μυστήρια, ούτε προσευχή, ούτε μετάνοια, ούτε δάκρυα. Πώς θα σώσουμε; Πώς;

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ

 Η λιτανεία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στα Γιάννενα 

Τον Αύγουστο του 1813 έγινε ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Κοσμά και η σεπτή κάρα του εστάλη στον Αλή Πασά κατά την επιθυμία του. Τέτοια ευλάβεια έτρεφε για τον Άγιο Κοσμά ο Αλής, ώστε «παρήγγειλε τω εκ Καλλαρύτων χρυσοχόω Παπαγεωργίου, για την αγία κάρα του, ασημένια φλωροκαπνισμένη θήκη με διαμάντια και συχνά έφερε τα ιερά λείψανά τ ου στα Γιάννενα για να τα ανασπασθή, οπότε γινότανε μεγάλη τελετή με τη συμμετοχή αυτού, της κυρά Βασιλικής, του κλήρου, του λαού και αυτών των Τούρκων ακόμα». 

Οι ξένοι περιηγητές Jeraume de la Lance και Davenport, αυτόπτες μάρτυρες, περιγράφουν μία τέτοια λιτανεία, που οργάνωσε ο Αλή Πασάς τιμώντας τη μνήμη του Πατροκοσμά: «Η τελετή διεξήχθη στο Σαράϊ του Αλή Πασά, στα Γιάννινα, στα Λιθαρίτσια, την περιοχή του σημερινού Στρατώνα. Από τη συμμετοχή του Κλήρου στη λιτανεία αυτή, συμπεραίνουμε ότι την εποχή που έγινε, ο Κοσμάς θα είχε αναγνωρισθεί, έστω και ανεπίσημα, ως Άγιος από την Εκκλησίαν. Τα λείψανα του Αγίου, ανέβαιναν από το δρόμο της αγοράς, με κατεύθυνση προς το Σαράϊ. Το πλήθος ακολουθούσε την πομπή, κι όλοι οι ιερείς των Γιαννίνων, ντυμένοι στα πιο πολυτελή τους άμφια, με ψαλμωδίες και λαμπάδες, σχημάτιζαν την κεφαλήν της. Οι μαγαζάτορες έβγαιναν στις πόρτες των καταστημάτων τους και σταυροκοπιόταν στο πέρασμά της. Άπειρος κόσμος ήταν παραταγμένος δεξιά και αριστερά της διαδρομής. Απόσπασμα από έφιππους της Σωματοφυλακής του Αλή, έκλεινε τη λιτανεία. Κι από τους ψαλτάδες κι από το πλήθος στα σταυροδρόμια, μαζί με τα θυμιάματα, ανέβαινε στον ουρανό μία μεγαλόφωνη δέηση: Κύριε, ελέησον! Κύριε, ελέησον! Κύριε, ελέησον!…

Τα τούρκικα νεκροταφεία του Ναμαζγκιάχ, (στο χώρο της σημερινής Πλατείας και της περιοχής κάτου από το Ξενοδοχείο Αβέρωφ), μαύριζαν από τον κόσμο που είχε μαζευτεί εκεί, για να ιδή το πέρασμα της Λιτανείας, η οποία τώρα μπαίνει στην κεντρική πλατεία του Παλατιού, περνώντας ανάμεσα από στίχους πεζών της Σωματοφυλακής του Αλή, ντυμένων με την επίσημη κόκκινη και χρυσοκέντητη στολή τους, και τ’ άρματά τους, που λαμποκοπούσαν στο σελάχι. 

Καθώς οι στίχοι των παπάδων που κρατούσαν την επίχρυση θήκη, μέσα στην οποία ήταν η κάρα του Αγίου, πλησίαζαν προς το Παλάτι, από το ύψος της μεγάλης σκάλας, ξεχύθηκε στον πυλώνα του ένα άσπρο σύννεφο. Εκατόν πενήντα ασπροφορεμένα παιδιά, που κρατούσαν ασημένια θυμιατήρια, ξεχύθηκαν δεξιά κι αριστερά, κι αμέσως από πίσω τους, τριακόσιες γυναίκες του Παλατιού, σκεπασμένες με διάφανους λευκούς πέπλους, στριμώχτηκαν από πίσω από τα παιδιά.

Και μέσα στο θάμπος που κυριαρχούσε, προβάλλει από το Παλάτι ο Αλής, έχοντας στο πλάϊ του μία ωραία μαυροντυμένη γυναίκα, τη μόνη ξέσκεπη από τις γυναίκες του Παλατιού. Η Κυρά Βασιλική, με τα μεγάλα της μάτια, κοιτάζοντας κάτου ντροπαλά, βάδιζε σεμνή στο πλάϊ του Τυράννου. Πρώτος γονάτισε ο πανίσχυρος τοπάρχης, και πλάϊ του ευλαβικά εκείνη. Τα παιδόπουλα κατόπι, οι γυναίκες του Παλατιού, ο λαός που πλημμύριζε την πλατεία, οι σωματοφύλακες, όλοι γονάτισαν με τη σειρά τους. Και τα πλήθη που συνωστιζόταν στην περιοχή των νεκροταφείων και τα πλήθη της πλατείας και των δρόμων, προσκυνούσαν, γονατιστά κι αυτά, τον Άγιο, ενώ σύννεφα από θυμίαμα σκορπούσαν τα βαλσαμικά τους μύρα. Και μία προσευχή ανέβαινε μαζί μ’ αυτά στον ουρανό, Κύριε, ελέησον!…

Σηκώθηκαν τότε ο Αλής και η Βασιλική, κι αφού ανασπάσθηκαν την αγία Κάρα, εξαφανίστηκαν στο εσωτερικό του Παλατιού, ενώ τα εκατόν πενήντα θυμιατά θυμιάτιζαν προς το μέρος της φλωροκαπνισμένης και αδαμαντοποίκιλτης θήκης, ξεχύνοντας αρωματισμένες νεφέλες… Και τα πλήθη άρχισαν σιγά-σιγά να διαλύωνται». 

Από το βιβλίο: Μαρία Αλ. Μαμασούλα, Ο Εθναπόστολος Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», 2016, σελ. 125.

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- ΘΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου: Θυσία δικαιωμάτων
 

[Α΄Κορ. 9, 2-12]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 4-9-1994 

Ο Παύλος, αγαπητοί μου, αγαπούσε πολύ τους Κορινθίους. Εντούτοις, ήταν η Εκκλησία εκείνη, που της χάρισε βέβαια δύο μεγάλες επιστολές, με θέματα τέτοια όμως που έδειχναν ότι πολύ οι Κορίνθιοι τον είχαν λυπήσει. Και αιτία ήταν άλλοτε οι διχοστασίες τους, άλλοτε η στάση τους απέναντι εις τον αιμομίκτη συμπατριώτη τους, για την οποία υπόθεση είπε ο Παύλος: «Και δεν επενθήσατε; Και μένετε ψυχροί και αδιάφοροι;». Άλλοτε η υποτίμηση που του έκαναν, έναντι άλλων εργατών του Ευαγγελίου: «Ο Απολλώς; Α, είναι καλύτερος από τον Παύλο!». Άλλοτε ότι δεν ήταν ο Παύλος ἐκ τῶν ὑπέρ λίαν Ἀποστόλων. Επειδή –ακούσατε- ηργάζετο χειρονακτικά! Που είναι η σημερινή αποστολική περικοπή κ.ο.κ. Ένα σωρό θέματα, που τα καταγράφει στις επιστολές του και δείχνει πόσο εκείνος μεν τους αγαπούσε, εκείνοι δε διαρκώς τον ελύπιζαν. Γι’ αυτό κάπου λέει: «Πλατύνθητε, ὦ Κορίνθιοι». «Πλατύνατε την καρδιά σας, ω Κορίνθιοι. Εγώ ένας, δεν χωρώ μες στην καρδιά σας, σεις όλοι χωράτε μες στην καρδιά μου». Με πικρία τα έγραφε αυτά και με παράπονο ο Παύλος.

Έτσι, γράφει, από τη σημερινή αποστολική περικοπή: «Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι (: Μπορεί σε άλλους να μην είμαι απόστολος, αλλά για σας είμαι). Ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ (: Γιατί η σφραγίδα της δικής μου αποστολής εσείς είσαστε εν Κυρίω). Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί». Και συνεχίζει παρακάτω. «Η δική μου απολογία…» ομιλεί περί απολογίας… Διότι συχνά πυκνά τον κάθιζαν στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Τον Παύλο. Ναι! Οι Κορίνθιοι! Γι’ αυτό λέγει «η δική μου απολογία, για κείνους που με ανακρίνουν και μου λέγουν τούτο ή εκείνο, αυτή είναι». Και συνεχίζει και λέει κι άλλα πολλά. Και όλα αυτά γιατί; Γιατί οι Κορίνθιοι ήσαν πεφυσιωμένοι, ήσαν υπερήφανοι. Έτσι ο Παύλος …ίσως επειδή ήταν κάτοικοι μιας πολύ μεγάλης πόλεως της Μεσογείου, ήταν κοσμοπολίτικη η Κόρινθος και είχε πάρει το μυαλό τους αέρα. Ήσαν πραγματικά φαντασμένοι άνθρωποι.

Έτσι ο Παύλος έφθασε να γράψει, σε σχέση με υλικά πράγματα, που δεν εδέχετο, χρήματα κ.λπ. θυσιάζοντας τα δικαιώματά του, χάριν της απροσκόπτου διαδόσεως του Ευαγγελίου. Και τι γράφει; «Ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων (: Όχι· δεν έκανα χρήση απ’ όσα τυχόν θα θέλατε να μου προσφέρετε, σε τίποτα). Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα ἵνα οὕτω γένηται ἐν ἐμοί (: Και δεν τα έγραψα αυτά, για να μου γίνουν έτσι. Δηλαδή «τώρα να μου δίνετε το σιτηρέσιό μου». Περί σιτηρεσίου ο λόγος. Περί διατροφής του Παύλου και των συνεργατών του. Ο Παύλος ηργάζετο με τα χέρια του για να βγάλει το ψωμί του. Καταπληκτικό! Και δεν τα γράφω, λέει, αυτά, για να μου δώσετε τώρα το σιτηρέσιον)· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἢ τὸ καύχημά μου ἵνα τις κενώσῃ (:ε ίναι προτιμότερο να πεθάνω, παρά κανείς να μου αφαιρέσει αυτό το καύχημα, ότι δεν παίρνω χρήματα από σας, δεν παίρνω το σιτηρέσιό μου)». Και το καύχημα του Παύλου τι ήταν; Να προσφέρει αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού. Χωρίς χρήματα. Αδάπανον το Ευαγγέλιον. Και οι Κορίνθιοι, αντί να αισθάνονται καύχημα για έναν τέτοιον απόστολό τους, που ήταν ανώτερος πάντων, ακριβώς για να μη γίνεται βάρος εις αυτούς ως προς τα οικονομικά, τώρα τον κατηγορούν. Τον κατηγορούν και τι λένε; «Α, για να μην παίρνει χρήματα, πρέπει να είναι δευτέρας κατηγορίας απόστολος, γιατί η πρώτης κατηγορίας απόστολος, εκ των – έτσι ελέγοντο- υπέρ λίαν αποστόλων αν ήταν, –επειδή δε συνέπεσε η περίπτωση εκ των υστέρων ο Παύλος να κριθεί από τον Χριστόν-, γι’ αυτό δεν παίρνει χρήματα και δουλεύει. Είναι κατώτερος απόστολος». Ακούστε, ακούστε… Αλήθεια, θα έλεγε κανείς, θα απορούσε με τους Κορινθίους, πόσο απουσία ικανότητος υπήρχε σ’ αυτούς, ορθής εκτιμήσεως των πραγμάτων.

Eντούτοις ο Παύλος επιμένει: «Τίς οὖν μοί ἐστιν ὁ μισθός; (: Ποιος λοιπόν είναι ο μισθός μου; -λέει ο Παύλος)  ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ». «Ποιος είναι ο μισθός μου; Να ευαγγελίζομαι», λέγει, «εγώ θέλω μισθόν από τον Χριστόν, αδάπανον το Ευαγγέλιον, χωρίς χρήματα». Πούουου, Παύλε άγιε! Πού να σ’ ακούγαμε! «Να θέσω», λέει, «αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού, στο να μη φθάσω να κάνω ενδεχομένως κατάχρησιν της εξουσίας μου εις το Ευαγγέλιον». Τι σημαίνει «ἐξουσία»; Ναι, είχε εξουσία. Η εξουσία δεν είναι τι άλλο, παρά τα δικαιώματα. Προσέξτε, η λέξις «ἐξουσία» σημαίνει δικαιώματα. Να το ενθυμείσθε, γιατί θα το χρησιμοποιήσομε πιο κάτω αρκετά. Δηλαδή ο Παύλος παραιτείται των δικαιωμάτων του, για προσωπική του συντήρηση, ακριβώς για να μη δώσει αφορμή κατηγορίας εις το Ευαγγέλιον· «ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δώσῃ». «Ἐγκοπή», «ἐγκόπτω» θα πει «κάτι που σταματώ, κάτι που βλάπτω». Υπάρχουνε διάφορα συνώνυμα. Και λέει μάλιστα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Είδες; Όχι μόνον απλώς φοβάται την ἐγκοπήν, την βλάβη αλλά κι εκείνο το ‘’τι’’, ‘’ἐγκοπήν τινά’’, τοσοδούτσικη βλάβη να μην επιφέρω εις το Ευαγγέλιον του Χριστού. Τοσοδούτσικη. Εκείνο το ‘’τι’’, το ‘’τόσο δα’’». «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν (: Δεν δώσαμε, λέει, δεν κάναμε χρήση σ’ αυτό μας το δικαίωμα, αλλά όλα τα υποφέρομε, ‘’πάντα στέγομεν’’, όλα τα υποφέρομε), ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινά -τινά, ε;- δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ».

Εμείς τι θα λέγαμε σε όλα αυτά; Όποιος καταλαβαίνει τον Παύλο, όποιος τον ζει, θα έλεγε: «Ω αθάνατε Παύλε, γνησιότατε ερμηνευτά του Χριστού… Ω αθάνατε Παύλε!». Έτσι σήμερα, με την αποστολική περικοπή που μας δίδεται αυτή η ευκαιρία να δούμε το θέμα, ποιο θέμα; Της θυσίας των δικαιωμάτων. Της θυσίας των δικαιωμάτων… Και τα δικαιώματα, πλάι στα καθήκοντα, υπάρχουν σε πολλούς τομείς της ζωής.

Και πρώτα πρώτα στον χώρο του Ευαγγελίου. Ο Παύλος ήταν κορυφαίος στη θυσία των δικαιωμάτων του. Αναφέρεται βέβαια στα δικαιώματα που έδωσε ο Χριστός στους διακόνους Του, όπως και ο παλαιός νόμος το προέβλεπε, είναι ο μόνος απόστολος που μίλησε για τα δικαιώματα των διακόνων του Χριστού, άλλο ότι δεν έπαιρνε τίποτε- και το πόρισμα των όσων γράφει είναι τούτο- που είναι παρμένο από την Παλαιά Διαθήκη: «Ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ». «Άξιος είναι ο εργάτης του  μισθού του». Δούλεψε στο Ευαγγέλιο, θα ζήσει από το Ευαγγέλιο. Λέγει: «Δεν ξέρετε ότι εκείνοι που ηργάζοντο εις το θυσιαστήριον ετρέφοντο εκ του θυσιαστηρίου;». Στην Παλαιά Διαθήκη. Σήμερα, θα λέγαμε: «Να πάρει ο ιερεύς το πρόσφορο». Να. Τα πολλά πρόσφορα. Παράδειγμα. Και μάλιστα, με την ευκαιρία, μια που ανέφερα, που είπα αυτό, στο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, αναφέρει πόσα πρόσφορα θα πάρει ο Επίσκοπος, πόσα θα πάρει ο πρεσβύτερος ή οι πρεσβύτεροι, ο διάκονος και πάει παρακάτω. Ώστε εκ του θυσιαστηρίου θα ζήσει ο εργάτης του Ευαγγελίου.

Μάλιστα, λέγει, το λέει η Παλαιά Διαθήκη και το ερμηνεύει ο Παύλος: «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». «Δεν θα βάλεις φίμωτρο εις το βόδι που αλωνίζει». Είναι γνωστό, ότι όπως γυρίζει, στα παλιά αλώνια, αν ενθυμείσθε, σε εκείνα τα παλιά πέτρινα αλώνια και γύριζε γύρω γύρω ένα ή δύο βόδια μαζί, πατημένα, ξύλο, σανίδι από πίσω και λιάνιζαν εκεί το σιτάρι να βγει το άγανο και να μείνει ο σίτος. Για μια στιγμή το βόδι μπορούσε να σκύψει και κάτι να φάει. «Μην του βάλεις φίμωτρο. Δουλεύει. Άστο να φάει», έλεγε ο παλιός νόμος. Και λέει ο Παύλος: «Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; (: Μήπως ο Θεός ενδιαφέρεται για τα βόδια;) Οὐχί περί ἡμῶν ἐγράφη;». «Δεν εγράφησαν», λέει, «αυτά τα πράγματα για μας;». Ότι δεν θα φιμώσεις τον εργάτη του Ευαγγελίου. Θα φάει εκείνο που του ανήκει από το Ευαγγέλιο.

Ενώ κατοχυρώνει τα πράγματα έτσι, ο Παύλος δεν παίρνει τίποτα. Εδώ είναι το καταπληκτικόν. Παραιτείται από το δικαίωμά του αυτό, μόνο και μόνο για να μην πουν: «Πολλά πήρε ο Παύλος… Κατάχρηση έκανε». Χρησιμοποιήθηκε εξάλλου το ρήμα. «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ». «Δεν κάναμε κατάχρηση αυτής της εξουσίας». Όμως ο Παύλος παραιτείται από το δικαίωμα μένοντας στο αξίωμά του: «Μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία». «Σε κανέναν καμία δεν δίνομε ‘’προσκοπήν’’, σκόνταμμα, σκάνδαλο, για να μη ‘’μωμηθῇ ἡ διακονία’’, να μην κατηγορηθεί η διακονία του Ευαγγελίου».

Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες το Ευαγγέλιον; Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες τον λόγο του Θεού; Που θα ήθελες να τον πάρουν οι ακροαταί σου ατόφιον και πουθενά να μην σκοντάψουν; Ω μεγάλε Παύλε…. Ο ίδιος έγραψε ακόμη στον Τιμόθεο: «Παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας (: μη έχοντας την αλήθεια ή την χάρη του Θεού), νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν (: που νομίζουν ότι η ευσέβεια είναι πορισμός. Να πλουτίσεις, με το να είσαι ευσεβής ή να είσαι ιερεύς, να πλουτίσεις…)». Και γράφει στον Τιμόθεο: «Ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων (: Μακριά απ΄ αυτούς, μακριά απ’ αυτούς)»… Και αυτό είναι δυστυχώς, το ότι μέσα στην Ιστορία, διαμέσου των αιώνων, είχαμε και έχομε πάντοτε αυτούς τους «διεφθαρμένους τὸν νοῦν» ανθρώπους, οι οποίοι τίποτα δεν καταλαβαίνουν. Χοιρώδεις άνθρωποι. Εργάζονται εις την Εκκλησίαν για να κερδίσουν και για να πλουτίσουν. Και θα προσθέσει ο Παύλος στον Τιμόθεο, στην Α΄προς Τιμόθεο: « Ἒστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας». «Πορισμός» θα πει πλούτος. «Είναι μέγας ο πλούτος, το να έχεις την ευσέβειαν με την αυτάρκεια». Εκείνο το … «μου φθάνει να ζήσω». Ακούστε: «Μου φθάνει να ζήσω. Δεν πρέπει να πλουτίσω».

Και θα φιλοσοφήσει ο Παύλος: «Οὐδὲν γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα· ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». «Είναι φανερό», λέει, «στον κόσμο αυτόν δεν φέραμε τίποτα. Καθένας που γεννιέται, δεν φέρνει ούτε λεφτά, ούτε κουβέρτες, ούτε παπούτσια, τίποτα. Από την κοιλιά της μάνας του φέρνει τίποτα; Γυμνός γεννιέται». Φανερόν. Και ποιος δεν το ξέρει αυτό; Κι όταν φύγομε από τον κόσμον αυτόν, δεν παίρνομε πάλι τίποτα. Έτσι φιλοσοφεί ο Παύλος. Κοινός νους· που ο καθένας μπορεί αυτό να το δει. Και βγάζει το συμπέρασμά του. Έχοντες λοιπόν διατροφάς και σκεπάσματα… –σκέπασμα είναι τα ρούχα, είναι τα παπούτσια, είναι η στέγη. Κι αυτό σκέπασμα είναι. «Έχοντες», λέει, «διατροφάς και σκεπάσματα, έχοντες να ζήσομε και να σκεπαστούμε, σ’ αυτά να αρκεστούμε». Αυτά είναι για όλους. Και για τους κληρικούς, πολλῷ δέ μᾶλλον…

Εάν όμως κανείς θέλει να προσφέρει την διακονία του στην Εκκλησία, μάλιστα εάν δεν είναι κληρικός, είναι λαϊκός, και έχει άλλοθεν έσοδα, έχει χωράφια, έχει μαγαζί, ξέρω ΄γω, ποτέ μη δεχθεί αμοιβή για την διακονία του αυτή εις την Εκκλησία. Ποτέ μη δεχθεί αμοιβή. Επίτροπος; Τι κάνεις; Ερανική επιτροπή; Μην πάρεις τίποτα! Πρόσεξε αδελφέ. Μην πάρεις τίποτα! Μιμήσου τον Παύλο. Ακόμη, μην υπάρξει σε σένα καμία υστεροβουλία, σε αυτήν την διακονία του Ευαγγελίου. Ότι… «Ε, αργότερα, εις το μέλλον, κάτι θα ζητήσω, κάπου, κάπως θα ωφεληθώ», μελλοντικά οφέλη δηλαδή. Ούτε φήμη, ούτε προνόμια, ούτε δόξα. Με ταπείνωση υπηρέτησε, διακόνησε την Εκκλησία, τον λόγο του Θεού, ό,τι είναι. Το αξίωμα του Παύλου δια ένα αδάπανον Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι διαρκώς μπροστά στα μάτια μας. Να το ΄χουμε στον νου μας διαρκώς. Να ζούμε για την Εκκλησία και όχι από την Εκκλησία, όπως υπάρχει μία σύγχρονη έκφρασις. Σήμερα δυστυχώς πάσχομε. Πάσχομε, πάσχομε. Γιατί λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή καλύτερα …βλέπετε κάθε χρόνο ακούγεται η περικοπή αυτή. Ποιος την προσέχει; Ποιος την θεολογεί; Ποιος την βαθαίνει; Λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή, καλύτερα, τις επιταγές του Αγίου Πνεύματος. Και η εποχή μας έχει πολύ μεγάλη ευαισθησία. Εάν δει εσένα ή κληρικός ή λαϊκός που υπηρετεί στην Εκκλησία να αρπάζεις, το μυαλό σου, το μάτι σου να είναι στα υλικά αγαθά, πρόσεξε, γύρω σου θα σκανδαλισθούν. Γι’ αυτό σήμερα είναι πολλοί οι σκανδαλιζόμενοι.

Η θυσία των δικαιωμάτων, αγαπητοί μου, είναι το αντίθετο της φιλαυτίας. Είσαι φίλαυτος; Ουδέποτε θα θυσιάσεις τα δικαιώματά σου. Θυσιάζεις τα δικαιώματά σου; Δεν είσαι φίλαυτος. Δύο ποσά αντιστρόφως ανάλογα. Δεν ζητώ τα δικά μου, αλλά των άλλων. Όπως λέει ο Παύλος, πάλι στην Α΄προς Κορινθίους, στο επόμενο κεφάλαιο το λέει: «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω (: Κανείς να μη ζητά το δικό του), ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος (: αλλά το κέρδος του αλλουνού)». Μέχρι ενός βαθμού, βέβαια, θα κοιτάξω και το δικό μου. Αλλά όχι διαρκώς το δικό μου. Γιατί αλλιώτικα μεταβάλλομαι σε φίλαυτον, όπως σας είπα.

Συνεπώς, κίνητρον της παραιτήσεως δικαιωμάτων ποιο είναι; Η αγάπη. Η αγάπη στον Χριστό. Η αγάπη στην Εκκλησία Του. Η αγάπη στον κάθε άνθρωπο, κατά τον τύπο της παραβολής του Καλού Σαμαρείτου. Όποιος και να είναι αυτός ο άλλος άνθρωπος, δείξε του την αγάπη σου, δείξε του την εξυπηρέτηση. Έτσι, παραιτείται ο θυσιαζόμενος από χρήματα, από προνόμια, από προσωπική ανάπαυση, ακόμη και από την σωματική του υγεία. Παραιτείται. Για να προσφέρει. Να προσφέρει προσφερόμενος. Να δαπανά εαυτόν, δαπανώμενος.

Πολλάκις ακόμη, ο άνθρωπος της θυσίας, που το έχει μέσα του ή που το διδάχτηκε από το Ευαγγέλιον, πολλάκις διαλέγει επάγγελμα που να είναι προσφορά. Όπως είναι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού -Έπαψε να ΄ναι. Κάνουν απεργίες οι εκπαιδευτικοί. Ας είναι…-. Για να προσφερθεί. Το επάγγελμα του γιατρού. Για να προσφέρει -Έπαψε να είναι. Για να βγάζουν χρήματα σήμερα…-. Το επάγγελμα του νοσηλευτού, της νοσοκόμου, του νοσοκόμου. Ξέρετε τι προσφορά είναι αυτή; Ξέρετε ότι οι αδερφές νοσοκόμες είναι σαν άγγελοι μέσα εις το νοσοκομείο; Και με εκείνη την άσπρη στολή τους, νομίζεις ότι κατέβηκαν από τον ουρανό να υπηρετήσουν και πάλι να ξαναφύγουν.

Ακόμη, παραιτείται ο πιστός, αγαπητοί, και από κοινωνικά δικαιώματα, κοινωνικά δικαιώματα, προκειμένου να διατηρήσει την ειρήνη. Και από κοινωνικά δικαιώματα. Ο Ισαάκ, επί παραδείγματι, ο γιος του Αβραάμ, έκανε μια ανόρυξη φρέατος, έσκαβε, για να βρει νερό. Είχε ποίμνια κ.τ.λ. κάπου έκανε την εγκατάστασή του, έσκαβε για να βγάλει  νερό. Μόλις το έβλεπαν οι πλαϊνοί λαοί, πήγαιναν και του έπαιρναν το πηγάδι και λέγανε: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Πήγαινε πιο πέρα… ποτέ δεν μάλωσε, πήγαινε πιο πέρα, ξανάσκαβε, έβρισκε νερό, πήγαιναν άλλοι…: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Αγαπητοί μου ο Ισαάκ, τύπος του Ιησού Χριστού, πράος, ποτέ δεν στράφηκε εναντίον των ή να κάνει μία μάχη, αλλά παρητείτο από το κάθε πηγάδι που έσκαβε. Κι αυτό εγίνετο κατ’ επανάληψιν. Μόνο και μόνο για να μην έχει προστριβές με τους γειτονικούς εκεί – μικρές φυλές, μικρούς λαούς.

Ομοίως, αγαπητοί, είναι και τα λεγόμενα «κληρονομικά δικαιώματα»· που λίγο πολύ βρισκόμαστε κάτω απ’ αυτά.  Προκειμένου να διατηρήσει κανείς την ειρήνη του και την αγάπη με τα αδέλφια του και με τους στενούς συγγενείς του, δέχεται να του δώσουν ό,τι αυτοί κρίνουν. Ξέρω ΄γω, ένα οικόπεδο, το χωρίζομε στα τέσσερα, ποιος θα πάρει τη γωνία. «Να ρίξομε κλήρο». «Όχι αδερφοί, πάρτε εσείς και δώστε μου όποιο θέλετε». Ας πούμε, ένα τυφλό κομμάτι του οικοπέδου, που δεν είναι γωνιά, που δεν βλέπει σε δρόμο. Και ακόμη μπορεί να φθάσει να παραιτηθεί τελείως. Να πει: «Παραιτούμαι από την περιουσία και κάνετε ό,τι θέλετε». Ή δέχεται ό,τι του δώσουν ή παραιτείται ολότελα, όταν βλέπει ότι μαλώνουν τα αδέλφια και οι συγγενείς. Στα δικαστήρια αυτός ο άνθρωπος δεν τρέχει ποτέ. Γι’ αυτό και ο Θεός τον ευλογεί. Πόσες φορές έχω πει σε σας, στην Εξομολόγηση, που το’ χω χαρεί μέχρι τον ουρανό, να μου λέτε, άνδρες, γυναίκες: «Πάτερ μου, σκέφτηκα να παραιτηθώ». «Άγιος ο Θεός!», λέγω. «Και να δεις πόσο θα σε ευλογήσει ο Θεός. Δεν θα πεινάσεις ούτε συ, ούτε τα παιδιά σου».

Αλλά και μέσα στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, υπάρχουν θυσιαζόμενα δικαιώματα. Όπως μια προτεραιότητα κάπου, στο αυτοκίνητο, στην τράπεζα, σε ένα μαγαζί πάμε να ψωνίσομε, και προσφέρει κανείς την προτεραιότητά του, γιατί είναι κάποιος ηλικιωμένος άνθρωπος, είναι ένας ανήμπορος άνθρωπος. Θυσιάζει ακόμη την άνεσή του στο λεωφορείο, στο τρένο, δεν ξέρω πού. Αυτά είναι καθημερινά-καθημερινά. Θυσιαζόμενα δικαιώματα. Γι’ αυτό λέει ο αββάς Δωρόθεος, είναι στην πέμπτη του διδασκαλία: «Ὅταν γάρ κρατῶμεν τό ἴδιον θέλημα καί στοιχῶμεν –γιατί όταν ζητάω τα δικαιώματά μου, ζητάω το δικό μου το θέλημα- τοῖς δικαιώμασιν ἡμῶν, τότε λοιπόν ὡς καλόν πρᾶγμα ποιοῦντες ἑαυτοῖς ἐπιβουλεύομεν καί οὔτε οἴδαμεν πῶς ἀπολλύμεθα». Να σας το μεταφράσω: «Όταν μένομε δεμένοι με το θέλημά μας και ρυθμίζομε την ζωή μας με βάση τα δικαιώματά μας, υπάρχουν άνθρωποι – οι πιο πολλοί ίσως, που δεν θυσιάζουν τίποτε από τα δικαιώματά τους -‘’Τίποτε’’, σου λέει: ‘’Μου ανήκει’’, ‘’Έχω δικαίωμα’’-, τότε έχοντας την εντύπωση», συνεχίζει ο αββάς Δωρόθεος, «ότι κάνομε κάτι καλό, προετοιμάζομε άθελά μας το κακό μας και χανόμαστε χωρίς να το καταλαβαίνομε». Γιατί χωρίς να το καταλαβαίνομε; Γιατί μιλάμε για τα δικαιώματά μας εν ονόματι της δικαιοσύνης… Εκεί –επιτρέψατέ μου την λέξη- την πατάμε!

Η θυσία των δικαιωμάτων στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, εξορίζει, όπως σας είπα, την φιλαυτία. Και εγκαθιδρύει την αγάπη και την χριστιανική κοινωνικότητα.

Αγαπητοί, έφθασε ο Παύλος να πει κάποτε από αγάπη για τους συμπατριώτες του: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται». «Θα ευχόμουν – «ἀνάθεμα» θα πει χώρισμα- να χωριστώ από τον Χριστόν -Ποιος; Ο Παύλος· που αγαπούσε τόσο τον Χριστόν- για λογαριασμό των συμπατριωτών μου, προκειμένου να γνωρίσουν τον Χριστό οι Ισραηλίται». Είδατε κουβέντα; Όταν ο Χριστιανός θυσιάζει τα δικαιώματά του, τότε όλα αυτά, θα τα έχει εξασφαλίσει στη Βασιλεία του Θεού. Μην το πάρετε περίεργον. Στην Αποκάλυψη γράφει τα εξής: «Καὶ ἐδόθη αὐτῇ (: δόθηκε εις την Εκκλησία δηλαδή, εις την νύμφην) ἵνα περιβάληται βύσσινον λαμπρὸν καθαρόν· τὸ γὰρ βύσσινον -δηλαδή βυσσινί χρώμα χιτώνα- τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων ἐστί». Είναι «τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων». Παρότι, «δικαιώματα» εδώ σημαίνει η αγιότητα, οι αρετές των αγίων, όμως μπορούμε να πούμε ότι οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού διασώζουν, διασώζουν τα δικαιώματά τους. Ποια; Εκείνα που θυσίασαν εις τον παρόντα κόσμον. Εκεί ακριβώς τα απολαμβάνουν. Και μάλιστα όταν φθάνουν εις το ύψιστον δικαίωμα της ζωής και εκεί να παραιτούνται, γινόμενοι μάρτυρες για την αγάπη του Χριστού, τότε εκεί βρίσκουν και την αληθινή ζωή.

Αγαπητοί, ας συνηθίζομε, με κάποιαν ευκολία, από τα μικρά, να θυσιάζομε τα δικαιώματά μας, από τα μικρά… Πρότυπό μας αιώνιον ο Παύλος, ο αιώνιος Παύλος· που κι αυτός είχε πρότυπο τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν.  

ΠΗΓΕΣ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_615.mp3 

(Ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΑΣ: ΕΓΩΪΣΜΟΣ, ΙΣΩΣ Η ΠΙΟ ΦΟΝΙΚΗ ΑΡΡΩΣΤΙΑ!

 Γέρων Εφραίμ Αριζόνας
Εγωισμός, ίσως η πιο φονική αρρώστια 

Συνήθως φοβόμαστε αυτά που φοβούνται και οι άλλοι γύρω μας ή αυτά που μας λένε κάποιοι ειδικοί ότι πρέπει να φοβόμαστε: τους σεισμούς, τις πυρκαγιές, την ανεργία, τον καρκίνο, το AIDS, τη νόσο των τρελών αγελάδων, και ό,τι άλλο καινούριο μπορεί να προκύψει στις μέρες μας. Φυλαγόμαστε και καλά κάνουμε.

Όμως δεν είναι σίγουρο ότι ξέρουμε καλά ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος, η πραγματική απειλή γύρω μας και μέσα μας, τι είναι αυτό που χρειάζεται να στρέψουμε την προσοχή μας, γιατί η απειλή είναι άμεση, καθημερινή και η κατάληξη πραγματικά οδυνηρή.

Tον μεγάλο κίνδυνο τον κουβαλάμε επάνω μας, ο μεγάλος μας εχθρός βρίσκεται μέσα μας και λέγεται εγωισμός. Εγωισμός με όλα του τα παρακλάδια: φιλαυτία, υπερηφάνεια, έπαρση, προβολή κλπ.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος για τον άνθρωπο και την ψυχή του, δεν υπάρχει χειρότερη ασθένεια, αφού οι συνέπειές της δεν είναι μόνον ισόβιες, καταστροφικές για τον ίδιο «φορέα» του εγωισμού, αλλά και αιώνιες.

«Αυτός δίδει εις πάντας ζωήν και πνοήν και τα πάντα…. εν Αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και υπάρχομεν» (Πράξεις Αποστόλων ιζ΄ 25, 28)

Αφού χαρούμε, απολαύσουμε και ξοδέψουμε τα μοναδικά δώρα της αγάπης Του, μετά Τον προσπερνάμε, Τον αγνοούμε, Του γυρίζουμε την πλάτη και στήνουμε θεωρίες ότι δεν υπάρχει… ότι δεν υπήρξε ποτέ…

Την ίδια ώρα που πίνουμε το δροσερό νεράκι Του και εισπνέουμε τον αέρα που μας χαρίζει, εμείς ταΐζουμε τον εγωισμό μας: «Εγώ… εμένα… και μένα… σε μένα… από μένα… δικό μου, εγώ….» Είμαστε πιο ανόητοι και φτωχοί κι από τα ίδια μας τα πιτσιρίκια στο σπίτι…

Σκέψου το παιδάκι που ταΐζεις και ντύνεις και χαϊδεύεις όλη μέρα, να γυρίσει να σου πει «εγώ… εμένα… δικό μου… και μόνος μου…» Θα γελάσεις, θα πονέσεις, θα συγχωρέσεις, θα μακροθυμήσεις για να του δώσεις την ευκαιρία να μετανοήσει, να ταπεινωθεί, να αναγνωρίσει, να επιστρέψει…

Γιατί αυτά που λέει και κάνει ο εγωιστής άνθρωπος είναι προκλητικά μα και παράλογα, και το μόνο που μπορεί να περιμένει κανείς με υπομονή και έλεος είναι να τον δει να επιστρέφει στα λογικά του. Να παραδέχεται, να ταπεινώνεται….

Αν δεν το κάνει; Ο ίδιος ο Θεός γίνεται αντίπαλος, αντιμαχόμενος, αντιτασσόμενος, και τότε είναι που αρχίζει η τραγωδία για τον άνθρωπο. Διαβάστε όσα αντιγράφουμε πιο κάτω και θα καταλάβετε:

«Ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν μπορεί να βυθίσει αυτό το πλοίο», απάντησε ο αξιωματικός του Τιτανικού σε μια κυρία που στεκόταν με έκπληξη θαυμάζοντας το ολοκαίνουριο υπερωκεάνιο, όταν τον ρώτησε αν ήταν πραγματικά αβύθιστο!

Δεν μπορεί να το βυθίσει ούτε ο ίδιος ο Θεός…. Χρειάστηκε μόνον ένα παγόβουνο να συρθεί για λίγο επάνω στη ράχη του, για να διαψευσθούν εύκολα αλλά και τραγικά όλοι και όλα γύρω από το μεγαλύτερο και πολυτελέστατο υπερωκεάνιο της εποχής του.

Ο ίδιος ο ναύαρχος-σχεδιαστής του Τιτανικού Τόμας Άντριους χάθηκε μαζί με το δημιούργημά του στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας παράξενος θόρυβος, σαν κάποιος να έσυρε ένα γιγαντιαίο δάχτυλο στα πλευρά του πλοίου. Δεν ήταν παρά ένα παγόβουνο από τα πολλά που έπλεαν στην περιοχή και που ο πλοίαρχος του Τιτανικού το αγνόησε…

Η υπεροψία, ο εγωισμός μαζί με την ανοησία είναι βέβαιο ότι σκοτώνουν… Ήδη ετοιμαζόταν ο υγρός τάφος τους… Μερικοί επιβάτες άφησαν τη διασκέδασή τους, τα χαρτιά που έπαιζαν στα σαλόνια και βγήκαν να δουν.

Ο σκοτεινός όγκος του παγόβουνου απομακρυνόταν στο βάθος και το πλοίο συνέχιζε το ταξίδι του υπερήφανο, μεγαλόπρεπο, αμέριμνο… Ήταν 11.40 μ.μ. της 14ης Απριλίου του 1912. Η ανθρωπότητα ετοιμαζόταν για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο πλοίαρχος και μερικοί αξιωματικοί του κατέβηκαν αμέσως στο κύτος του σκάφους. Το ρήγμα που άνοιξε το παγόβουνο είχε μήκος σχεδόν 90 μέτρων. Αμέσως τα νερά της παγωμένης θάλασσας όρμηξαν μέσα στα αμπάρια και άρχισαν να τα πλημμυρίζουν.

Πέντε από τα στεγανά αμπάρια του Τιτανικού γέμισαν γρήγορα νερά. Αν είχαν πλημμυρίσει μόνο τα τέσσερα, ο Τιτανικός θα έφτανε στη Ν. Υόρκη… Ακολούθησαν σκηνές τραγικές αλλοφροσύνης. Στις 12.05 μεσάνυχτα ο πλοίαρχος διατάζει να εγκαταλειφθεί το σκάφος…

Στις 12.15 φεύγει το πρώτο SOS… Στις 12.45 οι πρώτες 20 βάρκες κατεβαίνουν στη θάλασσα… Από τους 2.220 επιβάτες επέζησαν μόνον οι 713… Στις 2.20 τα χαράματα την επόμενη μέρα οι 46.328 τόνοι του Τιτανικού χάθηκαν κάτω από την παγωμένη και ήρεμη θάλασσα του Βόρειου Ατλαντικού…

Ούτε τρικυμία, ούτε θύελλα, ούτε απρόβλεπτη θαλασσοταραχή, κακοκαιρία… Μόνον ο ανόητος εγωισμός, μόνον έπαρση προκλητική ανθρώπινη. «Αυτό το πλοίο ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν μπορεί να το βυθίσει…»

Ο αβύθιστος Τιτανικός κείτεται πάνω από 85 χρόνια σιωπηλός και νικημένος, στην υγρή και σκοτεινή αγκαλιά του Ατλαντικού, για να μας θυμίζει κάτι πολύ χρήσιμο για τον καθένα μας:

«Ο εγωισμός είναι ίσως η φονικότερη αρρώστια». Και είναι αρρώστια, αφού αχρηστεύει τον άνθρωπο (και ειδικότερα αυτούς που έχουν κάποιο αξίωμα, πολιτικούς, υπηρεσιακούς υπάλλήλους, Δεσποτάδες, παπάδες κ.α…) όλα προσωρινά, τον γεμίζει με ανόητη φιλαυτία και έπαρση, τον κάνει επικίνδυνο και άμυαλο, του σκοτεινιάζει το νου και την καρδιά, δεν μπορεί ούτε να δει, ούτε να ακούσει, ούτε να αντιληφθεί, ούτε να συναισθανθεί την κατάστασή του.

Αυτά είναι τα κύρια συμπτώματα της αρρώστιας του εγωισμού και της έπαρσης. Η κατάληξή της; Αν δεν αντιμετωπισθεί έγκαιρα και γρήγορα, σκοτώνει.

Νικάει τον άνθρωπο και τον σκοτώνει με αιώνιο θάνατο χωρίς τη χάρη και το έλεος του Κυρίου στη ζωή του. Υπάρχει ένα ακόμα σοβαρό σημείο. Πρέπει να τον σκοτώσεις τον εγωισμό σου, γιατί αν δεν τον σκοτώσεις, θα σε σκοτώσει εκείνος.

Και υπάρχει το σωστό και αποτελεσματικό όπλο που συντρίβει τον εγωισμό, ακριβώς ό,τι χρειάζεται για να μας δεχθεί ο Κύριος και να κάνει Βασίλειό Του την καρδιά μας. Είναι ο σταυρός του Ιησού Χριστού.

Είναι «φονικό μέσο» ο σταυρός του Ιησού Χριστού. Όταν τον πιστέψεις, όταν τον αγκαλιάσεις με ταπείνωση και γνήσια εκζήτηση, τότε αμέσως ο εγωισμός σωριάζεται στο πάτωμα, γιατί νιώθεις ανάξιος, άχρηστος, ελεεινός αλλά και ελεημένος.

Οι άνθρωποι της έπαρσης, του εγωισμού, της φιλαυτίας, δεν κατάλαβαν τίποτα από το σταυρό και τον σταυρωμένο Ιησού Χριστό.

Έστω κι ας μπαινοβγαίνουν σε μια εκκλησία και ας ακούνε κηρύγματα με τα οποία συμφωνούν, εάν δεν συσταυρωθεί ο εγωισμός τους μαζί με τον Ιησού Χριστό, δεν θα συναναστηθούν μαζί Του καινούριοι, λυτρωμένοι, ξαναχτισμένοι, αναγεννημένοι χριστιανοί, πραγματικά παιδιά του Ουράνιου Πατέρα μας.

Ο εγωισμός θεραπεύεται όταν εντοπισθεί έγκαιρα, όταν διαγνωσθεί σωστά με ειλικρίνεια και απλότητα καρδιάς, όταν αντιμετωπισθεί με ταπείνωση και πίστη μπροστά στο σταυρό και την ανάσταση του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

Αν δεν αντιμετωπισθεί έτσι, τότε σκοτώνει και την ψυχή και το σώμα. Ο άνθρωπος της φιλαυτίας και της έπαρσης είναι ένα περιφερόμενο μόλυσμα, είναι επικίνδυνος και δυστυχισμένος, και στις μέρες μας, τις έσχατες, του Τέλους, ο αριθμός τους θα θεριεύει, δυστυχώς και ανάμεσά μας, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.

Ας μείνουμε στην απλότητα, την ταπείνωση, την πίστη, την αγάπη στον Κύριό μας. Απ’ αυτά ας είναι γεμάτη η ζωή μας, η ψυχή μας και η μέρα μας. Είναι η μόνη βεβαιότητα, η μόνη σιγουριά και ασφάλεια. (πηγή: συμβουλές – λόγια ζωής)

Αγαπητοί/ες Να αγαπάτε ο ένας τον άλλο και να μην πικραίνεσθε λόγω εγωισμού. Η ταπείνωση είναι ασφαλής οδηγός, δεν αφήνει αυτόν που την έχει να προσκρούσει σε υφάλους απροσεξίας και να συντριβεί, αλλά ως οδηγός φωτεινός οδηγεί άπταιστα επί του ασφαλούς.

Ο εγωισμός είναι το κάκιστο των κακών, αυτός μας δημιουργεί όλα τα σφάλματα, με τους ανυπότακτους λογισμούς. Φοβηθείτε τον και προσπαθείτε να απαλλαγείτε απ’ αυτόν, καθώς όσο μένει μέσα μας αχτύπητος, τόσο θα μας πληγώνει με ανάλογους πόνους.

Παρακαλώ μην κατακρίνετε ο ένας τον άλλο, διότι είναι πέρα για πέρα εγωισμός, ας δικαιολογεί ο αδελφός του αδελφού το σφάλμα, κι αυτό είναι μαρτυρία ταπεινώσεως και αγάπης.

Αυτός ο αδελφός που το κάνει αυτό θα βρει πολλή τη χάρη του Θεού, εκείνος όμως που κρίνει και σκανδαλίζει τον πλησίον του, πρέπει να γνωρίζει ότι όχι χάρη δε θα βρει, αλλά και αν κάτι έχει θα το χάσει, για να μάθει το μάθημα της ταπείνωσης διά του παθήματος.

Φοβηθείτε περισσότερο την εσωτερική κατάκριση, αυτή που γίνεται με τους λογισμούς, κι αυτό, γιατί δεν έρχεται στο φως με τον προφορικό λόγο, που ενδέχεται να διορθωθεί απ’ αυτόν που την ακούει.

Προσέξτε, λέω, την ένδοθεν κατάκριση, που ανεπαίσθητα μας ενοχοποιεί θανάσιμα και μας στερεί τη ζωή της θείας χάριτος και μας προσφέρει ως ποτό πικρότατο, την ψυχική νέκρωση.

Πόσα και πόσα δε μας λένε το ιερό Ευαγγέλιο και οι Πατέρες περί κατακρίσεως. Καλύτερα να πέσει από ψηλά, παρά από τη γλώσσα.

Εύχομαι η αγάπη και η ακατακρισία να βασιλεύουν σε όλες τις εκδηλώσεις μεταξύ σας, ώστε το Άγιο Πνεύμα να αναπαύεται στις ψυχές σας. 

(Από τις «Πατρικές Νουθεσίες» του Γέροντος Εφραίμ, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Φιλοθέου)

ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΑΣ: ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΤΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

 Γέρων Εφραίμ Αριζόνας
Τα φάρμακα της πρόνοιας του Θεού
(Η ασθένεια και η θλίψη είναι το κατ' εξοχήν φάρμακο της πρόνοιας του Θεού) 

Η ασθένεια και η θλίψη είναι το κατ' εξοχήν φάρμακο της πρόνοιας του Θεού να φέρει τον άνθρωπο κοντά Του και να αυξήσει την αρετή του. Ο Ιώβ ήταν ο καλύτερος άνθρωπος πάνω στη γη, αλλά ο Θεός ήθελε να τον κάνει ακόμα καλύτερο. Και από τότε που δοκιμάστηκε, από τότε και δοξάστηκε. 
 
Ήταν καλός άνθρωπος και ευσεβής κ.λ.π. αλλά χωρίς δοκιμασία δεν ήταν ονομαστός ο Ιώβ. Αφ' ης στιγμής όμως δοκιμάστηκε και πολέμησε και αγωνίστηκε και στεφανώθηκε και πλούτισε, από κει και ύστερα άρχισε η δόξα του, και απλώθηκε μέχρι σήμερα. Το παράδειγμα του, είναι φωτεινότατο και ενισχύει κάθε άνθρωπο που δοκιμάζεται.

Αν αυτός δοκιμάστηκε που ήταν ένας άγιος, πολύ περισσότερο εμείς που είμαστε αμαρτωλοί. Και το αποτέλεσμα ήταν να τον κάμει άγιον και να του δώσει πάλι χρόνια ζωής και να τον ευλογήσει διπλά και τριπλά απ' ότι έχασε, και έτσι να γίνει ένα φωτεινό παράδειγμα ανά τους αιώνες για κάθε πονεμένο άνθρωπο να προσαρμόζεται και ν' ακουμπάει σ' αυτό το παράδειγμα και να ξεκουράζεται και αυτός και να λέει: Ως έδοξε τω Κυρίω, ούτω και εγένετο.

Είη το όνομα του Κυρίου ευλογημένο. Σκύβει το κεφάλι και λέει: ο Θεός έδωσε, ο Θεός πήρε. Και το παιδί ακόμα να μου πάρει, ο θεός δεν μου το δώσε; Το πήρε. Που είναι το παιδί μου; Στον ουρανό; Εκεί τι γίνεται; Αναπαύεται εκεί...

Σε κάθε δοκιμασία πίσω κρύβεται το θέλημα του Θεού και η ωφέλεια την οποία φυσικά ίσως εκείνο τον καιρό να μην μπορεί να την δει, αλλά με τον χρόνο θα την γνωρίζει την ωφέλεια. Έχουμε τέτοια παραδείγματα πάρα πολλά. Όπως και με τους Αγίους Ανδρόνικο και Αθανασία. Αυτοί ήταν αντρόγυνο και ήταν χρυσοχόος ο Ανδρόνικος με πολύ πλούτο κ.λ.π. Το ένα μέρος του κέρδους έτρεφε την οικογένειά του. Το ένα μέρος του κέρδους το έδινε στους φτωχούς και το ένα μέρος του άλλου κέρδους το ένα τρίτο το έδινε άτοκα στους ανθρώπους που δεν είχανε χρήματα. Είχαν δύο χαριτωμένα κοριτσάκια. Και μια μέρα από μία αρρώστια πέθαναν και τα δύο. Πηγαίνουν και τα θάβουν και οι δύο.

Η Αθανασία η καημένη πάνω στον τάφο έκλαιγε έκλαιγε, έκλαιγε. Ε ο Ανδρόνικος έκλαιγε και αυτός. Είδε και απόειδε, τράβηξε για το σπίτι. Έμεινε η καημένη η Αθανασία και έκλαιγε πάνω στον τάφο: «Τα παιδιά μου» και «τα παιδιά μου», και κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος και να κλείσει το νεκροταφείο. Για μια στιγμή επάνω στη θλίψη της και στη στεναχώρια της, βλέπει και έρχεται ένα μοναχός και της λέει: «Κυρά μου γιατί κλαις;»

«Πως να μην κλαίω πάτερ;» (Αυτή νόμιζε πως ήταν ο παπάς του νεκροταφείου). «Έθαψα τα παιδιά μου, τους δυο αγγέλους μου, τους έβαλα μέσα στον τάφο και έμεινα εγώ και ο άντρας μου εντελώς μόνοι. Δεν έχουμε δροσιά καθόλου».

Της λέει: «Τα παιδιά σου είναι στον παράδεισο με τους αγγέλους. Είναι στην ευτυχία και στη χαρά του Θεού και συ κλαις παιδί μου; Κρίμα είσαι και χριστιανή».

«Ώστε ζουν τα παιδιά μου; Είναι άγγελοι;»
«Βεβαίως είναι άγγελοι τα παιδιά σου».

Ήτανε ο Άγιος της εκκλησίας εκεί. Τελικά έγιναν μοναχοί ο Ανδρόνικος και η Αθανασία και αγίασαν....

Από το τεύχος: Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, Παραινέσεις πατρικές. Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 15.