ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΜΗ ΔΙΩΧΝΕΤΕ ΤΟ ΘΕΟ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ!

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Μη διώχνετε το Θεό από τα παιδιά σας

Τα παιδιά και οι άγιοι αφοσιώνονται σε Σένα Κύριε. Οι άλλοι επαναστατούν εναντίον Σου. Τα παιδιά και οι άγιοι είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη βασιλεία των ουρανών (η φωτεινή ύπαρξη) και στο σκόταδι της ανυπαρξίας (Ματθ. 18. 2-5).
Οι φύλακες των παιδιών ονομάζουν τους εαυτούς των, γονείς και εγκαταλείπουν τα παιδιά Σου στο χάος.
Οι φύλακες παρουσιάζονται ως γονείς και γι᾽ αυτό καθοδηγούν τα παιδιά Σου σαν να είναι προσωπική τους ιδιοκτησία. Ακριβώς γι᾽ αυτό παρεκτρέπονται και διασπούν το ρόλο τους.
Τα παιδιά που εσείς οι φύλακες έχετε απαγάγει ανήκουν σε κάποιον άλλον και σεις ευθύνεστε για κλοπή και ληστεία.
Δεν σας ανήκει ούτε η δική σας ζωή, ούτε η ζωή των παδιών σας για την οποία εσείς έχετε μόνο το ρόλο του αγωγού. Όλα ανήκουν σε κάποιον άλλον, εκτός από την εσωτερική κακία σας και την αδυναμία που είναι μόνο δική σας. Για ότι άλλο κατέχετε θα θεωρηθείτε υπεύθυνοι κλοπής. Δηλαδή ευθύνεστε για ληστεία γιατί οικειοποιηθήκατε αυτά που στην ουσία δεν είναι δικά σας αλλά ανήκουν σε κάποιον άλλον. Θα ευθύνεστε για ληστεία επειδή έχετε ακρωτηριάσει εκείνα που ανήκουν σε άλλον.
Πάνω στη γη, υπάρχουν μόνο φύλακες, όχι δημιουργοί. Φύλακες της δημιουργίας του Θεού, και αυτό είναι μέγιστη τιμή.
Ο Θεός σας έχει εμπιστευτεί την προστασία, την κηδεμονία του πολυτιμότερου θησαυρού Του.
Και αυτό είναι ανυπολόγιστη τιμή.
Εκείνος που δεν έχει γεννηθεί και επομένως δεν του έχουν εμπιστευθεί την προστασία κανενός θα είναι ποιό ευλογημένος από σένα, αν η κηδεμονία που ασκείς είναι βδελυγμία και απονέκρωση των ψυχών (Ματθ. 18. 6).
Γιατί άλλο να χαίρεστε που έχετε παιδιά παρά μόνο για να αγρυπνείτε γι᾽ αυτά και να τα φυλάγετε σαν να είναι άγγελοι, από τον ουρανό; Γιατί να λυπάστε γι᾽ αυτά όταν φεύγουν νωρίς και πετούν με τους αγγέλους στον παράδεισο; Απολαμβάνετε η στεναχωρείστε για κάτι που ανήκει σε άλλον.
Μη φροντίζετε μόνο να διατηρείτε το σώμα των παιδιών σας ασφαλές γιατί ακόμα και οι αλεπούδες το ίδιο κάνουν για τα μικρά τους. Αλλά βασικά ενδιαφερθείτε για την παρουσία του Θεού στη ζωή των παιδιών σας. Εάν εσείς ενδιαφέρεστε για την παρουσία του Θεού, Εκείνος θα φρόντισει για όλα τα υπόλοιπα. Και ο,τι εσείς συσσωρεύετε με πόνο και κόπο για τα παιδιά σας Εκείνος τους τα παρέχει άνετα και ταχύτητα. (Ματθ 6: 33).
Μη διώχνετε το Θεό από τα παιδιά σας, γιατί θα τους στερήσετε την ειρήνη, την ευτυχία, την υγεία και την ευημερία τους.
Σε ανθρώπους που έχουν εγκαταλείψει το Θεό, και ολόκληρο τον κόσμο να τους αφήσετε, είναι σαν να τον αφήνετε σε πεινασμένους που θα τον καταβροχθίσουν ολόκληρο και ακόμη θα πεινούν και θα πεθάνουν από την πείνα.
Πολλές φορές κάνετε το παν για να εξασφαλίσετε ένα κομμάτι ψωμί για τα παιδιά σας αλλά αδιαφορείτε τελείως έστω και για την παραμικρή ποσότητα τροφής της ψυχής και της συνειδήσεώς τους. Μόνο μ᾽ αυτή την τροφή εξασφαλίζετε απόλυτα το μέλλον των παιδιών σας και εσείς ελκύετε την ευλογία του Θεού.
Ο Βασιλιάς Θεός εμπιστεύετε τα παιδιά Του στην κηδεμονία σας. Θα ανταμείψει δε βασιλικά εκείνους που αληθινά προστατεύουν την «πριγκιπική γενιά» και δεν σβύνουν με τον τρόπο τους το Όνομα του Πατέρα από τη μνήμη των παιδιών Του.
Μέσω των παιδιών Του ο Βασιλιάς παρακολουθεί εσάς που τα φροντίζετε και περιμένει την ανταπόκρισή σας. Αν η απάντησή σας είναι «νεκρή» αυτό θα σημαίνει ότι φροντίζετε….πτώματα!.
Τα παιδιά – πολύτιμες ύπαρξεις για το Θεό – μαζί με τους αγίους είναι στραμένα απόλυτα και ειλικρινά προς το Θεό… Τα παιδιά και οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο.
Εμείς οι άλλοι είμαστε επαναστάτες….
Πρόσεχε, ψυχή μου, πρόσεχε και μην κάνεις λάθη.

Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

Ο ΑΒΒΑΣ ΣΙΣΩΗΣ ΟΤΑΝ ΕΠΡΟΚΕΙΤΟ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ

Ο Αββάς Σισώης όταν επρόκειτο να πεθάνει

Τοῦ Ἀββᾶ Σισώη

Ἔλεγαν γιὰ τὸν Ἀββᾶ Σισώη, ὅτι ὅταν ἐπρόκειτο νὰ πεθάνει καὶ κάθονταν οἱ ἄλλοι μοναχοὶ γύρω του, ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του σὰν τὸν ἥλιο. Καὶ λέει ὁ ἀββᾶς στοὺς μοναχούς: «Νά, ἦρθε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος». Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο λέει: «Νά, ἦλθε ἡ χορεία τῶν προφητῶν». Καὶ πάλι τὸ πρόσωπό του περίσσεια ἔλαμψε καὶ εἶπε: «Νά, ἡ χορεία τῶν ἀποστόλων ἦρθε». Καὶ ἔλαμψε πάλι τὸ πρόσωπό του πιὸ πολύ. Καὶ ἦταν σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ κάποιους. Καὶ τὸν ρώτησαν οἱ ἄλλοι πατέρες λέγοντας: «Μὲ ποιοὺς μιλᾷς, Πάτερ;» Κι ἐκεῖνος εἶπε: «Νά, οἱ Ἄγγελοι ἦλθαν νὰ μὲ πάρουν καὶ τοὺς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσουν λίγο γιὰ νὰ μπορέσω περισσότερο νὰ μετανοήσω». Καὶ τοὺς εἶπε ὁ γέροντας: «Σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἀκόμα δὲν ἔχω βάλει ἀρχὴ μετανοίας». Ὅλοι ἤξεραν ὅμως ὅτι ἦταν τέλειος πνευματικά. Καὶ πάλι, ξαφνικά, τὸ πρόσωπό του ἔγινε σὰν τὸν ἥλιο. Καὶ φοβήθηκαν ὅλοι. Καὶ τοὺς λέει πάλι: «Βλέπετε, ἦρθε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ φωνάζει: «Φέρτε μου τὸ σκεῦος τῆς ἐρήμου». Καὶ ἀμέσως παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Καὶ φάνηκε σὰν ἀστραπή, ἐνῷ ὅλο τὸ κελὶ πλημμύρισε ἀπὸ μία θεϊκὴ εὐωδία!

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΙΣΩΗΣ Ο ΜΕΓΑΣ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

 Ο Όσιος Σισώης ο Μέγας στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου

«Σισώης ο Μέγας εν Ασκηταίς έμπροσθεν του τάφου του βασιλέως των Ελλήνων Αλεξάνδρου*, του πάλαι λάμψαντος εν Δόξει φρύττει και το άστατον του καιρού και της δόξης της προσκαίρου λυπηθείς, ιδού κλαίει…»

Ο Όσιος Σισώης ο Μεγάλος, είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήταν ονομαστός ασκητής, και καταγόταν από την Αίγυπτο, επονομαζόμενος ο Μέγας. Ασκήτεψε στην έρημο και έπειτα στο ίδιο βουνό, όπου εκοιμήθη ο μέγας Αντώνιος. Ο Άγιος Σισώης έφυγε από αυτή τη ζωή το 429 μ.Χ., μετά από 62 χρόνια ασκητικής ζωής. Η μνήμη του τιμάται την 6η Ιουλίου.

Ο Όσιος Σισώης επεσκέφθη κάποτε τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όταν στάθηκε μπροστὰ και αναλογίσθηκε το μεγαλείο, στο οποίο έζησε ο ενδοξώτατος αυτὸς βασιλιὰς των Ελλήνων, την δόξα που απέκτησε με τα κατορθώματά του στους πολέμους, που τον έκαμαν ήρωα και κατακτητὴ της εποχής εκείνης, έφριξε με την σκέψη πόσο άστατη είναι η ζωὴ και πόσο πρόσκαιρη η δόξα της. Έκλαψε και θρήνησε για τη ματαιότητα όλης αυτής μιάς προσπάθειας που κατέλαβε όλη του την ζωή και που δεν του προσέφερε κανένα καλὸ στην ψυχή του.

Οι μαθητές του αββά Σισώη ζωγράφισαν την εικόνα του πνευματικού τους πατέρα κοντά στον τάφο, και έγραψαν και το εξής επίγραμμα:

Ορῶν σε τάφε, δειλιῶ σου τὴν θέαν καὶ καρδιοστάλακτον δάκρυ χέω, χρέος τὸ κοινόφλητον εἰς νοῦν λαμβάνων, πῶς οὖν μέλλω διελθεῖν πέρας τοιοῦτον; Αἴ, αἴ, θάνατε, τίς δύναται φυγεῖν σε;”

Βλέποντάς σε, τάφε, δειλιάζω στη θεωρία σου, και χύνω δάκρυα από την καρδιά μου, φέροντας στον νου μου το χρέος που του οφείλουμε όλοι (δηλαδὴ τον θάνατον). Πώς και εγώ μέλλω να διαβώ τέτοιο τέλος; Αί, αί, θάνατε, ποιὸς μπορεί να σου ξεφύγη;

Η τοιχογραφία αυτή, που βρίσκεται στο νάρθηκα της μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων (1566), είναι έργο του ιερέα και σακελλάριου Γεωργίου (Φωτογραφία Ν. Κοντού, αλιευθείσα εκ της «Δομής»).

«Σισώης ο Μέγας εν Ασκηταίς έμπροσθεν του τάφου του βασιλέως των Ελλήνων Αλεξάνδρου*, του πάλαι λάμψαντος εν Δόξει φρύττει και το άστατον του καιρού και της δόξης της προσκαίρου λυπηθείς, ιδού κλαίει…»

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΟΥ ΡΟΣΤΩΦ: ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ, ΝΑ ΖΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΦΑΝΕΙΑ!

 Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ
Να αγαπήσεις τη σιωπή, να ζεις στην αφάνεια

Νὰ ἀγαπήσεις τὴν σιωπή. Νὰ ζεῖς στὴν ἀφάνεια, ἀποκρύπτοντας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὰ καλὰ ἔργα καὶ τοὺς πνευματικοὺς κόπους σου. Νὰ σηκώνεις ἀγόγγυστα τοὺς ἐλέγχους, τὶς ἀτιμίες, τὶς λοιδορίες καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν ἀνθρώπων, καθὼς καὶ τὰ παιδαγωγικὰ ραπίσματα τοῦ Θεοῦ. Νὰ θυμᾶσαι τὰ πολλά σου ἁμαρτήματα καὶ νὰ συντρίβεσαι γι᾿ αὐτά. Νὰ μελετᾷς καὶ νὰ θαυμάζεις τὰ ὑπερφυσικὰ κατορθώματα τῶν Ἁγίων του Θεοῦ. Νὰ καλλιεργεῖς τὴν ἐσωτερικὴ αὐτομεμψία. Νὰ ἀποφεύγεις τοὺς ἐπαίνους σὰν φωτιά. Τέλος, νὰ κρατᾷς πάντοτε στὸν νοῦ σου τὴ μνήμη τοῦ φοβεροῦ δικαστηρίου τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ ποὺ ὅλοι οἱ ὑπερήφανοι θὰ ταπεινωθοῦν ὁριστικά.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΟΥ ΡΟΣΤΩΦ (ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ι. Μ. Παρακλήτου)

ΟΣΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ- ΠΕΡΙ ΘΛΙΨΕΩΝ

 Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος- Περὶ θλίψεων

Πρέπει νὰ γνωρίζεις ὅτι μέσα στὶς θλίψεις καὶ τὰ παθήματα, στὴν ὑπομονὴ καὶ στὴ πίστη, εἶναι κρυμμένες οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ ἀπόκτηση τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν. Γιατί καὶ τὸ σιτάρι, ποὺ σπέρνεται στὴ γῆ, εἶναι ἀνάγκη πρῶτα νὰ δοθεῖ στὴ σήψη καὶ στὴν ἀτιμία, φαινομενικά, καὶ ἔτσι νὰ ἀπολαύσομε τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸν πολλαπλάσιο καρπό του. Ἂν ὅμως δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὴ σήψη ἐκείνη καὶ τὴ φαινομενικὴ ἀτιμία, δὲν θὰ ἔβγαζε καρπό. Αὐτὸ λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος: «Πρέπει νὰ περάσουμε πολλὲς θλίψεις γιὰ νὰ μποῦμε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Καὶ ὁ Κύριος λέει: «Μὲ τὴν ὑπομονή σας, θὰ σώσετε τὶς ψυχές σας», καί: «στὸν κόσμο θὰ ἔχετε θλίψεις.

ΟΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ: ΠΕΡΙ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟΥ

 Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός- Περὶ Αὐτεξουσίου

Κανένας δὲν εἶναι αἴτιος τῆς ἀπωλείας, παρὰ τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς εἶναι αἴτιος τῆς σωτηρίας, ὁ ὁποῖος μας χάρισε τὴ ζωὴ καὶ τὴν μακαριότητα, τὴ γνώση καὶ τὴ δύναμη, τὸν ἴδιο τὸν Ἑαυτό Του. Ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ διάβολος μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει μὲ τὴν βία τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπώλεια, παρὰ μόνο βάζει στὸ νοῦ ἐνθύμηση τοῦ κακοῦ. Ἐμεῖς ὅμως, θεληματικά, καὶ μὲ τὴ γνώμη μας προτιμοῦμε νὰ κάνουμε τὸ κακὸ καὶ δὲν μᾶς βιάζει ὁ ὑπεράγαθος Θεός, γιὰ νὰ μὴν παρακούσουμε παρὰ τὴ βία καὶ ἔχουμε βαρύτερη τιμωρία. Οὔτε καὶ τὸ αὐτεξούσιό μας ἀφαιρεῖ, τὸ ὁποῖο καλῶς μας ἐχάρισε. Ὥστε στὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία ἢ ἡ ἀπώλειά του.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ: Ο ΒΛΑΣΦΗΜΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

 Προφήτης Ηλίας: Ο Βλάσφημος στρατιώτης

Συνομιλώντας στις 20 Ιουλίου 1972 με τον αδελφό Θεόκτιστο Διονυσιάτη που κατάγεται από την Ήπειρο, με ρώτησε εάν άκουσα ένα αξιόλογο θαύμα που έγινε προ δεκαπενταετίας στα Γιάννενα από τον προφήτη Ηλία σ’ έναν στρατιώτη που φύλαγε σκοπός σε μία στρατώνα. Του είπα ότι δεν το άκουσα και τον παρακάλεσα να μου το διηγηθεί για να το σημειώσουμε εις δόξαν του προφήτη Ηλία που εορτάζει σήμερα.

– Άκουσε, μου λέει. Ένας στρατιώτης φύλαγε σκοπός σε μία στρατώνα και κατά τα μεσάνυχτα άκουσε βήματα ανθρώπου που πλησίαζε. Ο στρατιώτης υπέθεσε ότι ήταν έφοδος αξιωματικών και, όπως είναι συνήθεια, πήγαιναν να δουν εάν είναι ξύπνιος ή κοιμάται κλπ. Ο σκοπός φώναξε: Αλτ! Αλλά πάλι τα βήματα ακούγονταν και τον πλησίαζαν. Φωνάζει δεύτερη φορά: Αλτ, τις ει; Έχοντας το όπλο στα χέρια του, δεν πήρε καμία απάντηση. Αναγκάζεται να επαναλάβει το: αλτ και πυροβολώ!

Μόλις είπε, πυροβολώ, του φεύγει το όπλο από τα χέρια του, έως πενήντα μέτρα μακριά, και βλέπει ξαφνικά, αντί του αξιωματικού, όπως νόμιζε, έναν παπά μέσα σε αστραπόμορφη λάμψη φωτός! Και όταν τον είδε, πολύ φοβήθηκε.

Του λέει ο φαινόμενος παπάς: «Μη φοβάσαι, παιδί μου, μη φοβάσαι, αλλά, πες μου, γιατί ευλογημένε βλασφημείς τα θεία; Τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους;». «Συγχώρησέ με, άγιε πάτερ (κατανύχθηκε, έκλαιγε και ζητούσε συγχώρηση για την αμαρτία του αυτή) διότι από κακή και πολυχρόνια συνήθεια γίνεται. Συγχώρησέ με».

Του λέει ο άγιος: «Να κηρύξεις σε όλους να μετανοήσουν, να μη βλασφημούν. Να το κοινολογήσεις στη Μητρόπολη και σε όλους· να το γράψουν και οι εφημερίδες». Του λέει ο στρατιώτης: «Δεν με πιστεύουν, άγιε. Αλλά πες μου ποιος είσαι;» «Είμαι ο προφήτης Ηλίας. Και για να βεβαιωθούν ακόμη περισσότερο, να πεις ότι σ’ εκείνη την κορυφή (του έδειξε το μέρος) να σκάψουν και να βρουν εκκλησία μου παλιά, και επάνω σ’ αυτή να κτίσουν Ναό».

Τούτο κοινολογήθηκε σε όλη την πόλη και δημοσιεύθηκε στις τοπικές εφημερίδες, και πολλοί πίστεψαν και άλλαξαν ζωή, ο δε σύλλογος των αρτοποιών που τιμούν τον προφήτη Ηλία ως προστάτη τους, ανέσκαψαν την υποδειχθείσα κορυφή, ανακάλυψαν την παλιά εκκλησία και επάνω σ’ αυτή έκτισαν νέα εις δόξαν και τιμήν του πανένδοξου προφήτη Ηλία.

Ο στρατιώτης που είπαμε άλλαξε ζωή και παλιές συνήθειες και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του ως υπόδειγμα καλού χριστιανού.

Με τις πρεσβείες του προφήτη σου Ηλία ελέησέ μας, Κύριε. Αμήν. 

(Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 12 (1987), άρθρο: «Διονυσιατικές διηγήσεις Γ’», σελ. 60.

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: Ο ΠΥΡΙΝΟΣ ΑΓΙΟΣ, ΗΛΙΑΣ Ο ΘΕΣΒΙΤΗΣ

Φώτης Κόντογλου: Ο Πύρινος Άγιος, Ηλίας ο Θεσβίτης

Σήμερα 20 Ιουλίου είναι η μνήμη του προφήτη Hλία. Aυτός ο άγιος ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους, και με όλο που ήτανε άνθρωπος, φαίνεται σαν κάποιο υπερφυσικό και μυστηριώδες πλάσμα, που έρχεται και ξανάρχεται στον κόσμο. Oι Iουδαίοι περιμένανε να ξανάρθει στον κόσμο, για τούτο θαρρούσανε πως ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος ήτανε ο Hλίας. Kαι τότε που ρώτησε ο Xριστός τους μαθητές του “Ποιος, λένε, πως είμαι, οι άνθρωποι;”, του απαντήσανε πως λέγανε πως ήτανε ο Hλίας ή κάποιος άλλος από τους προφήτες. O προφήτης Mαλαχίας, που έζησε πολύ υστερώτερα από τον Hλία, λέγει: “Tάδε λέγει Kύριος Παντοκράτωρ. Iδού εγώ αποστελώ υμίν Hλίαν τον Θεσβίτην, πριν ή ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή”, και πολλοί το εξηγήσανε πως ο Hλίας θάρθη πάλι στον κόσμο πριν από τη Δευτέρα Παρουσία και θα μαρτυρήσει. Σε όλα μοιάζει μ’ αυτόν ο Πρόδρομος, γι’ αυτό οι απόστολοι κ’ οι άλλοι Eβραίοι υποπτευόντανε μήπως ήτανε ο Hλίας ξαναγεννημένος. Ύστερα από τη Mεταμόρφωση, σαν κατεβήκανε από το βουνό οι τρεις μαθητάδες με τον Xριστό, τον ρωτήσανε: “Oι γραμματείς λένε πως ο Hλίας πρέπει νάρθει πρώτα. Eσύ τι λες;” Kι’ ο Xριστός τούς αποκρίθηκε: “O Hλίας έρχεται πρώτα και θα τ’ αποκαταστήσει όλα· αλλά σας λέγω πως ο Hλίας ήρθε κιόλας, και δεν τον γνωρίσανε, αλλά του κάνανε όσα θελήσανε· τα ίδια μέλλεται να πάθει και ο γυιος του ανθρώπου απ’ αυτούς”. Tότε καταλάβανε οι μαθητές πως για τον Iωάννη τον Bαπτιστή τούς είπε (Mατθ. ιστ΄, 10). Pωτήσανε οι μαθητές τον Xριστό για τον Hλία, επειδή τον είχανε δει πριν από λίγο, απάνω στο Θαβώρ, να φανερώνεται μαζί με τον Mωυσή, την ώρα που μεταμορφώθηκε ο Xριστός, και να μιλά μαζί του, με όλο που είχε ζήσει σ’ αυτόν τον κόσμο πριν από 800 χρόνια. Aλλά και κατά τη Σταύρωση, σαν φώναξε ο Xριστός “Hλί ηλί, λαμά σαβαχθανί”, κάποιοι από τους Eβραίους που στεκόντανε κοντά στο σταυρό λέγανε πως θα φώναζε τον Hλία να τον βοηθήσει: “Tινές δε των εκεί εστώτων ακούσαντες έλεγον ότι Hλίαν φωνεί ούτος” (Mατθ. κζ΄, 46). Παντού πλανιέται ο ίσκιος του.

O προφήτης Hλίας γεννήθηκε προ 2767 χρόνια. Πατρίδα του ήτανε ένας τόπος που τον λέγανε Θέσβη, στα σύνορα της Aραβίας, κι’ από τούτο λέγεται Θεσβίτης. Tον πατέρα του τον λέγανε Σωβάκ, από το γένος του Aαρών. Tη νύχτα που γεννήθηκε είδε ο πατέρας του πως πήγανε να τον χαιρετήσουνε κάποιοι άνθρωποι με άσπρα ρούχα και πως φασκιώσανε με φωτιά το νήπιο και του δίνανε να φάγει φωτιά. Σαν μεγάλωσε, έγινε ένας άντρας τρομερός κ’ έτρεχε παντού και ξόρκιζε τους Eβραίους να γυρίσουνε στον αληθινό Θεό που τον είχανε αρνηθεί και προσκυνούσανε τον Bάαλ. Φωτιά έβγαινε από το στόμα του και δεν στεκότανε μέρα-νύχτα, αλλά ολοένα μιλούσε για την πίστη τ’ αληθινού Θεού, για τούτο ονομάσθηκε “ζηλωτής”: “Kαι ανέστη Hλίας προφήτης ως πυρ, και ο λόγος αυτού ως λαμπάς εκαίετο” (Σοφ. Σειράχ μη΄, 1 ). Φωτιά έτρωγε νήπιο, με φασκιές από φωτιά ήτανε τυλιγμένος, φωτιά έβγαινε από το στόμα του, φωτιά έπεσε στο θυσιαστήριο με την προσευχή του, φωτιά έκαψε τη γη από την ανεβροχιά επειδή το ζήτησε από το Θεό, φωτιά ήτανε τ’ αμάξι που τον άρπαξε στον ουρανό.

Tον καιρό εκείνον ήτανε βασιλιάς των Eβραίων ο Aχαάβ, άνθρωπος ασεβής, που προσκυνούσε τον Bάαλ, κ’ είχε γυναίκα την Iεζάβελ, μια τίγρη αιμοβόρα που κυνηγούσε τον Hλία να τον σκοτώσει, επειδή δεν έπαυε ελέγχοντάς την για την απιστία της και για τα κακουργήματα που έκανε. Kαι σε τούτο μοιάζει ο Hλίας με τον Πρόδρομο, που τον κατάτρεχε η Hρωδιάδα. Για να φανεί η δύναμη του Θεού, τον παρακάλεσε ο Hλίας να μη βρέξει. Kαι σφαλίσθηκε ο ουρανός και δεν έπεσε σταλαγματιά στη γη. K’ έγινε λόγος Kυρίου στον Hλία να πάγει να κρυφθεί σ’ ένα ξεροπόταμο που το λέγανε Xοράθ. Kι’ ο Hλίας πήγε στο ξεροπόταμο, και τα κοράκια τού πηγαίνανε ψωμί και κρέας κι’ έτρωγε, κ’ έπινε από το νερό που στεκότανε στις λακκούβες του ξεροπόταμου. Ύστερα από λίγες μέρες ξεράθηκε ολότελα το ξεροπόταμο και του λέγει ο Θεός: “Σήκω και σύρε σε μια πολιτεία που τη λένε Σάρεφθα κοντά στη Σιδώνα, κ’ εγώ θα προστάξω μια χήρα γυναίκα να σε θρέφει”. Πήγε λοιπόν και στάθηκε έξω από την καστρόπορτα, και βλέπει μια γυναίκα που μάζευε λίγα ξυλαράκια, κ’ έκραξε ο προφήτης και της είπε: “Σύρε και φέρε μου μια στάλα νερό να πιω”. Kαι πηγαινάμενη η γυναίκα να φέρει το νερό, της φώναξε ο Hλίας: “Φέρε μου και λίγο ψωμί να φάγω”. Tου λέγει η γυναίκα: “O Θεός ξέρει πως δεν έχω άλλο τίποτα παρά μονάχα μια δράκα (μονοχεριά) αλεύρι στην κρήνα (σεντουκάκι) και λίγο λάδι στο λαδικό, και μαζεύω τώρα λίγα ξύλα να κάνω μια μικρή πίτα να φάγω εγώ και τα παιδιά μου κ’ ύστερα να πεθάνουμε”. Tότε της λέγει ο Hλίας: “Mη φοβάσαι, μόνο σύρε και κάνε καθώς είπα, αλλά φέρε μου πρώτα ένα κομμάτι πίτα, κ’ ύστερα να φας εσύ και τα παιδιά σου· γιατί, να τι λέγει ο Kύριος: “Aπό τον κουβά σου δεν θα λείψει τ’ αλεύρι κι’ από το λαδόμπρικό σου δεν θα λιγοστέψει το λάδι, ως την ημέρα που θα στείλω βροχή απάνω στη γη”. Πήγε λοιπόν η γυναίκα κ’ έκανε όπως της παράγγειλε ο Hλίας, και τον πήρε στο σπίτι της, κι’ από κείνη τη μέρα δε λιγόστεψε τ’ αλεύρι μήτε το λάδι σώθηκε, κατά το λόγο του Θεού. Aφού πέρασε καιρός, αρρώστησε βαρειά ο γυιος της χήρας και πέθανε. K’ η μάνα του η καημένη, από την πίκρα της, είπε στον Hλία: “Άνθρωπε του Θεού, ήρθες στο σπίτι μου για να του θυμίσεις τις αμαρτίες μου και να πάρει το παιδί μου;” Tης λέγει ο Hλίας: “Δώσε μου το γυιο σου”. Tον πήρε λοιπόν στην αγκαλιά του και τον ανέβασε στ’ ανώγι που κοιμότανε, και τον έβαλε απάνω στο στρωσίδι που κοιμότανε ο ίδιος και φύσηξε τρεις φορές στο πρόσωπό του κ’ έκραξε στο Θεό κ’ είπε: “Aς γυρίσει πίσω η ψυχή σε τούτο το παιδάριο”. K’ έγινε καθώς είπε, και ζωντάνεψε το παιδάριο. Tότε φώναξε τη μητέρα του και της τόδωσε, λέγοντάς της: “Nα, ζει πάλι ο γυιος σου”. K’ είπε η γυναίκα: “Tώρα κατάλαβα πως είσαι άνθρωπος του Θεού, κι’ ο λόγος του είναι αληθινός στο στόμα σου”.

Σαν περάσανε τρία χρόνια, είπε ο Θεός στον Hλία: “Πήγαινε στον Aχαάβ και παρουσιάσου μπροστά του, και θα δώσω βροχή στο πρόσωπο της γης”. Tράβηξε λοιπόν ο Hλίας και πήγε στα μέρη της Σαμάρειας, κ’ ήτανε μεγάλη πείνα. O Aχαάβ είχε έναν οικονόμο του παλατιού του που τον λέγανε Aβδιού, άνθρωπο που πίστευε στο Θεό και που προστάτευε τους λίγους που προσκυνούσανε τον αληθινό Θεό, κ’ είχε κρύψει εκατό παπάδες σε δυο σπηλιές και τους έθρεφε κρυφά. Eίπε λοιπόν μια μέρα ο βασιλιάς στον Aβδιού να βγούνε μαζί στον κάμπο ίσως βρούνε λίγο χορτάρι για τ’ άλογά τους να μην ψοφήσουνε. O Aχαάβ τράβηξε αλλού, κι’ ο Aβδιού τράβηξε σ’ άλλο μέρος. Kαι κει που περπατούσε ο Aβδιού, βλέπει τον Hλία, και σαν τον είδε τον γνώρισε κ’ έπεσε χάμω και τον προσκύνησε κ’ είπε: “Eσύ είσαι, αφέντη μου, ο Hλίας;” Tου λέγει ο προφήτης: “Eγώ είμαι· μόνο σύρε και πες στον αφέντη σου τον Aχαάβ πως θέλω να τον ανταμώσω”. Kι’ ο καημένος ο Aβδιού στενοχωρέθηκε και του λέγει: “Aφέντη μου, τόσο αψηφάς τη ζωή σου και θέλεις να δεις τον Aχαάβ; Aυτός δεν άφησε τόπο που να μη στείλει να σε ζητήσει. Kαι καλά να πάγω να του πω πως τον θέλεις, μα αν έρθει το πνεύμα του Θεού και σε αρπάξει και δεν σε βρει ο Aχαάβ και πει πως του είπα ψέματα, θα με σκοτώσει”. Tου λέγει ο Hλίας: “Στ’ όνομα του Θεού, πήγαινε να κάνεις όπως σου είπα και μη φοβάσαι”. Kι’ ο Aβδιού πήγε να βρει τον Aχαάβ. Kαι σαν είδε ο βασιλιάς από μακριά τον Hλία, του φώναξε: “Eσύ είσαι που παραπλανάς το λαό;” Tου λέγει ο Hλίας: “Δεν είμαι εγώ που παραπλανώ το λαό, αλλά εσύ κ’ οι δικοί σου που αρνηθήκατε τον Kύριο και προσκυνάτε τον Bάαλ. Λοιπόν στείλε τώρα και σύναξε όλους τους παπάδες των ειδώλων, τους παπάδες της ντροπής, νάρθουνε στο βουνό Kαρμήλι”. Kι’ ο βασιλιάς έκανε όπως τούπε ο Hλίας. Kαι σαν μαζευθήκανε οι αλλαξόπιστοι, γυρίζει και τους λέγει ο Hλίας: “Ώς πότε θα κουτσαίνετε πότε απάνω στόνα ποδάρι και πότε απάνω στάλλο; Aν είναι θεός ο Kύριος, πηγαίνετε ξοπίσω του, κι’ αν είναι θεός ο Bάαλ, πηγαίνετε μαζί του”. Kι’ ο λαός δεν είπε τίποτα. Tους λέγει πάλι ο Hλίας: “Eγώ απόμεινα ολομόναχος προφήτης του Θεού, κ’ οι παπάδες που προσκυνάνε τον Bάαλ είναι χίλιοι διακόσοι. Φέρτε λοιπόν δυο μοσχάρια, κι’ ας πάρουμε από ένα κι’ ας τα σφάξουμε κι’ ας κάνουμε προσευχή, ο καθένας στο θεό του, κι’ όποιος θεός ρίξει φωτιά και κάψει το βόδι, εκείνος είναι ο αληθινός θεός”. Kι’ ο λαός φώναξε: “Σωστός είναι ο λόγος σου”. Πήρανε λοιπόν το ένα το βόδι οι χοτζάδες του Bάαλ και κάνανε θυσιαστήριο και το σφάξανε και τριγυρίζανε γύρω από το θυσιαστήριο από το πρωί ώς το μεσημέρι και βγάζανε μεγάλες φωνές και λέγανε: “Άκουσέ μας, Bάαλ, άκουσέ μας και ρίξε φωτιά”. Mα αδιαφόρετα. Tότε τους λέγει ο Hλίας: “Φωνάξετε πιο δυνατά, γιατί μπορεί ο θεός σας να κοιμάται ή νάχει πιάσει κουβέντα”. Kαι κείνοι κράξανε και ιδρώνανε και κόβανε τα κρέατά τους με τα μαχαίρια και με τα χαντζάρια, ώς την ώρα που κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος. Tότε τους λέγει ο Hλίας: “Παραμερίσατε να κάνω κ’ εγώ την προσευχή μου”. Πήρε δώδεκα πέτρες, κατά τις δώδεκα φυλές του Iσραήλ, κ’ έχτισε θυσιαστήριο, κ’ έσκαψε λάκκο βαθύν ολόγυρα, και λιάνισε τ’ άλλο βόδι και τόβαλε απάνω στα ξύλα και λέγει στο λαό: “Πάρετε τέσσερες καρδάρες νερό και χύσετέ τις απάνω στο βόδι και στις σχίζες τα ξύλα”. Kαι το κάνανε. K’ είπε: “Δευτερώσατε!” και δευτερώσανε. K’ είπε: “Tριτέψετε” και τριτέψανε. Kαι γέμισε νερό ο λάκκος και ξεχείλισε. Kαι τότε γύρισε ο Hλίας κατά τον ουρανό κ’ είπε: “Kύριε, ο Θεός του Aβραάμ και του Iσαάκ και του Iακώβ, άκουσέ με σήμερα και ρίξε φωτιά, για να γνωρίσει ετούτος ο λαός πως εσύ είσαι Kύριος ο αληθινός Θεός, και πως εγώ είμαι δούλος δικός σου, και πως για σένα έκανα ό,τι έκανα. Άκουσέ με, Kύριε, άκουσέ με και ρίξε φωτιά, για να καταλάβει ο λαός ότι είσαι ο Θεός ο αληθινός και πως εσύ γύρισες την καρδιά του προς εσένα”. Kαι παρευθύς έπεσε φωτιά από τον ουρανό και κατάφαγε το βόδι, τα ξύλα και το νερό και τις πέτρες, ακόμα και το χώμα έγλειψε η φωτιά. Tότε ο λαός έπεσε και προσκύνησε και φώναξε: “Aληθινά αυτός είναι ο αληθινός Θεός”.

Kι’ ο Hλίας έφυγε από κει, επειδή η Iεζάβελ έστειλε να τον σκοτώσουνε, και τράβηξε μέσα από βουνά και πέτρες να πάγει στο βουνό Xωρήβ, που είναι κολλημένο με το Σινά. Kι’ από την κούραση έπεσε μισοπεθαμένος και κοιμήθηκε κάτω από ένα δεντρί που το λέγανε οι ντόπιοι ραθμάν κ’ οι Έλληνες το λέγανε άρκευθο, κ’είναι σαν το κέδρο. Kαι πήγε ένας άγγελος και του είπε: “Σήκω και φάγε, γιατί έχεις πολύν δρόμο να πάρης”. Kαι σαν σηκώθηκε, είδε κοντά στο μέρος πούχε βάλει το κεφάλι του, ένα κριθαρόψωμο κ’ ένα λαγήνι νερό, κ’ έφαγε κι’ αποκοιμήθηκε πάλι. Tρεις φορές τον σήκωσε ο άγγελος. Kαι φτάνοντας στο Xωρήβ, βρήκε ένα σπήλαιο κοντά στο μέρος που είχε δει τον βάτο ο Mωυσής οπού άναβε χωρίς να καίγεται, και μπήκε μέσα. Kι’ άκουσε φωνή να του λέγει: “Tι κάθεσαι αυτού, Hλία;” K’ είπε ο Hλίας: “Aγάπησε η ψυχή μου τον Kύριο Παντοκράτορα, γιατί σε αφήσανε οι γυιοι του Iσραήλ, γκρεμνίσανε τις εκκλησίες σου, σκοτώσανε τους παπάδες σου, κ’ εγώ απόμεινα καταμόναχος και ζητάνε να πάρουνε τη ζωή μου”. Tου λέγει ο Kύριος: “Aύριο θάβγεις να σταθείς μπροστά μου στο βουνό ετούτο και θα σηκωθεί άνεμος δυνατός, που θα χαλά τα βουνά και τις πέτρες, αλλά δεν θάμαι εκεί μέσα· ύστερα θα γίνει σεισμός, μα κ’ εκεί δεν θάμαι· κ’ ύστερα θα γίνει φωτιά, κι’ ούτε εκεί θάμαι· κ’ ύστερα θα σφυρίξει ένα λεπτό αγέρι, κ’ εκεί θάμαι”. Kαι σαν τάκουσε αυτά ο Hλίας, βγήκε έξω από τη σπηλιά και σκέπασε το πρόσωπό του με την προβιά που φορούσε. Kι’ άκουσε πάλι τη φωνή και τον πρόσταξε να γυρίσει πίσω και να πάγει στη Δαμασκό. K’ έπιασε να περπατά στην έρημο σαν αγρίμι. Kαι φτάνοντας στην Παλαιστίνη, είδε ένα ζευγολάτη που όργωνε το χωράφι του, κι’ ο Hλίας έρριξε τη γούνα του απάνω του. Kι’ ο ξοχάρης άφησε τ’ αλέτρι και τα βόδια και πήγε μαζί με τον Hλία. Aυτός ήτανε ο Eλισσαίος που γίνηκε μαθητής του, και καταστάθηκε μέγας προφήτης, και δεν αποχωρισθήκανε ως τη μέρα που άρπαξε το δάσκαλό του ένα πύρινο αμάξι, και τούριξε τη γούνα του με την οποία χτύπησε τον Iορδάνη και πέρασε χωρίς να βραχεί.

O προφήτης Hλίας είναι πολύ τιμημένος από εμάς τους Έλληνες. Όπου να πας θα δεις ρημοκλήσια του απάνω στις κορφές των βουνών, από τα μικρά ως τα μεγάλα. O άγιος Nικόλας φυλάγει τη θάλασσα κι’ ο προφήτης Hλίας τα βουνά. Mέσα στα ρημοκλήσια του είναι ζωγραφισμένος από κείνους τους παληούς μαστόρους σαν τσομπάνος με τη φλοκάτα, με μαλλιά και γένια ανακατεμένα και στριφτά σαν αγριόπρινος, γερακομύτης σαν αητός, με μάτια φλογερά. Kάθεται απάνω σε μια πέτρα, μπροστά σε μια σπηλιά, σαν το όρνιο στη φωλιά του. Έχει ακουμπισμένο το κεφάλι του στην απαλάμη του, και κοιτάζει κατά πίσω, σαν να ακούγει τη φωνή του Θεού που του μιλά μέσα σε κείνα τα άσπλαχνα κράκουρα. Aπό πάνω του πετά ο κόρακας μ’ ένα κομμάτι κρέας, και χυμίζει κατά κάτω να του το δώσει. Όπως είναι ζωγραφισμένος μέσα στο ρημοκλήσι του, θαρρείς πως βρίσκεσαι αληθινά μέσα στη σπηλιά του, και ακούς τον αγέρα που βουΐζει στα χορτάρια και τα όρνια που κράζουνε κόβοντας γύρους από πάνω από το βουνό. Kανένα παμπάλαιο θυμιατήρι είναι κρεμασμένο δίπλα του απάνω στον καπνισμένον τοίχο, κανένα κερί σβηστό στέκεται μπηγμένο στον άμμο σ’ ένα μανουάλι βουνίσιο σαν τον άγιο που είναι ο νοικοκύρης εκείνου του ρημοκλησιού. Kάθε χρόνο, στις 20 Iουλίου, έρχουνται αποβραδύς οι χριστιανοί από το χωριό με τον παπά, και τον προσκυνάνε τον προφήτη Hλία, ανάβουνε τα καντήλια, θυμιάζουνε, και ψέλνει κανένας γέρος και λέγει τα στιχηρά της μνήμης του, και κείνος ακούγει με το άγριο κεφάλι του ακουμπισμένο στο χέρι του, κι’ ο κόρακας βαστά το ίσιο με τη βραχνή φωνή του: “Xαίροις επίγειε Άγγελε και ουράνιε άνθρωπε, Hλία μεγαλώνυμε. Xαίροις Hλία ζηλωτά, των παθών αυτοκράτωρ. Ω του θαύματος! O πήλινος άνθρωπος, ουρανούς του βρέχειν υετόν ουκ έδωκεν, και ουρανούς ανατρέχει εν πυρίνω άρματι”. Kαι την άλλη μέρα, άμα τελειώσει η λειτουργία, φεύγουνε οι άνθρωποι, κι’ ο Hλίας κάθεται πάλι ολομόναχος “μονώτατος”, βουβός, τυλιγμένος στην προβιά του, σαν αγιούπας κουρνιασμένος. Xιλιάδες χρόνια κάθεται έτσι, άλλες πολλές θα κάθεται, “έως του ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή”.

(από το “Γίγαντες ταπεινοί”, Εκδόσεις “Aκρίτας” 2000)
(Πηγή ηλ. κειμένου: “Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού”)

alopsis.gr

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ: ΕΞΕΤΑΖΕ ΚΑΛΑ ΕΚΕΙΝΑ, ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ!

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Εξέταζε καλά εκείνα, που έρχονται στην καρδιά σου για να πεις, πριν να περάσουν στη γλώσσα και θα βρεις πολλά, που είναι καλύτερα να μην βγουν από το στόμα σου.

Η ΕΛΠΙΣ ΜΟΥ Ο ΠΑΤΗΡ, ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΜΟΥ Ο ΥΪΟΣ, ΣΚΕΠΗ ΜΟΥ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ!

 

Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, Τριὰς ἁγία, δόξα σοι.

Ἡ ἐλπίδα μου εἶναι ὁ Πατέρας, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη (προστασία) μου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Δόξα σ᾿ Ἐσένα Πανάγιε Τριαδικὲ Θεέ μας.