ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Η ΟΝΟΣ ΤΟΥ ΒΑΛΑΑΜ

Περάσανε την Ερυθρά, πέρασαν και την έρημο οι Ισραηλίτες. Λίγο πιο κει ήταν η γη των Μωαβιτών. Ανάμεσα στον λαό του Θεού κι ο μάγος Βαλαάμ.
Σαν είδε ο Βαλάκ, ο βασιλιάς των Μωαβιτών, να πλησιάζουνε τα πλήθη των Εβραίων, φοβήθηκε. «Αυτοί είναι τόσοι πολλοί, που αν έρθουν προς τα δω, θα κατακτήσουνε τη Μωαβία», σκέφτηκε.
Είχε ακούσει για τον Βαλαάμ, τον μάγο. Είχε μάθει πως ό,τι ευλογούσε ο Βαλαάμ έπαιρνε δύναμη. «Καλό θα ήταν», σκέφτηκε, «να καλοπιάσω τον Βαλαάμ, να τους καταραστεί. Να μην έχουνε δύναμη, να μην κινδυνεύει η χώρα μου».
Έστειλε, λοιπόν, στον Βαλαάμ αξιωματούχους Μωαβίτες με πλούσια δώρα για κείνον. Κάπου κοντά στον ποταμό Ευφράτη βρήκανε οι απεσταλμένοι τον Βαλαάμ.
– Ο βασιλιάς μας, ο Βαλάκ, σου στέλνει αυτά τα δώρα. Να  ΄ρθεις, λέει, να καταραστείς τους Ισραηλίτες, γιατί κινδυνεύει απ΄ αυτούς η χώρα του Μωάβ.
– Να καταραστώ; Και μάλιστα τους συμπατριώτες μου, τους Ισραηλίτες; Ποτέ! Αυτό δεν το θέλει ο Θεός μου. Πάρτε πίσω τα δώρα σας! Δεν τα θέλω!
Πήγαν οι απεσταλμένοι την είδηση στον Βαλάκ, μα εκείνος ξανάστειλε τους πιο επίσημους του κράτους. «Πείτε στον μάγο πως, αν έρθει, αν κάνει αυτό που του ζητάω, θα τον κάνω άρχοντα με τιμές και δόξες μεγάλες».
Κι αυτή τη φορά όμως ο Βαλαάμ, μετά από την προσευχή του στον Θεό, έστειλε πίσω και τους άρχοντες και τα δώρα: «Να πείτε στον βασιλιά σας πως ο Θεός μου δεν το θέλει αυτό και δε θα  ΄ρθω ακόμη κι αν μου χαρίσει το παλάτι του γεμάτο με χρυσάφι».
Πήρε το μήνυμα ο Βαλάκ και για τρίτη φορά τώρα στέλνει πολύ πλουσιότερα δώρα και δελεαστικές υποσχέσεις. Ο Βαλαάμ προσευχήθηκε:
– Τι να κάνω, Κύριε;
– Να πας! του είπε ο Θεός. Εκεί, όμως, που θα πας, θα πεις ό,τι σου πω εγώ!
Συμφώνησε ο προφήτης και ξεκίνησε. Καβάλησε τη γαϊδουρίτσα του, πήρε μαζί του και τους δυο του υπηρέτες και πήρε τον δρόμο για τη χώρα των Μωαβιτών. Φαίνεται όμως πως δελεάστηκε από τα δώρα, πως μπήκε μέσα του η σκέψη: «Καλά είναι και τα δώρα, καλές και οι τιμές».
Εκεί που βάδιζε η όνος, ξαφνικά, χωρίς λόγο – νόμιζε ο Βαλαάμ – το ζώο ξεστράτισε. Βγήκε από το μονοπάτι και τράβηξε κατά τα χωράφια. Σήκωσε το ραβδί του και το χτύπησε. Ανάγκασε το ζώο να ξαναμπεί στον σωστό δρόμο. Όμως σ΄ ένα σημείο στένευε το μονοπάτι. Απ΄ τη μια μεριά ήτανε ένας τοίχος, μια ξερολιθιά. Απ΄ την άλλη ο φράχτης του αμπελιού. Η γαϊδουρίτσα φάνηκε να τρομάζει, άφησε χώρο από τα δεξιά, σύρθηκε στον τοίχο και χτύπησε το πόδι του ο Βαλαάμ. Οργίστηκε με το ζώο. Σήκωσε το ραβδί του και του κατάφερε αλύπητα αρκετές ξυλιές.
Προχώρησε λίγο και πάλι τρόμαξε η όνος, μα, τώρα πια, τέντωνε τα πόδια και δεν έκανε βήμα.
– Πεισματάρικο ζώο, φώναξε καθώς το κτυπούσε. Γιατί δεν προχωράς; Αν είχα μαχαίρι, στ΄ αλήθεια, θα σε σκότωνα!
Για τρίτη φορά σήκωσε το ραβδί του ο Βαλαάμ. Και τότε… Τότε έγινε το απερίγραπτο: φωνή ανθρώπινη πήρε το ζώο και είπε στον αφέντη του:
– Γιατί με χτυπάς, μια δυο, τρεις φορές; Δεν είμαι εγώ που τόσα χρόνια σε υπηρετώ με υπομονή; Στη ράχη μου δεν έχεις φορτώσει τα μεγάλα βάρη που ήθελες να μεταφέρεις; Δεν καθόσουν πάνω μου, για να σε πηγαίνω όπου ήθελες; Ξεστράτισα ποτέ από τον δρόμο μου; Δε βάδιζα όπου ήθελες εσύ;
Τρόμαξε ο προφήτης σαν άκουσε το ζώο να μιλάει μ΄ ανθρώπινη γλώσσα. Και τότε άνοιξαν τα μάτια του και είδε αυτό που τόσην ώρα έβλεπε μόνο η γαϊδουρίτσα του, ενώ αυτός δεν το έβλεπε: είδε ολοφώτεινο άγγελο, τρομερό στην όψη, να κρατά πύρινη ρομφαία, να στέκει μπροστά στο ζώο εμποδίζοντας τον δρόμο και να λέει:
– Βαλαάμ, έχεις λυπήσει τον Θεό! Γιατί χτυπούσες μια, δυο, τρεις φορές την όνο; Εγώ έμπαινα μπροστά της. Μ΄ έβλεπε το ζώο, τρόμαζε κι άλλαζε δρόμο. Εσύ δε μ΄ έβλεπες. Δε μ΄ έβλεπες γιατί άλλα σου είπε ο Κύριος κι άλλα σκεφτόσουνα να κάνεις. Ξέχασες την εντολή του Θεού που σου είπε ότι Εκείνος θα σε καθοδηγήσει τι θα πεις και τι θα κάνεις. Κι έβαλες με τον νου σου τα πλούτη και τα δώρα και τις τιμές. Να ξέρεις: Με τούτο το πύρινο σπαθί που εμπόδιζα το ζώο, θα σε χτυπούσα και θα σε σκότωνα, αν είχα εντολή απ΄ τον Θεό.
Αυτά είπε ο άγγελος και χάθηκε! Συνήλθε ο Βαλαάμ, συνέχισε τον δρόμο του κι από κει και μετά εκτέλεσε κατά γράμμα την εντολή του Κυρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου