ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ!

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Μνήμη Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-5-2002 

Η εορτή, αγαπητοί μου, των αγίων θεοστέπτων και ισαποστόλων βασιλέων, αγίου Κωνσταντίνου και αγίας Ελένης μάς δίνει την ευκαιρία να δούμε ένα μεγάλο σταθμό στην πορεία της Εκκλησίας μας μέσα εις τους αιώνες. Η Εκκλησία εβρίσκετο, όπως γνωρίζετε και πρέπει να γνωρίζουμε, να διαβάζουμε, θα λέγαμε, την πορεία της Εκκλησίας μες στην ιστορία, εβρίσκετο εις απηνή διωγμόν υπό της τότε κρατούσης πολιτείας, η οποία θεωρούσε σαν εσχάτη προδοσία εκ μέρους των Χριστιανών το γεγονός ότι δεν εθυσίαζαν στην «αγαθή τύχη» του αυτοκράτορος, του Καίσαρος. Έτσι, τρεις αιώνες η Εκκλησία δίδει συνεχώς μάρτυρες εις την θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Το βιβλίο της Αποκαλύψεως μάς δίδει μία θαυμασία εικόνα των μαρτύρων στον ουρανό. Θα σας το διαβάσω, παρότι είναι λίγο μακρά η περικοπή: «Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν πέμπτην σφραγῖδα», γράφει ο Ιωάννης ο ευαγγελιστής, «εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον (Αυτός ο χώρος, νοητός πάντοτε, κάτω από το θυσιαστήριον δεν είναι παρά ο Παράδεισος)»· «ἐσφαγμένων», λοιπόν, «διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον (: την οποίαν είχαν)· «καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς; Καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς (: ειπώθηκε εις αυτούς) ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν –σημειώσατε: «χρόνον μικρόν»-, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί».

Βλέπει κανείς ότι το θέμα του διωγμού των Χριστιανών και του μαρτυρίου των Χριστιανών θα είναι έως το τέλος της ιστορίας. Οι δε Πατέρες μάς λέγουν, συγκεκριμένα ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, ότι προς το τέλος της Ιστορίας, το μαρτύριο θα είναι φοβερότερο και οδυνηρότερο· των Χριστιανών· ιδίᾳ στις ημέρες του Αντιχρίστου. Όταν μάλιστα –το είδαμε στον αιώνα μας, να κάνουν, να προσβάλλουν τον μάρτυρα, με πράγματα τα οποία, βέβαια, οι παλαιότεροι αιώνες δεν τα είχαν διανοηθεί· όπως, φερειπείν, μίαν φαρμακευτικήν, φαρμακευτικήν προσέξτε, ένα φαρμακευτικόν μαρτύριον ή ένα ψυχολογικόν μαρτύριον κ.ο.κ. Να κάνουν, φερειπείν, σε ανθρώπους υγιείς μεγάλες δόσεις ινσουλίνης, μόνο και μόνο για να υφίστανται μαρτύριον– είναι φοβερό πράγμα… Αυτά γίνηκαν λίγα χρόνια πιο πίσω. Τα ξέρετε πού γίνηκαν. Ο Θεός να ελεεί πάντως, το μαρτύριον θα υπάρχει και θα επιτείνεται.

Αλλά ο Κύριος του ελέους έδωσε κάποια άνεση στον λαό Του, χρησιμοποιώντας σαν εκλεκτό όργανό Του, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνον και την μητέρα του αγίαν Ελένη. Ήταν η ευτυχής ημέρα του 311 μ.Χ., με το διάταγμα του Μεδιολάνου, που κατέπαυσε κάθε διωγμός της Εκκλησίας. Εθεωρήθη το γεγονός τεράστια μεγάλο, ανακουφίστηκε η Εκκλησία, ανέπνευσε η Εκκλησία και πολύ δικαίως ανεκήρυξε τον μεγάλον, αυτόν, αυτοκράτορα, τον Κωνσταντίνο –δεν ήτο βαπτισμένος· αργότερα εβαπτίσθη ο Μέγας Κωνσταντίνος- και την μητέρα του, αγίαν Ελένη, η οποία βεβαίως κατήγετο από τον Πόντο η αγία Ελένη, ήταν Ποντία και αυτή ήτο βαπτισμένη. Και έτσι τους ανεκήρυξε δικαιότατα ως αγίους.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψις του θέματος. Αυτή, η οποία πάρα πολύ μας ενδιαφέρει, όπως θα το δείτε. Η άνεση της Εκκλησίας έδωσε την αφορμή ώστε οι Χριστιανοί να χαλαρώσουν εις τα ήθη. Αυτό είναι παρατηρημένο. Αυτό το γνωρίζουμε. Προς αντιμετώπισιν του πράγματος εδημιουργήθη ο μοναχισμός· ο οποίος βέβαια υπήρχε και προ του διατάγματος του Μεδιολάνου, υπήρχε, πάντοτε υπήρχε, αλλά όμως ο μοναχισμός ιδιαιτέρως εγιγαντώθη κατά τους μετά χρόνους των διωγμών. Γιατί; Γιατί η Εκκλησία εδέχθη, βέβαια, αυτήν την έξωθεν άνεσιν, αλλά ελησμονήθη, όμως, ότι η φύσις της Εκκλησίας είναι ασκητική, είναι μαρτυρική και συνεπώς τώρα που της δόθηκε η άνεσις, κάπου τα πράγματα άρχισαν να μην πηγαίνουν καλά, εφόσον, βέβαια, ο κόσμος όλος κατά την μαρτυρία της Αγίας Γραφής, «ὅλος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ». Έτσι λοιπόν οι Χριστιανοί βρέθηκαν μέσα εις έναν κόσμο, ο οποίος κόσμος ζούσε ό,τι πονηρόν.

Το θέμα είναι ότι ναι μεν, καλή είναι η άνεσις, να μην έχουμε διωγμούς, αλλά θα είμεθα, όμως, προσεκτικοί. Γιατί, μην ξεχνάμε, ότι όταν έχομε την έξωθεν, αυτήν, άνεσιν, τότε ο διάβολος είναι ο μεγάλος διώκτης. Και διώκει. Και ξέρετε πώς διώκει; Με την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας. Εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα, που η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας οδηγεί, μετά μαθηματικής ακριβείας, εις την αποστασίαν. Το λέει ο απόστολος Παύλος εις τους Θεσσαλονικείς: «Θα ‘ρθουν οι μέρες που…-σχετικά με τον Αντίχριστον- και τότε θα έρθει και η αποστασία». Αλλά πώς θα έρθει η αποστασία; Παρατηρήσατέ το στην εποχή μας. Παρατηρήσατέ το εις τους εαυτούς μας. Όπου έχουμε μίαν ελευθερία κινήσεων, δεν πάμε καλά. Καθόλου καλά… Αυτό είναι το μεγάλο θέμα.

Ο μεγάλος διώκτης, δε, κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον, είναι ο ευδαιμονισμός: «Έχω όλα τα αγαθά. Γιατί να προσέχω; Γιατί να μη γευθώ εγώ τα αγαθά τα οποία μου δίδονται; Θα ήμουν ανόητος να μην τα δεχθώ». Οπότε, με τον τρόπον αυτόν, επέρχεται, όπως σας είπα, και η χαλάρωσις της Εκκλησίας. Και ναι μεν ο Θεός έδωσε την άνεση από τους διωγμούς και ο Μέγας Κωνσταντίνος είναι όντως μέγας, αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η άνεσις είναι σχετική. Πρέπει πάρα πολύ να προσέχομε.

Έχω τρομάξει μπροστά σ’ αυτό που λέμε «εκκοσμίκευση» και μάλιστα, η εκκοσμίκευσις αυτή παίρνει χίλιες μορφές. Βλέπετε τον τελευταίο καιρό –να μείνω μόνον εις τον χώρο τον εκκλησιαστικό- αν διαβάζετε, αν παρακολουθείτε, ιδιαιτέρως τονίζονται πολλές αλλαγές μέσα στην Εκκλησία μας, «χάριν», λένε, «εκσυγχρονισμού». Βέβαια, και μια εκδήλωση να βγάλομε κι εμείς τα ράσα μας και άλλα πολλά και τοιαύτα και τοιαύτα. Γιατί να βγάλω τα ράσα μου; Για να πηγαίνω στον κινηματογράφο άνετα; Να μην πουν: «Α, δες αυτός ο παπάς…» -γιατί σήμερα αν πάω σε έναν κινηματογράφο με τα ράσα μου θα μου πουν: «Δείτε, δείτε, ένας παπάς πάει στον κινηματογράφο!». Αυτό έχει γίνει στην Αμερική, είναι γνωστό. Κι εκεί, οι Ορθόδοξοι – όχι οι Ρώσοι όμως- ορθόδοξοι ιερείς απέβαλαν το ράσο. Και μπορούν να βρίσκονται όπου θέλουν… Αλλά τότε όμως, εάν εγώ μπορώ να πηγαίνω όπου θέλω, χωρίς να έχω τουλάχιστον τον εξωτερικόν έλεγχον, δεν εκκοσμικεύομαι;

Όλες δε αυτές οι αλλαγές που προτείνονται, ιδίως στην Θεία Λειτουργία κ.λπ. κ.λπ. δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να λιγοστεύομε τα πράγματα, και ποσοτικώς και ποιοτικώς, και στο τέλος να παραδώσουμε στους μετά από μας μίαν κατάσταση αγνώριστη. Είναι τραγικό! Είναι φοβερό! Αλήθεια, θα είχαμε ποτέ σκεφτεί αν αυτήν την στιγμή εμείς οι Έλληνες βρισκόμεθα κάτω από μίαν ξενικήν κατοχήν –ας πούμε γερμανική κατοχή· που περάσαμε πρόσφατα, εις τον αιώνα μας- θα είχαμε διανοηθεί ποτέ κατά την διάρκεια της ξενικής κατοχής να προβούμε σε διορθώσεις, σε ανανεώσεις, σε εκσυγχρονισμούς κ.λπ; Νομίζω ποτέ δεν θα το είχαμε σκεφθεί!

Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, εκείνο που δυναμώνει τους Χριστιανούς είναι ο διωγμός. Είναι ο διωγμός. Βέβαια, ένας άνεμος φυσάει πάνω στα δέντρα. Αν ποτέ δεν φυσούσε, και πρώτη φορά γινόταν ένας άνεμος, πολλά δέντρα θα είχαν ξεριζωθεί. Ξέρετε τι είναι εκείνο που τα κρατάει τα δέντρα να μην ξεριζωθούν; Και να απλώνουν βαθύτερα και βαθύτερα τις ρίζες των; Οι άνεμοι που υπάρχουν. Τι νομίζετε; Οι άνεμοι που υπάρχουν κάνουν το δέντρο να αντιστέκεται και να είναι ανθεκτικό σε κάποια βία του ανέμου. Και απλώνει πιο βαθιά ακόμα τις ρίζες. Αυτό είναι με τους Χριστιανούς. Είναι -δεν θέλομε να μειώσομε- αυτό το χάρισμα που μας έδωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, και μάλιστα προήδρευσε, παρακαλώ, και εις την πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον, δεν θα ‘θελα να το μειώσω, αντιθέτως, μάλιστα, να δοξάζομε τον Θεό, αλλά μην ξεχνάμε όμως ότι όταν έχουμε μίαν άνεσιν, οπουδήποτε αυτή αν υπάρχει, ιδίως στον ευδαιμονισμόν, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου καλά.

Έτσι, αγαπητοί, μη μας τρομάζει κάθε διωγμός. Πολλές φορές λένε: «Να, ξέρετε θα στραφούν εναντίον της Εκκλησίας…». Ας στραφούν! Ε, λοιπόν; Και τι θα γίνει; Το ξέρουμε. Τό ‘παν και οι Πατέρες μας, ότι «ἡ Ἐκκλησία διωκομένη νικᾶ». Ρωτάει κάπου ρητορικότατα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Πού είναι εκείνοι οι οποίοι εδίωξαν την Εκκλησία; Πού είναι; Όλοι εσίγησαν. Γιατί; Γιατί δεν είχανε βοηθόν τον Θεόν». «Ἡ Ἐκκλησία», λέει, «γιγαντοῦται». Μη φοβόμαστε. Αυτό είναι αλήθεια. Μπορεί αυτή τη στιγμή ίσως να έχομε αυτήν την ελευθερία, αυτήν την άνεση, αλλά προς Θεού, μη μας οδηγήσει αυτή η άνεσις εις την εκκοσμίκευσιν. Πολύ θα το παρακαλέσω! Η εκκοσμίκευσις είναι, είναι μπροστά μας, είναι μια απειλή μας, πρέπει να το ξέρουμε· γιατί απευθύνεται πλέον, κατευθύνεται πλέον αυτή η άνεσις, η εκκοσμίκευσις, όπως σας είπα και προηγουμένως, προς την αποστασία. Μη φοβόμαστε τον διωγμόν.

Και ξέρετε, ο πιστός έχει τον καθημερινό του διωγμόν. Όταν κάποτε τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, με τους οικείους του, με τον γείτονα, με την κοινωνία, λέει: «Με κοροϊδεύουν». «Και δεν χαίρεσαι;». Α δεν χαίρεσαι… Και διαμαρτύρεσαι! Και λες: «Με κοροϊδεύουν». Τα παιδιά· πάρτε τα κορίτσια- σήμερα αρχίζουν μάλιστα τα παιδιά και τις εξετάσεις των· να τους βοηθήσει ο Θεός να πάνε καλά-. Όμως, όμως, όταν πείτε σε ένα κορίτσι να βάλει φουστάνι και όχι παντελόνι, θα σας πει: «Μα με κοροϊδεύουνε». Και δεν χαίρεσαι; Μια φορά, γιατί ήταν φανάρια δηλαδή, μας σταμάτησαν εκεί στην γέφυρα της Λαρίσης, που περνάμε από την άλλη μεριά· σταματήσαμε εκεί, εκείνη την ώρα δε περνούσε και ένα σχολείο, δημοτικό σχολείο ήτανε, και πήγαιναν αυτές τις ολιγόωρες εκδρομούλες εις το Αλκαζάρ. Κι εμείς ήμασταν μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν είδα κανένα κοριτσάκι να φοράει φουστάνι. Όλα τα παιδάκια, τα κοριτσάκια φορούσανε παντελόνι. Οπότε λέει κανείς για μια στιγμή: «Να, το παιδί μου έρχεται διαμαρτυρόμενο ότι το κοροϊδεύουνε, γιατί αποτελεί μοναδικότητα εις το σχολείο». Εδώ τώρα η μητέρα και ο πατέρας πρέπει να βοηθήσουν το παιδί να καταλάβει ότι ακριβώς αυτή η μοναδικότητα είναι σπουδαία! Το καταλαβαίνουν, όμως, οι γονείς;

Αγαπητοί, σας είπα, ας προσέχομε. Ας προσέχομε γιατί δεν πρέπει ποτέ από την ζωή μας, την καθημερινότητα, να λείπει η ασκητικότητα. Μάλιστα, να την προκαλούμε. Ακριβώς όπως προκαλείται και η άσκησις σε κάποιους ανθρώπους νέους· φερειπείν, στρατιώτες, θα κάνουνε τις πορείες τους, ακούσατε; Τις πορείες τους, χωρίς να υπάρχει πρόβλημα. Να καταρτίζονται. Να βρίσκονται, δηλαδή, σε μία κίνηση. Κι εμείς οι Χριστιανοί σε μια ασκητικότητα. Και πρέπει πάντοτε να ζούμε την μαρτυρικότητα του Ευαγγελίου. Τότε, έχουμε μία ελπίδα, όταν θα ‘ρθουν τα χειρότερα και τα δελεαστικότατα, να μπορούμε να λέμε: «Όχι!». Αλλά το λέει αυτό ο Χριστιανός εκείνος που συνήθισε τον εαυτό του να ζει την μαρτυρική ευαγγελικότητα. Αμήν.

(Απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ- Η ΟΡΘΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΓΙΑΣ!

 
π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή του Τυφλού: Η ορθή έννοια της αργίας

 [Ιω. 9, 1-38]
Το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου, είχε εκπλήξει τους άρχοντας της Ιερουσαλήμ. Δεν εγνώριζαν τι εξήγηση να δώσουν. Ρωτούσαν τον ίδιον τον τυφλόν, ρωτούσαν τους γονείς του και ξαναρωτούσαν και επανήρχοντο. Αλλά το θαύμα έμενε θαύμα. Φθονούσαν οι άρχοντες τον Ιησούν. Γι’ αυτό ακριβώς και πολυπραγμονούσαν περί την θεραπεία του, γιατί δεν ηνείχοντο να ακούν κάτι μεγάλο γι’ Αυτόν. Εξάλλου ο φθόνος των οδήγησε τον Ιησούν εις τον Σταυρόν. Γι ‘αυτό προσπαθούν τώρα να βρουν, όπως πάντοτε το έκαναν, κάτι δήθεν κατηγορήσιμο για να ψέξουν, να κατηγορήσουν τον Ιησούν και να δείξουν ότι είναι αμαρτωλός και συνεπώς δεν είναι ο Μεσσίας. Όλο το θέμα εκεί ήτο. Και συνεπώς δεν είναι ο Μεσσίας.

Και το βρήκαν. Το θαύμα έγινε ημέρα Σάββατο. Ο Ιησούς έκανε πηλό εν ημέρα Σάββατο. Να η κατηγορία. Αυτό ήταν μία απόδειξις ατράνταχτη γι’ αυτούς βέβαια, ότι ο Ιησούς παραβαίνει τον νόμο κι έτσι είναι αμαρτωλός. Είδατε με πόσην ευκολίαν εξυφαίνεται η κατηγορία; Γι ‘αυτό ακριβώς ο Ιωάννης τονίζει στη σημερινή του ευαγγελική περικοπή: «Ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς». Ήταν Σάββατο όταν έκανε τον πηλόν ο Ιησούς και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. Πώς έκανε τον πηλόν; Έφτυσε χάμω. Πόσο είναι το φτύσμα; Και με αυτό, έκανε λίγο λάσπη. Παραβαίνει την αργία του Σαββάτου ο Ιησούς! Και έχρισε τα μάτια του τυφλού και του είπε: «Πήγαινε εις την κολυμβήθρα του Σιλωάμ και να νιφτείς». Και νιβόμενος ανέκτησε την όρασή του. Δεδομένου ότι ήταν τυφλός εκ γενετής, δηλαδή δεν είχε απλώς μία βλάβη στην όραση. Δεν υπήρχαν καν τα μάτια. Δεν υπήρχαν βολβοί. Αυτό είναι το σημαντικότατο.

Έτσι, έλεγαν κάποιοι Φαρισαίοι: «Ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά του Θεού, ότι το Σάββατον ου τηρεί». Αυτός ο άνθρωπος, λέγει, δεν είναι από τον Θεό, δεν είναι δυνατόν να είναι από τον Θεό, επειδή δεν φυλάττει την εντολή της αργίας του Σαββάτου.

Το ίδιο βεβαίως είχε συμβεί και με τον παραλυτικόν που είχαμε δει την παρελθούσα Κυριακή στην ευαγγελική περικοπή που του είπε ο Κύριος να σηκώσει το κρεβάτι του και να πάει στο σπίτι του. Του λένε οι άλλοι: «Σάββατο είναι· σηκώνεις το κρεβάτι σου;». Στη ραβινική διδασκαλία, στην ερμηνεία των εντολών, ίσως θα τρομάξετε άμα το ακούσετε, «εάν», λέγει, «έπαιρνες ένα αντικείμενο και το μετέφερες κάπου αλλού, καταδικαζόσουν σε θάνατο με λιθοβολισμό»! Το ακούσατε; Το ίδιο πράγμα είχε συμβεί και με εκείνη τη συγκύπτουσα γυναίκα, που ο Κύριος εκεί στη συναγωγή την είδε και της είπε: «Λύνεσαι από την ασθένειά σου αυτήν». Κι εκεί ο αρχισυνάγωγος άρχισε να μουρμουρίζει και να λέγει: «Έρχεστε εδώ την ημέρα του Σαββάτου να θεραπευτείτε και δεν έρχεστε κάποια άλλη μέρα». Γιατί κι αυτό…εάν κανείς εθεραπεύετο την ημέρα του Σαββάτου, εθεωρείτο εργασία και συνεπώς ήτο κατηγορήσιμη η περίπτωση.

Αλλά εδώ βλέπομε κάτι κατ’ επανάληψη που έκανε ο Κύριος, σαν να το έκανε επίτηδες. Ο Κύριος ημέρα Σαββάτου να αγαθοεργεί. Γιατί ήθελε απλούστατα, όπως αντιλαμβανόμεθα από τα τέσσερα ευαγγέλια, όπως μας διηγούνται οι ιεροί Ευαγγελισταί τα καθέκαστα, ήθελε να διορθώσει την εσφαλμένη αντίληψη που είχαν οι Εβραίοι, οι Ραββίνοι, για την αργία του Σαββάτου.

Αλλά ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, γιατί, όπως θα δείτε, μας ενδιαφέρει κι εμάς πολύ. Δεν είναι δηλαδή ένα περιστατικό που ανήκει στο παρελθόν και είναι απλώς ιστορικής, μουσειακής αξίας. Είναι κάτι, θα δείτε, ότι μπαίνει ολότελα μέσα στη ζωή μας.

Ποιος ήταν ο νομοθέτης στο Σινά, που έδωσε τον Δεκάλογο στον Μωυσέα; Βέβαια ο Θεός. Αλλά και από την ίδια την Παλαιά Διαθήκη και υπό το φως της Καινής Διαθήκης μαθαίνομε ότι εκεί ήταν το δεύτερο πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, ο Θεός Λόγος. Αυτός έδωσε τον Δεκάλογον. Ο μετέπειτα Ενανθρωπήσας Ιησούς Χριστός. Τώρα λοιπόν, πώς ο Ιησούς Χριστός δήθεν, τάχα καταργεί την εντολήν την τετάρτην περί της αργίας του Σαββάτου; Αυτό δεν θα ήταν αντιφατικό για τον Θεό, να νομοθετεί και κατοπινά να συλλαμβάνεται παραβάτης του ιδίου νόμου;

Τι άλλη απάντηση να δοθεί σ’ αυτό το θέμα, όταν μάλιστα επιδιώκει ο Κύριος, επαναλαμβάνομε, να θαυματουργεί την ημέρα του Σαββάτου; Τι άλλη απάντηση μπορούμε να δώσουμε; Ότι δηλαδή απλούστατα κακώς οι Ιουδαίοι είχαν αντιληφθεί την αργίαν του Σαββάτου. Δεν υπάρχει άλλη απάντησις.

Η εντολή της αργίας του Σαββάτου, αγαπητοί μου, που είναι η 4η κατά σειρά εντολή, μαζί με τις τρεις πρώτες άλλες εντολές, είναι σε ό,τι αφορά την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Συνεπώς η παράβασις των τεσσάρων πρώτων εντολών, ήτο ασέβεια. Η παράβασις των έξι τελευταίων εντολών, «τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου», που είναι η 5η εντολή και έως την 10ην εντολήν, η παράβασις ήτο αμάρτημα. Υπάρχει δε πολλή διαφορά ανάμεσα εις την ασέβεια και εις την αμαρτία. Η ασέβεια είναι κάτι πολύ βαρύτερο από την αμαρτία. Δεν είναι το ίδιο πράγμα, να υβρίσω τον Θεόν ή να ειδωλολατρήσω, με το να δείρω τον συνάνθρωπό μου ή να κάνω μία αμαρτία επάνω του. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο τώρα ότι η παράβασις των έξι εντολών των τελευταίων, τελικά διαβαίνει εις την προσβολή του προσώπου του Θεού. Εάν κάνω το κακό στον πλαϊνό μου, στον συνάνθρωπό μου, αυτή η αμαρτία μου διαβαίνει και πηγαίνει στον Θεό. Εκεί καταλήγει η όλη αυτή προσβολή. Ενώ όταν παραβώ τις 4 πρώτες εντολές, δεν μεσολαβεί άνθρωπος· απευθείας στρέφομαι προς τον Θεόν και αυτό βεβαίως είναι, όπως σας είπα, και λέγεται ασέβεια.

Οι Εβραίοι όμως είχαν, για να επανέλθομε στο θέμα, είχαν απολυτοποιήσει την αργία του Σαββάτου. Και αυτό το έκαναν και σε άλλες εντολές. Όπως επί παραδείγματι την εντολήν περί της τιμής των γονέων, κ.λπ. Αλλά αυτή η απολυτοποίησις είναι αμάρτημα. Όταν ο άνθρωπος φθάνει να θέτει την εντολή που ορίζει ο Θεός πιο πάνω από τον νομοθέτη. Ένα μικρό παράδειγμα. Δίνει εντολή ο Θεός εις τον Μωυσέα κι εκείνος εις τον διάδοχό του τον Ιησού του Ναυή κι εκείνος παρακάτω και φθάνομε εις τον Σαούλ τον βασιλέα, που δίνει εντολή ο Θεός «Όταν θα φθάσετε εις την γην της Επαγγελίας, τότε θα εξολοθρεύσετε τους Αμαληκίτας, γιατί αυτοί ετόλμησαν να κάνουν πόλεμο εναντίον σας, μόλις βγήκατε από τη γη της Αιγύπτου και είσαστε ανήμποροι, ανίσχυροι και ανοργάνωτοι. Αυτούς θα τους τιμωρήσετε. Δεν θα μείνει –ακούστε, ακούστε, ακούστε- ρουθούνι που να αναπνέει!». Φοβερόν πράγμα! Ο Θεός δεν μας είπε, θα έλεγαν οι Εβραίοι, δεν μας είπε «Ου φονεύσεις;». Εάν λοιπόν πω στον Θεόν: «Μα Εσύ είπες να μη φονεύσομε, πώς Συ μας λέγεις να φονεύσομε τους Αμαληκίτας;». Αυτό λέγεται απολυτοποίησις μιας εντολής. Γιατί την βάζω πιο πάνω από τον Νομοθέτη. Ο Θεός, αγαπητοί μου, είναι ελεύθερος. Όταν νομοθετεί, νόμος είναι αυτό που θέλει. Κι εδώ τώρα νόμος είναι να εξαφανιστούν από προσώπου γης οι Αμαληκίται. Γι’ αυτό και τιμωρεί ο Θεός τον Σαούλ, με θάνατο, εφονεύθη ο Σαούλ, επειδή ακριβώς παρέβη την εντολήν αυτή του Θεού, να εξολοθρεύσει τους Αμαληκίτας. Καταλάβατε λοιπόν τι θα πει απολυτοποίησις ενός πράγματος, μιας υποθέσεως, ενός νόμου. Είναι σοβαρό, είναι πάρα πολύ σοβαρό. Και το σπουδαίον είναι ότι το αμάρτημα των Εβραίων ήταν ότι απολυτοποιούσαν κάτι που ήταν σχετικό και σχετικοποιούσαν κάτι που ήταν απόλυτο. Αυτό ήταν το βαρύ τους αμάρτημα. Γι’ αυτό οι διατάξεις, τα εντάλματα των Ραββίνων, που έκαναν την ερμηνεία του νόμου, έφθαναν εις τον αριθμόν τέσσερις χιλιάδες (4.000). Το ακούτε; Τέσσερις χιλιάδες εντάλματα, εντολές, διαταγές. Και ήσαν γεμάτες αυτές οι εντολές των Εβραίων από θέσεις που τελικά έφθαναν να κατηγορήσουν τις εντολές του Θεού. Περίεργο. Γι’ αυτό ο Κύριος τους είπε: «Αφέντες την εντολήν του Θεού, κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων». Εκείνα τα οποία διδάσκουν οι άνθρωποι. Να σας πω μία δική μας, τρέχουσα, τώρα την θυμήθηκα, να σας το πω. Ο Θεός λέει να πηγαίνομε στην Εκκλησία κάθε Κυριακή. Εσύ πενθείς και δεν πηγαίνεις την Κυριακή στην Εκκλησία, ένα χρόνο, τρία χρόνια, επτά χρόνια· γιατί πενθείς. Δηλαδή τι κάνεις; Εκδικείσαι τον Θεόν που πήρε ένα σου πρόσωπο αγαπημένο από την οικογένεια; Γι’ αυτό δεν πηγαίνεις στην Εκκλησία; Τι κάνεις εδώ; Απολυτοποιείς τα πράγματα.

Έτσι τώρα, αγαπητοί μου, και με την αργία του Σαββάτου. Την απολυτοποιούν και την θέτουν, όπως σας είπα, πιο πάνω από τον άνθρωπο και μάλιστα πιο πάνω από τον Θεάνθρωπον, τον Ιησούν Χριστόν. «Μπα! Είναι πονηρός, λέει, άνθρωπος, είναι αμαρτωλός. Διότι δεν τηρεί, δεν φυλάττει την εντολή της αργίας». Έτσι απαντάει ο Κύριος κάτι που είναι καταπληκτικό: «Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια τον Σάββατον». Δεν μπορείς να πάρεις κριτήριο την εντολήν. Κριτήριο θα πάρεις τον άνθρωπο και τη σωτηρία του. Και λέγει εδώ ότι το Σάββατον έγινε δια τον άνθρωπον· να υπηρετήσει τον άνθρωπον. Και δεν έγινε ο άνθρωπος δια την εντολή, για την αργία του Σαββάτου. Αυτό είναι μεγάλο πράγμα. Αυτό απλώνεται πολύ. Παράδειγμα: Δεν έγινε ο άνθρωπος για την τέχνη, τις καλές τέχνες, αλλά έγινε η τέχνη δια τον άνθρωπον. Δεν έγινε ο άνθρωπος δια τον πολιτισμόν. Αλλά ο πολιτισμός έγινε δια τον άνθρωπον. Υπηρετεί τον άνθρωπον; Καλώς. Δεν τον υπηρετεί; Μην απολυτοποιείς την επιστήμην. Μην απολυτοποιείς τον πολιτισμόν. Μην απολυτοποιείς την τέχνην και λες: «Α, η τέχνη… Οφείλεις να σεβαστείς εσύ ο άνθρωπος, να γίνεις υπηρέτης της, δούλος της». Αυτό λέγεται απολυτοποίησις. Είναι πολύ κακό πράγμα. Γι΄αυτό ο Κύριος που είπε αυτόν τον θαυμάσιον (λόγον) «Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο και ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» και βγάζει το συμπέρασμα ο Κύριος και λέγει: «Ώστε Κύριος εστί ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου». Συνεπώς, αφού εγώ ο άνθρωπος, Εγώ ο Θεάνθρωπος νομοθετώ, είμαι Κύριος και του Σαββάτου. Μπορώ να τροποποιήσω όπως κρίνω, όπως θέλω. Είναι καταπληκτικό, αγαπητοί μου.

Κάποτε ρώτησαν τον Κύριον- ποιοι άλλοι; Οι γνωστοί μας κριτικάρηδες Φαρισαίοι· που ήσαν έτοιμοι πάντα να κατηγορήσουν «ει έξεστι τοις Σάββασιν θεραπεύειν». Εάν μπορεί κανείς, εάν επιτρέπεται, να θεραπεύει την ημέρα του Σαββάτου. Και ο Κύριος απάντησε: «Αν ένα πρόβατό σας πέσει», λέγει, «μέσα σε ένα λάκκο, πέσει στο πηγάδι, δεν θα πάτε να το βγάλετε από τον λάκκο, από το πηγάδι και να το σώσετε το πρόβατο; Πόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαθοεργήσομε για έναν άνθρωπο την ημέρα του Σαββάτου; Δηλαδή την ημέρα της αργίας.

28-5-1995

alopsis.gr

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- ΘΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου: Θυσία δικαιωμάτων
 

[Α΄Κορ. 9, 2-12]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 4-9-1994 

Ο Παύλος, αγαπητοί μου, αγαπούσε πολύ τους Κορινθίους. Εντούτοις, ήταν η Εκκλησία εκείνη, που της χάρισε βέβαια δύο μεγάλες επιστολές, με θέματα τέτοια όμως που έδειχναν ότι πολύ οι Κορίνθιοι τον είχαν λυπήσει. Και αιτία ήταν άλλοτε οι διχοστασίες τους, άλλοτε η στάση τους απέναντι εις τον αιμομίκτη συμπατριώτη τους, για την οποία υπόθεση είπε ο Παύλος: «Και δεν επενθήσατε; Και μένετε ψυχροί και αδιάφοροι;». Άλλοτε η υποτίμηση που του έκαναν, έναντι άλλων εργατών του Ευαγγελίου: «Ο Απολλώς; Α, είναι καλύτερος από τον Παύλο!». Άλλοτε ότι δεν ήταν ο Παύλος ἐκ τῶν ὑπέρ λίαν Ἀποστόλων. Επειδή –ακούσατε- ηργάζετο χειρονακτικά! Που είναι η σημερινή αποστολική περικοπή κ.ο.κ. Ένα σωρό θέματα, που τα καταγράφει στις επιστολές του και δείχνει πόσο εκείνος μεν τους αγαπούσε, εκείνοι δε διαρκώς τον ελύπιζαν. Γι’ αυτό κάπου λέει: «Πλατύνθητε, ὦ Κορίνθιοι». «Πλατύνατε την καρδιά σας, ω Κορίνθιοι. Εγώ ένας, δεν χωρώ μες στην καρδιά σας, σεις όλοι χωράτε μες στην καρδιά μου». Με πικρία τα έγραφε αυτά και με παράπονο ο Παύλος.

Έτσι, γράφει, από τη σημερινή αποστολική περικοπή: «Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι (: Μπορεί σε άλλους να μην είμαι απόστολος, αλλά για σας είμαι). Ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ (: Γιατί η σφραγίδα της δικής μου αποστολής εσείς είσαστε εν Κυρίω). Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί». Και συνεχίζει παρακάτω. «Η δική μου απολογία…» ομιλεί περί απολογίας… Διότι συχνά πυκνά τον κάθιζαν στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Τον Παύλο. Ναι! Οι Κορίνθιοι! Γι’ αυτό λέγει «η δική μου απολογία, για κείνους που με ανακρίνουν και μου λέγουν τούτο ή εκείνο, αυτή είναι». Και συνεχίζει και λέει κι άλλα πολλά. Και όλα αυτά γιατί; Γιατί οι Κορίνθιοι ήσαν πεφυσιωμένοι, ήσαν υπερήφανοι. Έτσι ο Παύλος …ίσως επειδή ήταν κάτοικοι μιας πολύ μεγάλης πόλεως της Μεσογείου, ήταν κοσμοπολίτικη η Κόρινθος και είχε πάρει το μυαλό τους αέρα. Ήσαν πραγματικά φαντασμένοι άνθρωποι.

Έτσι ο Παύλος έφθασε να γράψει, σε σχέση με υλικά πράγματα, που δεν εδέχετο, χρήματα κ.λπ. θυσιάζοντας τα δικαιώματά του, χάριν της απροσκόπτου διαδόσεως του Ευαγγελίου. Και τι γράφει; «Ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων (: Όχι· δεν έκανα χρήση απ’ όσα τυχόν θα θέλατε να μου προσφέρετε, σε τίποτα). Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα ἵνα οὕτω γένηται ἐν ἐμοί (: Και δεν τα έγραψα αυτά, για να μου γίνουν έτσι. Δηλαδή «τώρα να μου δίνετε το σιτηρέσιό μου». Περί σιτηρεσίου ο λόγος. Περί διατροφής του Παύλου και των συνεργατών του. Ο Παύλος ηργάζετο με τα χέρια του για να βγάλει το ψωμί του. Καταπληκτικό! Και δεν τα γράφω, λέει, αυτά, για να μου δώσετε τώρα το σιτηρέσιον)· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἢ τὸ καύχημά μου ἵνα τις κενώσῃ (:ε ίναι προτιμότερο να πεθάνω, παρά κανείς να μου αφαιρέσει αυτό το καύχημα, ότι δεν παίρνω χρήματα από σας, δεν παίρνω το σιτηρέσιό μου)». Και το καύχημα του Παύλου τι ήταν; Να προσφέρει αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού. Χωρίς χρήματα. Αδάπανον το Ευαγγέλιον. Και οι Κορίνθιοι, αντί να αισθάνονται καύχημα για έναν τέτοιον απόστολό τους, που ήταν ανώτερος πάντων, ακριβώς για να μη γίνεται βάρος εις αυτούς ως προς τα οικονομικά, τώρα τον κατηγορούν. Τον κατηγορούν και τι λένε; «Α, για να μην παίρνει χρήματα, πρέπει να είναι δευτέρας κατηγορίας απόστολος, γιατί η πρώτης κατηγορίας απόστολος, εκ των – έτσι ελέγοντο- υπέρ λίαν αποστόλων αν ήταν, –επειδή δε συνέπεσε η περίπτωση εκ των υστέρων ο Παύλος να κριθεί από τον Χριστόν-, γι’ αυτό δεν παίρνει χρήματα και δουλεύει. Είναι κατώτερος απόστολος». Ακούστε, ακούστε… Αλήθεια, θα έλεγε κανείς, θα απορούσε με τους Κορινθίους, πόσο απουσία ικανότητος υπήρχε σ’ αυτούς, ορθής εκτιμήσεως των πραγμάτων.

Eντούτοις ο Παύλος επιμένει: «Τίς οὖν μοί ἐστιν ὁ μισθός; (: Ποιος λοιπόν είναι ο μισθός μου; -λέει ο Παύλος)  ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ». «Ποιος είναι ο μισθός μου; Να ευαγγελίζομαι», λέγει, «εγώ θέλω μισθόν από τον Χριστόν, αδάπανον το Ευαγγέλιον, χωρίς χρήματα». Πούουου, Παύλε άγιε! Πού να σ’ ακούγαμε! «Να θέσω», λέει, «αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού, στο να μη φθάσω να κάνω ενδεχομένως κατάχρησιν της εξουσίας μου εις το Ευαγγέλιον». Τι σημαίνει «ἐξουσία»; Ναι, είχε εξουσία. Η εξουσία δεν είναι τι άλλο, παρά τα δικαιώματα. Προσέξτε, η λέξις «ἐξουσία» σημαίνει δικαιώματα. Να το ενθυμείσθε, γιατί θα το χρησιμοποιήσομε πιο κάτω αρκετά. Δηλαδή ο Παύλος παραιτείται των δικαιωμάτων του, για προσωπική του συντήρηση, ακριβώς για να μη δώσει αφορμή κατηγορίας εις το Ευαγγέλιον· «ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δώσῃ». «Ἐγκοπή», «ἐγκόπτω» θα πει «κάτι που σταματώ, κάτι που βλάπτω». Υπάρχουνε διάφορα συνώνυμα. Και λέει μάλιστα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Είδες; Όχι μόνον απλώς φοβάται την ἐγκοπήν, την βλάβη αλλά κι εκείνο το ‘’τι’’, ‘’ἐγκοπήν τινά’’, τοσοδούτσικη βλάβη να μην επιφέρω εις το Ευαγγέλιον του Χριστού. Τοσοδούτσικη. Εκείνο το ‘’τι’’, το ‘’τόσο δα’’». «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν (: Δεν δώσαμε, λέει, δεν κάναμε χρήση σ’ αυτό μας το δικαίωμα, αλλά όλα τα υποφέρομε, ‘’πάντα στέγομεν’’, όλα τα υποφέρομε), ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινά -τινά, ε;- δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ».

Εμείς τι θα λέγαμε σε όλα αυτά; Όποιος καταλαβαίνει τον Παύλο, όποιος τον ζει, θα έλεγε: «Ω αθάνατε Παύλε, γνησιότατε ερμηνευτά του Χριστού… Ω αθάνατε Παύλε!». Έτσι σήμερα, με την αποστολική περικοπή που μας δίδεται αυτή η ευκαιρία να δούμε το θέμα, ποιο θέμα; Της θυσίας των δικαιωμάτων. Της θυσίας των δικαιωμάτων… Και τα δικαιώματα, πλάι στα καθήκοντα, υπάρχουν σε πολλούς τομείς της ζωής.

Και πρώτα πρώτα στον χώρο του Ευαγγελίου. Ο Παύλος ήταν κορυφαίος στη θυσία των δικαιωμάτων του. Αναφέρεται βέβαια στα δικαιώματα που έδωσε ο Χριστός στους διακόνους Του, όπως και ο παλαιός νόμος το προέβλεπε, είναι ο μόνος απόστολος που μίλησε για τα δικαιώματα των διακόνων του Χριστού, άλλο ότι δεν έπαιρνε τίποτε- και το πόρισμα των όσων γράφει είναι τούτο- που είναι παρμένο από την Παλαιά Διαθήκη: «Ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ». «Άξιος είναι ο εργάτης του  μισθού του». Δούλεψε στο Ευαγγέλιο, θα ζήσει από το Ευαγγέλιο. Λέγει: «Δεν ξέρετε ότι εκείνοι που ηργάζοντο εις το θυσιαστήριον ετρέφοντο εκ του θυσιαστηρίου;». Στην Παλαιά Διαθήκη. Σήμερα, θα λέγαμε: «Να πάρει ο ιερεύς το πρόσφορο». Να. Τα πολλά πρόσφορα. Παράδειγμα. Και μάλιστα, με την ευκαιρία, μια που ανέφερα, που είπα αυτό, στο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, αναφέρει πόσα πρόσφορα θα πάρει ο Επίσκοπος, πόσα θα πάρει ο πρεσβύτερος ή οι πρεσβύτεροι, ο διάκονος και πάει παρακάτω. Ώστε εκ του θυσιαστηρίου θα ζήσει ο εργάτης του Ευαγγελίου.

Μάλιστα, λέγει, το λέει η Παλαιά Διαθήκη και το ερμηνεύει ο Παύλος: «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». «Δεν θα βάλεις φίμωτρο εις το βόδι που αλωνίζει». Είναι γνωστό, ότι όπως γυρίζει, στα παλιά αλώνια, αν ενθυμείσθε, σε εκείνα τα παλιά πέτρινα αλώνια και γύριζε γύρω γύρω ένα ή δύο βόδια μαζί, πατημένα, ξύλο, σανίδι από πίσω και λιάνιζαν εκεί το σιτάρι να βγει το άγανο και να μείνει ο σίτος. Για μια στιγμή το βόδι μπορούσε να σκύψει και κάτι να φάει. «Μην του βάλεις φίμωτρο. Δουλεύει. Άστο να φάει», έλεγε ο παλιός νόμος. Και λέει ο Παύλος: «Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; (: Μήπως ο Θεός ενδιαφέρεται για τα βόδια;) Οὐχί περί ἡμῶν ἐγράφη;». «Δεν εγράφησαν», λέει, «αυτά τα πράγματα για μας;». Ότι δεν θα φιμώσεις τον εργάτη του Ευαγγελίου. Θα φάει εκείνο που του ανήκει από το Ευαγγέλιο.

Ενώ κατοχυρώνει τα πράγματα έτσι, ο Παύλος δεν παίρνει τίποτα. Εδώ είναι το καταπληκτικόν. Παραιτείται από το δικαίωμά του αυτό, μόνο και μόνο για να μην πουν: «Πολλά πήρε ο Παύλος… Κατάχρηση έκανε». Χρησιμοποιήθηκε εξάλλου το ρήμα. «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ». «Δεν κάναμε κατάχρηση αυτής της εξουσίας». Όμως ο Παύλος παραιτείται από το δικαίωμα μένοντας στο αξίωμά του: «Μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία». «Σε κανέναν καμία δεν δίνομε ‘’προσκοπήν’’, σκόνταμμα, σκάνδαλο, για να μη ‘’μωμηθῇ ἡ διακονία’’, να μην κατηγορηθεί η διακονία του Ευαγγελίου».

Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες το Ευαγγέλιον; Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες τον λόγο του Θεού; Που θα ήθελες να τον πάρουν οι ακροαταί σου ατόφιον και πουθενά να μην σκοντάψουν; Ω μεγάλε Παύλε…. Ο ίδιος έγραψε ακόμη στον Τιμόθεο: «Παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας (: μη έχοντας την αλήθεια ή την χάρη του Θεού), νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν (: που νομίζουν ότι η ευσέβεια είναι πορισμός. Να πλουτίσεις, με το να είσαι ευσεβής ή να είσαι ιερεύς, να πλουτίσεις…)». Και γράφει στον Τιμόθεο: «Ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων (: Μακριά απ΄ αυτούς, μακριά απ’ αυτούς)»… Και αυτό είναι δυστυχώς, το ότι μέσα στην Ιστορία, διαμέσου των αιώνων, είχαμε και έχομε πάντοτε αυτούς τους «διεφθαρμένους τὸν νοῦν» ανθρώπους, οι οποίοι τίποτα δεν καταλαβαίνουν. Χοιρώδεις άνθρωποι. Εργάζονται εις την Εκκλησίαν για να κερδίσουν και για να πλουτίσουν. Και θα προσθέσει ο Παύλος στον Τιμόθεο, στην Α΄προς Τιμόθεο: « Ἒστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας». «Πορισμός» θα πει πλούτος. «Είναι μέγας ο πλούτος, το να έχεις την ευσέβειαν με την αυτάρκεια». Εκείνο το … «μου φθάνει να ζήσω». Ακούστε: «Μου φθάνει να ζήσω. Δεν πρέπει να πλουτίσω».

Και θα φιλοσοφήσει ο Παύλος: «Οὐδὲν γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα· ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». «Είναι φανερό», λέει, «στον κόσμο αυτόν δεν φέραμε τίποτα. Καθένας που γεννιέται, δεν φέρνει ούτε λεφτά, ούτε κουβέρτες, ούτε παπούτσια, τίποτα. Από την κοιλιά της μάνας του φέρνει τίποτα; Γυμνός γεννιέται». Φανερόν. Και ποιος δεν το ξέρει αυτό; Κι όταν φύγομε από τον κόσμον αυτόν, δεν παίρνομε πάλι τίποτα. Έτσι φιλοσοφεί ο Παύλος. Κοινός νους· που ο καθένας μπορεί αυτό να το δει. Και βγάζει το συμπέρασμά του. Έχοντες λοιπόν διατροφάς και σκεπάσματα… –σκέπασμα είναι τα ρούχα, είναι τα παπούτσια, είναι η στέγη. Κι αυτό σκέπασμα είναι. «Έχοντες», λέει, «διατροφάς και σκεπάσματα, έχοντες να ζήσομε και να σκεπαστούμε, σ’ αυτά να αρκεστούμε». Αυτά είναι για όλους. Και για τους κληρικούς, πολλῷ δέ μᾶλλον…

Εάν όμως κανείς θέλει να προσφέρει την διακονία του στην Εκκλησία, μάλιστα εάν δεν είναι κληρικός, είναι λαϊκός, και έχει άλλοθεν έσοδα, έχει χωράφια, έχει μαγαζί, ξέρω ΄γω, ποτέ μη δεχθεί αμοιβή για την διακονία του αυτή εις την Εκκλησία. Ποτέ μη δεχθεί αμοιβή. Επίτροπος; Τι κάνεις; Ερανική επιτροπή; Μην πάρεις τίποτα! Πρόσεξε αδελφέ. Μην πάρεις τίποτα! Μιμήσου τον Παύλο. Ακόμη, μην υπάρξει σε σένα καμία υστεροβουλία, σε αυτήν την διακονία του Ευαγγελίου. Ότι… «Ε, αργότερα, εις το μέλλον, κάτι θα ζητήσω, κάπου, κάπως θα ωφεληθώ», μελλοντικά οφέλη δηλαδή. Ούτε φήμη, ούτε προνόμια, ούτε δόξα. Με ταπείνωση υπηρέτησε, διακόνησε την Εκκλησία, τον λόγο του Θεού, ό,τι είναι. Το αξίωμα του Παύλου δια ένα αδάπανον Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι διαρκώς μπροστά στα μάτια μας. Να το ΄χουμε στον νου μας διαρκώς. Να ζούμε για την Εκκλησία και όχι από την Εκκλησία, όπως υπάρχει μία σύγχρονη έκφρασις. Σήμερα δυστυχώς πάσχομε. Πάσχομε, πάσχομε. Γιατί λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή καλύτερα …βλέπετε κάθε χρόνο ακούγεται η περικοπή αυτή. Ποιος την προσέχει; Ποιος την θεολογεί; Ποιος την βαθαίνει; Λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή, καλύτερα, τις επιταγές του Αγίου Πνεύματος. Και η εποχή μας έχει πολύ μεγάλη ευαισθησία. Εάν δει εσένα ή κληρικός ή λαϊκός που υπηρετεί στην Εκκλησία να αρπάζεις, το μυαλό σου, το μάτι σου να είναι στα υλικά αγαθά, πρόσεξε, γύρω σου θα σκανδαλισθούν. Γι’ αυτό σήμερα είναι πολλοί οι σκανδαλιζόμενοι.

Η θυσία των δικαιωμάτων, αγαπητοί μου, είναι το αντίθετο της φιλαυτίας. Είσαι φίλαυτος; Ουδέποτε θα θυσιάσεις τα δικαιώματά σου. Θυσιάζεις τα δικαιώματά σου; Δεν είσαι φίλαυτος. Δύο ποσά αντιστρόφως ανάλογα. Δεν ζητώ τα δικά μου, αλλά των άλλων. Όπως λέει ο Παύλος, πάλι στην Α΄προς Κορινθίους, στο επόμενο κεφάλαιο το λέει: «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω (: Κανείς να μη ζητά το δικό του), ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος (: αλλά το κέρδος του αλλουνού)». Μέχρι ενός βαθμού, βέβαια, θα κοιτάξω και το δικό μου. Αλλά όχι διαρκώς το δικό μου. Γιατί αλλιώτικα μεταβάλλομαι σε φίλαυτον, όπως σας είπα.

Συνεπώς, κίνητρον της παραιτήσεως δικαιωμάτων ποιο είναι; Η αγάπη. Η αγάπη στον Χριστό. Η αγάπη στην Εκκλησία Του. Η αγάπη στον κάθε άνθρωπο, κατά τον τύπο της παραβολής του Καλού Σαμαρείτου. Όποιος και να είναι αυτός ο άλλος άνθρωπος, δείξε του την αγάπη σου, δείξε του την εξυπηρέτηση. Έτσι, παραιτείται ο θυσιαζόμενος από χρήματα, από προνόμια, από προσωπική ανάπαυση, ακόμη και από την σωματική του υγεία. Παραιτείται. Για να προσφέρει. Να προσφέρει προσφερόμενος. Να δαπανά εαυτόν, δαπανώμενος.

Πολλάκις ακόμη, ο άνθρωπος της θυσίας, που το έχει μέσα του ή που το διδάχτηκε από το Ευαγγέλιον, πολλάκις διαλέγει επάγγελμα που να είναι προσφορά. Όπως είναι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού -Έπαψε να ΄ναι. Κάνουν απεργίες οι εκπαιδευτικοί. Ας είναι…-. Για να προσφερθεί. Το επάγγελμα του γιατρού. Για να προσφέρει -Έπαψε να είναι. Για να βγάζουν χρήματα σήμερα…-. Το επάγγελμα του νοσηλευτού, της νοσοκόμου, του νοσοκόμου. Ξέρετε τι προσφορά είναι αυτή; Ξέρετε ότι οι αδερφές νοσοκόμες είναι σαν άγγελοι μέσα εις το νοσοκομείο; Και με εκείνη την άσπρη στολή τους, νομίζεις ότι κατέβηκαν από τον ουρανό να υπηρετήσουν και πάλι να ξαναφύγουν.

Ακόμη, παραιτείται ο πιστός, αγαπητοί, και από κοινωνικά δικαιώματα, κοινωνικά δικαιώματα, προκειμένου να διατηρήσει την ειρήνη. Και από κοινωνικά δικαιώματα. Ο Ισαάκ, επί παραδείγματι, ο γιος του Αβραάμ, έκανε μια ανόρυξη φρέατος, έσκαβε, για να βρει νερό. Είχε ποίμνια κ.τ.λ. κάπου έκανε την εγκατάστασή του, έσκαβε για να βγάλει  νερό. Μόλις το έβλεπαν οι πλαϊνοί λαοί, πήγαιναν και του έπαιρναν το πηγάδι και λέγανε: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Πήγαινε πιο πέρα… ποτέ δεν μάλωσε, πήγαινε πιο πέρα, ξανάσκαβε, έβρισκε νερό, πήγαιναν άλλοι…: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Αγαπητοί μου ο Ισαάκ, τύπος του Ιησού Χριστού, πράος, ποτέ δεν στράφηκε εναντίον των ή να κάνει μία μάχη, αλλά παρητείτο από το κάθε πηγάδι που έσκαβε. Κι αυτό εγίνετο κατ’ επανάληψιν. Μόνο και μόνο για να μην έχει προστριβές με τους γειτονικούς εκεί – μικρές φυλές, μικρούς λαούς.

Ομοίως, αγαπητοί, είναι και τα λεγόμενα «κληρονομικά δικαιώματα»· που λίγο πολύ βρισκόμαστε κάτω απ’ αυτά.  Προκειμένου να διατηρήσει κανείς την ειρήνη του και την αγάπη με τα αδέλφια του και με τους στενούς συγγενείς του, δέχεται να του δώσουν ό,τι αυτοί κρίνουν. Ξέρω ΄γω, ένα οικόπεδο, το χωρίζομε στα τέσσερα, ποιος θα πάρει τη γωνία. «Να ρίξομε κλήρο». «Όχι αδερφοί, πάρτε εσείς και δώστε μου όποιο θέλετε». Ας πούμε, ένα τυφλό κομμάτι του οικοπέδου, που δεν είναι γωνιά, που δεν βλέπει σε δρόμο. Και ακόμη μπορεί να φθάσει να παραιτηθεί τελείως. Να πει: «Παραιτούμαι από την περιουσία και κάνετε ό,τι θέλετε». Ή δέχεται ό,τι του δώσουν ή παραιτείται ολότελα, όταν βλέπει ότι μαλώνουν τα αδέλφια και οι συγγενείς. Στα δικαστήρια αυτός ο άνθρωπος δεν τρέχει ποτέ. Γι’ αυτό και ο Θεός τον ευλογεί. Πόσες φορές έχω πει σε σας, στην Εξομολόγηση, που το’ χω χαρεί μέχρι τον ουρανό, να μου λέτε, άνδρες, γυναίκες: «Πάτερ μου, σκέφτηκα να παραιτηθώ». «Άγιος ο Θεός!», λέγω. «Και να δεις πόσο θα σε ευλογήσει ο Θεός. Δεν θα πεινάσεις ούτε συ, ούτε τα παιδιά σου».

Αλλά και μέσα στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, υπάρχουν θυσιαζόμενα δικαιώματα. Όπως μια προτεραιότητα κάπου, στο αυτοκίνητο, στην τράπεζα, σε ένα μαγαζί πάμε να ψωνίσομε, και προσφέρει κανείς την προτεραιότητά του, γιατί είναι κάποιος ηλικιωμένος άνθρωπος, είναι ένας ανήμπορος άνθρωπος. Θυσιάζει ακόμη την άνεσή του στο λεωφορείο, στο τρένο, δεν ξέρω πού. Αυτά είναι καθημερινά-καθημερινά. Θυσιαζόμενα δικαιώματα. Γι’ αυτό λέει ο αββάς Δωρόθεος, είναι στην πέμπτη του διδασκαλία: «Ὅταν γάρ κρατῶμεν τό ἴδιον θέλημα καί στοιχῶμεν –γιατί όταν ζητάω τα δικαιώματά μου, ζητάω το δικό μου το θέλημα- τοῖς δικαιώμασιν ἡμῶν, τότε λοιπόν ὡς καλόν πρᾶγμα ποιοῦντες ἑαυτοῖς ἐπιβουλεύομεν καί οὔτε οἴδαμεν πῶς ἀπολλύμεθα». Να σας το μεταφράσω: «Όταν μένομε δεμένοι με το θέλημά μας και ρυθμίζομε την ζωή μας με βάση τα δικαιώματά μας, υπάρχουν άνθρωποι – οι πιο πολλοί ίσως, που δεν θυσιάζουν τίποτε από τα δικαιώματά τους -‘’Τίποτε’’, σου λέει: ‘’Μου ανήκει’’, ‘’Έχω δικαίωμα’’-, τότε έχοντας την εντύπωση», συνεχίζει ο αββάς Δωρόθεος, «ότι κάνομε κάτι καλό, προετοιμάζομε άθελά μας το κακό μας και χανόμαστε χωρίς να το καταλαβαίνομε». Γιατί χωρίς να το καταλαβαίνομε; Γιατί μιλάμε για τα δικαιώματά μας εν ονόματι της δικαιοσύνης… Εκεί –επιτρέψατέ μου την λέξη- την πατάμε!

Η θυσία των δικαιωμάτων στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, εξορίζει, όπως σας είπα, την φιλαυτία. Και εγκαθιδρύει την αγάπη και την χριστιανική κοινωνικότητα.

Αγαπητοί, έφθασε ο Παύλος να πει κάποτε από αγάπη για τους συμπατριώτες του: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται». «Θα ευχόμουν – «ἀνάθεμα» θα πει χώρισμα- να χωριστώ από τον Χριστόν -Ποιος; Ο Παύλος· που αγαπούσε τόσο τον Χριστόν- για λογαριασμό των συμπατριωτών μου, προκειμένου να γνωρίσουν τον Χριστό οι Ισραηλίται». Είδατε κουβέντα; Όταν ο Χριστιανός θυσιάζει τα δικαιώματά του, τότε όλα αυτά, θα τα έχει εξασφαλίσει στη Βασιλεία του Θεού. Μην το πάρετε περίεργον. Στην Αποκάλυψη γράφει τα εξής: «Καὶ ἐδόθη αὐτῇ (: δόθηκε εις την Εκκλησία δηλαδή, εις την νύμφην) ἵνα περιβάληται βύσσινον λαμπρὸν καθαρόν· τὸ γὰρ βύσσινον -δηλαδή βυσσινί χρώμα χιτώνα- τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων ἐστί». Είναι «τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων». Παρότι, «δικαιώματα» εδώ σημαίνει η αγιότητα, οι αρετές των αγίων, όμως μπορούμε να πούμε ότι οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού διασώζουν, διασώζουν τα δικαιώματά τους. Ποια; Εκείνα που θυσίασαν εις τον παρόντα κόσμον. Εκεί ακριβώς τα απολαμβάνουν. Και μάλιστα όταν φθάνουν εις το ύψιστον δικαίωμα της ζωής και εκεί να παραιτούνται, γινόμενοι μάρτυρες για την αγάπη του Χριστού, τότε εκεί βρίσκουν και την αληθινή ζωή.

Αγαπητοί, ας συνηθίζομε, με κάποιαν ευκολία, από τα μικρά, να θυσιάζομε τα δικαιώματά μας, από τα μικρά… Πρότυπό μας αιώνιον ο Παύλος, ο αιώνιος Παύλος· που κι αυτός είχε πρότυπο τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν.  

ΠΗΓΕΣ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_615.mp3 

(Ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΜΑΤΘΑΙΟΥ- Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή Η’ Ματθαίου: Η Αποστολική παράδοσις

 [Ματθ. 14, 14-22]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 2-8-1998 

Σήμερα, αγαπητοί μου, μας διηγήθηκε ο ευαγγελιστής Ματθαίος το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων. Ένα θαύμα που μας το διηγούνται και οι τέσσερις Ευαγγελισταί.

Ας δούμε όμως πώς ο ιερός Ευαγγελιστής Ματθαίος μας το καταγράφει, σε μία απόδοση. «Εκείνον τον καιρό, ανεχώρησε ο Ιησούς από εκεί με πλοίο σε έναν έρημο τόπο, μόνος μαζί με τους δώδεκα μαθητάς Του. Όταν το πληροφορήθη το πλήθος του κόσμου, τον ηκολούθησαν πεζοπορώντες από διάφορες πόλεις. Τότε ο Ιησούς, εβγήκε από το έρημο καταφύγιό Του και είδε πολύ κόσμο. Τους λυπήθηκε και εθεράπευσε τους αρρώστους των. Όταν άρχισε να σουρουπώνει Τον πλησιάζουν οι μαθηταί και Του λέγουν: ’’Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα περασμένη. Απόλυσε τον κόσμο, για να πάνε στα γύρω χωριά και να αγοράσουν κάτι για να φάνε’’. Ο Ιησούς όμως τους είπε: ‘’Δεν έχουν ανάγκη να πάνε πουθενά. Δώσατέ τους εσείς να φάνε’’. Κι εκείνοι Του απαντούν: ‘’Δεν έχομε μαζί μας παρά μόνον πέντε ψωμιά και δύο ψάρια’’. Και ο Ιησούς τους λέγει: ‘’Φέρτε τα μου εδώ’’. Και αφού έδωσε εντολή στον κόσμο να καθίσουν για φαγητό πάνω στο χορτάρι, επήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε τα μάτια Του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητάς Του και εκείνοι στο πλήθος. Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και εσήκωσαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Και αυτοί που έφαγαν, ήσαν περίπου πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά».

Η όλη περικοπή, αγαπητοί, είναι σπουδαιοτάτη. Και είναι γεμάτη από θεολογικές θέσεις. Θα μείνομε, όμως, μόνο σε μία. Στο σημείο που λέγει: «Ἒδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις». Δηλαδή αφού ευλόγησε, έδωσε κομμένα ψωμιά, τους πέντε άρτους που είχαν, εις τους μαθητάς Του και οι μαθηταί με την σειρά τους εις τους όχλους. Σ’ αυτό το σημείο θα μείνομε.

Παρατηρούμε μία παράδοση της τροφής. Από τα χέρια του Χριστού στα χέρια των μαθητών. Και από τα χέρια των μαθητών στα χέρια του πλήθους. Δηλαδή μεσολαβούν μεταξύ του πλήθους και του Ιησού, μεσολαβούν οι μαθηταί. Εδώ βλέπει κανείς μίαν κατά κυριολεξίαν παράδοσιν. Παραδίδω, συ παραδίδεις παρακάτω. Μίαν παράδοσιν. Αυτό θα είναι το θέμα μας σήμερα και θα παρακαλέσω πολύ να το προσέξομε.

Αυτή η παράδοσις στο σκηνικό του χορτασμού των πεντακισχιλίων, ήταν μία μικρογραφία της όλης αποστολικής παραδόσεως, που θα εγίνετο και το θεμέλιον της Εκκλησίας. Λέμε στο Σύμβολον της Πίστεως: «… Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Δηλαδή μίαν Εκκλησίαν που ιδρύθηκε στους δώδεκα Αποστόλους ή που έχει θεμέλιό της η Εκκλησία τους δώδεκα Αποστόλους. Η αποστολικότητα της Εκκλησίας είναι ένα από τα βασικά θεμέλια της Εκκλησίας. Και σημαίνει ότι στηρίζεται στην διδασκαλία των Αποστόλων που παρέλαβαν ζωντανά από τον ίδιο τον Χριστό. Ο Κύριος δεν έγραψε, είναι γνωστό, τίποτα. Οι Απόστολοι έγραψαν. Εδίδαξε μόνον ο Κύριος και οι μαθηταί παρέλαβαν την διδασκαλία Του, την οποίαν και κατεχώρησαν, όπως είναι τα λεγόμενα τέσσερα υπομνήματα. Έτσι λέγονται. Δηλαδή τους τέσσερις Ευαγγελιστάς. Όπως είναι και οι επιστολές του Παύλου και των λοιπών επιστολών.

Οι μαθηταί κατοπινά διδάσκουν ό,τι εδιδάχθησαν. Με βάση αυτά που έγραψαν. Αυτή η παράδοση της Εκκλησίας, σας είπα, είναι θεμελιώδους σημασίας. Στην Παλαιά Διαθήκη διατυπούται ως εξής αυτή η παράδοσις. Και πολύ συχνά μάλιστα αναφέρεται αυτή η φράση που θα σας πω: «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι, τούς πρεσβυτέρους σου καί ἐροῦσι σοι». Δηλαδή να ρωτήσεις τον πατέρα σου και θα σου πει. Να ρωτήσεις τους ηλικιωμένους και θα σου απαντήσουν.

Μάλιστα, για την εορτή του Πάσχα, φυσικά εκείνοι που πέρασαν από την Ερυθρά Θάλασσα, ήσαν οι μάρτυρες. Λέει, λοιπόν, γράφει εκεί ο Μωυσής: «Όταν σε ρωτήσει το παιδί σου». Γιατί γιόρταζαν κάθε χρόνο την εορτή του Πάσχα, λέει, την διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης. Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια. Μάλιστα από την εποχή του Χριστού, από την εποχή του Μωυσέως ως την εποχή του Χριστού, πέρασαν 1500 χρόνια. Λοιπόν λέγει: «Εάν σε ρωτήσει το παιδί σου· πατέρα, γιατί τρώμε πικρά χόρτα; Πατέρα, γιατί τρώμε άζυμο ψωμί; Εσύ θα εξηγήσεις». Συνεπώς πώς διετηρήθη αυτή η παράδοσις του Πάσχα της Ερυθράς Θαλάσσης; Από γενεά σε γενεά. Από πατέρα σε παιδί. Γι΄αυτό λέγει: «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι, τούς πρεσβυτέρους σου καί ἐροῦσι σοι». «Και θα σου πουν οι πρεσβύτεροι».

Θα μπορούσε ο Θεός βέβαια να αποκαλύπτεται σε κάθε γενεά. Μια γενεά λογαριάζεται σε 30 χρόνια. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο Θεός να αποκαλύπτεται κάθε τριάντα χρόνια. Και να μην υπάρχει αυτή η παράδοσις. Όμως ο Θεός θέλει να υπάρχει αυτή η παράδοσις. Αν ερωτήσετε, γιατί; Διότι στην Παράδοσιν διατηρείται ένα θεμελιωδέστατον στοιχείον· που λέγεται πίστις. Δηλαδή διατηρείται η πίστις. Θα πιστέψεις. Εμείς δεν βλέπομε στην ζωή μας τίποτα θαύματα ή όλα αυτά που περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη κ.λπ. κ.λπ. Τίποτα. Αλλά τι κάνομε; Αφού μας παρεδόθησαν, τα πιστεύομε. Έτσι διατηρείται, επιπλέον, όπως σας είπα, αναδεικνύεται αυτό που λέγεται πίστις.

Εκείνο το «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου», να ρωτήσεις τον πατέρα σου, είναι το θεμέλιον –προσέξτε- της πατερικής παραδόσεως. Όχι της αποστολικής. Αλλά της πατερικής παραδόσεως. Γι΄αυτό και στην εορτή των οικουμενικών Συνόδων που έχομε κάποιες φορές μέσα στον χρόνο, χρησιμοποιείται ως ανάγνωσμα αποβραδίς στον Εσπερινό εκείνο που λέγει ό,τι αφορά σε αυτό: «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου».

Βέβαια η αποστολική παράδοσις διαφέρει από την πατερική παράδοση. Πρέπει αυτά να τα διακρίνομε. Η αποστολική παράδοσις είναι οι Απόστολοι σαν αυτόπται και σαν αυτήκοοι· είδαν με τα μάτια τους, άκουσαν με τ’ αυτιά τους και τώρα παραδίδουν ό,τι είδαν και ό,τι άκουσαν. Αυτό λέγεται αποστολική παράδοσις.

Ο Κύριος είπε στους μαθητάς Του: «Καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». «Να σταθείτε», λέει, «μάρτυρές μου, στην Ιουδαία, στην Σαμάρεια, σε όλη την Γη». Όπου βγείτε, θα πείτε: «Εμείς Τον είδαμε, εμείς Τον ακούσαμε τον Ιησούν». Θα γράψει δε ακόμη κάτι περισσότερο ο απόστολος Πέτρος: «Φάγαμε και ήπιαμε μαζί Του». Κι αν το θέλετε, η αιτία που εξελέγη ο δωδέκατος μαθητής, παρότι δεν κατέλαβε βέβαια ο Παύλος την θέση του δωδεκάτου μαθητού, απλώς είναι ο δέκατος τρίτος μαθητής, κι αυτός είναι αυτήκοος και αυτόπτης, θα σας το πω μετά, διότι έπρεπε… το λέει εκεί, εις το πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων: «για να γίνει ένας με μας τους ένδεκα μάρτυρας της Αναστάσεως του Χριστού». «Εγώ τον είδα τον Ιησούν, τον αναστημένον Ιησούν». Βλέπετε λοιπόν ότι έχομε εδώ την αυτοψία, έχομε την αυτηκοΐα. Ο απόστολος Παύλος λέει κάπου, παρότι είναι μεταγενέστερος, είναι όμως ίσος με τους Αποστόλους. Τελείως ίσος. Το λέει ο ίδιος. Και έτσι είναι. Αν δεν ήτανε, τότε τα συγγράμματά του, οι επιστολές του, δεν θα ήσαν μέσα στην Αγία Γραφή. Και θα ήταν συγγράμματα δευτέρας σειράς. Και θα ήταν ο ίδιος απόστολος δευτέρας σειράς. Όχι αυτήκοος και αυτόπτης. Αλλά τι λέει; «Οὐχὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν ἑώρακα;». «Εγώ δεν είδα», λέει, «τον Κύριον Ιησούν;» Πού τον είδε; Προς Δαμασκόν που πήγαινε. Μέσα σε εκείνη τη φοβερή λάμψη. Και Τον είδε και Τον άκουσε. Είναι λοιπόν ίσος, ισότιμος με τους άλλους μαθητάς.

Και είναι η τελευταία παραγγελία που έδωσε ο Χριστός: «Πηγαίνετε, πείτε ό,τι ακούσατε και είδατε από μένα». «Καὶ ταῦτα εἰπὼν» –λέγει- «ἐπήρθη». Και αφού είπε αυτά, μας γράφει το Βιβλίο των Πράξεων, «ἐπήρθη», ανελήφθη. Ήταν η τελευταία παραγγελία. Εκείνο το «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες» περικλείει όλο το πνεύμα της αποστολικής παραδόσεως. Για να λέμε «εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ο ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει: «Πορευθέντες– που τους είπε ο Κύριος- μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». Ώστε παράδοσις αποστολική σημαίνει η παράδοση- βλέπετε, επιμένω να το ξαναλέω, ε;- η παράδοση των Αποστόλων, ό,τι είδαν και άκουσαν από τον Κύριον.

Αντίθετα, η πατερική παράδοσις, η παράδοσις των Πατέρων, όχι των αποστόλων, όπως την σημειώνει η Παλαιά Διαθήκη, είναι η ερμηνεία σαν γράμμα και σαν ζωή του Ευαγγελίου από τους Πατέρες και τους αγίους. Ο Ιερός Χρυσόστομος είναι Πατήρ και συνεπώς μας διατηρεί την πατερικήν παράδοσιν. Είναι 3-4 αιώνες μετά Χριστόν. Κ.ο.κ. Και οι άγιοι. Οι πατέρες και οι άγιοι της Εκκλησίας μας διατηρούν την λεγομένην πατερικήν παράδοσιν. Πώς την διατηρούν; Τι ακριβώς διατηρούν; Προσέξτε, την ορθήν ερμηνείαν του κειμένου του Ευαγγελίου. Την ορθήν ερμηνείαν· την οποίαν ορθήν ερμηνείαν διατηρούν όχι με το στόμα, αλλά και με την ζωή τους· διότι η ζωή τους είναι έκφρασις αυτής της ορθής ερμηνείας του γράμματος του Ευαγγελίου.

Έχομε λοιπόν δύο παραδόσεις. Την αποστολικήν και την πατερικήν. Φυσικά η πατερική είναι απολύτως απολύτως σύμφωνη, ταυτίζεται, ούτως ειπείν, με την αποστολικήν παράδοσιν. Η πατερική παράδοσις είναι γνησία ερμηνεία του παραδοθέντος αποστολικού υλικού. Η πατερική παράδοσις είναι σημαντική όσο και η αποστολική παράδοσις, όπως σας είπα. Και τούτο φαίνεται από το φαινόμενο του Προτεσταντισμού. Οι Προτεστάνται πέταξαν την πατερικήν παράδοσιν, είπαν «δεν έχει αξία και σημασία» κι έγιναν κάπου 400-500 κομμάτια! Κάθε παραφυάδα διατηρεί μια δική της παράδοση. Επειδή πέταξαν την παράδοση των Πατέρων και των Αγίων. Να το αποτέλεσμα. Είναι πολύ μεγάλης σημασίας, τεραστίας σημασίας.

Όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης βλέπει την Άνω Ιερουσαλήμ στο όραμά του εκεί στην Αποκάλυψη, να κατέρχεται, λέγει, από τον ουρανό, ήτο, λέγει, τετράγωνο το τείχος αυτής και άλλα πολλά, μεταξύ των άλλων που περιγράφει από τα χαρακτηριστικά της, λέει και τούτο: «Καὶ τὸ τεῖχος τῆς πόλεως ἔχον θεμελίους δώδεκα», -είχε, λέει, δώδεκα θεμέλια το τείχος της– (σημειώσατε δε ότι η Άνω Ιερουσαλήμ είναι η Εκκλησία) καὶ ἐπ’ αὐτῶν δώδεκα -ποίων; Των δώδεκα θεμελίων- δώδεκα ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων τοῦ ἀρνίου». Σαφέστατα.

Αποστολική παράδοσις είναι ακόμη και κάτι άλλο, αγαπητοί μου. Είναι η παράδοσις –κι αυτό να το προσέξομε- αυτής καθ’ εαυτήν της Εκκλησίας. Δηλαδή; Δηλαδή όταν ο Κύριος ενεχειρίζετο τους άρτους στους μαθητάς Του, στο θαύμα των πεντακισχιλίων, που ακούσαμε σήμερα, ενεχείριζε το σώμα Του, που είναι η Εκκλησία. Διότι… προσέξτε, το όλο θαύμα του χορτασμού είναι μία σκιαγραφία, αλλά και μία πρώτη προσέγγισις και βίωσις του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Είναι φανερό, από την περιγραφή που μας κάνει ο Ιωάννης, ευθύς την επομένη, που αναζητούν τον Χριστόν οι Καπερναΐται, και τους λέει ο Χριστός: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με (: με ζητάτε), οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα (: όχι γιατί είδατε κάποιο θαύμα), ἀλλ’ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε (: φάγατε ψωμί και χορτάσατε)». «Καλός είναι Αυτός». Να το πούμε έτσι; «Να τον κάνουμε και βασιλιά». Εκεί στην έρημο μάλιστα ήθελαν να τον ανακηρύξουν βασιλιά, γι΄αυτό – ακούστε μία λεξούλα που μας την εξηγεί ο Ιωάννης σήμερα είπαμε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον- ο Χριστός, λέει, «ἠνάγκασε» τους μαθητάς να μπουν στο πλοίο. Το «αναγκάζω» θα πει με το ζόρι. Τους ζόρισε. «Μπείτε μες το καΐκι. Και πηγαίνετε απέναντι να με περιμένετε». Γιατί τους ηνάγκασε; Γιατί κυκλοφορούσε στην έρημο, που ‘φάγαν μόνον οι άνδρες 5000: «Να τον αρπάξομε και να τον κάνομε βασιλιά». Και συνεπώς και τους μαθητάς υπουργούς. Άρεσε στους μαθητάς. Άρεσε στους μαθητάς. Και τους έπιασε –ας μου επιτραπεί η έκφρασις- από το αυτί ο Χριστός, ηνάγκασε. «Μπείτε στο πλοίο, πηγαίνετε απέναντι». Κι ο Κύριος πέρασε πρωινή ώρα, περπατώντας πάνω στη θάλασσα. Εκείνο το γνωστό. Το γνωστό θαύμα.

Λοιπόν, είδατε; Είδατε; Όχι λοιπόν γιατί είδατε κάποιο σημείο αλλά γιατί φάγατε και χορτάσατε. Και λέει τώρα ο Χριστός: «Ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην (: μην εργάζεσθε το φαγητό εκείνο το οποίο… ξαναπεινάμε πάλι και ξανατρώμε), ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον (: αλλά το φαγητό εκείνο το οποίο θα σας κάνει αθανάτους)». Και συμπληρώνει: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς». Είδατε; «Εγώ», λέει, «είμαι ο άρτος της ζωής». Όχι μεταφορικά. «καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω (: και το ψωμί που εγώ θα δώσω), ἡ σάρξ μού ἐστιν». «Είναι η σάρκα μου». Το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας.

Μάλιστα οι Καπερναΐται που ήρθαν να του τα πουν αυτά όλα, αηδίασαν! Δοξάζομε τον Θεό, που το Πνεύμα το Άγιον επέτρεψε να καταχωρηθεί αυτή η αηδία τους, η αηδία τους. Ξέρετε γιατί; «Μπα», λέει, «θα μας δώσει να φάμε την σάρκα Του, το σώμα Του! Τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν; (: Ποιος αντέχει να ακούει τέτοια λόγια;)». Και τον άφησαν κι έφυγαν. Ο Χριστός επιμένει. «Εάν δεν φάτε την Σάρκα μου και δεν πιείτε το Αίμα μου, δεν έχετε ζωήν αιώνιον». Έφθασε να πει στους μαθητάς Του: «Αν σκανδαλιστήκατε, πηγαίνετε κι εσείς μαζί με τους Καπερναΐτες. Εγώ επιμένω σε εκείνο το οποίο σας λέγω». Δηλαδή ήτανε μία εικόνα, ένα σκιαγράφημα το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων, του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Και όταν έδωσε ο Χριστός τα κομμάτια τα ψωμιά, αργότερα θα τους δώσει την σάρκα Του. Δηλαδή, τι θα πει αυτό; Θα τους δώσει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Προσέξτε, ακόμη τις ευχαριστιακές λέξεις στο θαύμα του χορτασμού. Πού διατηρείται αυτό πώς; Ξέρετε; Με την ιερωσύνη. Ακούστε τι λένε οι ευχαριστιακές λέξεις: «Λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν καὶ κλάσας (: έκοψε κομμάτια) ἔδωκεν τοῖς μαθηταῖς Αὐτοῦ». Ακούστε τι μας λέει τώρα ο Ματθαίος· στην Θεία Ευχαριστία, στο μυστήριον: «Λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου». Αὐταῖς λέξεσι, με τις ίδιες λέξεις. Σας κάνει εντύπωση αυτό;

Ώστε παράδοσις αποστολική δεν είναι μόνον ό,τι είδαν και άκουσαν οι μαθηταί, αλλά και η παραλαβή του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Αν θέλετε, κι άλλοι μπορούσαν να διατηρήσουν ό,τι είδαν και άκουσαν από τον Ιησούν. Αλλά δεν παρέλαβον την Εκκλησίαν. Η παραλαβή του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας είναι ταυτόσημη με την παραλαβή της ιερωσύνης! Και συνεπώς ταυτόσημη με την Εκκλησία. Μέγα θέμα!

Εκκλησία υπάρχει όπου υπάρχει διαδοχή ιερωσύνης. Οι Προτεστάνται δεν έχουν Εκκλησία. Είναι απλώς –προσέξτε- θρησκευτικές κοινότητες. Η Εκκλησία είναι Μία. Γιατί δεν έχουν; Γιατί κατήργησαν, πέταξαν το μυστήριον της ιερωσύνης. Γι΄αυτό και όταν τελούν την Θεία Ευχαριστία, ξέρετε πώς την τελούν; Χμ, πώς την τελούν! Πιστεύουν πως είναι μία ανάμνησις και ότι είναι μία υπενθύμησις και ένα σύμβολον. Αφού θα κοινωνήσουν οι πιστοί, ό,τι περισσέψει, το χύνουν στον νεροχύτη! Και καλά κάνουν που το χύνουν στον νεροχύτη, γιατί δεν είναι ούτε σώμα, ούτε αίμα Χριστού. Το ακούτε παρακαλώ; Για να μην παρασυρθούμε καμιά φορά από κάτι Προτεστάντες, Ευαγγελικούς, Πεντηκοστιανούς κλπ. κλπ.  Συνεπώς Εκκλησία υπάρχει όπου υπάρχει διαδοχή ιερωσύνης. Ιερωσύνη, μυστήριον Θείας Ευχαριστίας και Εκκλησία είναι ταυτόσημα. Αυτά τα τρία. Γι΄αυτό και το μυστήριον της ιερωσύνης τελείται κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, κατά την διάρκεια του μυστήριου της Θείας Ευχαριστίας. Αυτά τα τρία διατηρούν την όντως παράδοση, που σώζει, αναγεννά, εισάγει εις την Βασιλείαν του Θεού.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους· προσέξτε: «Ἐγὼ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου». «Διότι εγώ παρέλαβα από τον Κύριον», δηλαδή απευθείας. Είναι εκείνο που είπε ο Χριστός εις τον μαθητήν Ανανία. «Εσύ», λέει, «μόνον θα βαφτίσεις τον Παύλον· δεν θα του κάνεις κήρυγμα. Δεν θα του κάνεις κατήχηση. Αυτό είναι δικό μου έργον», λέει ο Χριστός. Βλέπετε; Να κι ένα άλλο σημείο που ο Χριστός διδάσκει απευθείας τον Παύλον. Πώς; Μην ξεχνάτε ότι ο Παύλος απεσύρθη τρία χρόνια εις την έρημον της Αραβίας. Κι εκεί είχε αποκαλύψεις. Και μετά ήλθε έξω εις τον κόσμον. Λοιπόν γράφει: «Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου -απευθείας εννοείται-, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν (: Eκείνο που και σας παρέδωσα) –να η παράδοσις- ὅτι ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο, ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον». Το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Δηλαδή, «μου παρέδωσε την Εκκλησίαν. Κι εγώ σας την παραδίδω». Δηλαδή παράδοσις είναι εδώ επιπλέον και το σημαντικότατον, το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας.

Αγαπητοί, γιατί τα είπαμε αυτά όλα; Όχι βέβαια για να σας κουράσομε. Γιατί αποτελούν το θεμέλιον της σωτηρίας μας. Γράφει πάλι ο Απόστολος Παύλος στους Κορινθίους: Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον (: Σας κάνω γνωστό το ευαγγέλιον – δηλαδή ό,τι είπε ο Χριστός και έπραξε. Αυτό είναι το Ευαγγέλιον) ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν (: που εγώ σας το μετέδωσα), ὃ καὶ παρελάβετε (: το οποίον και παραλάβατε), ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε (: επί του οποίου και στηρίζεστε), δι᾿ οὗ καὶ σῴζεσθε (:κ αι με το οποίο σώζεστε)».  Είδατε; «Σας παρέδωσα, σεις παραλάβατε, δεχθήκατε δια της πίστεως το περιεχόμενον του Ευαγγελίου, το εφαρμόσατε και τώρα σωθήκατε».

Ώστε πράγματι η παράδοσις είναι το θεμέλιον της σωτηρίας μας. Είναι μία παράδοσις ζώσα. Αν θέλετε, Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός είναι η Παράδοσις. Γιατί παραδίδεται από γενεά σε γενεά. Με το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Όταν ο Κύριος παρέδιδε τον άρτον και τα ψάρια, εκεί, στο θαύμα των πεντακισχιλίων, στα χέρια των μαθητών Του παρέδιδε, τον Εαυτόν Του παρέδιδε, γιατί Αυτός είναι ο Αληθινός Άρτος, που θα το έλεγε την επομένη, που ήταν οι Καπερναΐται μαζί Του, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, και ήταν ακόμη και ο μυστικός Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. Διότι η ακροστιχίδα της ελληνικής λέξεως -κι αυτό προς τιμήν της ελληνικής γλώσσης- Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. Θα πει: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ (Ι.Χ.Θ.Υ.Σ).

Το Πνεύμα το Άγιον δια γραφίδος Αποστόλου Παύλου μας παραγγέλλει: «Ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν». Είτε με την επιστολή μας. «Στήκετε καὶ κρατεῖτε». Σημαίνει να ζείτε και να βιώνετε. Τι; «Τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε». Όποιος δέχεται την αποστολική και πατερική παράδοση, παίρνει στα χέρια του τον Αληθινόν Άρτον και τον Μυστικόν Ι.Χ.Θ.Υ.Ν. Αμήν.  

ΠΗΓΕΣ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_768.mp3  

(Ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος) 

alopsis.gr