ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Α' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)

 
Κυριακή Α΄ Νηστειών (της Ορθοδοξίας):
Η Εικόνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Δημήτριος Παναγόπουλος 

Η Εικόνα είναι μία έκφραση της θείας οικονομίας, η οποία συνοψίζεται στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας που λέει: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός».

Η Εκκλησία έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στην Εικόνα, ώστε κήρυξε και κηρύττει ότι η νίκη κατά των Εικονομάχων υπήρξε θρίαμβος της Ορθοδοξίας, τον οποίο εορτάζουμε κατά την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Ακόμη, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εικόνα είναι μία γλώσσα που μέσω αυτής εκφράζει τα δόγματά της και τις εντολές της τόσο καλά, όσο και με τον λόγο. Είναι θεολογία που εκφράζεται με σχήματα και χρώματα που τα βλέπει το μάτι. Είναι δηλαδή σαν ένας καθρέφτης που αντανακλά την πνευματική ζωή της Εκκλησίας, και που μέσα σ’ αυτόν μπορεί να κρίνει κανείς για τους δογματικούς αγώνες κάθε εποχής.

Εικόνες δογματικές υπάρχουν σε πολλές Εκκλησίες μας και προπάντων στα χωριά και τα Μοναστήρια μας. Μόνο κατά το τέλος του ΙΘ’ αιώνα οι ειδικοί ανακάλυψαν ότι υπάρχει η Εικόνα, η Βυζαντινή δηλαδή, διότι μόνο αυτή είναι εικόνα, “εικόνισμα”. Οι άλλες είναι ζωγραφιές. Οι παλαιοί αγιογράφοι δεν ήταν μονάχα σπουδαίοι ζωγράφοι, αλλά και διδάσκαλοι της πνευματικής ζωής, που γνώριζαν να δώσουν μορφή στους λόγους του Κυρίου μας που λένε: «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».

Το να μην εννοούμε πια την ουσία αυτής της τέχνης δεν προέρχεται από τη δήθεν πρόοδό μας, ούτε από το ότι έχασε η Εικόνα τη δύναμή της ή τη σημασία της, αλλά από τη βαθιά πνευματική παρακμή μας που το πνεύμα μας είναι εγκόσμιο και υλιστικό, και γι’ αυτό μέσα μας παραμορφώθηκε η ιδέα της Εκκλησίας και της Λειτουργίας.

Το δογματικό βάθος της Εικόνας, της Εκκλησίας και της Λειτουργίας κατάντησε απασχόληση αποκλειστική μερικών και θεωρείται σήμερα ως αφηρημένη Επιστήμη που δεν έχει καμία σχέση με την καθημερινή ζωή μας.

Όσο δε για τη Λειτουργία, που θα πρέπει να είναι ο αλάνθαστος οδηγός μας στον πνευματικό μας δρόμο και η ομολογία της πίστεώς μας, δεν είναι πια, τις περισσότερες φορές, παρά μονάχα μία τυπική τελετή, ένα έθιμο, μία συνήθεια ευλαβική και συγκινητική ίσως.

Η οργανική ενότητα του δόγματος και του ηθικού νόμου μέσα στη Λειτουργία κόπηκε, απογυμνώθηκε. Αυτή η απουσία της εσωτερικής ενότητας καταστρέφει τη λειτουργική πληρότητα της θείας λατρείας μας. Τα στοιχεία που τη συγκροτούν και που δεν μπορούμε πια να νιώσουμε πως όλα συντελούν σε ένα πράγμα, ο λόγος ο ορθόδοξος, η Βυζαντινή υμνωδία, η Βυζαντινή εικόνα, η Βυζαντινή αρχιτεκτονική, ο φωτισμός κλπ., τραβούν τον καθένα δυστυχώς σε δικό του τρόπο του θρησκεύειν, γι’ αυτό χρειάζεται επιστροφή στην αγία Παράδοση. 

*** 

Σήμερα, την πρώτη Κυριακή των Νηστειών που εορτάζεται ο θρίαμβος των εικόνων μας, πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξουμε τους ομολογητές της πίστεως, διότι αυτοί μας οδηγούν στην αναζωπύρωση και ανάπτυξη του αισθήματος της Ορθής Πίστεως, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και να μην ακούμε τους Προτεστάντες (σε εμάς λεγομένους Ευαγγελικούς) ή τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, που μας λένε ειδωλολάτρες, επειδή προσέχουμε και σεβόμαστε και προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες του Κυρίου μας, των Αγίων Του ή της Παναγίας Μητέρας Του.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει: «Ζωγραφίζουμε λοιπόν τον Χριστό, τον βασιλέα και Κύριο, χωρίς να τον απογυμνώνουμε από το στράτευμά του. Διότι στρατός του Κυρίου είναι οι άγιοι… Αν δηλαδή θα είναι κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού και κοινωνοί της θείας δόξας και βασιλείας, καθώς έγιναν κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού, πώς δεν θα γίνουν και της επί γης δόξας συμμέτοχοι οι φίλοι του Χριστού;… Αυτών τα κατορθώματα και τα πάθη ζωγραφίζω, επειδή με αυτά αγιάζομαι και καλλιεργείται ο ζήλος μου να τα μιμηθώ» (Πατρολογία 94, 1252).

Και προσθέτει: «Έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε και για τις εικόνες των αγίων, ότι ζωγραφίστηκαν και στις Εκκλησίες και στα βιβλία για να τους θυμόμαστε και να τους αγαπούμε και να διορθώνουμε τη ζωή μας, και συγχρόνως για να δείχνουμε την καλή τους μαρτυρία στους ειδωλολάτρες που έρχονται και πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Διότι έτσι παραλάβαμε αυτήν (την Εκκλησία) από τους αγίους Πατέρες όπως μας διδάσκουν και οι άγιες Γραφές» (Πατρολογία 95, 313).

Θέλοντας δε να καταδείξει τη ζωηρή εντύπωση και διδασκαλία που προξενείται από τις ιερές εικόνες, λέει: «Αν κάποιος από τους ειδωλολάτρες έρθει και σου πει· “Δείξε μου την πίστη σου για να πιστέψω”, τον φέρνεις στην Εκκλησία και του δείχνεις τον στολισμό που την περιβάλλει. Του παρουσιάζεις τις μορφές των αγίων εικόνων, βλέπει ο άπιστος και λέει· “Ποιος είναι αυτός που σταυρώνεται; Ποιος είναι αυτός που ανασταίνεται και καταπατά την κεφαλή αυτού του γέρου (του Άδη);”. Δεν τον διδάσκεις από την εικόνα λέγοντας· “Αυτός ο εσταυρωμένος είναι ο Υιός του Θεού…”;» (Ιωάννης Δαμασκηνός, Πατρολογία 95, 325).

Τέλος ο ιερός αυτός Πατέρας τους αγιογράφους της Εκκλησίας τους θεωρεί ίσους στην αξία προς τους Ευαγγελιστές που συνέγραψαν τα Ευαγγέλια. Λέει: «Αυτά που το Ευαγγέλιο περιγράφει με τον λόγο, αυτός (ο αγιογράφος) τα δείχνει με το έργο» (Πατρολογία 95, 316).

Συμπέρασμα λοιπόν: Ο λογογράφος έγραψε το Ευαγγέλιο, το οποίο δέχονται οι αιρετικοί και κόπτονται δήθεν γι’ αυτό. Τι έγραψε στο Ευαγγέλιο; Ολόκληρη την ένσαρκη οικονομία του Χριστού και το παρέδωσε στην Εκκλησία.

Τι έκανε ο ζωγράφος; Το ίδιο. Ζωγράφισε στον πίνακα την ευπρέπεια της Εκκλησίας, από τον πρώτο Αδάμ έως τη γέννηση του Χριστού και ολόκληρη την ένσαρκη οικονομία του Χριστού και τα μαρτύρια των Αγίων, και τα παρέδωσε και αυτός στην Εκκλησία. Δηλαδή και οι δύο μία εξήγηση έγραψαν, ο ένας στο χαρτί, ο άλλος στο σανίδι, και διδάσκουν εμάς.

Και ερωτάται τώρα ο αιρετικός, ο Ευαγγελικός ή ο Ιεχωβίτης: Γιατί την Βίβλο την προσκυνάτε και τη δέχεστε, ενώ την Εικόνα τη φτύνετε και τη βδελύσσεσθε;

Πες μου, αιρετικέ, ποια η διαφορά των δύο, αφού και τα δύο τα ίδια διδάσκουν; Πώς το ένα προσκυνείται και το άλλο φτύνεται; Γιατί τον ευαγγελιστή που με τον λόγο εξηγεί τον δέχεσαι και τον ζωγράφο που με το έργο δείχνει τον απορρίπτεις;

Πες μου, αιρετικέ· τι προσκυνάς στο Ευαγγέλιο, την ύλη ή την εξήγηση;

Θα μου απαντήσεις, την εξήγηση της οικονομίας του Χριστού, όχι την ύλη. Και εγώ θα σου απαντήσω το ίδιο, ότι δεν τιμώ την σανίδα, ούτε τον τοίχο, ούτε τα χρώματα, αλλά τον χαρακτήρα του σώματος και την οικονομία του Κυρίου, κατά το λόγιο του Μ. Βασιλείου: «Η γαρ της εικόνος τιμή προς το πρωτότυπον διαβαίνει».

Τιμή λοιπόν και προσκύνηση στις άγιες Εικόνες μας και προσοχή στην απόκτησή τους· βυζαντινές εικόνες, όχι “ζωγραφιές θρησκευτικές”. Εικόνες άγιες, σοβαρές από χέρια άγια, προσευχόμενα μπροστά από την Θεοτόκο την Οδηγήτρια, με τα οποία πραγματώνουν το «θείον έργον» με φόβο Θεού και ευλάβεια.

 (Μάρτιος 1969) 

(Από το περιοδικό “Όσιος Φιλόθεος της Πάρου” τ. 16, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 29)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (Α' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)


 Κυριακή της Ορθοδοξίας (Α’ Κυριακή των Νηστειών) 

Συναξάρι Τριωδίου

Την πρώτη Κυριακή των Νηστειών τελούμε την ανάμνηση της αναστήλωσης των αγίων και σεπτών εικόνων, η οποία έγινε από τους αείμνηστους αυτοκράτορες Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ και Θεοδώρα, τη μητέρα του, επί πατριαρχίας του αγίου Μεθοδίου του ομολογητή. 

Ο Λέων ο Ίσαυρος, από εκεί που ήταν ονηλάτης και χωρικός, με παραχώρηση Θεού έγινε βασιλιάς. Αμέσως κάλεσε τον άγιο Γερμανό, που μόλις είχε γίνει πατριάρχης και του είπε: «Όπως εγώ νομίζω, δέσποτα, οι άγιες Εικόνες δεν διαφέρουν καθόλου από τα είδωλα. Πρόσταξε, λοιπόν, να τις απομακρύνουν το γρηγορότερο. Αν πάλι είναι αληθινές οι μορφές των Αγίων, ας κρεμαστούν ψηλά, για να μη τις μολύνουμε προσκυνώντας τες, καθώς είμαστε πάντοτε μέσα στις αμαρτίες».

Ο πατριάρχης προσπάθησε να τον αποτρέψει από τέτοιο ανόσιο έργο λέγοντάς του: «Μη το κάνεις αυτό, βασιλιά μου. Γιατί έχουμε ακούσει πως κάποιος πρόκειται κάποτε να λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων, και θα τον λένε Κόνωνα». Και εκείνος αποκρίθηκε: «Μα εγώ μικρός έτσι λεγόμουν».

Επειδή λοιπόν ο πατριάρχης δεν πειθόταν να συμφωνήσει, ο βασιλιάς τον εξόρισε και τον αντικατέστησε με τον ομόφρονά του Αναστάσιο. Και έτσι ξεκίνησε φανερά τον πόλεμο εναντίον των αγίων Εικόνων. Λένε μάλιστα ότι πρώτα κάποιοι Εβραίοι του υπέδειξαν αυτό το ανόσιο έργο, καθώς με κάποια μαγική τέχνη τού προείπαν ότι θα γίνει βασιλιάς, όταν αυτός ήταν φτωχός και για να ζει εργαζόταν μαζί τους ως ονηλάτης.

Όταν ο Λέων πέθανε με κακό τρόπο, ο γιός του Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, που ήταν πιο ωμός από τον πατέρα του, τον διαδέχτηκε όχι μόνο στη βασιλεία αλλά πολύ περισσότερο στη λύσσα εναντίον των αγίων Εικόνων. Αλλά και εκείνος είχε χειρότερο τέλος, και έγινε βασιλιάς ο γιός του από τη Χαζάρα σύζυγο (ο Λέων ο Δ’ ). Όταν και αυτός πέθανε με άθλιο τρόπο, κληρονόμησαν τη βασιλεία η σύζυγός του Ειρήνη και ο γιός του Κωνσταντίνος. Αυτοί, καθοδηγούμενοι από τον αγιότατο πατριάρχη Ταράσιο, συνεκάλεσαν την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και η Εκκλησία του Χριστού έλαβε πάλι τις άγιες Εικόνες.

Ύστερα απ’ αυτούς ανέβηκε στον θρόνο ο Νικηφόρος, που προηγουμένως είχε το αξίωμα του Γενικού, έπειτα ο γιός του Σταυράκιος, και μετά απ’ αυτόν ο Μιχαήλ ο Ραγκαβές, που όλοι τους σέβονταν τις άγιες Εικόνες.

Τον Μιχαήλ τον διαδέχτηκε ο θηριώδης Λέων ο Αρμένιος, ο οποίος, αφού απατήθηκε δολερά από κάποιον αιρετικό έγκλειστο μοναχό, ξεκίνησε τη δεύτερη Εικονομαχία, και η Εκκλησία του Θεού πάλι απογυμνώθηκε από τον στολισμό της.

Αυτόν τον διαδέχτηκε ο Αμοραίος Μιχαήλ (Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός), και αυτόν ο γιός του Θεόφιλος, ο οποίος τους ξεπέρασε όλους στη μανία κατά των Εικόνων.

Αυτός λοιπόν ο Θεόφιλος βασάνισε πολλούς από τους αγίους πατέρες με ποινές και τιμωρίες ποικίλες για χάρη των σεπτών Εικόνων, όμως ιστορείται ότι και τη δικαιοσύνη αγαπούσε πολύ, ώστε κάποια μέρα θέλησε να μάθει αν υπάρχει κανείς μέσα στην πόλη που να ενοχλεί τον πλησίον του, και αφού αυτή η αναζήτηση κράτησε για πολλές μέρες, δεν βρέθηκε κανείς.

Όταν, μετά από δώδεκα χρόνια βασιλείας, αρρώστησε από δυσεντερία και έμελλε να πεθάνει, το στόμα του άνοιξε τόσο πολύ, ώστε φαινόταν και αυτά τα εντόσθια του. Από το γεγονός αυτό πόνεσε πολύ η βασίλισσα Θεοδώρα. Και μόλις την πήρε λίγο ο ύπνος, είδε σε όνειρο την άχραντη Θεοτόκο με το προαιώνιο βρέφος στην αγκαλιά της, περικυκλωμένη από λαμπρούς αγγέλους, οι οποίοι έδερναν και μάλωναν τον Θεόφιλο, τον σύζυγό της.

Όταν αυτή ξύπνησε, συνήλθε λίγο και ο Θεόφιλος και φώναξε: «Αλίμονό μου τον άθλιο, για τις άγιες Εικόνες με δέρνουν». Αμέσως η βασίλισσα έβαλε πάνω του την εικόνα της Θεοτόκου και την παρακαλούσε με δάκρυα. Ο Θεόφιλος, αν και ήταν σε τέτοια κατάσταση, βλέποντας έναν από τους παρευρισκόμενους να έχει στον λαιμό του ένα εγκόλπιο, άπλωσε το χέρι του, το άρπαξε και το καταφιλούσε. Αμέσως το στόμα του που είχε λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων και ο ορθάνοιχτος λάρυγγας γύρισαν στη φυσική τους κατάσταση, και αυτός, απαλλαγμένος από το φοβερό βάσανό του, αποκοιμήθηκε ομολογώντας πως πρέπει να τιμούμε και να σεβόμαστε τις άγιες Εικόνες. Η βασίλισσα λοιπόν έβγαλε τις σεπτές και άγιες Εικόνες από εκεί που τις έκρυβε και έκανε τον Θεόφιλο να τις τιμά και να τις ασπάζεται με όλη του την ψυχή.

Μετά από λίγο πέθανε ο Θεόφιλος, και η Θεοδώρα ανακάλεσε όλους, όσοι ήταν σε εξορία ή στις φυλακές, και διέταξε να ζουν ανενόχλητοι. Ταυτόχρονα γκρεμίστηκε από τον πατριαρχικό θρόνο ο Ιωάννης, ο λεγόμενος και Ιαννής (όνομα ενός από τους μάγους του Φαραώ), και ήταν μάλλον μαντιάρχης και δαιμονιάρχης παρά πατριάρχης. Και στον θρόνο ανέβηκε ο ομολογητής του Χριστού Μεθόδιος, ο οποίος προηγουμένως έπαθε πολλά και φυλακίστηκε ζωντανός σε τάφο.

Ενώ τα πράγματα στην βασιλεύουσα ήταν έτσι, έγινε θεία επίσκεψη στον μέγα Ιωαννίκιο, που ασκήτευε στον Όλυμπο (της Βιθυνίας). Ήλθε δηλαδή σ’ αυτόν ο μέγας ασκητής Αρσαάκιος και του είπε: «Ο Θεός μ’ έστειλε σε σένα, για να πάμε μαζί στον οσιότατο Ησαΐα που ζει έγκλειστος στη Νικομήδεια, και να μάθουμε απ’ αυτόν το θέλημα του Θεού και το συμφέρον της Εκκλησίας».

Όταν πήγαν στον οσιότατο Ησαΐα, αυτός τους είπε: «Αυτά λέει ο Κύριος: Ιδού, έφτασε το τέλος των εχθρών της εικόνας μου. Εσείς λοιπόν να πάτε στη βασίλισσα Θεοδώρα, αλλά και στον πατριάρχη Μεθόδιο, και να του πείτε: «Να παύσεις όλους τους ανίερους (τους εικονομάχους κληρικούς) και έτσι μαζί με τους αγγέλους να μου προσφέρεις θυσία, σεβόμενος την εικόνα της μορφής μου και του Σταυρού»».

Αφού άκουσαν αυτά τα λόγια, αμέσως πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και τα φανέρωσαν στον πατριάρχη Μεθόδιο και σε όλους τους εκλεκτούς. Και αυτοί πήγαν όλοι μαζί στη βασίλισσα και την βρήκαν πρόθυμη σε όλα, γιατί από μικρή ήταν ευσεβής και φιλόθεη. Αμέσως η βασίλισσα έβγαλε την εικόνα της Θεοτόκου που είχε κρεμασμένη στον λαιμό της και ενώπιον όλων άρχισε να την ασπάζεται λέγοντας: «Όποιος δεν προσκυνεί τις Εικόνες και δεν τις ασπάζεται με πόθο, τιμητικά και όχι λατρευτικά, όχι ως θεούς αλλά ως απεικονίσεις των αρχετύπων, αυτός ας έχει το ανάθεμα». Και όλοι χάρηκαν πάρα πολύ.

Τους ζήτησε τότε και αυτή να κάνουν δέηση για τον Θεόφιλο τον άνδρα της. Εκείνοι, αν και δεν ήθελαν, όμως βλέποντας την πίστη της πείσθηκαν. Και ο άγιος Μεθόδιος συγκέντρωσε στην Μεγάλη Εκκλησία όλο τον λαό, όλο τον κλήρο και τους αρχιερείς, και πήγε εκεί και ο ίδιος. Μεταξύ των άλλων ήταν και οι διακεκριμένοι αυτοί γέροντες από τον Όλυμπο, δηλαδή ο μέγας Ιωαννίκιος και ο Αρσάακιος, όπως επίσης και ο Ναυκράτιος, οι μαθητές του Θεοδώρου του Στουδίτου, οι ομολογητές Θεοφάνης του Μεγάλου Αγρού και Θεόδωρος οι λεγόμενοι Γραπτοί, ο σύγκελλος Μιχαήλ ο Αγιοπολίτης και πολλοί άλλοι.

Όλοι αυτοί έκαναν ολονύχτια δέηση προς τον Θεό για την ψυχή τού Θεοφίλου και όλοι προσεύχονταν με δάκρυα και θέρμη. Και αυτό το έκαναν όλη την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, ενώ και η ίδια η βασίλισσα Θεοδώρα έκανε το ίδιο με τις γυναίκες της αυλής και τον υπόλοιπο λαό.

Ενώ γίνονταν αυτά, η βασίλισσα Θεοδώρα κατά το χάραμα της Παρασκευής αποκοιμήθηκε για λίγο, και της φάνηκε πως βρέθηκε κοντά στην κολόνα του Σταυρού και ότι από εκεί περνούσαν με θόρυβο κάποιοι που είχαν διάφορα όργανα βασανισμού, και ανάμεσά τους είδε τον βασιλιά Θεόφιλο να τον σέρνουν με τα χέρια δεμένα πίσω. Τους ακολούθησε και αυτή, και όταν έφτασαν στην Χαλκή Πύλη είδε κάποιον με υπερφυσική όψη που καθόταν μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και μπροστά του έστησαν τον Θεόφιλο.

Η βασίλισσα έπεσε τότε στα πόδια του και παρακαλούσε για τον βασιλιά. Αυτός κάποια στιγμή της είπε: «Γυναίκα, μεγάλη η πίστη σου! Να ξέρεις ότι για τα δάκρυά σου και την πίστη σου, αλλά και για τις δεήσεις και ικεσίες των δούλων μου και των ιερέων μου, συγχωρώ τον Θεόφιλο τον άνδρα σου». Έπειτα είπε στους φρουρούς: «Λύστε τον και δώστε τον στη γυναίκα του». Εκείνη τον πήρε και έφυγε χαρούμενη, και αμέσως ξύπνησε.

Αυτά είδε η βασίλισσα Θεοδώρα. Ο δε πατριάρχης Μεθόδιος, τον καιρό που γίνονταν οι δεήσεις και οι προσευχές για τον Θεόφιλο, πήρε ένα λευκό χαρτί και έγραψε τα ονόματα όλων των αιρετικών βασιλέων, όπως και του Θεοφίλου, και έβαλε το χαρτί κάτω από την αγία Τράπεζα. Κατά την Παρασκευή βλέπει και αυτός έναν φοβερό άγγελο να μπαίνει μέσα στη Μεγάλη Εκκλησία, να τον πλησιάζει και να του λέει: «Η δέησή του εισακούστηκε, επίσκοπε, και ο βασιλιάς Θεόφιλος συγχωρήθηκε. Πάψε πλέον να ενοχλείς τον Θεό γι’ αυτόν».

Ο πατριάρχης, θέλοντας να δει αν το όραμα ήταν αληθινό, κατέβηκε από το θρόνο και πήρε το χαρτί, το ξεδίπλωσε και –ω τα ακατάληπτα κρίματα του Θεού!– βρήκε σβησμένο εντελώς το όνομα του Θεοφίλου με θεϊκό τρόπο. Όταν το έμαθε αυτό η βασίλισσα χάρηκε πάρα πολύ και μήνυσε στον πατριάρχη να συγκεντρώσει όλο τον λαό με τους τιμίους Σταυρούς και τις άγιες Εικόνες στη Μεγάλη Εκκλησία, ώστε να αποδοθεί σε αυτή ο στολισμός των αγίων Εικόνων και να γίνει γνωστό σε όλους το μεγάλο και παράδοξο θαύμα.

Και αφού όλοι σχεδόν συγκεντρώθηκαν στην Εκκλησία με κεριά, ήλθε και η βασίλισσα με τον γιό της. Έκαναν τότε λιτανεία με τις άγιες Εικόνες και με τα θεία και σεβάσμια ξύλα του Σταυρού και με το ιερό και θείο Ευαγγέλιο και έφθασαν μέχρι το λεγόμενο Μίλιο, κράζοντας το Κύριε ελέησον.

Στη συνέχεια επέστρεψαν στην Εκκλησία και τέλεσαν τη θεία Λειτουργία, αφού πρώτα οι άγιοι άνδρες αναστήλωσαν τις άγιες και σεβάσμιες Εικόνες, και έγινε τιμητική ανακήρυξη των ευσεβών και ορθόδοξων, ενώ οι αντίθετοι ασεβείς που απέρριπταν την τιμή των αγίων Εικόνων αποκηρύχθηκαν και παραδόθηκαν στο ανάθεμα.

Και από τότε οι άγιοι εκείνοι ομολογητές όρισαν να γίνεται κάθε χρόνο αυτή η ιερή πανήγυρη, για να μην τύχει να πέσουμε πάλι σε μια τέτοια ασέβεια.

Κύριε, απαράλλακτη εικόνα του Πατέρα, ελέησέ μας με τις πρεσβείες των αγίων σου ομολογητών. Αμήν. 

(Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 281)

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΚΟΣ: ΑΡΧΗ ΝΗΣΤΕΙΑΣ!

 
Αρχή νηστείας
π. Δημήτριος Μπόκος 

Ο Χριστός τονίζει την τεράστια σημασία της συγχώρησης προς τους ανθρώπους που μας έφταιξαν και τη θεωρεί απόλυτη και αναντικατάστατη προϋπόθεση για τη δική μας συγχώρηση από τον Θεό. Δεν υποτιμά όμως και τα άλλα πνευματικά αγωνίσματα που πρέπει να κάνουμε, ξεκινώντας από τη νηστεία, για την αποδέσμευσή μας όχι μόνο από την ευχαρίστηση του φαγητού, αλλά και από κάθε άλλη σωματική φιληδονία, και επιπλέον από τις ζημιογόνες εγωκεντρικές προσκολλήσεις της ψυχής, με κυρίαρχη την επιθυμία για πλούτο και θησαυρισμό, δηλαδή τη φιλαργυρία, που είναι κατ’ ουσίαν ειδωλολατρία. Εν όψει λοιπόν της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τα ανωτέρω ζωτικά αθλήματα πρόκεινται αμέσως ενώπιόν μας (Κυριακή της Τυρινής). 

Είθισται βέβαια να τονίζεται ότι η νηστεία μόνο από τροφές δεν έχει αξία, αν δεν συνοδεύεται από την παράλληλη άσκηση αποχής από κάθε κακία. Προσοχή όμως εδώ! Ας μη φτάνουμε κατ’ ευθείαν στο άλλο άκρο, στην πλήρη απαξίωση της νηστείας. «Καλή καρδιά να έχεις, λένε μερικοί. Τί να την κάνεις τη νηστεία;» Έχει μεγάλη όμως αξία η νηστεία και καθ’ εαυτήν. Ουσιαστικά είναι η αρχή κάθε πνευματικού αγώνα. Το πρώτο βήμα στη σύνολη πνευματική άσκηση. Με την αποχή από τα ευχάριστα φαγητά, μας εκπαιδεύει. Μας μαθαίνει πώς να απέχουμε και από άλλες ευχαριστήσεις. Πώς να έχουμε υπό έλεγχο τις επιθυμίες που μας ωθούν στην εκτροπή από το θέλημα του Θεού. Το πρώτο μάθημα του Θεού προς τον άνθρωπο ήταν η άσκηση της νηστείας. Όρισε ένα δέντρο στον Παράδεισο και είπε «ου φάγεσθε απ’ αυτού» (Γεν. 2:17). Ακόμα και ο πιο αδύναμος πνευματικά άνθρωπος μπορεί να καταφέρει σχετικά εύκολα να νηστέψει.

Γι’ αυτό και ο Κύριος δεν παρέλειψε να νομοθετήσει στο Ευαγγέλιό του τα της νηστείας. Και η Εκκλησία την παρέλαβε και την έκαμε αρχή και βάση του πνευματικού αγώνα, καθορίζοντας πότε και πώς πρέπει να νηστεύουμε μέσα στο λειτουργικό έτος. Πάνω όμως από όλους τους περί νηστείας κανόνες που διαμορφώθηκαν από την εκκλησιαστική παράδοση, η Εκκλησία δια των θεοφόρων Πατέρων της όρισε έναν απαράβατο γενικό κανόνα για τη νηστεία. 

Ποιος είναι ο κανόνας αυτός; Το ότι δεν παραδίδεται ένας και μόνο τρόπος νηστείας. Επειδή δεν έχουν όλοι την ίδια ψυχική και σωματική δύναμη, οι άγιοι Πατέρες δεν παρέδωσαν έναν άκαμπτο κανόνα, μια τυφλή γενική συνταγή νηστείας, που να ισχύει για όλους αναγκαστικά. Ο καθένας λοιπόν νηστεύει

α) ανάλογα με την ηλικία του. Αλλιώς οι γέροι, αλλιώς οι ενήλικες, αλλιώς τα παιδιά.

β) ανάλογα με την υγεία του. Αλλιώς οι γεροί, αλλιώς οι ασθενικοί.

γ) ανάλογα με τη σωματική αντοχή και ιδιοσυγκρασία του. Ένα πλήθος βιολογικοί και ψυχολογικοί παράγοντες διαμορφώνουν την ιδιαίτερη φυσική κατάσταση, την κράση του κάθε ανθρώπου.

Με τον τρόπο του λοιπόν ο καθένας, μπορούμε όλοι μας κάπως να νηστέψουμε. Εκτός και δεν θέλουμε.

Όλα είναι θέμα δικής μας επιλογής. Ο δικός μας Θεός δεν αναγκάζει ποτέ! Προτείνει μόνο. 

Αντιύλη. Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΚΟΣ: ΟΙ ΔΥΟ ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ!


π. Δημήτριος Μπόκος

Οι δύο αναστάσεις 

Όταν ηχήσει το ουράνιο κέλευσμα, η φωνή του αρχαγγέλου και η εσχάτη σάλπιγγα του Θεού, κατά την ημέρα Κυρίου την μεγάλη και επιφανή (Ιωήλ 2:11), συγκλονιστικά γεγονότα θα λάβουν χώρα «εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού». Θα συναχθούν ενώπιον του Χριστού όλα τα έθνη. «Πάντες παραστησόμεθα τω βήματι του Χριστού» (Ρωμ. 14:10). Όλοι οι άνθρωποι που έζησαν και θα ζήσουν επί της γης. Από τον Αδάμ μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο της εσχάτης γενεάς. Και θα κριθούν οι πάντες από τον κριτή του κόσμου, τον Χριστό (Κυριακή της Απόκρεω).

Αυτό σημαίνει ότι σε μια και μόνη στιγμή θα γίνει η ανάσταση των νεκρών και η τελική κρίση. «Σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι». Οι νεκροί θα ξαναπάρουν τα σώματά τους άφθαρτα και αθάνατα. Όμοια με το αναστημένο σώμα του Χριστού. «Καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, φορέσομεν και την εικόνα του επουρανίου». Δεν είναι δυνατόν φθαρτό σώμα, από σάρκα και αίμα, να κληρονομήσει τη Βασιλεία του Θεού, ούτε η φθορά να κληρονομήσει την αφθαρσία. «Δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν».

Όσοι όμως θα ζουν κατά τη στιγμή της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, δεν θα πεθάνουν, αλλά θα αλλάξουν αμέσως, παίρνοντας σώμα άφθαρτο, αντί του φθαρτού που είχαν ενόσω ζούσαν. Θα εκπληρωθεί τότε ο λόγος που αναφέρεται στην Αγία Γραφή για την κατάργηση, την πλήρη εξαφάνιση του θανάτου: «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορ. 15:48-55). Στο εξής δεν θα υπάρχει θάνατος, αλλά ζωή αιώνια. 

Θα αναστηθούν οι πάντες, με όποιον τρόπο κι αν πέθανε ο καθένας. Αυτοί που φαγώθηκαν από τα θηρία και δεν έμεινε ούτε ίχνος από το σώμα τους. Αυτοί που πνίγηκαν στη θάλασσα. Αυτοί που κάηκαν στη φωτιά. Αυτοί που αποτεφρώθηκαν στα ναζιστικά κρεματόρια, ή που αποτεφρώνονται οικεία βουλήσει σήμερα, αντί να ταφούν. Τα σώματα όλων θα ανασυντεθούν με την παντοδύναμη ενέργεια του Θεού. «Και έδωκεν η θάλασσα τους νεκρούς τους εν αυτή, και ο θάνατος και ο άδης τους νεκρούς τους εν αυτοίς, και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών» (Αποκ. 20:13).

Η ανάσταση όμως των νεκρών θα έχει διαφορετική σημασία για τον καθένα. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης (5:29) μιλάει για δύο αναστάσεις. «Εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως». Άλλοι για να ζήσουν αιώνια, άλλοι για να κριθούν και να καταδικασθούν. Οι πρώτοι θα αρπαγούν πάνω σε σύννεφα, «εν νεφέλαις», για να προϋπαντήσουν «συν πάσι τοις αγίοις» τον Κύριο στον αέρα και να ανεβούν μαζί του στον ουρανό. Οι δεύτεροι θα αναστηθούν για να περάσουν από δικαστήριο και καταδίκη. 

Ο Χριστός τα προλέγει αυτά με εικόνες και παραβολές. Παριστάνει τη συντέλεια του κόσμου με θερισμό, κατά τον οποίο οι θεριστές άγγελοι θα θερίσουν πρώτα τα ζιζάνια, «πάντας τους ποιούντας την ανομίαν». Άχυρα και ζιζάνια θα δεθούν σε δεμάτια και θα κατακαούν «εις την κάμινον του πυρός». Ενώ το σιτάρι θα συναχθεί στην αποθήκη του Θεού. Ο ίδιος ο Χριστός είναι ο γεωργός με το φτυάρι στο χέρι, που διαχωρίζει μέσα στο αλώνι του το σιτάρι από το άχυρο.

Ο διαχωρισμός αυτός θα διασπάσει πολλούς επίγειους δεσμούς, όσο στενοί κι αν είναι. Δύο θα κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, δύο θα αλέθουν στον ίδιο μύλο, δύο θα εργάζονται στον ίδιο αγρό, ο ένας θα παραλαμβάνεται για να προϋπαντήσει τον Κύριο, ο άλλος θα εγκαταλείπεται για να ριχτεί στο πυρ το άσβεστο (Ματθ. 3:12. 13:30-50. Λουκ. 17:34-36).

Εμείς; Προετοιμαζόμαστε για ανάσταση ζωής ή για ανάσταση κρίσεως; 

Αντιύλη. Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΟΠΟΥ ΚΑΛΕΙ ΚΑΘΕΝΑΝ Ο ΘΕΟΣ, ΕΚΕΙ ΘΑ ΑΓΙΑΣΕΙ!

 π. Συμεών Κραγιόπουλος
Όπου καλεί καθέναν ο Θεός, εκεί θα αγιάσει 

Να διαβάσουμε λίγο και για τον αββά Βαρσανούφιο.

«Τη στ’ του αυτού μηνός, μνήμη των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών Βαρσανουφίου του Mεγάλου Γέροντος και Ιωάννου του επιλεγομένου Προφήτου, μαθητού του αγίου Βαρσανουφίου, του και άλλου Γέροντος των παρά τω εν Γάζη της Παλαιστίνης κοινοβίω του Αββά Σερίδου ακμασάντων και εν ειρήνη τελειωθέντων».

Ο οποίος Ιωάννης, λέει, και αυτός είναι Γέρων, ο άλλος Γέρων. Και κοντά στους δύο αυτούς ήταν και ο αββάς Σέριδος. Ο Σέριδος κυρίως πήγαινε τα σημειώματα. Διάφοροι που είχαν ερωτήσεις, απορίες, που είχαν καημό για την πνευματική ζωή, έγραφαν σύντομα-σύντομα την ερώτησή τους και την πήγαινε ο Σέριδος στον αββά Βαρσανούφιο.

Ο αββάς Βαρσανούφιος ζούσε έγκλειστος· έγκλειστος! Μη μας παραξενεύουν αυτά. Όλοι οι άγιοι έχουν ένα κάτι χαρακτηριστικό στη ζωή τους. Ο ένας έγκλειστος –το Πνεύμα το Άγιο τον φωτίζει να κάνει έτσι– ο άλλος στυλίτης, ο άλλος στην έρημο, άλλος άγιος αλλού. Ο μέγας Φώτιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. «Έκαστος εν ω εκλήθη», όπως λέει και ο απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. 7:24). Εκεί που τον έβαλε ο Θεός τον καθένα. Άλλος έτσι, άλλος αλλιώς. 

«Φωστήρ Βαρσανούφιος άδυτος ώφθη
Βιώσας ως άγγελος εν τη ασκήσει».

Ο αββάς Βαρσανούφιος ανεδείχθη και ενεφανίσθη ως ένας ήλιος που δεν δύει, καθώς η όλη βιοτή του, η όλη ζωή του στην άσκηση εκεί ήταν ζωή αγγέλου· σαν να ήταν άγγελος.

«Ούτοι οι μακάριοι και όσιοι Πατέρες, οι όντως εν σώματι άγγελοι, ήκμασαν τω στ’ αιώνι. Και ο μεν Βαρσανούφιος, Αιγύπτου ων βλαστός, παρεγένετο εν Παλαιστίνη και ηγωνίσατο ασκητικώς εν πλείστοις τόποις εκείσε, υποταγείς πρότερον οσίω τινί Γέροντι Μαρκέλλω».

«Αιγύπτου ων βλαστός». Εκείνα τα χρόνια μιλούσαν μεν την ελληνική γλώσσα παντού, αλλά αναδείχθηκαν άγιοι και μάλιστα μεγάλοι άγιοι, μεγάλοι ασκητές, μεγάλοι θεολόγοι και μεγάλοι πατέρες και από τα μέρη εκείνα. Από την Αίγυπτο λοιπόν ο όσιος ήρθε στην Παλαιστίνη και έκανε αγώνα ασκητικό εκεί σε πολλούς τόπους. Και στην αρχή υπετάγη σε κάποιον Γέροντα Μάρκελλο.

«Είτα παραγενόμενος εν τω εγγύς της Γάζης κοινοβίω του Αββά Σερίδου…» Γίνεται πολύς λόγος για τη Γάζα. Έχει ιστορία η Γάζα. Τώρα έχει διαφορετική ιστορία, αλλά εκείνα τα χρόνια εκεί ήκμαζε, αν επιτρέπεται να πούμε, η αγιότητα. Λοιπόν, ο όσιος, μετά από την Παλαιστίνη, όπου ήταν κοντά στον Γέροντα Μάρκελλο, πήγε στο κοινόβιο του αββά Σερίδου, που είπαμε προηγουμένως. Ο Σέριδος αυτός ήταν ηγούμενος μιας μονής και εκεί πήγε και ο αββάς Βαρσανούφιος και, ας πούμε, ενεγράφη και αυτός εκεί.

Ύστερα όμως, με την άδεια ασφαλώς του ηγουμένου, βγήκε. Και όχι απλώς βγήκε στην έρημο, αλλά έμεινε έγκλειστος. Κανείς δεν μπορούσε να τον δει· σε σημείο μάλιστα που μερικοί τότε – αλλά βέβαια, λάθος τους, διότι αποδεικνύεται ότι δεν είναι έτσι – νόμισαν ότι ο Σέριδος, που πήγαινε τις ερωτήσεις, αυτός έφτιαχνε και τις απαντήσεις και τις έφερνε σ’ αυτούς οι οποίοι περίμεναν την απάντηση. Δεν ήταν έτσι. Όντως ήταν έγκλειστος ο αββάς Βαρσανούφιος, όντως πήγαινε τα σημειώματα ο αββάς Σέριδος και έφερνε τις απαντήσεις.

«Είτα παραγενόμενος εν τω εγγύς της Γάζης κοινοβίω του Αββά Σερίδου, περιέγραψεν εαυτόν εν τινι πλησίον της μονής κελλίω…» Με το «περιέγραψεν εαυτόν» τώρα εδώ εννοεί την εγκλείστρα· κλείστηκε σε κάποιο κελί που ήταν κοντά στη μονή, «αγγελικώς διαλάμπων συντόνω ασκήσει και υπερφυέσι παρά Θεού δωρεαίς». Και σαν να ήταν άγγελος έλαμπε με την πολλή άσκηση που έκανε και με τις εξαίσιες δωρεές που του έδινε ο Θεός. 

Ένας κοινός θνητός πού να καταλάβει! Είναι και αυτό, ξέρετε. Άμα δεν έχεις διάθεση λίγο να ξεπεράσεις τα ανθρώπινα, και λες: «Ε, άνθρωπος είμαι», και ζεις την ανθρώπινή σου πραγματικότητα – ας πούμε, να φας, να πιείς, να χάνεις τον καιρό σου ή απλώς να δουλεύεις κτλ. – και τίποτε περισσότερο, δεν μπορείς να καταλάβεις τίποτε. Όπως το ζώο δεν αισθάνεται ότι είναι και κάτι άλλο. Τι ωραία που ζουν τα ζώα! Αλλά είναι ζώα. Τώρα ο άνθρωπος να είναι έτσι; Ο Θεός είναι Θεός παντού, πάντοτε, δεν είναι κρυμμένος κάπου, αλλά εσύ με τη στάση που παίρνεις σαν να μην αφήνεις τον Θεό να σε δει, να σε επισκεφθεί, να σε αγγίξει, να σε ημερώσει, να σε χαροποιήσει.

«Ο δε Όσιος Ιωάννης, και ούτος πολλαίς πράξεσιν εκγυμνασάμενος, παρεγένετο τω θεοφόρω και μεγάλω Γέροντι Βαρσανουφίω…» Και ο όσιος Ιωάννης, ο οποίος και αυτός έκανε άσκηση και πνευματική γυμνασία, ήρθε στον θεοφόρο και μεγάλο Γέροντα τον Βαρσανούφιο, «ω συνδεθείς αγίας αγάπης άμμασι, μαθητής και μιμητής αυτού γέγονεν εν πάσι, και φίλος ηγαπημένος, εγκλείσας και ούτος εαυτόν ετέρω εκείσε κελλίω». Πήγε στον όσιο Βαρσανούφιο και ο άλλος Γέροντας, ο Ιωάννης που επονομαζόταν Προφήτης, και συνδέθηκαν με αγάπη, με αγία αγάπη. Και μαθητής και μιμητής του έγινε σε όλα «και φίλος ηγαπημένος». Και τι έκανε και αυτός; Βρήκε ένα άλλο κελί και κλείστηκε και αυτός εκεί μέσα. Βέβαια, δεν ήταν απόλυτα έγκλειστος στο κελί όπως ο αββάς Βαρσανούφιος, ωστόσο και αυτός ήταν έγκλειστος. 

Λοιπόν, καθώς διαβάζουμε αυτά, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να σκεφτούμε: «Πω πω! Αυτοί πήγαν και κλείστηκαν μέσα στο κελί! Πού εμείς, πού να πλησιάσουμε!» Ε, και αμέσως το βολεύουμε το πράγμα. Ίσα-ίσα, έχουμε πει ότι όπου κι αν είναι ο καθένας, όπου τον καλεί ο Θεός τον καθένα, εκεί, κάνοντας υπομονή και κάνοντας αγώνα να μην προδώσει την πίστη του, εκεί θα αγιάσει. Είναι ένα άλλοθι λοιπόν, όταν, ας πούμε, σκεπτόμαστε: «Πω πω, οι άγιοι ζούσαν έτσι! Πού να κάνουμε εμείς τέτοια πράγματα τώρα;» Και μια χαρά δικαιολογούμαστε. Δεν είναι έτσι. Είναι λάθος.

Και ο άγιος, λοιπόν, Ιωάννης ο Προφήτης εγκλείστηκε και αυτός στο κελί. «Και χαριτωθείς προγνωστική δωρεά, άλλος Γέρων και προφήτης παρά πάντων εγνωρίζετο και εκαλείτο». Του έδωσε ο Θεός την ιδιαίτερη αυτή χάρη, τον ευλόγησε ο Θεός να έχει προγνωστική, ας το πούμε έτσι, χάρη. Είχε το χάρισμα αυτό του προγινώσκειν. Δηλαδή, ο άγιος Ιωάννης δεν ήταν ένας άγιος ο οποίος έδινε καλές συμβουλές, ο οποίος όταν δεν μπορούσε ο αββάς Βαρσανούφιος έδινε αυτός απαντήσεις, ο οποίος μπορούσε να παρηγορήσει, να ανακουφίσει κτλ. Όχι· είχε χάρισμα Θεού, ειδικό χάρισμα από τον Θεό. Όπως το να είσαι έγκλειστος στο κελί είναι ειδικό χάρισμα. Το να ζεις αγία ζωή χωρίς να έχεις συνθήκες ανθρώπινες ώστε να καλοπερνάς, είναι χάρισμα Θεού. Αυτός είχε, λοιπόν, το προγνωστικό αυτό χάρισμα, την προγνωστική αυτή δωρεά. Και έτσι αναδείχθηκε και αυτός άλλος Γέροντας και Προφήτης και όλοι τον αναγνώριζαν έτσι. 

«Ούτοι οι μακάριοι έξω κόσμου και σαρκός βιώσαντες, και υπερφυών αξιωθέντες χαρίτων και δωρημάτων παρά Θεού Παντοκράτορος και τύποι μοναχικού βίου και διδάσκαλοι ενθεώτατοι και απλανείς καταστάντες, μετετάξαντο προς την αγήρω ζωήν και μακαριότητα, τα των καμάτων γέρα παρά Χριστού ληψόμενοι». Ασκήθηκαν, τελείωσε η ζωή τους και έλαβαν τα των καμάτων γέρα παρά Χριστού. Πώς λέει ο απόστολος Παύλος: «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν, απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος» (Β’ Τιμ. 4:7).

«Τούτων σώζεται ασκητική διδασκαλία πλήρης χάριτος και σοφίας και ωφελείας εν ερωταποκρίσεσιν, ιδίαν απαρτίζουσα βίβλον». Δηλαδή, στο ίδιο βιβλίο είναι η διδασκαλία και του ενός και του άλλου, που είναι «πλήρης χάριτος και σοφίας και ωφελείας». Και αυτά έχουν εκδοθεί και σε μετάφραση.

Αυτά λοιπόν έτσι εν συντομία εξ αφορμής της εορτής των σημερινών αγίων.

5/6-2-2008 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Θέλεις να αγιάσεις;”, Φεβρουάριος, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2023, σελ. 118 (αποσπάσματα).

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ!

 π. Συμεών Κραγιόπουλος
Λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 

Για τους πατέρες της Εκκλησίας ήταν αδιανόητο αυτό που εμείς έχουμε πάρα πολύ εύκολο σήμερα. Δηλαδή, το ότι χωρίς να έχουμε εμπειρία πνευματική – όχι απλώς να έχουμε πείρα στη ζωή, όχι μόνο να έχουμε μια κάποια ηλικία, αλλά να έχουμε πείρα πνευματική – αναλαμβάνουμε να βοηθήσουμε πνευματικά τους άλλους. Για μας, θα έλεγε κανείς, είναι αδιανόητο το αντίθετο, δηλαδή το να μην αναλάβει κάποιος πνευματικό έργο, απλώς και μόνο γιατί το θέλει, το σκέφθηκε ο ίδιος, έχει διάθεση να πάει να βοηθήσει τάχα να καθαρθούν και να αγιασθούν οι άλλοι. Για τους πατέρες αυτό είναι αδιανόητο, όσο κι αν μας φαίνεται παράξενο.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος το λέει καθαρά: Πρώτα θα φωτισθείς, και έπειτα θα φωτίσεις· πρώτα θα αγιασθείς, και έπειτα θα βοηθήσεις να αγιασθούν άλλοι· πρώτα θα καθαρθείς από τα πάθη, και έπειτα θα φροντίσεις να καθαρθούν και άλλοι. 

Η προσευχή είναι η ανώτερη πράξη του ανθρώπου. Είναι ανώτερη από κάθε άλλη αρετή, διότι ενώνει την ψυχή με τον ίδιο τον Θεό. Δεν κάνουν όμως όλοι μια τέτοια προσευχή, δεν τη νιώθουν όλοι έτσι την προσευχή. Και είναι ενδεχόμενο να ψελλίζει κανείς προσευχή, αλλά να μένει ακατέργαστη η ψυχή του. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν ξέρουμε πόσο τη δέχεται ο Θεός. Βεβηλώνει κανείς την προσευχή του, όταν προσεύχεται αλλά δεν έχει αποτελέσματα η προσευχή, και μένει ακατέργαστη η ψυχή, δεν επηρεάζεται από τη χάρη του Θεού.

Λέγοντας ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», εννοεί όχι απλώς να ενθυμείται τον Θεό κανείς και να ψελλίζει προσευχή, αλλά η όλη στάση της ψυχής να είναι τέτοια, ώστε η ψυχή να είναι ενώπιον του Θεού: και καθώς ομιλεί κανείς και καθώς συναναστρέφεται και καθώς αντιμετωπίζει αναπόφευκτες δυσκολίες και διάφορα θέματα. 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου (†), “Πνευματικά Μηνύματα 2022”, σελ. 36 και “Πνευματικά Μηνύματα 2023”, σελ. 36.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ!

 
π. Συμεών Κραγιόπουλος
Πνευματική προετοιμασία των Χριστουγέννων 

Ὅλοι ἔχουν μία αἴσθηση αὐτὲς τὶς ἡμέρες… 

Νὰ ἀναφερθοῦμε λίγο στὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες οἱ ὁποῖες ἤδη ἀρχίζουν, καθὼς ἀπὸ αὔριο ἔχουμε τὰ προεόρτια τῶν Χριστουγέννων. Εἶναι ἡμέρες διακοπῶν, οἱ περισσότεροι ἀναπαύονται, ταξιδεύουν, εἶναι χρονιᾶρες μέρες, ὅπως λένε. Τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ μητρόπολη, ἡ μητέρα δηλαδὴ ὅλων τῶν ἑορτῶν κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Ἀλλὰ καὶ ἡ Πρωτοχρονιὰ μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τὴν Περιτομὴ τοῦ Κυρίου, ὅπως καὶ τὰ Θεοφάνεια εἶναι σ’ ὅλους μας γνωστὲς γιορτές. Ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ τὶς ξέρουμε καὶ, λίγο-πολὺ, ὅλοι ἔχουν μιὰ αἴσθηση αὐτὲς τὶς ἡμέρες. Τὸ ραδιόφωνο, ὅσο κι ἂν θέλει νὰ ξεφύγει, τελικὰ κι αὐτὸ κάπως θ’ ἀναφερθεῖ -καμιὰ φορὰ ἀρνητικὰ μὲ τὰ καλικαντζάρια κλπ – ὅπως καὶ ὁ τύπος, τὰ περιοδικὰ καὶ οἱ τηλεοράσεις.

Καὶ ἡ ὅλη ἐμφάνιση μιᾶς πόλεως, καθὼς οἱ δρόμοι στολίζονται ἀνάλογα, εἶναι χριστουγεννιάτικη. Τὰ καταστήματα κι αὐτά – βέβαια ἐκμεταλλεύονται τὴν γιορτή, μὲ ἀπώτερο σκοπὸ νὰ πουλήσουν περισσότερα- ἔχουν κάτι χριστουγεννιάτικο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, δηλαδὴ, οἱ πάντες ἔχουν μιὰ αἴσθηση ὅτι ἔχουμε διακοπές, ὅτι εἶναι μεγάλες γιορτές, ὅτι εἶναι Χριστούγεννα. Βέβαια ὅλοι σκέπτονται, ὅτι «νά, θὰ ξεκουραστοῦμε, νά, θὰ πουλήσουμε περισσότερα καὶ θὰ βγάλουμε περισσότερα, θὰ ψωνίσουμε περισσότερα, θὰ κάνουμε δῶρα» κλπ. καὶ ἐνῶ μέσα σ’ αὐτὰ τρόπον τινὰ χάνεται τὸ πνεῦμα τῶν ἑορτῶν, χάνεται τὸ πνεῦμα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, ὡστόσο ὅμως ὅλο καὶ κάτι μένει.

Ὅλοι λοιπὸν ἀπὸ μικρὰ παιδιά, ὅπου κι ἂν πήγαμε, ὅπου κι ἂν βρεθήκαμε, ὅποιοι κι ἂν εἴμαστε, λίγο-πολὺ ἔχουμε αἴσθηση αὐτὲς τὶς ἡμέρες ὅτι εἶναι γιορτές, μεγάλες γιορτές, εἶναι διακοπές, καὶ συγκεκριμένα εἶναι Χριστούγεννα, εἶναι Θεοφάνεια. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν πρέπει ν’ ἀναφερθοῦμε, νομίζω, σ’ αὐτὲς τὶς γιορτὲς καὶ μάλιστα νὰ προσπαθήσουμε ἔτσι λίγο πιὸ πρακτικά. 

Νὰ ἀρχίσουμε λίγο νὰ σκεπτόμαστε ἐπάνω στὸ μεγάλο θέμα τῶν ἑορτῶν 

Πρῶτα πρῶτα, καὶ θεωρητικὰ καὶ πρακτικὰ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κάνουμε ὁ καθένας μας εἶναι νὰ ἀρχίσουμε λίγο νὰ σκεπτόμαστε ἐπάνω στὸ μεγάλο θέμα τῶν ἑορτῶν. Πῶς νὰ τὸ κάνουμε; Ὁ ἄνθρωπος ἔχει σκέψη, ἔχει νοῦ, εἶναι λογικὸ ὄν. Δὲν εἶναι ἁπλῶς μόνο, ὅτι κινεῖται μὲ τὰ πόδια του, ὅτι κάνει ὁρισμένα πράγματα μὲ τὰ χέρια του. Ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη κάνει ὁρισμένα πράγματα πρακτικά, ἐὰν δὲν συμμετέχει καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἐὰν δὲν συμμετέχει ἡ ψυχή, ἂν ὁ ἄνθρωπος ὡς λογικὸ ὄν, ὡς ὄν ποὺ ἔχει ἐλευθέρα βούληση, ὡς ὄν ποὺ ἔχει αὐτοσυνειδησία, δὲν δώσει τὸν ἑαυτό του σὲ κάτι, δὲν φθάνει ἁπλῶς μόνο νὰ κινηθοῦν τὰ χέρια του, τὰ πόδια του καὶ νὰ κάνει ὁρισμένα πράγματα.

Ἂν ἦταν ἔτσι, ὁ Χριστὸς θὰ ἐρχόταν στὴ γῆ καὶ ἁπλῶς θὰ ἔκανε ὁρισμένα πράγματα, ὅπως καὶ ἔκανε. Ὅμως μίλησε κιόλας, μάλιστα μίλησε τρία ὁλόκληρα χρόνια, καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ πέρασε μέρα ποὺ νὰ μὴ μίλησε. Μιλοῦσε πολύ, πολλὲς ὧρες, ἔτσι ποὺ κουραζόταν καὶ μαζί του καὶ οἱ Ἀπόστολοι. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε περιπτώσεις ποὺ λέει στοὺς Ἀποστόλους: «Ἂς πᾶμε σ’ ἕναν ἔρημο τόπο λίγο νὰ ξεκουρασθεῖτε καὶ νὰ ξαναρθοῦμε» (Μαρκ. 6, 31).

Πόσα θὰ εἶπε ὁ Κύριος! Καὶ γιατί τὰ ἔλεγε ὅλα αὐτά; Τὰ ἔλεγε, διότι ἀπευθυνόταν σὲ λογικὰ ὄντα. Δὲν ἀπευθυνόταν σὲ ἄλογα ὄντα, ἀλλὰ ἀπευθυνόταν σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν νοῦ, ποὺ ἔχουν σκέψη, ποὺ ἔχουν λογικό, ποὺ ἔχουν βούληση. Μίλησε στὰ ὄρη, στὶς πεδιάδες, μίλησε κοντὰ στὴ θάλασσα• μίλησε νύχτα, μίλησε ἡμέρα• μίλησε σὲ πολλοὺς καὶ σὲ ὀλιγότερους. Μίλησε σὲ μεγάλους, μίλησε σὲ παιδιά. Μίλησε ἐν παραβολαῖς, μίλησε καὶ μετὰ ἀπὸ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε. Μίλησε ἔτσι ποὺ συμπλήρωνε μᾶλλον τὸν παλαιὸ νόμο, δίνοντας τὸν δικό του τέλειο νόμο.

Μίλησε λοιπὸν ὁ Χριστός, διότι ἀπευθυνόταν σὲ λογικὰ ὄντα καὶ ἤθελε νὰ τὸν ἀκούσουν, νὰ τὸν προσέξουν, νὰ τὸν καταλάβουν. Ἐλέγχει τὸν λαό, ὅταν δὲν καταλαβαίνει αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέει, ἀλλὰ καὶ τοὺς μαθητάς του. Κάποτε τοὺς εἶπε: «Ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοι ἐστέ;» (Ματθ. 15, 16). Εἶχε πεῖ κάτι, δὲν τὸ κατάλαβαν καὶ τὸν ρωτοῦσαν ἰδιαίτερα. «Ἀκόμη καὶ σεῖς, λέει, ἀσύνετοι εἶστε καὶ δὲν καταλάβατε τί θέλω νὰ πῶ;» Εἶχε τὴν ἀπαίτηση ὁ Κύριος, ὄχι μόνο νὰ τὸν ἀκοῦν ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν καταλαβαίνουν. Βέβαια, ἐφόσον θὰ ἤθελαν, διότι πάντοτε ἔλεγε: «Εἴ τὶς θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» (Ματθ. 16, 24).

Ἔτσι λοιπὸν δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ γιορτάσει τὰ Χριστούγεννα, ἁπλῶς διότι ἀκούει τὴ λέξη Χριστούγεννα ἢ ἁπλῶς ποὺ βλέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ πᾶνε καὶ νὰ ἔρχονται καὶ ὅλο κάτι νὰ κάνουν. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ γιορτάσει Χριστούγεννα ἀληθινά, ἐὰν δὲν σκεφθεῖ ὡς λογικὸ ὄν: Τί εἶναι τὰ Χριστούγεννα; Τί σημαίνει Χριστούγεννα; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων; Τί γιορτάζουμε κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτή; 

Τί κάνει ἡ Ἐκκλησία; 

Ὁ Κύριος ἐξήγησε καὶ ἑρμήνευσε καὶ τὸν ἐρχομό του καὶ τὴν σάρκωσή του καὶ τὴν Γέννησή του καὶ τὴν ὅλη ζωή του καὶ τὸν θάνατό του• γιατί θὰ πεθάνει, γιατί θὰ ἀναστηθεῖ. ἀλλὰ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία, ἄφησε τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο του. Εἴπαμε καὶ ἄλλη φορὰ, τί εἶναι Ἐκκλησία. Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

Τί κάνει ἡ Ἐκκλησία; Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος συνεχίζει νὰ κηρύττει αὐτὸ ποὺ κήρυττε ὁ Χριστός, νὰ ἑρμηνεύει αὐτὸ τὸ ὁποῖο φανέρωσε ὁ Χριστός, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Ἀπευθύνεται ἡ Ἐκκλησία σὲ λογικὰ ὄντα, σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν νοῦ, ποὺ ἔχουν σκέψη, ποὺ καταλαβαίνουν, ποὺ ἔχουν βούληση, ποὺ θέλουν. Ἡ Ἐκκλησία, τὸ ὅλο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὅλη ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ἡ χριστιανικὴ ζωή, δὲν εἶναι μιὰ μαγεία, ὅπως εἴπαμε κι ἄλλες φορές. Ἡ λατρεία ἡ χριστιανικὴ εἶναι λογικὴ λατρεία• ὄχι μαγεία. ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ Ἐκκλησία ζεῖ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔζησε ὁ Κύριος. Διότι δὲν διδάσκει μόνο ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ ζεῖ συγχρόνως τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ δείχνει αὐτὴ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ στὰ παιδιά της καὶ σ’ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔγιναν ἀκόμη παιδιά της, γιὰ νὰ πιστεύσουν καὶ νὰ γίνουν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἑπομένως, πρέπει ὅσο μποροῦμε ὁ καθένας μας -ἄλλος περισσότερο, ἄλλος ὀλιγότερο, ἄλλος λίγο ἁπλούστερα, ἄλλος λίγο βαθύτερα, ἄλλος ἔτσι, ἄλλος ἀλλιῶς, βοηθούμενοι καὶ μὲ τὸ νὰ διαβάσουμε, νὰ συζητήσουμε, νὰ ρωτήσουμε, νὰ ἀκούσουμε- ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις μας, μὲ τὸ κουράγιο μας, μὲ τὴν ὄρεξή μας, μὲ τὴν διάθεσή μας, μὲ τὸν καημό μας, μὲ τὸν πόθο μας, νὰ ἐγκύψουμε, νὰ μεριμνήσουμε καὶ νὰ φροντίσουμε νὰ μάθουμε, ἂς ποῦμε, τί εἶναι τὰ Χριστούγεννα, τί σημαίνουν Χριστούγεννα ἂς μὴν περιμένουμε αὐτὸ μόνο του νὰ γίνει. Πρέπει καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ κινηθεῖ λιγάκι. Πρέπει καὶ ὁ ἄνθρωπος λίγο νὰ ζορίσει τὸν ἑαυτό του. Πρέπει νὰ δείξει ἐνδιαφέρον κανεὶς• δὲν γίνεται ἀλλιῶς. 

Ὑποταγὴ στὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας 

Ὁ Θεὸς θέλει νὰ μᾶς δώσει τὸ φῶς του, νὰ μᾶς δώσει τὴν ἀλήθεια του, νὰ μὴ μείνει κανένας μας στὴν πλάνη, νὰ μὴν ὑπάρχει σὲ κανέναν μέσα του ψέμα ἀλλὰ νὰ ὑπάρχει μόνο ἡ ὅλη ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ. Θέλει νὰ μᾶς δώσει τὴν ἀλήθεια ὁ Θεός ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν δική του πλευρὰ νὰ δώσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀλήθεια· δηλαδὴ νὰ φροντίσει νὰ μάθει.

Ἑπομένως, κάνει πάρα πολὺ ἄσχημα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ἐνῶ ἀκούει, ὅτι ἦρθε ὁ Χριστός, ποτὲ δὲν ἐνδιαφέρθηκε νὰ μάθει, τί εἶπε ὁ Χριστός. Καὶ ὄχι νὰ ἐνδιαφερθεῖ μόνο μὲ τὴν ἔννοια, ὅτι «διάβασα ἐγὼ καὶ κατάλαβα». Ὄχι. ὁ Χριστὸς ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἄφησε τὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς δίνει αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἶπε ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἑρμηνεύει αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἶπε ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ μᾶς τὸ δώσει σωστὰ καὶ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε πλάνη. Γιατί, ὅπως εἶναι λάθος το νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται κανεὶς καθόλου, λάθος ἐπίσης εἶναι, ὅταν ἐνδιαφέρεται μόνος του.

Ὅπως λέμε, ὁ καθένας διαβάζει καὶ βγάζει τὰ συμπεράσματά του. Δὲν εἶναι ἔτσι ἐδῶ• ὁ καθένας νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του. Ἐδῶ πρέπει νὰ ὑποταχθεῖ κανεὶς στὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν θέλει. Ἄν δὲν θέλει, θὰ ἀκολουθήσει ὅποιον δρόμο θέλει. Θέλει νὰ πάει κοντὰ στὸν Χριστό; Νὰ πάει. Δὲν θέλει; Νὰ μὴν πάει. Θέλει νὰ μπεῖ στὴν Ἐκκλησία, νὰ ὑποταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία; Νὰ τὸ κάνει. Δὲν θέλει; Νὰ μὴν τὸ κάνει.

Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐἂν δὲ καὶ ἀθλῇ τίς, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλὴσῃ» (Β΄ Τίμ. 2, 5). Ἂν θυμᾶστε, ὁ στίχος αὐτὸς περιέχεται στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀναγινώσκεται στὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Καὶ ὅταν ἀκόμη κανεὶς κάνει ἀγῶνα, κάνει ἄθληση, ἐὰν δὲν τὴν κάνει αὐτὴ τὴν ἄσκηση νόμιμα, δὲν μπορεῖ νὰ στεφανωθεῖ. Δὲν μπορεῖ ὁ καθένας ἀνεξέλεγκτα, δηλαδὴ ὅπως θέλει νὰ διαβάζει, ὅπως θέλει νὰ καταλαβαίνει, ὅπως θέλει νὰ ἑρμηνεύει, ὅπως θέλει νὰ ζεῖ, καὶ νὰ περιμένει, ἂς ποῦμε, νὰ τὸν δοξάσει ὁ Θεός, νὰ περιμένει νὰ τὸν στεφανώσει ὁ Θεός, νὰ περιμένει νὰ τὸν ἁγιάσει ὁ Θεός. Δὲν γίνεται ἔτσι.

Οἱ Ἀπόστολοι ὑποτάχθηκαν στὸν Χριστό. Δὲν ἄκουσαν ἁπλῶς τὸν Χριστὸ καὶ πῆραν αὐτὰ ποὺ ἄκουσαν καὶ τὰ ἐξήγησε ὁ καθένας ὅπως ἤθελε ἀλλὰ ἀκολούθησαν τὸν Χριστό, ἔμειναν μαζί του τρία ὁλόκληρα χρόνια καί, ἐνῶ τὸν ἀρνήθηκαν καὶ ἀπομακρύνθηκαν, ξαναγύρισαν καὶ ἔμειναν πιστοὶ σ’ αὐτόν. Ἦρθε λίγο ἀργότερα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοὺς φώτισε καὶ τότε κατάλαβαν αὐτὰ ποὺ τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Χριστός. Ἔτσι ἱδρύθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, οἱ πάντες τὰ πληροφοροῦνται, τὰ μαθαίνουν, τὰ καταλαβαίνουν, τὰ ζοῦν, ὅπως τὰ ζεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τὰ ἑρμηνεύει ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τὰ δίνει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἱερὰ Παράδοση. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν θὰ πρέπει καὶ νὰ διαβάσει κανεὶς καὶ ν’ ἀκούσει καὶ νὰ συζητήσει. Θὰ πρέπει καὶ νὰ ρωτήσει καὶ νὰ διευκρινίσει, μήπως δὲν κατάλαβε καλά, μήπως πέφτει ἔξω, μήπως πλανᾶται, μήπως κάνει τοῦ κεφαλιοῦ του• αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ λέει τὸ δικό του τὸ μυαλό. 

Τὸ πρῶτο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε 

Νὰ μελετήσουμε λοιπόν: Τί εἶναι Χριστούγεννα; Γιατί τὴν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἔχουμε τὴν Σύναξη, ὅπως λέμε, τῆς Παναγίας; Τί εἶναι ἡ Περιτομὴ τοῦ Κυρίου; Γιατί γιορτάζουμε τὴν Περιτομὴ τοῦ Κυρίου; Τί εἶναι τὰ Θεοφάνεια; Τί εἶναι ἡ δεύτερη ἡμέρα τῶν Θεοφανείων; Τί σημαίνουν, λοιπὸν, ὅλα αὐτά;

Τὸ πρῶτο πρῶτο λοιπόν, παρακαλῶ, εἶναι αὐτὸ ποὺ θὰ κάνουμε ὁ καθένας, ὅσο μποροῦμε. Νὰ τὸ ξέρουμε, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θέλει νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦμε. Ταμπουρωνόμαστε καὶ λέμε «δὲν μπορῶ». Ἂν ὄντως δὲν μπορεῖς, δὲν τὸ θέλει ὁ Θεὸς αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖς. Ὁ Θεὸς θέλει αὐτὸ ποὺ μπορεῖς. Ἀλλά, ἂν τὸ πάρεις λίγο καλά, σωστὰ τὸ θέμα, θὰ δεῖς, ὅτι πάρα πολλὰ ποὺ μπορεῖς, ἀποφεύγεις νὰ τὰ κάνεις ἀπὸ τεμπελιά, ἀπὸ ἀδιαφορία, μὴν μπλέξεις καὶ χάσεις βέβαια τὸν ἐγωισμό σου.

Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι ξέρουμε πολλὰ ἕως τώρα. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἁπλῶς νὰ ξέρουμε. Μπορεῖ νὰ ξέρουμε, τί εἶναι Χριστούγεννα κλπ.· νά ‘χουμε διαβάσει, νά ‘χουμε ἀκούσει. Δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται αὐτὲς τὶς ἡμέρες, καθὼς πλησιάζουμε στὶς γιορτές, εἶναι νὰ τὸ ἔχουμε στὴ σκέψη μας. Πῶς ἄλλα πράγματα κανεὶς τὰ ἔχει στὴ σκέψη του, τὰ δουλεύει μὲ τὴ σκέψη του, τὰ συλλογίζεται; Βέβαια χωρὶς νὰ παθαίνει ψύχωση. Ἐκεῖνο εἶναι κάτι ἄρρωστο· δὲν εἶναι σωστό.

Ἂς ποῦμε, πάει κανεὶς νὰ δώσει ἐξετάσεις καὶ συνέχεια αὐτὸ σκέπτεται. Ἢ θὰ κάνει κάποια ἐπίσκεψη, καὶ τὸ μυαλό του εἶναι ἐκεῖ καὶ σκέπτεται πῶς θὰ γίνει, πῶς δὲν θὰ γίνει. Ἢ ἔχει μιὰ συνάντηση ποὺ θὰ εἶναι κάτι εὐχάριστο κλπ. καὶ σκέπτεται, πῶς θὰ τὴ χαρεῖ, πῶς θὰ τὴν εὐχαριστηθεῖ, πῶς θὰ μπορέσει νὰ ζήσει ἐκείνη τὴν ὥρα τῆς συναντήσεως πολὺ καλὰ κλπ. ἤ ὅ,τι ἄλλο. 

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος 

Εἴ δυνατόν, θὰ ἔλεγε κανείς, αὐτὲς τὶς ἡμέρες μέσα στὸ νοῦ μας καὶ μέσα στὴν καρδιά μας νὰ γραφεῖ ἡ λέξη «Χριστούγεννα». Ὅπως λέγεται γιὰ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο ποὺ γιορτάζουμε αὔριο ὅτι, ὅταν τὸν ἔφαγαν τὰ θηρία, τὴν καρδιὰ δὲν τὴν ἔφαγαν καὶ εἶδαν μέσα στὴν καρδιά του γραμμένη τὴν λέξη Χριστός. Καὶ ἔδωσαν τὴν ἐξήγηση, ὅτι εἶχε πολλὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό. Βέβαια, εἶναι μιὰ παράδοση, καὶ μπορεῖ νὰ μὴν εἶδαν τὴ λέξη γραμμένη, ὅμως στὴν οὐσία, στὴν πραγματικότητα, ὄντως ἔτσι ἦταν.

Ὅπως θυμᾶστε, ἤθελε πότε καὶ πότε νὰ πάει νὰ τὸν φᾶνε τὰ θηρία, νὰ καταφάγουν, νὰ ἀλέσουν τὸ σῶμα του μὲ τὰ δόντια τους, σὰν νὰ εἶναι μύλος, ἂς ποῦμε, τὰ δόντια τῶν θηρίων, γιὰ νὰ γίνει, λέει, τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ γίνει μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, νὰ γίνει ἀλεύρι καὶ ἄρτος τοῦ Χριστοῦ. «Ὕδωρ ζῶν ἐν ἐμοί», λέει, μὲ καλεῖ στὸν οὐράνιο Πατέρα. Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ἐμποδίσει ἀπ΄ αὐτὸ κλπ. Ἀκριβῶς διότι εἶχε πολλὴ ἀγάπη στὸν Χριστό, γράφτηκε, ἂς ποῦμε, αὐτὴ ἡ λέξη. Καὶ ἴσως ἀπ΄ αὐτὸ νὰ ὀνομάσθηκε Θεοφόρος, δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ φέρει τὸν Θεό. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος. Ἴσως ὅμως ὀνομάσθηκε ἔτσι, ἐπειδή -ὑπάρχει αὐτὴ ἡ παράδοση- εἶναι τὸ παιδὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶχε κρατήσει στὴν ἀγκαλιά του ὁ Χριστός, ὅταν εἶπε στοὺς μαθητάς του καὶ στοὺς ἄλλους: «Ἂν δὲν γίνετε, ὅπως αὐτὸ τὸ παιδί, κι ἐσεῖς παιδιὰ» δηλαδὴ στὴ σκέψη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀκακία, «δὲν θὰ μπορέσετε νὰ μπεῖτε στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Θεοφόρος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ φέρει τὸν Θεό ἀλλὰ καὶ ποὺ φέρεται ἀπὸ τὸν Θεό. 

Τὸ μεγάλο λάθος τῶν χριστιανῶν 

Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπανέλθω στὸ θέμα μας. Εἴ δυνατὸν νὰ γραφεῖ μέσα στὴν καρδιά μας, καὶ ἂν κάποιος ἀνοίξει τὴν καρδιά μας, νὰ βρεῖ γραμμένη τὴν λέξη Χριστούγεννα, Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, Χριστός. Καὶ χωρὶς νὰ πάθει κανεὶς κάτι ἄρρωστο, δηλαδὴ ψύχωση καὶ τέτοια, πού, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἄρρωστα πράγματα, νὰ τὸ σκέπτεται, νὰ τὸ ἀγαπᾶ πολὺ αὐτὸ καὶ νὰ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ἐμβαθύνει, νὰ τὸ νιώσει, νὰ τὸ ζήσει τοσο πολύ, ὥστε νὰ γραφεῖ μέσα στὴν καρδιά του, μέσα στὸ νοῦ του, μέσα στὴν σκέψη του, ἡ λέξη Χριστούγεννα καὶ τὸ ὅλο γεγονὸς αὐτό. Τὸ ἴδιο νὰ γίνει μὲ τὴν ἄλλη γιορτή, τὸ ἴδιο νὰ γίνει καὶ μὲ τὴν ἄλλη γιορτὴ κλπ.

Πρῶτα λοιπὸν καὶ κύρια πρέπει, παρακαλῶ πολύ, νὰ τὸ σκεφθοῦμε, νὰ τὸ μελετήσουμε. Νὰ μὴν εἶναι δηλαδὴ σὰν κάτι ἐπιπλέον, σὰν κάτι πρόσθετο. Καθὼς κάνουμε ὅλα τ’ ἄλλα, κάνουμε καὶ αὐτό, ποὺ κι ἂν δὲν εἶναι, δὲν πειράζει. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο λάθος τῶν χριστιανῶν, τῶν σημερινῶν χριστιανῶν. Πρῶτα εἶναι ὁ Χριστός, πρῶτα εἶναι τὸ ἔργο αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς γιά μᾶς, αὐτὸ ποὺ κάμνει ὁ Χριστὸς γιά μᾶς. Ἑπομένως, πρῶτα εἶναι ἡ γιορτη αὐτὴ ποὺ λέγεται Χριστούγεννα, τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων, αὐτὸ τὸ γεγονός, ἂς ποῦμε, ποὺ γιορταζουμε, καὶ ὕστερα εἶναι τὸ ὅτι θὰ στρώσουμε καλύτερο τραπέζι, θὰ πάρουμε ἴσως καὶ καινούργια ἐνδύματα, θὰ συγυρίσουμε περισσότερο τὸ σπίτι, θὰ κάνουμε ἴσως καὶ κάτι ἄλλο. Πρῶτα ὅμως αὐτό. Δὲν γίνεται ἀλλιῶς. Νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ καλὰ καλὰ καὶ νὰ δώσουμε τὸν ἑαυτό μας σ’ αὐτό. 

Νὰ κοινωνήσουμε κατὰ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο 

Ἔπειτα, ἔτσι πρακτικὰ θὰ ἦταν καλὸ νὰ σκεφθοῦμε καὶ ὡς ἑξῆς: κάθε μέρα τρῶμε καὶ μερικοὶ κάθε μέρα, ἢ τέλος πάντων ἀρκετὲς φορὲς, ἔχουν καλὸ φαγητό, ἂς ποῦμε, καὶ τρῶνε. Ἀλλὰ ὅμως στρώνουν τὸ τραπέζι κατὰ ἕναν συνηθισμενο τρόπο, τρῶνε κατὰ ἕναν συνηθισμένο τρόπο, τελειώνουν καὶ πηγαίνουν στὶς δουλειές τους. Ὅμως τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα, τῶν Θεοφανείων, τὴν ἡμέρα ποὺ ἔχουν μιὰ ἄλλη γιορτὴ κλπ., πάλι τὸ ἴδιο φαγητὸ θὰ φᾶνε -ὁ ἄνθρωπος πόσο θὰ φάει; Δὲν εἶναι στὸ χέρι του νὰ φάει πολύ. Θὰ φάει, θὰ φάει, χόρτασε. Τί ἔγινε;- ἀλλὰ καὶ θὰ τὸ φροντίσουν περισσότερο καὶ θὰ τὸ γιορτάσουν. Θέλω νὰ τονίσω δηλαδὴ τοῦτο: ἐνῶ τρῶμε κάθε μέρα καὶ τρῶμε κατὰ ἕναν συνηθισμένο τρόπο, ὅταν ἔρθει μιὰ ἐξαιρετικὴ ἡμέρα, πάλι θὰ φᾶμε τὰ ἴδια -τὸ πολὺ πολὺ νὰ προσθέσουμε κανένα γλυκὸ παραπάνω, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα τὸ στομάχι θὰ γεμίσει κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο- ὅμως φροντίζουμε νὰ τὸ χαροῦμε περισσότερο, ἂς ποῦμε, νὰ τὸ καταλάβουμε, νὰ τὸ νιώσουμε καλύτερα. Γίνεται καὶ ἀνάλογη προετοιμασία, καὶ τὸ σκεπτόμαστε.

Εἴπαμε προηγουμένως, κάποια ἡμέρα ποὺ ἔχουμε γιορτή, ἔχουμε πανηγύρι, ἔχουμε γάμο κλπ. ἀπὸ πιὸ μπροστά το σκεπτόμαστε, τὸ μελετοῦμε. Ἔτσι, θὰ στρωθεῖ τὸ τραπέζι, θὰ μποῦν τὰ λουλούδια, θὰ μποῦν οἱ κάρτες, ἡ ἐπίπλωση θὰ ‘ναι ἀνάλογη, καὶ τὸ γιορτάζουμε, τὸ χαιρόμαστε. Ὅσες βέβαια οἰκογένειες τὰ καταφέρνουν ἔτσι. Γιατί σὲ μερικὲς οἰκογένειες τέτοιες μέρες γίνονται οἱ μεγαλύτεροι καβγάδες. Ἀλλὰ ὅσες οἰκογένειες τὰ καταφέρνουν, γιορτάζουν καὶ περνοῦν εὐχάριστα τὴν ἡμέρα αὐτὴ ποὺ κάνουν μιὰ ὁποιαδήποτε γιορτή.

Θέλω νὰ πῶ δηλαδὴ κάτι, ποὺ δὲν τὸ ἔχουμε πεῖ ἄλλη φορά, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ ποῦμε σήμερα. Τὸ τραπέζι, τὸ φαγητὸ ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεός, εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία. Κοινωνοῦμε πολλὲς φορὲς τὸν χρόνο. Κυριακές, καθημερινὲς καὶ ἡμέρα καὶ σὲ ἀγρυπνία κλπ. Πολλοὶ χριστιανοὶ κοινωνοῦν πολλὲς φορὲς κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἔτους. Καὶ τὰ Χριστούγεννα θὰ κοινωνήσουμε. Δὲν θὰ κάνουμε τίποτε περισσότερο. Ὅμως νομίζω ὅτι θὰ μπορούσαμε, ἂς ποῦμε, αὐτὴ τὴν ἡμέρα νὰ κοινωνήσουμε -ὅπως καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη γιορτή-κατὰ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο. Ὄχι ὅτι μειώνεται ἡ Θεία Κοινωνία τὶς ἄλλες μέρες. Ὅπως εἴπαμε γιὰ τὸ φαγητό, κάθε μέρα τρῶμε καὶ χορταίνουμε. Ἀλλὰ σὲ μιὰ γιορτὴ φροντίζουμε νὰ τὸ χαροῦμε ἀκόμη περισσότερο τὸ φαγητὸ ποὺ θὰ φᾶμε.  

Προετοιμασία γιὰ τὴν χριστουγεννιάτικη Θεία Κοινωνία 

Ὅλοι ἑτοιμάζονται νὰ κοινωνήσουν τὰ Χριστούγεννα καὶ πολὺ καλὰ κάνουν. Εἴ δυνατὸν νὰ μὴ μείνει κανένας χριστιανὸς ποὺ νὰ μὴν κοινωνήσει, προπαντὸς τὶς μεγάλες γιορτές: τὰ Χριστούγεννα, τὰ Θεοφάνεια, τὸ Πάσχα. Γι’ αὐτὸ, ὅλοι πρέπει νὰ ἑτοιμασθοῦν ὁπωσδήποτε μὲ τὴν μετάνοια, μὲ τὴν ἐξομολόγηση, μὲ τὴν κάθαρση κλπ. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τονίσω σήμερα, νὰ τὸ σκεφθοῦμε, ὅτι «θὰ κοινωνήσω τὰ Χριστούγεννα». Εἶναι ἡ χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία, εἶναι ἡ χριστουγεννιάτικη γιορτή, εἶναι ἡ χριστουγεννιάτικη Θεία Κοινωνία. Ἑπομένως, ἂς ἑτοιμασθῶ λίγο καλύτερα, ἂς τὸ σκεφθῶ λίγο περισσότερο, ἂς τὸ μελετήσω, ἂς δώσω λίγο περισσότερο τὴν καρδιά μου, ἂς τὸ χαρῶ λίγο περισσότερο, ἂς τὸ ποθήσω λίγο περισσότερο.

Τὸν ἄλλο καιρὸ ἴσως δὲν μπορεῖς, ἂς ποῦμε, νὰ κάνεις ὁρισμένα πράγματα. Φρόντισε αὐτὴ τὴν ἡμέρα καὶ σὲ κάθε γιορτὴ νὰ ἔχεις ὅσο τὸ δυνατὸν καθαρὴ καρδιά, νὰ εἶσαι ὅσο τὸ δυνατὸν συμφιλιωμένος μὲ ὅλους, νὰ μὴν εἶναι κανεὶς στενοχωρημένος, λυπημένος μαζί σου. Ὄχι μόνο ἐσὺ νὰ μὴν εἶσαι τσακωμένος μὲ κανέναν, ἀλλὰ καὶ ἄλλος νὰ μὴν εἶναι λυπημένος μαζί σου. Νὰ φροντίσεις, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ σένα, νὰ φύγει ἀπὸ τὴ μέση ἡ λύπη, ἡ στενοχώρια. Νὰ διαβάσεις ἴσως κάποιο βιβλίο, τὸ ὁποῖο μιλάει γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, νὰ διαβάσεις τὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως, νὰ προσευχηθεῖς λίγο περισσότερο.

Ἂν μπορέσεις νὰ βρεῖς λίγο χρόνο, ἔστω λίγα λεπτά, νὰ ἀποσυρθεῖς κάπου. Καὶ ἕνα λεπτὸ νὰ τὸ κάνει κανείς. Δὲν θὰ βρεῖ ἕνα λεπτό; Ἕνα λεπτὸ νὰ καθίσεις ἔτσι, εἰδικὰ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, νὰ μείνεις μόνος μὲ μόνο τὸν Θεὸ καὶ νὰ σκεφθείς: «Θεέ μου, ἐγὼ θὰ ἔλθω νὰ κοινωνήσω». Ὅσο μπορεῖ νὰ τὸ κάνει κανεὶς καὶ νὰ μελετήσει τὸ μυστήριο. Νὰ προδιαθέσει τὴν ψυχή του, τὴν ὅλη ὕπαρξή του γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ δεῖπνο, γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ τραπέζι, γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, τὴν γιορτινὴ Θεία Κοινωνία, τὴν χριστουγεννιάτικη Θεία Κοινωνία.

Δὲν ἔχει τίποτε παραπάνω αὐτὴ ἡ Θεία Κοινωνία ἀπὸ τὶς ἄλλες οὔτε οἱ ἄλλες εἶναι ὑποδεέστερες ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ ἀνθρωπίνως ὅμως μποροῦμε, ὅπως κάνουμε γιὰ τὸ κοινὸ τραπέζι, κάτι περισσότερο νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ νιώσουμε τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Χριστουγέννων πιὸ πολύ, γιὰ νὰ τὴ γιορτάσουμε αὐτὴ τὴν Θεία Λειτουργία, αὐτὴ τὴν Θεία Κοινωνία πιὸ πολύ. 

Μία ἀπαραίτητη ἐνέργειά μας: ἡ συμφιλίωση μὲ ὅλους 

Καὶ ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, ἔρχεται στὴν συνέχεια, ὅτι πρέπει νὰ κάνει κανεὶς μερικὰ πρακτικότερα πράγματα. Καὶ βασικὸ εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖο μόλις προηγουμένως εἶπα: ἡ συμφιλίωση μὲ ὅλους. Ὅλοι νὰ προσπαθήσουμε νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο αὐτὲς τὶς ἡμέρες, εἴτε μὲ μιὰ καρτούλα εἴτε μ’ ἕνα δωράκι εἴτε μ’ ἕνα τηλέφωνο εἴτε μ’ ἕναν ἄλλο τρόπο, ἂς ποῦμε, νὰ ξεπεράσουμε τὰ ἀγκάθια, νὰ ξεπεράσουμε ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δηλητηριάζουν τὴν ψυχή μας, ὅλες ἐκεῖνες τὶς καταστάσεις ποὺ μᾶς κάνουν νὰ ἔχουμε μέσα μας τὴν πικρία, νὰ ἔχουμε μέσα μας μιὰ στενοχώρια.

Νὰ γλυκάνουμε τὴν ψυχή μας μὲ τὴν φιλία, μὲ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν συμφιλίωση, μὲ τὴν τακτοποίηση. Καὶ αὐτὸ μπορεῖ ν’ ἀρχίσει καὶ πρέπει ν’ ἀρχίσει πρῶτα ἀπὸ τὸ σπίτι, πρῶτα ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς δικούς μας. Νὰ κάνουν οἱ γονεῖς μιὰ συγκατάβαση στὰ παιδιὰ καὶ νὰ συμφιλιωθοῦν. Νὰ κάνουν ἐπίσης τὰ παιδιὰ μιὰ συγκατάβαση καὶ νὰ συμφιλιωθοῦν μὲ τοὺς γονεῖς. Ὁ σύζυγος μὲ τὴ σύζυγο… Βέβαια, μένουν στὸ ἴδιο σπίτι, μιλᾶνε, τρῶνε μαζὶ κλπ., ἀλλὰ ὅλο καὶ κάτι ὑπάρχει μέσα τους. Μιὰ εὐκαιρία καλὴ• Χριστούγεννα εἶναι. Νὰ κυλήσει πραγματικὰ ἡ ἀγάπη. Νὰ δοθεῖ πραγματικὰ ἡ ἀγάπη ἀπὸ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο. Νὰ βασιλεύσει ἡ ἀγάπη, νὰ μονοιάσει ὅλους ἡ ἀγάπη, νὰ τοὺς φιλιώσει ὅλους, νὰ τοὺς κάνει νὰ νιώσουν ὅτι εἶναι ὅλοι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.

Ποιός μπορεῖ νὰ πεῖ «ἐγὼ εἶμαι καλύτερος ἀπὸ τὸν ἄλλο»; Ποιός μπορεῖ νὰ σταθεῖ καὶ νὰ πεῖ, ὅτι «εἶμαι λιγότερο ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τὸν ἄλλο»; Ποιός, ποιός; Ἅγιος νὰ εἶναι κάποιος, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, σὲ σύγκριση μὲ τὸν μεγαλύτερο ἁμαρτωλό, δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ «ἐγὼ εἶμαι ἅγιος κι ἐσὺ εἶσαι ἁμαρτωλός». Ὁ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος βγάζει τὴν κρίση γιὰ τὸν καθένα. Ἐμεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ὅλοι πλάσματά του, ὅλοι ἐν ἁμαρτίαις, ὅλοι μὲ τὰ λάθη μας, ὅλοι μὲ τοὺς ἐγωισμούς μας καὶ ἐπιστρέφουμε σ’ αὐτὸν μὲ ταπείνωση, μὲ ἁπλότητα καὶ ζητοῦμε τὴν συγχώρηση. Καὶ πάντοτε μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Κύριος καὶ μᾶς λέει, ὅτι πρέπει μεταξύ μας νὰ συμφιλιωθοῦμε, ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.

Ἑπομένως, ὅλο καὶ θὰ βροῦμε -θέλω νὰ τονίσω τὰ πρακτικά- ἕναν τρόπο, ἕναν γλυκὸ λόγο, ἕνα δωράκι, ὅπως εἴπαμε -τὸ ὁποῖο αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει καμιὰ ἄξια- μιὰ καρτούλα ποὺ θὰ γράψεις δυὸ λέξεις, γιὰ νὰ συμφιλιωθοῦμε ἀκόμη καὶ μέσα στὸ σπίτι. Πρέπει νὰ βάλεις κατὰ μέρος τὸ θέλημά σου, νὰ βάλεις κατὰ μέρος τὸν ἐγωισμό σου, νὰ βάλεις κατὰ μέρος τὸ πικάρισμά σου, νὰ βάλεις κατὰ μέρος τὸ ὅτι εἶσαι θιγμένος. Ἐπίσης, μιὰ ἐκδούλευση νὰ κάνεις στὸν ἄλλο, μιὰ χάρη νὰ κάνεις στὸν ἄλλο. «Ἀσ’ το, μπαμπᾶ -νὰ πεῖ τὸ παιδί- θὰ τὸ κάνω ἐγὼ αὐτὸ· μὴ στενοχωριέσαι, τὸ ἀναλαμβάνω ἐγὼ»· καὶ νὰ ξενοιάσει ὁ ἄνθρωπος. Μπορεῖ μετὰ νὰ μὴ δεῖ διαφορετικὰ τὸ παιδὶ αὐτό; Ὅπως ἐπίσης ἀπὸ τὴν πλευρά τους ὁ μπαμπάς, ἡ μαμά, νὰ ποῦν: «Καλά, παιδί μου. Χριστούγεννα ἔρχονται. Προσπάθησε κι ἐσὺ κι ἐμεῖς νὰ μὴ στενοχωρεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Νὰ περάσουμε γλυκύτερες αὐτὲς τὶς ἡμέρες, κάπως καλύτερα αὐτὲς τὶς ἡμέρες». 

Δὲν μποροῦμε νὰ συμβιβάσουμε τὰ ἀσυμβίβαστα 

Ἐφόσον ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα γιά μᾶς, ἄλλοι ὅμως δὲν τὰ δέχονται ἔτσι, περιττὸ νὰ ποῦμε ὅτι κάπως ἀλλιώτικη θά ‘ναι ἡ ζωὴ ἡ δική μας. Νὰ τὸ προσέξουμε αὐτό, σᾶς παρακαλῶ. Δὲν θὰ σηκωθοῦμε νὰ φύγουμε. Θὰ ζήσουμε ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους. Μέσα στὶς πόλεις ποὺ ζοῦν οἱ ἄλλοι, κι ἐμεῖς. Τὰ ἴδια καυσαέρια, κι ἐκεῖνοι κι ἐμεῖς. Τὰ ἴδια πᾶνε, ἔλα κλπ. Ὅλα αὐτὰ θά ‘ναι τα ἴδια, ἀλλὰ τελικὰ ὅμως δὲν μποροῦμε, ἂς ποῦμε, νὰ συμβιβάσουμε καὶ νὰ συνδυάσουμε τὰ ἀσυμβίβαστα καὶ τὰ ἀσυνδύαστα.

Δὲν μπορεῖς δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τάχα νὰ σκέπτεσαι γιὰ τὰ Χριστούγεννα, γιὰ τὴν γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, γιὰ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονός, γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ, γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ σκέπτεσαι, σὲ ποιό μέρος θὰ πᾶς νὰ κάνεις τὸ ρεβεγιόν σου ἢ νὰ κάνεις ἄλλες κοσμικὲς ἐκδηλώσεις. Δὲν γίνεται. Πῶς νὰ τὸ κάνουμε; Εἶναι ἕνα λάθος αὐτό. Ἐντάξει· ὅσοι θέλουν νὰ πᾶνε νὰ κάνουν ἐκεῖνο, νὰ κάνουν ἐκεῖνο. Ὅμως, ἅμα ἐσὺ θέλεις νὰ εἶσαι χριστιανός, νὰ ξέρεις ὅτι δὲν μποροῦν νὰ γίνουν καὶ τὰ δύο. Ἕνα ἀπὸ τὰ δυὸ καρπούζια θὰ κρατήσει κανεὶς στὴ μασχάλη• καὶ τὰ δυὸ δὲν γίνεται. Κι ὅσοι τυχὸν τὸ ἐπιχειροῦν αὐτό, τελικὰ χάνουν καὶ τὰ δύο. Ἑπομένως, καὶ θὰ νηστεύσουμε.

Θ’ ἀκούσετε νὰ λένε «τί νηστεῖες καὶ τί ἐγκράτεια…». Ἂς τὰ λένε. Ἐκεῖνοι αὐτὸ νομίζουν ὅτι εἶναι τὸ σωστό. Ἀλλὰ ὅποιος ὅμως πιστεύει στὸν Χριστό, πιστεύει στὴν Ἐκκλησία καὶ θέλει νὰ γνωρίζει πῶς ἔχουν τὰ πράγματα, νὰ ξέρει ὅτι θὰ νηστεύσει. Καὶ θὰ νηστεύσουμε καὶ θὰ ἀποφύγουμε τὰ κοσμικὰ καὶ θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ κύριο. Δηλαδὴ πῶς μπορεῖς νὰ δικαιολογηθεῖς ὡς χριστιανὸς νὰ εἶναι Κυριακὴ πρωὶ καὶ προπαντὸς νὰ εἶναι γιορτὲς καὶ ἐσὺ νὰ ἀπουσιάζεις; 

Τὸ θέμα εἶναι νὰ βρεθοῦμε μέσα στὸ μυστήριο 

Στὴν Θεία Λειτουργία, ὅπως ἔχουμε πεῖ, ἔχουμε ὄντως τὸν Χριστό, ἔχουμε ὄντως ὅλη τὴν ζωή του, ἔχουμε τὴν Γέννησή του, τὴν διδασκαλία του, τὸ κήρυγμά του, ἔχουμε τὸν θάνατό του, τὴν Ἀνάστασή του. Μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, μέσα στὸ μυστήριο αὐτό. Αὐτὸ θὰ πεῖ Θεία Λειτουργία, καὶ σὺ κάθεσαι καὶ κοιμᾶσαι; Καὶ γιατί κοιμᾶσαι; Διότι ξενύχτησες στὸ ρεβεγιόν, διότι ξενύχτησες στὴν τράπουλα. Δὲν γίνεται. Ὅπως εἴπαμε, ὅποιος θέλει νὰ κάνει ἐκεῖνα, νὰ τὰ κάνει. Ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ συμβιβαστοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα. Θὰ σηκωθεῖς λοιπὸν καὶ θὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία. Γιὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους.  Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ πᾶς ὅλη τὴν ὥρα, νὰ πᾶς ὅση ὥρα μπορεῖς. Τοὐλάχιστον στὴν Θεία Λειτουργία.

Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ θὰ ἤθελα νὰ πῶ, ὅτι σὲ μιὰ κοσμικὴ γιορτή, σὲ μιὰ ἐκδήλωση κοσμική, φροντίζει κανεὶς νὰ πάει ἀπὸ τοὺς πρώτους, καὶ γιὰ νὰ πιάσει θέση ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴ χάσει τίποτε ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ τὰ δεῖ ὅλα, νὰ τ’ ἀκούσει ὅλα κλπ. Γιατί νὰ μὴν πᾶς, νὰ μὴν φροντίσεις νὰ πᾶς ἐσὺ ποὺ μπορεῖς, ὅποιος μπορεῖ -ὅποιος δὲν μπορεῖ…- ἀπὸ τὴν ἀρχή; Μὴν πεῖς: «Τί ὥρα ἀρχίζουν τὰ Χριστούγεννα;» Στὶς 5 ἡ ὥρα. «Τί ὥρα τελειώνουν;» Στὶς 8-8:30. «Ἐγὼ θὰ πάω κατὰ τὶς 7:30».

Γιατί νὰ μὴν πᾶς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ν’ ἀκούσεις τὰ πρῶτα τροπάρια, «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοὶ ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀκολουθήσωμεν…»; Πῶς θὰ τὰ ἀκούσεις αὐτά; Θὰ πᾶς ὕστερα νὰ βάλεις τὸ ραδιόφωνο νὰ τὰ ἀκούσεις ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο ἢ νὰ τὰ ἀκούσεις ἀπὸ τὴν κασέττα; Καλὲς εἶναι οἱ κασέττες, γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν κλπ., ἀλλὰ ὅμως δὲν μποροῦν οἱ κασέττες καὶ τὸ ραδιόφωνο νὰ ἀντικαταστήσουν τὸ μυστήριο. Δὲν εἶναι μόνο νὰ ἀκούσουμε τὰ τροπάρια. Τὸ θέμα εἶναι νὰ βρεθοῦμε μέσα στὸ μυστήριο. Ἡ ὅλη λατρεία εἶναι μυστήριο καὶ εἰδικότερα ἡ Θεία Εὐχαριστία. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι πηγὴ γιὰ ὅλη τὴν λατρεία.

Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἱερέας θὰ πεῖ «Εὐλογητὸς ὁ Θεός…» καὶ θ’ ἀρχίσει πρῶτα ἡ λιτὴ καὶ στὴν συνέχεια ὁ ὄρθρος, μπήκαμε μέσα στὸ μυστήριο τῆς λατρείας. Καὶ ὅταν ψάλλεται «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί…», δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅτι τὸ ἀκοῦμε, ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσουμε, γιατί εἴμαστε λογικὰ ὄντα, ἀλλὰ εἴμαστε μέσα στὸ μυστήριο αὐτὸ τῆς λατρείας. Καὶ ἂν εἶναι ἀνάλογη ἡ στάση τῆς ψυχῆς μας, πράγματι σὰν νὰ εἴμαστε στὸν δρόμο πρὸς τὴν Βηθλεὲμ ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ πᾶμε ὄντως νὰ δοῦμε ἐκεῖ στὴν φάτνη τὸ νήπιο καὶ νὰ σπαρταρήσει ἡ ψυχή μας, ἂς ποῦμε, ἀπὸ τὴν οὐράνια ἐπίσκεψη, ἀπὸ τὴν χαρά, ἀπὸ τὸν ἐξαγνισμό, ἀπὸ τὴν κάθαρση, ἀπὸ τὸν φωτισμό, ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ γίνουν μέσα μας. Θὰ πᾶς καὶ τὴν πρώτη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων καὶ τὴν δεύτερη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων καὶ τὴν τρίτη -ὅποιος μπορεῖ – καὶ τὴν Πρωτοχρονιά. 

Θὰ πιέσουμε τὸν ἑαυτό μας. Δὲν γίνεται ἀλλιῶς 

Καὶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ: ὅποιος θέλει νὰ εἶναι χριστιανός, χριστιανὸς ἀληθινός, ὅποιος πιστεύει στὸν Χριστό, πιστεύει στὴν Ἐκκλησία καὶ θέλει νὰ ἔχει μέσα του τὸν Χριστό, ὅποιος θὰ κοινωνήσει, θὰ πάρει μέσα του τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὅποιος ἀναθέτει τὴν ἐλπίδα του στὸν Χριστὸ καὶ τὸ πᾶν γι’ αὐτὸν εἶναι ὁ Χριστὸς, ὅποιος θέλει ἔτσι νὰ ζεῖ, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ παίξει χαρτιὰ τὸ βράδυ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, νὰ μὲ συγχωρήσει, ἀλλὰ δὲν ξέρει τί κάνει καὶ δὲν ξέρει τί λέει καὶ δὲν ξέρει τί πιστεύει. Αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ἂς ποῦμε, τὸ χαρτοπαίγνιο εἶναι κακό, ἀλλὰ ἐφόσον τὸ κάνουν καὶ γι’ αὐτὸν τὸ λόγο, εἶναι δυὸ φορὲς κακό, τρεῖς φορὲς κακό, δέκα φορὲς κακό. Ἂς τὰ ἔχουμε ὑπόψιν μας, γιατί διαπιστώνω ὅτι ὑπάρχουν χριστιανοὶ ποὺ θέλουν νὰ εἶναι μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ νὰ μὴν ἀφήσουν κι ἐκεῖνα κεῖ τὰ πράγματα. Δὲν γίνεται. Τὰ κοσμικὰ εἶναι κοσμικά. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ θέλουν ν’ ἀκολουθήσουν ἐκεῖνον τὸν δρόμο, ἂς τὸν ἀκολουθήσουν. Δὲν θὰ τὰ βάλουμε μαζί τους.

Τὸ Εὐαγγέλιο λίγο-πολὺ εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ἀκόμη καὶ στὴν Κίνα ἔχει φθάσει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὴν Ἰαπωνία καὶ στὶς Ἰνδίες καὶ σ’ ὅλη τὴν Ἀσία ἀλλὰ καὶ στὶς ἄλλες ἠπείρους. Παντοῦ ἔχει φθάσει τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅποιος θέλει τὸ πιστεύει, ὅποιος θέλει τὸ ἀκολουθεῖ. Ὁποῖος δὲν θέλει… Πολὺ περισσότερο ἐμεῖς ἐδῶ. Κανέναν δὲν πρέπει νὰ ἀναγκάσουμε, κανέναν δὲν πρέπει νὰ πιέσουμε. Τὸν μόνο ποὺ πρέπει νὰ πιέσουμε, ἐὰν θέλουμε, εἶναι ὁ ἑαυτός μας· ἀλλὰ ἐὰν θέλουμε. Ὅμως πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι, ἂν θέλουμε νὰ γίνουμε τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸ ποθοῦμε, θὰ πιέσουμε τὸν ἑαυτό μας. Δὲν γίνεται ἀλλιῶς. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν».

Μερικοὶ νομίζουν ὅτι ἁπλῶς ποὺ πίστευσαν, πόθησαν, θέλησαν, ἁπλῶς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ γίνουν τοῦ Χριστοῦ, θὰ γίνει αὐτό. Ὄχι• θὰ καθίσεις κάτω. Δυσκολεύεσαι νὰ νηστεύσεις, ὅμως θὰ νηστεύσεις. Δυσκολεύεσαι νὰ πᾶς νωρίτερα στὴν Ἐκκλησία, ὅμως θὰ πᾶς. Δυσκολεύεσαι νὰ προετοιμασθεῖς κλπ., ὅμως θὰ τὸ κάνεις αὐτό. Δυσκολεύεσαι νὰ φροντίσεις νὰ μάθεις τί εἶπε ὁ Κύριος, τί θέλει ὁ Κύριος ἀπὸ σένα, δυσκολεύεσαι νὰ προσπαθήσεις νὰ ἐφαρμόσεις ὅ,τι εἶπε ὁ Κύριος. Ὅμως νὰ τὸ πάρεις ἔτσι: «Δύσκολο, ξεδύσκολο, ἀφοῦ τὸ θέλει ὁ Θεός μου, ἀφοῦ ἐγὼ τὸν ἀγαπῶ, ὅλα θὰ τὰ κάνω γιὰ τὴν ἀγάπη αὐτή». Κάπως ἔτσι.

Νὰ μὴ σᾶς κουράζω, ἀδελφοί μου, περισσότερο. Κοντὰ στὰ ὅσα ἔχουμε πεῖ ἄλλες φορές, στὰ ὅσα ξέρετε μόνοι σας ἢ κι ἀπὸ ἀλλοῦ, στὰ ὅσα διαβάζετε καὶ θὰ διαβάσετε αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ἂς ἔχουμε κι αὐτὰ ὑπόψιν μας, καὶ ἔτσι νὰ μᾶς βοηθήσει ὅλους ὁ Θεὸς πραγματικὰ νὰ γιορτάσουμε κάπως καλύτερα Χριστούγεννα φέτος μὲ τὴν Χάρι του καὶ τὴν βοήθειά του. 

19-12-1982 

alopsis.gr

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΝΟΜΗΣΗ ΤΟΥ!

 π. Συμεών Κραγιόπουλος
Η πτώση τού ανθρώπου και η αυτονόμησή του 

Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ὁ ἄνθρωπος· εἶναι ἡ κορωνίδα τῆς δημιουργίας, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸς ποὺ ἐπλάσθη «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν». Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα, ἀλλὰ ἐφόσον ἔχει μέσα του τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον ἔχει μέσα του τὸν Θεό, ἐφόσον ἔχει ἀληθινὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ· ὄχι ἁπλῶς νὰ θυμᾶται τὸν Θεὸ ἢ ἁπλῶς νὰ κάνει καμιὰ προσευχὴ στὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἀληθινὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ὄντως δηλαδὴ νὰ αἰσθάνεται ὅτι ὁδηγεῖται, ὅτι ἄγεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ δίνει ζωή, ὅτι ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι εἶναι μέσα του ὁ Θεός.

Αὐτὴ ἡ σχέση, αὐτὴ ἡ κοινωνία χάλασε μὲ τὴν πτώση, μὲ τὴν ἁμαρτία. Χάλασε τελείως καὶ δὲν διορθωνόταν μὲ τίποτε. Ἅπαξ καὶ ἁμάρτησαν οἱ πρωτόπλαστοι, ἔχασαν ὅλη ἐκείνη τὴ χάρη ποὺ εἶχαν καὶ μέσα τους καὶ ἐξωτερικά, ποὺ ἦταν σὰν ἔνδυμα· γι’ αὐτὸ αἰσθάνθηκαν μετὰ ὅτι ἦταν γυμνοὶ (βλ. Γέν. 3:7).

Βλέπετε, τώρα ὑπάρχει μιὰ τέτοια τάση· μέσα στὴν ὅλη ἀδιαντροπιὰ ποὺ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι, ὑπάρχει ἡ τάση νὰ ξεγυμνωθοῦν. Εἶναι μιὰ ἀδιαντροπιά, εἶναι ὅμως, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, καὶ μιὰ βαθύτερη δαιμονικὴ πέρα γιὰ πέρα τάση, ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος, νὰ ὑποκαταστήσει τὰ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἐνδύει, ντύνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ χάρη του, καὶ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἄγγελος. Ὁ ἄνθρωπος τὸ πετάει αὐτὸ τὸ ἔνδυμα, δὲν τὸ θέλει καὶ αὐτονομεῖται. Καὶ τρόπον τινὰ μὲ τὴν τάση του αὐτή, μὲ ὅλη τὴν ἀδιαντροπιά του θέλει νὰ πεῖ: «Δὲν χρειάζομαι αὐτὸ τὸ ἔνδυμα τὸ δικό σου. Μπορῶ ἐγὼ χωρὶς τὸ ἔνδυμα τὸ δικό σου, χωρίς τη χάρη· μπορῶ δηλαδὴ νὰ ζῶ γυμνός». Μπορεῖ νὰ εἶναι κάτι τέτοιο· δηλαδὴ μιὰ δαιμονικὴ τάση, καὶ ὄχι μόνο μιὰ βάναυση ἀδιαντροπιά. Ἔτσι θὰ χαθοῦν πολλοὶ ἄνθρωποι.

Ἔχει γίνει πολὺ μεγάλο κακὸ στὸν σημερινὸ ἄνθρωπο. Καὶ ἴσως ὁ Θεὸς ἐπιτρέψει νὰ ἔρθουν συμφορὲς ποὺ θὰ συνετίσουν τὸν ἄνθρωπο· ὅσους θὰ συνετίσουν. Ἀλλιῶς ὁ ἄνθρωπος, καθὼς τόσο πολὺ ἔχει αὐτονομηθεῖ καὶ τόσο περὶ πολλοῦ ἔχει τὸν ἑαυτό του καὶ ἔχει θεοποιήσει τὸν ἑαυτό του, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τίποτε ἀπὸ τὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν ἀναφερθεῖ στὸν Θεὸ καὶ ἂν προσευχηθεῖ καὶ ἂν ἔχει μιὰ κάποια σχέση μὲ τὸν Θεό, τὸ κάνει αὐτὸ μὲ ὅλο τὸ ἀγέρωχο ὕφος ποὺ ἔχει, μὲ ὅλη τὴν ὑπερηφάνειά του, μὲ ὅλο τὸν ἐγωισμό του, μὲ ὅλη τὴν ἀδιαντροπιά του. Δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τίποτε.

Δὲν πάει δηλαδὴ στὸν Θεὸ μὲ τὴ συναίσθηση τοῦ τί ἔχει κάνει, καὶ νὰ ταπεινωθεῖ, νὰ μετανοήσει, νὰ ζητήσει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νὰ ζητήσει συγχώρηση, νὰ ζητήσει τακτοποίηση, καὶ νὰ πεῖ: «Θεέ μου, μόνο ἐσὺ μπορεῖς νὰ τὰ ξαναφτιάξεις τὰ πράγματα. Ἐγὼ τὸ μόνο ποὺ ἔκανα εἶναι ὅτι τὰ χάλασα. Ἀλλὰ ἐσὺ ὡς Θεὸς μπορεῖς νὰ τὰ ξαναφτιάξεις». Δὲν ἔχει τέτοια διάθεση ὁ ἄνθρωπος. Προσέξτε νὰ δεῖτε. Καὶ θὰ τὸ πῶ ἀκόμη μιὰ φορά, γιὰ νὰ μὴ νομίζουμε ὅτι αὐτὰ ποὺ λέμε ἀναφέρονται σὲ κάποιους ἄλλους. Ἐξ ὅσων καταλαβαίνω ἐγώ, μπορεῖ νὰ κάνω λάθος, καὶ οἱ πιὸ καλοὶ χριστιανοὶ δὲν τὸ βάζουν κάτω, καὶ οὔτε τὸ καταλαβαίνουν αὐτό. Ἔπαρση, ἔπαρση, ἔπαρση, ἐγωισμό, φιλαυτία, ἐγωλατρία, οἴηση, φούσκωμα, θίξιμο καὶ τέτοια πράγματα· καὶ οἱ πιὸ καλοὶ χριστιανοὶ ἀκόμη.

Καὶ νομίζουμε ὅτι κάτι θὰ γίνει μὲ τὸ νὰ κάνουμε κάποια καμώματα, μὲ τὸ νὰ τὰ βολεύουμε ὅπως ἐμεῖς κρίνουμε τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Θεό. Ἐπειδὴ εἴμαστε ἔξυπνοι στὴν καθημερινὴ ζωὴ καὶ βολεύουμε τὶς δουλειές μας, νομίζουμε ὅτι κάπως ἔτσι στὰ κλέφτικα καὶ στὰ πονηρὰ καὶ κατὰ πλάγιο τρόπο θὰ τὰ βολέψουμε καὶ μὲ τὸν Θεό. Δὲν θὰ γίνει τίποτε. Ἢ ταπεινώνεσαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μετανοεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὑποτάσσεσαι ἄνευ ὅρων ἢ χάνεσαι. Παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξουμε αὐτὸ καὶ μάλιστα νὰ ρωτήσουμε τὶς ψυχές μας μήπως ἀκόμη δὲν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ τὸ μάθημα. Ἂν προσέξουμε καλύτερα, θὰ δοῦμε ὅτι ὅλοι μὲ κάποιους ὅρους πιστεύουμε, μὲ κάποιους ὅρους δεχόμαστε τὰ τοῦ Θεοῦ, μὲ κάποιους ὅρους εἴμαστε ὅ,τι εἴμαστε. Ὄχι ἔτσι. Ἄνευ ὅρων νὰ ὑπακούσεις, νὰ ὑποταχθεῖς στὸν Θεό, νὰ παραδοθεῖς σ’ αὐτόν, νὰ θελήσεις αὐτὸς νὰ ζήσει καὶ νὰ διαφεντεύει μέσα σου. Ἄνευ ὅρων. Καὶ ἂν ψάξουμε καὶ τὸν ἑαυτό μας, ψάξουμε καὶ τοὺς ἄλλους, ἄραγε θὰ βροῦμε κανέναν σήμερα – ὄχι ὅτι δὲν ὑπάρχουν, ἀλλὰ τὸ τονίζουμε ἔτσι, γιὰ νὰ φανεῖ τὸ πρᾶγμα – ποὺ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὑποτάσσεται στὸν Θεό;

Ὁ καθένας, καὶ ὁ πιὸ «καλὸς» ἀκόμη, τὴν κρίσιμη ὥρα θὰ ἀντιδράσει, θὰ θιγεῖ, θὰ χολωθεῖ, θὰ στενοχωρηθεῖ, θὰ ἀμυνθεῖ, θὰ δικαιολογηθεῖ. Καὶ τί δὲν θὰ κάνει! Ἐνῷ εἶναι τόσο ἁπλὸ νὰ πεῖ: «Νά ‘ναι εὐλογημένο, Θεέ μου, ὅ,τι θέλεις. Νά ‘ναι εὐλογημένο, Θεέ μου, ὅπως θέλεις». Καὶ βέβαια μπορεῖ νὰ πεῖ ὁ ἄνθρωπος: «Νὰ τὸ πῶ, ἀλλὰ ὁ ἄλλος μὲ πειράζει». Ναί, ἀλλὰ αὐτὸν τὸν ἄλλο ὁ Θεὸς τὸν ἀφήνει καὶ σὲ πειράζει, ὁ Θεὸς τὸν ἀφήνει καὶ σὲ ἀδικεῖ, τὸν ἀφήνει καὶ σοῦ δημιουργεῖ τὸ ὅποιο θέμα. Ὑπάρχει τίποτε πάνω στὴ γῆ ποὺ γίνεται χωρὶς νὰ ξέρει ὁ Θεὸς καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτρέπει ὁ Θεός; Καὶ ἕνα σπουργιτάκι δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὸ σκοτώσει ὁ κυνηγός, ἐὰν δὲν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς (βλ. Μάτθ. 10:29).

(“…ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον…”, Β’ ἔκδ., Πανόραμα Θεσσαλονίκης)