ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ- Η ΟΡΘΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΓΙΑΣ!

 
π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Κυριακή του Τυφλού: Η ορθή έννοια της αργίας

 [Ιω. 9, 1-38]
Το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου, είχε εκπλήξει τους άρχοντας της Ιερουσαλήμ. Δεν εγνώριζαν τι εξήγηση να δώσουν. Ρωτούσαν τον ίδιον τον τυφλόν, ρωτούσαν τους γονείς του και ξαναρωτούσαν και επανήρχοντο. Αλλά το θαύμα έμενε θαύμα. Φθονούσαν οι άρχοντες τον Ιησούν. Γι’ αυτό ακριβώς και πολυπραγμονούσαν περί την θεραπεία του, γιατί δεν ηνείχοντο να ακούν κάτι μεγάλο γι’ Αυτόν. Εξάλλου ο φθόνος των οδήγησε τον Ιησούν εις τον Σταυρόν. Γι ‘αυτό προσπαθούν τώρα να βρουν, όπως πάντοτε το έκαναν, κάτι δήθεν κατηγορήσιμο για να ψέξουν, να κατηγορήσουν τον Ιησούν και να δείξουν ότι είναι αμαρτωλός και συνεπώς δεν είναι ο Μεσσίας. Όλο το θέμα εκεί ήτο. Και συνεπώς δεν είναι ο Μεσσίας.

Και το βρήκαν. Το θαύμα έγινε ημέρα Σάββατο. Ο Ιησούς έκανε πηλό εν ημέρα Σάββατο. Να η κατηγορία. Αυτό ήταν μία απόδειξις ατράνταχτη γι’ αυτούς βέβαια, ότι ο Ιησούς παραβαίνει τον νόμο κι έτσι είναι αμαρτωλός. Είδατε με πόσην ευκολίαν εξυφαίνεται η κατηγορία; Γι ‘αυτό ακριβώς ο Ιωάννης τονίζει στη σημερινή του ευαγγελική περικοπή: «Ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς». Ήταν Σάββατο όταν έκανε τον πηλόν ο Ιησούς και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. Πώς έκανε τον πηλόν; Έφτυσε χάμω. Πόσο είναι το φτύσμα; Και με αυτό, έκανε λίγο λάσπη. Παραβαίνει την αργία του Σαββάτου ο Ιησούς! Και έχρισε τα μάτια του τυφλού και του είπε: «Πήγαινε εις την κολυμβήθρα του Σιλωάμ και να νιφτείς». Και νιβόμενος ανέκτησε την όρασή του. Δεδομένου ότι ήταν τυφλός εκ γενετής, δηλαδή δεν είχε απλώς μία βλάβη στην όραση. Δεν υπήρχαν καν τα μάτια. Δεν υπήρχαν βολβοί. Αυτό είναι το σημαντικότατο.

Έτσι, έλεγαν κάποιοι Φαρισαίοι: «Ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά του Θεού, ότι το Σάββατον ου τηρεί». Αυτός ο άνθρωπος, λέγει, δεν είναι από τον Θεό, δεν είναι δυνατόν να είναι από τον Θεό, επειδή δεν φυλάττει την εντολή της αργίας του Σαββάτου.

Το ίδιο βεβαίως είχε συμβεί και με τον παραλυτικόν που είχαμε δει την παρελθούσα Κυριακή στην ευαγγελική περικοπή που του είπε ο Κύριος να σηκώσει το κρεβάτι του και να πάει στο σπίτι του. Του λένε οι άλλοι: «Σάββατο είναι· σηκώνεις το κρεβάτι σου;». Στη ραβινική διδασκαλία, στην ερμηνεία των εντολών, ίσως θα τρομάξετε άμα το ακούσετε, «εάν», λέγει, «έπαιρνες ένα αντικείμενο και το μετέφερες κάπου αλλού, καταδικαζόσουν σε θάνατο με λιθοβολισμό»! Το ακούσατε; Το ίδιο πράγμα είχε συμβεί και με εκείνη τη συγκύπτουσα γυναίκα, που ο Κύριος εκεί στη συναγωγή την είδε και της είπε: «Λύνεσαι από την ασθένειά σου αυτήν». Κι εκεί ο αρχισυνάγωγος άρχισε να μουρμουρίζει και να λέγει: «Έρχεστε εδώ την ημέρα του Σαββάτου να θεραπευτείτε και δεν έρχεστε κάποια άλλη μέρα». Γιατί κι αυτό…εάν κανείς εθεραπεύετο την ημέρα του Σαββάτου, εθεωρείτο εργασία και συνεπώς ήτο κατηγορήσιμη η περίπτωση.

Αλλά εδώ βλέπομε κάτι κατ’ επανάληψη που έκανε ο Κύριος, σαν να το έκανε επίτηδες. Ο Κύριος ημέρα Σαββάτου να αγαθοεργεί. Γιατί ήθελε απλούστατα, όπως αντιλαμβανόμεθα από τα τέσσερα ευαγγέλια, όπως μας διηγούνται οι ιεροί Ευαγγελισταί τα καθέκαστα, ήθελε να διορθώσει την εσφαλμένη αντίληψη που είχαν οι Εβραίοι, οι Ραββίνοι, για την αργία του Σαββάτου.

Αλλά ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, γιατί, όπως θα δείτε, μας ενδιαφέρει κι εμάς πολύ. Δεν είναι δηλαδή ένα περιστατικό που ανήκει στο παρελθόν και είναι απλώς ιστορικής, μουσειακής αξίας. Είναι κάτι, θα δείτε, ότι μπαίνει ολότελα μέσα στη ζωή μας.

Ποιος ήταν ο νομοθέτης στο Σινά, που έδωσε τον Δεκάλογο στον Μωυσέα; Βέβαια ο Θεός. Αλλά και από την ίδια την Παλαιά Διαθήκη και υπό το φως της Καινής Διαθήκης μαθαίνομε ότι εκεί ήταν το δεύτερο πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, ο Θεός Λόγος. Αυτός έδωσε τον Δεκάλογον. Ο μετέπειτα Ενανθρωπήσας Ιησούς Χριστός. Τώρα λοιπόν, πώς ο Ιησούς Χριστός δήθεν, τάχα καταργεί την εντολήν την τετάρτην περί της αργίας του Σαββάτου; Αυτό δεν θα ήταν αντιφατικό για τον Θεό, να νομοθετεί και κατοπινά να συλλαμβάνεται παραβάτης του ιδίου νόμου;

Τι άλλη απάντηση να δοθεί σ’ αυτό το θέμα, όταν μάλιστα επιδιώκει ο Κύριος, επαναλαμβάνομε, να θαυματουργεί την ημέρα του Σαββάτου; Τι άλλη απάντηση μπορούμε να δώσουμε; Ότι δηλαδή απλούστατα κακώς οι Ιουδαίοι είχαν αντιληφθεί την αργίαν του Σαββάτου. Δεν υπάρχει άλλη απάντησις.

Η εντολή της αργίας του Σαββάτου, αγαπητοί μου, που είναι η 4η κατά σειρά εντολή, μαζί με τις τρεις πρώτες άλλες εντολές, είναι σε ό,τι αφορά την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Συνεπώς η παράβασις των τεσσάρων πρώτων εντολών, ήτο ασέβεια. Η παράβασις των έξι τελευταίων εντολών, «τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου», που είναι η 5η εντολή και έως την 10ην εντολήν, η παράβασις ήτο αμάρτημα. Υπάρχει δε πολλή διαφορά ανάμεσα εις την ασέβεια και εις την αμαρτία. Η ασέβεια είναι κάτι πολύ βαρύτερο από την αμαρτία. Δεν είναι το ίδιο πράγμα, να υβρίσω τον Θεόν ή να ειδωλολατρήσω, με το να δείρω τον συνάνθρωπό μου ή να κάνω μία αμαρτία επάνω του. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο τώρα ότι η παράβασις των έξι εντολών των τελευταίων, τελικά διαβαίνει εις την προσβολή του προσώπου του Θεού. Εάν κάνω το κακό στον πλαϊνό μου, στον συνάνθρωπό μου, αυτή η αμαρτία μου διαβαίνει και πηγαίνει στον Θεό. Εκεί καταλήγει η όλη αυτή προσβολή. Ενώ όταν παραβώ τις 4 πρώτες εντολές, δεν μεσολαβεί άνθρωπος· απευθείας στρέφομαι προς τον Θεόν και αυτό βεβαίως είναι, όπως σας είπα, και λέγεται ασέβεια.

Οι Εβραίοι όμως είχαν, για να επανέλθομε στο θέμα, είχαν απολυτοποιήσει την αργία του Σαββάτου. Και αυτό το έκαναν και σε άλλες εντολές. Όπως επί παραδείγματι την εντολήν περί της τιμής των γονέων, κ.λπ. Αλλά αυτή η απολυτοποίησις είναι αμάρτημα. Όταν ο άνθρωπος φθάνει να θέτει την εντολή που ορίζει ο Θεός πιο πάνω από τον νομοθέτη. Ένα μικρό παράδειγμα. Δίνει εντολή ο Θεός εις τον Μωυσέα κι εκείνος εις τον διάδοχό του τον Ιησού του Ναυή κι εκείνος παρακάτω και φθάνομε εις τον Σαούλ τον βασιλέα, που δίνει εντολή ο Θεός «Όταν θα φθάσετε εις την γην της Επαγγελίας, τότε θα εξολοθρεύσετε τους Αμαληκίτας, γιατί αυτοί ετόλμησαν να κάνουν πόλεμο εναντίον σας, μόλις βγήκατε από τη γη της Αιγύπτου και είσαστε ανήμποροι, ανίσχυροι και ανοργάνωτοι. Αυτούς θα τους τιμωρήσετε. Δεν θα μείνει –ακούστε, ακούστε, ακούστε- ρουθούνι που να αναπνέει!». Φοβερόν πράγμα! Ο Θεός δεν μας είπε, θα έλεγαν οι Εβραίοι, δεν μας είπε «Ου φονεύσεις;». Εάν λοιπόν πω στον Θεόν: «Μα Εσύ είπες να μη φονεύσομε, πώς Συ μας λέγεις να φονεύσομε τους Αμαληκίτας;». Αυτό λέγεται απολυτοποίησις μιας εντολής. Γιατί την βάζω πιο πάνω από τον Νομοθέτη. Ο Θεός, αγαπητοί μου, είναι ελεύθερος. Όταν νομοθετεί, νόμος είναι αυτό που θέλει. Κι εδώ τώρα νόμος είναι να εξαφανιστούν από προσώπου γης οι Αμαληκίται. Γι’ αυτό και τιμωρεί ο Θεός τον Σαούλ, με θάνατο, εφονεύθη ο Σαούλ, επειδή ακριβώς παρέβη την εντολήν αυτή του Θεού, να εξολοθρεύσει τους Αμαληκίτας. Καταλάβατε λοιπόν τι θα πει απολυτοποίησις ενός πράγματος, μιας υποθέσεως, ενός νόμου. Είναι σοβαρό, είναι πάρα πολύ σοβαρό. Και το σπουδαίον είναι ότι το αμάρτημα των Εβραίων ήταν ότι απολυτοποιούσαν κάτι που ήταν σχετικό και σχετικοποιούσαν κάτι που ήταν απόλυτο. Αυτό ήταν το βαρύ τους αμάρτημα. Γι’ αυτό οι διατάξεις, τα εντάλματα των Ραββίνων, που έκαναν την ερμηνεία του νόμου, έφθαναν εις τον αριθμόν τέσσερις χιλιάδες (4.000). Το ακούτε; Τέσσερις χιλιάδες εντάλματα, εντολές, διαταγές. Και ήσαν γεμάτες αυτές οι εντολές των Εβραίων από θέσεις που τελικά έφθαναν να κατηγορήσουν τις εντολές του Θεού. Περίεργο. Γι’ αυτό ο Κύριος τους είπε: «Αφέντες την εντολήν του Θεού, κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων». Εκείνα τα οποία διδάσκουν οι άνθρωποι. Να σας πω μία δική μας, τρέχουσα, τώρα την θυμήθηκα, να σας το πω. Ο Θεός λέει να πηγαίνομε στην Εκκλησία κάθε Κυριακή. Εσύ πενθείς και δεν πηγαίνεις την Κυριακή στην Εκκλησία, ένα χρόνο, τρία χρόνια, επτά χρόνια· γιατί πενθείς. Δηλαδή τι κάνεις; Εκδικείσαι τον Θεόν που πήρε ένα σου πρόσωπο αγαπημένο από την οικογένεια; Γι’ αυτό δεν πηγαίνεις στην Εκκλησία; Τι κάνεις εδώ; Απολυτοποιείς τα πράγματα.

Έτσι τώρα, αγαπητοί μου, και με την αργία του Σαββάτου. Την απολυτοποιούν και την θέτουν, όπως σας είπα, πιο πάνω από τον άνθρωπο και μάλιστα πιο πάνω από τον Θεάνθρωπον, τον Ιησούν Χριστόν. «Μπα! Είναι πονηρός, λέει, άνθρωπος, είναι αμαρτωλός. Διότι δεν τηρεί, δεν φυλάττει την εντολή της αργίας». Έτσι απαντάει ο Κύριος κάτι που είναι καταπληκτικό: «Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια τον Σάββατον». Δεν μπορείς να πάρεις κριτήριο την εντολήν. Κριτήριο θα πάρεις τον άνθρωπο και τη σωτηρία του. Και λέγει εδώ ότι το Σάββατον έγινε δια τον άνθρωπον· να υπηρετήσει τον άνθρωπον. Και δεν έγινε ο άνθρωπος δια την εντολή, για την αργία του Σαββάτου. Αυτό είναι μεγάλο πράγμα. Αυτό απλώνεται πολύ. Παράδειγμα: Δεν έγινε ο άνθρωπος για την τέχνη, τις καλές τέχνες, αλλά έγινε η τέχνη δια τον άνθρωπον. Δεν έγινε ο άνθρωπος δια τον πολιτισμόν. Αλλά ο πολιτισμός έγινε δια τον άνθρωπον. Υπηρετεί τον άνθρωπον; Καλώς. Δεν τον υπηρετεί; Μην απολυτοποιείς την επιστήμην. Μην απολυτοποιείς τον πολιτισμόν. Μην απολυτοποιείς την τέχνην και λες: «Α, η τέχνη… Οφείλεις να σεβαστείς εσύ ο άνθρωπος, να γίνεις υπηρέτης της, δούλος της». Αυτό λέγεται απολυτοποίησις. Είναι πολύ κακό πράγμα. Γι΄αυτό ο Κύριος που είπε αυτόν τον θαυμάσιον (λόγον) «Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο και ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» και βγάζει το συμπέρασμα ο Κύριος και λέγει: «Ώστε Κύριος εστί ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου». Συνεπώς, αφού εγώ ο άνθρωπος, Εγώ ο Θεάνθρωπος νομοθετώ, είμαι Κύριος και του Σαββάτου. Μπορώ να τροποποιήσω όπως κρίνω, όπως θέλω. Είναι καταπληκτικό, αγαπητοί μου.

Κάποτε ρώτησαν τον Κύριον- ποιοι άλλοι; Οι γνωστοί μας κριτικάρηδες Φαρισαίοι· που ήσαν έτοιμοι πάντα να κατηγορήσουν «ει έξεστι τοις Σάββασιν θεραπεύειν». Εάν μπορεί κανείς, εάν επιτρέπεται, να θεραπεύει την ημέρα του Σαββάτου. Και ο Κύριος απάντησε: «Αν ένα πρόβατό σας πέσει», λέγει, «μέσα σε ένα λάκκο, πέσει στο πηγάδι, δεν θα πάτε να το βγάλετε από τον λάκκο, από το πηγάδι και να το σώσετε το πρόβατο; Πόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαθοεργήσομε για έναν άνθρωπο την ημέρα του Σαββάτου; Δηλαδή την ημέρα της αργίας.

28-5-1995

alopsis.gr

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

ΠΡΩΤΟΠΡ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΤΣΗΣ: ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΕΡΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΣΠΕΙΡΑΝ!

 Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης
Οι σύγχρονοι άνθρωποι θερίζουν ό,τι έσπειραν 

Εἶναι μεγάλη ἡ ἀνησυχία τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν ἀπὸ τὰ ὅσα συμβαίνουν στὴ σύγχρονη κοινωνία. Ἔχουν τὴν αἴσθηση ὅτι οἱ περισσότεροι συνάνθρωποί τους εἶναι νεοειδωλολάτρες καὶ στὴ ζωή τους δὲν ἔχουν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, κινοῦνται χωρὶς προσανατολισμὸ καὶ οἱ ἐπιλογές τους δὲν ἀκολουθοῦν τὶς ἠθικὲς ἐντολές. Ἱκανοποιοῦν τὰ πάθη τους μὲ κάθε τρόπο. Ἡ ἐπιλογὴ τους αὐτὴ συντελεῖ στὴν ἐξαθλίωση τῆς κοινωνίας, χωρὶς νὰ συναισθάνονται τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ δημιουργοῦν καὶ μέσα στὸ ὁποῖο εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ οἱ ἴδιοι νὰ ζήσουν. Ὡστόσο, ὅταν τὸ κακὸ πλήξει τὴν προσωπική τους ζωή, θορυβοῦν κατηγορώντας τοὺς ἄλλους καὶ ἐπιπόλαια ἀθωώνουν τὸν ἑαυτό τους!

Ὁ ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος, ποὺ ἦταν γνώστης τῶν προβλημάτων τῶν σύγχρονων ἀνθρώπων καὶ ἐργαζόταν ἀκούραστα γιὰ τὴν πνευματική τους ἀφύπνιση, τόνιζε ὅτι ἡ κατάσταση εἶναι ἀξιοθρήνητη καὶ ἐλλεινὴ καὶ τὴ δημιούργησαν οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι μὲ τὶς πολλές τους ἁμαρτίες καὶ κακοπραγίες καὶ τώρα «θερίζουν ὅ,τι ἔσπειραν καὶ τρυγοῦν τοὺς καρποὺς τῶν ἀνομιῶν καὶ ἁμαρτιῶν τους. Καὶ δυστυχῶς δὲν μετανοοῦν οὔτε συναισθάνονται νὰ ἀφήσουν καὶ νὰ μισήσουν τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ πλησιάσουν τὸ Θεό». Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν εἰδωλολατρικὴ κοινωνία οἱ λίγοι γρηγοροῦντες χριστιανοί, ἀκολουθώντας τὶς ὑποδείξεις τοῦ ὁσίου Φιλοθέου «μένουν στερροὶ καὶ ἀσάλευτοι στὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἑνωμένοι μὲ τὸ Θεὸ διὰ τῆς προσευχῆς, τῶν καλῶν ἔργων καὶ τῆς ἀγάπης», ἐλπίζοντας ὅτι θὰ ἀξιωθοῦν τοῦ μακαρίου τέλους καὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

Μερικοὶ χριστιανοὶ ζώντας στὴ σύγχρονη κοινωνία χάνουν τὴν ὑπομονή τους καὶ μειώνεται ἡ ἐλπίδα τους γιὰ κάτι καλύτερο. Δὲν ἔχουν σταθερότητα στὴν αἴσθηση τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ εὔκολα λησμονοῦν – ἐντυπωσιασμένοι ἀπὸ τὰ καθημερινὰ δυσάρεστα γεγονότα – τὴν ἀπέραντη φιλανθρωπία τοῦ οὐράνιου Πατέρα. Χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ στὸ θέμα αὐτό, γιατί τὴ συγκεκριμένη τους ἀδυναμία μπορεῖ νὰ τὴν ἀξιοποιήσει ὁ διάβολος καὶ νὰ τοὺς δημιουργήσει πολλοὺς πειρασμούς, γιὰ νὰ τοὺς ἀποσυνδέσει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ τοὺς ἐντάξει μοιραίως στὴ σύγχρονη εἰδωλολατρικὴ κοινωνία.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει ὅτι ἡ ἐργήγορση πρέπει νὰ εἶναι τρόπος ζωῆς. Ἀναγκαία καὶ στὰ εὐχάριστα γεγονότα καὶ στὰ δυσάρεστα, γιὰ νὰ ὑπάρχει πάντα πνευματικὴ ἀσφάλεια καὶ διαρκής εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Συγκεκριμένα τονίζει: «Πρέπει νὰ εἴμαστε νηφάλιοι καὶ ἄγρυπνοι καὶ προετοιμασμένοι γιὰ ὅλα, ὥστε καὶ στὸν καιρὸ τῆς ἄνεσης νὰ εἴμαστε συγκροτημένοι καὶ στὶς ἐπερχόμενες θλίψεις νὰ εἴμαστε προσεκτικοὶ καὶ νὰ δείξουμε μεγάλη εὐγνωμοσύνη, ἀναπέμποντας συνεχῶς τὴν εὐχαριστία μας πρὸς τὸν φιλάνθρωπο Θεό». Ἐπίσης ὁ γρηγορῶν Χριστιανὸς ξεπερνᾶ ὅλα τὰ ἐμπόδια ποὺ παρουσιάζονται στὴν κατὰ Θεὸν ζωή του. Ὁ ἅγιός μας προτρέπει: «Ὅταν ἡ ψυχὴ βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση καὶ προσοχή, ὑπερνικᾶ ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ ἀφοσιώνεται ἐξ ὁλοκλήρου σ’ αὐτὰ ποὺ ποθεῖ καὶ δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ καμιὰ δυσκολία ποὺ παρεμβάλλεται, ἀλλὰ τὰ προσπερνάει ὅλα καὶ δὲν σταματᾶ νωρίτερα, παρὰ μόνο ὅταν ἐπιτύχει αὐτὸ ποὺ ἐπιδιώκει».

Πηγή: “Ορθόδοξος Τύπος”

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ!

 Γέρων Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός
Για την ανάσταση του Λαζάρου 

   Θα σας ενθυμίσω ένα ωραίο ρητό του μεγάλου μας πατρός Επιφανίου Επισκόπου Κύπρου, το οποίον εξεφώνησε κάποτε στην αρχή ενός λόγου του. «Προ εξ ημερών του Πάσχα, δια των πέντε αισθήσεων, τον τετραήμερον ο τριήμερος, ταις δυσί τον έναν χαρίζεται».

   Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος αποτελείωσε την Αποστολή Του και θεράπευσε το πανανθρώπινο τραύμα και σε έξι ημέρες θα παρεδίδετο στα πανάχραντα Του πάθη, όπου θα εσφράγιζε την επιτυχία της σωτηρίας μας, έδειξε, σαν προοίμιο σε μας τους μαθητές Του και γενικά σε όλον τον κόσμο, ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών και ότι Αυτός είναι όντως «η Ανάστασις και η Ζωή».

   Ακριβώς πριν από τα συνταρακτικά τούτα γεγονότα, της αναστάσεως δηλαδή του Κυρίου, προηγήθηκεν κατά έξι μέρες η ανάσταση του Λαζάρου, ο οποίος, όπως ξέρετε, ήταν φίλος του Χριστού. Και ο Σίμων ο λεπρός, ο Φαρισαίος, ο πατέρας του Λαζάρου, επειδή ήταν πιστός, αρεσκόταν ο Κύριος να συχνάζη στην οικία του και να έχη φιλικές σχέσεις με αυτήν την οικογένεια.

   ανέστησε φυσικά τον Λάζαρο, όχι τόσο για να δείξη την δύναμη της θεοπρεπούς Του μεγαλωσύνης, άλλωστε το είχε κάνει και ενωρίτερα αυτό σε άλλες περιπτώσεις, αλλά για να δείξη ότι πλησιάζει το προοίμιο της συντριβής του θανάτου και της γενικής αναστάσεως της ανθρώπινης φύσεως και της αποκαταστάσεως συμπάσης της κτίσεως «της υποταγείσης εις την φθοράν» εξ αιτίας της πτώσεως του ανθρώπου.

   Το ιστορικό γεγονός της αναστάσεως του Λαζάρου το φέρομε στην αναγωγή, καθώς πολλές φορές κάνουν οι Πατέρες μας ερμηνεύοντας την Γραφή, για να ορθάσωμεν έτσι σ’ ένα πόρισμα πνευματικό, το οποίο πολύ θα μας ωφελήση.

Κάθε τι το οποίο περιέχεται στην Γραφή, έχει πολλαπλές ερμηνείες.

   Η ανάσταση του ιστορικού Λαζάρου έγινε τότε, αλλά αυτό, μεταφερόμενο στην αλληγορία, ενεργείται κάθε μέρα στις ψυχές των ανθρώπων. Η αναγωγή λοιπόν είναι η εξής. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι πάντοτε μαζί μας, όπως ο ίδιος ομολογεί, «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντέλειας του αιώνος», περιστρέφεται και ανασκοπεί του καθενός την κατάσταση και μυστικώς εκφράζει στις ουράνιες Του δυνάμεις και στους σεσωσμένους· «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται».

   Κάθε ένας από μας είναι νεκρός Λάζαρος και φίλος του Ιησού μας, χάριν του ότι για μας εθυσιάσθη, για όλους ενδιαφέρεται. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο παντογνώστης Θεός, ο πανάγαθος Δεσπότης και ο αληθινός μας πατέρας, βλέποντας την νέκρωση μας, συνεχώς φωνάζει προς τις ουράνιες δυνάμεις Του. «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται».

   Τώρα ποιος από μας τους κεκοιμημένους θα είναι ικανός να προκαλέση την συμπάθεια Του, ούτως ώστε να επέμβη και να τον αναστήση; Γιατί αυτός μόνος Του ομολόγησε ότι, «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». Όπως αναφέρεται, όταν η αδελφή του Λαζάρου η μεγαλύτερη, η Μάρθα, αν και πίστευε στον Ιησού Χριστό, εν τούτοις, από το βόγγο του πόνου που έχασε τον μονάκριβο της αδελφό, ξεχνώντας την δύναμη της αναστάσεως που βρισκόταν σ’ Αυτόν, άρχισε να του λέη με παράπονο: «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανε μου ο αδελφός».

   Και ο Ιησούς απαντά: «Αναστήσεται ο αδελφός σου». Πάλιν αυτή δεν καταλαβαίνει το νόημα και επιμένει: «Ναι, Κύριε, ξέρω ότι στην έσχατη ημέρα της παλιγγενεσίας και αυτός θα αναστηθή». Τότε ο Ιησούς διακηρύττει: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή.

   Λοιπόν αυτός είναι ο Ιησούς μας ο οποίος μένει μαζί μας σαν η αιωνία και μόνιμος ανάσταση και προσδοκά του καθενός μας την ανάσταση. Πότε θα στραφούμε προς Αυτόν να εκφράσωμε τον πόνο της νεκρώσεως μας, για να φωνάξη και σε μάς: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Για να γίνη αυτό χρειαζόμαστε συμπαραστάτες, όπως είχε και ο Λάζαρος τις δύο αδελφές, την Μάρθα και την Μαρία.

   Η μεν Μάρθα συμβολίζει κατά τους Πατέρες την πρακτική εργασία, την πρακτική μετάνοια και τα σωματικά έργα. Η δε Μαρία συμβολίζει την θεωρία, την πνευματική εσωστρέφεια μέσω της οποίας επικοινωνεί κάθε λογική ψυχή με τον Θεό.

 Η πρακτική μετάνοια συνίσταται στον πόνο, στο πένθος και στο κλάμα «υπέρ των προτέρων αμαρτημάτων» και στο πένθος υπέρ της ανακτήσεως των αρετών και των χαρισμάτων, τα οποία κληρονομικά μας παρέδωσε ο Ιησούς μας και ανήκουν στον καθένα από μάς.

   Ούπω γαρ εφανερώθη – λέγει ο άγιος Ιωάννης – τι εσόμεθα, άδαμεν δε, όταν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα». Δηλαδή θα δούμε τον Κύριο μας στην ημέρα εκείνη της παλιγγενεσίας και θα είμεθα όμοιοι με αυτόν. «Ο Θεός εν μέσω Θεών» εκμαγεία του αρχετύπου.

   Για να φθάσωμε σ' αυτήν την αξία, πρέπει, όπως είπα, να αποκτήσωμε πρωτίστως την συνεχή ειλικρινή πρακτική μετάνοια, που αυτή θα μας οδηγήση στην θεωρία. Επειδή πρακτικά αμαρτήσαμε, πρακτικά αρνηθήκαμε τον Ιησού μας, πρακτικά τον προσβάλαμε και τον προδώσαμε, πρακτικά τώρα να επιστρέψωμε πίσω και ν’ αποδείξωμεν ότι πλέον δεν θα ξανακάμψωμε τα γόνατα μας μπροστά σε κάθε είδωλο της αμαρτίας.

   Είμεθα υπόχρεοι τώρα, ο καθ’ ένας από ‘μας, ν’ αποκτήσωμε τις δύο αδελφές, την πραγματική πράξη της μετανοίας που μας οδηγεί μακριά από κάθε παράβαση της εντολής. Άρνηση στον Θεό δεν υπάρχει από κανένα λογικό ον, και από αυτούς ακόμα τους άθεους, τους υλιστές, τους αναρχικούς.

   Ας κομπάζουν με τα χείλη.

   Δεν μπορούν ν’ αρνηθούν τον Θεό, διότι, για να μπορέσωμε να αρνηθούμε ένα πράγμα, πρέπει να είμαστε δυνατοί να το καταργήσωμε. Τότε θα καυχηθούμε πάνω στην απιστία μας ότι όντως αυτό δεν υπάρχει, το καταστρέψαμε.

   Αν εμείς αρνηθούμε Αυτόν, λέει ο Παύλος, αυτός πιστός μένει. Ποία λοιπόν είναι η άρνηση αφού τα πράγματα είναι έτσι; Η άρνηση είναι στην παράβαση της εντολής.

   Αυτό μας διδάσκει η παγκόσμια ιστορία. Και τα δύο στοιχεία, το ανθρώπινο και το αγγελικό, τα οποία κατέβησαν και συνετρίβησαν, δεν αρνήθησαν τον Θεό, αλλά την εντολή. Και ακριβώς η παράβαση της εντολής, που θεωρείται άρνηση, προκάλεσε την πτώση, την συντριβή και τον θάνατο. Τώρα και σε μας ο τρόπος της επιστροφής είναι η πρακτική ομολογία.

   Από εκεί που πλανηθήκαμε και παρασυρθήκαμε και αρχίσαμε να παραβαίνουμε τις εντολές του Χριστού μας και καταρρακώσαμε την προσωπικότητα μας, από την Ίδια θύρα θα επιστρέψωμε. Να παύσωμε να αμαρτάνωμε, να τον αρνούμεθα και να τον προδίδουμε. Αφού φθάσωμε σ' αυτήν την κατάσταση δια της Χάριτος Του, τότε βαθύτερα μέσα στο είναι μας θα ριζώση η αίσθηση αυτή της μετανοίας που θα μας προκαλέση το πένθος και τον πόνο και το δάκρυ.

   Τότε ο νους ελεύθερος από την επίδραση και την αιχμαλωσία των εξωτερικών σφαλμάτων, της εξωτερικής χρεωκοπίας, γυρίζει προς τον Θεό και συνεχώς πενθών ζητεί το έλεος Του και αυτή είναι η θέση της Μαρίας. Όταν οι δύο αδελφές αποκτηθούν, να είστε βέβαιοι ότι τότε ο Λάζαρος νους, το ψυχικό μας είναι, θα αναστηθή, όπως τότε στον ιστορικό Λάζαρο.

   Και τότε, όπως αναφέρει το ευαγγέλιο, επισκέφθηκε ο Ιησούς μας την οικία του Λαζάρου και του παρέθεσαν εκεί τράπεζα και ο Λάζαρος «ην εις των συνανακειμένων». Έτσι και ο Λάζαρος νους θα ευρίσκεται μαζί με τον Ιησού μας στην πνευματική ευφροσύνη, εκεί όπου μας διαβεβαιώνει ότι «ετοιμάσω ημίν τόπον».

 Εκεί στην ουράνια πανευφροσύνη, ως κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Ιησού μας, θα ευρισκόμαστε και ‘μείς, όπως τότε ο Λάζαρος, στην ιδία τράπεζα «συνευοχούμενοι» και όχι πενθούντες για τον θάνατο, αλλά χαίροντες για την δική μας ανάσταση.

   Ο καθένας από μας λοιπόν ας επισπεύση να απόκτηση χωρίς χρονοτροβή τις αρετές που αντιπροσωπεύουν οι δύο αδελφές, Μάρθα και Μαρία, που είναι ικανές να πείσουν τον Ιησού μας να παρουσίαση το πτώμα του νεκρού νου και να διάταξη ως Πανσθενουργός Λόγος το «Λάζαρε, δεύρο έξω» από τον τάφο της αναισθησίας και «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Αμήν. 

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Αθωνικά μηνύματα, Ψυχωφελή Βατοπεδινά, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου, Άγιον Όρος 1999.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΓΕΡΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ!

 Ο Χριστός και το κοινωνικό πρόβλημα
Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου 

Όσο καθαρίζεται ο άνθρωπος από τα πάθη, τόσο αποκτά τη δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας με το Θεό και τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα.

Όσοι βλέπουν τον άνθρωπο ρομαντικά και εξωτερικά μεταθέτουν το κακό από τα πρόσωπα στην κοινωνία, γι’ αυτό και πρεσβεύουν ότι η βελτίωση της κοινωνίας θα φέρει και βελτίωση των προσώπων. Αλλά οι Ορθόδοξοι χωρίς να αρνούμεθα τη σημασία της κοινωνικής επιδράσεως στα πρόσωπα, δίνουμε την προτεραιότητα στη μεταμόρφωση του προσώπου διά της μετανοίας και της Θ. Χάριτος.

Είναι μεγάλη πλάνη να θέλουμε να αλλάξουμε την κοινωνία χωρίς να αγωνισθούμε, να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι η αλλαγή μερικών κοινωνικών θεσμών θα φέρει και την αλλαγή των ανθρώπων χωρίς μετάνοια.

Ο άρρωστος άνθρωπος κάνει άρρωστες κοινωνίες και οι άρρωστες κοινωνίες αρρωσταίνουν χειρότερα τους ανθρώπους. Το να θεραπεύουμε τις κοινωνικές αρρώστιες χωρίς να θεραπεύσουμε την προσωπική αρρώστια, αποτελεί μετάθεση του προβλήματος, άρνηση της αποδοχής της προσωπικής μας ευθύνης, υπεκφυγή από τη μετάνοια, κατάφαση στον εγωισμό μας, απροθυμία να δούμε τον πραγματικό μας εαυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος έθεσε την προσωπική μετάνοια σαν προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη Βασιλεία Του.

Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται το έργο του διαβόλου στη διάλυση των προσώπων και των κοινωνιών και στην επικράτηση του κακού. Η ανθρωπιστική απλούστευση των κοινωνικών προβλημάτων αρνείται την ύπαρξη του διαβόλου. Αντίθετα, στο Ευαγγέλιο και στη χριστιανική εμπειρία φανερώνεται η έκταση των διαβολικών ενεργειών σε πρόσωπα και κοινωνικές καταστάσεις και η ανάγκη αγώνος κατά του διαβόλου, αποταγής και εξορκισμού των πονηρών πνευμάτων. Έργο των χαρισματούχων ιερωμένων μοναχών και λαϊκών είναι η διάκριση των πνευμάτων, για να μην πέφτει ο Χριστιανός στις παγίδες που του στήνει ο πονηρός, όταν εμφανίζεται με το προσωπείο του καλού.

Τονίσαμε τη δύναμη των αντιθέτων αντιευχαριστιακών και αντικοινωνικών δυνάμεων όχι για να δείξουμε την αδυναμία υπερνικήσεώς τους, αλλά την ανάγκη να λαμβάνονται υπ’ όψιν από τον αγωνιζόμενο Χριστιανό. Ο Χριστός νίκησε τις δυνάμεις αυτές και ο Χριστιανός μπορεί με τη δύναμη του Χριστού και τη συνεργασία της Θείας Χάριτος να συμμετάσχει στη νίκη αυτή του Χριστού. 

Στο σημείο αυτό διαφοροποιείται ριζικά ο χριστιανικός κοινωνικός αγώνας από κάθε άλλο αγώνα. Η κοινωνία που θέλουν να δημιουργήσουν τα ουμανιστικά συστήματα (ιδεαλιστικά και υλιστικά) είναι ανθρωποκεντρική. Η κοινωνία των χριστιανών είναι Θεανθρωποκεντρική. Αλλά και τα μέσα των ουμανιστών είναι ανθρώπινα. Των χριστιανών Θεανθρώπινα. Στη βάση δηλαδή του χριστιανικού κοινωνισμού βρίσκεται η ταπείνωση. Ενώ στην βάση του ουμανιστικού κοινωνισμού η υπερηφάνεια, η αυτάρκεια, το κλείσιμο από το Θεό. Πρόκειται για την επανάληψη της ίδιας της αμαρτίας του Αδάμ: Η επιδίωξη της θεώσεως χωρίς το Θεό.

Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι και τα δύο αυτά ουμανιστικά συστήματα με τις εφαρμογές τους στην οικονομία (καπιταλισμός, κομμουνισμός) γεννήθηκαν στην αιρετική δύση, στην οποία προηγήθηκε ο θρησκευτικός ανθρωποκεντρισμός του «αλαθήτου» Πάπα και του Filioque. Ας σκεφθούν στο θέμα αυτό οι Ορθόδοξοι ή πρώην Ορθόδοξοι που αβασάνιστα αρνούνται την ορθόδοξη παράδοσή μας, συνήθως από άγνοια, για να προσκολληθούν στα δυτικά συστήματα.

Ο ανθρώπινος μόνο χαρακτήρας του μη χριστιανικού κοινωνισμού, του αφαιρεί τη δυνατότητα να δώσει ειρήνη στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον αφήνει ασυμφιλίωτο με τον Ουράνιο Πατέρα του, και γι’ αυτό ανέστιο. Ας θυμηθούμε το λόγο του Αγίου Αυγουστίνου, που εκφράζει ανθρωπολογική εμπειρία: «Μας έπλασες Κύριε για Σένα και η καρδιά μας είναι ανήσυχη ως ότου αναπαυθεί κοντά Σου».

Τα άθεα κοινωνικά συστήματα βοηθούν να λύσουμε μερικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, αλλά όχι να συναντήσουμε αληθινά και ουσιαστικά το Θεό και τον άνθρωπο. Δεν απαντούν ικανοποιητικά στα υπαρξιακά μας ερωτήματα και ιδίως στο κεντρικό πρόβλημα του θανάτου. Ο κόσμος τακτοποιείται ωραία για να πεθάνει. Αν και τα συστήματα αυτά, και ιδίως ο μαρξισμός, χαρακτηρίζονται από ένα έντονο εγκόσμιο μεσσιανισμό, στην πραγματικότητα δεν «μετάγουν εκ του θανάτου εις την ζωήν», και γι’ αυτό δημιουργούν ανθρώπους τραγικούς, χωρίς ελπίδα. Η έντονη μάλιστα ανθρωπιστική ή και επιχειρηματική δράση κάποτε είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας να ξεχάσουμε το βασικό μας πρόβλημα, το πρόβλημα του θανάτου, και να λυτρωθούμε από το άγχος, το κενό και την πλήξη που σημαδεύει τη ζωή τη χωρισμένη από την πηγή της, τον Τριαδικό Θεό.

Γι’ αυτό και τα συστήματα αυτά, παρά τις καλές και αγνές προθέσεις πολλών ευγενών ανθρώπων που αγωνίζονται και θυσιάζονται για τα ιδεώδη τους, στο βάθος είναι κατά του ανθρώπου. Εν ονόματι μιας καλύτερης και δικαιότερης κοινωνίας εμποδίζουν τον άνθρωπο από την πλήρη θεανθρώπινη κοινωνία, που μόνη τελικά αναπαύει και ολοκληρώνει τη φύση του, τον εγκλωβίζουν στις περιορισμένες διαστάσεις ενός κλειστού μηχανοκρατουμένου απρόσωπου υλιστικού σύμπαντος, του στερούν τη θέα του Ουρανού. Τί νόημα μπορεί αλήθεια να έχει η ζωή μας, αν είμαστε εξελιγμένα ζώα και όχι εικόνες του Θεού; Αν είμαστε καταδικασμένοι μελλοθάνατοι, χωρίς δυνατότητα μεθέξεως στην αιώνια ζωή του Θεού;

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

ΑΡΧ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ: ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΕΔΕΙΞΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ;

 
Γιατί ο Θεός ανέδειξε τους αγίους Νεομάρτυρες στους χρόνους της Τουρκοκρατίας;
Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους 

Για πέντε λόγους κατά τον φιλομάρτυρα άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη ευδόκησε ο Θεός να αναδείξει τους αγίους Νεομάρτυρες στους τωρινούς καιρούς. Από τους λόγους αυτούς φαίνεται η μεγάλη σημασία της ομολογίας των Νεομαρτύρων.

Πρώτον, διά να είναι ανακαινισμός όλης της Ορθοδόξου πίστεως.

Βεβαιώνονται οι σύγχρονοι προς τους Νεομάρτυρες Χριστιανοί για τα κατορθώματα των παλαιών Μαρτύρων που λόγω δυσπιστίας ή πολυκαιρίας έχει ατονήσει η προς αυτούς αδίστακτη πίστη. Τώρα βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια  Νεομάρτυρες, που κάποτε ήσαν συγγενείς ή φίλοι ή γνώριμοί τους, να υπομένουν παρόμοια με τους παλαιούς Μάρτυρες βασανιστήρια χωρίς να δειλιάζουν να «φαίνονται πάλιν εις τον κόσμον δεύτεροι Γεώργιοι, δεύτεροι Δημήτριοι, νέοι Θεόδωροι, όχι μόνον διά την ταυτότητα των ονομάτων, αλλά πολλώ μάλλον διά την ομοιότητα των Μαρτυρίων».

Ανακαινίζουν ακόμη στις καρδιές των τωρινών Χριστιανών το κήρυγμα των ιερών Αποστόλων, κάνουν πειστικό το Ευαγγέλιο και βεβαιώνουν την θεότητα του Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι Ομοούσιος με τον Άναρχόν Του Πατέρα και με το ζωοποιόν αυτού Πνεύμα, και κηρύττουν το μέγα μυστήριον της Αγίας Τριάδος και επισφραγίζουν όλη την ορθόδοξο πίστη των Χριστιανών, όχι μόνο με τα λόγια, «αλλά μάλλον με τα πάνδεινα κολαστήρια οπού έλαβον, και με αυτό το ίδιον αίμα και τον μαρτυρικόν τους θάνατον».

Δεύτερον, κάνουν αναπολόγητους τους αλλόπιστους εν τη ημέρα της κρίσεως.

Τι απολογία θα δώσουν εις τον Θεόν οι αλλόπιστοι που άκουσαν την ομολογία των αγίων Νεομαρτύρων, είδαν την θυσία τους και την αγάπη τους προς τον Χριστό, είδαν τα σημεία και θαύματα που συνόδευαν την μαρτυρική τους τελείωση; Οι άγιοι Νεομάρτυρες «ελεήσαντες την απώλειαν των αλλόπιστων, επήγαν επί τούτου εις το Μαρτύριον και εκήρυξαν εις αυτούς την αλήθειαν, διδάσκοντές τους να αφήσουν το σκότος, εις το οποίον ευρίσκονται, και να προστρέξουν εις το φως της του Χριστού θεοσέβειας και πίστεως, ίνα μη κατακριθώσι εν τω ασβέστω πυρί της κολάσεως». Αλλ’ αυτοί, τυφλοί από τον άρχοντα του σκότους του αιώνος τούτου και από τα πάθη, δεν μπόρεσαν να ιδούν και να δεχθούν την αλήθεια του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό και ο Κύριος, τρόπον τινά, θα τους ειπεί κατά την ήμερα της κρίσεως: «ει μη ελάλησα υμίν διά των Μαρτύρων μου τούτων, αμαρτίαν ουκ είχετε, νυν δε πρόφασιν ουκ έχετε περί της αμαρτίας υμών».

Τρίτον, οι νέοι ούτοι Μάρτυρες είναι δόξα μεν και καύχημα της Ανατολικής Εκκλησίας, έλεγχος δε των κακοδόξων.

Μας ονείδιζαν οι κακόδοξοι δυτικοί ότι νέο Άγιο και Μάρτυρα δεν παρουσίασε μετά το σχίσμα η Ανατολική Εκκλησία. Οι Νεομάρτυρες, όχι μόνο δεν υστερούν έναντι των παλαιών, αλλά και σε κάποιο σημείο υπερέχουν «καθ’ ότι εκείνοι μεν ηγωνίσθησαν κατά της πολυθεΐας και ειδωλολατρίας, ήτις είναι μία προφανής ασέβεια, οπού δύσκολα ημπορεί να απατήση ένα λογικόν νουν, ούτοι δε ηγωνίσθησαν κατά της των αλλόπιστων μονοπρόσωπου μονοθείας, ήτις είναι μία κεκρυμμένη ασέβεια οπού ευκόλως δύναται να απατήση τον νουν».

Η ορθόδοξος Εκκλησία γεννά συνεχώς νέους Αγίους και Μάρτυρες, διότι είναι ενωμένη με τον Νυμφίο της Χριστό και έχει ως νυμφαγωγό της το Άγιο Πνεύμα. Γεννά Αγίους που ευαρεστούν τον Θεό και που ο Θεός δοξάζει με σημεία· διότι η ίδια είναι αγία ευάρεστος στον Θεό και ταμιούχος της θείας Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, άρα και τα δόγματα της είναι αληθινά και ορθόδοξα: «οίοι γαρ οι υιοί, τοιαύτη και η μήτηρ· και οίος ο καρπός, τοιούτον και το δένδρον και οία τα αιτιατά, τοιαύτα και τα αίτια».

Τέταρτον, οι νέοι ούτοι Μάρτυρες είναι παράδειγμα υπομονής, εις όλους τους ορθοδόξους οπού τυραννούνται εις τον ζυγόν της αιχμαλωσίας.

Τα δεινά των υποδούλων ορθοδόξων ήσαν απερίγραπτα. Η καταπίεσις συνεχής και αφόρητος. Οι κατακτηταί απέβλεπαν στον εξισλαμισμό, γιατί αυτός εξασφάλιζε τον αφελληνισμό και τον εκτουρκισμό. Αντιστεκόμενοι οι άγιοι Νεομάρτυρες στη βία των κρατούντων και την θέλησή τους να τους εξισλαμίσουν, ενίσχυαν και επαραδειγμάτιζαν όλους τους ορθοδόξους λαούς να υπομείνουν την καταπίεση και να μη τουρκέψουν.

Κάθε Νεομάρτυς είναι ένα ισχυρό ανάχωμα στην πλημμύρα του εξισλαμισμού και εκτουρκισμού. Χωρίς τους Νεομάρτυρες είναι αμφίβολο εάν διετηρούντο η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός. Προσφυέστατα ο άγιος Νικόδημος παρουσιάζει τους αγίους Νεομάρτυρες να λέγουν προς τους καταπιεζομένους Χριστιανούς. «Αδελφοί μας Χριστιανοί. Αδελφοί μας αγαπητοί και παμπόθητοι· ο λαός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ο εκλεκτός και περιούσιος, λάβετε παράδειγμα υπομονής των θλίψεων, οπού δοκιμάζετε, από ημάς τους συναδέλφους σας· ημείς διά να υπομείνωμεν ανδρείως διά τον Χριστόν τα παρά των αλλόπιστων διάφορα μαρτύρια, εκληρονομήσαμεν μίαν Βασιλείαν αιώνιον, και εσυναριθμήθημεν με τους παλαιούς και Αγίους Μάρτυρας και εσείς εάν υπομένετε μετά ευχαριστίας, διά το όνομα του Χριστού, τους δαρμούς, τας φυλακάς, τας αλύσεις, τας αγγαρείας, τας ζημίας, τα ανυπόφορα δοσίματα και τα άλλα βάσανα οπού σας κάμνουν οι νυν κρατούντες, βέβαια ως Μάρτυρες τη προαιρέσει λογίζεσθε κοντά εις τον Θεόν επειδή, καθώς λέγει ο Θείος Χρυσόστομος, «το Μαρτύριον ου τη αποβάσει κρίνεται μόνον, αλλά και τη προθέσει· ουκ επειδάν αποτμηθή ο Μάρτυς, τότε γίνεται Μάρτυς, αλλ’ αφ’ ου αν την πρόθεσιν επιδείξηται Μάρτυς εστί, καν μη πάθη τα μαρτύρια»· (Ερμηνεία εις τον ε’ Ψαλμόν). Και πάλιν ο αυτός· «φέρε τοίνυν τα συμπίπτοντα γενναίως, τούτο γαρ σοι Μαρτύριόν εστι»· (Ερμην. εις τον ρκζ’ Ψαλμόν).

Όθεν και ως τη προαιρέσει Μάρτυρες λογιζόμενοι, μετά θάνατον μέλλετε να συναριθμηθήτε με ημάς και να κατοικήσετε εις τόπον φωτεινόν και πλατύτατον, εις τόπον χαράς και αναπαύσεως… Επειδή σας πληροφορούμεν αδελφοί, ότι διά άλλο τέλος δεν σας παιδεύουν με τα βαρέα δοσίματα και με τα άλλα κακά, πάρεξ διά να βαρεθήτε, να χάσετε την υπομονήν, και έτζη να αρνηθήτε την πίστιν σας και να δεχθήτε την ειδικήν των θρησκείαν· όθεν και εσείς τον σκοπόν αυτών ηξεύροντες, φυλαχθήτε αγαπητοί αδελφοί μας, φυλαχθήτε, διά αγάπην Θεού και διά την σωτηρίαν των ψυχών σας, να μη σας κλέψουν τον θησαυρόν της Αγίας σας πίστεως, της οποίας όλος ο κόσμος με όλας του τας δόξας και αναπαύσεις και τα βασίλεια, δεν είναι αντάξιος».

Πέμπτον δε και τελευταίον. Οι νέοι ούτοι Μάρτυρες είναι θάρρος και παρακίνησις, εις το να τους μιμούνται διά του έργου και όλοι οι άλλοι Χριστιανοί, εξαιρέτως δε οι πρότερον αρνηθέντες τον Χριστό.

Πρέπει νομίζω δεόντως να τονισθεί ότι οι άγιοι Νεομάρτυρες είναι οι κατ’ εξοχήν αντιστασιακοί της Τουρκοκρατίας. Την αντίσταση τους έκαναν όχι με πράξεις δολιοφθοράς (σαμποτάζ) κατά του κατακτητού που θα προκαλούσε τα αντίποινα των βαρβάρων Τούρκων και θα στοίχιζε την ζωή σε χιλιάδες αθώα θύματα, αλλά με την γενναία δημοσία ομολογία και έλεγχο που ασκούσαν κατά του κατακτητού, με αποτέλεσμα η οργή του κατακτητού να ξεσπά σ’ αυτούς τους ίδιους και όχι στον υπόλοιπο λαό. Θα μπορούσαμε επίσης να ειπούμε ότι η οργή του κατακτητού για τον ορθόδοξο λαό εύρισκε σαν εξιλαστήρια θύματά της τους αγίους Νεομάρτυρες και έτσι εσώζετο ο λαός. Αυτό συνέβη με τον Ιερομάρτυρα άγιο Γρηγόριο τον Ε’ που με το μαρτυρικό του θάνατο εξευμένισε την θηριώδη μανία των αγανακτισμένων λόγω της ενάρξεως της Εθνεγερσίας Τούρκων, επισήμων και όχλου, και έσωσε τους Έλληνες της Πόλεως από τη σχεδιαζόμενη ομαδική γενοκτονία.

Όταν οι κατά καιρούς ταγοί του τόπου μας ακούσουν τον κτύπο της καρδιάς του λαού μας, όπως ο Μακρυγιάννης και ο Πατροκοσμάς, όταν νοιώσουν την γνησιότητα, αλήθεια, ανθρωπιά και λαϊκότητα της Ορθοδοξίας, και τον άρρηκτο δεσμό της με το πονεμένο και μαρτυρικό μας Γένος, όταν παύσουν να διαβάζουν την ιστορία μας με τα αθεϊστικά, ιδεαλιστικά ή μαρξιστικά γυαλιά, τότε θα αισθανθούν την ανάγκη να τιμήσουν και τους αγίους Νεομάρτυρες ως τους πρώτους και κορυφαίους αντιστασιακούς του Νεωτέρου Ελληνισμού, ως τους εμπροσθοφύλακες των αγωνιστών της εθνεγερσίας του 1821, ως τα χελιδόνια της εθνικής μας ανεξαρτησίας.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Α' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)

 
Κυριακή Α΄ Νηστειών (της Ορθοδοξίας):
Η Εικόνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Δημήτριος Παναγόπουλος 

Η Εικόνα είναι μία έκφραση της θείας οικονομίας, η οποία συνοψίζεται στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας που λέει: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός».

Η Εκκλησία έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στην Εικόνα, ώστε κήρυξε και κηρύττει ότι η νίκη κατά των Εικονομάχων υπήρξε θρίαμβος της Ορθοδοξίας, τον οποίο εορτάζουμε κατά την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Ακόμη, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εικόνα είναι μία γλώσσα που μέσω αυτής εκφράζει τα δόγματά της και τις εντολές της τόσο καλά, όσο και με τον λόγο. Είναι θεολογία που εκφράζεται με σχήματα και χρώματα που τα βλέπει το μάτι. Είναι δηλαδή σαν ένας καθρέφτης που αντανακλά την πνευματική ζωή της Εκκλησίας, και που μέσα σ’ αυτόν μπορεί να κρίνει κανείς για τους δογματικούς αγώνες κάθε εποχής.

Εικόνες δογματικές υπάρχουν σε πολλές Εκκλησίες μας και προπάντων στα χωριά και τα Μοναστήρια μας. Μόνο κατά το τέλος του ΙΘ’ αιώνα οι ειδικοί ανακάλυψαν ότι υπάρχει η Εικόνα, η Βυζαντινή δηλαδή, διότι μόνο αυτή είναι εικόνα, “εικόνισμα”. Οι άλλες είναι ζωγραφιές. Οι παλαιοί αγιογράφοι δεν ήταν μονάχα σπουδαίοι ζωγράφοι, αλλά και διδάσκαλοι της πνευματικής ζωής, που γνώριζαν να δώσουν μορφή στους λόγους του Κυρίου μας που λένε: «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».

Το να μην εννοούμε πια την ουσία αυτής της τέχνης δεν προέρχεται από τη δήθεν πρόοδό μας, ούτε από το ότι έχασε η Εικόνα τη δύναμή της ή τη σημασία της, αλλά από τη βαθιά πνευματική παρακμή μας που το πνεύμα μας είναι εγκόσμιο και υλιστικό, και γι’ αυτό μέσα μας παραμορφώθηκε η ιδέα της Εκκλησίας και της Λειτουργίας.

Το δογματικό βάθος της Εικόνας, της Εκκλησίας και της Λειτουργίας κατάντησε απασχόληση αποκλειστική μερικών και θεωρείται σήμερα ως αφηρημένη Επιστήμη που δεν έχει καμία σχέση με την καθημερινή ζωή μας.

Όσο δε για τη Λειτουργία, που θα πρέπει να είναι ο αλάνθαστος οδηγός μας στον πνευματικό μας δρόμο και η ομολογία της πίστεώς μας, δεν είναι πια, τις περισσότερες φορές, παρά μονάχα μία τυπική τελετή, ένα έθιμο, μία συνήθεια ευλαβική και συγκινητική ίσως.

Η οργανική ενότητα του δόγματος και του ηθικού νόμου μέσα στη Λειτουργία κόπηκε, απογυμνώθηκε. Αυτή η απουσία της εσωτερικής ενότητας καταστρέφει τη λειτουργική πληρότητα της θείας λατρείας μας. Τα στοιχεία που τη συγκροτούν και που δεν μπορούμε πια να νιώσουμε πως όλα συντελούν σε ένα πράγμα, ο λόγος ο ορθόδοξος, η Βυζαντινή υμνωδία, η Βυζαντινή εικόνα, η Βυζαντινή αρχιτεκτονική, ο φωτισμός κλπ., τραβούν τον καθένα δυστυχώς σε δικό του τρόπο του θρησκεύειν, γι’ αυτό χρειάζεται επιστροφή στην αγία Παράδοση. 

*** 

Σήμερα, την πρώτη Κυριακή των Νηστειών που εορτάζεται ο θρίαμβος των εικόνων μας, πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξουμε τους ομολογητές της πίστεως, διότι αυτοί μας οδηγούν στην αναζωπύρωση και ανάπτυξη του αισθήματος της Ορθής Πίστεως, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και να μην ακούμε τους Προτεστάντες (σε εμάς λεγομένους Ευαγγελικούς) ή τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, που μας λένε ειδωλολάτρες, επειδή προσέχουμε και σεβόμαστε και προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες του Κυρίου μας, των Αγίων Του ή της Παναγίας Μητέρας Του.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει: «Ζωγραφίζουμε λοιπόν τον Χριστό, τον βασιλέα και Κύριο, χωρίς να τον απογυμνώνουμε από το στράτευμά του. Διότι στρατός του Κυρίου είναι οι άγιοι… Αν δηλαδή θα είναι κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού και κοινωνοί της θείας δόξας και βασιλείας, καθώς έγιναν κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού, πώς δεν θα γίνουν και της επί γης δόξας συμμέτοχοι οι φίλοι του Χριστού;… Αυτών τα κατορθώματα και τα πάθη ζωγραφίζω, επειδή με αυτά αγιάζομαι και καλλιεργείται ο ζήλος μου να τα μιμηθώ» (Πατρολογία 94, 1252).

Και προσθέτει: «Έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε και για τις εικόνες των αγίων, ότι ζωγραφίστηκαν και στις Εκκλησίες και στα βιβλία για να τους θυμόμαστε και να τους αγαπούμε και να διορθώνουμε τη ζωή μας, και συγχρόνως για να δείχνουμε την καλή τους μαρτυρία στους ειδωλολάτρες που έρχονται και πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Διότι έτσι παραλάβαμε αυτήν (την Εκκλησία) από τους αγίους Πατέρες όπως μας διδάσκουν και οι άγιες Γραφές» (Πατρολογία 95, 313).

Θέλοντας δε να καταδείξει τη ζωηρή εντύπωση και διδασκαλία που προξενείται από τις ιερές εικόνες, λέει: «Αν κάποιος από τους ειδωλολάτρες έρθει και σου πει· “Δείξε μου την πίστη σου για να πιστέψω”, τον φέρνεις στην Εκκλησία και του δείχνεις τον στολισμό που την περιβάλλει. Του παρουσιάζεις τις μορφές των αγίων εικόνων, βλέπει ο άπιστος και λέει· “Ποιος είναι αυτός που σταυρώνεται; Ποιος είναι αυτός που ανασταίνεται και καταπατά την κεφαλή αυτού του γέρου (του Άδη);”. Δεν τον διδάσκεις από την εικόνα λέγοντας· “Αυτός ο εσταυρωμένος είναι ο Υιός του Θεού…”;» (Ιωάννης Δαμασκηνός, Πατρολογία 95, 325).

Τέλος ο ιερός αυτός Πατέρας τους αγιογράφους της Εκκλησίας τους θεωρεί ίσους στην αξία προς τους Ευαγγελιστές που συνέγραψαν τα Ευαγγέλια. Λέει: «Αυτά που το Ευαγγέλιο περιγράφει με τον λόγο, αυτός (ο αγιογράφος) τα δείχνει με το έργο» (Πατρολογία 95, 316).

Συμπέρασμα λοιπόν: Ο λογογράφος έγραψε το Ευαγγέλιο, το οποίο δέχονται οι αιρετικοί και κόπτονται δήθεν γι’ αυτό. Τι έγραψε στο Ευαγγέλιο; Ολόκληρη την ένσαρκη οικονομία του Χριστού και το παρέδωσε στην Εκκλησία.

Τι έκανε ο ζωγράφος; Το ίδιο. Ζωγράφισε στον πίνακα την ευπρέπεια της Εκκλησίας, από τον πρώτο Αδάμ έως τη γέννηση του Χριστού και ολόκληρη την ένσαρκη οικονομία του Χριστού και τα μαρτύρια των Αγίων, και τα παρέδωσε και αυτός στην Εκκλησία. Δηλαδή και οι δύο μία εξήγηση έγραψαν, ο ένας στο χαρτί, ο άλλος στο σανίδι, και διδάσκουν εμάς.

Και ερωτάται τώρα ο αιρετικός, ο Ευαγγελικός ή ο Ιεχωβίτης: Γιατί την Βίβλο την προσκυνάτε και τη δέχεστε, ενώ την Εικόνα τη φτύνετε και τη βδελύσσεσθε;

Πες μου, αιρετικέ, ποια η διαφορά των δύο, αφού και τα δύο τα ίδια διδάσκουν; Πώς το ένα προσκυνείται και το άλλο φτύνεται; Γιατί τον ευαγγελιστή που με τον λόγο εξηγεί τον δέχεσαι και τον ζωγράφο που με το έργο δείχνει τον απορρίπτεις;

Πες μου, αιρετικέ· τι προσκυνάς στο Ευαγγέλιο, την ύλη ή την εξήγηση;

Θα μου απαντήσεις, την εξήγηση της οικονομίας του Χριστού, όχι την ύλη. Και εγώ θα σου απαντήσω το ίδιο, ότι δεν τιμώ την σανίδα, ούτε τον τοίχο, ούτε τα χρώματα, αλλά τον χαρακτήρα του σώματος και την οικονομία του Κυρίου, κατά το λόγιο του Μ. Βασιλείου: «Η γαρ της εικόνος τιμή προς το πρωτότυπον διαβαίνει».

Τιμή λοιπόν και προσκύνηση στις άγιες Εικόνες μας και προσοχή στην απόκτησή τους· βυζαντινές εικόνες, όχι “ζωγραφιές θρησκευτικές”. Εικόνες άγιες, σοβαρές από χέρια άγια, προσευχόμενα μπροστά από την Θεοτόκο την Οδηγήτρια, με τα οποία πραγματώνουν το «θείον έργον» με φόβο Θεού και ευλάβεια.

 (Μάρτιος 1969) 

(Από το περιοδικό “Όσιος Φιλόθεος της Πάρου” τ. 16, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 29)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (Α' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)


 Κυριακή της Ορθοδοξίας (Α’ Κυριακή των Νηστειών) 

Συναξάρι Τριωδίου

Την πρώτη Κυριακή των Νηστειών τελούμε την ανάμνηση της αναστήλωσης των αγίων και σεπτών εικόνων, η οποία έγινε από τους αείμνηστους αυτοκράτορες Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ και Θεοδώρα, τη μητέρα του, επί πατριαρχίας του αγίου Μεθοδίου του ομολογητή. 

Ο Λέων ο Ίσαυρος, από εκεί που ήταν ονηλάτης και χωρικός, με παραχώρηση Θεού έγινε βασιλιάς. Αμέσως κάλεσε τον άγιο Γερμανό, που μόλις είχε γίνει πατριάρχης και του είπε: «Όπως εγώ νομίζω, δέσποτα, οι άγιες Εικόνες δεν διαφέρουν καθόλου από τα είδωλα. Πρόσταξε, λοιπόν, να τις απομακρύνουν το γρηγορότερο. Αν πάλι είναι αληθινές οι μορφές των Αγίων, ας κρεμαστούν ψηλά, για να μη τις μολύνουμε προσκυνώντας τες, καθώς είμαστε πάντοτε μέσα στις αμαρτίες».

Ο πατριάρχης προσπάθησε να τον αποτρέψει από τέτοιο ανόσιο έργο λέγοντάς του: «Μη το κάνεις αυτό, βασιλιά μου. Γιατί έχουμε ακούσει πως κάποιος πρόκειται κάποτε να λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων, και θα τον λένε Κόνωνα». Και εκείνος αποκρίθηκε: «Μα εγώ μικρός έτσι λεγόμουν».

Επειδή λοιπόν ο πατριάρχης δεν πειθόταν να συμφωνήσει, ο βασιλιάς τον εξόρισε και τον αντικατέστησε με τον ομόφρονά του Αναστάσιο. Και έτσι ξεκίνησε φανερά τον πόλεμο εναντίον των αγίων Εικόνων. Λένε μάλιστα ότι πρώτα κάποιοι Εβραίοι του υπέδειξαν αυτό το ανόσιο έργο, καθώς με κάποια μαγική τέχνη τού προείπαν ότι θα γίνει βασιλιάς, όταν αυτός ήταν φτωχός και για να ζει εργαζόταν μαζί τους ως ονηλάτης.

Όταν ο Λέων πέθανε με κακό τρόπο, ο γιός του Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, που ήταν πιο ωμός από τον πατέρα του, τον διαδέχτηκε όχι μόνο στη βασιλεία αλλά πολύ περισσότερο στη λύσσα εναντίον των αγίων Εικόνων. Αλλά και εκείνος είχε χειρότερο τέλος, και έγινε βασιλιάς ο γιός του από τη Χαζάρα σύζυγο (ο Λέων ο Δ’ ). Όταν και αυτός πέθανε με άθλιο τρόπο, κληρονόμησαν τη βασιλεία η σύζυγός του Ειρήνη και ο γιός του Κωνσταντίνος. Αυτοί, καθοδηγούμενοι από τον αγιότατο πατριάρχη Ταράσιο, συνεκάλεσαν την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και η Εκκλησία του Χριστού έλαβε πάλι τις άγιες Εικόνες.

Ύστερα απ’ αυτούς ανέβηκε στον θρόνο ο Νικηφόρος, που προηγουμένως είχε το αξίωμα του Γενικού, έπειτα ο γιός του Σταυράκιος, και μετά απ’ αυτόν ο Μιχαήλ ο Ραγκαβές, που όλοι τους σέβονταν τις άγιες Εικόνες.

Τον Μιχαήλ τον διαδέχτηκε ο θηριώδης Λέων ο Αρμένιος, ο οποίος, αφού απατήθηκε δολερά από κάποιον αιρετικό έγκλειστο μοναχό, ξεκίνησε τη δεύτερη Εικονομαχία, και η Εκκλησία του Θεού πάλι απογυμνώθηκε από τον στολισμό της.

Αυτόν τον διαδέχτηκε ο Αμοραίος Μιχαήλ (Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός), και αυτόν ο γιός του Θεόφιλος, ο οποίος τους ξεπέρασε όλους στη μανία κατά των Εικόνων.

Αυτός λοιπόν ο Θεόφιλος βασάνισε πολλούς από τους αγίους πατέρες με ποινές και τιμωρίες ποικίλες για χάρη των σεπτών Εικόνων, όμως ιστορείται ότι και τη δικαιοσύνη αγαπούσε πολύ, ώστε κάποια μέρα θέλησε να μάθει αν υπάρχει κανείς μέσα στην πόλη που να ενοχλεί τον πλησίον του, και αφού αυτή η αναζήτηση κράτησε για πολλές μέρες, δεν βρέθηκε κανείς.

Όταν, μετά από δώδεκα χρόνια βασιλείας, αρρώστησε από δυσεντερία και έμελλε να πεθάνει, το στόμα του άνοιξε τόσο πολύ, ώστε φαινόταν και αυτά τα εντόσθια του. Από το γεγονός αυτό πόνεσε πολύ η βασίλισσα Θεοδώρα. Και μόλις την πήρε λίγο ο ύπνος, είδε σε όνειρο την άχραντη Θεοτόκο με το προαιώνιο βρέφος στην αγκαλιά της, περικυκλωμένη από λαμπρούς αγγέλους, οι οποίοι έδερναν και μάλωναν τον Θεόφιλο, τον σύζυγό της.

Όταν αυτή ξύπνησε, συνήλθε λίγο και ο Θεόφιλος και φώναξε: «Αλίμονό μου τον άθλιο, για τις άγιες Εικόνες με δέρνουν». Αμέσως η βασίλισσα έβαλε πάνω του την εικόνα της Θεοτόκου και την παρακαλούσε με δάκρυα. Ο Θεόφιλος, αν και ήταν σε τέτοια κατάσταση, βλέποντας έναν από τους παρευρισκόμενους να έχει στον λαιμό του ένα εγκόλπιο, άπλωσε το χέρι του, το άρπαξε και το καταφιλούσε. Αμέσως το στόμα του που είχε λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων και ο ορθάνοιχτος λάρυγγας γύρισαν στη φυσική τους κατάσταση, και αυτός, απαλλαγμένος από το φοβερό βάσανό του, αποκοιμήθηκε ομολογώντας πως πρέπει να τιμούμε και να σεβόμαστε τις άγιες Εικόνες. Η βασίλισσα λοιπόν έβγαλε τις σεπτές και άγιες Εικόνες από εκεί που τις έκρυβε και έκανε τον Θεόφιλο να τις τιμά και να τις ασπάζεται με όλη του την ψυχή.

Μετά από λίγο πέθανε ο Θεόφιλος, και η Θεοδώρα ανακάλεσε όλους, όσοι ήταν σε εξορία ή στις φυλακές, και διέταξε να ζουν ανενόχλητοι. Ταυτόχρονα γκρεμίστηκε από τον πατριαρχικό θρόνο ο Ιωάννης, ο λεγόμενος και Ιαννής (όνομα ενός από τους μάγους του Φαραώ), και ήταν μάλλον μαντιάρχης και δαιμονιάρχης παρά πατριάρχης. Και στον θρόνο ανέβηκε ο ομολογητής του Χριστού Μεθόδιος, ο οποίος προηγουμένως έπαθε πολλά και φυλακίστηκε ζωντανός σε τάφο.

Ενώ τα πράγματα στην βασιλεύουσα ήταν έτσι, έγινε θεία επίσκεψη στον μέγα Ιωαννίκιο, που ασκήτευε στον Όλυμπο (της Βιθυνίας). Ήλθε δηλαδή σ’ αυτόν ο μέγας ασκητής Αρσαάκιος και του είπε: «Ο Θεός μ’ έστειλε σε σένα, για να πάμε μαζί στον οσιότατο Ησαΐα που ζει έγκλειστος στη Νικομήδεια, και να μάθουμε απ’ αυτόν το θέλημα του Θεού και το συμφέρον της Εκκλησίας».

Όταν πήγαν στον οσιότατο Ησαΐα, αυτός τους είπε: «Αυτά λέει ο Κύριος: Ιδού, έφτασε το τέλος των εχθρών της εικόνας μου. Εσείς λοιπόν να πάτε στη βασίλισσα Θεοδώρα, αλλά και στον πατριάρχη Μεθόδιο, και να του πείτε: «Να παύσεις όλους τους ανίερους (τους εικονομάχους κληρικούς) και έτσι μαζί με τους αγγέλους να μου προσφέρεις θυσία, σεβόμενος την εικόνα της μορφής μου και του Σταυρού»».

Αφού άκουσαν αυτά τα λόγια, αμέσως πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και τα φανέρωσαν στον πατριάρχη Μεθόδιο και σε όλους τους εκλεκτούς. Και αυτοί πήγαν όλοι μαζί στη βασίλισσα και την βρήκαν πρόθυμη σε όλα, γιατί από μικρή ήταν ευσεβής και φιλόθεη. Αμέσως η βασίλισσα έβγαλε την εικόνα της Θεοτόκου που είχε κρεμασμένη στον λαιμό της και ενώπιον όλων άρχισε να την ασπάζεται λέγοντας: «Όποιος δεν προσκυνεί τις Εικόνες και δεν τις ασπάζεται με πόθο, τιμητικά και όχι λατρευτικά, όχι ως θεούς αλλά ως απεικονίσεις των αρχετύπων, αυτός ας έχει το ανάθεμα». Και όλοι χάρηκαν πάρα πολύ.

Τους ζήτησε τότε και αυτή να κάνουν δέηση για τον Θεόφιλο τον άνδρα της. Εκείνοι, αν και δεν ήθελαν, όμως βλέποντας την πίστη της πείσθηκαν. Και ο άγιος Μεθόδιος συγκέντρωσε στην Μεγάλη Εκκλησία όλο τον λαό, όλο τον κλήρο και τους αρχιερείς, και πήγε εκεί και ο ίδιος. Μεταξύ των άλλων ήταν και οι διακεκριμένοι αυτοί γέροντες από τον Όλυμπο, δηλαδή ο μέγας Ιωαννίκιος και ο Αρσάακιος, όπως επίσης και ο Ναυκράτιος, οι μαθητές του Θεοδώρου του Στουδίτου, οι ομολογητές Θεοφάνης του Μεγάλου Αγρού και Θεόδωρος οι λεγόμενοι Γραπτοί, ο σύγκελλος Μιχαήλ ο Αγιοπολίτης και πολλοί άλλοι.

Όλοι αυτοί έκαναν ολονύχτια δέηση προς τον Θεό για την ψυχή τού Θεοφίλου και όλοι προσεύχονταν με δάκρυα και θέρμη. Και αυτό το έκαναν όλη την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, ενώ και η ίδια η βασίλισσα Θεοδώρα έκανε το ίδιο με τις γυναίκες της αυλής και τον υπόλοιπο λαό.

Ενώ γίνονταν αυτά, η βασίλισσα Θεοδώρα κατά το χάραμα της Παρασκευής αποκοιμήθηκε για λίγο, και της φάνηκε πως βρέθηκε κοντά στην κολόνα του Σταυρού και ότι από εκεί περνούσαν με θόρυβο κάποιοι που είχαν διάφορα όργανα βασανισμού, και ανάμεσά τους είδε τον βασιλιά Θεόφιλο να τον σέρνουν με τα χέρια δεμένα πίσω. Τους ακολούθησε και αυτή, και όταν έφτασαν στην Χαλκή Πύλη είδε κάποιον με υπερφυσική όψη που καθόταν μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και μπροστά του έστησαν τον Θεόφιλο.

Η βασίλισσα έπεσε τότε στα πόδια του και παρακαλούσε για τον βασιλιά. Αυτός κάποια στιγμή της είπε: «Γυναίκα, μεγάλη η πίστη σου! Να ξέρεις ότι για τα δάκρυά σου και την πίστη σου, αλλά και για τις δεήσεις και ικεσίες των δούλων μου και των ιερέων μου, συγχωρώ τον Θεόφιλο τον άνδρα σου». Έπειτα είπε στους φρουρούς: «Λύστε τον και δώστε τον στη γυναίκα του». Εκείνη τον πήρε και έφυγε χαρούμενη, και αμέσως ξύπνησε.

Αυτά είδε η βασίλισσα Θεοδώρα. Ο δε πατριάρχης Μεθόδιος, τον καιρό που γίνονταν οι δεήσεις και οι προσευχές για τον Θεόφιλο, πήρε ένα λευκό χαρτί και έγραψε τα ονόματα όλων των αιρετικών βασιλέων, όπως και του Θεοφίλου, και έβαλε το χαρτί κάτω από την αγία Τράπεζα. Κατά την Παρασκευή βλέπει και αυτός έναν φοβερό άγγελο να μπαίνει μέσα στη Μεγάλη Εκκλησία, να τον πλησιάζει και να του λέει: «Η δέησή του εισακούστηκε, επίσκοπε, και ο βασιλιάς Θεόφιλος συγχωρήθηκε. Πάψε πλέον να ενοχλείς τον Θεό γι’ αυτόν».

Ο πατριάρχης, θέλοντας να δει αν το όραμα ήταν αληθινό, κατέβηκε από το θρόνο και πήρε το χαρτί, το ξεδίπλωσε και –ω τα ακατάληπτα κρίματα του Θεού!– βρήκε σβησμένο εντελώς το όνομα του Θεοφίλου με θεϊκό τρόπο. Όταν το έμαθε αυτό η βασίλισσα χάρηκε πάρα πολύ και μήνυσε στον πατριάρχη να συγκεντρώσει όλο τον λαό με τους τιμίους Σταυρούς και τις άγιες Εικόνες στη Μεγάλη Εκκλησία, ώστε να αποδοθεί σε αυτή ο στολισμός των αγίων Εικόνων και να γίνει γνωστό σε όλους το μεγάλο και παράδοξο θαύμα.

Και αφού όλοι σχεδόν συγκεντρώθηκαν στην Εκκλησία με κεριά, ήλθε και η βασίλισσα με τον γιό της. Έκαναν τότε λιτανεία με τις άγιες Εικόνες και με τα θεία και σεβάσμια ξύλα του Σταυρού και με το ιερό και θείο Ευαγγέλιο και έφθασαν μέχρι το λεγόμενο Μίλιο, κράζοντας το Κύριε ελέησον.

Στη συνέχεια επέστρεψαν στην Εκκλησία και τέλεσαν τη θεία Λειτουργία, αφού πρώτα οι άγιοι άνδρες αναστήλωσαν τις άγιες και σεβάσμιες Εικόνες, και έγινε τιμητική ανακήρυξη των ευσεβών και ορθόδοξων, ενώ οι αντίθετοι ασεβείς που απέρριπταν την τιμή των αγίων Εικόνων αποκηρύχθηκαν και παραδόθηκαν στο ανάθεμα.

Και από τότε οι άγιοι εκείνοι ομολογητές όρισαν να γίνεται κάθε χρόνο αυτή η ιερή πανήγυρη, για να μην τύχει να πέσουμε πάλι σε μια τέτοια ασέβεια.

Κύριε, απαράλλακτη εικόνα του Πατέρα, ελέησέ μας με τις πρεσβείες των αγίων σου ομολογητών. Αμήν. 

(Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 281)

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΚΟΣ: ΑΡΧΗ ΝΗΣΤΕΙΑΣ!

 
Αρχή νηστείας
π. Δημήτριος Μπόκος 

Ο Χριστός τονίζει την τεράστια σημασία της συγχώρησης προς τους ανθρώπους που μας έφταιξαν και τη θεωρεί απόλυτη και αναντικατάστατη προϋπόθεση για τη δική μας συγχώρηση από τον Θεό. Δεν υποτιμά όμως και τα άλλα πνευματικά αγωνίσματα που πρέπει να κάνουμε, ξεκινώντας από τη νηστεία, για την αποδέσμευσή μας όχι μόνο από την ευχαρίστηση του φαγητού, αλλά και από κάθε άλλη σωματική φιληδονία, και επιπλέον από τις ζημιογόνες εγωκεντρικές προσκολλήσεις της ψυχής, με κυρίαρχη την επιθυμία για πλούτο και θησαυρισμό, δηλαδή τη φιλαργυρία, που είναι κατ’ ουσίαν ειδωλολατρία. Εν όψει λοιπόν της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τα ανωτέρω ζωτικά αθλήματα πρόκεινται αμέσως ενώπιόν μας (Κυριακή της Τυρινής). 

Είθισται βέβαια να τονίζεται ότι η νηστεία μόνο από τροφές δεν έχει αξία, αν δεν συνοδεύεται από την παράλληλη άσκηση αποχής από κάθε κακία. Προσοχή όμως εδώ! Ας μη φτάνουμε κατ’ ευθείαν στο άλλο άκρο, στην πλήρη απαξίωση της νηστείας. «Καλή καρδιά να έχεις, λένε μερικοί. Τί να την κάνεις τη νηστεία;» Έχει μεγάλη όμως αξία η νηστεία και καθ’ εαυτήν. Ουσιαστικά είναι η αρχή κάθε πνευματικού αγώνα. Το πρώτο βήμα στη σύνολη πνευματική άσκηση. Με την αποχή από τα ευχάριστα φαγητά, μας εκπαιδεύει. Μας μαθαίνει πώς να απέχουμε και από άλλες ευχαριστήσεις. Πώς να έχουμε υπό έλεγχο τις επιθυμίες που μας ωθούν στην εκτροπή από το θέλημα του Θεού. Το πρώτο μάθημα του Θεού προς τον άνθρωπο ήταν η άσκηση της νηστείας. Όρισε ένα δέντρο στον Παράδεισο και είπε «ου φάγεσθε απ’ αυτού» (Γεν. 2:17). Ακόμα και ο πιο αδύναμος πνευματικά άνθρωπος μπορεί να καταφέρει σχετικά εύκολα να νηστέψει.

Γι’ αυτό και ο Κύριος δεν παρέλειψε να νομοθετήσει στο Ευαγγέλιό του τα της νηστείας. Και η Εκκλησία την παρέλαβε και την έκαμε αρχή και βάση του πνευματικού αγώνα, καθορίζοντας πότε και πώς πρέπει να νηστεύουμε μέσα στο λειτουργικό έτος. Πάνω όμως από όλους τους περί νηστείας κανόνες που διαμορφώθηκαν από την εκκλησιαστική παράδοση, η Εκκλησία δια των θεοφόρων Πατέρων της όρισε έναν απαράβατο γενικό κανόνα για τη νηστεία. 

Ποιος είναι ο κανόνας αυτός; Το ότι δεν παραδίδεται ένας και μόνο τρόπος νηστείας. Επειδή δεν έχουν όλοι την ίδια ψυχική και σωματική δύναμη, οι άγιοι Πατέρες δεν παρέδωσαν έναν άκαμπτο κανόνα, μια τυφλή γενική συνταγή νηστείας, που να ισχύει για όλους αναγκαστικά. Ο καθένας λοιπόν νηστεύει

α) ανάλογα με την ηλικία του. Αλλιώς οι γέροι, αλλιώς οι ενήλικες, αλλιώς τα παιδιά.

β) ανάλογα με την υγεία του. Αλλιώς οι γεροί, αλλιώς οι ασθενικοί.

γ) ανάλογα με τη σωματική αντοχή και ιδιοσυγκρασία του. Ένα πλήθος βιολογικοί και ψυχολογικοί παράγοντες διαμορφώνουν την ιδιαίτερη φυσική κατάσταση, την κράση του κάθε ανθρώπου.

Με τον τρόπο του λοιπόν ο καθένας, μπορούμε όλοι μας κάπως να νηστέψουμε. Εκτός και δεν θέλουμε.

Όλα είναι θέμα δικής μας επιλογής. Ο δικός μας Θεός δεν αναγκάζει ποτέ! Προτείνει μόνο. 

Αντιύλη. Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΚΟΣ: ΟΙ ΔΥΟ ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ!


π. Δημήτριος Μπόκος

Οι δύο αναστάσεις 

Όταν ηχήσει το ουράνιο κέλευσμα, η φωνή του αρχαγγέλου και η εσχάτη σάλπιγγα του Θεού, κατά την ημέρα Κυρίου την μεγάλη και επιφανή (Ιωήλ 2:11), συγκλονιστικά γεγονότα θα λάβουν χώρα «εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού». Θα συναχθούν ενώπιον του Χριστού όλα τα έθνη. «Πάντες παραστησόμεθα τω βήματι του Χριστού» (Ρωμ. 14:10). Όλοι οι άνθρωποι που έζησαν και θα ζήσουν επί της γης. Από τον Αδάμ μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο της εσχάτης γενεάς. Και θα κριθούν οι πάντες από τον κριτή του κόσμου, τον Χριστό (Κυριακή της Απόκρεω).

Αυτό σημαίνει ότι σε μια και μόνη στιγμή θα γίνει η ανάσταση των νεκρών και η τελική κρίση. «Σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι». Οι νεκροί θα ξαναπάρουν τα σώματά τους άφθαρτα και αθάνατα. Όμοια με το αναστημένο σώμα του Χριστού. «Καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, φορέσομεν και την εικόνα του επουρανίου». Δεν είναι δυνατόν φθαρτό σώμα, από σάρκα και αίμα, να κληρονομήσει τη Βασιλεία του Θεού, ούτε η φθορά να κληρονομήσει την αφθαρσία. «Δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν».

Όσοι όμως θα ζουν κατά τη στιγμή της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, δεν θα πεθάνουν, αλλά θα αλλάξουν αμέσως, παίρνοντας σώμα άφθαρτο, αντί του φθαρτού που είχαν ενόσω ζούσαν. Θα εκπληρωθεί τότε ο λόγος που αναφέρεται στην Αγία Γραφή για την κατάργηση, την πλήρη εξαφάνιση του θανάτου: «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορ. 15:48-55). Στο εξής δεν θα υπάρχει θάνατος, αλλά ζωή αιώνια. 

Θα αναστηθούν οι πάντες, με όποιον τρόπο κι αν πέθανε ο καθένας. Αυτοί που φαγώθηκαν από τα θηρία και δεν έμεινε ούτε ίχνος από το σώμα τους. Αυτοί που πνίγηκαν στη θάλασσα. Αυτοί που κάηκαν στη φωτιά. Αυτοί που αποτεφρώθηκαν στα ναζιστικά κρεματόρια, ή που αποτεφρώνονται οικεία βουλήσει σήμερα, αντί να ταφούν. Τα σώματα όλων θα ανασυντεθούν με την παντοδύναμη ενέργεια του Θεού. «Και έδωκεν η θάλασσα τους νεκρούς τους εν αυτή, και ο θάνατος και ο άδης τους νεκρούς τους εν αυτοίς, και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών» (Αποκ. 20:13).

Η ανάσταση όμως των νεκρών θα έχει διαφορετική σημασία για τον καθένα. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης (5:29) μιλάει για δύο αναστάσεις. «Εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως». Άλλοι για να ζήσουν αιώνια, άλλοι για να κριθούν και να καταδικασθούν. Οι πρώτοι θα αρπαγούν πάνω σε σύννεφα, «εν νεφέλαις», για να προϋπαντήσουν «συν πάσι τοις αγίοις» τον Κύριο στον αέρα και να ανεβούν μαζί του στον ουρανό. Οι δεύτεροι θα αναστηθούν για να περάσουν από δικαστήριο και καταδίκη. 

Ο Χριστός τα προλέγει αυτά με εικόνες και παραβολές. Παριστάνει τη συντέλεια του κόσμου με θερισμό, κατά τον οποίο οι θεριστές άγγελοι θα θερίσουν πρώτα τα ζιζάνια, «πάντας τους ποιούντας την ανομίαν». Άχυρα και ζιζάνια θα δεθούν σε δεμάτια και θα κατακαούν «εις την κάμινον του πυρός». Ενώ το σιτάρι θα συναχθεί στην αποθήκη του Θεού. Ο ίδιος ο Χριστός είναι ο γεωργός με το φτυάρι στο χέρι, που διαχωρίζει μέσα στο αλώνι του το σιτάρι από το άχυρο.

Ο διαχωρισμός αυτός θα διασπάσει πολλούς επίγειους δεσμούς, όσο στενοί κι αν είναι. Δύο θα κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, δύο θα αλέθουν στον ίδιο μύλο, δύο θα εργάζονται στον ίδιο αγρό, ο ένας θα παραλαμβάνεται για να προϋπαντήσει τον Κύριο, ο άλλος θα εγκαταλείπεται για να ριχτεί στο πυρ το άσβεστο (Ματθ. 3:12. 13:30-50. Λουκ. 17:34-36).

Εμείς; Προετοιμαζόμαστε για ανάσταση ζωής ή για ανάσταση κρίσεως; 

Αντιύλη. Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΟΠΟΥ ΚΑΛΕΙ ΚΑΘΕΝΑΝ Ο ΘΕΟΣ, ΕΚΕΙ ΘΑ ΑΓΙΑΣΕΙ!

 π. Συμεών Κραγιόπουλος
Όπου καλεί καθέναν ο Θεός, εκεί θα αγιάσει 

Να διαβάσουμε λίγο και για τον αββά Βαρσανούφιο.

«Τη στ’ του αυτού μηνός, μνήμη των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών Βαρσανουφίου του Mεγάλου Γέροντος και Ιωάννου του επιλεγομένου Προφήτου, μαθητού του αγίου Βαρσανουφίου, του και άλλου Γέροντος των παρά τω εν Γάζη της Παλαιστίνης κοινοβίω του Αββά Σερίδου ακμασάντων και εν ειρήνη τελειωθέντων».

Ο οποίος Ιωάννης, λέει, και αυτός είναι Γέρων, ο άλλος Γέρων. Και κοντά στους δύο αυτούς ήταν και ο αββάς Σέριδος. Ο Σέριδος κυρίως πήγαινε τα σημειώματα. Διάφοροι που είχαν ερωτήσεις, απορίες, που είχαν καημό για την πνευματική ζωή, έγραφαν σύντομα-σύντομα την ερώτησή τους και την πήγαινε ο Σέριδος στον αββά Βαρσανούφιο.

Ο αββάς Βαρσανούφιος ζούσε έγκλειστος· έγκλειστος! Μη μας παραξενεύουν αυτά. Όλοι οι άγιοι έχουν ένα κάτι χαρακτηριστικό στη ζωή τους. Ο ένας έγκλειστος –το Πνεύμα το Άγιο τον φωτίζει να κάνει έτσι– ο άλλος στυλίτης, ο άλλος στην έρημο, άλλος άγιος αλλού. Ο μέγας Φώτιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. «Έκαστος εν ω εκλήθη», όπως λέει και ο απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. 7:24). Εκεί που τον έβαλε ο Θεός τον καθένα. Άλλος έτσι, άλλος αλλιώς. 

«Φωστήρ Βαρσανούφιος άδυτος ώφθη
Βιώσας ως άγγελος εν τη ασκήσει».

Ο αββάς Βαρσανούφιος ανεδείχθη και ενεφανίσθη ως ένας ήλιος που δεν δύει, καθώς η όλη βιοτή του, η όλη ζωή του στην άσκηση εκεί ήταν ζωή αγγέλου· σαν να ήταν άγγελος.

«Ούτοι οι μακάριοι και όσιοι Πατέρες, οι όντως εν σώματι άγγελοι, ήκμασαν τω στ’ αιώνι. Και ο μεν Βαρσανούφιος, Αιγύπτου ων βλαστός, παρεγένετο εν Παλαιστίνη και ηγωνίσατο ασκητικώς εν πλείστοις τόποις εκείσε, υποταγείς πρότερον οσίω τινί Γέροντι Μαρκέλλω».

«Αιγύπτου ων βλαστός». Εκείνα τα χρόνια μιλούσαν μεν την ελληνική γλώσσα παντού, αλλά αναδείχθηκαν άγιοι και μάλιστα μεγάλοι άγιοι, μεγάλοι ασκητές, μεγάλοι θεολόγοι και μεγάλοι πατέρες και από τα μέρη εκείνα. Από την Αίγυπτο λοιπόν ο όσιος ήρθε στην Παλαιστίνη και έκανε αγώνα ασκητικό εκεί σε πολλούς τόπους. Και στην αρχή υπετάγη σε κάποιον Γέροντα Μάρκελλο.

«Είτα παραγενόμενος εν τω εγγύς της Γάζης κοινοβίω του Αββά Σερίδου…» Γίνεται πολύς λόγος για τη Γάζα. Έχει ιστορία η Γάζα. Τώρα έχει διαφορετική ιστορία, αλλά εκείνα τα χρόνια εκεί ήκμαζε, αν επιτρέπεται να πούμε, η αγιότητα. Λοιπόν, ο όσιος, μετά από την Παλαιστίνη, όπου ήταν κοντά στον Γέροντα Μάρκελλο, πήγε στο κοινόβιο του αββά Σερίδου, που είπαμε προηγουμένως. Ο Σέριδος αυτός ήταν ηγούμενος μιας μονής και εκεί πήγε και ο αββάς Βαρσανούφιος και, ας πούμε, ενεγράφη και αυτός εκεί.

Ύστερα όμως, με την άδεια ασφαλώς του ηγουμένου, βγήκε. Και όχι απλώς βγήκε στην έρημο, αλλά έμεινε έγκλειστος. Κανείς δεν μπορούσε να τον δει· σε σημείο μάλιστα που μερικοί τότε – αλλά βέβαια, λάθος τους, διότι αποδεικνύεται ότι δεν είναι έτσι – νόμισαν ότι ο Σέριδος, που πήγαινε τις ερωτήσεις, αυτός έφτιαχνε και τις απαντήσεις και τις έφερνε σ’ αυτούς οι οποίοι περίμεναν την απάντηση. Δεν ήταν έτσι. Όντως ήταν έγκλειστος ο αββάς Βαρσανούφιος, όντως πήγαινε τα σημειώματα ο αββάς Σέριδος και έφερνε τις απαντήσεις.

«Είτα παραγενόμενος εν τω εγγύς της Γάζης κοινοβίω του Αββά Σερίδου, περιέγραψεν εαυτόν εν τινι πλησίον της μονής κελλίω…» Με το «περιέγραψεν εαυτόν» τώρα εδώ εννοεί την εγκλείστρα· κλείστηκε σε κάποιο κελί που ήταν κοντά στη μονή, «αγγελικώς διαλάμπων συντόνω ασκήσει και υπερφυέσι παρά Θεού δωρεαίς». Και σαν να ήταν άγγελος έλαμπε με την πολλή άσκηση που έκανε και με τις εξαίσιες δωρεές που του έδινε ο Θεός. 

Ένας κοινός θνητός πού να καταλάβει! Είναι και αυτό, ξέρετε. Άμα δεν έχεις διάθεση λίγο να ξεπεράσεις τα ανθρώπινα, και λες: «Ε, άνθρωπος είμαι», και ζεις την ανθρώπινή σου πραγματικότητα – ας πούμε, να φας, να πιείς, να χάνεις τον καιρό σου ή απλώς να δουλεύεις κτλ. – και τίποτε περισσότερο, δεν μπορείς να καταλάβεις τίποτε. Όπως το ζώο δεν αισθάνεται ότι είναι και κάτι άλλο. Τι ωραία που ζουν τα ζώα! Αλλά είναι ζώα. Τώρα ο άνθρωπος να είναι έτσι; Ο Θεός είναι Θεός παντού, πάντοτε, δεν είναι κρυμμένος κάπου, αλλά εσύ με τη στάση που παίρνεις σαν να μην αφήνεις τον Θεό να σε δει, να σε επισκεφθεί, να σε αγγίξει, να σε ημερώσει, να σε χαροποιήσει.

«Ο δε Όσιος Ιωάννης, και ούτος πολλαίς πράξεσιν εκγυμνασάμενος, παρεγένετο τω θεοφόρω και μεγάλω Γέροντι Βαρσανουφίω…» Και ο όσιος Ιωάννης, ο οποίος και αυτός έκανε άσκηση και πνευματική γυμνασία, ήρθε στον θεοφόρο και μεγάλο Γέροντα τον Βαρσανούφιο, «ω συνδεθείς αγίας αγάπης άμμασι, μαθητής και μιμητής αυτού γέγονεν εν πάσι, και φίλος ηγαπημένος, εγκλείσας και ούτος εαυτόν ετέρω εκείσε κελλίω». Πήγε στον όσιο Βαρσανούφιο και ο άλλος Γέροντας, ο Ιωάννης που επονομαζόταν Προφήτης, και συνδέθηκαν με αγάπη, με αγία αγάπη. Και μαθητής και μιμητής του έγινε σε όλα «και φίλος ηγαπημένος». Και τι έκανε και αυτός; Βρήκε ένα άλλο κελί και κλείστηκε και αυτός εκεί μέσα. Βέβαια, δεν ήταν απόλυτα έγκλειστος στο κελί όπως ο αββάς Βαρσανούφιος, ωστόσο και αυτός ήταν έγκλειστος. 

Λοιπόν, καθώς διαβάζουμε αυτά, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να σκεφτούμε: «Πω πω! Αυτοί πήγαν και κλείστηκαν μέσα στο κελί! Πού εμείς, πού να πλησιάσουμε!» Ε, και αμέσως το βολεύουμε το πράγμα. Ίσα-ίσα, έχουμε πει ότι όπου κι αν είναι ο καθένας, όπου τον καλεί ο Θεός τον καθένα, εκεί, κάνοντας υπομονή και κάνοντας αγώνα να μην προδώσει την πίστη του, εκεί θα αγιάσει. Είναι ένα άλλοθι λοιπόν, όταν, ας πούμε, σκεπτόμαστε: «Πω πω, οι άγιοι ζούσαν έτσι! Πού να κάνουμε εμείς τέτοια πράγματα τώρα;» Και μια χαρά δικαιολογούμαστε. Δεν είναι έτσι. Είναι λάθος.

Και ο άγιος, λοιπόν, Ιωάννης ο Προφήτης εγκλείστηκε και αυτός στο κελί. «Και χαριτωθείς προγνωστική δωρεά, άλλος Γέρων και προφήτης παρά πάντων εγνωρίζετο και εκαλείτο». Του έδωσε ο Θεός την ιδιαίτερη αυτή χάρη, τον ευλόγησε ο Θεός να έχει προγνωστική, ας το πούμε έτσι, χάρη. Είχε το χάρισμα αυτό του προγινώσκειν. Δηλαδή, ο άγιος Ιωάννης δεν ήταν ένας άγιος ο οποίος έδινε καλές συμβουλές, ο οποίος όταν δεν μπορούσε ο αββάς Βαρσανούφιος έδινε αυτός απαντήσεις, ο οποίος μπορούσε να παρηγορήσει, να ανακουφίσει κτλ. Όχι· είχε χάρισμα Θεού, ειδικό χάρισμα από τον Θεό. Όπως το να είσαι έγκλειστος στο κελί είναι ειδικό χάρισμα. Το να ζεις αγία ζωή χωρίς να έχεις συνθήκες ανθρώπινες ώστε να καλοπερνάς, είναι χάρισμα Θεού. Αυτός είχε, λοιπόν, το προγνωστικό αυτό χάρισμα, την προγνωστική αυτή δωρεά. Και έτσι αναδείχθηκε και αυτός άλλος Γέροντας και Προφήτης και όλοι τον αναγνώριζαν έτσι. 

«Ούτοι οι μακάριοι έξω κόσμου και σαρκός βιώσαντες, και υπερφυών αξιωθέντες χαρίτων και δωρημάτων παρά Θεού Παντοκράτορος και τύποι μοναχικού βίου και διδάσκαλοι ενθεώτατοι και απλανείς καταστάντες, μετετάξαντο προς την αγήρω ζωήν και μακαριότητα, τα των καμάτων γέρα παρά Χριστού ληψόμενοι». Ασκήθηκαν, τελείωσε η ζωή τους και έλαβαν τα των καμάτων γέρα παρά Χριστού. Πώς λέει ο απόστολος Παύλος: «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν, απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος» (Β’ Τιμ. 4:7).

«Τούτων σώζεται ασκητική διδασκαλία πλήρης χάριτος και σοφίας και ωφελείας εν ερωταποκρίσεσιν, ιδίαν απαρτίζουσα βίβλον». Δηλαδή, στο ίδιο βιβλίο είναι η διδασκαλία και του ενός και του άλλου, που είναι «πλήρης χάριτος και σοφίας και ωφελείας». Και αυτά έχουν εκδοθεί και σε μετάφραση.

Αυτά λοιπόν έτσι εν συντομία εξ αφορμής της εορτής των σημερινών αγίων.

5/6-2-2008 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Θέλεις να αγιάσεις;”, Φεβρουάριος, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2023, σελ. 118 (αποσπάσματα).