ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΑΤΣΗΣ: ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

 Θεολογικές ανησυχίες για το μάθημα Ηθικής
του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου 

Το Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ εξέδωσε Ψήφισμα για το μάθημα της Ηθικής, που θεσμοθέτησε το Υπουργείο Παιδείας για τους απαλλασσόμενους από το μάθημα των Θρησκευτικών, ετερόδοξους, αλλόθρησκους και άθεους μαθητές.

Το Ψήφισμα καταλήγει προτείνοντας στο Υπουργείο Παιδείας «τη διαμόρφωση ενός Προγράμματος Σπουδών που θα διασφαλίζει τον θρησκευτικό εγγραμματισμό για το σύνολο των μαθητών, με σεβασμό στην ελευθερία της συνείδησης, αλλά χωρίς να θυσιάζεται η επιστημονική πληρότητα και η κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης του ανθρώπινου βίου, αποφεύγοντας την επιστημονική και παιδαγωγική σύγχυση που προκαλεί η συγκεκριμένη απόφαση». Ούτε λίγο ούτε πολύ προτείνεται η καθιέρωση ενός θρησκευτικού μαθήματος, ίδιου με εκείνο που αμετάκλητα έχει καταδικαστεί με πολλές αποφάσεις του ΣτΕ. Κι ενώ το Ψήφισμα επιδιώκει δήθεν να εκφράσει την αντίθεση του Τμήματος Θεολογίας προς το εναλλακτικό μάθημα Ηθικής, καταλήγει με πρόταση που αφορά συνολικά το μάθημα των Θρησκευτικών για όλους τους μαθητές των ελληνικών σχολείων. Πρόκειται για μια προσπάθεια να έρθει πάλι στο προσκήνιο μια συζήτηση γύρω από το χαρακτήρα του θρησκευτικού μαθήματος, η οποία έχει οριστικά κλείσει με τις αποφάσεις του ΣτΕ. Κι όμως κάποιοι δεν μπορούν ακόμη να δεχτούν την ακύρωση του έργου τους από το ΣτΕ και αναζητούν τρόπους επαναφοράς στα σχολεία των ακυρωμένων προγραμμάτων σπουδών τα οποία σχεδίασαν. Καμία έκπληξη για όσους γνωρίζουν ότι οι τότε πρωτεργάτες της επιχείρησης μετάλλαξης του χριστιανικού μαθήματος σε «μάθημα για όλους», στην ουσία σε πολυθρησκευτικό μάθημα σύγχυσης, είναι σήμερα μέλη ΔΕΠ του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ. Η ανησυχία λοιπόν για το μάθημα της Ηθικής είναι ψευδής. Ο στόχος είναι άλλος και δηλώνεται σαφώς στο τέλος του Ψηφίσματος. Η διαμόρφωση άλλου Προγράμματος Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών για όλους τους μαθητές. Αδιόρθωτοι παρά τα «χαστούκια» του ΣτΕ και τη σαφή δέσμευση του Υπουργείου από τις αποφάσεις του ανώτατου δικαστηρίου για την παροχή ορθόδοξου χριστιανικού μαθήματος στους μαθητές των ελληνικών σχολείων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το Ψήφισμα παραπέμπει σε αποφάσεις του ΣτΕ αλλά και την ευρωπαϊκή νομολογία και αποφαίνεται σχετικά με το αν το μάθημα Ηθικής είναι «συναφές» και «ισότιμο» με τα Θρησκευτικά. Απορίας άξιον όμως γιατί το Τμήμα Θεολογίας δεν κατέθεσε σχετική αίτηση ακύρωσης των Υ.Α. με τα προγράμματα σπουδών Ηθικής, ώστε να παρουσιάσει τη νομική του επιχειρηματολογία ενώπιον του ανωτάτου δικαστηρίου αλλά άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία υποβολής τέτοιας αίτησης. Και να σκεφτεί κανείς ότι όσοι τώρα επιχειρούν ερμηνείες δικαστικών αποφάσεων είναι οι ίδιοι που σε κάθε ευκαιρία αποφαίνονται ότι κακώς έγιναν προσφυγές στο ΣτΕ για το μάθημα των Θρησκευτικών στο παρελθόν! 

Επιπλέον, επειδή και άλλα κείμενα κληρικών εκφράζουν ανησυχία για το μάθημα Ηθικής,  είναι αναγκαίο να υπενθυμίσουμε ότι:

1.Το μάθημα Ηθικής αφορά μόνο στους απαλλασσόμενους μαθητές δηλαδή στους αλλόθρησκους, ετερόδοξους και άθεους και όχι σε όλους τους μαθητές. Οι απαλλαγές δίνονται μέσα από συγκεκριμένη διαδικασία και ο αριθμός τους είναι πολύ περιορισμένος. 

2.Η ανάθεση της διδασκαλίας του μαθήματος της Ηθικής είναι ζήτημα που δεν έχει ακόμη ρυθμιστεί από το Υπουργείο Παιδείας. Όλοι συμφωνούν ότι θα πρέπει να ανατεθεί στους Θεολόγους. Ωστόσο είναι πολύ πιθανό να δοθεί ταυτόχρονα ως ανάθεση β΄ ή γ΄ και σε εκπαιδευτικούς άλλων κλάδων. Όσοι πάντως θεωρούν ως πρώτιστο το ζήτημα αυτό, ας ελέγξουν πρώτα σε πόσες περιπτώσεις ανατίθεται η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών σε φιλολόγους, ως μάθημα γ΄ ανάθεσης. 

3.Το Υπουργείο δεν έχει επίσης προχωρήσει στον ορισμό του ελάχιστου αριθμού απαλλασσόμενων μαθητών ανά σχολείο και τάξη, που θα απαιτείται για την παροχή του μαθήματος της Ηθικής. Αν τελικά αποφασίσει τον αριθμό 10, όπως αναφέρουν δημοσιογραφικές πληροφορίες, τότε το μάθημα αυτό πρόκειται να διδαχθεί σε ελάχιστα τμήματα πολύ μικρού αριθμού σχολείων. 

4.Η πρόσφατη καταδίκη από το ΣτΕ του Υπουργείου Παιδείας για τον λόγο της καθυστέρησης παροχής του εναλλακτικού μαθήματος σε απαλλασσόμενους από τα Θρησκευτικά μαθητές, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον δικηγόρο των γονέων των μαθητών που είχαν κάνει τις σχετικές προσφυγές. Καλεί μάλιστα ο δικηγόρος τις οικογένειες να προχωρήσουν τώρα στις περαιτέρω ενέργειες ώστε να λάβουν χρηματική αποζημίωση από το Κράτος. Τελικά, η επιτυχία του δικηγόρου των αθέων θα ολοκληρωθεί με την πιθανή καταβολή κάποιων ευρώ σε ελάχιστες οικογένειες που εκπροσώπησε. Ωστόσο το Υπουργείο συνεχίζει να κινείται εξαιρετικά αργά στην οργάνωση του μαθήματος της Ηθικής και από όσα τουλάχιστον έχουν γίνει γνωστά, καμία διαδικασία συγγραφής σχολικών βιβλίων για το μάθημα αυτό δεν έχει ξεκινήσει. Έτσι και την επόμενη σχολική χρονιά είναι αμφίβολη η παροχή του μαθήματος αυτού. Εξάλλου καταδίκες με χρηματικές αποζημιώσεις το Υπουργείο αντιμετωπίζει και σε άλλους τομείς με πολύ μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, όπως για παράδειγμα εξαιτίας της καθυστέρησης αναγνώρισης επαγγελματικών δικαιωμάτων αποφοίτων σχολών κ.α. 

Στην παρούσα φάση το μεγαλύτερο πρόβλημα του κλάδου των Θεολόγων και του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι οι ελλείψεις καθηγητών και τα πολλά κενά Θεολόγων στα σχολεία, που αφήνουν μεγάλο αριθμό μαθητών χωρίς θρησκευτικό μάθημα ή σε κάποιες περιπτώσεις με μάθημα Θρησκευτικών που διδάσκεται από Φιλολόγους. Οι προσλήψεις αναπληρωτών Θεολόγων έχουν δραματικά μειωθεί και το Υπουργείο κωφεύει στις σχετικές διαμαρτυρίες της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων. Αυτό είναι το μείζον πρόβλημα και για αυτό οι Θεολογικές Σχολές δεν πράττουν όσα θα ανέμενε κάποιος. 

thriskeftika.blogspot.com

ΗΡΑΚΛΗΣ ΡΕΡΑΚΗΣ: ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ!

 Το δίλημμα της αποκαθήλωσης των θρησκευτικών Συμβόλων
Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ,
Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων 

Τα τελευταία χρόνια γινόμαστε, συχνά, μάρτυρες  απρόσμενων και απαράδεκτων προσπαθειών, Ελλήνων συνανθρώπων μας, που, λόγω ιδεολογικών ή αθεϊστικών κινήτρων, επιχειρούν την αποκαθήλωση των θρησκευτικών Συμβόλων (της Σημαίας, του Σταυρού των Εικόνων κ.ά.) από τα δημόσια κτήρια της Πατρίδας μας.

Μάλιστα, η Ένωση Αθέων Ελλάδος, προχώρησε και σε δικαστικές προσφυγές, εναντίον του κράτους, επικαλούμενοι ότι, με την ανάρτηση και προβολή των ως άνω Συμβόλων, θίγονται τα δικαιώματά τους.

Ωστόσο, σύμφωνα με Αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), η ανάρτηση και παραμονή των Συμβόλων σε Αίθουσες του Δικαστηρίου σε Σχολεία και σε  άλλες Δημόσιες Υπηρεσίες είναι συνταγματικά νόμιμη, καθώς αποτελεί μια εθιμική πράξη, η οποία, μάλιστα, θεμελιώνεται στην ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα και στην ορθόδοξη χριστιανική Παράδοση του Ελληνισμού.

Ειδικότερα, η σχετική Απόφαση του ΣτΕ, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι «επικρατούσα Θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Θρησκεία της Aνατoλικής Oρθόδoξης Eκκλησίας τoυ Xριστoύ», την οποία «πρεσβεύει η συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού, ενώ δεν στερείται η αναφορά αυτή και ορισμένων κανονιστικών συνεπειών, όπως είναι η καθιέρωση χριστιανικών Εορτών ως υποχρεωτικών Αργιών, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. 

Έτσι, όπως αναφέρει, στη συνέχεια η Απόφαση, ήδη από την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους, «ακολουθούνται, εθιμικά, ορισμένες πρακτικές, σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση», καθώς «αναρτώνται θρησκευτικές Εικόνες ή Σύμβολα στις Αίθουσες των Δικαστηρίων, όπως και σε άλλα δημόσια κτίρια (λ.χ. στις Αίθουσες των Σχολείων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), η πρακτική δε αυτή ακολουθείται παγίως και κατά τρόπο ομοιόμορφο από όλα τα Δικαστήρια».

Εξάλλου, το Ανώτατο Δικαστήριο της Χώρας επισημαίνει ότι οι αιτούντες δεν επικαλούνται, ούτε αποδεικνύουν οποιαδήποτε βλάβη, που τυχόν υφίστανται οι ίδιοι, από την τήρηση της παραπάνω εθιμικής αναρτήσεως θρησκευτικών Εικόνων, όπως, για παράδειγμα, ο επηρεασμός των μελών της δικαστικής συνθέσεως, η οποία εκδίκασε κάποια υπόθεσή τους, ή, γενικότερα, ότι η διενέργεια διαδικαστικών πράξεων σε Δικαστικές Αίθουσες, με αναρτημένα θρησκευτικά Σύμβολα έχει επιδράσει, κατά τρόπο αντίθετο, προς τη δικαστική αμεροληψία, στο περιεχόμενο κάποιας δικαστικής αποφάσεως.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, το ΣτΕ (Ολομέλεια) αποφάσισε ότι το αίτημα αφαίρεσης της θρησκευτικής Εικόνας από την αίθουσα συνεδριάσεων του Δικαστηρίου, ενόψει της εκδίκασης των συγκεκριμένων υποθέσεων, πρέπει να απορριφθεί.

Ωστόσο, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, η Ένωση αθέων Ελλάδος έχει προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), με αίτημα  τη θρησκευτική ουδετερότητα, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, επιβάλλει την αποκαθήλωση των Εικόνων από τα Δικαστήρια της χώρας και με την αιτιολογία ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά τους για θρησκευτική ελευθερία και δίκαιη δίκη.

Όπως ισχυρίζονται οι άθεοι, η δίκαιη δίκη έχει ως προϋπόθεση το υπάρχον αμερόληπτο και ανεξάρτητο φρόνημα των δικαστών αλλά και την γενικότερη θρησκευτική ουδετερότητα της αίθουσας του ακροατηρίου, στην οποία διεξάγεται η δίκη, έτσι ώστε να μην υπάρχει ο οποιοσδήποτε επηρεασμός της δίκης. Η Απόφαση αναμένεται εντός του παρόντος έτους.

Όμως, παρόμοια υπόθεση, που αφορούσε προσφυγή για ανάρτηση Εικόνων  σε Κτίρια του Δημοσίου της Ιταλίας, απορρίφθηκε, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τους ίδιους λόγους που απορρίφθηκε από το ΣτΕ, η προσφυγή των αθέων Ελλάδος.

Εκτός από τις Εικόνες, επίσης, έχουν γίνει απόπειρες αποκαθήλωσης του Σταυρού από την ελληνική Σημαία, η οποία, όμως, ως εθνικό Σύμβολο, προστατεύεται από την αμετάκλητη νομοθεσία περί εθνικών Συμβόλων.

Είναι πολύ στενάχωρο να πολεμούνται σήμερα, από μια ισχνή μειοψηφία, τα ιερά Σύμβολα της Ορθόδοξης πίστεώς μας, τα οποία, οι ήρωες πρόγονοί μας, σε καιρούς χαλεπούς, που όλα «τὰ 'σκιαζε ἡ φοβέρα καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά», τα κρατούσαν, με καμάρι και τιμή, ως κόρη οφθαλμού, γιατί πίστευαν ότι τα εικονιζόμενα ιερά Σύμβολα (Σταυρός) ή Πρόσωπα (Χριστός, Παναγία, Άγιοι) τους χορηγούν, άνωθεν, την συμπληρωματική, στον αδύναμο οπλισμό τους, ηθικοπνευματική δύναμη και το γενναίο ψυχικό στήριγμα, για να πολεμούν και να κατορθώνουν να πετυχαίνουν, μέσα από το πλήθος των Επαναστατικών τους κινημάτων και με τη θυσία της ζωής τους, την απελευθέρωση της πατρίδας μας.

 Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» (Σχεδ. Γ΄, 4), ο Διονύσιος Σολωμός γράφει: «Τα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία, που μουρμουρίζει και μιλεί και τον Σταυρό απλώνει, παντόγυρα στον όμοργον αέρα της αντρείας. Κι’ ο ουρανός καμάρωνε, κ’ η γη χεροκροτούσε».

Ο Σταυρός, από όργανο πραγματοποίησης του πιο ατιμωτικού θανάτου, στον οποίο θανατώνονταν οι στυγνότεροι ληστές και εγκληματίες του Ισραήλ, έγινε, με τον Χριστό, Σύμβολο της ύψιστης θυσίας του Θεανθρώπου και το υπέρτατο δείγμα της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο.

Το νοηματικό πλαίσιο της συμβολικής υψώσεως του Σταυρού στις ψυχές και στον αγώνα των πιστών παλληκαριών στον Χριστό, υπενθυμίζει ο Σολωμός, ακολουθώντας και τον Απ. Παύλο, που σημειώνει ότι ο Σταυρός είναι το υψηλό και επινίκιο Σύμβολο, σε όλους τους αγώνες και τις δοκιμασίες των Χριστιανών. Όταν ορισμένοι σήμερα, απολαμβάνουν μεν την ελευθερία που τους χάρισαν οι ήρωες του Σολωμού, το 1821, περιφρονούν, όμως και διώκουν τα θρησκευτικά Σύμβολα, τα οποία τους εμψύχωναν, προσφέροντάς τους  την πνευματική δύναμη για να παλεύουν, σχεδόν αδύναμοι, εναντίον δυνατού και οργανωμένου στρατού.

Οι σύγχρονοι διώκτες των προτύπων, των αρετών και των αξιών του Ελληνισμού έρχονται σε πλήρη αντίθεση με ό, τι πίστευε και διακήρυττε ο Σολωμός αλλά και με ό, τι πιστεύει, διαχρονικά, η μεγάλη πλειονότητα του Ελληνικού λαού,  Διαφοροποιούμενοι, ως προς τη σχέση τους με την Πατρίδα και υποστηρίζοντας διεθνιστικές πρακτικές, για ιδεοληπτικούς λόγους, επιδιώκουν να παύσουν οι Έλληνες να τιμούν το ιερό Σύμβολο της πατρίδας, τη Σημαία μας.

Ο Εθνικός μας Ποιητής, πρότυπο αληθινής φιλοπατρίας, ωστόσο, με πίστη και αγάπη, ομιλεί για έπαρση - ύψωση της σημαίας με τον Σταυρό, τον οποίο, μάλιστα, βλέπει, με αγαλλίαση, να δεσπόζει, ως Σύμβολο αγάπης, θυσίας και υπομονής, στην κορυφή της και να απλώνει το νόημα και το μήνυμά του, τον συνδυασμό, δηλαδή, ανδρείας, θυσίας και πίστεως, «παντόγυρα στον όμορφο αέρα της ανδρείας».

Τα πρότυπα του Σολωμού έχουν αφετηρία την πίστη και την αφοσίωσή του στην Ελληνορθοδοξία. Βιώνει, σε βάθος και πλάτος, τα ιερά και όσια της Εκκλησίας μας, η οποία, κατά την ημέρα της Εορτής του Τιμίου Σταυρού, με όλα τα εν ενεργεία μέλη της υψώνει, με ταπεινόφρονη περηφάνια,  το ιερό της Σύμβολο, ψάλλοντας: «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας. Σταυρός πιστών το στήριγμα».

Ζώντας, ο Εθνικός μας Ποιητής, εντός της Εκκλησίας με την διαρκή έγνοια της απελευθέρωσης του σκλαβωμένου γένους του, συνειδητοποιεί μαζί με όλους τους αδελφούς του Χριστιανούς, τη μεγάλη αξία και δύναμη του Ιερού Συμβόλου του Σταυρού πάνω στη Σημαία μας, ότι, δηλαδή, ο Σταυρός για τους πιστούς είναι «εν τη υψώσει ο καταράσσων εχθρούς», εκείνος, διά του οποίου «κατεπόθη του θανάτου η δύναμις».

Όμως, στις μέρες μας, όλοι αυτοί οι ιδεολογούντες, που επιδιώκουν την αποκαθήλωση των Ιερών μας Συμβόλων, αποκαθηλώνονται οι ίδιοι και αποδομούνται, με το παράδειγμα της ταπεινόφρονης αλλά περήφανης θρυλικής μορφής της Κυράς της Ρωμιοσύνης (Δέσποινας Αχλαδιώτη), η οποία κατοικώντας μόνη της στο μικρό ελληνικό νησάκι Ρω, πολύ κοντά στο Καστελόριζο και μια ανάσα από τα τουρκικά παράλια, από το 1943 και για 40 χρόνια, έκανε έπαρση κάθε πρωί της ελληνικής σημαίας και υποστολή της, με τη Δύση του Ήλιου, υπενθυμίζοντας σε όλα τα καράβια και σε όλες τις ελληνικές ψυχές την ελληνικότητα του ακρητικού νησιού.

Η Ηρωίδα αυτή, κατόρθωσε να κρατήσει ελληνικό το νησάκι της, καλλιεργώντας τη γη και βόσκοντας τα λιγοστά της ζώα, ενώ μετέβη στην άλλη ζωή, στις 13 Μαΐου 1982, σε ηλικία 92 ετών, με υψωμένη την ελληνική σημαία με τον Σταυρό στην ψυχή της και γεμάτη την καρδιά της  από τις ελληνικές αρετές και αξίες, αφήνοντας, ως παρακαταθήκη, αυτά που έλεγε σε όσους την επισκέπτονταν: «Με την ελληνική σημαία υψωμένη και την αγάπη για την Ελλάδα βαθιά ριζωμένη μέσα μου, πέρασα όλες τις κακουχίες. Την έχω στο σπίτι και όταν πεθάνω, θα την πάρω μαζί μου». Ενταφιάστηκε στο ξερονήσι της, δίπλα στον ιστό της ελληνικής σημαίας και τιμήθηκε ως εθνική ηρωίδα. 

thriskeftika.blogspot.com

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

ΗΡΑΚΛΗΣ ΡΕΡΑΚΗΣ: ΤΟ ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ!

 
«Το απαράμιλλο κάλλος των Τριών Ιεραρχών»
Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ
Πρόεδρος της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων 

Το παρόν άρθρο μας γράφεται, με αφορμή τον σχολικό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών και τη δημοσίευση συγκεκριμένων τοξικών κειμένων, που φαίνεται να στοχεύουν στην κατάργησή του.

Όμως, γιατί ορισμένα πρόσωπα του δημόσιου και πολιτικού βίου επιλέγουν και επιμένουν να γράφουν τόσο υποτιμητικά και συκοφαντικά κείμενα εναντίον της πίστεως των Χριστιανών, ιδιαίτερα, κατά τις μεγάλες Εορτές;

Η πιθανή εκδοχή, κατά τη γνώμη μας, είναι ότι δεν έχουν αξία, ως προσωπικότητες, για να φανερωθούν και να γίνουν αποδεκτοί, με έναν φυσικό τρόπο συνέπειας λόγων και έργων, που να τους κατοχυρώνει στον δημόσιο και δημοκρατικό πολιτικό στίβο και αναζητούν ευκαιρίες, για να προβληθούν, με παραφυσικό τρόπο, εισβάλλοντας στην ιερή περιοχή των ορθοδόξων χριστιανών και δημοσιεύοντας αναίσχυντες και ακραίες αντιχριστιανικές θέσεις και απόψεις. Με αυτόν τον ύπουλο και ανέντιμο τρόπο ελπίζουν και αναμένουν να δημιουργηθούν αντιδράσεις από τον λαό του Θεού, για την υπεράσπιση των ιερών προτύπων, που εκείνοι εξυβρίζουν, και, με τον τρόπο αυτό, να εισέλθει και να προβληθεί το όνομά τους στην επικαιρότητα.

Αυτή τη φορά, λοιπόν, επιτίθενται με αποδομητικές προθέσεις  στον καθιερωμένο σχολικό εορτασμό, ισχυριζόμενοι ότι η κατοχύρωσή του ήταν μια προσπάθεια του ελληνικού κράτους για να επιβάλλει, ως συρραπτικό ιδεολόγημα, τον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό». Αναφέρονται, επίσης, «στον ανορθολογισμό και στη δεισιδαιμονία, που συνδέεται με τους Τρεις Πατέρες και τη χριστιανική πίστη τους. Βέβαια, είναι γνωστό, ότι το μίσος και η δίωξη του κόσμου και των κοσμικών, σε βάρος των Χριστιανών, έχει ήδη προβλεφτεί από τον ίδιο τον Χριστό όταν επισημαίνει: «Ει ο κόσμος υμάς μισεί, γινώσκετε ότι εμὲ, πρώτον υμών, μεμίσηκεν» (Ιω.15, 18), προσθέτοντας, μάλιστα, ότι «μακάριοι έστε, όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσιν και είπωσιν παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματθ. 5, 11).

Ωστόσο, δεν είναι εύκολη υπόθεση για τους σύγχρονους διώκτες η κατασυκοφάντηση  αγίων ανθρώπων, όπως είναι, αυτή τη φορά, οι Τρεις Ιεράρχες, οι οποίοι απολαμβάνουν, δικαίως, τόσο μεγάλο σεβασμό και τόση μεγάλη τιμή και αποδοχή, εντός της Ορθοδοξίας –και όχι μόνον- εδώ και 17 περίπου αιώνες. Τι να πρωτοεπαινέσει κανείς στις προσωπικότητες των Τριών Μεγάλων Φωστήρων; Τη μόρφωση που είχαν; Τις γνώσεις τους, τη ρητορική και διαλεκτική τους ικανότητα; τα έργα, που με θεία σοφία συνέγραψαν, τις έμπρακτες αρετές, με πρώτη την αγάπη τους για τον συνάνθρωπο τη φροντίδα για τους φτωχούς, τους αδικημένους, τους αρρώστους, τους αγώνες και τις διώξεις τους  για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, τις πνευματικές τους  διδασκαλίες για να οριοθετήσουν τα δόγματα και τις αλήθειες της Εκκλησίας;

Οι Τρείς Πατέρες υπήρξαν υπηρέτες του ανθρώπινου αλλά και του Θείου λόγου. Εξέφραζαν, έτσι, την ενότητα και το ενιαίο του θείου και του ανθρώπινου στοιχείου, το θεανθρώπινο εντός της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Το κάλλος της προσωπικότητάς τους ήταν ανεκτίμητο, καθώς δεν είχαν μόνον αναπτύξει και διευρύνει στο έπακρον τις γνώσεις τους, ως Επιστήμονες, αλλά και την πνευματική και ασκητική τους διάσταση, με στόχο την αγιότητα.

Αν την οικουμενική προσφορά των αγίων ανθρώπων, στην πορεία τους προς τη θέωση προσπαθούν ορισμένοι σύγχρονοι κοσμικοί υβριστές ορθολογιστές, άσχετοι στους ψυχοσωματικούς αγώνες να τη χαρακτηρίζουν «δεισιδαιμονία και ανορθολογισμό», δεν ευθύνονται ούτε μειώνονται οι Πατέρες, αλλά οι υβριστές.

Διότι, στην εποχή μας, ομολογουμένως, με την έκπτωση όλων των αρετών της ζωής, τα πρότυπα και οι πνευματικές αρχές που προσφέρουν οι Τρεις Ιεράρχες προς όλους τους χριστιανούς- και όχι μόνον- ιδιαίτερα δε προς τους νέους είναι τα πλέον αληθινά και απαραίτητα για την οντολογική αναγέννηση του ανθρώπου.

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν είναι ούτε αναχρονιστικοί, ούτε οπισθοδρομικοί, ούτε με παρωπίδες. Αυτό το βλέπουμε, για παράδειγμα, στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους για την Παιδεία.

Ο Μ. Βασίλειος ομιλεί συχνά για τα πρότυπα που έχουν ανάγκη τα παιδιά. Σε επιστολή του με τον τίτλο: «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», υποστηρίζει ότι τα ελληνικά γράμματα αποτελούν απαραίτητο προπαρασκευαστικό στάδιο, προκειμένου να στραφούν οι νέοι στη μελέτη και στην κατανόηση των αγίων Γραφών, ελκύοντας το ενδιαφέρον πολλών σύγχρονων επιστημόνων και παιδαγωγών.  

Πιστεύει ότι η κλασική παιδεία συντελεί στην ηθική διαπαιδαγώγηση και στη συλλογή χρήσιμων και ωφέλιμων στοιχείων εκ μέρους των νέων. Πρέπει, όμως, να το κάνουν με προσοχή, όπως ακριβώς οι μέλισσες συλλέγουν το χρήσιμο για την παρασκευή του μελιού από τα άνθη.

Σε αντίθεση με όλους τους άδικους κριτές των Τριών Αγίων Πατέρων, που ισχυρίζονται ότι μισούσαν την ελληνική μόρφωση, η ιστορική αλήθεια είναι ότι ο Μ. Βασίλειος παρακινεί τους  χριστιανούς νέους να μελετούν την κλασική φιλολογία, υποστηρίζοντας ότι σε αυτήν θα βρουν αξιοθαύμαστα ηθικά διδάγματα και παραδείγματα ενάρετης ζωής, όπως είναι, για παράδειγμα, τα έργα του Ομήρου, του Ησίοδου, του Θεόγνιτου, του Σόλωνα, του Ευριπίδη κ. ά.

Από τους μεγάλους φιλοσόφους, ο Μ. Βασίλειος μνημονεύει ιδιαίτερα τον Πλάτωνα, ενώ από τους πολιτικούς άνδρες της αρχαίας Ελλάδος προβάλλονται ο Περικλής, ο Σωκράτης, ο Μέγας Αλέξανδρος κ.ά., των οποίων οι αρετές, θεωρούνται σύμφωνες με τα παραγγέλματα του Ιερού Ευαγγελίου.

Αυτή είναι η αλήθεια, κατά τον Μ. Βασίλειο, διότι, όπως αναφέρει, τα μεν άλλα από τα αποκτήματα δεν ανήκουν σ’ αυτούς που τα κατέχουν, παρά σ’ εκείνους που τα αποκτούν, διότι αλλάζουν θέση, πότε εδώ και πότε εκεί. Η αρετή, όμως, είναι το μόνον αναφαίρετο, από τα αποκτήματα, γιατί παραμένει στον άνθρωπο και όταν ζει και όταν πεθάνει.

Ο Ιερός Χρυσόστομος, επίσης, τονίζει ότι οι νέοι σύντομα πρόκειται να ενταχθούν  στην κοινωνία και, κατά συνέπεια, η ηθική της κατάσταση εξαρτάται από την ηθική κατάσταση των νέων. Γι αυτό αναφέρει  ότι η αμέλεια των παιδιών από τους γονείς «ανατρέπει πάσαν την οικουμένη». Σε άλλο σημείο της διδασκαλίας του, ο Ιερός Πατέρας υποστηρίζει ότι οι γονείς οφείλουν να συμπεριφέρονται στα παιδιά τους, χωρίς καταπιεστική διάθεση, καθώς δεν είναι ανδράποδα, αλλά ελεύθεροι άνθρωποι. Μόνον, έτσι, τα διδασκόμενα πρότυπα εισέρχονται στην ψυχή τους και παραμένουν, διότι, έτσι μόνο, οι νέοι καταβάλλουν προσπάθεια με ευχαρίστηση για να τα δεχθούν και να τα εφαρμόσουν.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, επίσης, τονίζει ότι η αγωγή, μέσω του έμπρακτου και ενάρετου παραδείγματος του γονέα και του παιδαγωγού, έχει τη δύναμη να συγκινήσει και να καθοδηγήσει. Ωστόσο, σημειώνει ότι, προς τούτο, πρέπει να καθαριστεί πρώτα, για να καθαρίσει, να γίνει σοφός πρώτα για να σοφίσει, να προσεγγίσει τον Θεόν για να οδηγήσει τους άλλους στον Θεό, να αγιασθεί για να αγιάσει να χειραγωγηθεί για να συμβουλεύσει με σύνεση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι τρείς Άγιοι Πατέρες, προστάτες των γραμμάτων, δεν κινούνται, πνευματικά, στο πλαίσιο μιας δεισιδαιμονίας ή ενός ανούσιου ανορθολογισμού, αλλά εκλαμβάνουν την αγωγή, ως μια διαδικασία ολόπλευρης καλλιέργειας των νέων, που δεν εξαντλείται στην εκμάθηση γνώσεων, ούτε περιορίζεται στην όξυνση των νοητικών τους λειτουργιών, αλλά αποσκοπεί, παράλληλα, στην ευρύτερη αγωγή, από την οποία αναζητείται το αληθινό και το αγαθό, μέσω της σφυρηλάτησης του ενάρετου βίου.

Στην κατεύθυνση αυτή, με το ανθρωπιστικό περιεχόμενο της αρχαιοελληνικής παράδοσης, από τη μία μεριά, το οποίο γνώριζαν οι Πατέρες, άριστα, από τις εγκύκλιες ελληνικές τους σπουδές, και με το αγιοπνευματικό περιεχόμενο της χριστιανικής πίστεως και ζωής, από την άλλη,  που βίωναν βαθύτατα, προσπάθησαν να οικοδομήσουν ένα παιδευτικό στόχο, ο οποίος έχει, ως κυριότερο χαρακτηριστικό, την τελείωση της ανθρώπινης ύπαρξης,  την «ομοίωσιν τω Θεώ, κατά το δυνατόν».

Γι’ αυτό και η Αποκάλυψη του Θεανθρώπου στον κόσμο στοχεύει στη θέωση του ανθρώπου, με τη σταδιακή μετοχή του στην εν Χριστώ ζωή: την απάθεια, την αγαθότητα, την τελειότητα, την ευσπλαχνία, την αρετή και, πάνω από όλα, την αγάπη.

Έτσι, η διδασκαλία των τριών Ιεραρχών προσλαμβάνει μία πανανθρώπινη οικουμενική διάσταση, καθώς συνδέεται τόσο με την ευσέβεια προς το θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού, όσο και με τη σταδιακή παιδαγωγική ύψωση του ανθρώπου σε ένα ενάρετο επίπεδο ζωής, με στόχο την ηθικοπνευματική του ολοκλήρωση. 

Ορθόδοξη Αλήθεια, 08.02.2023

Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

ΚΩΣΤΑΣ ΒΡΑΧΝΟΣ: ΑΘΕΟΛΟΓΗΤΟΣ ΒΙΟΣ

Αθεολόγητος βίος
Κώστας Βραχνός, απόφοιτος Φιλοσοφικής και Θεολογικής Σχολής 

Μια παράλογη αγνωμοσύνη χαρακτηρίζει τις σύγχρονες δυτικές και εν γένει αναπτυγμένες κοινωνίες: βαφτίζοντας αρετή τη διαρκή εξέγερση κατά πάντων και την επανάσταση χωρίς αιτία, απορρίπτουν και καταρρίπτουν οτιδήποτε κατεστημένο χωρίς να το γνωρίζουν εις βάθος, κατά κανόνα ταυτίζοντας το σύνολό του με την πιο αδύναμη και νοσηρή του πτυχή και ιστορία. Προπάντων, όμως, αγνοώντας ότι στη συγκεκριμένη καθεστηκυία τάξη πραγμάτων (αξίες, θεσμοί, κανόνες, ήθη, παραδόσεις, ιερά και όσια) οφείλουν την ίδια τη δυνατότητά τους όχι μόνο να μπορούν να την αμφισβητούν και να τη μάχονται αλλά εν τινί τρόπω να υπάρχουν κιόλας αξιοπρεπώς. Είναι γνωστό, φερ’ ειπείν, πως χωρίς τη χριστιανική καθιέρωση της απόλυτης αξίας του προσώπου, της ελευθερίας της βούλησης αλλά και της αδελφότητας των θνητών δύσκολα θα φτάναμε στις διακηρύξεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εντούτοις, ανάμεσα στους επιγόνους του Διαφωτισμού συναντάμε σήμερα τους πλέον δογματικούς και φανατικούς σκοταδιστές.

Σε γενικές γραμμές, σε αυτές εδώ τις περιοχές της οικουμένης, το σύνολο σχεδόν των όρων που μετερχόμαστε, είτε μας αρέσει είτε όχι, έχει χριστιανική ή εκχριστιανισμένη προέλευση. Βλέπουμε, αισθανόμαστε και σκεπτόμαστε ιουδαιοχριστιανικά, καθότι ο χριστιανισμός στη βαθιά, οντολογική του διάσταση περιλαμβάνει στην ουσία ολόκληρη την γκάμα των αντιληπτικών, διανοητικών, συναισθηματικών, αξιακών και πραξιακών μας δεδομένων και δυνατοτήτων, εντός των οποίων φυσικά κατέχουν πρωταγωνιστικό και αντιρροπιστικό ρόλο και οι αμέτρητες εκδηλώσεις απόκλισης, άρνησης, αποκήρυξης, απέχθειας, υπονόμευσης ή καταπολέμησής του. Κατά τον μεγάλο Unamuno «είμαστε όλοι τέκνα ενός εκκοσμικευμένου χριστιανικού πολιτισμού και φέρουμε τον χριστιανισμό, είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, στο μεδούλι της ψυχής μας. Μέχρι και οι άθεοι ανάμεσά μας είναι χριστιανοί». Κάτι που η βιαστική και προκατειλημμένη ματιά δεν αντιλαμβάνεται ούτε υποψιάζεται, αλλά που η μεθοδική και αμερόληπτη ανακαλύπτει αμέσως, όχι δίχως μια κάποια έκπληξη.

Παρά τη σημαντική ανθρωπολογική αλλοίωση που επέφεραν οι κατά τα άλλα αναπόφευκτες εξελίξεις σε επίπεδο κοσμοειδώλου, πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης αλλά και αυτοεικόνας· παρά την επέλαση της εκκοσμίκευσης ως βίαιης πριμοδότησης και κατίσχυσης του λογικού έναντι του ανορθολογικού και του ενδοκοσμικού εις βάρος του υπερβατικού, ακόμη δεν συντελέστηκε εξάλειψη του πολιτισμικού μας γονιδιώματος. Κάποιοι φοβούνται πως με τους τρέχοντες ρυθμούς είναι ζήτημα δεκαετιών. Ο Novalis, από τους πρώτους που διαισθάνθηκαν το πρόβλημα, σημειώνει στο προφητικό Χριστιανοσύνη ή άλλως Ευρώπη: «Να εκμηδενιστεί εντελώς εκείνη η αθάνατη αίσθηση (του αοράτου) είναι αδύνατον, να θολώσει μόνο μπορεί, να παραλύσει, να εκτοπιστεί από άλλες αισθήσεις». Άλλοι, όπως ο M. Eliade, διαπιστώνουν απλή μεταμφίεση του «ιερού» υπό τη μορφή του μύθου σε σύγχρονες, ενίοτε αδιόρατες εκδηλώσεις του «βέβηλου». Αισιόδοξη διαπίστωση, αν δεχτούμε ότι ο εκκολαπτόμενος, μελλοντικός άνθρωπος παραμείνει ενεργός στις επιδιώξεις του και δεν γίνει απαθής. Διότι ο μεγάλος εχθρός της ανθρωπότητας είναι η μεταφυσική και θρησκευτική αδιαφορία από απάθεια. Μπορεί, όμως, τελικά ο ψυχορραγών homo metaphysicus –ή μάλλον animal metaphysicum– να ψοφήσει πλάι στον νεκρό Θεό του; Καταπώς φαίνεται, ναι. Και μπορεί να πεθάνει χωρίς να πεθάνει μαζί και ο homo sapiens; Σε καμία περίπτωση. Το θρησκευτικό, δηλαδή το ουσιωδώς πνευματικό υπόβαθρο κάθε ανθρώπου και κάθε κοινωνίας είναι ο εγκέφαλος (όχι με την έννοια μόνο των νοητικών λειτουργιών) κάθε οργανισμού. Η καρδιά δύναται να λειτουργήσει και με μηχανική υποστήριξη. Αλλά αν πεθάνει το πνεύμα, δεν μιλάμε πλέον για άνθρωπο. Η λήθη του Θεού, λέει ο καθολικός θεολόγος Karl Rahner, ισοδυναμεί με «ανάστροφη εξέλιξη», επιστροφή στο ζώο, αφού «ο άνθρωπος υπάρχει ως τέτοιος μόνο όταν λέει “Θεός”, τουλάχιστον ως ερώτηση». Διότι η θρησκεία και η θρησκευτικότητα (σημ.: ανεξαρτήτως πίστεως!) δεν ανήκουν μαζί με τη μαγεία, τα παραμύθια και τις δεισιδαιμονίες σε κάποια ανώριμη φάση της εξέλιξης του είδους αλλά στη δομή της ανθρώπινης συνείδησης. Αφορούν δε κάτι τόσο θεμελιώδες ώστε με βάση αυτές (σημ.: το ενδιαφέρον γι’ αυτές) μετράται ακριβώς η ποιοτική στάθμη προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων και, σε τελική ανάλυση, τόσο πρωτεύον ώστε η καλλιέργειά τους (σημ.: η μέριμνα για ό,τι πραγματεύονται) θα όφειλε να συνιστά την επιτακτικότερη προτεραιότητα κάθε ατόμου και κάθε συλλογικότητας. Η μόνη αληθινή ανάπτυξη και ωρίμαση τόσο σε οντογενετική όσο και σε φυλογενετική κλίμακα έγκειται στην επιμέλεια της μεταφυσικής αίσθησης, του μυστηριακού αισθητηρίου, του θρησκευτικού αισθήματος, της θεολογικής ευαισθησίας.

Απέραντο και υπεραπαιτητικό θέμα. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν το θρησκευτικό αίσθημα αποτελεί μετεξέλιξη της μεταφυσικής αίσθησης (A. Schopenhauer), η μεταφυσική υποπροϊόν της θρησκείας (F. Nietzsche) ή όπως βεβαιώνει ο Max Scheler αν το θρησκευτικό προηγείται του μεταφυσικού· αν υπάρχει το «θρησκευτικό ένστικτο», που μας πληροφορεί για το ιερό (R. Otto) και αν, τελικά, η έννοια «ιερό» υπερισχύει της έννοιας «Θεός» (N. Söderblom)· αν το αίνιγμα του θανάτου οδηγεί στη θρησκευτικότητα (E. B. Tylor) ή αν πράγματι αυτός «δεν συνιστά τόσο το αντικείμενο της μεταφυσικής σκέψης όσο το υπαρξιακό της κίνητρο» (E. Fink). Όλα λίγο-πολύ αληθεύουν. Εκείνο, όμως, που δεν χωρά καμία αβεβαιότητα είναι πως ο στοχασμός και η πίστη –αν υποθέσουμε πως χωρίζονται– γεννώνται και συναρτώνται με την αμφιθυμική εμπειρία του Μυστηρίου (ως θάμβος, απορία, ανημπόρια, τρόμος, αγωνία κ.ά.) καθώς επίσης και ότι, όπως προείπαμε, αυτή η συνάρτηση αποτελεί το κατεξοχήν ειδοποιό και διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου ως προς τα έτερα ζώα αλλά και ως προς τους συνανθρώπους του. Ο Schopenhauer, κατά τον οποίο η συνείδηση του θανάτου μαζί με την οδύνη και την αθλιότητα της ζωής «δίνουν την πιο δυνατή ώθηση στον φιλοσοφικό στοχασμό και τις μεταφυσικές ερμηνείες του κόσμου», εξετάζοντας τη «μεταφυσική ανάγκη των ανθρώπων», τονίζει: «Όσο πιο χαμηλά στέκει ένας άνθρωπος από διανοητική άποψη, τόσο λιγότερο αινιγματώδες θεωρεί το Είναι ως τέτοιο».Ό,τι ισχύει για το μεμονωμένο άτομο ισχύει και για την κοινωνία, τη χώρα ή τον λαό.

Το ότι αποκλείεται «να στερέψουν οι πηγές της μεταφυσικής σκέψης» (Π. Κονδύλης) ή να εκριζωθεί αυτό το σχετικό όργανο, δεν θα πει ότι δεν μπορεί να ατροφήσει. Και όταν ατροφεί, το σώμα πάσχει και νοσεί, διατελεί σε θανατηφόρα κρίση. «Η κρίση είναι, κατά βάθος, κρίση θρησκευτικότητας ή, μάλλον, αθρησκευτικότητας, είναι μια κρίση θρησκευτική» φώναζε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο Unamuno. «Όλες οι πολιτικές κρίσεις συνιστούν στην ουσία θρησκευτική κρίση», φώναζε την ίδια εποχή και η αδελφή ψυχή, N. Berdyaev. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι και οι δύο αυτοί σοφοί έζησαν από τα μέσα την Ιστορία και γνώριζαν όσο λίγοι πολιτική. Γράφει κάπου ο Ισπανός: «Η οικονομική και υλική ζωή δεν είναι αντίθετη στην πνευματική ζωή, ούτε μπορεί να είναι ξεκομμένη πλήρως από αυτή και αφηρημένη (…) Ολόκληρη η υλική ζωή δεν είναι παρά η εκδήλωση της πνευματικής ζωής όπου βρίσκονται οι ρίζες της (…) μπορεί να θεωρείται ως παράγωγο της πνευματικής».

Ας σταχυολογήσουμε και ας ακούσουμε για μια στιγμή τούς δύο βοώντες εν τη ερήμω:

«Το υπερκόσμιον και μεταφυσικόν δεν εισέρχεται έξωθεν εις τον άνθρωπον, αλλά αναδύεται εξ αυτού από το εσώτατον βάθος (…) Η γηραιά Ευρώπη πρόδωσε το παρελθόν της. Το αρνήθηκε. Ο αστικός πολιτισμός, ο αντιθρησκευτικός, κατανίκησε την παλιά ιερή της κουλτούρα (…) Η φοβερώτερη μορφή αθεΐας σίγουρα δεν είναι αυτή που εμφανίζεται στον στρατευμένο και παράφορο αγώνα εναντίον της ιδέας του Θεού και εναντίον αυτού του ίδιου του Θεού, αλλά αυτή που εμφανίζεται στην αθεΐα της πρακτικής ζωής, στην αδιαφορία και στην ψυχρότητα (…) Η παράφορη εξέγερση και η πάλη κατά του Θεού μπορεί να οδηγήσουν σε περισσότερο φως και σε υψηλότερη μορφή θρησκευτικής σκέψης (…) Η αγανάκτηση που οι χριστιανοί δείχνουν έναντι των αθεϊστών και της στρατευμένης αθεΐας συχνά είναι ευτελής, διότι είναι οι δικές τους παραμορφωμένες αντιλήψεις για τον Θεό και ο δικός τους άθεος βίος, που προκαλούν αυτή την αθεΐα (…) Δεν είναι χριστιανός αυτός που είναι αυτοϊκανοποιημένος και περιφρονεί τους άλλους, για τους οποίους το πρόβλημα του Θεού είναι βασανιστικό (…) Ο άθεος μπορεί να είναι καλύτερος από αυτόν που επαναλαμβάνει “Κύριε, Κύριε” (…) Η μοίρα της κουλτούρας εξαρτάται από την πνευματική κατάσταση των εργατικών μαζών, από το αν θα εμπνευστούν από τη χριστιανική πίστη ή τον αθεϊστικό υλισμό (…) Το πρόβλημα περί Θεού είναι το αιώνιο πρόβλημα, το πρόβλημα όλων των εποχών, είναι πάντα το πρώτο και κυριότερο, αλλά το πρόβλημα της εποχής μας είναι το πρόβλημα του ανθρώπου, περί της σωτηρίας του ανθρώπινου προσώπου από την αποσύνθεση, περί της αναγνώρισης και της αποστολής του ανθρώπου, περί της απάντησης των βασικών προβλημάτων της κοινωνίας και του πολιτισμού υπό το φως της χριστιανικής περί ανθρώπου ιδέας (…) Ο πεσιμισμός περικλείει ένα υγιές στοιχείο, στρέφει τον άνθρωπο προς την υπεργήινη ζωή» (N. Berdyaev).

«Απ’ την κατάσταση του πνευματικού περιβάλλοντος της κοινωνίας εξαρτάται ο ερεθισμός του μυστηρίου μες στο μυστήριο της ψυχής μας (…) Ένας λαός μπορεί να παρακμάζει πνευματικά, ενώ προοδεύει στην οικονομία, τη βιομηχανία, το εμπόριο ακόμα και την επιστήμη και τις τέχνες (…) Είναι αναγκαίο για την πνευματική ζωή να επανακάμψουν οι μεταφυσικές ανησυχίες (…) Ένας λαός ο οποίος δεν μιλάει για τίποτε άλλο παρά για δουλειές και απολαύσεις είναι ένας λαός εντός του οποίου θα φυτρώσει και θα ριζώσει η θλιβερή απαισιοδοξία, όχι αυτή της πείνας αλλά η χειρότερη, της βαρυστομαχιάς (…) Ενόσω μεγαλώνει και βαθαίνει η ανησυχία μου για την ατομική μοίρα και το πέραν του τάφου, μεγαλώνει και βαθαίνει η ανησυχία μου για τα κοινωνικά ζητήματα. Η δυστυχία εμποδίζει να κοιτάξουμε τον ουρανό (…) Για κάθε λαό το ζωτικό του πρόβλημα, ζωής και θανάτου, είναι να βρει τη δική του θρησκεία, εκείνη που εκφράζει ή ορίζει το πνεύμα του και ικανοποιεί τις διανοητικές και συναισθηματικές του ανάγκες (…) Ποια θρησκεία; Εκείνη όλων των θρησκευόμενων ανθρώπων, που είναι ίσως στο βάθος η ίδια, του αιωνίου ερωτήματος. Διότι να είσαι θρησκευόμενος θα πει να το θέτεις, ακόμα κι αν δεν βρίσκεται απάντηση, και άθρησκος να το αποφεύγεις (…) Όλες οι θρησκείες είναι αληθινές, εφόσον κάνουν τους λαούς που τις ομολογούν να ζουν πνευματικά, εφόσον τους παρηγορούν που έπρεπε να γεννηθούν για να πεθάνουν, και για κάθε λαό η πιο αληθινή θρησκεία είναι η δική του, εκείνη που τον έφτιαξε» (Unamuno). Βέβαια, δεν έχουν πάντα οι –έστω και ανορθόδοξοι– πιστοί το μονοπώλιο παρόμοιων διαγνωστικών. Θεολογικά αντανακλαστικά συναντάμε σε κάθε ενδοσκοπικό και ευαίσθητο ον. Ο J. L. Borges δεν ήταν που έγραψε πως «κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος είναι ένας θεολόγος, και για κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητη η πίστη»; Αρκεί, πράγματι, ένα minimum πνευματικής κατάρτισης και, φυσικά, υπαρξιακής κινητικότητας. Ο E. Ionesco, που διέθετε και τα δύο στον ανώτατο βαθμό, υπογράμμισε: «Δεν μπορεί να υπάρξει ζωή, δεν μπορεί να υπάρξει πολιτισμική ζωή χωρίς τη μεταφυσική και το θρησκευτικό αίσθημα».

Ο ραγδαίος αποχριστιανισμός της Δύσης δεν θα ήταν κάτι τόσο ανησυχητικό εάν μαζί με την πίστη στο δόγμα και τη μετοχή στη λατρεία δεν μειωνόταν και γενικώς η (προ)διάθεση προς το ιερό, το μυστήριο, το θείο, εάν δεν επέφερε γενικευμένη αποϊεροποίηση. Απεναντίας, θα μπορούσε ν’ αποτελεί ακόμα και αναγκαία φάση μιας καθαρτικής, εξυγιαντικής, σωτήριας κρίσης εντός των κόλπων της επίσημης θρησκείας, που ως βασικός υπεύθυνος εκφυλίστηκε, με αποτέλεσμα να χάσει προοδευτικώς τον ρόλο και το κύρος της. Από μία άποψη, το φαινόμενο της εκκοσμίκευσης, έτσι όπως αυτό εξελίχθηκε, μπορεί να αναχθεί σε αμιγώς ενδοεκκλησιαστικά αίτια. Μια χριστιανική, δηλαδή μια χρηστή πνευματικά, ποιμαντικά, πολιτικά και κοσμικά συμπεριφορά πολύ δύσκολα θα προκαλούσε την αντίδραση που προκλήθηκε, η δε πορεία του ευρωπαϊκού πνεύματος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έπαιρνε τη μορφή επιχείρησης υπέρβασης ή/και απαλοιφής του φιλοσοφικού ή θεολογικού Απολύτου, οδηγώντας στον σημερινό homo indifferens. Στην πραγματικότητα, τα πεπραγμένα της θεσμικής Εκκλησίας, ως μοναδικού «εκπροσώπου του θείου», η προδοτική ταύτισή της με τη φαύλη πολιτική και οικονομική εξουσία, η αέναη δογματική ομφαλοσκόπηση και η εγκατάλειψη του καταφρονεμένου και αγωνιούντος ανθρώπου, προξένησαν δικαιολογημένο odium theologicum. «Αυτό που αρχικά ήταν προσωπικό μίσος κατά της καθολικής πίστης μεταβλήθηκε αργά αλλά σταθερά σε μίσος κατά της Βίβλου, κατά της χριστιανικής πίστης και τελικά αυτής της ίδιας της θρησκείας», ειδοποιούσε ο Novalis.

Παράλληλα, μέσα στην κατακλυσμιαία δυναμική της εμμένειας, η φιλοσοφία απομακρύνθηκε από τα μεταφυσικά ζητήματα, αφήνοντάς τα στη δικαιοδοσία της θεολογίας, η οποία εξελίχθηκε από προνομιακό σε αποκλειστικό σχεδόν «διαχειριστή» τους, πλάι στην τέχνη, που όταν δεν θερμαίνεται από αυτήν, καταλήγει αργά ή γρήγορα στην άδοξη ανάφλεξη. Την ίδια στιγμή, η θεολογία, στην ανάγκη της να νομιμοποιήσει την ύπαρξη και το κύρος της, ταυτίστηκε και αφέθηκε να ταυτιστεί με το δόγμα και κυρίως την πίστη, με αποτέλεσμα να εμπεδωθεί η παρανόηση ότι η θεολογική βίωση και εξέταση των αιωνίων ερωτημάτων προαπαιτεί ομολογιακής φύσεως διαπιστευτήρια. Έτσι, με τη σταδιακή αποδυνάμωση του ενδιαφέροντος για τη θρησκεία αλλά και της λατρευτικής ζέσης εντός του θρησκεύματος συρρικνώθηκε και ο ύστατος –τώρα που οι τέχνες έγιναν στην πλειονότητά τους «ψυχαναλυτικές»– χώρος εμπερίστατης διαπραγμάτευσης και ευρείας καλλιέργειας της ανθρώπινης μεταφυσικότητας.

Όμως, η θρησκεία (κατά κανόνα, η πάτρια) προσφέρεται για τον θνητό και φθαρτό και αδαή και ανεπαρκή άνθρωπο όχι ως ένα αλάνθαστο ούτε καθ’ όλα «αποτελεσματικό», πάντως, ως το καλύτερο δυνατό και άμεσα διαθέσιμο μέσο προσανατολισμού εντός του αγνώστου της εγκόσμιας περιπέτειας: φίλτρο ερμηνείας, πηγή έμπνευσης, μοντέλα αναφοράς, γνώμονα ηθικής, άξονα οργάνωσης, πρότυπο συμβίωσης, καταφύγιο παρηγορίας, δεξαμενή ελπίδας, χορηγό νοήματος. Το μόνο, ουσιαστικά, «όπλο» έναντι της θνητότητας και του θανάτου. Σ’ αυτήν και δι’ αυτής εκφράζεται από καταβολής κόσμου και με τον πλέον εξελιγμένο τρόπο η θεμελιωδέστερη διάσταση και ανάγκη του ανθρώπου, η μεταφυσική, εκείνη που σχετίζεται με το μυστήριο του υπάρχειν και που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και να ευδοκιμήσει παρά σε αρχαία, παγκόσμια, δοκιμασμένα, πλούσια, ολοκληρωμένα συστήματα, και όχι επιμέρους πολιτικές ιδεολογίες ή επιστημονικές θεωρίες που διεκδικούν οικουμενικότητα, αντιποιώντας απεγνωσμένα την αρχή της. Όπως είπαμε, έχουμε να κάνουμε με μια δομική ιδιότητα. Υπό αυτή την έννοια, η φθίση ή η απουσία της συνεπάγεται βαρύτατες επιπτώσεις στην ψυχοδομή του ατόμου και το κλίμα της εποχής. Το άγχος, το οποίο χαρακτηρίζει τον σημερινό άνθρωπο και τις σημερινές κοινωνίες, η αίσθηση ανασφάλειας, σύγχυσης, θυμού, αποπροσανατολισμού, βιασύνης, απληστίας, στέρησης, απελπισίας, αδικίας, κενού και έλλειψης νοήματος, όλα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνδέονται με την παραμέληση της παραπάνω σταθεράς, με την απώλεια «ενός πνευματικού κέντρου, μιας απάντησης έστω και συμβολικής ή έμμεσης στο ερώτημα της ύπαρξης της ζωής», που λέει ο λουθηρανός φιλόσοφος P. Tillich. Ειδικότερα, στο κομβικό θέμα του θανάτου, βλέπουμε πόσο στον σύγχρονο κόσμο «άδειασε από θρησκευτική σημασία, εξομοιώθηκε με το μηδέν, με αποτέλεσμα ο σύγχρονος άνθρωπος να παραλύσει από την αγωνία» (M. Eliade). O C.G. Jung, σε έναν απολογισμό της όλης ερευνητικής και θεραπευτικής δραστηριότητάς του, θα επισημάνει ότι από όλους τους ενήλικες ασθενείς του «ούτε ένας δεν υπήρξε που το πρόβλημά του σε τελική ανάλυση να ήταν η εύρεση μιας θρησκευτικής οπτικής της ζωής (…) όλοι αρρώστησαν επειδή έχασαν εκείνο που όλες οι ζωντανές θρησκείες προσφέρουν πάντοτε στους ακολούθους τους». Στο ίδιο μήκος κύματος θα κινηθεί και ο Eliade: «Η υπαρξιακή κρίση είναι, σε τελική ανάλυση, “θρησκευτική”, καθώς στα αρχαϊκά επίπεδα του πολιτισμού, το είναι συγχέεται με το ιερό (…) συνεπώς, η θρησκεία αποτελεί την υποδειγματική λύση κάθε υπαρξιακής κρίσης». Εκεί που η νεωτερικότητα βλέπει απλώς ένα άρρωστο παρελθόν που ξεπεράστηκε, εκεί ακριβώς βρίσκεται η μοναδική δυνατότητα μιας κάποιας ίασης, αφού ο «ανεπίκαιρος» θεολογικός «ανορθολογισμός» αποδεικνύεται απείρως πιο καίριος κι ωφέλιμος απ’ ό, τι το αντιπνευματικό πνεύμα των καιρών έχει ορίσει.

Κλείνοντας την περιδιάβασή μας, ας επιστρέψουμε στην αρχική παρατήρηση περί αγνωμοσύνης, αν και εν προκειμένω θα έπρεπε να μιλάμε μάλλον για τραγική ειρωνεία. Όλοι γνωρίζουμε την ευμενή στάση μεγάλου μέρους της αριστεράς απέναντι σε ορισμένους ολοκληρωτισμούς (π.χ. έμπρακτος κομμουνισμός, δηλαδή κομμουνισμός, καθώς δεν εγκαθιδρύθηκε ποτέ και πουθενά ο «ορθός» κομμουνισμός) και ανελεύθερα πολιτισμικά μοντέλα οργάνωσης βίου (π.χ. πολιτικό ισλάμ, δηλαδή ισλάμ, καθώς δεν υφίσταται μη πολιτικό ισλάμ) ή τις ολοένα και εντονότερες αιτιάσεις της περί «δικτατορίας» ή «αστυνομοκρατίας». Αν υπήρχε η στοιχειώδης γνώση ή, καλύτερα, η παραμικρή βιωματική εμπειρία των υπερασπιζόμενων και καταγγελλόμενων πραγματικοτήτων, επί παραδείγματι, να είχε ζήσει κανείς ως ελευθερόφρων στο ανατολικό μπλοκ, ως γυναίκα στο Πακιστάν ή ως αντιφρονών στη Χιλή του Pinochet, η τοποθέτηση θα ήταν εντελώς διαφορετική, ενώ θα γλίτωνε και ο δημόσιος λόγος ικανό μέρος από τη συστηματική του απαξίωση εξαιτίας της κατάχρησης των διαφόρων σχημάτων λόγου. Ομοίως, στη χριστιανική ή χριστεπώνυμη Εσπερία, οι αδιαφορούντες για τα θρησκευτικά δεν φαντάζονται πόσο θρησκευτικά είναι τα προβλήματά τους, όσο δε για τους περιφρονητές και τους συκοφάντες της χριστιανοσύνης, ούτε κι αυτοί υποψιάζονται πόσο το δικαίωμα αλλά και η ικανότητά τους να χλευάζουν και να κατηγορούν θεμελιώνονται εν πολλοίς πάνω σε προϋποθέσεις και στοιχεία εκείνου που ανυποψίαστοι και περήφανοι κατηγορούν και χλευάζουν.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί πως δεν κινδυνεύουν με πλήρη μαρασμό και αφανισμό όλες οι θρησκείες με τους κάθε λογής πιστούς τους. Η απίσχνανση του θρησκευτικού αισθήματος στις ποικίλες εκφάνσεις της, από την απάθεια έως την απαξίωση και την αποκαθήλωση των πάντων, αποτελούν φαινόμενα σχεδόν αποκλειστικά των χριστιανικών κοινωνιών (εξαιρέσεις η Ιαπωνία και η Ν. Κορέα). Έξω απ’ τις χώρες του πολιτικώς/οικονομικώς/τεχνολογικώς αναπτυγμένου κόσμου, και ειδικότερα στον αποκαλούμενο «τρίτο κόσμο», οι θρησκείες διατηρούν τις δυνάμεις και την επιρροή τους, ιδιαίτερα δε στα μουσουλμανικά κράτη και στις μουσουλμανικές κοινότητες εντός μη μουσουλμανικών κρατών παρατηρούνται τάσεις ριζοσπαστικοποίησης, επέκτασης και επεκτατισμού. Σημειωτέον, το ισλάμ δεν γνώρισε ούτε μπορεί να γνωρίσει Αναγέννηση, Μεταρρύθμιση, Διαφωτισμό, δημοκρατία, γενικώς όλα τα καλά και τα κακά της εκκοσμίκευσης. Δεν ανέχεται τη δυσπιστία, απαγορεύει την έσωθεν ή έξωθεν κριτική και τιμωρεί με θάνατο την έσωθεν και έξωθεν ασέβεια και βλασφημία. Παρ’ όλα αυτά, σημαντική μερίδα χριστιανών και αριστερών που ελεεινολογούν την παρακμή της πίστης και το τέρας του καπιταλισμού, αντιστοίχως, κοιτάζουν με ευμένεια το μουσουλμανικό παράδειγμα, εκφράζοντας κατανόηση προς απαράδεκτες θεσμικές αξιώσεις των μουσουλμάνων αλλά και επιείκεια ή συμπάθεια προς τους παράφρονες της ισλαμικής βίας/τρομοκρατίας. Στο όνομα της χαμένης πίστης και της αποικιοκρατικής ενοχής ή της γενικής παρακμής εξαίρεται αλόγιστα και αδιακρίτως το ασύμβατο με τη δυτική θεμελίωση ισλάμ, εκεί που θα έπρεπε να αναζητούνται συγκλονιστικά παραδείγματα στη μεγαλειώδη ινδική πνευματικότητα (ινδουισμός, βουδισμός, τζαϊνισμός). Οι θρησκείες και οι παραδόσεις, μολονότι αντανακλούν, δημιουργούν, διαμορφώνουν και υπηρετούν τις εκάστοτε ανάγκες του κάθε λαού, σαφώς διαφέρουν αξιολογικώς μεταξύ τους (κάποιες, αναντίρρητα, είναι πνευματικότερες ή ειρηνικότερες από κάποιες άλλες) και κάθε σοβαρός μελετητής του αντικειμένου γνωρίζει την ιστορία, τον πλούτο, την επίδραση, τη συμβολή και τις οφειλές της καθεμιάς. Ωστόσο, αυτό που σήμερα πρωτίστως θα έπρεπε να ενδιαφέρει είναι ο βαθμός θεσμικής και βιοτικής συμβατότητας κι εναρμόνισης των ανθρωπολογικών και πολιτικοκοινωνικών μοντέλων που αυτές προτείνουν, δηλαδή ενσαρκώνουν, κάτι όχι και πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί. Εφόσον, βέβαια, αποφασίσουμε να δράσουμε προς γενικό όφελος με γνώμονα την πραγματικότητα, την αξιοπρέπεια, τον σεβασμό και την ειρήνη, και μπορέσουμε επιτέλους ν’ απαλλαγούμε από ολέθριες ιδεολογικές στρεβλώσεις, προκαταλήψεις και φαντασιώσεις της άγνοιας και της μόδας («ισλαμοφοβία», «διαφορετικότητα», «πολυπολιτισμικότητα» κ.ά.). Εδώ η νοσούσα, αυτοϋπονομευτική, εν τέλει, αυτοκτονική μοίρα της Εσπερίας καθρεφτίζεται εύγλωττα στις επιθέσεις στο Charlie Hebdo (και, προπαντός, στη μερική ή πλήρη δικαιολόγησή τους), στον φετφά κατά του S. Rushdie, στις ύβρεις κατά του M. Houellebecq, στις διώξεις του Thilo Sarrazin, ή, παρ’ ημίν, στις κατηγορίες εις βάρος της γενναίας Σώτης Τριανταφύλλου, και γενικώς σε κάθε λόγο ή ενέργεια που αμφισβητεί, αναθεωρεί και απεμπολεί επί δυτικού εδάφους τα κορυφαία ανθρωπιστικά και πολιτειακά κατορθώματα και κεκτημένα της Δύσης.

alopsis.gr

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2025

ΠΡ. ΘΩΜΑΣ ΒΑΜΒΙΝΗΣ: ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΛΙΓΑΡΚΕΙΑΣ - ΙΔΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

 Προοπτική τής ολιγάρκειας – Ιδανική πολιτεία 
Πρωτοπρ. Θωμάς Βαμβίνης 

Προοπτική τῆς ὀλιγάρκειας

Στόν δημόσιο βίο συνεχῶς γίνεται λόγος γιά τήν ἀξιολόγηση τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Δημοσίου καί τῶν ὑπαλλήλων τους, ὥστε νά ἀμοίβονται οἱ συνεπεῖς καί παραγωγικοί, νά κινητοποιοῦνται οἱ ὑπόλοιποι καί οἱ ὑπηρεσίες νά βελτιώνουν τίς δομές καί τόν τρόπο λειτουργίας τους. Αὐτά εἶναι μηχανισμοί πού ἐπιβάλλονται ἀπό τούς στόχους τῆς κοσμικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία κινεῖται ἀπό τήν οἰκονομία τοῦ χρήματος, πού ἀπαιτεῖ μετρήσιμη ἀποτελεσματικότητα, ὥστε νά βλέπη διαρκῶς τούς δεῖκτες τῆς παραγωγικότητας νά αὐξάνουν. Βέβαια, κάποιοι εὐαίσθητοι παρατηρητές τῆς παγκοσμιοποιημένης δυτικῆς, κυρίως, οἰκονομίας, ἔβλεπαν ἀπό νωρίς τόν ἀδιέξοδο δρόμο τῆς συνεχοῦς ἀνάπτυξης, γι’ αὐτό μιλοῦσαν γιά τήν ἀνάγκη ἀντίστροφης πορείας, μιλοῦσαν γιά «ἀποανάπτυξη».

Ὁ Γάλλος καθηγητής Σὲρζ Λατοὺς σέ συνέντευξή του, πρίν ἀπό 14 χρόνια (Καθημερινὴ 22.5.2011), ἔλεγε: «Τὸ ποτάμι τῆς κατανάλωσης ξεχείλισε, πλημμύρισε τὰ πάντα καὶ τώρα ἀφήνει τὸν βάλτο τῆς ὕφεσης. Ἀφοῦ οἱ κοινωνίες ἀρρώστησαν ἀπὸ ὑπερβολικὴ ἀνάπτυξη τῆς οἰκονομίας, τώρα “σβήνουν” ἀπὸ τὸ σκάσιμο τῆς φούσκας. Μήπως ἦρθε ἡ ὥρα νὰ σκεφτοῦμε τὴν προοπτικὴ τῆς ἀποανάπτυξης;». Μᾶλλον θά πρέπει νά μιλᾶμε γιά τήν προοπτική τῆς ὀλιγάρκειας καί τοῦ ἐξανθρωπισμοῦ τῶν σχέσεων θεσμῶν καί ἀνθρώπων, συμπεριλαμβανομένων καί τῶν ἐργασιακῶν.

Αὐτά, ὅμως, ὅπως εἶναι δομημένη ἡ κοινωνία μας, εἶναι μᾶλλον μιά οὐτοπία· ἀπαιτοῦν ἄλλον «τόπο» μέ ἄλλους «νόμους», μιά «πολιτεία» μέ προοπτική πού δέν κλείνεται στήν παραγωγικότητα καί τήν ἀνάπτυξη τῆς οἰκονομίας τοῦ χρήματος, πού ἔχει «πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς». 

Ἰδανική πολιτεία

Κάποια στοιχεῖα αὐτῆς τῆς ἰδανικῆς πολιτείας τά παίρνουμε, ὄχι ἀπό τόν Πλάτωνα, ἀλλά ἀπό τόν ὅσιο Ἠσαΐα τόν Ἀναχωρητή καί τό ἔργο του: «Περί… τῶν ἐθελόντων οἰκῆσαι μετ’ ἀλλήλων». Διδάσκει ὁ ὅσιος:

«Ἐάν ἐξέλθητε μετ’ ἀλλήλων εἰς πάρεργον, ἕκαστος ὑμῶν πρόσχῃ ἑαυτῷ [νά προσέχη τόν ἑαυτό του] καί μή τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ﮲ μή διδάξῃ αὐτόν ἤ διατάξῃ τι αὐτῷ» (κεφ. 2). Ὁ καθένας βλέπει τόν ἑαυτό του κι ὄχι τί κάνουν οἱ ἄλλοι καί πρό παντός δέν κάνει στούς ἄλλους τόν δάσκαλο, οὔτε δίνει ἐντολές. Δέν κρίνει, οὔτε ἀξιολογεῖ κανέναν.

Ἐπίσης συμβουλεύει: «Ἐάν ποιῆτε πάρεργον ἔνδον ἐν τῷ κελλίῳ…, τόν ποιοῦντα τό ἔργον ἐάσατε ποιῆσαι ὡς ἄν βούληται﮲ ἐάν δέ εἴπῃ, ποιήσατε ἀγάπην, διδάξατέ με, ὅτι οὐκ οἶδα, καί ἔστιν ἄλλος ἐπιστάμενος, μή πονηρεύσηται καί εἴπῃ, οὐκ οἶδα﮲ οὐκ ἔστι γάρ αὕτη ταπείνωσις κατά Θεόν» (κεφ. 3). Δύο σημεῖα εἶναι ἀξιοπρόσεκτα: Πρῶτον, «τόν ποιοῦντα τό ἔργον ἐάσατε ποιῆσαι ὡς ἄν βούληται», αὐτόν πού ἀνέλαβε νά κάνη τό ἔργο ἀφῆστε τον νά τό κάνη, ὅπως θέλει. Μήν τοῦ κάνετε ὑποδείξεις. Μήν ἐμπλέκεστε στήν διακονία πού ἀνέλαβε. Δεύτερον: ἄν πῆ «διδάξατέ με», γιατί δέν γνωρίζω πῶς νά κάνω τό ἔργο πού μοῦ ἀνατέθηκε, αὐτός πού γνωρίζει πρέπει νά τόν βοηθήση, «μή πονηρεύσηται καί εἴπῃ, οὐκ οἶδα». Αὐτό εἶναι πονηρία, δέν εἶναι ταπείνωση κατά Θεόν.

Εἶναι προφανές ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι ἄσχετα μέ τήν μέριμνα γιά αὔξηση τῆς παραγωγικότητας, τήν ἐπιδίωξη τῆς καινοτομίας καί φυσικά τήν ἀξιολόγηση τῶν ἐργαζομένων καί τῆς ἐργασίας τους. Εἶναι ἰδανικό πού ἐμπνέει, δέν εἶναι ὅμως ἐφαρμόσιμο στήν κοινωνία τῆς ἰδιοτέλειας. Ἀπαιτεῖ φιλότιμο, ἀγάπη ἀληθινή, ἀμεριμνία γιά τά ὑλικά πράγματα καί τόν νοῦ στόν Θεό. Αὐτά δέν μποροῦν νά ἐπιβληθοῦν μέ κρατικούς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν στήν φύση τους τόν καταναγκασμό. 

alopsis.gr