ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ Ο ΕΥΣΕΒΗΣ ΕΠΑΡΧΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΦΗΜΗ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΜΩΥΣΕΩΣ!

Ακούοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως

Ακούοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίση απο κοντά. Σαν το έμαθε όμως εκείνος, έφυγε κρυφά από την καλύβα του και πήγε κατά το έλος. Στο δρόμο συνάντησε τον άρχοντα και την ακολουθία του, που έτυχε να περνάνε από κει. Οι ξένοι, που δεν τον γνώριζαν, τον σταμάτησαν και τον ερώτησαν να τους δείξη την καλύβα του Αββά Μωϋσέως.

- Τί γυρεύετε απ’ αυτόν; έκανε μ’ αποστροφή ο Γέροντας. Αυτός είναι άνθρωπος μωρός.
Ο άρχοντας λυπήθηκε που είχε κάνει άδικα τόσο κόπο. Όταν έφτασε στην εκκλησία της σκήτης, είπε στους κληρικούς:
- Κάτω στην πόλι λένε τόσα καλά για τον Αββά Μωϋσή, γι’ αυτό ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μα πριν από λίγο συναντήθηκα μ’ ένα Καλόγερο κι έμαθα από λόγου του πως πρόκειται για ανόητο άνθρωπο.
- Τί άνθρωπος ήταν αυτός; Ρώτησαν αγανακτισμένοι οι κληρικοί, που τόλμησε να μιλήση έτσι για τον Άγιο.
- Ένας μελαμψός Καλόγερος, πολύ ψηλός, με τριμμένα ρούχα.
Οι κληρικοί γέλασαν με την καρδιά τους.
- Αμ αυτός είναι ο Αββάς Μωϋσής.
Ο άρχοντας θαύμασε την ταπεινοσύνη του Γέροντος και γύρισε στην πόλι ωφελημένος.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: Ο ΑΒΒΑΣ ΜΩΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ!

 Ο Αββάς Μωυσής για την κρίση των σφαλμάτων του άλλου

Κάποιος αδελφός της Σκήτης έσφαλε. Έγινε συγκέντρωση στην οποία κάλεσαν τον αββά Μωϋσή αλλ’ αυτός δεν θέλησε να πάει. Του παρήγγειλε τότε ο πρεσβύτερος: «Έλα, γιατί σε περιμένουν όλοι». Κι εκείνος σηκώθηκε και πήγε κρατώντας στην πλάτη ένα καλάθι τρύπιο που το γέμισε με άμμο. Οι Πατέρες που βγήκαν να τον προϋπαντήσουν του λένε: «Τι είναι αυτό, πάτερ;» «Οι αμαρτίες μου, απαντά ο Γέροντας, που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω και ήλθα εγώ σήμερα να κρίνω τα σφάλματα άλλου». 
Όταν τα’ άκουσαν αυτά οι Πατέρες, δεν είπαν τίποτε εναντίον του αδελφού αλλά τον συγχώρεσαν.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΩΥΣΗ ΤΟΝ ΑΙΘΙΟΠΑ!

 Για τον άγιο Μωυσή τον Αιθίοπα

Έμαθα για τον Μωυσή τον Αιθίοπα, ο οποίος ήταν πολύ ονομαστός ανάμεσα στους πατέρες της Σκήτης, ότι πριν γίνει μοναχός ήταν δούλος κάποιου άρχοντα, ο κύριός του όμως τον έδιωξε για την πολλή δυστροπία του και για τον αιμοβόρο και άγριο χαρακτήρα του. Αυτός λοιπόν πήγε και έγινε ληστής, και για την πάρα πολύ μεγάλη δύναμή του έγινε αρχηγός των άλλων ληστών.

Λένε μάλιστα γι’ αυτόν ότι, όταν ήταν ληστής, έκανε και τούτο: Κάποτε θύμωσε με κάποιον βοσκό, επειδή με τα σκυλιά του κοπαδιού του τον εμπόδισε μια νύχτα που πήγαινε για ληστεία, και θέλοντας να τον σκοτώσει, ερευνούσε προσεκτικά να τον βρει πού είναι με τα πρόβατά του. Έμαθε λοιπόν ότι είναι στην απέναντι όχθη του Νείλου. Ο ποταμός ήταν τότε πλημμυρισμένος και τα νερά του είχαν απλωθεί σε πλάτος ενός μιλίου. Και ο Μωυσής έβγαλε το ρούχο του, το έβαλε στο κεφάλι του, κράτησε στα δόντια του το μαχαίρι, ρίχτηκε στον ποταμό και κολύμπησε ως απέναντι. Ο βοσκός όμως, βλέποντάς τον από μακριά να κολυμπά, έτρεξε και κρύφτηκε.

Ο Μωυσής, επειδή δεν βρήκε τον βοσκό, ξέσπασε τη μανία του στο κοπάδι. Έσφαξε τέσσερα κριάρια, τα πιο μεγάλα, τα έδεσε το ένα πίσω από το άλλο και διέσχισε πάλι τον Νείλο κολυμπώντας. Στάθηκε τότε σε κάποια ανοιχτωσιά, έγδαρε τα κριάρια, τα έψησε και έφαγε τα πιο καλά κομμάτια. Ύστερα πούλησε τα δέρματα και με τα χρήματα ήπιε κρασί καλό, κάπου δέκα κιλά. Έπειτα έφυγε πενήντα μίλια μακριά, όπου είχε το λημέρι του.

* * *

Αυτός ο άνθρωπος, μετά από πολύν καιρό, ήρθε από κάποια αφορμή σε κατάνυξη και απορρίπτοντας την προηγούμενη ζωή του έγινε μοναχός. Πήρε ένα κελλί στη Σκήτη, όπου έκανε υπερβολική άσκηση. Διηγούνται μάλιστα ότι στην αρχή της μοναχικής του ζωής, τότε που πήρε το κελλί, του επιτέθηκαν τέσσερις ληστές, χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ο Μωυσής· και εκείνος τους έπιασε, τους έδεσε, τους φορτώθηκε στον ώμο σαν σακκί με άχυρα και τους πήγε στην εκκλησία, στους αδελφούς, λέγοντας: «Επειδή δεν μου επιτρέπεται πια να βλάψω κανέναν, και αυτοί μου επιτέθηκαν, τι προστάζετε γι’ αυτούς;» Οι αδελφοί τους έλυσαν και τους άφησαν να φύγουν· εκείνοι όμως, όταν αναγνώρισαν τον Μωυσή και είδαν τη μετάνοιά του, δεν θέλησαν ούτε αυτοί να γυρίσουν πια στην προηγούμενη ζωή, αλλά απαρνήθηκαν τον κόσμο, όπως ο Μωυσής, και έγιναν μοναχοί εξαιρετικοί.

Ο Μωυσής λοιπόν, τόσο μεγάλη άσκηση έκανε και τόσο πολέμησε με τους δαίμονες ζώντας με κάθε λογής σκληραγωγία, ώστε να συναριθμηθεί με τους μεγάλους και κορυφαίους πατέρες, να γίνει και πρεσβύτερος· και αφού έλαμψε με μεγάλα πνευματικά χαρίσματα, τελείωσε τη ζωή του αφήνοντας εβδομήντα μαθητές.

Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση Α’, Του Παλλαδίου, σελ. 27. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

ΑΒΒΑΣ ΣΙΣΩΗΣ: ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΚΟΣΜΙΚΟΥΣ ΝΑ ΕΙΣΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

 Αββάς Σισώης
Είδα πολλούς κοσμικούς να εισέρχονται στη Βασιλεία του Θεού 

Ο Αββάς Σισώης ενώ κάθονταν με τους αδελφούς του, ήλθε σε έκσταση και έπεσε κάτω, με το πρόσωπο του στραμμένο στη γη. Μετά από κάποια ώρα σηκώθηκε σιωπηλός και έκλαιγε. Οι αδελφοί του, τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψει τί έχει, αυτός δε συνέχιζε τη σιωπή και τον θρήνο. Εν τέλει, τον ανάγκασαν να τους αποκαλύψει τί είδε. Ο Αββάς τους είπε τα εξής : "Ηρπάγην σε θεωρία και είδα την τελική κρίση. Είδα πολλούς από εμάς να πηγαίνουν στη κόλαση και πολλούς κοσμικούς να εισέρχονται στη Βασιλεία του Θεού". Έκτοτε ο Αββάς πενθούσε και δεν επιθυμούσε να εξέλθει από το κελλί του. Όταν δε εξαναγκάζονταν να βγει, σκέπαζε με το κουκούλι του το πρόσωπό του λέγοντας : "Τί θέλω να δω αυτό το φως το πρόσκαιρο από το οποίο δεν έχω κανένα όφελος ;". 

ΠΗΓΗ : "ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ", ΕΤΟΣ ΙΒ΄, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 1947,  Αριθ. 125 - 130 , ΕΝ ΒΟΛΩ 1947, σ. 28.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΣΙΣΩΗ!

 
Από τον βίο του αββά Σισώη
Από το Γεροντικό 

Ένας αδελφός που είχε αδικηθεί από άλλον αδελφό πήγε στον αββά Σισώη και του είπε: «Κάποιος αδελφός με αδίκησε και θέλω να βρω το δίκιο μου». Ο γέροντας τον παρακαλούσε: «Μη, παιδί μου· καλύτερα άφησε την υπεράσπισή σου στον Θεό». Εκείνος επέμενε: «Δεν θα σταματήσω μέχρι να βρω το δίκιο μου». Είπε τότε ο γέροντας: «Ας προσευχηθούμε, αδελφέ», και αφού σηκώθηκε είπε: «Θεέ, δεν έχουμε πια την ανάγκη της φροντίδας σου, γιατί εμείς μόνοι μας βρίσκουμε το δίκιο μας». Όταν το άκουσε αυτό ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του γέροντα και είπε: «Δεν αντιδικώ άλλο με τον αδελφό· συγχώρησέ με, αββά».

***

Πολλές φορές έλεγε στον αββά Σισώη ο μαθητής του: «Αββά, σήκω να φάμε», και εκείνος τον ρωτούσε: «Δεν φάγαμε, παιδί μου;» «Όχι, πάτερ», αποκρινόταν ο μαθητής, και έλεγε ο γέροντας: «Αν δεν φάγαμε, φέρε να φάμε».

***

Τρεις γέροντες άκουσαν για τον αββά Σισώη και πήγαν να τον δουν. Τον ρώτησε ο πρώτος: «Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από τον πύρινο ποταμό;» Ο γέροντας δεν του απάντησε. «Πάτερ», τον ρώτησε ο δεύτερος, «πώς μπορώ να σωθώ από το τρίξιμο των δοντιών και από το ακοίμητο σκουλήκι;» Τον ρώτησε και ο τρίτος: «Πάτερ, τι να κάνω που η μνήμη του εξωτέρου σκότους με σκοτώνει;» Τότε ο γέροντας τους είπε: «Εγώ τίποτε από αυτά δεν σκέφτομαι. Ελπίζω ότι ο Θεός, που είναι σπλαχνικός, θα με ελεήσει».

Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια οι γέροντες έφυγαν λυπημένοι. Ο γέροντας όμως, μη θέλοντας να τους αφήσει να φύγουν λυπημένοι, τους κάλεσε πίσω και είπε: «Είστε μακάριοι, αδελφοί· σας ζήλεψα. Γιατί ο πρώτος από εσάς είπε για τον πύρινο ποταμό, ο δεύτερος για τα τάρταρα και ο τρίτος για το εξώτερο σκότος· αν λοιπόν ο νους σας θυμάται διαρκώς αυτά τα πράγματα, είναι αδύνατο να αμαρτήσετε. Τι θα κάνω όμως εγώ ο σκληρόκαρδος, που ούτε βάζω στον νου μου ότι υπάρχει κόλαση για τους ανθρώπους και γι’ αυτό όλη την ώρα αμαρτάνω;» Οι γέροντες τότε του έβαλαν μετάνοια και είπαν: «Όπως ακούσαμε, έτσι και είδαμε».

Από το βιβλίο: Το Γεροντικό, τόμος Α’, μετάφραση. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 309 (Αββάς Σισώης 1, 4, 19).