ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: ΠΡΩΤΗ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΑΝΑΣΤΑΝΤΑ!

 Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς- Πρώτη η Θεοτόκος είδε τον Αναστάντα 

Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ Κύριο μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατὰ τὴν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καὶ φρόντισαν νὰ ἀλείψουν μὲ μύρα τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.

Ὅταν δηλαδὴ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι’ ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Πιλᾶτο τὸ δεσποτικὸ σῶμα, τὸ κατέβασαν ἀπὸ τὸ σταυρό, τὸ περιέβαλαν σὲ σινδόνια μαζὶ μὲ ἐκλεκτὰ ἀρώματα, τὸ τοποθέτησαν σὲ λαξευτὸ μνημεῖο κι’ ἔβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στὴ θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία ποὺ καθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τὴ Θεομήτορα. Δὲν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ Λουκᾶς.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἀνάπλαση καὶ ἐπάνοδος πρὸς τὴν ἀθάνατη ζωὴ τοῦ πρώτου Ἀδὰμ ποὺ καταβροχθίσθηκε ἀπὸ τὸ θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ διὰ τοῦ θανάτου ἐπανῆλθε πρὸς τὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία πλάσθηκε.

Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνον στὴν ἀρχὴ δὲν τὸν εἶδε κανεὶς ἄνθρωπος νὰ πλάττεται καὶ νὰ παίρνει ζωή, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄνθρωπος ἐκείνη τὴν ὥρα, μετὰ δὲ τὴ λήψη τῆς πνοῆς ζωῆς μὲ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπὸ ὅλους τὸν εἶδε μιά γυναίκα, γιατί μετὰ ἀπὸ αὐτὸν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα. Ἔτσι τὸν δεύτερο Ἀδάμ, δηλαδὴ τὸ Κύριο, ὅταν ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, κανεὶς ἄνθρωπος δὲν τὸν εἶδε, ἀφοῦ δὲν παρευρισκόταν κανεὶς δικός του καὶ οἱ στρατιῶτες ποὺ φύλαγαν τὸ μνῆμα ταραγμένοι ἀπὸ τὸ φόβο, εἶχαν γίνει σὰν νεκροί, μετὰ δὲ τὴν ἀνάσταση πρώτη ἀπ’ ὅλους τὸν εἶδε μία γυναίκα.

Ὑπάρχει κάτι συνεσκιασμένο ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστές, τὸ ὁποῖο θὰ ἀποκαλύψω στὴν ἀγάπη σας. Πραγματικὰ πρώτη ἀπ’ ὅλους τους ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστὸ καὶ δίκαιο, εἶδε τὸν ἀναστάντα καὶ ἀπόλαυσε τὴν ὁμιλία του καὶ ἄγγισε τὰ ἄχραντα πόδια του, ἔστω καὶ ἂν οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν τὰ λέγουν φανερά, μὴ θέλοντας νὰ φέρουν ὡς μάρτυρες τὴ μητέρα, γιὰ νὰ μὴ δώσουν ἀφορμὴ ὑποψίας στοὺς ἀπίστους. Ἐπειδὴ τώρα ὁμιλῶ πρὸς πιστοὺς θὰ διευκρινήσω τὰ σχετικά.

Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ μυροφόρες ἑτοίμασαν τὰ μύρα καὶ τὰ ἀρώματα, κατὰ τὴν ἐντολή, τὸ Σάββατο ἡσύχασαν. Ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει: «Τὴ πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ, ἦρθαν στὸ μνῆμα, ἡ Μαρία Μαγδαληνή, ἡ τοῦ Ἰακώβου, ἡ Ἰωάννα καὶ ἄλλες μαζί τους». Ὁ Ματθαῖος λέγει: «ἀργὰ τὸ Σάββατο, ξημερώνοντας τὴν πρώτη τῆς ἑβδομάδος καὶ δυὸ μυροφόρες προσῆλθαν». Ὁ Ἰωάννης λέγει: «Τὸ πρωϊ, ἐνῶ ἦταν σκοτεινὰ καὶ ἦταν μόνο ἡ Μαρία Μαγδαληνή». Ἐνῶ ὁ Μᾶρκος ἀναφέρει: «Πολὺ πρωΐ τῆς πρώτης ἑβδομάδος καὶ ἦταν τρεῖς οἱ προσερχόμενες μυροφόρες».

Πρώτη τῆς ἑβδομάδος ποὺ ἀναφέρουν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς εἶναι ἡ Κυριακή. Ἀργὰ τὸ βράδυ, ὄρθρο βαθύ, πολὺ πρωΐ καὶ πρωΐ σκοτεινὰ ἀκόμη, ὀνομάζουν τὸ χρόνο γύρω ἀπὸ τὸν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπὸ φῶς καὶ σκοτάδι. Φαίνονται βέβαια νὰ διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελιστὲς μεταξὺ τους τόσο γιὰ τὴν ὥρα, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν γυναικῶν.

Οἱ μυροφόρες ἦταν πολλὲς καὶ ἦλθαν στὸν τάφο ὄχι μία φορά, ἀλλὰ καὶ δυὸ καὶ τρεῖς φορές, συντροφιὰ μέν, ἀλλ’ ὄχι οἱ ἴδιες. Κατὰ τὸν ὄρθρο μὲν ὅλες, ἀλλ’ ὄχι τὸν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς.

Ὅπως ἐγὼ ὑπολογίζω καὶ συνάγω ἀπὸ ὅλους τούς εὐαγγελιστές, πρώτη ἀπ’ ὅλους ἦλθε στὸν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί της τή Μαγδαληνὴ Μαρία. Τὸ συμπεραίνω ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο. Γιατί λέγει, «ἦλθε ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ ἄλλη Μαρία», ποὺ ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, «γιὰ νὰ δοῦν τὸν τάφο. Καὶ ἔγινε μεγάλος σεισμός, γιατί ἄγγελος Κυρίου ἦλθε, σήκωσε τὴ μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ κάθησε πάνω της. Ἦταν ἡ μορφή του σὰν ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμά του λευκὸ σὰν χιόνι καὶ ἀπὸ τὸ φόβο τους ταράχθηκαν οἱ φύλακες καὶ ἔγιναν σὰν νεκροί».

Νομίζω ὅτι γιὰ τὴ Θεοτόκο ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος τάφος (γιατί γι’ αὐτὴ πρώτη καὶ μέσω αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθεῖ σ’ ἐμᾶς ὅλα, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ) γι’ αὐτὴν ἄστραψε ὁ ἄγγελος νὰ δεῖ τὸν ἄδειο τάφο καὶ τὸ μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων χωρὶς τὸν ἀναστάντα Κύριο. Καὶ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστὴς αὐτὸς ἄγγελος ἦταν ὁ Γαβριήλ, ποὺ ἀνάφερε τὴν ἀνάσταση δείχνοντας τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ λέγοντας στὶς μυροφόρες νὰ τὴν ἀναγγείλουν στοὺς μαθητές. Καὶ τότε «ἐξῆλθαν μὲ φόβο καὶ χαρὰ μεγάλη».

Ἐγὼ νομίζω καὶ πάλι ὅτι τὸν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ καὶ οἱ ἄλλες γυναῖκες, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τὴ μεγάλη χαρά, γιατί κατενόησε τὰ χαρμόσυνα λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου τὰ ὁποῖα πίστευσε καὶ ἀπὸ τὰ τόσα ἀξιόπιστα γεγονότα, τοῦ σεισμοῦ, τῆς μετάθεσης τοῦ λίθου, τοῦ ἄδειου τάφου, τῶν ἄλυτων ἐνταφίων, ἀδειανῶν ἀπὸ τὸ σῶμα.

Καὶ τέλος πρώτη ἡ Θεοτόκος ἀναγνώρισε τὸν ἀναστάντα καὶ προσέπεσε στὰ πόδια του καὶ ἔγινε ἀπόστολος πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἐμφανίσθηκε ὁ Ἰησοῦς στὶς μυροφόρες, λέγοντας τό: «Χαίρετε». 

(Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ)

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ!

 Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς- Κυριακή των Μυροφόρων 

(Μάρκ. ιε΄ 43-ιστ΄8)
Ὁμιλία ιη΄ τῇ Κυριακῇ τῶν Μυροφόρων

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἀνανέωση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι τὸ ξαναζωντάνεμα καὶ τὸ ξαναπλάσιμο τοῦ πρώτου Ἀδάμ, ποὺ ἡ ἁμαρτία τὸν ὡδήγησε στὸ θάνατο κι ὁ θάνατος πάλι τὸν ἔκαμε νὰ παλινδρομήση στὴ γῆ ἀπ’ ὅπου πλάστηκε. Εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ἀθάνατη ζωή. Ἐκεῖνον κανένας ἄνθρωπος δὲν τὸν εἶδε, ὅταν τὸν ἔπλαθε ὁ Θεὸς καὶ τὸν ζωοποιοῦσε –τὴν ὥρα ἐκείνη κανένας ἄνθρωπος δὲν ὑπῆρχε ἀκόμα. Κι ὅταν μὲ τὸ φύσημα τοῦ Θεοῦ ἔλαβε πνοὴ ζωῆς, πρώτη ἀπ’ τοὺς ἄλλους τὸν εἶδε ἡ γυναίκα· ὕστερ’ ἀπ’ αὐτόν, ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα. Ἔτσι καὶ τὸ δεύτερο Ἀδάμ, δηλ. τὸν Κύριο, κανένας ἄνθρωπος δὲν τὸν εἶδε ν’ ἀναστήνεται ἀπὸ τοὺς νεκρούς.
Γιατὶ μήτε κανένας δικός του ἦταν κοντὰ κι οἱ φρουροὶ στρατιῶτες συγκλονισμένοι ἀπὸ τὸ φόβο ἔγιναν σὰ νεκροί. Καὶ μετὰ τὴν ἀνάσταση γυναῖκα πρώτη ἀπ’ τοὺς ἄλλους τὸν εἶδε, ὅπως ἀκούσαμε τὸ Μᾶρκο νὰ εὐαγγελίζεται σήμερα. «Μετὰ τὴν ἀνάστασή του ὁ Ἰησοῦς τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς παρουσιάστηκε πρῶτα στὴ Μαρία Μαγδαληνή». Πιστεύουν ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς δήλωσε καθαρὰ καὶ τὴν ὥρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου· ὅτι ἦταν πρωΐ, καὶ φάνηκε πρῶτα στὴ Μαρία Μαγδαληνὴ κι ὅτι φάνηκε τὴν ἴδια ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δὲν εἶπε ὅμως ἔτσι, ὅπως θὰ φανῆ, ἄν προσέξωμε κάπως. Λίγο πιὸ πάνω κι αὐτὸς σὲ συμφωνία καὶ μὲ τοὺς ἄλλους εὐαγγελιστὰς λέει ὅτι ἡ Μαρία αὐτὴ ἦρθε μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες Μυροφόρες στὸν τάφο κι ὅτι τὸν εἶδαν ἄδειο κι ἔφυγαν. Ὥστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸ πρωΐ, ὁπότε αὐτὴ τὸν εἶδε. Ἀλλὰ θέλοντας νὰ προσδιορίση καὶ ἐκείνη τὴν ὥρα δὲν λέει ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλὰ πολὺ πρωί. Γι’ αὐτό καὶ ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τὸ λιγοστὸ φέγγος ποὺ προτρέχει στὸν ὀρίζοντα ἀπὸ τὴν ἀνατολή. Αὑτὸ θέλει νὰ φανερώση κι ὁ Ἱωάννης καὶ λέγει ὅτι ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ ἦρθε πρωί στὸ μνημεῖο, ἐνῶ κρατοῦσε ἀκόμη τὸ σκοτάδι, κι εἶδε τὴ πέτρα τραβηγμένη ἀπὸ αὐτό.

Καὶ δὲ ἦρθε μονάχα αὐτὴ στὸ μνῆμα, κατὰ τὸν Ἰωάννη, ἀλλὰ κι ἔφυγε ἀπ’ τὸ μνῆμα χωρὶς νὰ δῆ ἀκόμα τὸν Κύριο. Γιατὶ ἔτρεξε κι ἐπῆγε στὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ δὲν τοὺς ἀναγγέλει ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος ἀλλὰ ὅτι τὸν πῆραν ἀπὸ τὸν τάφο· ἄρα δὲν ἤξερε ἀκόμα τὴν ἀνάσταση. Διεκδίκηση λοιπὸν τῆς Μαρίας ἀπομένει ὄχι μόνο ὅτι ὁ Χριστὸς φάνηκε σ’ αὐτὴν πρώτη ἀλλὰ ὅτι φάνηκε μετὰ τὴν πραγματικὴ ὥρα τῆς ἡμέρας. Εἶναι βέβαια σκεπασμένο μὲ κάποια σκιὰ ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστὰς αὐτὸ ποὺ θὰ ξεσκεπάσω μπροστὰ στὴν ἀγάπη σας. Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ πρώτη ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τὸ δέχτηκε ἀπὸ τὴν Κύριο ἡ Παναγία. Κι ἔτσι ἦταν τὸ σωστὸ καὶ τὸ δίκαιο. Αὐτὴ πρώτη τὸν εἶδε μετὰ τὴν ἀνάστασή του, κι εἶχε τὴ χαρὰ ν’ ἀκούση τὸ μίλημά του. Καὶ δὲν τὸν εἶδε μόνο μὲ τὰ μάτια της καὶ τὸν ἄκουσε μὲ τ’ αὐτιὰ της ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ χέρια της πρώτη καὶ μόνη ἄγγιξε τὰ ἄχραντα πόδια του, ἀκόμα κι ἄν οἱ εὐαγγελισταὶ δὲν ὁμιλοῦν γιὰ ὅλ’ αὐτὰ φανερά. Δὲ θέλουν νὰ προβάλλουν τὴ μαρτυρία τῆς μητέρας, γιὰ νὰ μὴ δώσουν στοὺς ἄπιστους ἀφορμὴ ὑποψίας. Ἀφοῦ ὅμως τώρα ὁ δικός μου λόγος μὲ τὴ χάρη τοῦ ἀναστάντος ἁπευθύνεται σὲ πιστοὺς , ἡ εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς μᾶς παρακινεῖ νὰ διευκρινήσωμε τὰ σχετικὰ μὲ τὶς Μυροφόρες· τὴ δικαιολογία τὴ δίνει αὐτὸς ποὺ εἶπε «Δὲν ὑπάρχει κρυφὸ ποὺ δὲ θὰ γίνη φανερό». Κι αὐτὸ λοιπὸν θὰ φανερωθῆ.

Μυροφόρες εἶναι ὅσες ἀκολούθησαν μαζὶ μὲ τὴν μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ ἔμειναν μαζί της τὶς ὥρες τοῦ σωτηρίου πάθους καὶ μὲ πόθο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου ἀρωμάτισαν. Κι ὅταν ὁ Ἰωσὴφ κι ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Πιλάτο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ ἀφοῦ τὸ κατέβασαν ἀπὸ τὸ σταυρὸ καὶ τυλιγμένο σὲ σεντόνι μὲ δυνατὰ ἀρώματα τὸ ἀπόθεσαν σὲ λαξευτὸ μνημεῖο κι ἔκλεισαν μὲ μεγάλη πέτρα τὴ θύρα τοῦ μνημείου ἦσαν κοντὰ καὶ κοίταζαν, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο, ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία καθισμένες ἀπέναντι στὸ τάφο. Μὲ τὴν ἔκφραση καὶ ἡ ἄλλη Μαρία ὑπονοεῖ ὁπωσδήποτε τὴ μητέρα τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ αὐτὴ τὴν ἔλεγαν καὶ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωσῆ, ποὺ ἦσαν παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος. Δὲν ἦσαν αὐτὲς μόνο, ποὺ κοίταζαν τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ Χριστοῦ μὰ κι ἄλλες γυναῖκες, καθὼς διηγήθηκε κι ὁ Λουκᾶς. Κι ἀφοῦ τὸν συνόδεψαν γυναῖκες ποὺ εἶχαν ἔλθει γιὰ χάρη του ἀπὸ τὴ Γαλιλαία εἶδαν τὸ μνῆμα καὶ ὅτι εἶχε ἀποτεθῆ ἐκεῖ τὸ σῶμα του κι αὐτὲς ἦσαν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ Μαρία τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ἄλλες ποὺ ἦσαν μαζί». Καὶ γράφει ὅτι πῆγαν κι ἀγόρασαν ἀρώματα καὶ μύρα. Γιατὶ δὲν ἤξεραν ἀκόμα ἀκριβῶς ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ τὸ ἄρωμα τῆς ζωῆς γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησίαζαν μὲ πίστη, ὅπως εἶναι καὶ ἡ ὀσμὴ τοῦ θανάτου γιὰ ἐκείνους ποὺ μένουν ἄπιστοι ὡς τὸ τέλος. Καὶ τῶν ρούχων του ἡ ὀσμὴ, ἡ ὀσμὴ τοῦ ἴδιου τοῦ σώματός του, εἶναι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα τὰ ἀρώματα. Καὶ τὄνομά του εἶναι σὰν χυμένο μύρο, ποὺ πλημμύρισε τὴν οἰκουμένη μὲ τὴ θεία του εὐωδία. Δὲν ἤξεραν κι ἑτοιμάζουν μυρωδικὰ καὶ ἀρώματα πρὸς τιμὴ τοῦ νεκροῦ κι ἐπινοοῦν γιὰ ὅσους ἤθελαν νὰ μείνουν κοντὰ ἀντιφάρμακο τῆς κακοσμίας ἀπὸ τὸ ἀποσυνθεμένο σῶμα ἀλείβοντάς το μ’ αὐτά.

Ἕτοίμασαν λοιπὸν τὰ μύρα καὶ τ’ ἀρώματα καὶ τὸ Σάββατο ἡσύχαζαν σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ ποὺ εἶχαν. Γιατὶ δὲν εἶχαν ζήσει ἀληθινὰ Σάββατα, οὔτε ἕνιωσαν ἐκεῖνο τὸ ὑπερευλογημένο Σάββατο, ποὺ μᾶς μεταφέρει ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ Ἅδη σ’ ὅλο τὸ λαμπρὸ καὶ θεῖο ὕφος τοῦ οὐρανοῦ. Τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, ὅπως λέει ὁ Λουκᾶς, ἐνῶ ἦταν νύχτα ἀκόμα ἦρθαν στὸ μνῆμα μὲ τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Κι ὁ Ματθαῖος λέει· «ἀργὰ τὸ Σάββατο πρὸς τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς» κι ὅτι ἦσαν δύο αὐτὲς ποὺ ἦρθαν. Κι ὁ Ἰωάννης συμπληρώνει· «πρωί, ἐνῶ ἦταν σκοτεινὰ ἀκόμη». Καὶ ὅτι αὐτὴ ποὺ ἦρθε ἦταν μόνο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. Πρώτη τῆς ἑβδομάδος ὅλοι οἱ εὐαγγελισταὶ ἐννοοῦν τὴν Κυριακή. Μὲ τὶς ἐκφράσεις ἀργὰ τὸ Σάββατο, καὶ βαθειὰ αὐγή, καὶ πολὺ πρωί καὶ πρωί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά, ἐννοῦν τὴν αὐγινὴ ὥρα ποὺ τὸ σκοτάδι παλεύει μὲ τὸ φῶς, κι αὐτὴ εἶναι ἡ ὥρα ποὺ ἀρχίζει νὰ φωτίζεται τὸ ἀνατολικὸ μέρος τοῦ ὁρίζοντα προμηνῶντας τὴν ἡμέρα. Παρατηρῶντας ἀπὸ μακριὰ βλέπει κανένας τὸ φῶς ν’ ἀλλάζη τὰ χρώματα στὴν ἀνατολὴ τὴν ἐνάτη περίπου ὥρα τῆς νύχτας καὶ μένουν ὡς τὴν τέλειαν ἡμέρα τρεῖς ὧρες ἀκόμα. Μοιάζει νὰ διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελισταὶ καὶ στὴν ὥρα αὐτὴ καὶ τὸν ἀριθμὸ τῶν γυναικῶν. Αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι, ὅπως εἶπαν, οἱ Μυροφόρες καὶ πολλὲς ἦσαν καὶ δὲν ἦρθαν μιὰ φορὰ στὸν τάφο ἀλλὰ δύο καὶ τρεῖς φορές, ὄχι πάντα οἱ ἴδιες· καὶ τὴν αὐγὴ ὅλες, μὰ ὄχι τὴν ἴδια στιγμὴ ἀκριβῶς. Ἡ Μαγδαληνὴ ἦρθε καὶ μόνη της χωρὶς τὶς ἄλλες, κι ἔμεινε περισσότερο. Καθένας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς Εὐαγγελιστὰς ἕνα ἐρχομὸ μερικῶν ἀπ’ αὐτὲς ἀναφέρει καὶ ἀφήνει τὶς ἄλλες. Κι ὅπως ἐγὼ συμπεραίνω συγκρίνοντας ὅλους τοὺς εὐαγγελιστὰς- τὸ προεῖπα κι αὐτό- πρώτη ἀπ’ ὅλες ἦρθε στὸν τάφο τοῦ Γιοῦ καὶ Θεοῦ της ἡ Θεοτόκος, μαζὶ μὲ τὴν Μαρία Μαγδαληνή. Αὑτὸ κυρίως μᾶς τὸ πληροφορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. «Ἦρθε, λέει, ἡ Μαρία Μαγδαληνή καὶ ἡ ἄλλη Μαρία –ποὺ ἦταν πάντως ἡ Παναγία- νὰ κοιτάξουν τὸν τάφο. Καὶ τὸτε ἔγινε ἰσχυρὸς σεισμός. Ἕνας ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἦρθε καὶ κύλισε τὴν πέτρα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου καὶ κάθισε πάνω σ’ αὐτή. Τὸ προσωπό του ἦταν σὰν ἀστραπὴ καὶ τὸ ροῦχο του σὰν χιόνι λευκό. Ταράχτηκαν οἱ φύλακες ἀπὸ τὸ φόβο ποὺ τοὺς προξένησε κι ἔγιναν σὰ νεκροί.

Ὅλες οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦρθαν μετὰ τὸ σεισμὸ καὶ τὴ φυγὴ τῶν φρουρῶν καὶ βρῆκαν τὸν τάφο ἀνοιχτό καὶ κυλισμένη τὴν πέτρα. Ἡ Παρθένος ὅμως ἦταν ἐκεῖ, ὅταν ἔγινε ὁ σεισμὸς κι εἶχε κυλίσει ἡ πέτρα κι ὁ τάφος ἄνοιξε κι οἱ φύλακες ἦσαν ἐκεῖ, ἄν καὶ καταταραγμένοι ἀπὸ τὸ φόβο. Γι’ αὐτὸ κι ὅταν συνῆλθαν ἀπὸ τὸ σεισμὸ εὐθὺς σκέφτηκαν τὴ φυγή, ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ὅμως χωρὶς φόβο χαιρόταν μ’ αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε. Ἐγὼ νομίζω πὼς καὶ γι’ αὐτὴν πρώτη ἄνοιξε ἐκεῖνος ὁ ζωηφόρος τάφος. Γι’ αὐτὴν πρῶτα καὶ χάρη σ’ αὐτὴν καὶ γιὰ μᾶς ὅλους ἄνοιξαν τὰ πάντα, ὅσα εἶναι πάνω στὸν οὐρανὸ καὶ ὅσα στὴ γῆ κάτω, καὶ γιὰ χάρη της ἀστράφτει ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε μόλο ποὺ ἦταν ἀκόμα σκοτάδι, μὲ τὸ λαμπρὸ ἀγγελικὸ φῶς εἶδε ὄχι μόνο ἀνοικτὸ τὸν τάφο ἀλλὰ καὶ τὰ ἐντάφια μὲ σειρὰ καὶ τάξη νὰ μαρτυροῦν μὲ πολλοὺς τρόπους τὴν ἀνάσταση τοῦ ἐνταφιασμένου. Ἦταν ἔπειτα καὶ ὁ ἴδιος ἐκεῖνος ἄγγελος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὁ Γαβριήλ· τὴν εἶδε νὰ προχωρῆ βιαστικὰ πρὸς τὸν τάφο, αὐτὸς ποὺ στὴν ἀρχὴ τῆς εἶχε πεῖ: «Μὴ φοβᾶσαι Μαρία· ὁ Θεὸς σοῦ δίνει τὴ χάρη του». Κι ἀμέσως κατεβαίνει καὶ τώρα τὴν ἴδια πάλι προτροπὴ ν’ ἀπευθύνη στὴν ἀειπάρθενο. Ἦρθε νὰ εὐαγγελιστῆ τὴν ἀνάσταση ἐκείνου ποὺ μὲ ἄσπορη σύλληψη ἐγέννησε καὶ τὴν πέτρα νὰ σηκώση καὶ νὰ δείξη ἄδειο τὸν τάφο καὶ τὰ ἐντάφια καὶ νὰ βεβαιώση σ’ αὐτὴ τὸ χαρούμενο μήνυμα. Γράφει «Ἀποκρίθηκε ὁ ἄγγελος κι εἶπε στὶς γυναῖκες· Μὴ φοβᾶστε· ζητᾶτε τὸ Χριστὸ ποὺ σταύρωσαν; Ἀναστήθηκε. Νὰ, ὁ τόπος ὅπου κοιτόταν ὁ Κύριος. Κι ἄν βλέπετε τοὺς φύλακες καταταραγμένους ἀπὸ τὸ φόβο σεῖς μὴ φοβᾶστε. Ξέρω πὼς ζητᾶτε τὸ Χριστό ποὺ σταύρωσαν. Ἀναστήθηκε, δὲν εἶναι ἐδῶ». Γιατὶ αὐτὸς δὲν εἶναι μόνο ἀκράτητος ἀπ’ τὰ κλειδιὰ καὶ τοὺς μοχλοὺς καὶ τὶς σφραγίδες τοῦ θανάτου καὶ τοῦ τάφου ἀλλὰ εἶναι καὶ Κύριος δικός μας, τῶν ἀγγέλων τοῦ οὐρανοῦ κι αὐτὸς εἶναι τοῦ κόσμου ὅλου ὁ μόνος Κύριος. «Δῆτε τὸν τόπο ὅπου κοιτόταν ὁ Κύριος. Πηγαίνετε γρήγορα καὶ πέστε στοὺς μαθητὰς του ὅτι ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς». Καὶ βγῆκαν. Λέγει, μὲ φόβο καὶ χαρὰ μαζὶ μεγάλη.

Καὶ σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἔχω τὴ γνώμη ὅτι φοβισμένη ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ οἱ ἄλλες γυναῖκες ποὺ εἶχαν ἔρθει ὡς τότε. Γιατὶ δὲν κατάλαβαν τὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου οὔτε μπόρεσαν νὰ βαστάξουν ὡς τὸ τέλος τὴ δύναμη τοῦ φωτὸς, ὥστε νὰ δοῦν καὶ νὰ ἀντιληφθοῦν μὲ ἀκρίβεια. Ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ὅμως νομίζω ἔκαμε κτῆμα της τὴ μεγάλη χαρά, ἐπειδὴ κατανόησε τοὺς λόγους τοῦ ἀγγέλου καὶ ἔλαμψε ὁλόκληρη ἀπὸ τὸ φῶς σὰν ὁλοκάθαρη ποὺ ἦταν καὶ γεμάτη ἀπὸ τὴ θεία χάρη. Μὲ ὅλα αὐτὰ ἀκόμα τὰ σημεῖα καὶ τὴν ἀλήθεια ἔκαμε σταθερὸ κτῆμα της καὶ στὸν ἀρχάγγελο πίστεψε, ἀφοῦ μάλιστα αὐτὸς ἀπὸ παλιὰ εἶχε ἀποδειχτῆ γι’ αὐτὴ μέσα στὰ πράγματα ἄξιος ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ μὴ καταλάβη ἡ Παρθένος μὲ τὴ θεϊκὴ σοφία, ὅ,τι εἶχε συντελεστῆ, ἀφοῦ παρακολούθησε τὰ γεγονότα ἀπὸ κοντά· εἶδε τὸ σεισμὸ τὸ μεγάλο, τὸν ἄγγελο νὰ κατεβαίνη ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀστραποβολῶντας. Εἶδε τὴν νέκρωση τῶν φρουρῶν, τὸ μετατόπισμα τῆς πέτρας, τὸ ἄδειασμα τοῦ τάφου, τὸ μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων, ποὺ ἦσαν ἀσκόρπιστα, συγκρατημένα ἀπὸ τὴ σμύρνα καὶ τὴν ἀλόη, χωρὶς ὅμως νὰ περιβάλλουν τὸ σῶμα. Κι ἐκτὸς ἀπ’ ὅλα αὐτὰ εἶδε τὸ χαρμόσυνο θέαμα τοῦ ἀγγέλου, κι ἄκουσε τὸ χαρούμενο μήνυμα. Ἀλλὰ βγαίνοντας ἀπὸ τὸν εὐαγγελισμὸν, αὐτό, ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία σὰ νὰ μὴν ἄκουσε κἄν τὸν ἄγγελο -ἐξ ἄλλου σ’ ἐκείνη δὲν εἶχε μιλήσει- διαπιστώνει μονάχα τὸ ἄδειασμα τοῦ τάφου καὶ γιὰ τὰ ἐντάφια δὲν κάνει κανένα λόγο καὶ τρέχει εὐθὺς στὸν Πέτρο καὶ τὸν ἄλλον μαθητή, ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης. Ἡ μητέρα πάλι τοῦ Θεοῦ, ὅταν συνάντησε ἄλλες γυναῖκες ξαναγύρισε πίσω καὶ νὰ, ὅπως λέει ὁ Ματθαῖος, ὁ Ἰησοῦς τὶς συνάντησε καὶ τοὺς εἶπε «Χαίρετε».

Βλέπετε ὅτι καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ Μαγδαληνὴ Μαρία ἡ Παναγία εἶδε αὐτὸν ποὺ γιὰ τὴ σωτηρία μας ἔπαθε καὶ ἐνταφιάστηκε κι ἀναστήθηκε. «Σ’ αὐτὲς πλησίασαν», γράφει, ἔπιασαν τὰ πόδια του καὶ τὸν προσκύνησαν. Κι ὅπως ἡ Παναγία κατάλαβε μόνη τὴ δύναμη τῶν ἀγγελικῶν λόγων, ἄν κι ἄκουσε τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως μαζὶ μὲ τὴν Μαρία Μαγδαληνή, ἔτσι καὶ μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες γυναῖκες, ὅταν συναντοῦσε τὸ γιό της καὶ Θεό, πρώτη ἀπ’ ὅλες τὶς ἄλλες καὶ εἶδε καὶ γνώρισε τὸν ἀναστημένο. Προσπέφτοντας τοῦ ἔπιασε τὰ πόδια κι ἔγινε ἀπόστολός του πρὸς τοὺς ἀποστόλους του. Ὅτι ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ δὲν ἦταν μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ξαναγυρίζοντας ἀπὸ τὸν τάφο τὴν συνάντησε ὁ Κύριος, τὸ μαθαίνομε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη. «Τρέχει πρὸς τὸν Σίμωνα Πέτρο καὶ τὸν ἄλλο μαθητὴ», γράφει, ποὺ ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς λέει· Πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ξέρομε ποὺ τὸν ἔβαλαν. Πῶς, ἄν τὸν εἶδε καὶ τὸν ἄγγιξε μὲ τὰ χέρια της καὶ τὸν ἄκουσε νὰ μιλᾶ, θὰ μποροῦσε νὰ λέη τέτοια λόγια, ὅτι τὸν πῆραν καὶ τὸν πῆγαν ἀλλοῦ καὶ δὲν ξέρομε σὲ ποιὸ μέρος; Ἀλλὰ μετὰ τὸ τρέξιμο τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰωάννη στὸν τάφο, ὅταν εἶδαν τὰ ἐντάφια καὶ γύρισαν, ἡ Μαρία, λέει, στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο καὶ ἔκλαιγε.

Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνο δὲν εἶχε δεῖ ἀκόμα ἀλλὰ οὔτε εἶχε ἀκούσει. Κι ὅταν τὴ ρώτησαν ἄγγελοι ποὺ παρουσιάστηκαν «Γιατὶ κλαῖς, γυναῖκα;» ἐκείνη πάλι ἀποκρίνεται σὰ νὰ ἦταν νεκρός. Κι ὅταν γυρίζοντας εἶδε τὸν Ἰησοῦ καὶ πάλι δὲν κατάλαβε καὶ στοῦ ἴδιου τὴν ἐρώτηση «γιατὶ κλαίει», παραπλήσια ἀπαντᾶ. Ὥσπου τὴν κάλεσε μὲ τὄνομά της, καὶ τῆς ἔδειξε πὼς ἦταν ὁ ἴδιος. Τότε ἀφοῦ ἔπεσε κι αὐτὴ μπροστὰ του θέλοντας ν’ ἀσπαστῆ τὰ πόδια του, τὸν ἄκουσε νὰ τῆς λέη «μὴ μ’ ἀγγίζης». Ἀπὸ τοῦτο καταλαβαίνομε ὅτι κατὰ τὴν προηγούμενη ἐμφάνισή του στὴν Μητέρα του καὶ στὶς γυναῖκες, ποὺ τὴ συντρόφευαν αὐτὴν μονάχα ἄφησε νὰ τοῦ ἀγγίξη τὰ πόδια, ἄν καὶ ὁ Ματθαῖος τὸ θέλει κοινὴ παραχώρηση σ’ ὅλες. Δὲν ἤθελε, γιὰ τὸ λόγο ποὺ εἴπαμε στὴν ἀρχή, νὰ προβάλη ἔντονα τὴ Μητέρα στὸ ζήτημα αὐτό. Κι ἀφοῦ πρώτη ἦρθε στὸν τάφο ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καὶ πρώτη δέχτηκε τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως, μαζεύτηκαν πολλὲς καὶ εἶδαν καὶ κεῖνες τραβηγμένη τὴν πέτρα καὶ ἄκουσαν τὸν ἄγγελο. Στὴν ἐπιστροφὴ χωρίστηκαν. Καὶ ἄλλες καθὼς λέει ὁ Μᾶρκος ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο ἔμφοβες καὶ ἐκσταστικὲς χωρὶς νὰ ποῦν τίποτα σὲ κανένα, ἐπειδὴ φοβοῦνταν. Ἄλλες ἀκολούθησαν τὴ Μητέρα τοῦ Κυρίου κι αὐτὲς ἐπέτυχαν νὰ δοῦν καὶ ν’ ἀκούσουν τὸν Κύριο. Ἡ Μαγδαληνὴ ἔφυγε στὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ μαζὶ τους ἔρχεται πίσω στὸν τάφο. Κι ἐνῶ ἐκεῖνοι ἔφυγαν αὐτὴ ἔμεινε νὰ ἀξιώνεται κι αὐτὴ νὰ δῆ τὸν Κύριο καὶ νὰ τὴ στείλει κι αὐτὴν στοὺς ἀποστόλους καὶ ξαναέρχεται σ’ αὐτοὺς φωνάζοντας σ’ ὅλους, ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης, «ὅτι εἶχε δεῖ τὸν Κύριο καὶ τῆς εἶχε πεῖ αὐτά».

Καὶ ὁ Μᾶρκος λέει ὅτι αὐτὴ ἡ ἐμφάνιση ἔγινε τὸ πρωΐ, τὴν ἀδιαφιλονίκητη ἀρχὴ, τῆς ἡμέρας, ὅταν εἶχε περάσει ἡ αὐγή. Δὲν ἰσχυρίζεται ὅμως ὅτι τότε ἔγινε ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου οὔτε ἡ πρώτη ἐμφάνισή του. Ἔχομε λοιπὸν σχετικὰ μὲ τὶς Μυροφόρες σὲ μιὰ ἀκριβῆ ἔκθεση καὶ τὴ σχετικὴ συμφωνία τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν σὰν ἀνώτερη ἐπιβεβαίωση. Οἱ μαθηταὶ ὅμως τὴν ἴδια ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως ποὺ ἄκουσαν κι ἀπὸ τὶς Μυροφόρες καὶ ἀπὸ τὸν Πέτρο, κι ἀκόμα ἀπὸ τὸν Λουκᾶ καὶ τὸν Κλεόπα ὅτι ὁ Κύριος ζῆ κι ὅτι τὸν εἶδαν, ἔδειξαν ἀπιστία. Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς κατηγορεῖ, ὅταν παρουσιάστηκε σ’ ὅλους μαζὶ συγκεντρωμένους. Κι ἀφοῦ πιὰ μὲ τὰ μάτια πολλῶν καὶ πολλὲς φορὲς ἔδειξε ὅτι ἦταν ζωντανός, ὄχι μονάχα πίστεψαν ὅλοι ἀλλὰ καὶ τὰ κήρυξαν παντοῦ. Ἡ φωνὴ τους ξεχύθηκε σ’ ὅλη τὴ γῆ καὶ τὰ λόγια τους σκορπίστηκαν στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης». Καὶ μὲ τὴ συνέργεια τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἐπιβεβαίωση τοῦ λόγου ποὺ ἔκαμε μὲ τὰ σημεῖα ποὺ ἐπακολούθησαν. Γιατὶ τὰ σημεῖα ὥσπου νὰ κηρυχθῆ ἡ διδασκαλία σὲ ὅλη τὴ γῆ ἦσαν ἀπαραίτητα. Καὶ χρειάζονται σημεῖα ὑπερβολικὰ γιὰ νὰ παρασταθῆ καὶ νὰ βεβαιωθῆ ἡ ἀλήθεια του κηρύγματος. Δὲν χρειάζονται ὅμως σημεῖα ὑπερβολικὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ δέχτηκαν τὸ λόγο, ἄν πίστεψαν σταθερά. Ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς μαρτυροῦν τὰ ἔργα τους «Δεῖξε μου, λέει τὴν πίστη σου ἀπὸ τὰ ἔργα σου» καὶ «ποιὸς εἶναι πιστός;» Ἄς τὸ δείξη μὲ τὰ ἔργα τῆς καλῆς ζωῆς του. Γιατί ποιὸς θὰ πιστέψη ὅτι ἔχει ἀντίληψη ἀληθινὰ ὑψηλὴ καὶ μεγάλη, οὐράνια, γιὰ νὰ πῶ ἔτσι, ὅπως εἶναι ἀκριβῶς ἡ εὐσέβεια; Αὐτὸς ποὺ πράττει φαῦλα ἔργα εἶναι προσηλωμένος στὴ γῆ καὶ τὰ γήϊνα;

Κανένα ὄφελος ἀδέλφια, ἄν λέγη κανένας ὅτι ἔχει θεϊκὴ πίστη, δὲν ἔχη ὅμως ἔργα ἀνάλογα μὲ τὴ πίστη. Τί ὠφέλησαν τὶς ἀνόητες κόρες οἱ λαμπάδες, ἀφοῦ δὲν εἶχαν λάδι, δηλαδὴ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συμπόνιας; Τί ὠφέλησε τὸν πλούσιο ἐκεῖνο, ποὺ ψηνόταν στὴν ἄσβεστη φλόγα ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία του πρὸς τὸν Λάζαρο, ἡ ἐπίκληση τοῦ πατέρα Ἀβραάμ; Τί ὠφελεῖ αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει τὸ ροῦχο τῶν καλῶν ἔργων, τὸ κατάλληλο γιὰ τὸ θεῖο γάμο καὶ τὸν ἄφθαρτο ἐκεῖνο νυφικὸ θάλαμο, ἡ ἀποδοχὴ τάχα τῆς πρόσκλησης; Ἔλαβε πρόσκληση βέβαια καὶ ἦρθε, ἀφοῦ πίστεψε ὁπωσδήποτε καὶ κάθιστε ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους ἐκείνους συμποσιαστάς. Δέχτηκε ὅμως τὸν ἔλεγχο καὶ ντροπιάστηκε, ἐπειδὴ ἦταν ντυμένος τὴ φαυλότητα τῆς συμπεριφορᾶς καὶ τῶν πράξεων κι ἀφοῦ τοῦ ἔδεσαν σκληρὰ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τὸν ρίχνουν στὴ γέενα, ἐκεῖ ποὺ ἀντηχεῖ τὸ κλάμα καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν. Αὐτὴ κανένας ποὺ ἔχει τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα νὰ μὴν τὴ δοκιμάση. Μόνο ὅλοι νὰ δείξουν βίο ἀνάλογο μὲ τὴν πίστη καὶ νὰ μποῦν στὸ νυφικὸ θάλαμο τῆς ἀκηλίδωτης χαρᾶς καὶ νὰ ζήσουν στὸν αἰῶνα μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους, ὅπου εἶναι τὸ κατοικητήριο ὅλων, ποὺ νιώθουν τὴν ἀληθινὴ εὐφροσύνη. Ἀμήν. 

(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου, “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”
Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ.27-36)

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ: Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΘΕΛΩ ΔΙΑΡΚΩΣ ΝΑ ΠΕΤΑ ΣΕ ΚΟΣΜΟΥΣ ΓΕΜΑΤΟΥΣ ΕΥΤΥΧΙΑ!

 Άγιος Αμφιλόχιος Μακρής
Η καρδιά σου θέλω διαρκώς να πετά
σε κόσμους γαλανούς, καθαρούς και γεμάτους ευτυχία!

Προς μία νέα 16 ετών

Παιδί μου… τις συμβουλές που σου δίνω θα τις έχεις ως φάρο σε ολόκληρη τη ζωή σου. Αυτά τα πατρικά λόγια θα σε οδηγήσουν και θα σε φέρουν σαν έναν ούριο και ευνοϊκό άνεμο κοντά στο αιώνιο και ευτυχισμένο λιμάνι της λατρευτής σου αγάπης.

Η ψυχή σου ας πλέη ήσυχα πάνω στα γαλήνια νερά για να μπορέσει να φθάσει στο τέρμα της. Για να μπορέσεις να φθάσεις όμως στο τέρμα αυτό της ευτυχίας, χρειάζεται πολύς αγώνας και πάλη κατά των παθών.

Αγώνας σ’ ολόκληρη τη ζωή της πικρής εξορίας, διότι σε αυτήν τη ζωή βρισκόμαστε ξένοι και περιπλανώμενοι διαβάτες, ζητώντας παντού καταφυγή. Την καταφυγή και την τέλεια ανάπαυση θα τη συναντήσουμε μόνο κοντά στην αιώνια πατρίδα μας και εκεί θα ζούμε με ασφάλεια πραγματική. Εκεί θα απολαύσουμε της νίκης το αμάραντο και ολόλευκο στεφάνι των κόπων μας.

Εκεί θα ζούμε σε ατέλειωτη χαρά. Εκεί θα δούμε πραγματοποιημένα τα φανταστικά μας σχέδια και οι λεπτοί ευγενικοί πόθοι μας θα λάβουν τέρμα στη ζωή μας. Εκεί θα απολαύσουμε το λευκό μάννα που τόσο ποθούμε. Θ’ απολαύσουμε τη φλογερή αγάπη… που τόσο άναβε και κατέτρωγε την πήλινη καρδιά μας… Εκεί θ’ απολαύσουμε τον στοργικό σύζυγο της ψυχής μας που τόσο ποθεί να ενωθεί μαζί του για να μείνει για πάντα δική του.

Παιδί μου, την καρδιά σου, πάντα ας την γεμίζει η ουράνια αγάπη και ας πλημμυρίζει μόνο με υψηλούς και Θεϊκούς πόθους για να αισθάνεσαι τον εαυτό σου πάντα ν’ απολαμβάνει τους θείους ψιθυρισμούς που θα σου ψιθυρίζει γλυκά ο λατρευτός σου Νυμφίος.

Χαίρεται να συζητάει μαζί σου όταν έχεις την καρδιά θρόνο Του. Την καρδιά σου πρέπει να τη διατηρείς διαρκώς σαν ένα άγιο και λευκό αρτοφόριο που κρατώντας πάντα με φόβο θα κινείσαι και μαζί με σένα θα κινείται αόρατη δύναμη που θα εξαφανίζει τους φόβους και τα τρομερά σκοτάδια τους που ξεπηδούν γύρω μας.

Η καρδιά σου θέλω διαρκώς να πετά σε κόσμους γαλανούς, καθαρούς και γεμάτους ευτυχία. Την ευτυχία αυτή θα ζωογονούν μόνο οι κρυστάλλινες και δροσιστικές στάλες που θα ευαρεστείται ο ουράνιος και ξανθός Επισκέπτης να χορηγεί και να ποτίζει με τα άχραντα και αιματηρά χέρια Του.

Η μικρή και αδύνατη καρδιά σου άς ανάβει και ας καίει μόνο για τη μεγάλη και άπειρη αγάπη που τόσο έπαθε και έγινε θύμα δικό μας για να μας κάνει παιδιά της.

Συνάμα όμως και συγκληρονόμο της για να συμμετέχουμε και εμείς στην ατελείωτη δόξα της.

Έγινε ζωντανό θύμα για να μπορέσουμε και εμείς να γίνουμε θύμα του πεσόντως εαυτού μας και να αρχίσουμε πάλι κατ’ απάνω μας για να λευκανθούμε σαν το λευκό χιόνι ή σαν το καθαρό και φλογισμένο χρυσάφι.

Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή, προσευχή, μελέτη, ταπείνωση, υπακοή, για να φθάσουμε ψηλά στο ατέλειωτο άπειρο που θα φέρει μαζί του τη δόξα σου.

Παιδί μου, θέλω να γίνεις μια μικρή και αγνή νυφούλα που να ευαρεστείται ο μοναδικός Νυμφίος σου να επισκέπτεται το μικρό θάλαμο της καρδιάς σου για να χορηγεί πλούσια τα θεϊκά και ατελείωτα δώρα Του.

Καθάριζε την συνεχώς, αν θέλεις, για να έχεις περισσότερες επισκέψεις και να γίνεις μια ψυχή μ’ αυτόν τον Βασιλέα που η Βασιλεία του ουκ έσται τέλος.

Αγάπησέ Τον για να σε αγαπήσει με την ίδια αγάπη που αγάπησε τόσες χιλιάδες μάρτυρες που έχυσαν το άγιο και αθώο αίμα τους γι’ αυτόν που πρωτύτερα κρεμάστηκε και εξευτελίστηκε και έχυσε και την τελευταία ρανίδα για να μας μάθει και εμάς να έχουμε και να καλλιεργήσουμε την αγία ταπείνωση.

Από το βιβλίο του Αρχιμ. Παύλου Νικηταρά, «Ο γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής. Μια σύγχρονη μορφή της Πάτμου», των εκδόσεων Επτάλοφος.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ: ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗΣ!

 Άγιος Αναστάσιος Σιναΐτης
Αποφυγή της κατάκρισης
 

Ερώτηση: Με ποιον τρόπο θα μπορέσουμε να μην κρίνουμε αυτόν που αμαρτάνει φανερά; 

Απάντηση: Αν θυμόμαστε τον Κύριο που έλεγε: «Μην κρίνετε, για να μην κριθείτε· μην καταδικάζετε, για να μην καταδικαστείτε» (Λουκ. 6:37) και τον απόστολο που συμβούλευε: «Όποιος νομίζει ότι στέκεται καλά στα πόδια του, ας προσέχει να μην πέσει» (Α’ Κορ. 10:12), και που επίσης έλεγε: «Εσύ που κρίνεις τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο τον εαυτό σου» (Ρωμ. 2:1). Γιατί τα μυστικά του ανθρώπου κανείς δεν τα ξέρει, παρά μόνο το πνεύμα που κατοικεί μέσα του (Α’ Κορ. 2:11), σύμφωνα με τα λόγια του Σωτήρα μας.

Πολλές φορές δηλαδή πολλοί, ενώ αμάρτησαν μπροστά στους ανθρώπους, στη συνέχεια, χωρίς να φαίνονται, προσευχήθηκαν με μετάνοια στον Θεό και πήραν τη συγχώρηση, και έπειτα ευαρέστησαν σε αυτόν και έλαβαν Πνεύμα άγιο. Αυτοί λοιπόν, που εμείς τους θεωρούμε αμαρτωλούς, για τον Θεό είναι δικαιωμένοι, ενώ εμείς είδαμε την αμαρτία, αλλά δεν μάθαμε τα καλά έργα που έκαναν κρυφά. Γι’ αυτό δεν πρέπει να κατακρίνουμε κανέναν, ακόμη και αν με τα ίδια μας τα μάτια τον δούμε να αμαρτάνει. Γιατί δέκα βήματα να απομακρυνθεί από εμάς αυτός που αμάρτησε, δεν ξέρουμε τι έκανε κρυφά αυτός και τι έκανε με αυτόν ο Θεός.

Ο Ιούδας ο προδότης με το χάραμα της Πέμπτης ήταν μαζί με τον Χριστό και τους μαθητές, ενώ ο ληστής με τους κακούργους και φονιάδες· όταν όμως ήρθε η Παρασκευή, ο Ιούδας πήγε στο σκότος το εξώτερο, ενώ ο ληστής κατοίκησε στον παράδεισο μαζί με τον Χριστό. Επειδή, λοιπόν, γίνονται τέτοιες αιφνίδιες μεταβολές, είναι καλό να μην κρίνουμε άνθρωπο, ωσότου έρθει ο Χριστός που ξέρει καλά τις σκέψεις των ανθρώπων και φέρνει στο φως τα κρυφά των καρδιών. Γιατί όλη την εξουσία του Κριτή ο Πατέρας την έδωσε στον Υιό (Ιω. 5:22)· επομένως, όποιος κρίνει τον άλλο, δηλαδή τον συνάνθρωπο, αρπάζει το αξίωμα του κριτή, και ένας τέτοιος είναι αντίχριστος. 

Εξάλλου, είναι μερικοί που παίρνουν τη συγχώρηση των αμαρτιών τους δια μέσου ποικίλων πειρασμών που εμείς δεν γνωρίζουμε, ενώ άλλοι καθαρίζονται με σωματική ασθένεια και μακροχρόνια αρρώστια. Γιατί λέει ο ψαλμωδός: «Πολλές παιδαγωγικές δοκιμασίες μου έστειλε ο Κύριος, στον θάνατο όμως δεν με παρέδωσε» (Ψαλμ. 117:18)· και ο απόστολος λέει: «Όταν ο Κύριος μας τιμωρεί, μας διαπαιδαγωγεί, έτσι ώστε να μην καταδικαστούμε μαζί με τον κόσμο» (Α’ Κορ. 11:32). Αυτό ακριβώς έκανε και με τον πόρνο: έδωσε εντολή να παραδώσουν αυτόν τον άνθρωπο στον σατανά για τον σωματικό του αφανισμό, έτσι ώστε να σωθεί το πνεύμα του την ημέρα της κρίσεως (Α’ Κορ. 5:5). Από αυτό μαθαίνουμε ότι και οι δαιμονισμένοι, αν υπομένουν ευχαριστώντας τον Θεό, σώζονται με αυτή την παιδαγωγική τιμωρία.

Άλλοι πάλι και σε αυτή τη θανατηφόρα αρρώστια τους εξιλέωσαν με θερμά δάκρυα τον Θεό και βρήκαν έλεος, όπως ο βασιλιάς Εζεκίας (Β’ Παρ. 32:24). Άλλοι έκαναν κρυφά συμφωνία με τον Θεό και του έδωσαν τον λόγο τους να μετανοήσουν, και φεύγοντας σε λίγες μέρες από τη ζωή σώθηκαν. Γιατί σε όποια κατάσταση θα βρεθεί ο άνθρωπος, σύμφωνα με αυτήν θα κριθεί, είτε είναι καλή είτε κακή, όπως δήλωσε ο Θεός με τον προφήτη Ιεζεκιήλ: «Αν ένας άνθρωπος κάνει όλες τις ανομίες αλλά στραφεί και κάνει το σωστό, δεν θα θυμηθώ τις ανομίες του· όπως θα τον βρω, έτσι και θα τον κρίνω» (Ιεζ. 33:19-20).

Ακόμη, είναι μερικοί που πέτυχαν τη συγχώρηση των αμαρτιών τους χάρη σε ενάρετους ανθρώπους, γιατί ο Κύριος εκπληρώνει το θέλημα εκείνων που τον φοβούνται (Ψαλμ. 144:19). Μάρτυρας γι’ αυτό είναι η αγία Γραφή. Ο Ααρών, για παράδειγμα, με τις προσευχές του Μωυσή συγχωρήθηκε (Εξ. 32:30-32), όταν έκανε το χρυσό μοσχάρι για τους Ισραηλίτες στο Χωρήβ· το ίδιο και η αδελφή του Μαριάμ, καθαρίστηκε από τη λέπρα, όταν ο Μωυσής παρακάλεσε για χάρη της τον Θεό (Αριθ. 12:13-15). Αλλά και ο Ναβουχοδονόσορ βρήκε έλεος από τον Θεό με τις προσευχές του προφήτη Δανιήλ. 

Πολλές φορές, επίσης, και οι άγιοι άγγελοι, καθώς είναι πιστοί υπηρέτες του Θεού και έχουν προς αυτόν πολλή παρρησία, επειδή ποτέ δεν σφάλλουν απέναντί του, τυχαίνει να του ζητήσουν ο ένας τη σωτηρία του τάδε ανθρώπου, ο άλλος του άλλου. Και ο Θεός, που νύχτα μέρα λατρεύεται και ευαρεστείται από αυτούς, κάνει αυτά που του ζητούν, όπως ακριβώς και οι επίγειοι βασιλιάδες καμιά φορά, για χάρη πιστών φίλων τους που τους παρακαλούν, χαρίζουν τη ζωή σε ανθρώπους άξιους για θάνατο. Γιατί οι άγιοι άγγελοι αγαπούν πολύ τους ανθρώπους και μας συμπαθούν, επειδή μέσω της ανθρώπινης σάρκας αξιώθηκαν να δουν τον Θεό Λόγο, όπως επιθυμούσαν να τον δουν από την αρχή της δημιουργίας.

Αυτό το επιβεβαιώνουν οι κορυφαίοι απόστολοι Πέτρος και Παύλος. Ο Πέτρος συγκεκριμένα λέει ότι ο Θεός μάς χάρισε αγαθά, επάνω στα οποία οι άγγελοι επιθυμούν να σκύψουν (Α’ Πετρ. 1:12)· δηλαδή να δουν τον Θεό τόσο φανερά, όσο τον είδαμε εμείς, πριν από τους αγγέλους, όταν σαρκώθηκε. Και ο Παύλος, αναφερόμενος στην ανάληψη του Χριστού, διακηρύττει: «Τώρα ανέβηκε ο Χριστός, για να τον δουν οι αρχές και οι εξουσίες δια μέσου της Εκκλησίας» (πρβ. Εφ. 3:10). Αυτή είναι η αιτία που αγαπούν πολύ τους ανθρώπους οι άγιοι άγγελοι· γι’ αυτό και ο Κύριος είπε ότι αυτοί χαίρονται και γιορτάζουν στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί (Λουκ. 15:10). Γι’ αυτό και σε κάθε πιστό, από τη στιγμή που θα βαπτιστεί, δίνεται από τον Θεό ένας άγγελος ως φύλακας και οδηγός και δάσκαλος. «Προσέχετε», είπε ο Κύριος στους Ιουδαίους, «μην περιφρονήσετε κανέναν από αυτούς τους μικρούς που πιστεύουν σ’ εμένα· γιατί σας βεβαιώνω ότι οι άγγελοί τους βλέπουν συνεχώς το πρόσωπο του επουράνιου Πατέρα μου» (Ματθ. 18:10).

Ο άγγελος λοιπόν που δόθηκε στον άνθρωπο για να τον φυλάγει, αν βρει τον άνθρωπο, τον οποίο ανέλαβε, να αγαπά το καλό και να βιάζει όσο μπορεί τον εαυτό του να το κάνει, τον βοηθά, παρακαλώντας για χάρη του τον φιλάνθρωπο Θεό και ζητώντας του να του χαρίσει τη σωτηρία και τη συγχώρηση των αμαρτιών. Και ο Θεός ικανοποιεί το αίτημά του. Αν δηλαδή πολλές φορές άνθρωποι ενάρετοι, όπως είπα, ζήτησαν από τον Θεό και έσωσαν αμαρτωλούς, πόσο περισσότερο το μπορούν αυτό οι άγιοι άγγελοι; 

Επομένως, ας μην κατακρίνουμε άνθρωπο, ακόμη και αν τον δούμε να αμαρτάνει φανερά, αλλά μάλλον ας τον συμβουλέψουμε με ταπείνωση και ας προσευχηθούμε γι’ αυτόν. Αν όμως όσα είπαμε δεν αρκούν για να πείσουν, ας προσθέσουμε και άλλα.

Πες μου, αγαπητέ· ποιος θα πίστευε, βλέποντας την πόρνη Ραάβ στην Ιεριχώ να αμαρτάνει φανερά, ότι ο Θεός συγχώρησε όλες τις πορνείες της και την αθώωσε, επειδή δέχτηκε τους κατασκόπους των Ισραηλιτών; (Ι. Ναυή 6:25· Εβρ. 11:31) Ή ότι ο άρπαγας και άδικος τελώνης, που προσευχήθηκε μαζί με τον Φαρισαίο, με έναν στεναγμό εξευμένισε τον Θεό και γύρισε στο σπίτι του συγχωρημένος (Λουκ. 18:10-14); Ή ότι ο Σαμψών, που αυτοκτόνησε (Κριτ. 16:30), βρίσκεται ανάμεσα στους αγίους, όπως μαρτυρεί ο Παύλος (Εβρ. 11:32); Ή ο Μανασσής, που για πενήντα δύο χρόνια λάτρευε τα είδωλα και έκανε όλο τον ισραηλιτικό λαό να παρανομήσει και να αποστατήσει από τον Θεό, ποιος θα φανταζόταν ότι σε μια ώρα με σύντομη προσευχή πήρε τη συγχώρηση, όπως διηγείται η Γραφή; (Β’ Παρ. 33:9-13) Γιατί όταν κλείστηκε από τον βασιλιά των Ασσυρίων σε ένα χάλκινο ομοίωμα ζώου, προσευχήθηκε εκεί μέσα στον Θεό με τη γνωστή προσευχή του, οπότε με θεία δύναμη έσπασε το χάλκινο ζώο και ένας άγγελος του Θεού τον πήγε στην Ιερουσαλήμ, όπως διηγούνται οι ιστοριογράφοι, και έζησε στο εξής με μετάνοια.

Και για να αφήσω τα παλιά, θα ξαναθυμηθώ τον άγιο ληστή επάνω στον σταυρό και θα κλείσω τον λόγο. Άραγε, αν το μυστήριο που συντελέστηκε σε αυτόν είχε γίνει κρυφά, θα πίστευε κανένας άνθρωπος επάνω στη γη ότι εκείνος ο σιχαμερός, που λήστεψε πολλούς και σκότωσε μικρούς και μεγάλους, καλούς και κακούς, και δίδαξε και σε άλλους την παρανομία της ληστείας, σώθηκε στο τέλος της ζωής του με έναν λόγο του και κατοίκησε στον παράδεισο πρώτος από όλους; 

Όλα αυτά δεν τα ανέφερα μακρηγορώντας άσκοπα, αλλά επειδή γνωρίζω ότι η γλώσσα των πολλών είναι πιο κοφτερή από κάθε δίκοπο μαχαίρι στο να κατακρίνουν τα ξένα σφάλματα. Αυτοί, και χιλιάδες καλά να δουν σε έναν άνθρωπο, αν δουν σε αυτόν και κάποιο ανθρώπινο ελάττωμα – γιατί κανένας δεν είναι αναμάρτητος, παρά μόνο ο Θεός –, αφήνουν και παραβλέπουν τα μύρια εκείνα καλά του και μόνο εκείνο το μικρό ελάττωμα αναφέρουν συνεχώς και το διαλαλούν και στους άλλους. Σε αυτούς δίκαια θα έρθει η τιμωρία από τον Θεό, γιατί προξενούν βλάβη και απώλεια όχι μόνο στον εαυτό τους, αλλά και στους άλλους. 

Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση Β’, σελ. 31. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2006.

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ- ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ, ΤΗΝ ΨΗΛΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ!

 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Κυριακή του Θωμά: Για την εμφάνιση του αναστημένου Κυρίου στους μαθητές,
την ψηλάφηση του Θωμά και τον σκοπό της συγγραφής του Ευαγγελίου 

(Ιω.20, 19-31)
[Υπομνηματισμός των εδαφίων Ιω. 20, 19-23]

«Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται (: όταν λοιπόν βράδιασε την ημέρα εκείνη, την πρώτη της εβδομάδος, κι ενώ οι μαθητές ήταν μαζεμένοι σε ένα σπίτι και είχαν τις θύρες κλειστές επειδή φοβούνταν τους άρχοντες των Ιουδαίων, ήλθε ο Ιησούς και στάθηκε στη μέση και τους είπε: ‘’Ας είναι ειρήνη σε σας’’. Κι αφού το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια Του και την πλευρά Του, για να δουν τα σημάδια των πληγών και να πεισθούν ότι Αυτός ήταν ο Διδάσκαλός τους που σταυρώθηκε. Αφού λοιπόν βεβαιώθηκαν γι’ αυτό με την επίδειξη των ουλών Του, χάρηκαν οι μαθητές που είδαν τον Κύριο. Όταν λοιπόν οι μαθητές ηρέμησαν κάπως από την πρώτη σφοδρή συγκίνηση που αισθάνθηκαν εξαιτίας της μεγάλης τους χαράς, τους είπε πάλι ο Ιησούς σε σχέση με τη μελλοντική τους τώρα κλήση και αποστολή: ‘’Ας είναι ειρήνη σε σας. Όπως με απέστειλε ο Πατέρας μου για το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, έτσι κι εγώ σας στέλνω να συνεχίσετε το ίδιο έργο’’. Κι αφού το είπε αυτό, προκειμένου να τους μεταδώσει την πνοή της νέας ουράνιας ζωής εμφύσησε στα πρόσωπά τους, όπως κάποτε ο Θεός στο πρόσωπο του Αδάμ, και τους είπε: ‘’Λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες κι από τον Θεό. Σε όποιους όμως τις κρατάτε ασυγχώρητες, θα μείνουν για πάντα κρατημένες)».

[…] Ανήγγειλε λοιπόν η Μαρία στους μαθητές και την εμφάνιση του αναστημένου Ιησού ενώπιόν της και τα λόγια που της είπε να τους μεταφέρει, πράγματα δηλαδή που ήσαν αρκετά για να τους παρηγορήσουν. Επειδή λοιπόν όμως ήταν φυσικό οι μαθητές, ακούγοντας αυτά ή να μην πιστέψουν στη γυναίκα ή και αν ακόμη την πίστευαν, να αισθάνονταν θλίψη που δεν αξίωσε αυτούς της εμφανίσεώς Του, αν και βεβαίως είχε υποσχεθεί ότι στη Γαλιλαία θα παρουσιασθεί σε αυτούς, για να μη θλίβονται λοιπόν σκεπτόμενοι αυτά, δεν άφησε ο Κύριος ούτε μία ημέρα να περάσει, αλλά, αφού προκάλεσε σε αυτούς τη σχετική επιθυμία και με το ότι πλέον γνώριζαν την έγερσή Του από τους νεκρούς, και με το ότι είχαν ακούσει αυτό από τη γυναίκα, να θέλουν πάρα πολύ να Τον δουν, καθώς επίσης επειδή ήταν κυριευμένοι από φόβο (πράγμα που κατεξοχήν επαύξανε πάρα πολύ την επιθυμία τους), τότε, ακόμη, ενώ ήταν εσπέρα («οὔσης οὖν ὀψίας», Ιω. 20, 18), παρουσιάστηκε σε αυτούς κατά τρόπο πάρα πολύ θαυμαστό.

Και γιατί άραγε παρουσιάστηκε σε αυτούς κατά την εσπέρα; Διότι τότε κυρίως ήταν φυσικό να κατέχονται από φόβο. Αλλά το απορίας άξιο είναι το εξής: πώς δεν Τον εξέλαβαν ως φάντασμα; Διότι εισήλθε με κλειστές τις θύρες και αμέσως. Κυρίως μάλιστα και η γυναίκα εκ των προτέρων κατέστησε μεγάλη την πίστη τους, αλλά και έπειτα έκανε στους μαθητές ο Κύριος την εμφάνισή Του με τρόπο μεγαλοπρεπή και αθόρυβο. Και δεν παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας, για να είναι όλοι συγκεντρωμένοι· διότι ήταν μεγάλη η έκπληξή τους· καθόσον ούτε τη θύρα έκρουσε, αλλά παρευθύς στάθηκε ανάμεσά τους τελείως αθόρυβα και έδειξε την πλευρά και τα χέρια Του.

Συγχρόνως επίσης και με τη φωνή Του, καθησύχασε την ταλαντευόμενη σκέψη τους, λέγοντας: «Ειρήνη να είναι μαζί σας»· δηλαδή, «μη θορυβείσθε», και τους υπενθύμισε τον λόγο εκείνο που είπε προς αυτούς προ του σταυρού Του: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω (: Φεύγω και σας αφήνω την ειρήνη. Σας δίνω τη δική μου αληθινή και βαθιά ειρήνη, την οποία ήλθα να φέρω στον κόσμο που συνταράζεται από την αμαρτία. Δεν σας δίνω εγώ μια ειρήνη υποκριτική, απατηλή και ασταθή, σαν αυτή που δίνει ο κόσμος. Ας μην ταράζεται η καρδιά σας από εσωτερικούς φόβους κι ας μη δειλιάζει από εξωτερικά φόβητρα και απειλές)» [Ιω. 14, 27]· και επίσης: «ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον (: Σας τα είπα αυτά για να έχετε ειρήνη έχοντας κοινωνία και ένωση μαζί μου. Εφόσον είστε μέσα στον κόσμο, θα έχετε θλίψη. Αλλά έχετε θάρρος. Εγώ έχω νικήσει τον κόσμο. Και με τη νίκη μου αυτή εξασφάλισα και για σας το θρίαμβο και τη δόξα).» [Ιω. 16, 33].

«ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον (: Και τότε οι μαθητές, όταν είδαν τον Κύριο αναστημένο, χάρηκαν)». Βλέπεις ότι τα λόγια γίνονται έργα; Διότι εκείνο που τους έλεγε πριν από τον σταυρό, δηλαδή ότι «πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία, καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν (: Κι εσείς λοιπόν τώρα που με αποχωρίζεσθε έχετε βέβαια λύπη. Θα σας δω όμως πάλι, όχι μόνο όταν μετά την Ανάσταση θα εμφανισθώ σε σας, αλλά κυρίως όταν θα με αισθάνεστε ενωμένο μαζί σας, καθώς θα ζείτε τη νέα ζωή και θα έχετε κοινωνία μαζί μου. Τότε λοιπόν θα χαρεί η καρδιά σας, και τη χαρά σας δεν θα μπορεί κανείς πια να σας την αφαιρέσει, αλλά θα είναι παντοτινή και διαρκής)» [Ιω. 16, 22], αυτό τώρα το πραγματοποίησε. Όλα λοιπόν αυτά οδήγησαν τους μαθητές σε απόλυτη και ακλόνητη πίστη. Επειδή δηλαδή βρίσκονταν σε άσπονδο πόλεμο με τους Ιουδαίους, συνεχώς επαναλαμβάνει το «ειρήνη σε σας», παρέχοντας ως αντιστάθμισμα του πολέμου την παρηγοριά αυτή.

Αυτό τον λόγο, λοιπόν, είπε πρώτο μετά την ανάσταση· (γι’ αυτό και ο Παύλος παντού λέγει: «χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη»)· στις γυναίκες επίσης ο Κύριος αναγγέλλει χαρά (Ματθ. 28, 9: «ὡς δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ (: Καθώς όμως πήγαιναν να τα πουν στους μαθητές Του, ξαφνικά ο Ιησούς τις συνάντησε και είπε: ‘’Χαίρετε’’. Αυτές τότε, αφού πλησίασαν, δεν τόλμησαν να Τον αγγίξουν στο σώμα, αλλά με ευλάβεια πολλή έπιασαν μόνο τα πόδια Του και Τον προσκύνησαν)», διότι το ανθρώπινο αυτό φύλο βρισκόταν μέσα στη λύπη, και αυτή είναι η πρώτη χαρά που δέχτηκαν. Ανάλογα με την περίπτωση λοιπόν, στους μεν άντρες λόγω του πολέμου τους με τους Ιουδαίους αναγγέλλει την ειρήνη, στις δε γυναίκες εξαιτίας της λύπης τους, τη χαρά. Αφού επομένως κατήργησε όλα τα λυπηρά, διακηρύσσει τα κατορθώματα του Σταυρού· αυτά λοιπόν συνίστανται στην ειρήνη.

Αφού λοιπόν κατερρίφθησαν όλα τα εμπόδια, κατέστησε τη νίκη λαμπρή, και είχαν όλα επιτευχθεί, κατόπιν στη συνέχεια λέγει: «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς (: Όταν λοιπόν οι μαθητές ηρέμησαν κάπως από την πρώτη σφοδρή συγκίνηση που αισθάνθηκαν εξαιτίας της μεγάλης τους χαράς, τους είπε πάλι ο Ιησούς σε σχέση με τη μελλοντική τους τώρα κλήση και αποστολή: ‘’Ας είναι ειρήνη σε σας. Όπως με απέστειλε ο Πατέρας μου για το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, έτσι κι εγώ σας στέλνω να συνεχίσετε το ίδιο έργο’’)» [Ιω. 20, 21]. Καμία δυσκολία δεν έχετε· και εξαιτίας των όσων συνέβησαν και λόγω της δικής μου αξίας που σας στέλνω. Εδώ ανορθώνει το φρόνημά τους και δείχνει μεγάλη αξιοπιστία στους λόγους Του, εάν βέβαια επρόκειτο να αναλάβουν το έργο Του.

Και δεν απευθύνεται πλέον παράκληση προς τον Πατέρα, αλλά με αυθεντία δίδει σε αυτούς τη δύναμη· διότι «ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται (: φύσησε στα πρόσωπά τους τη ζωογόνο πνοή της νέας ζωής και τους είπε• “λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όποιους συγχωρείτε τις αμαρτίες, θα είναι συγχωρημένες και από τον Θεό. Σε όποιους όμως τις κρατείτε άλυτες και ασυγχώρητες, θα μείνουν αιωνίως ασυγχώρητες)». Όπως δηλαδή ένας βασιλιάς αποστέλλοντας άρχοντες, δίδει εξουσία σε αυτούς και να οδηγούν ανθρώπους στη φυλακή και να απολύουν, έτσι και Αυτός, αποστέλλοντας αυτούς τούς περιβάλλει με αυτή τη δύναμη.

Πώς λοιπόν λέγει: «ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς (:Αλλά όσο κι αν λυπάστε, βεβαιωθείτε ότι εγώ σας λέω την αλήθεια. Σας συμφέρει να φύγω εγώ. Διότι εάν δεν πεθάνω επάνω στο σταυρό και δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έλθει σε σας. Αν όμως προσφέρω πάνω στο σταυρό την εξιλαστήρια θυσία μου και φύγω από τον κόσμο αυτό για να πάω στον Πατέρα μου, θα σας στείλω τον Παράκλητο)» [Ιω. 16, 7] και τώρα δίνει απευθείας σε αυτούς το Πνεύμα;

Ορισμένοι λέγουν ότι δεν έδωσε σε αυτούς το Πνεύμα, αλλά κατέστησε αυτούς δια του εμφυσήματος κατάλληλους για να υποδεχθούν αυτό. Διότι εάν ο Δανιήλ εξεπλάγη όταν είδε άγγελο [Δαν. 8, 16-17: «καὶ ἤκουσα φωνὴν ἀνδρὸς ἀναμέσον τοῦ Οὐβάλ, καὶ ἐκάλεσε καὶ εἶπε· Γαβριήλ, συνέτισον ἐκεῖνον τὴν ὅρασιν. καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐχόμενος τῆς στάσεώς μου, καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐθαμβήθην, καὶ πίπτω ἐπὶ πρόσωπόν μου, καὶ εἶπε πρός με· σύνες, υἱὲ ἀνθρώπου· ἔτι γὰρ εἰς καιροῦ πέρας ἡ ὅρασις.(: Και άκουσα την φωνή ενός ανδρός, ο οποίος στεκόταν εν μέσω του ποταμού Ουβάλ, η οποία φωνή φώναξε και είπε• “Γαβριήλ, εξήγησε σε αυτόν το όραμα εκείνο”. Αυτός ήλθε και στάθηκε πολύ κοντά μου. Όταν μάλιστα με πλησίασε, εγώ καταλήφθηκα από δέος και θαυμασμό και έπεσα αμέσως πρηνής, με το πρόσωπό μου κάτω στη γη. Εκείνος λοιπόν μου είπε• “Υιέ ανθρώπου, κατανόησε τούτο• ότι το όραμα αυτό αποκαλύπτει το τέλος του καιρού, του καιρού της βασιλείας των θηρίων”)»], τι θα ήταν δυνατόν να μην πάθουν εκείνοι που δέχονταν την απόρρητη εκείνη χάρη, αν δεν τους καθιστούσε προηγουμένως μαθητές Του; Για τον λόγο αυτόν δεν είπε: «ἐλάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», αλλά «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον».

Δε θα έσφαλλε λοιπόν κανείς εάν έλεγε ότι και τότε αυτοί έλαβαν κάποια πνευματική εξουσία και χάρη, αλλά όχι τέτοια ώστε να ανασταίνουν νεκρούς και να κάνουν θαύματα, αλλά να συγχωρούν αμαρτήματα· διότι είναι διάφορα τα χαρίσματα του Πνεύματος. Για τον λόγο αυτό και πρόσθεσε: «ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς», δείχνοντας ποιο είδος ενέργειας δίδει σε αυτούς. Εκεί δε μετά από σαράντα ημέρες έλαβαν τη δύναμη να κάνουν θαύματα· για τον λόγο αυτό λέγει: «λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς (: Θα λάβετε όμως ενίσχυση και δύναμη, όταν θα έλθει πάνω σας το Άγιο Πνεύμα. Και θα γίνετε μάρτυρες της ζωής μου και της διδασκαλίας μου και στη Ιερουσαλήμ και σε όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια και μέχρι το τελευταίο και πιο απομακρυσμένο σημείο της γης”)» [Πραξ. 1, 8]· μάρτυρες λοιπόν γίνονταν με τα θαύματα· καθόσον είναι απερίγραπτη και ανέκφραστη η χάρη του Πνεύματος και πολύμορφη η δωρεά Αυτού.

Αυτό επομένως γίνεται για να μάθεις ότι μία είναι η δωρεά και η εξουσία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος· διότι εκείνα που φαίνονται ότι είναι ιδιαίτερα γνωρίσματα του Πατρός, αυτά είναι ιδιότητες και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Πώς λοιπόν, λέγει ότι κανείς δεν έρχεται προς τον Υιό, εάν δεν τον προσελκύσει ο Πατήρ [Ιω. 6, 44: «οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ (: Ο γογγυσμός σας αυτός προέρχεται από την απιστία σας. Και απιστείτε, διότι ο Πατέρας μου σας βρήκε ανάξιους να σας ελκύσει κοντά μου. Κανείς δεν μπορεί να έλθει σε μένα πιστεύοντας στη θεϊκή μου προέλευση και αποστολή, εάν ο Πατέρας μου, που με έστειλε στον κόσμο, δεν μεταβάλει την ψυχή του και δεν τον ελκύσει με τη θεϊκή του δύναμη. Και όταν αυτός ελκυσθεί προς εμένα, εγώ θα ολοκληρώσω το έργο της σωτηρίας του και θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα της Κρίσεως)»];

Αλλά αυτό φαίνεται να είναι γνώρισμα και του Υιού, διότι λέγει: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ (: Εγώ είμαι ο μοναδικός δρόμος, από τον οποίο μπορεί να φτάσει κανείς στον ουρανό. Διότι συγχρόνως είμαι και η απόλυτη αλήθεια και η πραγματική και πηγαία ζωή. Κανείς δεν είναι δυνατόν να έλθει προς τον Πατέρα και να μετάσχει στη μακαρία ζωή Του, παρά μόνο αν περάσει από μένα˙ διότι εγώ με τη διδασκαλία μου σας γνωρίζω τον Πατέρα μου και την αλήθειά Του. Και με τη θυσία μου ως αιώνιος αρχιερεύς σας συμφιλιώνω με Αυτόν)» [Ιω. 14, 6].

Πρόσεχε επίσης αυτό που είναι και γνώρισμα του Πνεύματος: «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ (: κανείς πάλι δεν μπορεί να ομολογήσει με ειλικρινή πίστη και ευλάβεια ότι ‘’ο Ιησούς είναι ο Κύριος”, παρά μόνο με την χάρη, τον φωτισμό και την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος)» [Α΄Κορ. 12, 3]. Και πάλι, τους Αποστόλους τους βλέπουμε να δίδονται στην Εκκλησία, άλλοτε μεν από τον Πατέρα, άλλοτε δε από τον Υιό και άλλοτε από το άγιο Πνεύμα, και τις διαιρέσεις των χαρισμάτων βλέπουμε να είναι του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος.

Όλα λοιπόν ας τα κάνουμε, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε πλησίον μας το άγιο Πνεύμα, και να τιμούμε πάρα πολύ εκείνους που ορίστηκαν να μεταδίδουν την ενέργεια αυτού· διότι είναι μεγάλη η αξία των ιερέων. «Εκείνους που θα συγχωρήσετε», λέγει, «συγχωρούνται οι αμαρτίες τους». Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος έλεγε «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε (: Να υπακούτε στους πνευματικούς προϊσταμένους σας και να υποτάσσεστε τελείως σε αυτούς. Διότι αυτοί αγρυπνούν γα τη σωτηρία των ψυχών σας, καθώς θα δώσουν λόγο στο Χριστό για τις ψυχές σας. Να τους υπακούτε, για να ενθαρρύνονται με την υπακοή σας, ώστε να επιτελούν το έργο τους αυτό με χαρά και όχι με στεναγμούς. Άλλωστε δεν σας συμφέρει να στενάζουν εξαιτίας σας οι πνευματικοί σας προεστοί, επειδή ο Θεός θα σας τιμωρήσει γι’ αυτό)» [Εβρ. 13, 17] και να τους τιμάτε πάρα πολύ.

[Yπομνηματισμός των εδαφίων Ιω. 20, 24-31]

«Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ᾿ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ᾿ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν. εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες (: Ο Θωμάς όμως, που ήταν ένας από τους δώδεκα αποστόλους και τον οποίο ονόμαζαν Δίδυμο όσοι Εβραίοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, δεν ήταν μαζί τους όταν ήλθε ο Ιησούς. Όταν λοιπόν Τον είδαν, Του έλεγαν οι άλλοι μαθητές: ‘’Είδαμε τον Κύριο’’. Αυτός όμως τους απάντησε: ‘’Εάν δεν δω με τα μάτια μου στα χέρια του το σημάδι των καρφιών και δεν βάλω το δάχτυλό μου στο σημάδι των καρφιών και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά Του, ώστε όχι μόνο με τα μάτια μου αλλά και με τα δάχτυλά μου να βεβαιωθώ, δεν θα πιστέψω’’. Πράγματι λοιπόν, ύστερα από οκτώ ημέρες ήταν πάλι μέσα στο σπίτι οι μαθητές, και μαζί με αυτούς ήταν κι ο Θωμάς. Έρχεται λοιπόν ο Ιησούς, ενώ ήταν κλειστές οι θύρες, και στάθηκε ανάμεσα στους μαθητές και είπε: ‘’Ας είναι ειρήνη σε σας’’. Έπειτα λέει στον Θωμά: ‘’Φέρε το δάχτυλό σου εδώ. Ψηλάφισε και εξέτασε τα σημάδια των πληγών μου, και δες συγχρόνως με τα μάτια σου τα χέρια μου. Φέρε το χέρι σου κάτω από τα ενδύματά μου και βάλε το στην πλευρά μου που χτυπήθηκε από τη λόγχη. Και μην αφήνεις τον εαυτό σου να κυριευτεί από την απιστία, ώστε να γίνεις μόνιμα και ανεπανόρθωτα άπιστος, αλλά για να προοδεύεις και να στηρίζεσαι στην πίστη, ώστε να γίνεις αμετακίνητος και αδιάσειστος σε αυτή’’. Ο Θωμάς τότε Του αποκρίθηκε: ‘’Πιστεύω και ομολογώ ότι είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου’’. Του λέει ο Ιησούς: ‘’Πίστεψες επειδή με είδες. Μακάριοι και πιο ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να με έχουν δει με τα μάτια τους, όπως με είδες εσύ. Και θα πιστέψουν έτσι όλα τα μέλη της Εκκλησίας μου στις γενιές που θα έλθουν’’. Σύμφωνα λοιπόν με όσα εξιστορήσαμε, εκτός από το θαύμα της Αναστάσεώς Του, ο Ιησούς μπροστά στα μάτια των μαθητών Του έκανε και πολλά άλλα θαύματα που αποδείκνυαν τη θεότητά Του και τα οποία δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο αυτό. Αυτά που εκθέσαμε, γράφτηκαν για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός που προκηρύχθηκε από τους προφήτες, ο μονογενής Υιός του Θεού˙ κι έτσι πιστεύοντας να έχετε ως αναφαίρετο κτήμα σας τη νέα, θεία και αιώνια ζωή, την οποία μεταδίδει ο Ίδιος στις ψυχές των ανθρώπων που επικαλούνται το όνομά Του)» [Ιω. 20, 24-29].

Όπως ακριβώς το να πιστεύει κανείς απλώς και ως έτυχε είναι γνώρισμα επιπολαιότητας, έτσι και το να εξετάζει κανένας και να ερευνά πέραν του μέτρου είναι γνώρισμα παχύτατης και δυσκίνητης διάνοιας. Για τον λόγο αυτό και ο Θωμάς κατηγορείται· διότι στους Αποστόλους δεν πίστεψε όταν του είπαν ότι «είδαμε τον Κύριο», όχι τόσο επειδή δεν πίστεψε στα λόγια τους, όσο διότι θεωρούσε το πράγμα αυτό ότι ήταν αδύνατο· δηλαδή, την εκ νεκρών ανάσταση· διότι δεν είπε «δε σας πιστεύω», αλλά «εάν δε βάλω το χέρι μου στο σημάδι των καρφιών, δε θα πιστέψω». Πώς, λοιπόν, ενώ όλοι ήσαν συγκεντρωμένοι, αυτός μόνος απουσίαζε; Φυσικό ήταν να μην είχε ακόμη επιστρέψει από τη διασπορά που είχε ήδη γίνει. Εσύ όμως όταν δεις τον μαθητή να μην πιστεύει, σκέψου τη φιλανθρωπία του Κυρίου, ότι και χάριν μιας ψυχής δείχνει τον εαυτό Του να έχει τραύματα, και έρχεται για να σώσει και τον ένα, αν και ήταν πνευματικά πιο ατελής από τους άλλους. Για τον λόγο αυτό ζητούσε να πιστέψει μέσω της πιο χοντροειδούς και βραδυκίνητης αισθήσεως [δηλαδή της αφής] και ούτε στα μάτια του δεν πίστευε· διότι δεν είπε «εάν δεν δω», αλλά λέγει: «εάν δεν ψηλαφήσω, μήπως τυχόν και είναι αποκύημα της φαντασίας μου αυτό που βλέπω». Και όμως οι μαθητές αναγγέλλοντας αυτά, αξιόπιστοι ήταν τότε, και ο ίδιος ο Κύριος επίσης που υποσχόταν αυτά· όμως επειδή ζήτησε κάτι περισσότερο ο Θωμάς, ούτε αυτό του το στέρησε ο Χριστός.

Και για ποιο λόγο δεν εμφανίζεται σε αυτόν αμέσως, αλλά μετά από οχτώ ημέρες; Για να κυριευθεί από πιο μεγάλη επιθυμία και να γίνει μελλοντικά πιστότερος κατηχούμενος από τους μαθητές στο διάστημα που θα μεσολαβούσε και ακούγοντας τα ίδια λόγια από αυτούς.

Και από πού γνώριζε ότι και η πλευρά του Κυρίου ανοίχτηκε με τη λόγχη; Το άκουσε από τους μαθητές. Πώς λοιπόν το ένα το πίστεψε, ενώ το άλλο δεν το πίστεψε; Διότι αυτό ήταν πολύ παράδοξο και αξιοθαύμαστο.

Να προσέξεις επίσης, σε παρακαλώ, τη φιλαλήθεια των Αποστόλων, ότι τα ελαττώματα δεν τα κρύπτουν, ούτε τα δικά τους, ούτε των άλλων, αλλά τα εκθέτουν περιγράφοντάς τα με όλη την αλήθεια.

Εμφανίζεται λοιπόν πάλι ο Ιησούς και δεν περιμένει να ζητηθεί αυτό από εκείνον, ούτε να ακούσει κάτι παρόμοιο, αλλά χωρίς να πει τίποτε, ο ίδιος τον προλαβαίνει και εκπληρώνει εκείνο που ο Θωμάς επιθυμούσε, δείχνοντάς του ότι και όταν έλεγε αυτά τα λόγια δυσπιστίας προς τους άλλους μαθητές, Εκείνος ήταν παρών· εφόσον χρησιμοποίησε τα ίδια τα λόγια και κατά τρόπο πάρα πολύ επιτιμητικό και στη συνέχεια με τρόπο διδακτικό· διότι αφού είπε «Φέρε τον δάκτυλό σου και δες τα χέρια μου και βάλε το χέρι σου στην πλευρά μου», πρόσθεσε «και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός». Βλέπεις ότι η αμφιβολία ήταν αποτέλεσμα απιστίας; Όμως αυτό συνέβαινε πριν λάβουν το Άγιο Πνεύμα· μετά από αυτά όμως δε συνέβαινε πλέον αυτό, αλλά στο εξής ήταν κατηρτισμένοι.

Δεν επιτίμησε επίσης αυτόν ο Κύριος με αυτά μόνο τα λόγια, αλλά και με τα όσα λέγει στη συνέχεια. Διότι όταν εκείνος τα πληροφορήθηκε και ανέπνευσε και ανεφώνησε «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου», λέγει: «Επειδή με είδες, Θωμά, πίστεψες· μακάριοι είναι εκείνοι που δε με είδαν και πίστεψαν»· διότι αυτό είναι το γνώρισμα της πίστεως, το να αποδέχεται κανείς εκείνα που δεν είναι ορατά· διότι «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων (: η πίστη κάνει πραγματικά εκείνα που ελπίζουμε, και βέβαια και αναμφισβήτητα εκείνα που δε βλέπουμε)» [Εβρ. 11, 1].

Στην περίπτωση αυτή ο Κύριος δε μακαρίζει μόνο τους μαθητές, αλλά και εκείνους που θα πιστέψουν μετά από αυτούς αργότερα. Και όμως, λέγει, οι άλλοι μαθητές είδαν και πίστεψαν· αλλά όμως δε ζήτησαν κανένα αποδεικτικό σημείο, αλλά από τα σουδάρια αμέσως δέχθηκαν την είδηση περί της αναστάσεως, και πριν δουν το σώμα, έδειξαν όλη την πίστη τους. Όταν λοιπόν κάποιος λέει τώρα: «Ήθελα να ζούσα κατά τα χρόνια εκείνα και να έβλεπα τον Χριστό να θαυματουργεί», ας σκεφθεί τον λόγο του Κυρίου ότι «μακάριοι είναι εκείνοι που δε με είδαν και όμως πίστεψαν».

Είναι δε άξιο απορίας, πώς σώμα άφθαρτο έδειχνε τα αποτυπώματα των καρφιών και ήταν δυνατό ανθρώπινο χέρι να το αγγίξει. Όμως, μην παραξενεύεσαι· αυτό το οποίο συνέβαινε, συνέβαινε κατά συγκατάβαση, ήταν έργο προσαρμογής στα ανθρώπινα μέτρα· διότι το τόσο λεπτό και ελαφρό σώμα, που εισήλθε ενώ οι θύρες ήταν κλειστές, ήταν απαλλαγμένο από κάθε υλική σύσταση· αλλά δεικνύεται αυτό για να γίνει πιστευτή η Ανάσταση και για να μάθουν ότι Αυτός ήταν Εκείνος που σταυρώθηκε, και δεν αναστήθηκε άλλος αντί Αυτού. Για τον λόγο αυτό αναστήθηκε, έχοντας τα σημάδια του σταυρού, και για τον λόγο αυτό τρώγει.

Πράγματι οι Απόστολοι αυτό προέβαλλαν συνεχώς ως απόδειξη της αναστάσεως, λέγοντας· «τοῦτον ὁ Θεὸς ἤγειρε τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἔδωκεν αὐτὸν ἐμφανῆ γενέσθαι, οὐ παντὶ τῷ λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσι τοῖς προκεχειροτονημένοις ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ἀναστῆναι αὐτὸν ἐκ νεκρῶν (: Ο Θεός όμως Τον ανέστησε την τρίτη ημέρα από το θάνατό Του. Και επέτρεψε να γίνει ορατός και να εμφανισθεί μετά την Ανάστασή Του, όχι πλέον σε όλο τον λαό. Αλλά εμφανίσθηκε σε μάρτυρες που είχαν εκλεγεί από τον Θεό πολύ πριν σταυρωθεί και αναστηθεί ο Ιησούς. Και οι μάρτυρες αυτοί είμαστε εμείς οι απόστολοι, οι οποίοι φάγαμε και ήπιαμε μαζί Του μετά την Ανάστασή Του από τους νεκρούς)» [Πραξ. 10, 40-41].

Όπως ακριβώς λοιπόν βλέποντάς Τον προ του σταυρού να περιπατεί επάνω στα κύματα, δεν λέγαμε ότι το σώμα εκείνο ήταν άλλης φύσεως, αλλά της δικής μας, έτσι βλέποντας Αυτόν μετά την ανάσταση να έχει τα αποτυπώματα του σταυρού, δε θα πούμε πλέον ότι Αυτός είναι φθαρτός· διότι αυτά τα έδειχνε για χάρη του μαθητή.

«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ·ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ (: Σύμφωνα λοιπόν με όσα εξιστορήσαμε, εκτός από το θαύμα της Αναστάσεώς Του, ο Ιησούς μπροστά στα μάτια των μαθητών Του έκανε και πολλά άλλα θαύματα που αποδείκνυαν τη θεότητά Του και τα οποία δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο αυτό. Αυτά που εκθέσαμε, γράφτηκαν για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός που προκηρύχθηκε από τους προφήτες, ο μονογενής Υιός του Θεού˙ κι έτσι πιστεύοντας να έχετε ως αναφαίρετο κτήμα σας τη νέα, θεία και αιώνια ζωή, την οποία μεταδίδει ο Ίδιος στις ψυχές των ανθρώπων που επικαλούνται το όνομά Του”)» [Ιω. 20, 30-31].

«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ». Επειδή δηλαδή αυτός ο ευαγγελιστής ανέφερε λιγότερα από εκείνα που ανέφεραν οι άλλοι, λέγει ότι ούτε όλοι οι άλλοι τα ανέφεραν όλα, αλλά όσα ήταν ικανά να προσελκύσουν στην πίστη όσους τους άκουγαν· διότι παρακάτω λέγει: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾿ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν (: Υπάρχουν όμως και πολλά άλλα που έκανε ο Ιησούς, τα οποία, αν γράφονταν λεπτομερειακά, ένα-ένα, νομίζω ότι ούτε ολόκληρος ο κόσμος με όλες τις βιβλιοθήκες του δεν θα χωρούσε τα βιβλία που θα έπρεπε να γραφούν. Πραγματικά)» [Ιω. 21, 25].

Επομένως είναι φανερό ότι δεν τα είπαν από φιλοδοξία εκείνα που έγραψαν, αλλά μόνο εξαιτίας της χρησιμότητάς τους· διότι εκείνοι που παρέλειψαν τα περισσότερα, πώς θα ήταν δυνατόν να τα έγραφαν αυτά από φιλοδοξία; Για ποιο λόγο λοιπόν δεν τα ανέφεραν όλα; Κυρίως μεν εξαιτίας του πλήθους τους, έπειτα επίσης σκέπτονταν και εκείνο, ότι δηλαδή εκείνος που δεν πίστεψε σε όσα έχουν αναφερθεί, ούτε στα περισσότερα θα προσέξει, εκείνος όμως που τα δέχθηκε αυτά, τα οποία έχουν γραφεί, δε θα έχει ανάγκη τίποτε άλλο για να πιστέψει. Εγώ νομίζω εδώ ότι εννοεί τα θαύματα που έκανε μετά την ανάσταση· για τον λόγο αυτόν λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης τη φράση: «ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ (: μπροστά στους μαθητές Του)» [Ιω. 20, 30]· διότι όπως πριν από την Ανάσταση έπρεπε να γίνουν πολλά για να πιστέψουν ότι είναι Υιός του Θεού, έτσι και μετά την Ανάσταση, για να παραδεχθούν ότι αναστήθηκε. Γι’ αυτό και πρόσθεσε «ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ», επειδή μόνο με αυτούς συναναστρεφόταν μετά την Ανάσταση. Γι’ αυτό και έλεγε: «ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ (: Ακόμη λίγο χρόνο, και ο κόσμος που βρίσκεται μακριά από τον Θεό δεν θα με βλέπει πια, διότι δεν θα είμαι σωματικώς στη γη, όπως είμαι τώρα. Εσείς όμως θα με βλέπετε με τα μάτια της ψυχής σας και θα με αισθάνεσθε. Διότι εγώ, ενώ μετά από λίγο θα σταυρωθώ και θα πεθάνω, θα εξακολουθώ να ζω. Και σεις θα ζήσετε μια νέα, πνευματική ζωή, που θα αποκτήσετε από μένα)» [Ιω. 14, 19].

Έπειτα για να μάθεις ότι χάριν των μαθητών μονάχα επιτελούνταν όσα συνέβαιναν, ο Ευαγγελιστής πρόσθεσε: «ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ (: Αυτά που εκθέσαμε, γράφτηκαν για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός που προκηρύχθηκε από τους προφήτες, ο μονογενής Υιός του Θεού˙ κι έτσι πιστεύοντας να έχετε ως αναφαίρετο κτήμα σας τη νέα, θεία και αιώνια ζωή, την οποία μεταδίδει ο Ίδιος στις ψυχές των ανθρώπων που επικαλούνται το όνομά Του)» [Ιω. 20, 31], ομιλώντας γενικά προς τη δική μας φύση και για να δείξει ότι τα ανέφερε αυτά όχι προς χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον οποίο πιστεύουμε, αλλά προς χάρη εμάς των ίδιων· «ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ»· δηλαδή δι’ Αυτού· διότι Αυτός είναι η Ζωή.

ΠΗΓΕΣ:

• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-joannem.pdf

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΠΣΤ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα που αφορούν την ερμηνεία της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής), Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2011, τόμος 14, σελίδες 705-711.

• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΠΖ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα που αφορούν την ερμηνεία της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής), Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2011, τόμος 14, σελίδες 719-725.

• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 75, σελ.228-232 (ή: 111-113 του PDF) και σελ.236-240 (ή: 115-117 του PDF).

• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

• Π.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

• https://orthodoxoiorizontes.gr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Eπιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr