ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

Ἡ παρουσία τῶν Χριστιανῶν εἶναι πλέον ὁμολογία πίστεως. Μπορεῖ κανεὶς μὲ τὴν προσευχὴ νὰ βοηθήση περισσότερο, ἀλλὰ τὴν σιωπή του θὰ τὴν ἐκμεταλλευθοῦν οἱ ἄλλοι καὶ θὰ ποῦν: «Ὁ τάδε καὶ ὁ τάδε δὲν διαμαρτυρήθηκαν, ἑπομένως εἶναι μὲ τὸ μέρος μας· συμφωνοῦν μαζί μας». Ἂν δὲν ἀρχίσουν μερικοὶ νὰ χτυποῦν τὸ κακό, νὰ ἐλέγχουν δηλαδὴ αὐτοὺς ποὺ σκανδαλίζουν τοὺς πιστούς, θὰ γίνη μεγαλύτερο κακό. Ἔτσι θὰ τονωθοῦν λίγο οἱ πιστοί, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐμποδισθοῦν λίγο ὅσοι πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι δικό τους καΐκι, νὰ κάνουν βόλτες· εἶναι τὸ σκάφος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοὶ εἶναι κατακριτέοι. Τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ ἔχουν μεγάλο μισθό, πολυτελὲς αὐτοκίνητο, νὰ τρέχουν στὶς διασκεδάσεις... Καὶ ὕστερα κάνουν νόμο νὰ παντρεύωνται μὲ πολιτικὸ γάμο, νομιμοποιοῦν τὶς ἀμβλώσεις... Τί θὰ κάνη ὁ Θεός, ἄλλο θέμα.
Καὶ μὲ τὶς βλάσφημες ταινίες ποὺ παρουσιάζουν, θέλουν νὰ γελοιοποιήσουν τὸν Χριστό. Τὸ κάνουν, γιὰ νὰ ποῦν «αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστός, τώρα θὰ ἔρθη ὁ Μεσσίας», καὶ νὰ παρουσιάσουν μετὰ τὸν «Μεσσία» τους. Ἐκεῖ τὸ πᾶνε.

Ὁ βλαμμένος βλάπτεται. Τὰ πιστεύει, γιατὶ θέλει νὰ δικαιολογήση τὰ ἀδικαιολόγητα καὶ νὰ ἀναπαύση τὸν λογισμό του. Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ βλάσφημα πᾶνε νὰ δικαιολογήσουν ἠθικὲς ἀταξίες. Τὸ ἔχουν παρακάνει. Εἶχαν κάνει μήνυση ὅτι ἡ ταινία «Ὁ τελευταῖος πειρασμὸς» προσβάλλει τὴν θρησκεία καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς εἶπαν: «Δὲν εἶναι τίποτε». Τέτοιες βλασφημίες δὲν ἀκούσθηκαν ποτέ! Γιὰ μᾶς ἡ διαμαρτυρία γιὰ τὴν βλάσφημη ἐκείνη ταινία ἦταν ὁμολογία πίστεως. Βέβαια μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ βλάσφημα γίνεται καὶ ἕνα καλό· χωρίζει ἡ ἦρα ἀπὸ τὸ σιτάρι, κοσκινίζεται ὁ κόσμος.

ΚΟΙΜΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ βοηθηθῆ, βοηθιέται μὲ τιποτένια πράγματα. Π.χ. κουνιέται ἕνα κανδήλι ἢ κουνιέται ὁ ἴδιος ὁλόκληρος μὲ ἕναν σεισμὸ καὶ συνέρχεται. Ὅσοι δὲν πιστεύουν, γίνονται χειρότεροι, ὅταν ἀκοῦν ὅτι θὰ γίνη πόλεμος ἢ κάποια καταστροφή. «Δῶσ᾿ του, σοῦ λέει, νὰ γλεντήσουμε, γιατὶ χάνουμε τὴν ζωή», ὁπότε τὸ ρίχνουν τελείως ἔξω. Ἄλλοτε ἀκόμη καὶ οἱ ἀδιάφοροι, ὅταν ἄκουγαν λ.χ. ὅτι θὰ γίνη πόλεμος, συνέρχονταν καὶ ἄλλαζαν ζωή. Τώρα εἶναι πολὺ λίγοι αὐτοί. Παλιὰ τὸ ἔθνος μας ζοῦσε πνευματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸ εὐλογοῦσε καὶ οἱ Ἅγιοι μᾶς βοηθοῦσαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο, καὶ νικούσαμε τοὺς ἐχθρούς μας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἦταν περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς. Σήμερα λέμε πὼς εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ δυστυχῶς συχνὰ μόνον τὸ ὄνομα «Ὀρθόδοξος» ἔχουμε καὶ ὄχι ζωὴ ὀρθόδοξη.

Ρώτησα ἕναν Πνευματικὸ μὲ κοινωνικὴ δράση, μὲ ἕνα σωρὸ πνευματικοπαίδια κ.λπ.: «Τί ξέρεις γιὰ μιὰ βλάσφημη ταινία;». «Δὲν ξέρω τίποτε», μοῦ εἶπε. Δὲν ἤξερε τίποτε καὶ εἶναι σὲ μεγάλη πόλη. Κοιμίζουν τὸν κόσμο. Τὸν ἀφήνουν ἔτσι, γιὰ νὰ μὴ στενοχωριέται καὶ νὰ διασκεδάζη. Μὴν τυχὸν πῆς ὅτι θὰ γίνη πόλεμος ἢ ὅτι θὰ γίνη ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ γι' αὐτὸ πρέπει νὰ ἑτοιμασθοῦμε, μὴν τυχὸν στενοχωρηθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Σὰν μερικὲς γριὲς ποὺ λένε «μὴ μιλᾶς γιὰ θάνατο· μόνο γιὰ χαρὲς καὶ γιὰ βαφτίσια νὰ μιλᾶς», σὰν νὰ μὴν τὶς περιμένη θάνατος. Ἔτσι νιώθουν μιὰ ψεύτικη χαρά. Ἐνῶ, ἂν σκέφτονταν ὅτι τὸ τάδε γεροντάκι ποὺ ἔμενε λίγο πιὸ κάτω πέθανε χθές, ὁ ἄλλος εἶναι στὰ τελευταῖα του καὶ θὰ πεθάνη, μεθαύριο θὰ γίνη τοῦ τάδε τὸ μνημόσυνο ποὺ ἦταν καὶ πολὺ νεώτερος ἀπὸ αὐτές, θὰ σκέφτονταν τὸν θάνατο καὶ θὰ ἔλεγαν: «Πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ, νὰ ἑτοιμασθῶ πνευματικά, γιατὶ μπορεῖ κι ἐμένα σὲ λίγο νὰ μὲ καλέση ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἄλλη ζωή». Διαφορετικά, ἔρχεται ὕστερα ὁ θάνατος καὶ τὶς παίρνει ἀνέτοιμες. Ἄλλοι πάλι ἀπό... «καλωσύνη» λένε: «Στοὺς αἱρετικοὺς μὴ λέτε ὅτι εἶναι στὴν πλάνη, γιὰ νὰ δείξουμε ἀγάπη». Καὶ ἔτσι τὰ ἰσοπεδώνουν ὅλα. Ἂν ζοῦσαν αὐτοὶ στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ, δὲν θὰ εἴχαμε οὔτε ἕναν Ἅγιο. Ἔλεγαν τότε στοὺς Χριστιανούς: «Ρίξε μόνο λιβάνι στὴν φωτιὰ καὶ μὴν ἀρνῆσαι τὸν Χριστό». Δὲν τὸ δέχονταν. «Κάνε μόνον πὼς ρίχνεις». Δὲν τὸ δέχονταν. «Μὴ μιλᾶς γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ πήγαινε ἐλεύθερος σὲ ἄλλο μέρος», καὶ δὲν τὸ δέχονταν. Σήμερα βλέπεις ἕναν νερόβραστο κόσμο.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΜΙΛΑΕΙ

Αὐτὸ ποὺ θὰ βοηθήση θετικὰ τοὺς ἀνθρώπους σήμερα εἶναι τὸ παράδειγμά μας τὸ χριστιανικὸ καὶ ἡ ζωή μας ἡ χριστιανική. Τοὺς Χριστιανοὺς πρέπει νὰ τοὺς διακρίνη ἡ πνευματικὴ λεβεντιὰ καὶ ἡ ἀρχοντιά, ἡ θυσία. Γι' αὐτὸ λέω στοὺς λαϊκούς: «Νὰ ἀγαπᾶτε τὸν Χριστό, νὰ ἔχετε ταπείνωση, νὰ κάνετε τὸ καθῆκον σας, καὶ ὁ Χριστὸς θὰ προδώση τὴν ἀρετή σας στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων». Ἡ ἀρετὴ ἔχει τυπικὸ νὰ προδίδη τὸν ἄνθρωπο, ὅπου κι ἂν βρίσκεται αὐτός. Ἀκόμη καὶ νὰ κρυφθῆ, καὶ νὰ ὑποκριθῆ μὲ τὴν διὰ Χριστὸν σαλότητα, ἡ ἀρετὴ θὰ τὸν προδώση, ἔστω καὶ ἀργότερα, καὶ ὁ ἀποθηκευμένος του θησαυρός, ποὺ θὰ ἀνακαλυφθῆ τότε μαζεμένος, θὰ βοηθήση πάλι πολλὲς ψυχές· ἴσως τότε περισσότερο.

Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΥΠΟΜΕΝΕΙ

Σήμερα ὁ Θεὸς ἀνέχεται τὴν κατάσταση. Ἀνέχεται, ἀνέχεται, γιὰ νὰ εἶναι ἀναπολόγητος ὁ κακός. Εἶναι περιπτώσεις ποὺ ὁ Θεὸς ἐπεμβαίνει ἄμεσα καὶ ἀμέσως, ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις περιμένει· δὲν δίνει ἀμέσως τὴν λύση καὶ περιμένει τὴν ὑπομονὴ τῶν ἀνθρώπων, τὴν προσευχή, τὸν ἀγώνα. Τί ἀρχοντιὰ ἔχει ὁ Θεός! Ἕνας πόσους εἶχε σφάξει τότε μὲ τὸν πόλεμο καὶ ἀκόμη ζῆ. Θὰ τοῦ πῆ στὴν ἄλλη ζωὴ ὁ Θεός: «Σ' ἄφησα νὰ ζήσης περισσότερο καὶ ἀπὸ τοὺς καλούς». Δὲν θὰ ἔχη ἐλαφρυντικά.

(Τέτοιοι ἄνθρωποι, ἐνῶ εἶναι βαριὰ ἄρρωστοι) φαίνεται ἔχουν βαρειὲς ἁμαρτίες, γι᾿ αὐτὸ δὲν πεθαίνουν. Περιμένει ὁ Θεὸς μήπως μετανοήσουν. Αὐτοὶ ποὺ παιδεύονται καὶ δὲν φταῖνε, ἀποταμιεύουν. Αὐτοὶ ποὺ φταῖνε, ἐξοφλοῦν.

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν κάποιον ἐγωισμὸ καὶ ὁ Θεὸς τοὺς δίνει ἕνα σκαμπίλι νὰ πᾶνε παρακάτω. Ἄλλοι ἔχουν λίγο παραπάνω ἐγωισμὸ καὶ ὁ Θεὸς τοὺς δίνει ἕνα σκαμπίλι καὶ πᾶνε ἀκόμη παρακάτω. Αὐτοὺς ὅμως ποὺ ἔχουν ἑωσφορικὴ ὑπερηφάνεια, ὁ Θεὸς τοὺς ἀφήνει. Μπορεῖ νὰ φαίνεται ὅτι κάνουν προκοπή, ἀλλὰ τί προκοπὴ εἶναι αὐτή; Μαύρη προκοπή. Καὶ μετὰ δὲν πέφτουν ἁπλῶς κάτω, ἀλλὰ πέφτουν κατ' εὐθεῖαν στὸ βάραθρο. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάη!

Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Ὅταν ἀδικοῦνται ἄλλοι καὶ φωνάζη κανεὶς καὶ θυμώνη ἀπὸ πόνο πραγματικό, τότε εἶναι «δικαιότατος ὁ θυμός». Ὅταν ἀδικῆται ὁ ἴδιος καὶ θυμώνη, τότε δὲν εἶναι καθαρὸς ὁ θυμός. Ὅταν βλέπης ἕναν νὰ ὑποφέρη γιὰ ἱερὰ πράγματα, αὐτὸς ἔχει θεῖο ζῆλο. Ἀπὸ αὐτὸ μπορεῖς νὰ καταλάβης καὶ τὸν διὰ Χριστὸν σαλό. Ἂν πάρης λ.χ. μιὰ εἰκόνα καὶ τὴν βάλης μπροστά του ἀνάποδα, θὰ τιναχθῆ ἐπάνω ὁ διὰ Χριστὸν σαλός· ἔτσι τοῦ κάνεις τέστ. Ὑπάρχει δηλαδὴ καὶ δικαία, θεία ἀγανάκτηση, καὶ μόνον αὐτὴ ἡ ἀγανάκτηση δικαιολογεῖται στὸν ἄνθρωπο. Ὁ Μωυσῆς, ὅταν εἶδε τὸν λαὸ νὰ θυσιάζη στὸ χρυσὸ μοσχάρι, ἀγανάκτησε καὶ πέταξε κάτω τὶς πλάκες μὲ τὶς ἐντολὲς ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἔσπασαν. Ὁ Φινεές, ὁ ἐγγονὸς τοῦ ἀρχιερέα Ἀαρών, δύο φόνους ἔκανε καὶ ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ ἀπὸ τὴν γενιά του νὰ βγαίνουν οἱ ἱερεῖς τοῦ Ἰσραήλ! Ὅταν εἶδε τὸν Ἰσραηλίτη Ζαμβρὶ νὰ ἁμαρτάνη μὲ τὴν Μαδιανίτιδα Χασβὶ μπροστὰ στὸν Μωυσῆ καὶ σὲ ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτες, δὲν κρατήθηκε· σηκώθηκε ἀπὸ τὴν συναγωγὴ καὶ τοὺς φόνευσε, καὶ ἔτσι σταμάτησε ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ἂν δὲν τοὺς σκότωνε καὶ τοὺς δύο, θὰ ἔπεφτε ὀργὴ Θεοῦ σὲ ὅλον τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ. Φοβερό! Ἐγώ, ὅταν διαβάζω στὸ Ψαλτήρι τὸν στίχο «Καὶ ἔστη Φινεὲς καὶ ἐξιλάσατο, καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις», ἀσπάζομαι πολλὲς φορὲς τὸ ὄνομά του. Ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστός, ὅταν εἶδε νὰ πουλοῦν μέσα στὸν περίβολο τοῦ Ναοῦ βόδια, πρόβατα, περιστέρια, καὶ τοὺς κερματιστὲς νὰ ἀνταλλάσσουν χρήματα, πῆρε τὸ φραγγέλιο καὶ τοὺς ἔδιωξε.

Ἕνας πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὅταν πάη μὲ ἀγανάκτηση νὰ ὑπερασπίση τὸν ἑαυτό του γιὰ ἕνα ἀτομικό του θέμα, αὐτὸ εἶναι καθαρὰ ἐγωιστικό, εἶναι ἐνέργεια τοῦ πειρασμοῦ. Δέχεται ἐπιδράσεις δαιμονικὲς ἐξωτερικές. Ἂν κάποιον τὸν ἀδικοῦν ἢ τὸν κοροϊδεύουν, αὐτὸν πρέπει οἱ ἄλλοι νὰ τὸν ὑπερασπίζωνται, γιὰ τὸ δίκιο, ὄχι γιὰ προσωπικό τους συμφέρον. Δὲν ταιριάζει νὰ μαλώνης γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Ἄλλο τὸ νὰ ἀντιδράσης, γιὰ νὰ ὑπερασπισθῆς σοβαρὰ πνευματικὰ θέματα, θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν πίστη μας, τὴν Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ εἶναι καθῆκον σου. Ὅταν σκέφτεσαι τοὺς ἄλλους καὶ ἀντιδρᾶς, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσης, τότε αὐτὸ εἶναι καθαρό, γιατὶ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη.

Ὅταν πῆγα στὸ Σινᾶ, κατέβαινα στὸ μοναστήρι κάθε ἑβδομάδα, κάθε δεκαπέντε μέρες, γιὰ νὰ κοινωνήσω. Μιὰ φορὰ μοῦ λέει ἕνας πολὺ ἁπλὸς δικαῖος ποὺ ἦταν ἐκεῖ: «Ἄ, ὄχι κάθε ἑβδομάδα· τέσσερις φορὲς τὸν χρόνο πρέπει νὰ κοινωνοῦν οἱ καλόγεροι». Τότε εἶχαν τυπικὸ νὰ μὴν κοινωνοῦν συχνά. Φοροῦσα καὶ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο. «Οὔτε ἐπανωκαλύμμαυχο», λέει. Αὐτοὶ τὸ ἔβαζαν μόνο στὶς τελετές. «Νἆναι εὐλογημένο», λέω. Καὶ τὸ εἶχα καὶ ἐγὼ ριγμένο στὸν ὦμο σὰν κασκὸλ καὶ δὲν μὲ ἀπασχόλησε ξανά. Τί; νὰ μαλώσω; Ἑτοιμαζόμουν ἐν τῷ μεταξὺ κάθε φορὰ γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία καὶ πήγαινα στὴν Ἐκκλησία. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς ἔλεγε «Μετὰ φόβου Θεοῦ...», ἔσκυβα τὸ κεφάλι καὶ ἔλεγα «Ἐσὺ γνωρίζεις, Χριστέ μου, πόση ἀνάγκη ἔχω», καὶ ἔνιωθα τέτοια ἀλλοίωση, ποὺ δὲν ξέρω ἂν θὰ τὴν ἔνιωθα, ἂν κοινωνοῦσα. Ἀφοῦ πέρασαν κάμποσοι μῆνες, ἦρθαν στὸ μοναστήρι τέσσερα–πέντε παιδιά, ποὺ ἀπὸ μένα παρακινήθηκαν νὰ ἔρθουν στὸ Σινᾶ. Εἶπαν λοιπὸν καὶ σ᾿ αὐτὰ νὰ μὴν κοινωνοῦν. Ἔ, τότε μίλησα καὶ τακτοποιήθηκε τὸ θέμα.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΥΒΡΙΣΤΩΝ

Βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γενικὰ εἶναι ἡ περιφρόνηση στὰ θεῖα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη, ἐννοεῖται, τὰ λογικά του. Τότε εἶναι καὶ ἔνοχος. Π.χ. ἕναν ποὺ μοῦ εἶπε «ἄντε κι ἐσὺ καὶ οἱ θεοί σου...», τοῦ ἔδωσα μιὰ σπρωξιὰ καὶ τὸν τίναξα πέρα, γιατὶ αὐτὸ ἦταν βλασφημία. Ἢ περνᾶνε δύο ἔξω ἀπὸ μία Ἐκκλησία. Ὁ ἕνας κάνει τὸν σταυρό του καὶ λέει καὶ στὸν ἄλλο «κάνε, εὐλογημένε, κι ἐσὺ τὸν σταυρό σου...» καὶ αὐτὸς ἀντιδρᾶ: «Ἄντε κι ἐσὺ ποὺ θὰ κάνω τὸν σταυρό μου!». Αὐτὴ ἡ περιφρόνηση εἶναι βλασφημία. Ἀδύνατον ἑπομένως σὲ ἕναν εὐλαβῆ ἄνθρωπο νὰ ὑπάρχη βλασφημία. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναίδεια εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἀναιδὴς διαστρέφει ἢ καταπατάει λ.χ. μιὰ εὐαγγελικὴ ἀλήθεια, γιὰ νὰ δικαιολογήση τὴν πτώση του. Δὲν σέβεται τὴν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ τὴν τσαλακώνει ἐν γνώσει του· τσαλαπατάει ἕνα ἱερὸ πράγμα. Καὶ αὐτὸ σιγὰ-σιγὰ γίνεται πλέον κατάσταση. Στὴν συνέχεια ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος δέχεται ἐπιδράσεις δαιμονικές. Καὶ ἂν δὲν μετανοήση, τί ἐξέλιξη θὰ ἔχη... Θεὸς φυλάξοι! Ὅταν ὅμως ἕνας θυμώση καὶ βλασφημήση ἀκόμη καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αὐτὴ ἡ βλασφημία δὲν εἶναι ἀσυγχώρητη, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν πιστεύει τὴν βρισιὰ ποὺ εἶπε, ἀλλὰ τὴν εἶπε, ἐπειδὴ ἐκείνη τὴν στιγμή, πάνω στὸν θυμό του, ἔχασε τὸν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἀμέσως μετανοιώνει. Ὁ ἀναιδὴς ὅμως δικαιολογεῖ τὸ ψέμα, γιὰ νὰ δικαιολογήση τὴν πτώση του. Ὅποιος δικαιολογεῖ τὴν πτώση του, δικαιολογεῖ τὸν διάβολο.

Μπορεῖ νὰ θυμηθῆ κάτι ποὺ λέχθηκε πρὶν ἀπὸ δέκα χρόνια γιὰ ἄλλη περίπτωση καὶ νὰ τὸ παρουσιάση σὰν παράδειγμα, γιὰ νὰ δικαιολογήση τὸν ἑαυτό του. Οὔτε ὁ διάβολος, ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθῆ κάτι τέτοιο ἐκείνη τὴν ὥρα.
(Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος) δὲν ἔχει ἀνάπαυση ποτέ. Ἐδῶ καὶ δίκαιο νὰ ἔχη κανείς, ὅταν πάη νὰ δικαιώση τὸν ἑαυτό του, πάλι ἀνάπαυση δὲν ἔχει, πόσο μᾶλλον νὰ μὴν ἔχη δίκαιο καὶ νὰ δικαιολογῆ τὴν πτώση του μὲ ἀναιδέστατο τρόπο. Γι' αὐτό, ὅσο μποροῦμε, νὰ προσέχουμε τὴν ἀναίδεια καὶ τὴν περιφρόνηση ὄχι μόνον πρὸς τὰ θεῖα ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν πλησίον μας, διότι εἶναι εἰκόνα Θεοῦ. Οἱ ἀναιδεῖς ἄνθρωποι βρίσκονται στὸ πρῶτο στάδιο τῆς βλασφημίας κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνοι ποὺ περιφρονοῦν τὰ θεῖα βρίσκονται στὸ δεύτερο, καὶ στὸ τρίτο βρίσκεται ὁ διάβολος.

Κατ᾿ ἀρχάς, ἂν κάποιος μιλάη ἄσχημα λ.χ. γιὰ σένα ὡς ἄτομο, δὲν πειράζει. Νὰ σκεφθῆς: «Τὸν Χριστό, ποὺ ἦταν Χριστός, Τὸν ἔβριζαν, καὶ δὲν μιλοῦσε· ἐμένα ποὺ εἶμαι ἁμαρτωλὸς τί μοῦ ἀξίζει;». Ἂν ἔρχονταν νὰ βρίσουν ἐμένα ὡς ἄτομο, δὲν θὰ μὲ πείραζε καθόλου. Ἀλλά, ὅταν μὲ βρίζουν ὡς μοναχό, βρίζουν καὶ ὅλο τὸν θεσμὸ τοῦ Μοναχισμοῦ, γιατὶ ὡς μοναχὸς δὲν εἶμαι ἀνεξάρτητος, καὶ πρέπει νὰ μιλήσω. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανεὶς νὰ τοὺς ἀφήση λίγο νὰ ξεσπάσουν καὶ ὕστερα νὰ τοὺς πῆ δυὸ κουβέντες. Κάποτε στὸ λεωφορεῖο μιὰ γυναίκα ἔβριζε τοὺς παπάδες. Τὴν ἄφησα νὰ ξεσπάση καί, ὅταν σταμάτησε, τῆς εἶπα: «Ἔχουμε ἀπαιτήσεις ἀπὸ τοὺς παπάδες, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς δὲν τοὺς ἔρριξε ὁ Θεὸς μὲ τὰ ἀλεξίπτωτα. Εἶναι ἄνθρωποι καὶ ἔχουν ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Μπορεῖς ὅμως νὰ μοῦ πῆς, μιὰ μητέρα σὰν ἐσένα βαμμένη, μὲ κάτι νύχια σὰν τὸ γεράκι, τί παιδὶ θὰ γεννήση καὶ πῶς θὰ τὸ ἀναθρέψη; Καὶ παπᾶς καὶ καλόγερος νὰ γίνη, πῶς θὰ εἶναι;». Θυμᾶμαι, μιὰ ἄλλη φορά, ὅταν ταξίδευα μὲ τὸ λεωφορεῖο ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ τὰ Γιάννενα, ἦταν ἕνας ποὺ δὲν σταμάτησε σὲ ὅλο τὸν δρόμο νὰ κατηγορῆ ἕναν μητροπολίτη ποὺ εἶχε δημιουργήσει τότε κάτι προβλήματα. Τοῦ εἶπα κανα–δυὸ κουβέντες καὶ μετὰ ἔκανα εὐχή. Ἐκεῖνος συνέχιζε. Ὅταν φθάσαμε στὰ Γιάννενα καὶ κατεβήκαμε, τὸν πῆρα λίγο παράμερα καὶ τοῦ λέω: «Μὲ γνωρίζεις ποιός εἶμαι;». «Ὄχι», μοῦ λέει. «Πῶς τότε κάθεσαι καὶ λὲς τέτοια πράγματα; Ἐγὼ μπορεῖ νὰ εἶμαι πολὺ χειρότερος ἀπὸ τὸν τάδε ποὺ βρίζεις, μπορεῖ ὅμως νὰ εἶμαι καὶ ἕνας ἅγιος. Πῶς κάθεσαι ἐσὺ καὶ λὲς μπροστά μου πράγματα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ φαντασθῶ ὅτι τὰ κάνουν οὔτε καὶ οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι; Κοίταξε νὰ διορθωθῆς, γιατὶ θὰ φᾶς σκαμπίλι δυνατὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ – γιὰ τὸ καλό σου φυσικά». Τὸν εἶδα μετά, ἄρχισε νὰ τρέμη. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι κατάλαβαν, ὅπως εἶδα ἀπὸ μιὰ ἀναταραχὴ ποὺ δημιουργήθηκε.

Βλέπεις νὰ βρίζουν τὰ ἅγια καὶ ὁ ἄλλος δὲν λέει τίποτε. Σ᾿ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἡ πραότητα εἶναι δαιμονική. Μιὰ φορὰ ποὺ ἔβγαινα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, συνάντησα στὸ καράβι καὶ ἕναν ποὺ εἶχε φύγει ὁ καημένος  ἀπὸ τὸ Ψυχιατρεῖο καὶ εἶχε ἔρθει στὸ Ὄρος. Φώναζε καὶ ἔβριζε συνέχεια ὅλους τοὺς μεγάλους, τοὺς κυβερνῆτες, τοὺς γιατρούς... «Τόσα χρόνια, ἔλεγε, μὲ τάραξαν στὰ ἠλεκτροσὸκ καὶ στὰ χάπια. Ἐσεῖς περνᾶτε καλά. Ἔχετε τὴν καλοπέρασή σας, τὰ αὐτοκίνητά σας. Ἐμένα ἀπὸ δώδεκα χρονῶν ἡ μάνα μου μ' ἔστειλε σ' ἕνα νησί. Εἴκοσι πέντε χρόνια γυρίζω ἀπὸ τρελλοκομεῖο σὲ τρελλοκομεῖο». Ἔβριζε ὅλα τὰ κόμματα καὶ μετὰ ἄρχισε νὰ βρίζη Χριστὸ καὶ Παναγία. Σηκώνομαι ἐπάνω, «πάψε, τοῦ λέω· δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀρχὴ ἐδῶ μέσα;». Θίχθηκε, φαίνεται, ὁ συνοδός του – πρέπει νὰ ἦταν χωροφύλακας – καὶ τὸν σύμμασε λίγο. Εἶχε πεῖ ὅλο τὸ πρόβλημά του φωνάζοντας καὶ βρίζοντας. Τὸν πόνεσα. Μετὰ ἦρθε, μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Τὸν φίλησα. Εἶχε δίκαιο. Ὅλοι λίγο-πολὺ ἔχουμε τὸ μερίδιό μας. Ἤμουν καὶ ἐγὼ αἰτία ποὺ ἔβριζε ὁ καημένος. Ἂν εἶχα πνευματικὴ κατάσταση, θὰ τὸν εἶχα κάνει καλά.

Πόσο εἶχαν ἀπογοητευθῆ οἱ Φαρασιῶτες, τότε μὲ τὴν Ἀνταλλαγή, ὅταν ἔρχονταν μὲ τὸ καράβι στὴν Ἑλλάδα! Δυὸ ναῦτες μάλωναν καὶ ἔβριζαν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Τοὺς φάνηκε πολὺ βαρύ! Σοῦ λέει: «Ἕλληνες, Χριστιανοί, νὰ βρίζουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία!». Τοὺς ἅρπαξαν καὶ τοὺς πέταξαν στὴν θάλασσα. Εὐτυχῶς ἤξεραν κολύμπι καὶ γλύτωσαν. Ἀκόμη καὶ ὅταν βρίζουν κάποιον ἄνθρωπο, πρέπει νὰ τὸν ὑπερασπίσουμε, πόσο μᾶλλον τὸν Χριστό! Ἦρθε ἕνα παιδὶ στὸ Καλύβι ποὺ κούτσαινε, ἀλλὰ λαμποκοποῦσε τὸ προσωπάκι του. Λέω: «Κάτι γίνεται ἐδῶ, γιὰ νὰ λάμπη ἔτσι ἡ θεία Χάρις!». Τὸν ρώτησα «τί κάνεις κ.λπ.» καὶ μοῦ εἶπε τί συνέβη. Κάποιος, ἕνα θηρίο μέχρι ἐκεῖ πάνω, ἔβριζε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία καὶ τὸ παιδὶ ὅρμησε ἐπάνω του, γιὰ νὰ σταματήση. Ἐκεῖνος τὸ ἔβαλε κάτω, τὸ τσαλαπάτησε, τοῦ σακάτεψε τὰ πόδια, καὶ μετὰ τὸ καημένο κούτσαινε. Ὁμολογητής! Τί τράβηξαν οἱ Ὁμολογητές, οἱ Μάρτυρες!

Θέλει διάκριση καὶ ὑπομονή. Ὁ Θεὸς θὰ βοηθήση. Ὁ ἀσυρματιστὴς ποὺ ὑπηρετούσαμε μαζὶ στὸν στρατὸ ἦταν ἕνας γιατρὸς ἄπιστος, βλάσφημος. Κάθε μέρα ἐρχόταν   στὴν μονάδα Διοικήσεως, νὰ μοῦ κάνη πλύση ἐγκεφάλου! Μοῦ ἔλεγε τὴν θεωρία τοῦ Δαρβίνου κ.λπ., κάτι πράγματα χαμένα, βλάσφημα τελείως. Μετὰ ὅμως ἀπὸ κάποιο περιστατικὸ κατάλαβε μερικὰ πράγματα. Μιὰ φορὰ ἤμασταν σὲ μιὰ ἐπιχείρηση καὶ εἴχαμε φορτωμένα σὲ ἕνα μεγάλο μουλάρι τὸν ἀσύρματο καὶ τὸ φορεῖο. Σὲ ἕναν κατήφορο, ἐπειδὴ γλιστροῦσε πολύ, ἐγὼ ἔπιανα ἀπὸ τὴν οὐρὰ τὸ ζῶο καὶ ὁ γιατρὸς τραβοῦσε τὸ καπίστρι. Σὲ μιὰ στιγμή, πῶς ἄγγιξε τὸ φορεῖο λίγο τὰ αὐτιὰ τοῦ ζώου, καὶ δίνει μιὰ τὸ ζῶο καὶ μὲ χτυπάει δυνατὰ μὲ τὰ πισινά του πόδια· μὲ πέταξε πέρα. Σὲ λίγο συνῆλθα καὶ εἶδα ὅτι περπατοῦσα! Τὸ μόνο ποὺ θυμόμουν ἦταν ὅτι φώναξα «Παναγία μου!». Τίποτε ἄλλο. Τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ πέταλα τοῦ ζώου ἦταν πάνω μου. Ἐδῶ τὸ στῆθος ἦταν ὅλο μαῦρο. Μὲ τόση δύναμη μὲ χτύπησε τὸ ζῶο! Τὰ ἔχασε ὁ γιατρὸς ποὺ μὲ εἶδε νὰ περπατῶ! Συνεχίσαμε τὸν δρόμο μας. Λίγο πιὸ πέρα στραβοπάτησε ὁ γιατρὸς σὲ μιὰ πέτρα, ἔπεσε κάτω καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῆ νὰ περπατήση. Ἄρχισε νὰ φωνάζη: «Παναγία μου, Χριστέ μου»! Σοῦ λέει: «Τώρα ὅλοι θὰ μὲ ἐγκαταλείψουν· πάει, τί θὰ γίνω; Ποιός θὰ μὲ βοηθήση;». Φοβόταν μὴν τὸν πιάσουν. «Μὴ στενοχωριέσαι, τοῦ λέω, θὰ καθήσω μαζί σου. Ἂν πιάσουν ἐμένα, θὰ πιάσουν κι ἐσένα». Ὁ καημένος μετὰ σκέφθηκε: «Ὁ Ἀρσένιος (1), ἐνῶ τὸν πέταξε πέρα τὸ ζῶο, δὲν ἔπαθε τίποτε, καὶ ἐγὼ λίγο στραβοπάτησα καὶ δὲν μπορῶ νὰ περπατήσω!». Σὲ λίγο σηκώθηκε, ἀλλὰ κούτσαινε καὶ τὸν κρατοῦσα, γιὰ νὰ περπατήση. Οἱ ἄλλοι εἶχαν προχωρήσει. Πῆρε ἕνα μάθημα καὶ συνῆλθε μετά. Κάθε μέρα ἔλεγε κάτι βλασφημίες, καὶ τότε, πάνω στὸν κίνδυνο, φώναζε «Παναγία μου! Παναγία μου!». Τὸν βόλεψε ἡ Παναγία! Ἕνας ἄλλος, μοτοσυκλετιστὴς ἦταν στὸν στρατό, δύο φορὲς εἶχε σπάσει τὸ πόδι του καὶ πάλι συνέχιζε νὰ βρίζη.

Ἐδῶ δὲν τοῦ ἔλεγα τίποτε καὶ ἐκεῖνος ἔβριζε συνεχῶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία ἐπίτηδες, γιὰ νὰ μὲ στενοχωρῆ. Μετὰ τὸ κατάλαβα καὶ ἔκανα μόνον εὐχή. Καὶ νὰ δῆτε, ἐνῶ πρῶτα ἔβριζαν καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι στὰ καλὰ καθούμενα, ὕστερα, ὅταν δυσκολεύονταν σὲ κάτι καὶ πήγαιναν νὰ βρίσουν, δάγκωναν τὴν γλῶσσα τους! Εἶναι καλύτερα, ἂν ἕνας βρίζη, βλασφημάη κ.λπ. καὶ εἶναι ἀναιδής, νὰ κάνης ὅτι εἶσαι ἀπασχολημένος καὶ δὲν ἀκοῦς καὶ νὰ λὲς τὴν εὐχή. Γιατὶ ἂν καταλάβη ὅτι τὸν παρακολουθεῖς, μπορεῖ νὰ βρίζη συνέχεια, καὶ ἔτσι γίνεσαι αἰτία νὰ δαιμονισθῆ. Ὅταν ὅμως δὲν εἶναι ἀναιδὴς ἀλλὰ εὐσυνείδητος, καὶ βρίζη ἀπὸ κακὴ συνήθεια, μπορεῖς κάτι νὰ τοῦ πῆς. Ἂν πάλι εἶναι εὐσυνείδητος, ἀλλὰ ἔχη πολὺ ἐγωισμό, πρέπει νὰ προσέξης νὰ μὴν τοῦ μιλήσης αὐστηρὰ ἀλλὰ ταπεινά, ὅσο μπορεῖς, καὶ μὲ πόνο. Τί λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ; «Ἔλεγξον διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ἀρετῶν σου τοὺς φιλονεικοῦντας μετὰ σοῦ... καὶ ἀποστόμωσον αὐτοὺς διὰ τῆς πραότητος καὶ τῆς γαλήνης τῶν χειλέων σου. Ἔλεγξον τοὺς μὲν ἀκολάστους διὰ τῆς ἐναρέτου συμπεριφορᾶς σου, τοὺς δὲ ἀναισχύντους κατὰ τὰς αἰσθήσεις διὰ τῆς συστολῆς τῶν ὀμμάτων σου».

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου